Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εκτελέσεως * Αίτηση υποβληθείσα ενώπιον του Πρωτοδικείου * Παράλληλη αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ιδίας πράξεως υποβληθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου * Αίτημα του καθού οργάνου για την εκ μέρους του Προέδρου του Πρωτοδικείου αναστολή της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων ή την απέκδυση της αρμοδιότητάς του προς εκδίκαση της αιτήσεως αναστολής * Απόρριψη
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 185 Οργανισμός (ΕΚ) του Δικαστηρίου, άρθρο 47, εδ. 3 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 απόφαση 88/591 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις 93/350 και 94/149]
2. Ασφαλιστικά μέτρα * Προϋποθέσεις του παραδεκτού * Παραδεκτό της κυρίας προσφυγής * Δεν ασκεί επιρροή * Όρια
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 185 και 186 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 2)
3. Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εκτελέσεως * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία * Στάθμιση όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 185 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 2)
4. Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εκτελέσεως * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Απόφαση 96/239 σχετικά με ορισμένα επείγοντα μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών * Στάθμιση όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων * Απόλυτο προβάδισμα της προστασίας της δημόσιας υγείας σε σχέση με οικονομικές ζημίες, έστω και δυσχερώς επανορθώσιμες
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 185)
Περίληψη
1. Το αίτημα προς τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου να αναστείλει διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων που εκκρεμεί ενώπιόν του ή να απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως μιας πράξεως, σε περίπτωση που παράλληλη αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ιδίας πράξεως έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι ο Οργανισμός του Δικαστηρίου και ο Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου δεν περιέχουν καμία διάταξη προβλέπουσα μια τέτοια δυνατότητα.
Πράγματι, η αναστολή θα ήταν κατ' αρχήν ασυμβίβαστη προς την ίδια τη φύση και τον σκοπό της επείγουσας διαδικασίας ως ενδίκου βοηθήματος και θα υπήρχε κίνδυνος να θίξει τα τυγχάνοντα προστασίας δικονομικά δικαιώματα και έννομα συμφέροντα του αιτούντος, ενώ η απέκδυση της αρμοδιότητας θα ήταν αντίθετη προς την αρχή των απονεμομένων στα δικαστήρια αρμοδιοτήτων, η οποία απαγορεύει στο Πρωτοδικείο να απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του, πλην των περιπτώσεων που προβλέπονται ρητά από τον οργανισμό, αν είναι αρμόδιο να επιληφθεί μιας διαφοράς, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων της αποφάσεως 88/591.
2. Το ζήτημα του παραδεκτού της κυρίας προσφυγής δεν πρέπει, κατ' αρχήν, να εξετάζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, αλλά κατά την εξέταση της κυρίας προσφυγής, εκτός αν αυτή παρίσταται, εκ πρώτης όψεως, προδήλως απαράδεκτη. Η απόφανση επί του παραδεκτού κατά το στάδιο των ασφαλιστικών μέτρων, όταν αυτό δεν αποκλείεται εντελώς prima facie, προδικάζει σε τελευταία ανάλυση την απόφαση του Πρωτοδικείου επί της κυρίας προσφυγής.
3. Το επείγον μιας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως, προκειμένου να αποτραπεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας εις βάρος εκείνου που ζητεί την αναστολή εκτελέσεως μιας αποφάσεως. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή εναπόκειται να εξετάσει αν, σε περίπτωση ακυρώσεως από το Πρωτοδικείο της αποφάσεως, είναι δυνατή η ανατροπή της καταστάσεως που θα έχει δημιουργηθεί από την άμεση εκτέλεση της αποφάσεως και, αντιστρόφως, αν η αιτούμενη αναστολή εκτελέσεως μπορεί να εμποδίσει την πλήρη εφαρμογή των αποτελεσμάτων της αποφάσεως σε περίπτωση απορρίψεως της κυρίας προσφυγής.
4. Δεν μπορεί να γίνει δεκτή αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως 96/239 της Επιτροπής, σχετικά με ορισμένα επείγοντα μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών. Πράγματι, εκτός του ότι τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά της εν λόγω αποφάσεως δεν δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως την αναστολή αυτή και ότι ο κίνδυνος να υποστούν οι αιτούντες σοβαρές και ανεπανόρθωτες ζημίες δεν αποδεικνύεται, από τη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων προκύπτει ότι, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να αναγνωριστεί το απόλυτο προβάδισμα της προστασίας της δημόσιας υγείας από ένα θανάσιμο κίνδυνο, η ύπαρξη του οποίου ουδόλως μπορεί να αποκλεισθεί βάσει των σημερινών επιστημονικών δεδομένων, έναντι των οικονομικών ζημιών, έστω και δυσχερώς επανορθώσιμων, οι οποίες είναι δυνατό να προκύψουν από την εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως και τις οποίες μπορούν να επικαλεστούν οι αιτούντες.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-76/96 R,
The National Farmers' Union, ένωση αγγλικού δικαίου, με έδρα το Λονδίνο,
International Traders Ferry Ltd, εταιρία αγγλικού δικαίου, με έδρα το Tortola (βρετανικές Παρθένοι Νήσοι),
UK Genetics, εταιρία αγγλικού δικαίου, με έδρα το Narrowcombe, Islington, Newton Abbott (Ηνωμένο Βασίλειο),
RS and EM Wright Ltd, εταιρία αγγλικού δικαίου, με έδρα το Mount Farm, Ashby de Launde, Lincoln (Ηνωμένο Βασίλειο),
Prosper De Mulder Ltd, εταιρία αγγλικού δικαίου, με έδρα το Doncaster (Ηνωμένο Βασίλειο),
εκπροσωπούμενες από τους Stuart Isaacs, QC, και Clive Lewis, barrister, του δικηγορικού συλλόγου Αγγλίας και Ουαλίας, ενεργούντες κατ' εντολή του Burges Salmon, solicitor, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο Elvinger, Hoss και Prussen, 15, Cote d' Eich,
αιτούσες,
υποστηριζόμενες από το
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τη Lindsey Nicoll, του Treasury Solicitor' s Department, και τον Karel Paul Lasok, barrister, του δικηγορικού συλλόγου Αγγλίας και Ουαλίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
παρεμβαίνον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Dierk Boos, κύριο νομικό σύμβουλο, Xavier Lewis και James Macdonald Flett, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως 96/239/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1996, σχετικά με ορισμένα επείγοντα μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (ΕΕ L 78, σ. 47),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Όπως προκύπτει από τις διάφορες επιστημονικές εκθέσεις και άρθρα που έχουν περιληφθεί στη δικογραφία [βλ., ιδίως, την έκθεση της Spongiform Encephalopathy Advisory Committee (Συμβουλευτικής Επιτροπής για την Σπογγώδη Εγκεφαλοπάθεια, στο εξής: ΣΕΣΕ) υπό τον τίτλο "Transmissible Spongiform Encephalopathies: A summary of Present Knowledge and Research", Σεπτέμβριος 1994, στο εξής: έκθεση της ΣΕΣΕ του 1994, καθώς και τις δημοσιεύσεις στις επιθεωρήσεις Nature, τεύχος 380, της 28ης Μαρτίου 1996, σ. 272 έως 274, και The Lancet, τεύχος 347, της 6ης Απριλίου 1996, σ. 921 έως 925], οι μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες αποτελούν μια κατηγορία ασθενειών που χαρακτηρίζονται από εκφυλισμό του εγκεφάλου και από αλλοιώσεις των εγκεφαλικών ιστών, προσλαμβάνουσες σπογγώδη μορφή κατά τη μικροσκοπική ανάλυση, καθώς και από την παρουσία στους ιστούς αυτούς και, ενίοτε, σε άλλους ιστούς μιας ισόμορφης πρωτεΐνης * κατά την κρατούσα άποψη (The Lancet, σ. 916, Nature, σ. 273 και 274) πρόκειται για την πρωτεΐνη prion * η οποία ονομάζεται πρωτεΐνη προϊός PrP (Protease-resistant Protein). Η ακριβής φύση των μολυσματικών παραγόντων που προκαλούν τις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες παραμένει ακόμη άγνωστη (Nature, σ. 273). Οι εν λόγω ασθένειες πλήττουν πλείονα του ενός είδη ζώων, ιδίως τα προβατοειδή (τρομώδης ασθένεια των προβάτων), τα βοοειδή, την κατοικίδια γάτα και την ικτίδα εκτροφείου.
2 Όσον αφορά τον άνθρωπο, παρατηρούνται, κατά τις ίδιες πηγές, διάφορες μορφές μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών. Μια από αυτές, η σπάνια νόσος Creutzfeldt-Jacob, εμφανίζεται ανά τον κόσμο και εκδηλώνεται κυρίως σε άτομα ηλικίας άνω των 50 ή 60 ετών. Σε ποσοστό 85 % τα κρούσματα της νόσου είναι μεμονωμένα. Σε ποσοστό 14 % εκδηλώνονται εντός της ιδίας οικογενείας. Σε ποσοστό μικρότερο του 1 % τα κρούσματα οφείλονται σε περιστασιακή μετάδοση από ένα άτομο σε άλλο στο πλαίσιο ιατρικής ή χειρουργικής αγωγής. Όπως και οι άλλες μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες, η νόσος Creutzfeldt-Jacob οφείλεται σε "άτυπο μολυσματικό παράγοντα" ο οποίος δεν προκαλεί καμία ανοσιακή αντίδραση εκ μέρους του προσβληθέντος ατόμου και ο οποίος είναι εξαιρετικά ανθεκτικός στις φυσικές και χημικές μεθόδους θεραπείας, οι οποίες μπορούν σε διαφορετική περίπτωση να καταστρέψουν τα πλέον ανθεκτικά βακτήρια, σπόρια, μύκητες και ιούς. Η εν λόγω νόσος χαρακτηρίζεται από κατάσταση καλπάζουσας άνοιας και καταλήγει στον θάνατο του ασθενούς, κατά κανόνα τρεις έως έξι μήνες μετά την εκδήλωση των πρώτων κλινικών συμπτωμάτων. Πολύ πρόσφατα, δέκα κρούσματα μιας νέας μορφής της νόσου Creutzfeldt-Jacob διαγνώστηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο σε νεότερους ασθενείς, κλινικά και νευρολογικά ασυμπτωματικούς (The Lancet, σ. 921 βλ., κατωτέρω, σκέψη 9).
