Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εκτελέσεως * Προσωρινά μέτρα * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Fumus boni juris * Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία *Σωρευτικός χαρακτήρας * Συνέπειες στο πλαίσιο αναιρέσεως
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 185 και 186 Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 83 PAR 2 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 2)
2. Αναίρεση * Λόγοι * Εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών * Απαράδεκτο * Εφαρμογή επί αναιρέσεων που στρέφονται κατά διατάξεως εκδοθείσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 168 Α Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρα 50, εδ. 2, και 51, εδ. 1)
3. Αναίρεση * Λόγοι * Ανεπαρκής αιτιολογία * Εφαρμογή στην περίπτωση διατάξεων εκδοθεισών κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων
Περίληψη
1. Η αναστολή εκτελέσεως και τα άλλα προσωρινά μέτρα χορηγούνται από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή εφόσον αποδεικνύεται ότι η χορήγησή τους δικαιολογείται, εκ πρώτης όψεως, από τα πραγματικά και νομικά περιστατικά (fumus boni juris) και ότι είναι επείγοντα υπό την έννοια ότι είναι ανάγκη, για την αποφυγή σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στα συμφέροντα του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια δίκη. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, πράγμα που σημαίνει ότι τα προσωρινά μέτρα πρέπει να απορρίπτονται αν μία από αυτές ελλείπει.
Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως κατά διατάξεως με την οποία μια αίτηση για λήψη προσωρινών μέτρων απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως επείγοντος όσον αφορά τα ζητούμενα μέτρα, λόγοι που έχουν μεν σχέση με την ύπαρξη fumus boni juris πλήν όμως δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την έλλειψη επείγοντος δεν μπορούν να συνεπάγονται την αναίρεση, έστω και μερική, της προσβαλλομένης διατάξεως και πρέπει να απορρίπτονται.
2. Οι διατάξεις των άρθρων 168 Α της Συνθήκης ΕΚ και 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οποίες η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται επί νομικών ζητημάτων και πρέπει να στηρίζεται σε λόγους αντλούμενους από την αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, από πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος και από παράβαση του κοινοτικού δικαίου από το τελευταίο, εφαρμόζονται και επί των αναιρέσεων που ασκούνται σύμφωνα με το άρθρο 50, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού κατά αποφάσεων του Πρωτοδικείου δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
3. Δεν μπορεί να απαιτείται από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να αποφαίνεται ρητώς επί όλων των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που θίγονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων. Αρκεί οι λόγοι τους οποίους έκρινε βάσιμους να αιτιολογούν προσηκόντως, ενόψει των περιστάσεων της υποθέσεως, τη διάταξή του και να καθιστούν δυνατή την εκ μέρους του Δικαστηρίου άσκηση του δικαστικού ελέγχου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-268/96 P(R),
Stichting Certificatie Kraanverhuurbedrijf, ίδρυμα ολλανδικού δικαίου, με έδρα το Culemborg (Κάτω Χώρες),
Federatie van Nederlandse Kraanverhuurbedrijven, ένωση ολλανδικού δικαίου, με έδρα το Culemborg (Κάτω Χώρες),
εκπροσωπούμενοι από τους Martijn van Empel, δικηγόρο Άμστερνταμ, και Thomas Janssens, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Marc Loesch, 11, rue Goethe,
