Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Αναίρεση * Λόγοι * Απλή επανάληψη των λόγων και επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου * Απαράδεκτο * Απόρριψη
(Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρα 49 και 51 Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 112 PAR 1, στοιχ. γ')
2. Αναίρεση * Λόγοι * Λόγος αναιρέσεως στρεφόμενος κατά αιτιολογίας της αποφάσεως μη αναγκαίας για να στηρίξει το διατακτικό * Αλυσιτελής λόγος
(Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 51)
3. Αναίρεση * Λόγοι * Ισχυρισμός προβληθείς για πρώτη φορά στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως * Απαράδεκτο
(Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 51)
4. Αναίρεση * Λόγοι * Λόγος αναιρέσεως στρεφόμενος κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου καθόσον αφορά τη δικαστική δαπάνη * Απαράδεκτο σε περίπτωση απορρίψεως όλων των άλλων λόγων
(Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 51, εδ. 2)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-49/96 P,
Νικόλαος Προγούλης, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος από τους Κωνσταντίνο Αδαμαντόπουλο και Βασίλειο Ακριτίδη, δικηγόρους Αθηνών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Arsene Kronshagen, 12, boulevard de la Foire,
αναιρεσείων,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως που εξέδωσε στις 15 Δεκεμβρίου 1995 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πέμπτο τμήμα) στην υπόθεση T-131/95, Προγούλης κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. ΙΙ-907), και με την οποία ζητείται η αναίρεση της εν λόγω διατάξεως,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Ana Maria Alves Vieira, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρουμένη από τον Bertrand Waegenbaur, δικηγόρο Αμβούργου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. L. Murray (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Φεβρουαρίου 1996, ο Ν. Προγούλης άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου της 15ης Δεκεμβρίου 1995, Τ-131/95, Προγούλης κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. ΙΙ-907, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του που είχε ως αντικείμενο, πρώτον, την ακύρωση της κοινοποιηθείσας στον αναιρεσείοντα με έγγραφο της 20ής Μαρτίου 1995 αποφάσεως της Επιτροπής, περί απορρίψεως της αιτήσεως ανακατατάξεώς του στον βαθμό Β 1, κλιμάκιο 2, με αναδρομική ισχύ από 1ης Μαρτίου 1983, και την επιβολή στην Επιτροπή της υποχρεώσεως να υποστεί τις οικονομικές συνέπειες της ανακατατάξεως αυτής, νομιμοτόκως, με συνολικό ετήσιο επιτόκιο 10 %, δεύτερον, τον καθορισμό από το Πρωτοδικείο αποδεικτικών μέσων βάσει του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και, τρίτον, την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.
2 Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν τη διαφορά μεταξύ του Προγούλη και της Επιτροπής, από την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη προκύπτουν τα εξής:
"1 Ο προσφεύγων μετέσχε το 1982 με επιτυχία στον εξωτερικό διαγωνισμό COM362, που προκήρυξε η Επιτροπή για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα βοηθών διοικήσεως ελληνικής ιθαγένειας βαθμών Β 3 και Β 2.
2 Με απόφαση της 9ης Μαρτίου 1983, που άρχισε να ισχύει από την 1η Μαρτίου 1983, ο προσφεύγων διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος, με την ιδιότητα του βοηθού διοικήσεως, και κατατάχθηκε στον βαθμό Β 3, κλιμάκιο 2.
3 Την επομένη, ήτοι στις 10 Μαρτίου 1983, ο Προγούλης υπέβαλε αίτηση αναθεωρήσεως της κατατάξεώς του.
4 Με έγγραφο της 13ης Ιουλίου 1983, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) επικύρωσε την απόφασή της, στηριζόμενη στη γνώμη της επιτροπής κατατάξεως, η οποία είχε αναγνωρίσει στον προσφεύγοντα επαγγελματική πείρα δώδεκα ετών και εννέα μηνών αποκτηθείσα προ της αναλήψεως των καθηκόντων του στις Κοινότητες.
5 Στις 10 Οκτωβρίου 1983 ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση κατά της αποφάσεως της ΑΔΑ, με το αιτιολογικό ότι, κατά παράβαση του σημείου 1.β του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως της ΑΔΑ της 6ης Ιουνίου 1973, σχετικά με τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τον διορισμό σε ορισμένο βαθμό και για την κατάταξη σε ορισμένο κλιμάκιο κατά την πρόσληψη, η ΑΔΑ δεν είχε λάβει υπόψη τη διάρκεια της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας του.