3 Η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (στο εξής: ΣΕΒ), η καλούμενη "ασθένεια των τρελλών αγελάδων", διαγνώστηκε για πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1986. Σύμφωνα με τα αριθμητικά στοιχεία της τέταρτης εκθέσεως, της 24ης Μαΐου 1996, που το Ηνωμένο Βασίλειο κοινοποίησε στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 3 της αποφάσεως 96/239/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1996, σχετικά με ορισμένα επείγοντα μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (ΕΕ L 78, σ. 47, στο εξής: απόφαση) (παράρτημα 9 του υπομνήματος των παρατηρήσεων της Επιτροπής), από το 1988 έχουν σημειωθεί περισσότερα από 160 000 διαγνωσθέντα κρούσματα ΣΕΒ στο βρετανικό ζωικό κεφάλαιο. Μεμονωμένα κρούσματα ΣΕΒ έχουν εκδηλωθεί και στη Γαλλία, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ελβετία. Όπως και οι λοιπές ασθένειες της κατηγορίας αυτής, η ΣΕΒ χαρακτηρίζεται από πολύ μακρά περίοδο επωάσεως, καλύπτουσα περισσότερα του ενός έτη, κατά τη διάρκεια της οποίας η ασθένεια δεν μπορεί να ανιχνευθεί βάσει των σημερινών επιστημονικών δεδομένων.
4 Η ΣΕΒ οφείλεται προφανώς στη χρησιμοποίηση, για τη διατροφή των βοοειδών, κρεαταλεύρων και οστεαλεύρων από προβατοειδή ή βοοειδή τα οποία περιείχαν τον μολυσματικό παράγοντα και τα οποία δεν είχαν υποστεί την ενδεδειγμένη επεξεργασία. Ως αιτίες της καταστάσεως αυτής φέρονται οι μεταβολές που επήλθαν, για εμπορικούς λόγους, στις διαδικασίες παρασκευής κατά τα τέλη της δεκαετίας του '70 και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '80 (The Lancet, σ. 915 έκθεση της ΣΕΣΕ του 1994, σ. 27). Το αν υπάρχουν άλλοι τρόποι μεταδόσεως της νόσου ερίζεται. Μέχρι σήμερα, η κάθετη μετάδοση, δηλαδή από τη μητέρα, ή η οριζόντια μετάδοση, ιδίως με την επαφή, έχουν διαπιστωθεί μόνο σε σχέση με ορισμένες μορφές μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών, όπως είναι η τρομώδης ασθένεια των προβάτων (έκθεση της ΣΕΣΕ του 1994, σ. 24, 29 και 30).
5 Ως προς τη μεταδοτικότητα της νόσου από το ένα είδος στο άλλο, πολυάριθμες ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω μολυσματικοί παράγοντες έχουν γενετικώς διαφορετικές καταβολές και μπορούν να προσβάλουν διαφορετικά είδη (έκθεση της ΣΕΣΕ του 1994, σ. 24).
6 Πειράματα απέδειξαν ότι ορισμένες μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες μπορούν να μεταδοθούν από ένα είδος ζώου σε άλλο, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις (βλ., μεταξύ άλλων, την έκθεση της ΣΕΣΕ του 1994). Πάντως, δεν έχει αποδειχθεί η δυνατότητα μεταδόσεως της ΣΕΒ στον άνθρωπο, ενώ, κατά τους ειδικούς, τούτο ενδέχεται να επιβεβαιωθεί επιστημονικά μόνο μετά από την παρέλευση αρκετών μηνών ή και ετών.
7 Εντούτοις, το ενδεχόμενο μεταδόσεως του μολυσματικού παράγοντα της ασθένειας των βοοειδών στον άνθρωπο εξετάστηκε ύστερα από την εμφάνιση κρουσμάτων της ΣΕΒ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατόπιν αυτού, ελήφθησαν εκεί πολυάριθμα προληπτικά μέτρα. Ειδικότερα, με τη "Ruminant Feed Ban" (απαγόρευση χρήσεως ζωοτροφών από μηρυκαστικά), η οποία προβλέπεται στο "Bovine Spongiforme Encephalopathy Order 1988" (διάταγμα του 1988 περί της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών) [SI (Statutory Instruments) 1988, αριθ. 1039, όπως τροποποιήθηκε με το SI 1991, αριθ. 2246, και το SI 1996, αριθ. 962], απαγορεύθηκε, από τον Ιούλιο του 1988, η χρήση των προερχομένων από μηρυκαστικά πρωτεϊνών λόγω υπονοιών ότι αποτελούν την αιτία της μολύνσεως των ζωοτροφών των μηρυκαστικών. Έκτοτε, η εν λόγω ρύθμιση επέβαλε επίσης την υποχρέωση αναφοράς όλων των υπόπτων περιπτώσεων και σφαγής όλων των βοοειδών για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι προσεβλήθησαν από τη νόσο. Η εν λόγω ρύθμιση επιβάλλει περιορισμούς στην κυκλοφορία των βοοειδών αυτών και προβλέπει ελέγχους της καταστροφής των σφαγίων τους καθώς και την υποχρέωση απολυμάνσεως των εργαστηρίων τεμαχισμού. Επιπλέον, με την "Bovine Offal (Prohibition) Regulations 1989" [κανονιστική ρύθμιση του 1989 (περί απαγορεύσεως) σχετικά με παραπροϊόντα σφαγής βοοειδών] (SI 1989, αριθ. 2061) απαγορεύθηκε, από τον Νοέμβριο του 1989, η πώληση ή η χρήση στα τρόφιμα που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο ορισμένων ειδικών παραπροϊόντων σφαγής βοοειδών (όπως είναι ο εγκέφαλος, ο νωτιαίος μυελός, η σπλήνα, ο θύμος αδένας, οι αμυγδαλές και τα έντερα), τα οποία περιέχουν ενδεχομένως τον μολυσματικό παράγοντα. Η απαγόρευση αυτή συμπεριέλαβε και τις κεφαλές των βοοειδών (με εξαίρεση τις γλώσσες) με το "Specified Bovine Material Order 1996" (διάταγμα του 1996 για ειδικά προϊόντα προερχόμενα από βοοειδή) (SI 1996, αριθ. 963).
8 Η Κοινότητα θέσπισε επίσης ορισμένα προληπτικά μέτρα κατά της ΣΕΒ, όπως είναι η απόφαση 94/474/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1994, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών και για την ακύρωση των αποφάσεων 89/469/ΕΟΚ και 90/200/ΕΟΚ (ΕΕ L 194, σ. 96, στο εξής: απόφαση 94/474), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση 95/287/ΕΚ της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 1995 (ΕΕ L 181, σ. 40), η οποία επιβάλλει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα μέτρα:
* την απαγόρευση εξαγωγών από το Ηνωμένο Βασίλειο προς τα άλλα κράτη μέλη ζώντων βοοειδών ηλικίας άνω των έξι μηνών και ζώντων βοοειδών προερχομένων από αγελάδες για τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες ή έχει διαπιστωθεί ότι προσεβλήθησαν από τη ΣΕΒ
* την απαγόρευση εξαγωγών από το Ηνωμένο Βασίλειο προς τα άλλα κράτη μέλη νωπού βοείου κρέατος, εκτός αν προέρχεται από βοοειδή ηλικίας κάτω των δυόμισι ετών κατά τη στιγμή της σφαγής ή από βοοειδή τα οποία έχουν διαβιώσει, στο Ηνωμένο Βασίλειο, αποκλειστικά και μόνο σε εκμεταλλεύσεις στις οποίες δεν έχει διαπιστωθεί κανένα κρούσμα ΣΕΒ κατά τη διάρκεια της προηγουμένης εξαετίας ή εκτός αν πρόκειται για νωπό βόειο κρέας χωρίς κόκαλα, υπό μορφή μυός, από το οποίο έχουν αφαιρεθεί οι συνδετικοί ιστοί, συμπεριλαμβανομένων των εμφανών νευρικών και λεμφικών ιστών
* τη θέση σε εφαρμογή ενός συστήματος προσδιορισμού της ταυτότητας του ζώου (με επίθεση ταινίας εν ψυχρώ ή δερματοστιξία) και ενός συστήματος πιστοποιήσεως διασφαλίζοντος ότι τα ζώα πληρούν τις προαναφερθείσες προδιαγραφές.
Επιπλέον, η απόφαση 92/290/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 1992, όσον αφορά ορισμένα μέτρα προστατευτικά κατά της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των εμβρύων των βοοειδών στο Ηνωμένο Βασίλειο (ΕΕ L 152, σ. 37, στο εξής: απόφαση 92/290), απαγορεύει, μεταξύ άλλων, την εξαγωγή από το Ηνωμένο Βασίλειο προς τα άλλα κράτη μέλη εμβρύων βοοειδών που προέρχονται από θηλυκά ζώα-δότες που γεννήθηκαν πριν από το 1988 ή από κατιόντα θηλυκών ζώων για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν προσβληθεί από ΣΕΒ.
9 Αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου το Ηνωμένο Βασίλειο, κατόπιν της γνωματεύσεως που είχε εκδώσει την ίδια ημέρα η ΣΕΣΕ, ανεξάρτητο όργανο με καθήκοντα συμβούλου της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, γνωστοποίησε, στις 20 Μαρτίου 1996, στην Επιτροπή τη λήψη συμπληρωματικών εθνικών μέτρων προβλεπόντων, αφενός, την υποχρέωση αφαιρέσεως των οστών από τα σφάγια των βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών σε εγκεκριμένες εγκαταστάσεις και την απαγόρευση της πωλήσεως ή χρήσεως των υπολειμμάτων του ξακρίσματος για κατανάλωση από τον άνθρωπο και, αφετέρου, την απαγόρευση της χρήσεως των προερχομένων από θηλαστικά κρεαταλεύρων για την διατροφή όλων των εκτρεφομένων ζώων. Στην εν λόγω γνωμάτευση γινόταν λόγος για δέκα κρούσματα μιας μέχρι τότε άγνωστης μορφής της νόσου Creutzfeldt-Jacob που είχαν διαγνωστεί από τη μονάδα παρακολουθήσεως της νόσου στο Εδιμβούργο σε άτομα ηλικίας κάτω των 42 ετών.