αναιρεσείοντες,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως της διατάξεως του Προέδρου του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 4ης Ιουνίου 1996 στην υπόθεση Τ-18/96 R, Stichting Certificatie Kraanverhuurbedrijf και Federatie van Nederlandse Kraanverhuurbedrijven κατά Επιτροπής (που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή), και με την οποία ζητείται:
* η αναίρεση της διατάξεως αυτής, η χορήγηση αναστολής όσον αφορά την καταβολή των προστίμων που έχουν επιβληθεί με την προσβαλλομένη στο πλαίσιο της κύριας προσφυγής απόφαση και τη σύσταση αντίστοιχης ασφαλείας, καθώς και η παροχή της δυνατότητας ατομικής προσβάσεως στους φακέλους της Επιτροπής,
ή, επικουρικώς,
* η αναίρεση της διατάξεως και η αναπομπή της υποθέσεως στο Πρωτοδικείο για να αποφανθεί εκ νέου,
όπου ο έτερος των διαδίκων είναι η:
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Wouter Wils, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα G. Tesauro,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Αυγούστου 1996, το Stichting Certificatie Kraanverhuurbedrijf (ίδρυμα πιστοποιήσεως της καταλληλότητας των επιχειρήσεων εκμισθώσεως γερανών, στο εξής: SCK) και η Federatie van Nederlandse Kraanverhuurbedrijven (ολλανδική ομοσπονδία επιχειρήσεων εκμισθώσεως γερανών, στο εξής: FNK) άσκησαν, σύμφωνα με το άρθρο 50, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της διατάξεως του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 4ης Ιουνίου 1996 στην υπόθεση Τ-18/96 R, Stichting Certificatie Kraanverhuurbedrijf και Federatie van Nederlandse Kraanverhuurbedrijven κατά Επιτροπής (που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, στο εξής: προσβαλλομένη διάταξη), με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή τους λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία στις 26 Αυγούστου 1996, η Επιτροπή υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου.
3 Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη διάταξη, η Επιτροπή, κατόπιν καταγγελιών ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, άρχισε να εξετάζει τις δραστηριότητες του SCK και της FNK προκειμένου να εκτιμήσει αν συνιστούσαν παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης στην αγορά εκμισθώσεως κινητών γερανών (σκέψη 3).
4 Στις 29 Νοεμβρίου 1995, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 95/551/ΕΚ, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (IV/34.179, 34.202, 34.216 * Stichting Certificatie Kraanverhuurbedrijf και Federatie van Nederlandse Kraanverhuurbedrijven, ΕΕ L 312, σ. 79, στο εξής: επίδικη απόφαση), την οποία απηύθυνε στους αναιρεσείοντες. Σύμφωνα με την απόφαση εκείνη, τόσο η FNK όσο και το SCK έχουν παραβεί το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης (άρθρα 1 και 3), χρησιμοποιώντας, όσον αφορά την πρώτη, ένα σύστημα συνιστωμένων τιμών που ίσχυαν για τις εκμισθώσεις γερανών σε τρίτες επιχειρήσεις και ένα σύστημα τιμών διακανονισμού που ίσχυαν για τις μισθώσεις που συνάπτονταν μεταξύ των μελών της και απαγορεύοντας, όσον αφορά το δεύτερο, στις συνδεδεμένες με αυτό επιχειρήσεις να μισθώνουν γερανούς από μη συνδεδεμένες με το SCK επιχειρήσεις. Οι αναιρεσείοντες πρέπει να θέσουν αμέσως τέρμα στην παράβαση αυτή, αν δεν το έχουν ήδη πράξει (άρθρα 2 και 4). Εξάλλου, στους αναιρεσείοντες επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους, αντιστοίχως, 11 500 000 και 300 000 ECU (άρθρο 5).
5 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 2 Φεβρουαρίου 1996, οι αναιρεσείοντες άσκησαν προσφυγή με την οποία ζήτησαν, κυρίως, να αναγνωριστεί το ανυπόστατο της επίδικης αποφάσεως και, επικουρικώς, να κηρυχθεί αυτή μερικώς άκυρη ώστε να μην τους επιβληθεί κανένα πρόστιμο (σκέψη 9).