6 Με απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1983, που άρχισε να ισχύει από 1ης Δεκεμβρίου 1983, ο προσφεύγων μονιμοποιήθηκε και τοποθετήθηκε στη Γενική Διεύθυνση Γεωργίας, διεύθυνση 'Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων' (ΕΓΤΠΕ), τμήμα 'θέματα προϋπολογισμού και δημοσιονομικός συντονισμός' .
7 Στις 19 Ιανουαρίου 1984 η Επιτροπή έλαβε απόφαση πανομοιότυπη ως προς όλα τα σημεία με την απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1983, με τη μόνη διαφορά ότι, με τη νέα αυτή απόφαση, τοποθέτησε τον προσφεύγοντα στο τμήμα 'ΕΓΤΠΕ-προσανατολισμός' .
8 Με απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 1984, που άρχισε να ισχύει από 1ης Μαρτίου 1983, η ΑΔΑ, κατόπιν της ενστάσεως που υπέβαλε ο προσφεύγων στις 10 Οκτωβρίου 1983, ακύρωσε την πράξη διορισμού της 9ης Μαρτίου 1983 και κατέταξε τον προσφεύγοντα στον βαθμό Β 3, κλιμάκιο 3, τοποθετώντας τον στο τμήμα 'θέματα προϋπολογισμού και δημοσιονομικός συντονισμός' του ΕΓΤΠΕ.
9 Με απόφαση της 2ας Μαρτίου 1984, που άρχισε να ισχύει από 1ης Μαρτίου 1983, η ΑΔΑ ακύρωσε και αντικατέστησε την απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 1984. Η νέα απόφαση ήταν ως προς όλα τα σημεία πανομοιότυπη προς την ακυρωθείσα απόφαση, με τη μόνη διαφορά ότι ο προσφεύγων τοποθετήθηκε στο τμήμα 'ΕΤΠΓΕ-προσανατολισμός' αντί για το τμήμα 'θέματα προϋπολογισμού και δημοσιονομικός συντονισμός' .
10 Στις 5 Δεκεμβρίου 1991 ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση αναθεωρήσεως της κατατάξεώς του με την οποία ζητούσε, βάσει του τελευταίου εδαφίου του σημείου 1.β του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως της 6ης Ιουνίου 1973, την ανακατάταξή του στον βαθμό Β 2 και, σε περίπτωση αρνήσεως της Επιτροπής, την ανακατάταξή του στον βαθμό Β 1, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά την άποψή του, υπήρχε προηγούμενο κατατάξεως του ενδιαφερομένου υπαλλήλου σε ανώτερη σταδιοδρομία.
11 Με έγγραφο της 6ης Απριλίου 1992, η ΑΔΑ, αφού επισήμανε ότι η αίτηση είχε υποβληθεί εκπροθέσμως, την απέρριψε με το αιτιολογικό ότι κατά το άρθρο 3 του παραρτήματος Ι της αποφάσεως της 6ης Ιουνίου 1973 οι ανώτεροι βαθμοί των σταδιοδρομιών Β 3/Β 2, C 3/C 2 και D 3/D 2 προορίζονται αποκλειστικά για τις προαγωγές εντός της οικείας σταδιοδρομίας και ότι το σημείο 1.β του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως της 6ης Ιουνίου 1973 δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση του προσφεύγοντος. Όσον αφορά την κατάταξη στον βαθμό Β 1, η ΑΔΑ απάντησε ότι δεν ήταν δυνατή, καθόσον ο προσφεύγων είχε επιτύχει σε διαγωνισμό που αφορούσε τη σταδιοδρομία Β 3/Β 2.
12 Στις 2 Ιουλίου 1992 ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση κατά της εν λόγω απαντήσεως της Επιτροπής.
13 Στις 6 Οκτωβρίου 1992 η ΑΔΑ απέρριψε την ένσταση ως απαράδεκτη, με το αιτιολογικό ότι έβαλλε κατά της από 20 Ιανουαρίου 1984 αποφάσεως περί κατατάξεως και, επομένως, ήταν εκπρόθεσμη.