10 Κατά την περίοδο εκείνη, ορισμένα κράτη μέλη αποφάσισαν να απαγορεύσουν την εισαγωγή ζώντων βοοειδών και βοείου κρέατος από το Ηνωμένο Βασίλειο. Ορισμένες τρίτες χώρες επέβαλαν επίσης παρόμοια απαγόρευση, όσον αφορά τα προϊόντα από βοοειδή που προέρχονταν, κατά περίπτωση, από το Ηνωμένο Βασίλειο ή από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή, σπανιότερα, από ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη (βλ. παράρτημα 17 του υπομνήματος των παρατηρήσεων της Επιτροπής).
11 Σύμφωνα με την προαναφερθείσα γνωμάτευση της ΣΕΣΕ, της 20ής Μαρτίου 1996, "καίτοι δεν αποδεικνύεται άμεσα η ύπαρξη σχέσεως, λαμβανομένων υπόψη των σημερινών δεδομένων και ελλείψει οποιασδήποτε άλλης αξιόπιστης υποθέσεως, η πλέον ευλογοφανής επί του παρόντος εξήγηση είναι ότι τα κρούσματα αυτά συνδέονται με έκθεση στον κίνδυνο προσβολής από τη ΣΕΒ πριν από την επιβολή, το 1989, της απαγορεύσεως των ειδικών παραπροϊόντων σφαγής βοοειδών. Το στοιχείο αυτό είναι εξαιρετικά ανησυχητικό". Κατά τη ΣΕΣΕ, είναι πολύ νωρίς για να προβλεφθεί ο αριθμός των κρουσμάτων που ενδέχεται να εκδηλωθούν στο μέλλον. Η ΣΕΣΕ τόνισε ότι επιβάλλεται η ορθή εφαρμογή των ισχυόντων μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας και συνέστησε την αδιάλειπτη διενέργεια ελέγχων διασφαλιζόντων την πλήρη αφαίρεση του νωτιαίου μυελού. Επιπλέον, η ΣΕΣΕ συνέστησε, μεταξύ άλλων, την αφαίρεση των οστών των σφαγίων των βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών σε εγκεκριμένες εγκαταστάσεις τελούσες υπό την εποπτεία της Meat Hygiene Service και την ταξινόμηση των υπολειμμάτων του ξακρίσματος ως ειδικών παραπροϊόντων σφαγής βοοειδών, καθώς και την απαγόρευση χρήσεως του προερχομένου από θηλαστικά κρεατοστεαλεύρου για τη διατροφή όλων των εκτρεφομένων ζώων. Η επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή των προαναφερθεισών συστάσεων μείωνε εξαιρετικά τον κίνδυνο που συνδέεται στην παρούσα φάση με την κατανάλωση βοείου κρέατος. Η ΣΕΣΕ επιβεβαίωσε τις αρχικές αυτές συστάσεις με δεύτερη γνωμάτευση της 24ης Μαρτίου 1996, με την οποία επισήμανε ότι η ακριβής εκτίμηση του κινδύνου καθίσταται αδύνατη λόγω πολλών "αβεβαίων στοιχείων που διαπλέκονται και αφορούν, ιδίως, τον βαθμό διαειδικής ασυμβατότητας μεταξύ των βοοειδών και του ανθρώπου, την έλλειψη στοιχείων ως προς τα επίπεδα μολύνσεως ορισμένων σημαντικών ιστών των βοοειδών, τα οποία υπολείπονται του επιπέδου που μπορεί να ανιχνευθεί με τις σημερινές μεθόδους εργαστηριακών αναλύσεων, την ανισομερή κατανομή της μολύνσεως στους ιστούς, τον χρόνο που παρέρχεται μέχρις ότου κάνει την εμφάνισή της η μόλυνση κατά τη διάρκεια της περιόδου επωάσεως και το αν ο κίνδυνος μολύνσεως είναι συνάρτηση του ποσοστού μολύνσεως, ήτοι αν ο κίνδυνος είναι θέμα μέτρου". Η ΣΕΣΕ επανέλαβε τη σύσταση σχετικά με την απαγόρευση χρησιμοποιήσεως των προερχομένων από μηρυκαστικά οστεαλεύρων ή κρεαταλεύρων για τη διατροφή των εκτρεφομένων ζώων, στα οποία, όπως διευκρίνισε, συμπεριλαμβάνονται οι ιχθύες και τα άλογα. Επιπλέον, η επιτροπή συνέστησε να μη χρησιμοποιούνται τα άλευρα αυτά ως λίπασμα σε εδάφη όπου έχουν πρόσβαση μηρυκαστικά.
12 Λαμβάνοντας τις πληροφορίες αυτές, η Επιτροπή ζήτησε από την επιστημονική κτηνιατρική επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως να γνωματεύσει. Η επιτροπή, αφού έλαβε γνώση εκθέσεως που υπέβαλε ο δρ. Will, προϊστάμενος της μονάδας παρακολουθήσεως της νόσου Creutzfeldt-Jacob του Εδιμβούργου, εξέδωσε στις 22 Μαρτίου 1996 γνωμάτευση, σύμφωνα με το πόρισμα της οποίας μέχρι στιγμής ουδόλως αποδεικνύεται η μεταδοτικότητα της ΣΕΒ στον άνθρωπο. Πάντως, η επιτροπή, υπενθυμίζοντας ότι ανέκαθεν ελάμβανε υπόψη το ενδεχόμενο να υπάρχει τέτοιος κίνδυνος μεταδόσεως, αναγνώρισε την ανάγκη να ελεγχθεί, υπό το φως των προσφάτων διαθεσίμων στοιχείων, κατά πόσον είναι κατάλληλα τα ισχύοντα κοινοτικά μέτρα. Η επιτροπή διατύπωσε την άποψη ότι τα μέτρα που έχει λάβει η Επιτροπή από το 1990, βάσει των γνωματεύσεών της, είναι σημαντικά για τη μείωση του κινδύνου εκθέσεως του ανθρώπου στον μολυσματικό παράγοντα της ΣΕΒ. Επιπλέον, συνέστησε τη λήψη, εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, των καταλλήλων μέτρων, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων που θέσπισε το Ηνωμένο Βασίλειο κατόπιν της προαναφερθείσας γνωματεύσεως της ΣΕΣΕ της 20ής Μαρτίου 1996. Η επιτροπή αναγνώρισε ότι ο κίνδυνος μεταδόσεως του μολυσματικού παράγοντα της ΣΕΒ μπορεί να μειωθεί περαιτέρω με τον αποκλεισμό από την τροφική αλυσίδα των ζώων τα οποία είναι περισσότερο εκτεθειμένα στη μολυσματική νόσο και, συνεπώς, περισσότερο ύποπτα για τη μετάδοσή της. Η επιτροπή προσέθεσε ότι, ενόψει της σοβαρότητας της νόσου, κάθε πρακτικό μέτρο που λαμβάνει η Ευρωπαϊκή Κοινότητα για την αντιμετώπιση των επενεργειών της και των κινδύνων μεταδόσεώς της πρέπει να θεωρείται θετικό. Στη γνωμάτευση της επιτροπής προστέθηκε η δήλωση του δρ. Ring, ενός από τα μέλη της, η οποία έχει ως εξής: "Βάσει των περιορισμένων διαθεσίμων επιστημονικών δεδομένων, τα οποία στηρίζονται αποκλειστικά σε εκτιμήσεις προερχόμενες από τη μελέτη επί εννέα βοοειδών, δεν μπορούμε να είμαστε κατηγορηματικοί ως προς το ότι το υπό μορφή μυών βόειο κρέας δεν ενέχει τον κίνδυνο μεταδόσεως της νόσου της ΣΕΒ."
13 Στις 27 Μαρτίου 1996 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 96/239, η οποία απαγορεύει, στο άρθρο 1, "εν αναμονή της συνολικής εξετάσεως της καταστάσεως", τις εξαγωγές από το Ηνωμένο Βασίλειο προς τα άλλα κράτη μέλη και τις τρίτες χώρες:
* ζώντων βοοειδών, σπέρματος και εμβρύων αυτών
* κρεάτων ζώων του βοείου είδους που εσφάγησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο
* προϊόντων που έχουν παραχθεί από ζώα του βοείου είδους που εσφάγησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, που ενδέχεται να εισέλθουν στην ανθρώπινη ή ζωική τροφική αλυσίδα, και των προϊόντων που προορίζονται για ιατρική χρήση, για χρήση στον τομέα των καλλυντικών ή για φαρμακευτική χρήση
* των κρεατοστεαλεύρων που προέρχονται από θηλαστικά.
14 Η απόφαση στηρίζεται στην οδηγία 90/425/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 224, σ. 29, στο εξής: οδηγία 90/425), όπως έχει τροποποιηθεί, και ιδίως στο άρθρο 10 της οδηγίας αυτής, καθώς και στην οδηγία 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 395, σ. 13, στο εξής: οδηγία 89/662), όπως έχει τροποποιηθεί, ιδίως δε στο άρθρο 9 της οδηγίας αυτής. Τα προαναφερθέντα άρθρα των δύο αυτών οδηγιών εξουσιοδοτούν την Επιτροπή, σε περίπτωση εμφανίσεως "οποιασδήποτε ζωονόσου, ασθενείας ή αιτίας που ενδέχεται να συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή για την υγεία των ανθρώπων", να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με τη διαδικασία λειτουργίας της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής. Οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν στην Επιτροπή την υποχρέωση να παρακολουθεί την εξέλιξη της καταστάσεως και, ανάλογα με την εξέλιξη αυτή, να τροποποιεί ή να ακυρώνει, σύμφωνα με την ίδια διαδικασία, τις ληφθείσες αποφάσεις.
15 Προς αιτιολόγηση της επίδικης αποφάσεως η Επιτροπή εκθέτει τα ακόλουθα. Καταρχάς, αναφέρεται στα συμπληρωματικά μέτρα που έλαβε το Ηνωμένο Βασίλειο στις 20 Μαρτίου 1996, κατόπιν της δημοσιεύσεως νέων στοιχείων σχετικά με την πρόσφατη εκδήλωση ορισμένων ασυμπτωματικών κρουσμάτων της νόσου Creutzfeldt-Jacob στο εν λόγω κράτος μέλος, και στην απόφαση άλλων κρατών μελών να απαγορεύσουν την εισαγωγή ζώντων βοοειδών και βοείου κρέατος από το Ηνωμένο Βασίλειο στην επικράτειά τους. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, ως έχει η κατάσταση σήμερα, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος μεταδόσεως της ΣΕΒ στον άνθρωπο και ότι η εξ αυτού αβεβαιότητα έχει δημιουργήσει έντονες ανησυχίες στους καταναλωτές. Τέλος, κατά την απόφαση, πρέπει επίσης να απαγορευθούν οι εξαγωγές προς τις τρίτες χώρες, ώστε να αποτραπούν τυχόν εκτροπές του εμπορίου.
