Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εκτελέσεως * Προσωρινά μέτρα * Αίτηση αποσκοπούσα στην παρακώλυση διεξαγωγής μιας διοικητικής διαδικασίας ελέγχου μιας πράξεως συγκεντρώσεως * Αίτηση η οποία δεν εμπίπτει, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, στην αρμοδιότητα του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 185 και 186 κανονισμός 4064/89 του Συμβουλίου)
Περίληψη
Οι αρμοδιότητες του κοινοτικού δικαστή συνίστανται στην άσκηση δικαστικού ελέγχου επί των πράξεων που εκδίδει η Επιτροπή ως διοικητική αρχή και δεν εκτείνονται στην εκτίμηση ζητημάτων επί των οποίων δεν έχει ακόμα λάβει θέση το εν λόγω όργανο. Πράγματι, μια τέτοια εξουσία θα είχε ως συνέπεια την επίσπευση της συζητήσεως επί της ουσίας και τη σύγχυση των δύο διαφορετικών φάσεων της διαδικασίας, τόσο της διοικητικής όσο και της δικαστικής, κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς το σύστημα κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων, και προς τις απαιτήσεις περί ορθής απονομής της δικαιοσύνης και εύρυθμης διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας.
Συνεπώς, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν μπορεί, καταρχήν, να δεχθεί αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων με την οποία σκοπείται να παρεμποδιστεί η Επιτροπή να ασκήσει τις εξουσίες έρευνας και επιβολής κυρώσεων ευθύς μετά την έναρξη, βάσει του κανονισμού 4064/89, μιας διοικητικής διαδικασίας και πριν ακόμα η Επιτροπή εκδώσει τις παρεμπίπτουσες ή οριστικές πράξεις, η εκτέλεση των οποίων επιδιώκεται να αποτραπεί. Πράγματι, λαμβάνοντας τέτοια μέτρα ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν θα ενεργούσε στο πλαίσιο του ελέγχου της δραστηριότητας του καθού οργάνου, αλλά θα το υποκαθιστούσε μάλλον στην άσκηση αρμοδιοτήτων καθαρώς διοικητικών. Συνεπώς, η αιτούσα δεν μπορεί, στην παρούσα υπόθεση, να ζητήσει, δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης, να επιβληθεί στο καθού όργανο η αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως περί κινήσεως της διοικητικής διαδικασίας και να του απαγορευθεί, έστω προσωρινώς, η άσκηση των αρμοδιοτήτων του στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας.
'Ενα τέτοιο δικαίωμα θα μπορούσε να του αναγνωριστεί μόνο στην περίπτωση που το αίτημα αυτό παρουσιάζει τέτοια χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να δώσουν στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή τη δυνατότητα να διαπιστώσει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, ικανών να δικαιολογήσουν τη λήψη των αιτουμένων μέτρων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-52/96 R,
Sogecable, SA, εταιρία ισπανικού δικαίου, με έδρα τη Μαδρίτη, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Μαδρίτης Santiago Martinez Lage και Rafael Allendesalazar Corcho, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Aloyse May, 31, Grand Rue,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Fransisco Enrique Gonzalez Diaz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής
υποστηριζόμενης από τις
Cableuropa, SA, εταιρία ισπανικού δικαίου, με έδρα τη Μαδρίτη (Ισπανία),
Cable i Televisio de Catalunya, SA, εταιρία ισπανικού δικαίου, με έδρα τη Βαρκελώνη (Ισπανία),
Santander de Cable, SA, εταιρία ισπανικού δικαίου, με έδρα το Santander (Ισπανία),
Jerez de Cable, SA, εταιρία ισπανικού δικαίου, με έδρα τo Jerez de la Frontera (Ισπανία),
εκπροσωπούμενες από τους δικηγόρους Μαδρίτης Ramon Garcia-Gallardo, Josep Maria Julia Insenser και Julio Veloso, του δικηγορικού γραφείου J. και B. Cremades και συνεργάτες, 391, avenue Louise, Βρυξέλλες,
και
Antena 3 TV, SA, εταιρία ισπανικού δικαίου, με έδρα τη Μαδρίτη, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Βαρκελώνης Rafael Jimenez de Parga, τον δικηγόρο του Trapani Aurelio Pappalardo και τον δικηγόρο Ρώμης Massimo Merola, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Alain Lorang, 51, rue Albert 1er,
παρεμβαίνουσες,
που έχει ως αντικείμενο, αφενός, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως που έλαβε η Επιτροπή στις 8 Φεβρουαρίου 1996 ((IV/M.0709 Telefonica/Canal Plus/Cablevision), κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ 1990, L 257, σ. 13), και, αφετέρου, αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, με τα οποία διώκεται να μη εκδώσει η Επιτροπή καμία πράξη και να μη λάβει καμία απόφαση δυνάμει των άρθρων 8, 13, 14 και 15 του εν λόγω κανονισμού πριν αποφανθεί το Πρωτοδικείο επί του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Πραγματικά περιστατικά
1 Η αιτούσα, Sogecable, SA (στο εξής: Sogecable), πρώην Sociedad de Τelevision Canal Plus, SA, είναι εταιρία ισπανικού δικαίου το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας κατέχουν ανά 50 % οι εταιρίες Canal Plus SA (στο εξής: Canal Plus France) και Promatora de Informaciones, SA (στο εξής: Prisa).