6 Με δικόγραφο που κατέθεσαν αυθημερόν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, και το οποίο τροποποίησαν με επιστολή της 4ης Απριλίου 1996, οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν, δυνάμει του άρθρου 185 της Συνθήκης, αίτηση αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 5 της επίδικης αποφάσεως με το οποίο επιβλήθηκε σε καθέναν από αυτούς πρόστιμο, και τούτο προκειμένου να αποδεσμευθούν όχι μόνον από την υποχρέωση άμεσης καταβολής των προστίμων αυτών, αλλά και από την υποχρέωση της συστάσεως ασφαλείας για αντίστοιχο ποσό. Εξάλλου, με το ίδιο δικόγραφο, οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, ζητώντας να υποχρεωθεί η Επιτροπή να τους επιτρέψει να λάβουν γνώση των φακέλων των υποθέσεων IV/34.179, 34.202 και 34.216 καθώς και των λοιπών φακέλων που είχαν αποτελέσει τη βάση για τη λήψη της επίδικης αποφάσεως (σκέψη 10).
7 Με την προσβαλλομένη διάταξη, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου απέρριψε την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
8 Για να δικαιολογήσει την απόφαση αυτή, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου διαπίστωσε καταρχάς ότι το επείγον του ζητουμένου μέτρου έπρεπε να εκτιμηθεί εξετάζοντας αν η σύσταση απλώς τραπεζικής εγγυήσεως θα μπορούσε να συνεπάγεται, για το SCK και την FNK, σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία (σκέψη 31). Οι αναιρεσείοντες είχαν ισχυριστεί ότι η σύσταση τέτοιας εγγυήσεως, μαζί με τα συναφή έξοδα, δεν μπορούσε παρά, εν όψει της καταστάσεως των αντιστοίχων περιουσιών τους, να συνεπάγεται τον αφανισμό τους (σκέψη 32).
9 Συναφώς, υπομνήστηκε ότι, σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού μέσω αποφάσεως ενώσεως επιχειρήσεων, το ανώτατο όριο του προστίμου πρέπει να υπολογίζεται σε σχέση με τον κύκλο εργασιών του συνόλου των επιχειρήσεων που αποτελούν μέλη της ενώσεως, τουλάχιστον όταν οι εσωτερικοί της κανόνες της επιτρέπουν να δεσμεύει τα μέλη της (σκέψη 33). Επί της βάσεως αυτής, το Πρωτοδικείο προέβη στην εξέταση των διατάξεων των καταστατικών και των εσωτερικών κανονισμών του SCK και της FNK και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "συνεπώς, τα αντικειμενικά συμφέροντα των αιτούντων δεν μπορούν, εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθούν αυτοτελή έναντι των συμφερόντων των επιχειρήσεων που προσχωρούν στην FNK και/ή είναι αποδέκτες των υπηρεσιών του SCK" (σκέψη 34).
10 Κατά συνέπεια, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου έκρινε ότι ο κίνδυνος σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας έπρεπε να εκτιμηθεί αφού ληφθούν υπόψη το μέγεθος και η οικονομική ισχύς των επιχειρήσεων μελών της ενώσεως ή δικαιούχων των υπηρεσιών του ιδρύματος (σκέψη 35). Στη συνέχεια, παρατήρησε ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις διέθεταν επαρκή οικονομική ισχύ ώστε να παράσχουν την απαιτουμένη τραπεζική εγγύηση, το ίδιο δε ισχύει και όσον αφορά το SCK. Σχετικά με το τελευταίο, το Πρωτοδικείο προέβη σε λεπτομερή εξέταση του φακέλου διαπιστώνοντας ότι, καίτοι τούτο αποτελεί ίδρυμα το οποίο θα όφειλε, ως εκ της φύσεώς του, να ενεργεί αυτοτελώς, το SCK ενεργούσε, στην πραγματικότητα, στο πλαίσιο της FNK, ασκούσε τις ίδιες δραστηριότητες και επιδίωκε τους ίδιους με αυτήν σκοπούς (σκέψεις 36 έως 39).
11 Επομένως, η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε λόγω της ανυπαρξίας σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας.
12 Τέλος, προκειμένου περί του αιτήματος των αναιρεσειόντων για πρόσβαση στους φακέλους, από την προσβαλλομένη διάταξη προκύπτει ότι το αίτημα αυτό περιλαμβάνεται, κατ' αρχήν, στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας ή στα αποδεικτικά μέσα, τα οποία εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου και όχι στα προσωρινά μέτρα που διατάσσονται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων (σκέψη 41).