16 Παράλληλα, η Επιτροπή και το Συμβούλιο έλαβαν, σε σχέση με τη ΣΕΒ, σύνολο μέτρων στηρίξεως της αγοράς του βοείου κρέατος στην Κοινότητα. Επιπλέον, διευρύνθηκαν σημαντικά οι προϋποθέσεις παρεμβάσεως. Ορισμένα από τα θεσπισθέντα μέτρα στηρίξεως αφορούν ειδικότερα την κατάσταση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 716/96 της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 1996, για τη θέσπιση εκτάκτων μέτρων στηρίξεως της αγοράς βοείου κρέατος στο Ηνωμένο Βασίλειο (ΕΕ L 99, σ. 14), προβλέπει, ενδεικτικά, ένα πρόγραμμα σφαγής και καταστροφής βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών, χρηματοδοτούμενο κατά το μεγαλύτερο μέρος από την Κοινότητα.
17 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 21 Μαΐου 1996, η National Farmers' Union, επαγγελματική ένωση, και τέσσερις εταιρίες του τομέα του βοείου κρέατος, ήτοι η International Traders Ferry Ltd (στο εξής: International Traders Ferry), η UK Genetics, η RS and EM Wright Ltd (στο εξής: RS και EM Wright) καθώς και η Prosper De Mulder Ltd (στο εξής: Prosper De Mulder), ζήτησαν την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής. Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 25 Μαΐου 1996, οι αιτούσες ζήτησαν την αναστολή της εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΚ. Πρέπει να σημειωθεί ότι όλες οι αιτούσες, εκτός της Prosper De Mulder, έχουν επίσης προσφύγει, μαζί με άλλες επιχειρήσεις, ενώπιον του High Court of Justice, Queen' s Bench Division, κατά των εθνικών μέτρων που έχουν θεσπιστεί προς εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως της Επιτροπής. Με διάταξη που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Μαΐου 1996, το εν λόγω εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το κύρος του άρθρου 1 της προαναφερθείσας αποφάσεως της Επιτροπής (υπόθεση C-157/96).
18 Με δικόγραφα που κατέθεσε διαδοχικά στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στις 23 και 24 Μαΐου 1996, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας ζήτησε, αντιστοίχως, την αναστολή της εκτελέσεως του άρθρου 1 της αποφάσεως αυτής (υπόθεση C-180/96 R) και την ακύρωση της αποφάσεως (υπόθεση C-180/96).
19 Με υπόμνημα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 29 Μαΐου 1996, η Επιτροπή ζήτησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 47, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου, την αναστολή της διαδικασίας επί της ουσίας στην υπόθεση Τ-76/96, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-180/96, και την αναστολή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση Τ-76/96 R, μέχρι την έκδοση της διατάξεως του Δικαστηρίου επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση C-180/96 R. Επικουρικώς, η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο να απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του στις υποθέσεις Τ-76/96 και Τ-76/96 R, ώστε να επιτραπεί στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί των αιτήσεων αυτών. Με υπόμνημα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Ιουνίου 1996, οι αιτούσες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί των προαναφερθέντων αιτημάτων της Επιτροπής.
20 Εν τω μεταξύ, τα επιβληθέντα με την εν λόγω απόφαση προληπτικά μέτρα μετριάστηκαν με την απόφαση 96/362/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1996, για τροποποίηση της αποφάσεως 96/239/ΕΚ σχετικά με ορισμένα επείγοντα μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (ΕΕ L 139, σ. 17, στο εξής: απόφαση 96/362). Η νέα αυτή απόφαση εκδόθηκε επίσης "εν αναμονή της συνολικής εξετάσεως της καταστάσεως". Προηγουμένως, η Επιτροπή είχε ζητήσει από την επιστημονική κτηνιατρική επιτροπή, την επιστημονική επιτροπή καλλυντικών, την επιστημονική επιτροπή τροφίμων και την επιτροπή φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων να γνωματεύσουν. Βάσει των προσκομισθέντων συμπληρωματικών στοιχείων, η απόφαση 96/362 αίρει ουσιαστικά την απαγόρευση εξαγωγών όσον αφορά το σπέρμα των βοοειδών, το οποίο, όπως είχε κρίνει η επιστημονική κτηνιατρική επιτροπή, με γνωμάτευσή της της 26ης Απριλίου 1996, δεν παρουσίαζε "κανένα κίνδυνο μεταδόσεως της ΣΕΒ". Όσον αφορά άλλα προϊόντα (κυρίως τη ζελατίνη και το λίπος) η απόφαση εξαρτά την άρση της απαγορεύσεως εξαγωγών από την εφαρμογή ορισμένων μεθόδων παραγωγής και από τη διενέργεια επισήμων ελέγχων εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου. Επιπλέον, η απόφαση επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να προβαίνει σε κοινοτικούς ελέγχους, ιδίως σε σχέση με τη διενέργεια των εν λόγω επισήμων ελέγχων, πριν από την επανάληψη των εξαγωγών λίπους ή ζελατίνης. Στην Επιτροπή εναπόκειται, μετά από διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής, να καθορίσει την ημερομηνία τυχόν επαναλήψεως των αποστολών.
21 Με υπόμνημα που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Ιουνίου 1996, το Ηνωμένο Βασίλειο ζήτησε να παρέμβει υπέρ των αιτουσών στο πλαίσιο της υποθέσεως Τ-76/96 R.
22 Στην υπόθεση Τ-76/96 R, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου αποφάσισε να ακούσει τις προφορικές εξηγήσεις των μερών και τις απαντήσεις τους στις ερωτήσεις, στις 21 Ιουνίου 1996. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου επέτρεψε την παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων.
23 Κατά τη συνεδρίαση αυτή, μια από τις αιτούσες, και συγκεκριμένα η εταιρία Prosper De Mulder, η οποία παράγει λίπος, δήλωσε ότι, κατόπιν της εκδόσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως 96/362, παραιτούνταν από την αίτησή της για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
Αιτήματα των διαδίκων
24 Με τις αιτήσεις τους για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, οι αιτούσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
* να αναστείλει την εκτέλεση της αποφάσεως, μέχρις ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της κυρίας προσφυγής ή μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει απόφαση επί του προδικαστικού ερωτήματος που του υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, το High Court of Justice, Queen' s Bench Division, στις 8 Μαΐου 1996
* να λάβει κάθε περαιτέρω ή συμπληρωματικό μέτρο που θα κρίνει ενδεδειγμένο
* να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων.
Επικουρικώς, οι αιτούσες ζητούν τη μερική αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως, όσον αφορά:
* τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες
* και/ή όλα ή ορισμένα από τα ακόλουθα προϊόντα: το σπέρμα βοοειδών, τα έμβρυα βοοειδών, τους ζώντες μόσχους ηλικίας κάτω των 6 μηνών, το νωπό βόειο κρέας από ζώα ηλικίας κάτω των δυόμισι ετών κατά την ημερομηνία της σφαγής, το λίπος και τη ζελατίνη.
Στα πλαίσια της ακροάσεως των διαδίκων, οι αιτούσες δήλωσαν ότι, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως 96/362, παραιτούνταν από το αίτημά τους όσον αφορά τις εξαγωγές σπέρματος.
Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
* να απορρίψει την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων
* να καταδικάσει τις αιτούσες στα δικαστικά έξοδα.
Νομική εκτίμηση
25 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης και του άρθρου 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), με την απόφαση 94/149/ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1994 (ΕΕ L 66, σ. 29), το Πρωτοδικείο δύναται, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
26 Το άρθρο 104, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου ορίζει ότι η αίτηση αναστολής εκτελέσεως μιας πράξεως είναι παραδεκτή μόνον αν ο αιτών προσέβαλε την πράξη αυτή με προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου αυτού προβλέπει ότι οι αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη χορήγηση του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Τα αιτούμενα μέτρα πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας (βλ. την όλως πρόσφατη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 3ης Ιουνίου 1996, Τ-41/96 R, Bayer κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 13).
27 Εν προκειμένω, πριν εξεταστεί η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως, πρέπει να κριθεί καταρχάς το αίτημα της Επιτροπής με το οποίο ζητείται η αναστολή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων ή η απέκδυση εκ μέρους του Πρωτοδικείου της αρμοδιότητάς του όσον αφορά την παρούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
Επί της αιτήσεως αναστολής της διαδικασίας ή απεκδύσεως εκ μέρους του Πρωτοδικείου της αρμοδιότητάς του
Επιχειρήματα των διαδίκων
28 Η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο να αναστείλει τη διαδικασία επί της ουσίας καθώς και τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων στην παρούσα υπόθεση (υποθέσεις Τ-76/96 και Τ-76/96 R), κατ' εφαρμογή του άρθρου 47 του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου και των άρθρων 77 και 78 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της κυρίας προσφυγής (υπόθεση C-180/96) και επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων (υπόθεση C-180/96 R), με τις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί, αντιστοίχως, την ακύρωση και την ολική ή μερική αναστολή της ιδίας πράξεως, ήτοι εκείνης η οποία αποτελεί αντικείμενο των προαναφερθεισών αιτήσεων των οποίων επελήφθη το Πρωτοδικείο. Επικουρικώς, η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο να απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του στις υποθέσεις Τ-76/96 και Τ-76/96 R, δυνάμει της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 47 του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου και του άρθρου 80 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
29 Με τις γραπτές παρατηρήσεις τους επί των ανωτέρω αιτημάτων της Επιτροπής, οι αιτούσες τόνισαν την ανάγκη να εκδοθεί επειγόντως απόφαση επί της αιτήσεώς τους για τη λήψη προσωρινών μέτρων, ενόψει του κινδύνου σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας τον οποίο διατρέχουν. Επιπλέον, οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι έχουν έννομο συμφέρον οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματά τους σχετικά με την επίπτωση της επίδικης αποφάσεως επί της καταστάσεώς τους να εξεταστούν και ληφθούν υπόψη ανεξαρτήτως της θέσεως του Ηνωμένου Βασιλείου. Εκτιμώντας ότι το Πρωτοδικείο είναι το ενδεδειγμένο όργανο για να προβεί στην εξέταση αυτή, οι αιτούσες του ζητούν να απορρίψει το αίτημα περί αναστολής της διαδικασίας ή απεκδύσεως της αρμοδιότητάς του.