2 Στις 26 Ιουλίου 1995 η Telefonica d' Espana, SA, δημόσια επιχείρηση τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (στο εξής: Telefonica), και η θυγατρική της Telecartera, SA, αφενός, και οι δύο εταιρίες Sociedad de Gestion de Cable, SA, και Sociedad de Television Canal Plus, SA (στο εξής: Canal Plus Espagne), αφετέρου, υπέγραψαν συμφωνίες βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκε μια συγκέντρωση διά της αποκτήσεως του κοινού ελέγχου της Sociedad General de Cablevision, SA (στο εξής: πράξη συγκέντρωσης Cablevision).
3 Στις 26 Οκτωβρίου 1995 η εν λόγω πράξη συγκέντρωσης κοινοποιήθηκε από τις ανωτέρω επιχειρήσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, στις αρμόδιες ισπανικές αρχές.
4 Η επιχείρηση Telefonica απέστειλε, την ίδια ημέρα, επιστολή στη Διεύθυνση "συμπράξεις, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως και άλλες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού ΙΙ" της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού (ΓΔ ΙV) της Επιτροπής, στο πλαίσιο εξετάσεως καταγγελίας που κατέθεσε ανταγωνίστρια επιχείρηση κατά της εν λόγω πράξεως συγκέντρωσης. Στην εν λόγω επιστολή, η οποία συνοδευόταν από αντίγραφο των πράξεων που κοινοποιήθηκαν στις ισπανικές αρχές, η εν λόγω επιχείρηση υπογράμμισε ότι η πράξη συγκέντρωσης Cablevision αποτελεί συγκέντρωση υπό την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ 1990, L 257, σ. 13, στο εξής: κανονισμός 4064/89), αλλά ότι, κατά την άποψη της Telefonica και της Canal Plus Espagne, η συγκέντρωση αυτή δεν ήταν κοινοτικών διαστάσεων κατά την έννοια του άρθρου 1 του εν λόγω κανονισμού.
5 Με επιστολή της 6ης Φεβρουαρίου 1996, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ IV ανακοίνωσε στην Canal Plus Espagne ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν στη διάθεσή τους οι υπηρεσίες της Επιτροπής, η πράξη συγκέντρωσης Cablevision συνιστά συγκέντρωση κοινοτικών διαστάσεων κατά την έννοια του κανονισμού 4064/89. Με την εν λόγω επιστολή, αφενός, τους υπενθύμισε να προβούν, το συντομότερο δυνατό, στην κοινοποίηση της πράξεως συγκέντρωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω κανονισμού, και, αφετέρου, τους υπογράμμισε την εξουσία της Επιτροπής να επιβάλλει πρόστιμα, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των συγκεντρώσεων. Στις 7 Φεβρουαρίου 1996 οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν τις αρμόδιες ισπανικές αρχές ως προς το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής.
6 Ο εκπρόσωπος του αρμόδιου για τον ανταγωνισμό επιτρόπου ανέπτυξε το περιεχόμενο της αποφάσεως της 6ης Φεβρουαρίου 1996 στο πλαίσιο συναντήσεων με δημοσιογράφους στις 8 και 9 Φεβρουαρίου 1996.
7 Την 1η Μαρτίου 1996 οι ισπανικές αρχές ενέκριναν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την πράξη αυτή συγκέντρωσης, κρίνοντάς την ως συγκέντρωση που επηρεάζει αποκλειστικώς την εθνική αγορά. Στις 11 Μαρτίου 1996 διαβίβασαν αντίγραφο της εν λόγω αποφάσεως στις υπηρεσίες της Επιτροπής.
8 Στις 29 Μαρτίου 1996 η Επιτροπή απηύθυνε στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις έγγραφο ανακοινώσεως αιτιάσεων και όρισε την ημερομηνία ακροάσεως των ενδιαφερομένων, κατά την έννοια του άρθρου 18 του κανονισμού 4064/89. Στην ανακοίνωση των αιτιάσεων η Επιτροπή υπογράμμισε, επίσης, την εξουσία της να λαμβάνει προσωρινά μέτρα και να επιβάλλει πρόστιμα κατά τον κανονισμό 4064/89.
9 Στις 31 Μαΐου 1996 η Sogecable κοινοποίησε την πράξη συγκέντρωσης Cablevision στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 4064/89.
