Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Διαδικασία - Δικαστικά έξοδα - Καθορισμός - Έξοδα δυνάμενα να αναζητηθούν - Στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη - αρεμβαίνων διάδικος
(Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρο 91, στοιχ. β_)
Περίληψη
$$Ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι το οποίο μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει τις αμοιβές αυτές ο διάδικος ο οποίος καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα. Επειδή το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει διατάξεις περί τελών, ο κοινοτικός δικαστής οφείλει να εκτιμά ελεύθερα τα δεδομένα της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου καθώς και τις δυσκολίες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που επιτέλεσαν οι εκπρόσωποι ή οι σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευε η διαφορά για τους διαδίκους. ρος τούτο δεν υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη ούτε τον εθνικό κατάλογο δικηγορικών αμοιβών ούτε ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του.
Όσον αφορά τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων παρεμβαίνοντος διαδίκου, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, κατά κανόνα, οι διαδικαστικές πράξεις του παρεμβαίνοντος διευκολύνονται σημαντικά από τις ενέργειες του κύριου διαδίκου υπέρ του οποίου έχει παρέμβει. Δεδομένου ότι η παρέμβαση εξαρτάται, ως εκ της φύσεώς της, από την κύρια προσφυγή, δεν είναι συνεπώς δυνατόν να εμφανίζει τόσες δυσχέρειες όσες και η κύρια προσφυγή, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων.
Τέλος, μολονότι καταρχήν μόνον η αμοιβή ενός δικηγόρου μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια των αναγκαίων εξόδων, υπό την έννοια του άρθρου 91, στοιχείο β_, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, πρέπει εντούτοις να λαμβάνεται υπόψη κυρίως ο συνολικός αριθμός ωρών εργασίας που μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς απαραίτητες για τη διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου, ανεξαρτήτως του αριθμού δικηγόρων μεταξύ των οποίων κατανεμήθηκαν ενδεχομένως οι παρασχεθείσες υπηρεσίες.
( βλ. σκέψεις 18-20, 28 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-65/96 DEP,
Kish Glass & Co. Ltd, με έδρα το Δουβλίνο, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Byrne, solicitor, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον R. Lyal, την R. Caudwell και τον B. Doherty, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζόμενης από την
Pilkington United Kingdom Ltd, με έδρα το Saint-Helens, Merseyside (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενη από τον J. Kallaugher, solicitor, και τις A. Weitbrecht και Μ. Hansen, δικηγόρους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων που η αιτούσα οφείλει να καταβάλει στην παρεμβαίνουσα Pilkington United Kingdom Ltd κατόπιν της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 30ής Μαρτίου 2000, Τ-65/96, Kish Glass κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-1885),
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
(τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τον Μ. Βηλαρά, ρόεδρο, τη V. Tiili και τον P. Mengozzi, δικαστές,
γραμματέας: J. Palacio González, υπάλληλος διοικήσεως,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
εριστατικά, διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 11 Μα_ου 1996, η εταιρία Kish Glass & Co. Ltd (στο εξής: Kish Glass) άσκησε προσφυγή περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, της 21ης Φεβρουαρίου 1996 (υπόθεση IV/34.193 - Kish Glass), να απορρίψει την καταγγελία της. Με διάταξη της 30ής Ιουνίου 1997, ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος του ρωτοδικείου επέτρεψε στην εταιρία Pilkington United Kingdom Ltd (στο εξής: Pilkington) να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής.
2 Με την απόφαση της 30ής Μαρτίου 2000, T-65/96, Kish Glass κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-1885), το ρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή και καταδίκασε την Kish Glass στα δικαστικά έξοδα. Με διάταξη της 10ης Αυγούστου 2000, το ρωτοδικείο καταδίκασε την Kish Glass στα δικαστικά έξοδα της Pilkington.
3 Στις 15 Ιουνίου 2000 η Kish Glass υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 30ής Μαρτίου 2000. Η αίτηση αυτή εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
4 Κατόπιν της διατάξεως του ρωτοδικείου της 10ης Αυγούστου 2000, ο δικηγόρος της Pilkington απέστειλε στην Kish Glass εκκαθαριστικό σημείωμα εξόδων ύψους 4 946 703 βελγικών φράγκων (BEF).
5 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 12 Φεβρουαρίου 2001, η Kish Glass υπέβαλε αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων κατ' εφαρμογήν του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου και ζήτησε να καθοριστεί το σύνολο των εξόδων που μπορούν να αναζητηθούν από την Pilkington στο ποσό των 400 000 BEF.
6 Με έγγραφο που παρελήφθη από τη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 7 Μαρτίου 2001, η Επιτροπή παραιτήθηκε από το δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων.