30 Επικουρικώς, οι αιτούσες παρατηρούν ότι, αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει να μην αποφανθεί αμέσως επί της παρούσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, θα ήταν σκόπιμο να απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του και να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο, ώστε να μπορέσει αυτό να εξετάσει τα επιχειρήματά τους και να αποφανθεί επί της αιτήσεώς τους για τη λήψη προσωρινών μέτρων.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
31 Πρέπει προκαταρκτικώς να τονιστεί ότι ο Οργανισμός (ΕΚ) του Δικαστηρίου και ο Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου δεν περιέχουν καμία ειδική διάταξη παρέχουσα στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να αναστείλει διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ή να απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του να αποφανθεί επί αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως μιας πράξεως, σε περίπτωση που παράλληλη αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ιδίας πράξεως έχει υποβληθεί και στο Δικαστήριο.
32 Υπ' αυτές τις συνθήκες, το αίτημα περί αναστολής που υπέβαλε η Επιτροπή δεν μπορεί να γίνει δεκτό από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή. Η λήψη ενός τέτοιου μέτρου είναι, καταρχήν, ασυμβίβαστη προς την ίδια τη φύση και τον σκοπό της επείγουσας διαδικασίας ως ενδίκου βοηθήματος. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν επικαλείται κανένα ιδιαίτερο λόγο, η αναστολή της παρούσας διαδικασίας θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως περί ασφαλιστικών μέτρων του Προέδρου του Πρωτοδικείου. Επιπλέον, η αναστολή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, καθυστερώντας την εξέταση της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων που έχουν υποβάλει οι αιτούσες, θα υπήρχε κίνδυνος να θίξει τα τυγχάνοντα προστασίας δικονομικά δικαιώματα και έννομα συμφέροντά τους. Πράγματι, δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης, καθώς και του άρθρου 104 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, οι αιτούσες έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την αναστολή εκτελέσεως μιας πράξεως, το κύρος της οποίας αμφισβητούν ενώπιον του Πρωτοδικείου. Εν προκειμένω, οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι τα δικαιώματα και συμφέροντά τους είναι δυνατόν να προσβληθούν κατά τρόπο σοβαρό και ανεπανόρθωτο, αν δεν ανασταλεί ταχέως η εκτέλεση της επίμαχης αποφάσεως, η οποία αποτελεί, επιπλέον, αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως που εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου.
33 Ως προς το αίτημα της Επιτροπής περί απεκδύσεως εκ μέρους του Πρωτοδικείου της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί της παρούσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ούτε αυτό μπορεί να γίνει δεκτό από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου, δεδομένου ότι δεν υπάρχει καμία ειδική διάταξη επιτρέπουσα στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του να εκδικάσει αίτηση αναστολής εκτελέσεως μιας πράξεως, σε περίπτωση που παράλληλη αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ιδίας πράξεως έχει υποβληθεί και στο Δικαστήριο. Πράγματι, σύμφωνα με την αρχή των απονεμομένων στα δικαστήρια αρμοδιοτήτων, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του, πλην των περιπτώσεων που προβλέπονται ρητά από τον Οργανισμό του, αν είναι αρμόδιο να επιληφθεί μιας διαφοράς, κατ' εφαρμογή των συναφών διατάξεων της προαναφερθείσας τροποποιημένης αποφάσεως 88/591 της 24ης Οκτωβρίου 1988. Άλλωστε, το άρθρο 47, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού προβλέπει τη δυνατότητα του Πρωτοδικείου να απεκδύεται της αρμοδιότητάς του αποκλειστικά επί προσφυγών ακυρώσεως. Το άρθρο αυτό δεν αναφέρεται στις αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων.
34 Στην παρούσα υπόθεση, εφόσον το Πρωτοδικείο δεν αποφάσισε εκ προοιμίου να απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του, ώστε να παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί επί της κυρίας προσφυγής με την οποία οι προσφεύγουσες-αιτούσες ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως, παρέλκει η εξέταση της επιπτώσεως εκ της τυχόν απεκδύσεως της αρμοδιότητάς του επί της βουλήσεως του αρμοδίου δικαστή να επιληφθεί της συνδεομένης με την κυρία προσφυγή αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως.
35 Για όλους αυτούς τους λόγους, το αίτημα προς το Πρωτοδικείο να αναστείλει τη διαδικασία ή να απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί της παρούσας αιτήσεως για τη λήψη προσωρινών μέτρων πρέπει να απορριφθεί από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή.
Επί της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
* Ως προς το παραδεκτό της κυρίας προσφυγής
36 Οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι έχουν όλες έννομο συμφέρον προς άσκηση της προσφυγής, στο μέτρο που η απόφαση τις θίγει άμεσα και ατομικά, λόγω ορισμένων χαρακτηριστικών που προσιδιάζουν σ' αυτές και περιστάσεων που τις διαφοροποιούν σαφώς σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο. Οι αιτούσες επικαλούνται, μεταξύ άλλων, την απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 1991 στην υπόθεση C-358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-2501, σκέψη 17). Εν προκειμένω, η International Traders Ferry και η UK Genetics είναι οι μόνες επιχειρήσεις οι οποίες αναπτύσσουν δραστηριότητα, αντιστοίχως, στον τομέα της μεταφοράς μόσχων προς άλλα κράτη μέλη και στον τομέα της εξαγωγής σπέρματος και εμβρύων βοοειδών από το Ηνωμένο Βασίλειο. Επιπλέον, κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίμαχης αποφάσεως, οι επιχειρήσεις αυτές είχαν αναλάβει συμβατικές υποχρεώσεις. Τέλος, η UK Genetics είχε συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις με ορισμένες τρίτες χώρες για τη σύναψη πρωτοκόλλων ρυθμίσεως υγειονομικών θεμάτων στον κτηνιατρικό τομέα, προκειμένου να λάβει την άδεια εισαγωγής στις χώρες αυτές γενετικού υλικού βοοειδών από το Ηνωμένο Βασίλειο. Η εταιρία RS και EM Wright, η οποία εξάγει δαμαλίδες με λευκό λίπος, υποστηρίζει ότι η απόφαση την αφορά ατομικά λόγω της ειδικής φύσεως του προϊόντος της, το οποίο προορίζεται αποκλειστικά για την ιταλική αγορά και για το οποίο δεν υπάρχει αγορά στο Ηνωμένο Βασίλειο.
37 Όσον αφορά τη National Farmers Union, επαγγελματική ένωση που εκπροσωπεί την πλειονότητα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην Αγγλία και την Ουαλία, η απόφαση την αφορά ατομικά, όπως υποστηρίζει η ίδια, διττώς. Πρώτον, η εν λόγω ένωση ενεργεί για λογαριασμό ορισμένων μελών της που η απόφαση αφορά ατομικά. Δεύτερον, έχει ίδιο έννομο συμφέρον, στο μέτρο που η απόφαση θίγει τη θέση της ως αντιπροσωπευτικού οργάνου, το οποίο αναγνωρίζουν οι αρμόδιες αρχές ως το ενδεδειγμένο να συμμετάσχει στη διαδικασία διαβουλεύσεων και διαπραγματεύσεων στα πλαίσια της επεξεργασίας και διατυπώσεως προτάσεων σχετικών με την πρόληψη της ΣΕΒ.
38 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η κύρια προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη. Κατ' αυτήν, η απόφαση αποτελεί πράξη γενικής ισχύος, εφαρμοζόμενη σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και παράγουσα τα αποτελέσματά της έναντι κατηγοριών προσώπων που αντιμετωπίζονται γενικά και αφηρημένα. Κατά την Επιτροπή, καμία από τις αιτούσες δεν θίγεται ως προς τη νομική κατάστασή της, λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τη διαφοροποιεί σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και την εξατομικεύει ως αποδέκτη.
* Ως προς το εκ πρώτης όψεως βάσιμο της αιτήσεως
39 Οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι, όπως συνάγεται σαφώς από τις αιτιολογικές σκέψεις της, η απόφαση δεν σκοπεί στο να παράσχει προστασία έναντι σοβαρού κινδύνου που απειλεί την υγεία των ζώων ή των ανθρώπων, αλλά στο να κατευνάσει τις "μεγάλες ανησυχίες [που έχουν δημιουργηθεί] στους καταναλωτές" λόγω της αβεβαιότητας σχετικά με τον κίνδυνο μεταδόσεως της ΣΕΒ στον άνθρωπο. Αυτή η ερμηνεία του περιεχομένου της αποφάσεως επιβεβαιώνεται, κατά την άποψή τους, από την ανάλυση του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε.
40 Συγκεκριμένα, τα νέα στοιχεία, τα οποία οδήγησαν στην έκδοση της αποφάσεως και τα οποία είχαν γνωστοποιηθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο στις 20 Μαρτίου 1996, αφορούσαν την εκδήλωση δέκα κρουσμάτων της νόσου Creutzfeldt-Jacob, για τα οποία η πλέον πιθανή εξήγηση, κατά τη γνώμη της ΣΕΣΕ, ήταν η έκθεση στον κίνδυνο προσβολής από τον μολυσματικό παράγοντα της ΣΕΒ πριν από τη θέσπιση, το 1989, με τις προαναφερθείσες Bovine Offal (Probihition) Regulations, της απαγορεύσεως που αφορούσε τα ειδικά παραπροϊόντα σφαγής βοοειδών. Ωστόσο, τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας έναντι του κινδύνου αυτού είχαν ήδη θεσπιστεί, ιδίως με τις αποφάσεις 94/474 και 92/290, καθώς και με την απόφαση 94/381/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1994, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων προστασίας που αφορούν τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών και τη χορήγηση πρωτεϊνών που προέρχονται από θηλαστικά (ΕΕ L 172, σ. 23), η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να απαγορεύσουν τη χρήση πρωτεϊνών προερχομένων από ιστούς θηλαστικών για τη διατροφή των μηρυκαστικών. Σε αντίθεση προς τις προγενέστερες αποφάσεις, η απόφαση 96/239 αποτελούσε, κατά τη διατύπωση του ανακοινωθέντος τύπου που είχε διανείμει η Επιτροπή την ίδια ημέρα (παράρτημα 14 του δικογράφου της κυρίας προσφυγής), ένα πρώτο μέτρο για τη σταθεροποίηση της καταστάσεως και για την καθησύχαση των καταναλωτών ότι το βόειο κρέας είναι αβλαβές, προκειμένου να προστατευθεί η οικεία ευρωπαϊκή βιομηχανία τόσο στο εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Επιπλέον, το εν λόγω ανακοινωθέν τύπου αναφερόταν στις δηλώσεις του αρμοδίου για θέματα γεωργίας και αγροτικής αναπτύξεως επιτρόπου, κατά τις οποίες, αν υποτεθεί ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της ΣΕΒ και της νόσου Creutzfeldt-Jacob, είναι προφανώς αποδεδειγμένο ότι ο κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία έχει εξαλειφθεί ή, στην χειρότερη περίπτωση, έχει περιοριστεί στο ελάχιστο μετά την επιβολή της απαγορεύσεως σχετικά με τα ειδικά παραπροϊόντα σφαγής βοοειδών το 1989.