13 Δεδομένου ότι οι γραπτές παρατηρήσεις των διαδίκων περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως αναιρέσεως, παρέλκουν οι εκ μέρους τους προφορικές διασαφηνίσεις.
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
14 Με την αίτησή τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται δέκα λόγους αναιρέσεως.
15 Πρώτον, φρονούν ότι ο ισχυρισμός τους για το ανυπόστατο της επίδικης αποφάσεως ήταν τόσο σημαντικός ώστε δεν μπορούσε να απορριφθεί με την προσβαλλομένη διάταξη χωρίς αιτιολογία.
16 Δεύτερον, προκειμένου περί της FNK, η προσβαλλομένη διάταξη συγχέει δύο διαφορετικά ζητήματα, συγκεκριμένα, αφενός, τη δικαιολόγηση του ύψους του επιβληθέντος στην FNK προστίμου, και, αφετέρου, την ύπαρξη όσον αφορά την τελευταία σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας σε περίπτωση άμεσης εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως. Πράγματι, έστω και αν το ύψος του προστίμου ήταν δικαιολογημένο, γεγονός είναι πάντως ότι η FNK θα ήταν ο μόνος οφειλέτης και θα διέτρεχε τον κίνδυνο αφανισμού αν αναγκαζόταν να συστήσει τραπεζική εγγύηση αντιστοίχου ποσού. Επομένως, η προσβαλλομένη διάταξη είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο και ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
17 Τρίτον, οι αναιρεσείοντες υπενθυμίζουν ότι η κινηθείσα από την Επιτροπή διαδικασία αφορούσε δύο διαφορετικές κατηγορίες πράξεων, συγκεκριμένα, αφενός, το σύστημα συνιστωμένων τιμών που ίσχυε για τις εκμισθώσεις σε τρίτες επιχειρήσεις και, αφετέρου, το σύστημα τιμών διακανονισμού που ίσχυε για τις μισθώσεις που συνάπτονταν μεταξύ των μελών της FNK, τιμών που δεν ήσαν υποχρεωτικές για τα τελευταία. Όμως, στην προσβαλλομένη διάταξη, η δυνατότητα της FNK προς σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως εκτιμήθηκε με βάση την ύπαρξη υποχρεώσεως βαρύνουσας το σύνολο των επιχειρήσεων που είναι μέλη της, και τούτο μολονότι ουδέποτε τα τελευταία είχαν την υποχρέωση να ορίσουν τιμές διακανονισμού. Επομένως, η συλλογιστική της προσβαλλομένης διατάξεως στερείται βάσεως και επαρκούς αιτιολογίας.
18 Τέταρτον, προκειμένου περί της FNK, η προσβαλλομένη διάταξη δεν διακρίνει επαρκώς μεταξύ των τιμών διακανονισμού και των συνιστωμένων τιμών. Έτσι, συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και αιτιολογείται πλημμελώς εφόσον ερείδεται επί εσφαλμένης και εν πάση περιπτώσει συγκεγχυμένης εκτιμήσεως των γεγονότων.
19 Πέμπτον, όσον αφορά το SCK, η προσβαλλομένη διάταξη συγχέει, όπως συμβαίνει και για την περίπτωση της FNK, τη δικαιολόγηση του ύψους του προστίμου με την ύπαρξη ανεπανόρθωτης ζημίας.
20 Έκτον, καθώς δεν ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι ένα ίδρυμα όπως το SCK δεν αποτελεί ένωση επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, η προσβαλλομένη διάταξη είναι αντίθετη προς τη διάταξη αυτή της Συνθήκης και ανεπαρκώς, επί του σημείου αυτού, αιτιολογημένη.
