Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προδικαστικά ερωτήματα * Παραδεκτό * Αίτηση μη παρέχουσα ακριβή στοιχεία ως προς το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο και μη εκθέτουσα τους λόγους που δικαιολογούν την παραπομπή προς το Δικαστήριο
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177 Οργανισμός (ΕΚ) του Δικαστηρίου, άρθρο 20]
Περίληψη
Η ανάγκη να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο απαιτεί να προσδιορίζει το ανωτέρω δικαστήριο το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να εξηγεί τις υποθέσεις επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά.
Οι πληροφορίες που παρέχονται και τα ερωτήματα που υποβάλλονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής πρέπει όχι μόνον να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και να παρέχουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών, καθώς και στους λοιπούς ενδιαφερομένους διαδίκους, τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο οφείλει να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, δυνάμει της προαναφερθείσας διατάξεως, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους διαδίκους.
Κατά συνέπεια είναι προδήλως απαράδεκτη, καθότι δεν παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει χρήσιμη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, η αίτηση εθνικού δικαστηρίου, το οποίο, στη διάταξή του περί παραπομπής, περιορίζεται να αναφερθεί στα κατά την εθνική νομοθεσία ποινικά αδικήματα στον τομέα της ευρέσεως εργασίας και της προσωρινής παροχής εργασίας και δεν αναφέρει ούτε το περιεχόμενο των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας στην οποία παραπέμπει ούτε τους συγκεκριμένους λόγους που το οδήγησαν να διερωτηθεί αν συμβιβάζονται οι διατάξεις αυτές με το κοινοτικό δίκαιο και να θεωρήσει αναγκαία την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-2/96,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Pretura circondariale di Ivrea, Sezione di Strambino (Ιταλία), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της εκκρεμούς ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ποινικής δίκης κατά των
Carlo Sunino
και
Giancarlo Data,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 48, 55, 59, 60, 66, 86 και 90 της Συνθήκης ΕΚ σε σχέση με μια εθνική νομοθεσία που αποκλείει τις ιδιωτικές επιχειρήσεις από τις μεσολαβητικές δραστηριότητες στον τομέα της ευρέσεως εργατικού δυναμικού προσωρινής απασχολήσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, Πρόεδρο, K. N. Kaκούρη, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet και G. Hirsch, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), C. Gulmann, J. L. Murray, P. Jann, H. Ragnemalm, L. Sevon και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Mε διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 1995, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Ιανουαρίου 1996, η Pretura circondariale di Ivrea, Sezione di Strambino, υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 48, 55, 59, 60, 66, 86 και 90 της ίδιας συνθήκης.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά των C. Sunino και G. Data για πράξεις που όμως δεν προσδιορίζονται στη διάταξη περί παραπομπής.
3 Εκτιμώντας ότι στην υπόθεση που ήχθη ενώπιόν του εγείρονται ζητήματα ερμηνείας των άρθρων 48, 55, 59, 60, 66, 86 και 90 της Συνθήκης, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εθνικές διατάξεις περί ευρέσεως εργασίας και περί προσωρινής απασχολήσεως, οι οποίες ανάγονται στο δημόσιο δίκαιο, επειδή έχουν θεσπιστεί προς προστασία των εργαζομένων και της εθνικής οικονομίας, εμπίπτουν στην άσκηση δημοσίας εξουσίας, υπό την έννοια του άρθρου 66, σε συνδυασμό με το άρθρο 55, της Συνθήκης ΕΚ;
2) Μπορεί να θεωρηθεί ότι οι κοινοτικές διατάξεις έχουν απευθείας εφαρμογή, μολονότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες εκτελεστικές διατάξεις στον ειδικό αυτό τομέα, και ότι επιτρέπουν στους πάντες, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για δημόσιο φορέα ή ιδιώτη, να αναπτύσσουν, χωρίς κανέναν ειδικό έλεγχο και καμία ειδική άδεια, οποιαδήποτε δραστηριότητα μεσολαβήσεως μεταξύ ζητήσεως και προσφοράς εργασίας και/ή προσωρινής παροχής εργατικού δυναμικού σε τρίτους, εφόσον το κράτος μέλος δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει πλήρως, μέσω των διοικητικών υπηρεσιών του, τη ζήτηση εργατικού δυναμικού στην αγορά εργασίας;"
4 Πρέπει να υπομνηστεί ότι η ανάγκη να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο απαιτεί να προσδιορίζει το ανωτέρω δικαστήριο το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να εξηγεί τις υποθέσεις επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά (βλ., ιδίως, απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90, C-321/90 και C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. Ι-393, σκέψη 6 διατάξεις της 19ης Μαρτίου 1993, C-157/92, Banchero, Συλλογή 1993, σ. Ι-1085, σκέψη 4 της 23ης Μαρτίου 1995, C-458/93, Saddik, Συλλογή 1995, σ. Ι-511, σκέψη 12 της 7ης Απριλίου 1995, C-167/94, Grau Gomis κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-1023, σκέψη 8, και της 21ης Δεκεμβρίου 1995, C-307/95, Max Mara, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 6).
5 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι πληροφορίες που παρέχονται και τα ερωτήματα που υποβάλλονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής πρέπει όχι μόνον να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και να παρέχουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών, καθώς και στους λοιπούς ενδιαφερομένους διαδίκους, τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου (προαναφερθείσα διάταξη Max Mara, σκέψη 7). Το Δικαστήριο οφείλει να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, δυνάμει της προαναφερθείσας διατάξεως, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους διαδίκους (απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, 141/81, 142/81 και 143/81, Holdijk κ.λπ., Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6 προαναφερθείσες διατάξεις Saddik, σκέψη 13 Grau Gomis κ.λπ., σκέψη 10, και Max Mara, σκέψη 8).
6 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διάταξη περί παραπομπής δεν περιέχει επαρκείς ενδείξεις που να ανταποκρίνονται στις επιταγές αυτές. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο περιορίζεται να αναφερθεί στα κατά την ιταλική νομοθεσία ποινικά αδικήματα στον τομέα της ευρέσεως εργασίας, της μεσολαβήσεως μεταξύ ζητήσεως και προσφοράς εργασίας και/ή της προσωρινής παροχής εργατικού δυναμικού σε τρίτους. Δεν αναφέρει ούτε το περιεχόμενο των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας στην οποία παραπέμπει ούτε τους συγκεκριμένους λόγους που το οδήγησαν να διερωτηθεί αν συμβιβάζονται οι διατάξεις αυτές με το κοινοτικό δίκαιο και να θεωρήσει αναγκαία την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο.
7 Έτσι, οι ενδείξεις που περιέχονται στη διάταξη περί παραπομπής, με την υπερβολικά ασαφή αναφορά τους στις πραγματικές και νομικές καταστάσεις που αντιμετωπίζει το εθνικό δικαστήριο, δεν παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει χρήσιμη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
8 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να διαπιστωθεί ήδη σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 92 και 103 του Κανονισμού Διαδικασίας, ότι η αίτηση του εθνικού δικαστηρίου είναι προδήλως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
9 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε η Pretura circondariale di Ivrea, Sezione di Strambino, με διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 1995, είναι απαράδεκτη.
Λουξεμβούργο, 20 Μαρτίου 1996.
Full & Egal Universal Law Academy