Διαδικασία
10 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 16 Απριλίου 1996 η επιχείρηση Sogecable άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 6ης και 7ης Φεβρουαρίου 1996, καθώς και της δημόσιας δηλώσεως του εκπροσώπου του αρμόδιου για τον ανταγωνισμό επιτρόπου, της 8ης Φεβρουαρίου 1996.
11 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 26 Απριλίου 1996, η αιτούσα κατέθεσε, δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΚ, την παρούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητείται, αφενός, η αναστολή της εκτελέσεως της αποφάσεως που περιέχεται στην εν λόγω δήλωση της 8ης Φεβρουαρίου 1996 του εκπροσώπου του αρμόδιου για τον ανταγωνισμό επιτρόπου και, αφετέρου, η λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων ώστε η Επιτροπή να μη εκδώσει, έναντι αυτής, καμία πράξη και να μη λάβει καμία απόφαση δυνάμει των άρθρων 8, 13, 14 και 15 του κανονισμού 4064/89, πριν αποφανθεί το Πρωτοδικείο ως προς το κύρος της προσβαλλομένης με την κύρια προσφυγή αποφάσεως.
12 Η Επιτροπή ανέπτυξε τις γραπτές παρατηρήσεις της σε πράξη που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 15 Μαΐου 1996.
13 Στις 12 Ιουνίου 1996 οι επιχειρήσεις Cableuropa SA, Cable i Televisio de Catalunya, SA, Santander de Cable, SA, Jerez de Cable, SA, και, στις 13 Ιουνίου 1996, η Antena 3 TV, SA, ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων. Ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου τους επέτρεψε να παρέμβουν στις 14 Ιουνίου 1996.
14 Οι διάδικοι ανέπτυξαν τις γραπτές τους παρατηρήσεις στις 14 Ιουνίου 1996.
Σκεπτικό
15 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης και του άρθρου 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), και με την απόφαση 94/149/ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1994 (ΕΕ L 66, σ. 29), το Πρωτοδικείο δύναται, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή να διατάξει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
16 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι οι αιτήσεις περί λήψεως προσωρινών μέτρων, σύμφωνα με τα άρθρα 185 και 186 της Συνθήκης, πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Τα αιτούμενα μέτρα πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας (βλ., τελευταία, τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 4ης Ιουνίου 1996, Τ-18/96 R, SCΚ και FΝΚ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-0000, σκέψη 15).
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του παραδεκτού
17 Καταρχάς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είναι παραδεκτή, καθόσον το αίτημα αναστολής αφορά την προσβαλλόμενη με την κύρια προσφυγή απόφαση η οποία απέβλεπε στη δημιουργία δεσμευτικών εννόμων συνεπειών που τροποποιούσαν αισθητώς τη νομική της κατάσταση. Οι κύριες συνέπειες της αποφάσεως αυτής συνίστατο στην υποχρέωση της Sogecable να κοινοποιήσει την πράξη συγκέντρωσης Cablevision στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 4064/89, και στην αναστολή αυτής της πράξεως, όπως προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού (η αιτούσα επικαλείται σχετικώς, στην κύρια προσφυγή της, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 30ής Ιουνίου 1992, C-312/90, Βασίλειο της Ισπανίας κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-4117, και του Πρωτοδικείου της 24ης Μαρτίου 1994, Τ-3/93, Air France κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-121).
18 Εξάλλου, επικαλείται το παραδεκτό του αιτήματός της για λήψη προσωρινών μέτρων, το οποίο στηρίζεται στο άρθρο 186, καθόσον το αίτημα αυτό αφορά την κύρια υπόθεση, κατά το άρθρο 104, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο. Συγκεκριμένα, η περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη πράξη δήλωση ότι η πράξη συγκέντρωσης είναι κοινοτικών διαστάσεων είναι απαραίτητη για τη λήψη όλων των πράξεων που προβλέπει ο κανονισμός 4064/89, σ' αυτές δε ακριβώς τις πράξεις αναφέρεται το αίτημα λήψεως προσωρινών μέτρων. Η αιτούσα παραπέμπει σχετικώς στις διατάξεις ασφαλιστικών μέτρων της 11ης Οκτωβρίου 1973, 160/73 R και 161/73 R, Miles Druce κατά Επιτροπής (Rec 1973, σ. 1049), και της 16ης Μαρτίου 1974, 160/73 R II, 161/73 R II και 170/73 R ΙΙ, Miles Druce κατά Επιτροπής (Rec 1974, σ. 281), στις οποίες ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων χορήγησε προσωρινά μέτρα που αφορούσαν μελλοντική απόφαση της Επιτροπής σχετική με την έγκριση συγκέντρωσης, δυνάμει του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
19 Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Υπογραμμίζει ότι η πράξη της οποίας η αιτούσα ζητεί αναστολή εκτελέσεως δεν είναι η προσβαλλόμενη με την κύρια προσφυγή πράξη. Πράγματι, με τα αιτήματα που διατυπώνει στην εν λόγω προσφυγή η Sogecable ζητεί από το Πρωτοδικείο να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής που περιέχεται στις επιστολές της 6ης και 7ης Φεβρουαρίου 1996, τις οποίες ανακοίνωσε δημόσια την επομένη ημέρα με τις δηλώσεις του ο εκπρόσωπος του αρμοδίου για τον ανταγωνισμό επιτρόπου. Αντιθέτως, με την παρούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων η αιτούσα ζητεί αποκλειστικώς την αναστολή της αποφάσεως που περιέχεται στις δηλώσεις της 8ης Φεβρουαρίου 1996.