14 Ο προσφεύγων δεν άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω απορριπτικής αποφάσεως.
15 Στις 6 Μαΐου 1994 ο προσφεύγων υπέβαλε νέα αίτηση ανακατατάξεως, αναφερόμενος μεταξύ άλλων στην απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 28 Σεπτεμβρίου 1993, Τ-103/92, Τ-104/92 και Τ-105/92, Baiwir κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-987).
16 Στις 12 Ιουλίου 1994 η ΑΔΑ απέρριψε την αίτηση αυτή.
17 Στις 10 Οκτωβρίου 1994 ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της εν λόγω πράξεως, ζητώντας την ανακατάταξή του στον βαθμό Β 1, κλιμάκιο 2, με αναδρομική ισχύ από 1ης Μαρτίου 1983, καθώς και την εκκαθάριση των οικονομικών συνεπειών που συνδέονται με το μέτρο αυτό, επηυξημένων κατά τους τόκους.
18 Στις 20 Μαρτίου 1995 η ΑΔΑ απέρριψε την εν λόγω ένσταση.
19 Στις 19 Ιουνίου 1995 ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής περί απορρίψεως της ενστάσεως που είχε υποβάλει στις 10 Οκτωβρίου 1994. Με έγγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 21 Αυγούστου 1995, η Επιτροπή, βάσει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας, προέβαλε ένσταση απαραδέκτου με ημερομηνία 18 Αυγούστου 1995, για τον λόγο ότι η προσφυγή ήταν εκπρόθεσμη και στρεφόταν κατά πράξεως που δεν προκαλούσε βλάβη στον προσφεύγοντα. Ο προσφεύγων κατέθεσε τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως στις 26 Οκτωβρίου 1995."
Η αναιρεσιβαλλομένη διάταξη
3 Με την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη το Πρωτοδικείο διαπίστωσε κατ' αρχάς ότι η απόφαση της οποίας ο αναιρεσείων ζητούσε την ακύρωση αποτελούσε απλή επιβεβαίωση της από 2 Μαρτίου 1984 αποφάσεως περί κατατάξεώς του (σκέψη 35).
4 Στη συνέχεια, αφού υπενθύμισε ότι οι προθεσμίες υποβολής ενστάσεως και ασκήσεως προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως και ότι οι ενδεχόμενες εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά, το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι η θέση του ως δοκίμου υπαλλήλου και, στη συνέχεια, η σχέση εξαρτήσεως στην οποία τελούσε στο πλαίσιο του θεσμικού οργάνου τον είχαν αποτρέψει από το να ασκήσει προσφυγή ενωρίτερα. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε πράγματι, αφενός, ότι η προσβαλλομένη απόφαση περί κατατάξεως εκδόθηκε μετά τη μονιμοποίηση του αναιρεσείοντος και, αφετέρου, ότι το στοιχείο εξαρτήσεως είναι εγγενές στις σχέσεις του υπαλλήλου προς το θεσμικό όργανο το οποίο τον απασχολεί. Επομένως, πρόσθεσε το Πρωτοδικείο, η αποδοχή του επιχειρήματος του αναιρεσείοντος θα είχε ως συνέπεια να στερηθούν οι σχετικές με τις προθεσμίες προσφυγής διατάξεις κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας, πράγμα το οποίο δεν συμβιβάζεται προς το σύστημα των ενδίκων μέσων και βοηθημάτων που καθιερώνει ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου (σκέψη 36).
5 Τρίτον, το Πρωτοδικείο απέρριψε τα επιχειρήματα που προέβαλε ο αναιρεσείων για να δικαιολογήσει την εκ νέου έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής και τα οποία στηρίζονταν στην επέλευση νέων ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, ήτοι στην έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Baiwir κ.λπ. κατά Επιτροπής και στην αλλαγή της κατατάξεως ενός άλλου υπαλλήλου, ονόματι Ε., από μία σταδιοδρομία σε άλλη.