21 Έβδομον, αντίθετα προς ό,τι προκύπτει από την προσβαλλομένη διάταξη, το συμφέρον του SCK είναι διαφορετικό αυτού των επιχειρήσεων με τις οποίες συνδέεται στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του αναφορικά με τη χορήγηση πιστοποιητικών για γερανούς. Επομένως, η προσβαλλομένη διάταξη δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται και είναι, για τον λόγο αυτό, ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
22 Όγδοον, η εκτίμηση των σχέσεων του SCK με την FNK και τα μέλη της είναι εσφαλμένη, και τούτο διότι στηρίζεται, κατά μεγάλο μέρος, σε πραγματικά στοιχεία τα οποία δεν μπορούσαν να εξακριβωθούν κατά την υπό εξέταση περίοδο και διότι δεν έλαβε υπόψη τις προϋποθέσεις επί των οποίων στηρίχθηκε η έγκριση του SCK από το ολλανδικό συμβούλιο χορηγήσεως πιστοποιητικών. Εξάλλου, η προσβαλλομένη διάταξη είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη επί του σημείου αυτού.
23 Ένατον, η προσβαλλομένη διάταξη εκδόθηκε κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη κατά το μέτρο που αναφέρει ότι για την εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως του SCK πρέπει να ληφθεί υπόψη η οικονομική ισχύς των μελών της FNK, και τούτο μολονότι τα εν λόγω μέλη δεν είναι δυνατόν να θεωρούνται υπεύθυνα για πράξεις του SCK.
24 Δέκατον, όσον αφορά το αίτημα προσβάσεως στους φακέλους, η περιεχόμενη στην προσβαλλομένη διάταξη απορριπτική απόφαση στηρίζεται σε μια λίαν τυπολατρική ερμηνεία του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και είναι αντίθετη προς την αρχή της οικονομίας της διαδικασίας.
25 Η Επιτροπή, ισχυρίζεται καταρχάς ότι με τον πρώτο και έκτο λόγο αναιρέσεως δεν αμφισβητείται η έλλειψη επείγοντος επί της οποίας στηρίζεται η απόρριψη του αιτήματος λήψεως προσωρινών μέτρων.
26 Προκειμένου περί του δευτέρου και πέμπτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή φρονεί ότι ουδεμία σύγχυση υφίσταται στην προσβαλλομένη διάταξη μεταξύ της δικαιολογήσεως του ύψους των προστίμων και της υπάρξεως ανεπανόρθωτης ζημίας.
27 Η Επιτροπή φρονεί ότι ο τρίτος, τέταρτος, έβδομος και όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέτρο που με αυτούς αμφισβητείται η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου, πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτοι.
28 Όσον αφορά τον ένατο λόγο αναιρέσεως, σχετικά με την προβαλλόμενη ευθύνη των μελών της FNK για τις ενέργειες του SCK, η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο λόγος αυτός στηρίζεται σε παρανόηση της προσβαλλομένης διατάξεως.
29 Τέλος, προκειμένου περί του αιτήματος προσβάσεως στους φακέλους, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, αφενός, οι αναιρεσείοντες δεν διασαφηνίζουν ως προς τι ο Κανονισμός Διαδικασίας έχει ερμηνευθεί κακώς στην προσβαλλομένη διάταξη και ότι, αφετέρου, το αίτημα αυτό προδήλως δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση προσωρινών μέτρων.
Η εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Όσον αφορά τον πρώτο και τον έκτο λόγο αναιρέσεως
30 Πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η αναστολή εκτελέσεως και τα άλλα προσωρινά μέτρα χορηγούνται από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων δικαστή εφόσον αποδεικνύεται ότι η χορήγησή τους δικαιολογείται, εκ πρώτης όψεως, από τα πραγματικά και νομικά περιστατικά (fumus boni juris) και ότι είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι είναι ανάγκη, για την αποφυγή σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στα συμφέροντα του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια δίκη. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, πράγμα που σημαίνει ότι τα προσωρινά μέτρα πρέπει να απορρίπτονται αν μία απ' αυτές ελλείπει.