20 Επικουρικώς, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τις παρεμβαίνουσες, συνάγει το απαράδεκτο της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων από τη σχέση της με την κύρια προσφυγή, η οποία είναι προφανώς απαράδεκτη. Υποστηρίζει σχετικώς ότι, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η αιτούσα, οι προσβαλλόμενες επιστολές της 6ης και 7ης Φεβρουαρίου 1976, το περιεχόμενο των οποίων ανακοίνωσε δημόσια την επομένη ο εκπρόσωπος του αρμοδίου για τον ανταγωνισμό επιτρόπου, δεν συνιστούν, είτε από κοινού είτε χωριστά, οριστική πράξη της Επιτροπής, κατά την έννοια της νομολογίας που επικαλέστηκε η αιτούσα. Ειδικότερα, η επιστολή του γενικού διευθυντή της ΓΔ IV της 6ης Φεβρουαρίου δεν συνιστά οριστική έκφραση γνώμης του εν λόγω οργάνου ως προς τη φύση της πράξεως συγκέντρωσης Cablevision, αλλά απλώς ανακοίνωση των υπηρεσιών της Επιτροπής, η οποία, βάσει των πληροφοριών που είχε τότε στη διάθεσή της, συμβούλευε τους ενδιαφερομένους να κοινοποιήσουν την πράξη κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 4064/89. Μόνο κατόπιν αυτής της κοινοποιήσεως οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα μπορούσαν να λάβουν οριστική απόφαση, όπως προβλέπουν τα άρθρα 6 και 8 του κανονισμού 4064/89.
21 Εξάλλου, η καθής υπογραμμίζει ότι, στην παρούσα υπόθεση, η υποχρέωση αναστολής της πράξεως συγκέντρωσης δεν απορρέει από τη συγκεκριμένη θέση που έλαβαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής, αλλά μάλλον από το άρθρο 7 του κανονισμού 4064/89, το οποίο προβλέπει την υποχρέωση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων να μην πραγματοποιήσουν τη συγκέντρωση πριν την κοινοποίησή της στην Επιτροπή, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που θα μπορούσε να δώσει στην πράξη συγκέντρωσης η Επιτροπή. Συνεπώς, τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν από τα περιστατικά της υπόθεσης Cenemesa, την οποία επικαλέστηκε η αιτούσα (απόφαση Βασίλειο της Ισπανίας κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα), στην οποία το Δικαστήριο ρητώς αποφάνθηκε ότι η πράξη με την οποία η Επιτροπή χαρακτήρισε ως νέες τις ενισχύσεις συνιστούσε πράξη παράγουσα έννομες συνέπειες, δεδομένου ότι η υποχρέωση αναστολής της καταβολής της ενισχύσεως δεν προέκυπτε από τη Συνθήκη αλλά από την πράξη την περιέχουσα τον εν λόγω χαρακτηρισμό της Επιτροπής. Επομένως, η Επιτροπή δεν έλαβε καμία απόφαση περί αναστολής της εν λόγω πράξεως συγκέντρωσης, αλλά απλώς υπογράμμισε, ιδίως στο έγγραφο ανακοίνωσης των αιτιάσεων της 29ης Μαρτίου 1996, τη δυνατότητα λήψεως μιας τέτοιας αποφάσεως. Συνεπώς, ενόψει της νομολογίας ΙΒΜ (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2639), η καθής θεωρεί ότι καίτοι η εν λόγω πράξη μπορεί να προκαλέσει μονομερή μεταβολή της συμπεριφοράς των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων ή τρίτων επιχειρήσεων, δεν είναι δεκτική προσφυγής, ως μη παράγουσα άλλες έννομες συνέπειες πλην εκείνων που αυτομάτως απορρέουν από τον κανονισμό 4064/89.
22 Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο προσωρινός χαρακτήρας της πράξεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε από το περιεχόμενο της επιστολής της 7ης Φεβρουαρίου 1996, την οποία απηύθυνε ο γενικός διευθυντής της ΓΔ IV στον πρόεδρο του ισπανικού δικαστηρίου του ανταγωνισμού, η οποία αποτελεί μια απλή ενημερωτική επιστολή απευθυνόμενη στις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό ισπανικές αρχές, ούτε από τις δηλώσεις του εκπροσώπου του αρμόδιου για τον ανταγωνισμό επιτρόπου, της 8ης Φεβρουαρίου 1996, οι οποίες περιοριζόμενες να ενημερώσουν τον Τύπο ως προς τις διερευνητικές δραστηριότητες της Επιτροπής, δεν μπορούσαν να μεταβάλουν σε οριστική μια προπαρασκευαστική πράξη.