7 Στις 7 Μαρτίου 2001 η Pilkington υπέβαλε παρατηρήσεις με τις οποίες ζητεί από το ρωτοδικείο να καθορίσει το ποσό των εξόδων που μπορούν να αναζητηθούν σε 4 946 703 BEF.
Σκεπτικό
Επιχειρήματα των διαδίκων
8 Η Kish Glass φρονεί, πρώτον, ότι το ποσό που ζητεί η Pilkington ως έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν είναι υπερβολικό, αν ληφθεί υπόψη ότι η Pilkington ήταν παρεμβαίνουσα στην κύρια δίκη.
9 Η Kish Glass ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι τα έξοδα που οφείλονται ως αμοιβές δικηγόρων καλύπτουν μόνο τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο διάδικος για την έγγραφη και την προφορική διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου και όχι αυτά που δεν έχουν καμία σχέση με τη διαδικασία της παρεμβάσεως. Συναφώς η Kish Glass διευκρινίζει ότι ένα μέρος των εξόδων της Pilkington αφορά την αναθεώρηση μελέτης που είχε καταρτιστεί από την εταιρία Lexecon. Δεδομένου ότι η μελέτη αυτή δεν ελήφθη καθόλου υπόψη κατά τη διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου, τα σχετικά έξοδα δεν πρέπει να θεωρηθούν ως έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν. Κατά την Kish Glass, το ίδιο ισχύει και για τις αμοιβές των δικηγόρων για τις υπηρεσίες που παρέσχον μετά από την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αφού για την περαιτέρω εξέλιξη της διαδικασίας ενώπιον του ρωτοδικείου δεν ήταν αναγκαία καμία ενέργεια ούτε των κυρίων διαδίκων ούτε της παρεμβαίνουσας.
10 Τρίτον, η Kish Glass υποστηρίζει ότι η αμοιβή που χρέωσαν στην Pilkington οι δικηγόροι της για τη σύνταξη της αιτήσεως παρεμβάσεως και των υπομνημάτων που κατατέθηκαν κατά την έγγραφη διαδικασία και για την παράσταση στην επ' ακροατηρίου συζήτηση είναι υπερβολική και δυσανάλογη σε σχέση με τις αμοιβές που ζήτησαν από την Kish Glass οι δικηγόροι της.
11 Τέλος, η Kish Glass τονίζει ότι η Pilkington προσέλαβε για τη δίκη τέσσερις δικηγόρους «senior partners», χωρίς να υπάρχει προς τούτο κανείς αντικειμενικός λόγος. Επιπλέον, επισημαίνει ότι κάθε τιμολόγιο που αποστάληκε στην Pilkington περιλαμβάνει μια στήλη για «network services» και ισχυρίζεται ότι τα ποσά αυτά δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη ως έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν, διότι πρόκειται για γενικά έξοδα, τα οποία αναλαμβάνουν συνήθως τα δικηγορικά γραφεία.
12 Η Pilkington τονίζει ότι τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε λόγω της δίκης δεν είναι υπερβολικά, αν ληφθούν υπόψη η σημασία της υποθέσεως για τα συμφέροντά της και ο περίπλοκος χαρακτήρας των εξετασθέντων ζητημάτων.
13 Ειδικότερα, η Pilkington ισχυρίζεται ότι η προετοιμασία της αιτήσεως παρεμβάσεως προϋπέθετε τη λεπτομερή ανάλυση της έρευνας της Επιτροπής, και μάλιστα τόσο από νομική όσο και από οικονομική άποψη. Επιπλέον, η σύνταξη των υπομνημάτων παρεμβάσεως, η μελέτη των υπομνημάτων των λοιπών διαδίκων και η προετοιμασία της αγορεύσεως εν όψει της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, καθώς και η συμμετοχή στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, προϋπέθεταν την ενδελεχή μελέτη της υποθέσεως και της σχετικής νομολογίας.
14 Εξάλλου, η Pilkington τονίζει ότι, καθόσον αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ήταν ουσιαστικά ο ορισμός της σχετικής αγοράς, έκρινε αναγκαίο να απευθυνθεί στην εταιρία οικονομικών μελετών Lexecon. Συγκεκριμένα, ένας οικονομολόγος της Lexecon επικουρούσε τους δικηγόρους της Pilkington κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η οποία διεξήχθη στις 28 Απριλίου 1999.
15 Τέλος, η Pilkington τονίζει ότι, κατόπιν της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 30ής Μαρτίου 2000, αναγκάστηκε να υποβάλει αίτηση βάσει του άρθρου 85 του Κανονισμού Διαδικασίας, προκειμένου το ρωτοδικείο να αποφανθεί επί των εξόδων στα οποία είχε υποβληθεί η παρεμβαίνουσα.