31 Εν προκειμένω, η αίτηση προσωρινών μέτρων απορρίφθηκε λόγω της ελλείψεως επείγοντος. Εξ αυτού απορρέει ότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, λόγοι που έχουν μεν σχέση με την ύπαρξη fumus boni juris, πλην όμως δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την έλλειψη επείγοντος, δεν μπορούν να συνεπάγονται την αναίρεση, έστω και μερική, της προσβαλλομένης διατάξεως.
32 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, που έχουν σχέση με την εκτίμηση του fumus boni juris της αιτήσεως προσωρινών μέτρων, συμπεριλαμβανομένου αυτού που αφορά το ανυπόστατο της επίδικης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθούν κατά το μέτρο που δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την απόρριψη από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου της αιτήσεως προσωρινών μέτρων λόγω ελλείψεως επείγοντος.
Όσον αφορά τον δεύτερο και τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως
33 Με τους δύο αυτούς λόγους, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι, στην προσβαλλομένη διάταξη συγχέονται δύο διαφορετικά ζητήματα, ήτοι, αφενός, η δικαιολόγηση του ύψους των επιβληθέντων προστίμων και, αφετέρου, η ανυπαρξία ανεπανόρθωτης ζημίας.
34 Συναφώς, από την προσβαλλομένη διάταξη προκύπτει ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί ο κίνδυνος σοβαρής και ανεπανόρθωτης για τους αναιρεσείοντες ζημίας, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου εξέτασε αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη μόνον η οικονομική κατάσταση του SCK και της FNK ή θα έπρεπε να ληφθεί επίσης υπόψη το μέγεθος και η οικονομική ισχύς των επιχειρήσεων που είναι μέλη της ενώσεως ή απολαύουν των υπηρεσιών του ιδρύματος.
35 Στο πλαίσιο της εξετάσεως αυτής, υπομνήστηκε καταρχάς ότι, σε περίπτωση όπου μέσω αποφάσεως ενώσεως επιχειρήσεων συντελείται παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, το ανώτατο όριο του προστίμου πρέπει να υπολογίζεται σε σχέση με τον κύκλο εργασιών που έχει πραγματοποιηθεί από το σύνολο των επιχειρήσεων που είναι μέλη της ενώσεως, τουλάχιστον όταν οι εσωτερικοί κανόνες της ενώσεως επιτρέπουν τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης των μελών της (σκέψη 33). Η προϋπόθεση αυτή επαληθεύθηκε όσον αφορά την FNK και το SCK (σκέψη 34). Κατ' αυτόν τον τρόπο, κρίθηκε ότι "τα αντικειμενικά συμφέροντα των αιτούντων δεν μπορούν, εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθούν αυτοτελή έναντι των συμφερόντων των επιχειρήσεων που προσχωρούν στην FNK και/ή είναι αποδέκτες των υπηρεσιών του SCK" (σκέψη 34).
36 Στη συνέχεια, αυτή η σύγχυση μεταξύ των συμφερόντων των αναιρεσειόντων και αυτών των επιχειρήσεων που αποτελούν μέλη τους ή είναι αποδέκτες των υπηρεσιών τους αποτέλεσε τη βάση για το συμπέρασμα που περιλαμβάνεται στη σκέψη 35 της προσβαλλομένης διατάξεως, σύμφωνα με το οποίο ο κίνδυνος ζημίας πρέπει να εκτιμηθεί αφού ληφθούν υπόψη το μέγεθος και η οικονομική ισχύς των επιχειρήσεων μελών της ενώσεως ή των αποδεκτών των υπηρεσιών του ιδρύματος.
37 Επομένως, η προβαλλομένη από τους αναιρεσείοντες σύγχυση μεταξύ της δικαιολογήσεως του ύψους των επιβληθέντων προστίμων και της υπάρξεως ανεπανόρθωτης ζημίας δεν υφίσταται. Αν η προσβαλλομένη διάταξη παραπέμπει όντως, με τη σκέψη 35, στη νομολογία του Πρωτοδικείου σχετικά με τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων όσον αφορά ενώσεις επιχειρήσεων, τούτο γίνεται αποκλειστικώς για την εκτίμηση του βαθμού της αυτοτέλειας που παρουσιάζουν τα αντικειμενικά συμφέροντα των αναιρεσειόντων σε σχέση με αυτά των μελών τους ή των αποδεκτών των υπηρεσιών τους.