23 Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η παρούσα αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων είναι, εν πάση περιπτώσει, απαράδεκτη, καθώς δι' αυτής διώκεται στην πράξη η αναστολή της διαδικασίας την οποία κίνησε η Επιτροπή βάσει των άρθρων 4, 7, 8, 14 και 15 του κανονισμού 4064/89. Πράγματι, σύμφωνα με τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 22ας Νοεμβρίου 1995, Τ-395/94 R ΙΙ, Atlantic Container κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-0000), οι διάδικοι δεν μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρέχουν τα άρθρα 185 και 186 της Συνθήκης προκειμένου να ζητήσουν την αναστολή είτε μιας εν εξελίξει διαδικασίας είτε οποιασδήποτε οριστικής αποφάσεως που ενδεχομένως ληφθεί στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Κατά την καθής, η δυνατότητα αναστολής μιας εν εξελίξει διαδικασίας, αφενός, θα εμπόδιζε την Επιτροπή να ασκήσει τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί στο πλαίσιο της εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού και, αφετέρου, θα έθιγε σοβαρά το σύστημα κατανομής αρμοδιοτήτων που προβλέπει η Συνθήκη.
24 Η παρεμβαίνουσα επιχείρηση Antena 3 TV υποστήριξε επίσης την ίδια άποψη. Κατά την εν λόγω επιχείρηση, η αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, καθόσον στην πραγματικότητα σκοπεί να αποσπάσει μια παρέκκλιση από την υποχρέωση αναστολής, την απορρέουσα από την υποχρέωση κοινοποιήσεως, θα πρέπει να κρίθει απαράδεκτη. Πράγματι, η Επιτροπή είναι αρμόδια, αφενός, να εξετάζει, στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας, τα προσωρινά μέτρα που ζητούν οι εμπλεκόμενοι ώστε να μην υποστούν σοβαρή ζημία μία ή περισσότερες από τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορά η πράξη συγκέντρωσης και, αφετέρου, να αποφαίνεται ως προς την ύπαρξη πράξεως υποκείμενης στην υποχρέωση κοινοποιήσεως. Συνεπώς, το να ζητείται από το Πρωτοδικείο να διατάξει προσωρινά μέτρα πριν η Επιτροπή αποφανθεί επί ενδεχομένης αιτήσεως απαλλαγής από την υποχρέωση αναστολής ή επί της υπάρξεως συγκεντρώσεως κοινοτικών διαστάσεων ισοδυναμεί με το να ζητείται από το Πρωτοδικείο να ασκήσει μια εξουσία διοικητικής φύσεως, γεγονός που θα επηρεάζε την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων κοινοτικών οργάνων.
Επί του επείγοντος
25 'Οσον αφορά το επείγον η αιτούσα ισχυρίζεται ότι ενόψει της παρούσας κατάστασης στην οποία εμφανίζεται να έχει διαπράξει δύο σοβαρές παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου, επειδή παρέλειψε να κοινοποιήσει και να αναστείλει την πράξη συγκέντρωσης Cablevision, κινδυνεύει να υποστεί σοβαρές και ανεπανόρθωτες ζημίες. Πρώτον, η άποψη της Επιτροπής ως προς την κοινοτική διάσταση της πράξεως συγκέντρωσης Cablevision θίγει σοβαρά τη φήμη της, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή έτυχε ευρείας δημοσιότητος, ιδίως μέσω του Τύπου. Δεύτερον, η προσβαλλόμενη απόφαση θίγει σοβαρά τη δραστηριότητα της Sogecable, καθόσον είχε ως αποτέλεσμα να παραλύσουν άμεσα σημαντικά επιχειρηματικά σχέδια και να αποτραπεί η είσοδος νέων εταίρων σε μια σειρά από τοπικές τηλεπικοινωνιακές εταιρίες εξυπηρετούμενες από την Cablevision. Τρίτον, η απειλή αναστολής της δραστηριότητας της εν λόγω επιχειρήσεως κατέστησε αδύνατη την προσέλκυση νέων πελατών. Επομένως, η απόφαση αυτή καθιστά ανεπανόρθωτα δυσμενέστερη την ανταγωνιστική της θέση στην αγορά υπηρεσιών στον τομέα των καλωδιακών τηλεπικοινωνιών. Πράγματι, σε μια αναδυόμενη αγορά όπως η συγκεκριμένη, η εκτόπιση μιας επιχειρήσεως μπορεί να μεταβάλει κατά τρόπο ανεπανόρθωτο τη δομή της αγοράς και να προδικάσει την ανταγωνιστική της θέση.