6 Όσον αφορά την απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη ότι, κατά πάγια νομολογία (αποφάσεις της 17ης Ιουνίου 1965, 43/64, Mueller κατά Συμβουλίων της ΕΟΚ, της ΕΚΑΕ και της ΕΚΑΧ, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 99, της 15ης Δεκεμβρίου 1966, 34/65, Mosthaf κατά Επιτροπής της ΕΚΑΕ, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 475, και της 8ης Μαρτίου 1988, 125/87, Brown κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1988, σ. 1619, σκέψη 13), τα έννομα αποτελέσματα δικαστικής αποφάσεως με την οποία ακυρώνεται διοικητική πράξη δεν αφορούν, πέραν των διαδίκων, παρά μόνο τα πρόσωπα τα οποία αφορά άμεσα η ίδια η ακυρωθείσα πράξη και ότι η απόφαση αυτή δεν μπορεί να συνιστά νέο περιστατικό παρά μόνον έναντι των προσώπων αυτών (σκέψη 41).
7 Εν προκειμένω όμως, κατά το Πρωτοδικείο, δεν προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας ότι η ακυρωθείσα με την προπαρατεθείσα απόφαση Baiwir κ.λπ. κατά Επιτροπής πράξη αφορούσε άμεσα τον αναιρεσείοντα. Κατά συνέπεια, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να συνιστά έναντί του νέο ή ουσιώδες πραγματικό περιστατικό ικανό να προκαλέσει την εκ νέου έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής (σκέψη 43).
8 Κατά τα λοιπά, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι το ζήτημα που αποτελούσε το επίκεντρο της αποφάσεως εκείνης ήταν διαφορετικής φύσεως από το βασικό ζήτημα που τίθεται στην υπόθεση μεταξύ του αναιρεσείοντος και της Επιτροπής (σκέψη 45).
9 Όσον αφορά την ανακατάταξη ενός άλλου υπαλλήλου, του Ε., σε ανώτερη σταδιοδρομία, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι ο αναιρεσείων ήταν εν γνώσει των πραγματικών περιστατικών ήδη από τις 5 Δεκεμβρίου 1991 (σκέψη 46) και ότι μπορούσε επομένως, εφόσον η ανακατάταξη αυτή αποτελούσε νέο περιστατικό, δυνάμενο να προκαλέσει την εκ νέου έναρξη των προθεσμιών, να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεως την οποία είχε υποβάλει στις 2 Ιουλίου 1992, πράγμα το οποίο δεν έπραξε (σκέψη 49).
10 Συναφώς, το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι, εάν ο αναιρεσείων είχε, όπως ισχυρίζεται, αμφιβολίες ως προς τον αληθή χαρακτήρα ή την κρισιμότητα των πραγματικών περιστατικών, όφειλε να προβεί εμπροθέσμως σε όλα τα δυνατά διαβήματα προκειμένου να βεβαιωθεί περί αυτών, προτού κινήσει τη διοικητική διαδικασία και ενδεχομένως ασκήσει προσφυγή (σκέψη 48).
11 Τέλος, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε το άρθρο 87, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Έκρινε συγκεκριμένα ότι, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της υποθέσεως καθώς και της υπάρξεως παγίας νομολογίας ως προς το ζήτημα αυτό, ο αναιρεσείων μπορούσε να προβλέψει το απαράδεκτο της προσφυγής του και ότι τα έξοδα στα οποία είχε υποβληθεί η Επιτροπή έπρεπε να θεωρηθούν ότι είχαν προκληθεί χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως (σκέψη 54).
Επί των λόγων αναιρέσεως
12 Ο αναιρεσείων προβάλλει τέσσερις λόγους αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
13 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένως το δίκαιο, καθόσον απέρριψε το σύνολο των νομικών επιχειρημάτων του σχετικά με την προπαρατεθείσα απόφαση Baiwir κ.λπ. κατά Επιτροπής.
14 Με το πρώτο σκέλος του πρώτου αυτού λόγου, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της εκ μέρους του Πρωτοδικείου εφαρμογής της νομολογίας του Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας τα έννομα αποτελέσματα δικαστικής αποφάσεως με την οποία ακυρώνεται διοικητική πράξη δεν αφορούν, πέραν των διαδίκων, παρά μόνο τα πρόσωπα τα οποία αφορά άμεσα η ίδια η ακυρωθείσα πράξη και η απόφαση αυτή δεν μπορεί να συνιστά νέο περιστατικό παρά μόνον έναντι των προσώπων αυτών.