41 Υπ' αυτές τις συνθήκες, οι αιτούσες υποστηρίζουν, πρώτον, ότι το καθού όργανο ήταν αναρμόδιο να εκδώσει την απόφαση. Οι οδηγίες 90/425 και 89/662 εξουσιοδοτούν την Επιτροπή να εκδώσει αποκλειστικά τα μέτρα εκείνα τα οποία, αφενός, προορίζονται να διασφαλίσουν την προστασία της υγείας των ζώων και των ανθρώπων από σοβαρό κίνδυνο και, αφετέρου, είναι αναγκαία προς τούτο. Επιπλέον, σε καμία περίπτωση οι εν λόγω οδηγίες δεν απονέμουν στην Επιτροπή την εξουσία να απαγορεύσει τις εξαγωγές από ένα κράτος μέλος προς τρίτες χώρες.
42 Δεύτερον, η απόφαση εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας, στο μέτρο που, σε αντίθεση προς τους επιδιωκομένους με τις δύο προαναφερθείσες οδηγίες * στις οποίες αυτή στηρίζεται * σκοπούς, ο κύριος στόχος της δεν είναι η προστασία της δημόσιας υγείας από σοβαρό κίνδυνο, αλλά η καθησύχαση των καταναλωτών για οικονομικούς λόγους.
43 Τρίτον, κατά τις αιτούσες, η απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε κατάλληλη για να κατευνάσει τις ανησυχίες των καταναλωτών ή να προστατεύσει την ανθρώπινη υγεία, αν υποτεθεί ότι η προσβαλλόμενη πράξη επιδιώκει όντως την προστασία της ανθρώπινης υγείας, πράγμα που αμφισβητούν οι αιτούσες.
44 Υπό την έποψη αυτή, τα προληπτικά μέτρα προστασίας της υγείας των ζώων και των ανθρώπων, που είχαν λάβει προηγουμένως τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και η Επιτροπή, ήσαν επαρκή. Από τα νέα στοιχεία που κοινοποίησε το Ηνωμένο Βασίλειο στις 20 Μαρτίου 1996 δεν προέκυπτε ότι η κατανάλωση βοείου κρέατος ή προϊόντων από βοοειδή συνεπαγόταν αυξημένο κίνδυνο, μη ληφθέντα υπόψη κατά την θέσπιση των προγενεστέρων προληπτικών μέτρων, η δικαιολογητική βάση των οποίων ήταν άλλωστε ο ενδεχόμενος κίνδυνος μεταδόσεως της ΣΕΒ στον άνθρωπο. Συναφώς, με την προαναφερθείσα γνωμάτευσή της της 22ας Μαρτίου 1996, η επιστημονική κτηνιατρική επιτροπή παρέσχε τη διαβεβαίωση ότι το αν η ΣΕΒ μεταδίδεται στον άνθρωπο είναι ζήτημα εντελώς ασαφές. Η επιτροπή τόνισε τη σημασία των ήδη ισχυόντων μέτρων για τη μείωση του κινδύνου εκθέσεως των ανθρώπων στον μολυσματικό παράγοντα της νόσου και πρότεινε μικρό αριθμό βελτιώσεων. Επομένως, η απόφαση στερείται οποιουδήποτε επιστημονικού ερείσματος. Ειδικότερα, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι αιτούσες παρατήρησαν ότι, ανεξάρτητα από το ζήτημα της αποτελεσματικότητας των προληπτικών μέτρων που θεσπίστηκαν πρό της εκδόσεως της αποφάσεως, η "καινοτομία" που επέφερε η απόφαση, επιβάλλοντας τόσο ριζικά μέτρα σε σχέση με τα προγενέστερα προληπτικά μέτρα, στερείται παντελώς λογικής βάσεως. Άλλωστε, κατά τις αιτούσες, η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν θεώρησε αναγκαίο ούτε να λάβει μέτρα σχετικά με τα προϊόντα που είχαν εξαχθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο πριν από την έναρξη ισχύος της αποφάσεως ούτε να επεκτείνει την απαγόρευση εξαγωγών στα άλλα κράτη μέλη, όπως π.χ. στη Γαλλία, όπου εντοπίστηκαν ορισμένα κρούσματα ΣΕΒ.
45 Επιπλέον, οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι η εν λόγω απόφαση, ενόψει, αφενός, του ότι παραβιάζει σοβαρά την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας και του ενιαίου χαρακτήρα της αγοράς και, αφετέρου, των καταστροφικών κοινωνικών και οικονομικών συνεπειών της στον τομέα του βοείου κρέατος στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχει προδήλως δυσανάλογο χαρακτήρα, εφόσον η Επιτροπή διέθετε τις ενδεδειγμένες εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες ήσαν λιγότερο περιοριστικές, υπό τη μορφή ενός συστήματος πιστοποιήσεως και/ή υποχρεωτικής επισημάνσεως, ικανού να διασφαλίσει ότι το κρέας ή οι μόσχοι προέρχονται από μη προσβεβλημένες από τη ΣΕΒ αγέλες και ότι η διατροφή τους δεν περιέχει ζωικές πρωτεΐνες.
46 Όσον αφορά ειδικότερα την απαγόρευση των εξαγωγών προς τρίτες χώρες, η Επιτροπή δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι οι υποτιθέμενες εκτροπές του εμπορίου θα ελάμβαναν τέτοια έκταση ώστε να δικαιολογούν τη θέσπιση του βαλλομένου μέτρου. Η πρόληψη της απάτης, τον κίνδυνο της οποίας επισείει το καθού όργανο, καθίσταται εφικτή με τη λήψη ενός προσφορότερου και λιγότερο περιοριστικού μέτρου, συνισταμένου στην απαγόρευση επανεισαγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε συνδυασμό με ένα κατάλληλο σύστημα πιστοποιήσεως.
47 Ενόψει όλων αυτών των παραμέτρων, οι αιτούσες ισχυρίζονται επικουρικώς ότι η απόφαση έχει δυσανάλογο χαρακτήρα, τουλάχιστον όσον αφορά, αφενός, την απαγόρευση εξαγωγών των επίμαχων προϊόντων προς τρίτες χώρες και, αφετέρου, την απαγόρευση εξαγωγών προς άλλα κράτη μέλη ορισμένων από τα προϊόντα αυτά, όπως είναι τα έμβρυα των βοοειδών, οι ζώντες μόσχοι ηλικίας κάτω των 6 μηνών, το νωπό κρέας βοοειδών ηλικίας κάτω των δυόμισι ετών κατά την ημερομηνία της σφαγής, το λίπος και η ζελατίνη.
48 Υπ' αυτές τις συνθήκες, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση των διαδίκων, οι αιτούσες διευκρίνισαν ότι, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η χορήγηση της αιτουμένης αναστολής εκτελέσεως δεν προδικάζει την απόφαση του Πρωτοδικείου επί της κυρίας προσφυγής. Συγκεκριμένα, η άρση της απαγορεύσεως των εξαγωγών ενόσω διαρκεί η διαδικασία της κυρίας προσφυγής δεν συνδέεται με κανένα κίνδυνο σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας.
49 Με τις παρατηρήσεις που ανέπτυξε κατά την προφορική διαδικασία, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τάχθηκε υπέρ των ισχυρισμών και επιχειρημάτων που ανέπτυξαν οι αιτούσες. Η εν λόγω κυβέρνηση υπογράμμισε ότι τόσο τα εθνικά όσο και τα κοινοτικά μέτρα που τέθηκαν σε εφαρμογή πριν από την έκδοση της αποφάσεως ήσαν κατάλληλα και επαρκή. Η εφαρμογή τους είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση των κρουσμάτων ΣΕΒ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα μέτρα ενέκρινε το διεθνές κτηνιατρικό forum της Παγκόσμιας Οργανώσεως Υγείας και το Διεθνές Γραφείο Επιζωοτιών, τα οποία δεν είχαν προτείνει συμπληρωματικά μέτρα με τις αντίστοιχες γνωματεύσεις τους της 3ης Απριλίου και της 12ης Μαΐου 1996. Η απόφαση, στερούμενη οποιασδήποτε επιστημονικής δικαιολογητικής βάσεως, επιδιώκει, κατά την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, έναν αμιγώς οικονομικό σκοπό, και συγκεκριμένα την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών.
50 Ειδικότερα, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου απορρίπτει το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η απόφαση δεν σκοπούσε κυρίως στην επιβολή απαγορεύσεως των εξαγωγών αλλά στη θέσπιση μέτρου ανασχέσεως. Ένα τέτοιο μέτρο δεν δικαιολογείται, δεδομένου ότι η ΣΕΒ μεταδίδεται στα βοοειδή με τη λήψη μολυσμένων τροφών. Δεν υπάρχει καμία επιστημονική απόδειξη για τη μεταδοτικότητα της νόσου από το ένα ζώο στο άλλο. Αντιθέτως, την άποψη ότι η μετάδοσή της δεν είναι δυνατή ούτε καθέτως ούτε οριζοντίως επιβεβαιώνει η θεαματική μείωση των κρουσμάτων ΣΕΒ που εκδηλώθηκαν μετά την επιβληθείσα το 1988 απαγόρευση χρήσεως των ζωικών πρωτεϊνών στις προοριζόμενες για τα βοοειδή ζωοτροφές.