26 Η Επιτροπή αμφισβητεί την ύπαρξη των σοβαρών και ανεπανόρθωτων ζημιών που επικαλείται η αιτούσα. Ως προς την προβαλλόμενη ηθική βλάβη υπογραμμίζει ότι σε κανένα δημόσιο έγγραφο δεν εξέλαβε την αιτούσα ως δράστη των δύο παραβάσεων στις οποίες αυτή αναφέρεται. Εξάλλου, η καθής αμφισβητεί το κατά πόσον η Sogecable, ως νομικό πρόσωπο, μπορεί να υποστεί ηθική βλάβη και ισχυρίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, οι προβαλλόμενες αυτές ζημίες μπορούν να αποκατασταθούν με την έντοκη καταβολή αποζημιώσεως.
27 Εξάλλου, αναφορικά με τις υπόλοιπες ζημίες που προβάλλει η αιτούσα, η καθής παρατηρεί ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ούτε την ύπαρξη ούτε τις συνέπειες του προβαλλομένου κλίματος αβεβαιότητας. Ειδικότερα, κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύει ότι η προσβαλλόμενη πράξη παρεμπόδισε την είσοδο νέων εταίρων στις τοπικές εταιρίες. Εξάλλου, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η Sogecable δεν απέδειξε την ύπαρξη πράξεως με την οποία η Επιτροπή να εκφράζει την πρόθεσή της να αναστείλει την πράξη συγκέντρωσης Cablevision και ότι, εν πάση περιπτώσει, ακόμα και στην περίπτωση λήψεως μιας τέτοιας αποφάσεως, η αιτούσα είχε τη δυνατότητα να ζητήσει την αναστολή της εκτελέσεως.
28 Οι παρεμβαίνουσες επιχειρήσεις συμφωνούν με την τελευταία αυτή παρατήρηση της Επιτροπής. Προσθέτουν, επίσης, ότι, στην πράξη, η Cablevision και οι άλλες επιχειρήσεις που μετέχουν στη συγκεκριμένη πράξη συγκέντρωσης ουδέποτε ανέστειλαν τη δραστηριότητά τους στην ισπανική αγορά.
Επί του fumus boni juris
29 'Οσον αφορά το fumus boni juris, η αιτούσα προβάλλει έναν μόνον λόγο που αναφέρεται στην παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 4064/89. Υποστηρίζει ότι η Επιτροπή χαρακτήρισε ως κοινοτικών διαστάσεων την πράξη συγκέντρωσης Cablevision θεωρούσα πεπλανημένως ότι η Sogecable είναι επιχείρηση από κοινού ελεγχόμενη από την Prisa και την Canal Plus France.
30 Ωστόσο, αντιθέτως προς την άποψη της καθής, μόνο η Prisa είχε δικαίωμα να χειρίζεται τις υποθέσεις της Sogecable, βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 5, παράγραφος 4, στοιχείο β', τέταρτη περίπτωση. (...) (1) Συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορεί βάσει απλών εικασιών να προβεί στην εφαρμογή της συγκεκριμένης αυτής διατάξεως του κανονισμού 4064/89.
31 Η αιτούσα παρατηρεί, επικουρικώς, ότι, ακόμα και αν γίνει δεκτός ο από κοινού έλεγχος της Sogecable από την Prisa και την Canal Plus France, ο κύκλος εργασιών των δύο αυτών επιχειρήσεων δεν μπορεί να συνυπολογιστεί με τον κύκλο εργασιών της Sogecable προκειμένου να θεμελιωθεί η κοινοτική διάταξη της πράξεως συγκέντρωσης Cablevision. Πράγματι, το προαναφερθέν άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο β', τέταρτη περίπτωση, εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που τον έλεγχο ασκεί μία μόνο επιχείρηση, καθόσον ο από κοινού έλεγχος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο σε περιπτώσεις που ειδικώς προσδιορίζει ο νομοθέτης. Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η χρησιμοποίηση του πληθυντικού "επιχειρήσεις" στο στοιχείο γ' του εν λόγω άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 4064/89 της επιτρέπει να προσθέτει τους κύκλους εργασιών των επιχειρήσεων που διαχειρίζονται από κοινού τις υποθέσεις των εμπλεκομένων επιχειρήσεων στερείται ερείσματος. Πράγματι, το στοιχείο γ' αφορά αποκλειστικώς τις επιχειρήσεις που ελέγχονται από εκείνη η οποία λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό αυτό, αλλά δεν μπορεί να επεκταθεί στις επιχειρήσεις οι οποίες ελέγχουν την επιχείρηση αυτή.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
32 Προς εκτίμηση του παραδεκτού και του βασίμου της παρούσας αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, επιβάλλεται να προσδιοριστούν τα όρια του αντικειμένου της.