Εκτίμηση του ρωτοδικείου
16 Το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει τα εξής:
«Αν γεννηθεί αμφισβήτηση σχετικά με τα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν, το ρωτοδικείο αποφαίνεται με διάταξη που δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου διαδίκου και αφού ο αντίδικος υποβάλει τις παρατηρήσεις του.»
17 Κατά το άρθρο 91, στοιχείο β_, του Κανονισμού Διαδικασίας, θεωρούνται ως «έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν» «τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης, και ιδίως τα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και η αμοιβή των εκπροσώπων, συμβούλων ή δικηγόρων».
18 Κατά πάγια νομολογία, ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι το οποίο μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει τις αμοιβές αυτές ο διάδικος ο οποίος καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα (διάταξη του προέδρου του τρίτου τμήματος του Δικαστηρίου, της 26ης Νοεμβρίου 1985, 318/82, Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 3727, σκέψη 2, διατάξεις του ρωτοδικείου της 25ης Φεβρουαρίου 1992, T-18/89 και T-24/89 DEP, Ταγαράς κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-153, σκέψη 13, της 9ης Ιουνίου 1993, T-78/89 DEP, PPG Industries Glass κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-573, σκέψη 36, και της 7ης Μαρτίου 2000, T-2/95 DEP, Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-463, σκέψη 21).
19 Επειδή το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει διατάξεις περί τελών, ο κοινοτικός δικαστής οφείλει να εκτιμά ελεύθερα τα δεδομένα της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου καθώς και τις δυσκολίες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που επιτέλεσαν οι εκπρόσωποι ή οι σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευσε η διαφορά για τους διαδίκους. ρος τούτο δεν υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη ούτε τον εθνικό κατάλογο δικηγορικών αμοιβών ούτε ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του (προπαρατεθείσες διατάξεις Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής, σκέψη 3, και Ταγαράς κατά Δικαστηρίου, σκέψη 13, διατάξεις του ρωτοδικείου της 8ης Μαρτίου 1995, T-2/93 DEP, Air France κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-533, σκέψη 16, της 24ης Μαρτίου 1998, T-175/94 DEP, International Procurement Services κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-601, σκέψη 10, και προπαρατεθείσα διάταξη Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου, σκέψη 22).
20 Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, κατά κανόνα, οι διαδικαστικές πράξεις του παρεμβαίνοντος διευκολύνονται σημαντικά από τις ενέργειες του κύριου διαδίκου υπέρ του οποίου έχει παρέμβει (διάταξη του Δικαστηρίου της 4ης Φεβρουαρίου 1993, C-191/86 DEP, TEC κατά Συμβουλίου, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή). Δεδομένου ότι η παρέμβαση εξαρτάται, ως εκ της φύσεώς της, από την κύρια προσφυγή, δεν είναι συνεπώς δυνατόν να εμφανίζει τόσες δυσχέρειες όσες και η κύρια προσφυγή, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων (διάταξη του ρωτοδικείου της 22ας Μαρτίου 1999, T-97/95 DEP, Sinochem κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-743, σκέψη 17, και προπαρατεθείσα διάταξη Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου, σκέψη 23).
21 Εν προκειμένω επισημαίνεται, πρώτον, ότι αντικείμενο της διαφοράς ήταν περίπλοκα νομικά και οικονομικά ζητήματα, τα οποία μελετήθηκαν από τους δικηγόρους της Pilkington.
22 Δεύτερον, επιβάλλεται να τονιστεί ότι η Pilkington δεν αρκέστηκε σε απλή επανάληψη των επιχειρημάτων της καθής, αλλά πρόσθεσε και ορισμένα άλλα. Οι παρατηρήσεις της ήταν σημαντικές και συνέβαλαν στη διασαφήνιση των προβλημάτων που είχαν ανακύψει στο πλαίσιο της διαφοράς.
23 Τρίτον, όσον αφορά το οικονομικό συμφέρον που αντιπροσώπευε η διαφορά, αρκεί να υπενθυμιστεί ότι η καταγγελία που ήταν το αντικείμενο της προσβληθείσας αποφάσεως περιείχε τον ισχυρισμό ότι η Pilkington είχε διαπράξει σοβαρές παραβάσεις του άρθρου 82 ΕΚ.
24 Κατά συνέπεια, η φύση της διαφοράς και τα οικονομικά συμφέροντα τα οποία αντιπροσώπευε η διαφορά αυτή για τους διαδίκους, και ιδίως για την Pilkington, δικαιολογούν καταρχήν υψηλή δικηγορική αμοιβή (βλ. προπαρατεθείσα διάταξη Air France κατά Επιτροπής, σκέψη 24).