51 Επομένως, το ζήτημα της προστασίας από τη ΣΕΒ έχει αμιγώς ιστορικό χαρακτήρα, στο μέτρο που έχει εξαλειφθεί η αιτία της μολύνσεως. Από 500 και πλέον επισήμους ελέγχους που πραγματοποιούνται κάθε μήνα και από τις πρόσφατες επιτόπιες επιθεωρήσεις των τροφών που προορίζονται για τα εκτρεφόμενα ζώα και των χώρων αποθηκεύσεως των ζωοτροφών αυτών δεν διαπιστώθηκε καμία παράβαση, με εξαίρεση μία μόνο ειδική περίπτωση. Επιπλέον, από το 1990, το Ηνωμένο Βασίλειο έθεσε σε εφαρμογή μέτρα επιτρέποντα να προσδιορίζεται η ταυτότητα των ζώων και να εξακριβώνεται αν έχουν γεννηθεί από αγελάδες για τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν μολυνθεί από τη ΣΕΒ ή αν έχουν έρθει σε επαφή με αγέλη στην οποία έχουν εκδηλωθεί κρούσματα ΣΕΒ. Υπ' αυτές τις συνθήκες, τα ζώα ή τα προϊόντα για τα οποία η απόφαση επιβάλλει απαγόρευση εξαγωγής δεν ενέχουν κανένα υπέρμετρο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπενθυμίζει συναφώς ότι ένα προϊόν πρέπει να θεωρείται ασφαλές αν ο επαγόμενος κίνδυνος είναι αμελητέος ή αποδεκτός, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του νωπού γάλακτος.
52 Η Επιτροπή παρατηρεί προκαταρκτικώς ότι, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς των αιτουσών, οι απαγορεύσεις των εξαγωγών που επιβάλλει η απόφαση χαρακτηρίζονται σαφώς ως επείγοντα μέτρα με προσωρινό χαρακτήρα, τα οποία πρόκειται να επανεξεταστούν, ιδίως βάσει των μεταγενεστέρων μέτρων που οφείλει να λάβει το Ηνωμένο Βασίλειο. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η χορήγηση της αιτουμένης αναστολής εκτελέσεως προδικάζει την απόφαση του Πρωτοδικείου επί της κυρίας προσφυγής.
53 Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εμπίπτει στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της, δεν συνιστά κατάχρηση εξουσίας και είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Η Επιτροπή διευκρινίζει καταρχάς ότι η απόφαση αποτελεί εφαρμογή μιας πολιτικής ανασχέσεως, η οποία θεωρείται από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα ως θεμιτή και αναγκαία αντίδραση στις επικίνδυνες ασθένειες, ώστε να καταστεί δυνατή η εξάλειψή τους. Αυτός ο σκοπός προστασίας της δημόσιας υγείας εντάσσεται στην προοπτική της υλοποιήσεως της ενιαίας αγοράς, σύμφωνα με τους στόχους των οδηγιών που συνιστούν τη νομική βάση της αποφάσεως.
54 Εν προκειμένω, από τα νέα στοιχεία που κοινοποίησε το Ηνωμένο Βασίλειο στις 20 Μαρτίου 1996 προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού κινδύνου για την υγεία των ανθρώπων, κατά την έννοια των εν λόγω οδηγιών. Ενώ τα μέτρα που είχαν θεσπιστεί προηγουμένως από το Ηνωμένο Βασίλειο και από την Επιτροπή στηρίζονταν στην απλή υπόθεση ότι η ΣΕΒ μπορούσε να μεταδοθεί στον άνθρωπο, στη γνωμάτευση της ΣΕΣΕ υποστηρίζεται για πρώτη φορά ότι τα δέκα διαγνωσθέντα κρούσματα της νόσου Creutzfeldt-Jacob οφείλονταν πιθανότατα στην έκθεση των ασθενών στον μολυσματικό παράγοντα της ΣΕΒ πριν από τη θέσπιση, το 1989, της απαγορεύσεως που αφορούσε τα ειδικά παραπροϊόντα σφαγής βοοειδών.
55 Κατά την ακρόαση, η Επιτροπή υπογράμμισε τη δυσχέρεια προσδιορισμού της ταυτότητας των βοοειδών, λόγω της μακράς περιόδου επωάσεως της νόσου και των συχνών στην πράξη μετακινήσεων των ζώων από ένα αγρόκτημα σε άλλο. Ειδικότερα, ένα ζώο το οποίο εκδηλώνει τη ΣΕΒ ενόσω διαβιώνει σε ένα αγρόκτημα ενδέχεται να έχει προσβληθεί σε άλλο αγρόκτημα, με τη λήψη μολυσμένης τροφής, πράγμα που σημαίνει ότι όλα τα ζώα του δευτέρου αυτού αγροκτήματος έχουν εκτεθεί στον κίνδυνο μολύνσεως. Επιπλέον, μολονότι η πλειονότητα των 160 000 κρουσμάτων ΣΕΒ που έχουν διαγνωστεί από το 1988 στο Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να αποδοθεί στη χρήση ζωικών πρωτεϊνών στις τροφές που προορίζονται για τα βοοειδή, με τα διαθέσιμα σήμερα επιστημονικά δεδομένα, δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπάρχουν και άλλοι τρόποι μεταδόσεως. Ειδικότερα, παραμένει ανοικτό το ζήτημα της εκ μητρός και της οριζόντιας μεταδόσεως της ΣΕΒ. Το ζήτημα αυτό αποτελεί αντικείμενο διαρκών εξετάσεων και επιστημονικών ερευνών εκ μέρους των αρμοδίων αρχών. Η δυνατότητα άρσεως της απαγορεύσεως για ορισμένα προϊόντα, όπως οι ζώντες μόσχοι ηλικίας κάτω των 6 ετών, τα έμβρυα ή ορισμένα νωπά βόεια κρέατα, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σοβαρά παρά υπό το φως των πορισμάτων των ερευνών αυτών και μόνον αφού οι προβλεπόμενοι προς τούτο μηχανισμοί έχουν ήδη λειτουργήσει.
56 Ως προς την επέκταση της απαγορεύσεως στις εξαγωγές προς τις τρίτες χώρες, η απαγόρευση αυτή είναι αναγκαία, κατά την άποψη της Επιτροπής, στο πλαίσιο της πολιτικής ανασχέσεως που ακολουθείται με την απόφαση. Η απαγόρευση δικαιολογείται από λόγους προλήψεως της απάτης και από το ότι είναι αδύνατο να παρασχεθούν εγγυήσεις για την τήρηση των καταλλήλων μεθόδων επεξεργασίας, όσον αφορά τα παράγωγα προϊόντα που εισάγονται στην Κοινότητα.
57 Υπ' αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη, αφενός, του κινδύνου εκθέσεως στη ΣΕΒ, η οποία είναι πολύ πιθανό να μεταδίδεται στον άνθρωπο και, αφετέρου, της σοβαρότητας της νόσου Creutzfeldt-Jacob, η απόφαση συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας.
* Ως προς το επείγον
58 Οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι η απόφαση δεν έχει προηγούμενο. Μολονότι παρουσιάζεται ως επείγον μέτρο, δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, αφορά όλα τα προϊόντα του τομέα του βοείου κρέατος και συνεπάγεται την αναστολή όλων των εξαγωγών των προϊόντων αυτών από το Ηνωμένο Βασίλειο.
59 Οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι, αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως, ορισμένες από αυτές θα εξαφανιστούν από την αγορά. Τούτο θα συμβεί στην περίπτωση της International Traders Ferry, για την οποία οι εξαγωγές μόσχων αντιπροσωπεύουν το 80 % του κύκλου εργασιών της. Η εταιρία δεν προσπορίστηκε κανένα έσοδο αφότου εκδόθηκε η απόφαση, ενώ οι τράπεζες με τις οποίες συναλλάσσεται αρνήθηκαν, λόγω της αποφάσεως αυτής, να της εγκρίνουν επιπλέον οικονομική υποστήριξη. Υποχρεώθηκε να παύσει να καταβάλλει τους μισθούς των υπαλλήλων της, ενώ είναι σε θέση να ανταπεξέλθει στα γενικά έξοδά της μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα μεταξύ τριών και έξι μηνών. Η εταιρία RS and EM Wright, οι δραστηριότητες της οποίας συνίστανται σε ποσοστό 94 % στην εξαγωγή δαμαλίδων με λευκό λίπος στην Ιταλία, έχει επίσης απολέσει το 94 % των εσόδων της λόγω της εφαρμογής της αποφάσεως.
60 Η UK Genetics θα υποχρεωθεί να διακόψει ένα σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων της και θα απολέσει οριστικά το μερίδιό της στην αγορά. Η εταιρία έχει αναπτύξει ένα εξαγωγικό εμπόριο σπέρματος και εμβρύων βοοειδών με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, τη Βραζιλία, τη Χιλή, τη Νότιο Αφρική, τη Νέα Ζηλανδία, την Ταϋλάνδη και την Κορέα, το οποίο μέχρι τον Απρίλιο του 1995 αντιπροσώπευε το 38 % του ετησίου κύκλου εργασιών της και το 24 % του κύκλου εργασιών της του επομένου έτους.
61 Η National Farmers' Union θα υποστεί, όπως υποστηρίζουν οι αιτούσες, σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, εξαιτίας της απειλής που συνιστά η απόφαση για την απασχόληση και τα μέσα διαβιώσεως των μελών της.
62 Κατά την ακρόαση των διαδίκων, οι αιτούσες διευκρίνισαν ότι για την εκτίμηση της ζημίας που υπέστησαν έχουν λάβει υπόψη τα θεσπισθέντα κοινοτικά ή εθνικά μέτρα στηρίξεως στον τομέα του βοείου κρέατος. Εξάλλου, κατά τις αιτούσες, ορισμένες από αυτές, όπως η International Traders Ferry, δεν επωφελήθηκαν από κανένα από τα μέτρα αυτά.