33 Με την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων η Sogecable ζητεί, καταρχάς, "την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 8ης Φεβρουαρίου 1996" και, εν συνεχεία, τη λήψη "των αναγκαίων προσωρινών μέτρων ώστε η Επιτροπή να μην εκδώσει καμία πράξη απορρέουσα από το γεγονός ότι με την απόφαση αυτή επιβεβαίωσε την αρμοδιότητά της και, ειδικότερα, να μην εκδώσει καμία πράξη και να μη λάβει καμία απόφαση (παρεμπίπτουσα, οριστική ή συντηρητική) δυνάμει των άρθρων 8, 13, 14 και 15 του κανονισμού 4064/89, πριν το Πρωτοδικείο αποφανθεί ως προς το κύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας".
34 'Οσον αφορά το πρώτο αίτημα, η αιτούσα διευκρίνισε, απαντώντας σε ερωτήσεις κατά τη διάρκεια της ακροάσεως, ότι αποσκοπεί στην αναστολή της αποφάσεως της Επιτροπής της περιερχόμενης τόσο στις επιστολές της 6ης και 7ης Φεβρουαρίου 1996 όσο και στις δηλώσεις του εκπροσώπου που περιελήφθηκαν στην ανακοίνωση Τύπου του πρακτορείου FECHA, της 8ης Φεβρουαρίου 1996. Η απόφαση αυτή αφορούσε τη διαπίστωση της κοινοτικής διαστάσεως της πράξεως συγκέντρωσης Cablevision και υπογράμμιζε, υπενθυμίζοντας την υποχρέωση κοινοποιήσεως, τη δυνατότητα επιβολής προστίμων.
35 Πάντως, όπως διαπιστώνεται, στην πράξη η μόνη κρίσιμη για την παρούσα υπόθεση απόφαση είναι εκείνη που περιέχεται στην επιστολή της 6ης Φεβρουαρίου 1996, με την οποία ο γενικός διευθυντής της ΓΔ IV ανακοίνωσε στην Canal Plus Espagne ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής θεωρούσαν, βάσει των στοιχείων που είχαν στη διάθεσή τους, ότι η συγκέντρωση Cablevision αποτελούσε πράξη κοινοτικών διαστάσεων και έπρεπε νε αποτελέσει αντικείμενο της διαδικασίας ελέγχου που προβλέπει ο κανονισμός 4064/89. Εξάλλου, ο γενικός διευθυντής υπενθύμισε στην Canal Plus Espagne την υποχρέωσή της να κοινοποιήσει την πράξη αυτή, βάσει του άρθρου 4 του εν λόγω κανονισμού, καθώς και την εξουσία της Επιτροπής να επιβάλλει, ιδίως σε περίπτωση παραλείψεως της κοινοποιήσεως, πρόστιμα. Πράγματι, η επιστολή της 7ης Φεβρουαρίου 1996, με την οποία ο γενικός διευθυντής ενημέρωσε τις ισπανικές αρχές σχετικά με το περιεχόμενο της επιστολής που απέστειλε στην αιτούσα, καθώς και οι δηλώσεις του εκπροσώπου, σκοπός των οποίων ήταν η άτυπη διευκρίνιση προς τον Τύπο του περιεχομένου της εν λόγω αποφάσεως, εμφανίζονται εκ πρώτης όψεως ως επιβεβαιωτικές πράξεις της αποφάσεως της 6ης Φεβρουαρίου 1996 που δεν έχουν, αυτές καθαυτές, καμία σχέση με την εξέταση της παρούσας αιτήσεως προσωρινών μέτρων.
36 Δεδομένου ότι η πράξη την αναστολή της οποίας ζητεί η αιτούσα είναι η απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1996, οι δε εμπλεκόμενες επιχειρήσεις κοινοποίησαν την πράξη συγκέντρωσης Cablevision στις 31 Μαΐου 1996, διαπιστώνεται ότι η αίτηση αναστολής εκτελέσεως έχει ως μοναδικό αντικείμενο την απόφαση περί υποβολής της εν λόγω πράξεως στη διαδικασία ελέγχου που προβλέπει ο κανονισμός 4064/89.
37 Ως προς το δεύτερο αίτημα, από τα αιτήματα της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων προκύπτει ότι η αιτούσα ζητεί την παρέμβαση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή ώστε να απαγορευθεί στην Επιτροπή, έστω προσωρινώς, η άσκηση των αρμοδιοτήτων που της αναγνωρίζει ο κανονισμός 4064/89, ως προς την έκδοση πράξεων και λήψη αποφάσεων παρεμπιπτόντων, συντηρητικών και οριστικών. Συνεπώς, με το αίτημα αυτό διώκεται στην πράξη η αναστολή της διοικητικής διαδικασίας ελέγχου στην οποία έχει υποβληθεί η πράξη συγκέντρωσης Cablevision. Αποβλέπει, επομένως, στη διασφάλιση του ίδιου σκοπού με το αίτημα αναστολής της εν λόγω αποφάσεως της 6ης Φεβρουαρίου 1996.