15 Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, ο αναιρεσείων φρονεί ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως την προπαρατεθείσα απόφαση Baiwir κ.λπ. κατά Επιτροπής, καθόσον έκρινε ότι αφορούσε αποκλειστικά τον καθορισμό των διατάξεων * άρθρο 32 ή 46 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων * που ισχύουν για την κατάταξη υπαλλήλου που διορίζεται σε θέση ανώτερης κατηγορίας κατόπιν γενικού διαγωνισμού. Η αρχή που συνάγεται από την απόφαση αυτή είναι πράγματι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ επιτυχόντων σε εσωτερικούς διαγωνισμούς και επιτυχόντων σε εξωτερικούς διαγωνισμούς όσον αφορά τον συνυπολογισμό της επαγγελματικής πείρας που απέκτησαν πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους.
16 Ο αναιρεσείων θεωρεί επιπλέον ότι ο κανόνας της εφαρμογής της πλέον ευνοϊκής διατάξεως, ο οποίος έγινε επίσης δεκτός με την προπαρατεθείσα απόφαση Baiwir κ.λπ. κατά Επιτροπής, πρέπει να ισχύσει στην περίπτωσή του δυνάμει της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ως εκ τούτου, φρονεί ότι πρέπει να εφαρμοστεί το παράρτημα ΙΙ, σημείο 1.β, της αποφάσεως της 6ης Ιουνίου 1973, το οποίο προβλέπει ότι, όταν η διάρκεια της στρατιωτικής θητείας είναι ανώτερη των 24 μηνών, ο υπάλληλος μπορεί να καταταγεί σε ανώτερο βαθμό, και ότι πρέπει, κατά συνέπεια, να ανακαταταγεί στον βαθμό Β 1, κλιμάκιο 2.
17 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι από την απόφαση της 15ης Μαΐου 1985, 127/84, Esly κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 1437), προκύπτει ότι η ανακατάταξη του Ε. σε ανώτερη σταδιοδρομία συνιστά επίσης νέο ουσιώδες και πραγματικό περιστατικό. Φρονεί ακόμη ότι η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ αυτού και του Ε., ο οποίος, ενώ δεν είχε εκπληρώσει στρατιωτική θητεία, επέτυχε την ανακατάταξή του σε ανώτερη σταδιοδρομία, δεν είναι δικαιολογημένη. Εξάλλου, ισχυρίζεται ότι έλαβε σαφή γνώση των περιστατικών που αφορούσαν τον Ε. μόλις τον Απρίλιο του 1995.
18 Ο αναιρεσείων θεωρεί άλλωστε ότι η εκ μέρους της Επιτροπής προσκόμιση των μηνιαίων δελτίων αποδοχών του Ε. για τα έτη 1982 έως 1986 θα επιβεβαίωνε τους ισχυρισμούς του όσον αφορά την ανακατάταξη του Ε. σε ανώτερη σταδιοδρομία. Ζητεί, κατά συνέπεια, από το Δικαστήριο να διατάξει τη διεξαγωγή αποδείξεων βάσει του άρθρου 45 του Κανονισμού Διαδικασίας, προκειμένου η Επιτροπή να προσκομίσει τα δελτία αυτά.
19 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας, εκφοβίζοντάς τον, προκειμένου να μην επιδιώξει την ικανοποίηση των δικαιωμάτων του δικαστικώς, και αρνούμενη να εφαρμόσει δεόντως στην περίπτωσή του τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ, σημείο 1.β, της αποφάσεως της 6ης Ιουνίου 1973, όσον αφορά τον συνυπολογισμό της διάρκειας της στρατιωτικής του θητείας.
20 Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένως το δίκαιο, καθόσον εφάρμοσε στην περίπτωσή του το άρθρο 87, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας και τον καταδίκασε στα έξοδα στα οποία η Επιτροπή είχε αναγκαστεί να υποβληθεί.