38 Κατά συνέπεια, η συλλογιστική που οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το ύψος των προστίμων πρέπει να υπολογισθεί σε σχέση με τον κύκλο εργασιών των οικείων επιχειρήσεων, και όχι μόνον του SCK και της FNK, μπορεί επίσης να δικαιολογήσει το ότι ο κίνδυνος σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας εκτιμάται κατά τον ίδιο τρόπο.
39 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλομένη διάταξη δεν πάσχει, επί του σημείου αυτού, από νομική πλάνη.
Όσον αφορά τον τρίτο, τον τέταρτο, τον έβδομο και τον όγδοο λόγο αναιρέσεως
40 Όσον αφορά την FNK, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, με τον τέταρτο λόγο τους αναιρέσεως, ότι θα έπρεπε να διαπιστωθεί η διαφορά, ή τουλάχιστον η επαρκής διαφορά, μεταξύ των συνιστωμένων τιμών και των τιμών διακανονισμού και, με τον τρίτο τους λόγο, ότι, ειδικότερα, η δυνατότητα καταβολής του προστίμου ή συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση την ύπαρξη υποχρεώσεως, για το σύνολο των επιχειρήσεων μελών της FNK, να ορίζουν τιμές διακανονισμού καθοριζόμενες διά κοινής συμφωνίας.
41 Στηριζόμενες στη λεπτομερή περιγραφή της λειτουργίας του συστήματος χορηγήσεως πιστοποιητικών που εφαρμόζει το SCK, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται επίσης, στο πλαίσιο του έβδομου λόγου αναιρέσεως, ότι έγινε κακή εκτίμηση του βαθμού αυτοτελείας που διαθέτει το SCK σε σχέση με τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγεί πιστοποιητικά.
42 Τέλος, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη διάταξη ότι στηρίζεται επί γεγονότων τα οποία δεν αποδείχθηκαν ή δεν μπορούσαν πλέον να αποδειχθούν κατά τον χρόνο συντελέσεως των επιδίκων πράξεων, ότι πλανάται ως προς την ακριβή σύνθεση του SCK και, τέλος, ότι δεν έλαβε επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι το τελευταίο έχει εγκριθεί από το ολλανδικό συμβούλιο χορηγήσεως πιστοποιητικών εν όψει των χαρακτηριστικών του ουδετερότητας και ανεξαρτησίας που εγγυάται η σύνθεση των οργάνων του διοικήσεως.
43 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 168 Α της Συνθήκης και το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται επί νομικών ζητημάτων και πρέπει να στηρίζεται σε λόγους αντλούμενους από την αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος και παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το τελευταίο.
44 Όπως προκύπτει από τη διάταξη της 19ης Ιουλίου 1995, C-149/95 P (R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-2165, σκέψη 18), οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται επί των αναιρέσεων που ασκούνται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 50, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου.
45 Επομένως, κατά το μέτρο που με τον τρίτο, τον τέταρτο, τον έβδομο και τον όγδοο λόγο αναιρέσεως αμφισβητείται ευθέως η εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, στην οποία προέβη ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου, οι σχετικοί λόγοι πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτοι.
46 Εξάλλου, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως θα μπορούσε να νοηθεί υπό την έννοια ότι η προσβαλλομένη διάταξη στηρίζεται επί προδήλως ανακριβών γεγονότων, όπως είναι η ύπαρξη υποχρεώσεως για το σύνολο των επιχειρήσεων μελών της FNK να ορίζουν τιμές διακανονισμού καθοριζόμενες διά κοινής συμφωνίας.