25 Εντούτοις, η εργασία που χρειάστηκε να επιτελέσουν στην προκειμένη υπόθεση οι δικηγόροι της Pilkington, στην οποία περιλαμβάνονταν μελέτες και αναλύσεις της νομικής θεωρίας, της νομοθεσίας και της νομολογίας, δεν ήταν τέτοιας εκτάσεως, ώστε να δικαιολογείται η προβολή απαιτήσεως για τόσο υψηλό ποσό δικηγορικής αμοιβής. Επιπλέον, οι δικηγόροι της Pilkington είχαν ήδη γνώση της υποθέσεως, αφού είχαν εκπροσωπήσει την εν λόγω εταιρία κατά τη διοικητική διαδικασία τη σχετική με την υπόθεση. Τούτο προφανώς όχι μόνο διευκόλυνε την εργασία τους, αλλά και μείωσε τον χρόνο της ενασχολήσεώς τους με την υπόθεση (διάταξη του ρωτοδικείου της 30ής Οκτωβρίου 1998, T-290/94 DEP, Kaysersberg κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-4105, σκέψη 20, και προπαρατεθείσα διάταξη Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου, σκέψη 30).
26 Όσον αφορά τη συμμετοχή στην επ' ακροατηρίου συζήτηση οικονομολόγου προς επικουρία της ομάδας νομικών της Pilkington, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν ήταν αναγκαία. Κατά συνέπεια, τα σχετικά έξοδα και οι σχετικές αμοιβές δεν αποτελούν αναγκαία έξοδα υπό την έννοια του άρθρου 91, στοιχείο β_, του Κανονισμού Διαδικασίας.
27 Όσον αφορά το έγγραφο που καταρτίστηκε από την εταιρία οικονομικών αναλύσεων κατ' εντολή της Pilkington, επισημαίνεται, πρώτον, ότι το έγγραφο αυτό διαβιβάστηκε εκπρόθεσμα στο ρωτοδικείο, το οποίο επομένως δεν το έλαβε υπόψη του, και, δεύτερον, ότι καταρτίστηκε το 1994, σε σχέση με τη διοικητική διαδικασία στην επίδικη υπόθεση. Κατά συνέπεια, τα έξοδα και οι αμοιβές για την αναθεώρηση του εγγράφου αυτού δεν αποτελούν αναγκαία έξοδα υπό την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του Κανονισμού Διαδικασίας.
28 Τέλος, επιβάλλεται να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, μολονότι καταρχήν μόνον η αμοιβή ενός δικηγόρου μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια των αναγκαίων εξόδων, υπό την έννοια του άρθρου 91, στοιχείο β_, του Κανονισμού Διαδικασίας (προπαρατεθείσα διάταξη PPG Industries Glass κατά Επιτροπής, σκέψη 39), πρέπει εντούτοις να λαμβάνεται υπόψη κυρίως ο συνολικός αριθμός ωρών εργασίας που μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς απαραίτητες για τη διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου, ανεξαρτήτως του αριθμού δικηγόρων μεταξύ των οποίων κατανεμήθηκαν ενδεχομένως οι παρασχεθείσες υπηρεσίες (προπαρατεθείσα διάταξη Kaysersberg κατά Επιτροπής, σκέψη 20).
29 Εξάλλου, η δυνατότητα του κοινοτικού δικαστή να εκτιμήσει την αξία της εργασίας ενός δικηγόρου εξαρτάται από την ακρίβεια των παρασχεθέντων πληροφοριακών στοιχείων (διατάξεις του ρωτοδικείου της 12ης Μα_ου 1997, T-561/93 DEP, Tiercé Ladbroke κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 23, και της 25ης Ιουνίου 1998, T-177/94 DEP, T-377/94 DEP και T-99/95 DEP, Altmann κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. Ι-Α-299 και ΙΙ-883, σκέψη 20).
30 Κατά συνέπεια, αν ληφθούν υπόψη όλα τα ανωτέρω, θα πρόκειται για δίκαιο προσδιορισμό των εξόδων που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα και μπορούν να αναζητηθούν στην προκειμένη υπόθεση, αν τα έξοδα αυτά καθοριστούν σε 1 200 000 BEF.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
Το συνολικό ποσό των δικαστικών εξόδων που η εταιρία Kish Glass & Co. Ltd οφείλει να καταβάλει στην παρεμβαίνουσα εταιρία Pilkington United Kingdom Ltd ορίζεται σε 1 200 000 BEF.
Full & Egal Universal Law Academy