21 Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι προέβη στην κατάθεση του δικογράφου του καλοπίστως, θεωρώντας ότι η προπαρατεθείσα απόφαση Baiwir κ.λπ. κατά Επιτροπής του παρείχε τη δυνατότητα να επιχειρηματολογήσει εγκύρως υπέρ της ανακατατάξεώς του στον βαθμό Β 1. Εξάλλου, καθόσον η Επιτροπή είχε αρνηθεί να του αντιτείνει πειστικά επιχειρήματα κατά τη διάρκεια της προηγούμενης διοικητικής διαδικασίας, θεώρησε ότι η προσφυγή στη δικαιοσύνη ήταν ο μόνος τρόπος να διασφαλίσει τα δικαιώματά του.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
22 Δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, να την απορρίψει με αιτιολογημένη διάταξη.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
23 Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί εκ προοιμίου ότι από το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου καθώς και από το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχει επακριβώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως του Πρωτοδικείου καθώς και τα προβαλλόμενα νομικά επιχειρήματα προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως της εν λόγω αποφάσεως.
24 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, αρκεί το γεγονός ότι διαπιστώνεται ότι ο αναιρεσείων παρέλειψε να προβάλει επιχειρήματα για να αποδείξει ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένως το δίκαιο στο πλαίσιο της εκτιμήσεως στην οποία προέβη. Ως προς το σημείο αυτό, ο λόγος αναιρέσεως πρέπει επομένως να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
25 Προκειμένου περί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, σχετικά με την ερμηνεία της αποφάσεως Baiwir κ.λπ. κατά Επιτροπής, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, δεν πληροί τις επιταγές περί αιτιολογήσεως που απορρέουν από το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου καθώς και από το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου η αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, περιλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ρητώς απορριφθεί από αυτό πράγματι, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση για απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής, πράγμα που, σύμφωνα με το άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-62/94 P, Turner κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-3177, σκέψεις 15 έως 17).
26 Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι εν προκειμένω ο αναιρεσείων περιορίζεται να επαναλάβει τα επιχειρήματα που εξέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου χωρίς να επιδιώκει να αποδείξει ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένως το δίκαιο στο πλαίσιο των εκτιμήσεων στις οποίες προέβη. Ως προς το σημείο αυτό, ο λόγος αναιρέσεως πρέπει επομένως να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
27 Κατά τα λοιπά, επισημαίνεται ότι το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως στρέφεται κατά επικουρικής αιτιολογίας της αποφάσεως του Πρωτοδικείου και κατά συνέπεια θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελές (απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, C-326/91 P, De Compte κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-2091, σκέψη 94).
28 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει επομένως να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
29 Ως προς τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι ο αναιρεσείων περιορίζεται να παραθέσει κατά γράμμα τα επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου χωρίς να επιδιώκει να αποδείξει ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένως το δίκαιο στο πλαίσιο της εκτιμήσεως στην οποία προέβη.
30 Επομένως, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτέθηκαν στη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ως προδήλως απαράδεκτος.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
31 Όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, πρέπει κατ' αρχάς να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.
32 Αν επιτρεπόταν στον διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου, τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα επί των αιτήσεων αναιρέσεως είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο απ' ό,τι η διαφορά που εκδίκασε το Πρωτοδικείο. Όταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται συνεπώς στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψη 59).
33 Εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται στην εκ μέρους της Επιτροπής κατάχρηση εξουσίας, δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του Πρωτοδικείου και πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
34 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 51, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, δεν χωρεί αναίρεση αποκλειστικά για τον καταλογισμό ή το ύψος της δικαστικής δαπάνης.
35 Επειδή όλοι οι άλλοι λόγοι που προέβαλε ο αναιρεσείων απορρίφθηκαν, ο λόγος αυτός που αφορά τη δικαστική δαπάνη πρέπει, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, να απορριφθεί ως απαράδεκτος (διατάξεις της 13ης Ιανουαρίου 1995, C-253/94 P, Roujansky κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. Ι-7, σκέψη 14, και C-264/94 P, Bonnamy κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-15, σκέψη 14).
36 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Κατά το άρθρο 70 του εν λόγω Κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 122 του Κανονισμού αυτού, το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή επί των αναιρέσεων που ασκούνται από μονίμους ή μη μονίμους υπαλλήλους οργάνου κατά του οργάνου αυτού. Επειδή ο αναιρεσείων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της παρούσας δίκης.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως προδήλως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Δεκεμβρίου 1996.
Full & Egal Universal Law Academy