38 Επομένως, χωρίς να απαιτείται να κριθεί αν η προσβαλλόμενη απόφαση, καίτοι αποτελεί πράξη προφανώς προπαρασκευαστική, παράγει έννομες συνέπειες που θίγουν ιδιαζόντως τα συμφέροντα της αιτούσας και δικαιολογούν, κατά συνέπεια, το παραδεκτό τόσο της κύριας προσφυγής ακυρώσεως όσο και της παρούσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων (βλ. σχετικώς την απόφαση ΙΒΜ κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 23), πρέπει να εξετασθεί αν τα αιτούμενα μέτρα, με τα οποία σκοπείται η αναστολή της διοικητικής διαδικασίας που κίνησε η Επιτροπή για τον έλεγχο της πράξεως συγκέντρωσης Cablevision, είναι σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων κοινοτικών οργάνων.
39 Υπενθυμίζεται σχετικώς ότι οι αρμοδιότητες του κοινοτικού δικαστή συνίστανται στην άσκηση δικαστικού ελέγχου επί των πράξεων που εκδίδει η Επιτροπή ως διοικητική αρχή, αλλ' ότι δεν εκτείνονται στην εκτίμηση ζητημάτων επί των οποίων δεν έχει ακόμα λάβει θέση το εν λόγω όργανο. Πράγματι, μια τέτοια εξουσία θα είχε ως συνέπεια την επίσπευση της συζητήσεως επί της ουσίας και τη σύγχυση των δύο διαφορετικών φάσεων της διαδικασίας, τόσο της διοικητικής όσο και της δικαστικής, κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς το σύστημα κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων, και προς τις απαιτήσεις περί ορθής απονομής της δικαιοσύνης και εύρυθμης διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας (βλ. την απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1990, Τ-64/89, Automec κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-367, σκέψη 46).
40 Συνεπώς, σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν μπορεί, καταρχήν, να δεχθεί αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων με την οποία σκοπείται να παρεμποδιστεί η Επιτροπή να ασκήσει τις εξουσίες έρευνας και επιβολής κυρώσεων ευθύς μετά την έναρξη μιας διοικητικής διαδικασίας και πριν ακόμα η Επιτροπή εκδώσει τις παρεμπίπτουσες ή οριστικές πράξεις, η εκτέλεση των οποίων επιδιώκεται να αποτραπεί. Πράγματι, λαμβάνοντας τέτοια μέτρα ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν θα ενεργούσε στο πλαίσιο του ελέγχου της δραστηριότητας του καθού οργάνου, αλλά θα το υποκαθιστούσε μάλλον στην άσκηση αρμοδιοτήτων καθαρώς διοικητικών. Συνεπώς, η αιτούσα δεν μπορεί, στην παρούσα υπόθεση, να ζητήσει, δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης, να επιβληθεί στο καθού όργανο η αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως περί κινήσεως της διοικητικής διαδικασίας και να του απαγορευθεί, έστω προσωρινώς, η άσκηση των αρμοδιοτήτων του στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας (βλ. τις διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 6ης Δεκεμβρίου 1989, Τ-131/89 R, Cosimex κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-1, σκέψη 12, της 14ης Δεκεμβρίου 1993, Τ-543/93 R, Gestevision Telecinco κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-1409, σκέψη 24, και Atlantic Container κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 39).
41 'Ενα τέτοιο δικαίωμα θα μπορούσε να του αναγνωριστεί μόνο στην περίπτωση που το αίτημα αυτό παρουσιάζει τέτοια χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να δώσουν στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή τη δυνατότητα να διαπιστώσει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, ικανών να δικαιολογήσουν τη λήψη των αιτουμένων μέτρων (βλ. σχετικώς τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 23ης Μαρτίου 1992, Τ-10/92 R, Τ-11/92 R, Τ-12/92 R, Τ-14/92 R και Τ-15/92 R, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1571, σκέψη 54).
42 Επιβάλλεται σχετικώς να τονιστεί ότι στην παρούσα υπόθεση η αιτούσα δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ως προς την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν τη λήψη των αιτουμένων μέτρων. Η παρούσα αίτηση προσωρινών μέτρων δεν μπορεί να θεωρηθεί παραδεκτή βάσει αυτού του ερείσματος.
43 Βάσει των ανωτέρω, και χωρίς να απαιτείται να αναλυθεί το βάσιμο της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, διαπιστώνεται ότι δεν πληρούνται στην παρούσα υπόθεση οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν, από νομικής απόψεως, τη χορήγηση των αιτουμένων μέτρων και ότι, κατά συνέπεια, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα
Λουξεμβούργο, 12 Ιουλίου 1996.
Full & Egal Universal Law Academy