47 Συναφώς, δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες ότι η εφαρμογή του ετέρου συστήματος τιμών που έχει θεσπιστεί από την FNK, το οποίο αφορά τις συνιστώμενες τιμές που ισχύουν για τις εκμισθώσεις σε τρίτες επιχειρήσεις, αποτελεί υποχρέωση για το σύνολο των επιχειρήσεων μελών της FNK. Η διαπίστωση αυτή αρκεί για να συναχθεί ότι τα συμφέροντα της FNK δεν μπορούσαν, εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθούν ως αυτοτελή σε σχέση με τα συμφέροντα του συνόλου των επιχειρήσεων που είχαν προσχωρήσει σ' αυτήν.
Όσον αφορά τον ένατο λόγο αναιρέσεως
48 Οι αναιρεσείοντες θεωρούν ότι από την εξέταση των μεταξύ τους σχέσεων δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα μέλη της FNK πρέπει να ευθύνονται για πράξεις του SCK.
49 Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, αυτός ο λόγος στηρίζεται σε παρανόηση της σκέψεως 38 της προσβαλλομένης διατάξεως. Πράγματι, από την εν λόγω διάταξη δεν προκύπτει ότι τα μέλη της FNK ευθύνονται για ενέργειες του SCK. Ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου δεν αποφάνθηκε επί ενός τέτοιου ζητήματος αστικής ευθύνης, αλλ' απλώς έκρινε ότι, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του κινδύνου σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, έπρεπε να λάβει υπόψη τον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων που είναι αποδέκτες των υπηρεσιών της χορηγήσεως πιστοποιητικών του SCK.
Όσον αφορά τον δέκατο λόγο αναιρέσεως
50 Ο δέκατος λόγος αναιρέσεως αντλείται από την εσφαλμένη ερμηνεία του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, όπως αυτή προκύπτει από την προσβαλλόμενη διάταξη.
51 Ωστόσο, ελλείψει συμπληρωματικής διασαφηνίσεως προς στήριξη των ισχυρισμών αυτών, δεν προκύπτει ότι η προσβαλλομένη διάταξη πάσχει από νομική πλάνη άπαξ και έκρινε ότι το αίτημα προσβάσεως στους φακέλους περιλαμβάνεται, καταρχήν, στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας ή στα μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων και ότι στο Πρωτοδικείο εναπόκειται να δώσει εν προκειμένω συνέχεια στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης.
Όσον αφορά την αιτιολογία της προσβαλλομένης διατάξεως
52 Προκειμένου περί των σχετικών με την αιτιολογία της προσβαλλομένης διατάξεως αιτιάσεων που έχουν προβληθεί και με τους δέκα λόγους αναιρέσεως, πρέπει να υπομνηστεί ότι, όσον αφορά την υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας διατάξεως ασφαλιστικών μέτρων, δεν μπορεί να απαιτείται από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να αποφαίνεται ρητώς επί όλων των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που θίγονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων. Αρκεί οι λόγοι τους οποίους έκρινε βάσιμους να αιτιολογούν προσηκόντως, εν όψει των περιστάσεων της υποθέσεως, τη διάταξή του και να καθιστούν δυνατή την εκ μέρους του Δικαστηρίου άσκηση του δικαστικού ελέγχου (προπαρατεθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Atlantic Container Lines κ.λπ., σκέψη 58).
53 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα και ιδίως από τις σκέψεις 33 έως 38, η προσβαλλομένη διάταξη περιέχει αιτιολογία η οποία αρκεί προς δικαιολόγηση της επιλεγείσας λύσεως και επιτρέπει έτσι στο Δικαστήριο να ασκήσει τον δικαστικό του έλεγχο.
54 Επομένως, οι αιτιάσεις που αντλούνται από την ανεπαρκή ή πλημμελή αιτιολογία της προσβαλλομένης διατάξεως πρέπει να απορριφθούν.
55 Δεδομένου ότι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως κηρύχθηκαν απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
56 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες ηττήθηκαν, πρέπει να φέρουν και τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας αναιρέσεως.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 14 Οκτωβρίου 1996.
Full & Egal Universal Law Academy