63 Κατά την Επιτροπή, οι αιτούσες δεν απέδειξαν ότι, σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεώς τους περί αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως, υπάρχει κίνδυνος να υποστούν σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Πρώτον, οι αιτούσες δεν έλαβαν υπόψη το σύνολο των μέτρων στηρίξεως της αγοράς και των λοιπών μέτρων στηρίξεως που θέσπισαν η Επιτροπή ή το Συμβούλιο για την αντιμετώπιση της κρίσεως που προκλήθηκε από τη γνωμάτευση της ΣΕΣΕ. Κατά την ακρόαση των διαδίκων, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι τα μέτρα αυτά θα επιβαρύνουν τον κοινοτικό προϋπολογισμό με πρόσθετη δαπάνη ύψους περίπου 1,5 δισεκατομμυρίου ECU το 1996 και 1 δισεκατομμυρίου ECU το 1997. Δεύτερον, τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα δεν θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, η οποία κλονίστηκε από τις γνωματεύσεις της ΣΕΣΕ και όχι από την απόφαση. Επομένως, τα μέτρα δεν θα έχουν στην πράξη παρά ελάχιστες επιπτώσεις επί της ζημίας που οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν. Τρίτον, η φερόμενη ζημία δεν είναι σοβαρή και ανεπανόρθωτη. Έχει οικονομικό χαρακτήρα και αντανακλά έναν εμπορικό κίνδυνο τον οποίο είχαν αποδεχτεί οι ήδη ενήμεροι του προβλήματος της ΣΕΒ επιχειρηματίες.
* Ως προς τη στάθμιση των συμφερόντων
64 Οι αιτούσες, υποστηριζόμενες από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ισχυρίζονται ότι η μερική ή ολική αναστολή της εκτελέσεως της αποφάσεως δεν ενέχει κανέναν κίνδυνο για τα ζώα ή για τη δημόσια υγεία, εφόσον προστατεύονται ήδη με τα μέτρα που έθεσαν σε εφαρμογή το Ηνωμένο Βασίλειο και η Κοινότητα πριν από την έκδοση της αποφάσεως. Αντιστρόφως, ορισμένες από τις αιτούσες διατρέχουν τον κίνδυνο να εξαφανιστούν από την αγορά σε περίπτωση απορρίψεως της παρούσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
65 Η Επιτροπή τονίζει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι αιτούσες διατρέχουν τον κίνδυνο να υποστούν σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, γεγονός το οποίο αμφισβητεί, πρέπει να ληφθεί υπόψη η φύση της ζημίας που κινδυνεύουν να υποστούν όχι μόνον οι διάδικοι, αλλά και οι τρίτοι, καθώς και η πιθανότητα επελεύσεώς της. Η προστασία της δημόσιας υγείας είναι ουσιωδώς σημαντικότερη από τα εμπορικά συμφέροντα που επικαλούνται οι αιτούσες. Επιπλέον, ενόψει της σοβαρότητας της νόσου Creutzfeldt-Jacob, της οποίας τα πρόσφατα κρούσματα οφείλονται πιθανότατα σε έκθεση στη ΣΕΒ, και του ευρέος στρώματος του πληθυσμού της Κοινότητας που είναι εκτεθειμένος στον κίνδυνο να προσβληθεί από τη νόσο αυτή, η στάθμιση των συμφερόντων ευνοεί προδήλως τη διατήρηση σε ισχύ των προσβαλλομένων επειγόντων μέτρων.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
* Ως προς το αντικείμενο της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως
66 Ενόψει, αφενός, του κανονιστικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η απόφαση (βλ. ανωτέρω, σκέψη 8) και, αφετέρου, της τροποποιήσεώς της με την απόφαση 96/362 (βλ. ανωτέρω, σκέψη 20), πρέπει να προσδιοριστεί ποιο είναι στην πράξη το ακριβές αντικείμενο της παρούσας αιτήσεως προσωρινών μέτρων, πριν εξεταστεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη λήψη τους.
67 Όσον αφορά, καταρχάς, τα αποτελέσματα της αποφάσεως της 11ης Ιουνίου 1996, η μόνη συνέπεια που είχε μέχρι σήμερα ήταν η άρση της απαγορεύσεως εξαγωγής ενός από τα προϊόντα που αφορούσε και, συγκεκριμένα, του σπέρματος βοοειδών. Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή επιβεβαίωσε, κατά την ακρόαση των διαδίκων, ότι η απαγόρευση των εξαγωγών εξακολουθεί να ισχύει για το λίπος και τη ζελατίνη, στο μέτρο που οι έλεγχοι, η διενέργεια των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για την κατάργηση της απαγορεύσεως, δεν έχουν ακόμη τεθεί σε εφαρμογή. 'Αλλωστε, οι αιτούσες δήλωσαν κατά την ακρόαση ότι η έκδοση της τροποποιητικής αποφάσεως δεν είχε καμία επίπτωση επί των αιτημάτων τους στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, για το σύνολο των προϊόντων που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση, με εξαίρεση το σπέρμα βοοειδών.
68 Επομένως, σε αντίθεση προς την άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η παρούσα αίτηση αναστολής εκτελέσεως δεν κατέστη άνευ αντικειμένου, όσον αφορά την απαγόρευση εξαγωγών του λίπους και της ζελατίνης, δεδομένου ότι δεν έχουν ακόμη ληφθεί τα μέτρα των οποίων η θέσπιση αποτελεί προϋπόθεση για την άρση της απαγορεύσεως.
69 Ακολούθως, όσον αφορά την οριοθέτηση του αντικειμένου της παρούσας αιτήσεως, στο νομικό πλαίσιο των προληπτικών μέτρων που είχε θεσπίσει η Κοινότητα προκειμένου να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που συνδέονται με τη ΣΕΒ πριν από την έκδοση της αποφάσεως, από την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προκύπτει σαφώς ότι οι αιτούσες ζητούν απλώς την αναστολή εκτελέσεως των νέων μέτρων περί απαγορεύσεως των εξαγωγών που επιβάλλει η απόφαση. Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, οι αιτούσες δεν δύνανται να αμφισβητήσουν το κύρος των κοινοτικών κανόνων που είχαν θεσπιστεί προγενέστερα (βλ. ανωτέρω, σκέψη 8).
* Ως προς τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της αναστολής εκτελέσεως
70 Εν προκειμένω, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής υποχρεούται να διαπιστώσει αν πληρούνται οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αναστολής εκτελέσεως, χωρίς να προαπαιτείται η εξέταση του παραδεκτού της κυρίας προσφυγής. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα αυτό δεν πρέπει, καταρχήν, να εξετάζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, αλλά κατά την εξέταση της κυρίας προσφυγής, εκτός αν αυτή παρίσταται, εκ πρώτης όψεως, προδήλως απαράδεκτη. Η απόφανση επί του παραδεκτού κατά το στάδιο των ασφαλιστικών μέτρων, όταν αυτό δεν αποκλείεται εντελώς prima facie, προδικάζει σε τελευταία ανάλυση την απόφαση του Πρωτοδικείου επί της κυρίας προσφυγής (βλ. τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Αυγούστου 1987 στην υπόθεση 209/87 R, EISA κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 3453, σκέψη 10, και τις διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Νοεμβρίου 1995 στην υπόθεση Τ-168/95 R, Eridania κ.λπ. κατά Συμβουλίου, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 27, και της 22ας Δεκεμβρίου 1995 στην υπόθεση Τ-219/95 R, Danielsson κ.λπ. κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 58).
71 Στην παρούσα δίκη, ενόψει των περιστάσεων της υποθέσεως και των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι αιτούσες, η εκτίμηση του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως απαιτεί μια περισσότερο εμπεριστατωμένη εξέταση * και εναπόκειται στο Πρωτοδικείο να το πράξει όταν αποφανθεί επί της κυρίας υποθέσεως * στην οποία ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν μπορεί να προβεί, στο πλαίσιο της συνοπτικής εκτιμήσεώς του, χωρίς να προδικάσει την απόφαση επί της κυρίας προσφυγής.
* Ως προς το εκ πρώτης όψεως βάσιμο της αιτήσεως
72 Κατόπιν των προκαταρκτικών αυτών παρατηρήσεων, πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί αν οι τρεις ισχυρισμοί των αιτουσών, οι οποίοι αφορούν αντιστοίχως την έλλειψη αρμοδιότητας της Επιτροπής, την κατάχρηση εξουσίας και την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής εκτελέσεως.
73 Οι δύο πρώτοι από τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς στηρίζονται, κατ' ουσίαν, στην υπόθεση ότι η απόφαση επιδιώκει έναν αμιγώς οικονομικό σκοπό, ήτοι την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στον τομέα του βοείου κρέατος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Ο σκοπός αυτός δεν συγκαταλέγεται στους στόχους των οδηγιών 90/425 και 89/662, οι οποίες εξουσιοδοτούν την Επιτροπή να λαμβάνει αποκλειστικά μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας στον τομέα του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
74 Εκ πρώτης όψεως, η επιχειρηματολογία αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη ή υπερβολικά στενή ερμηνεία, αφενός, των στόχων της αποφάσεως και, αφετέρου, του σκοπού και της εκτάσεως εφαρμογής των προαναφερθεισών οδηγιών 90/425 και 89/662.
75 Οι εν λόγω οδηγίες, οι οποίες αποτελούν τη νομική βάση της αποφάσεως, εκδόθηκαν από το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 43 της Συνθήκης, η παράγραφος 3 του οποίου εξουσιοδοτεί το όργανο αυτό να εκδίδει κανονισμούς ή οδηγίες και να λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με τη χάραξη και την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής. Οι οδηγίες αυτές περιέχουν ορισμένες διατάξεις σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που σκοπούν να διασφαλίσουν την προστασία της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων, με προοπτική την υλοποίηση της ενιαίας αγοράς. Απηχούν το γεγονός ότι η αναγόμενη στην προστασία της δημόσιας υγείας μέριμνα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινής γεωργικής πολιτικής. Συναφώς, είναι αληθές ότι, όπως τόνισε η Επιτροπή κατά την ακρόαση, επικαλούμενη τις αιτιολογικές σκέψεις των οδηγιών (βλ., ιδίως, τρίτη και έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/425), η πραγματική εγκαθίδρυση ενιαίας αγοράς προϋποθέτει επαρκείς εγγυήσεις στον τομέα της προστασίας της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων. Πάντως, το να λαμβάνονται υπόψη οι πτυχές που αφορούν την προστασία της δημόσιας υγείας δεν συνδέεται μόνο με τη συγκεκριμένη ανάγκη ενισχύσεως ή, εν προκειμένω, αποκαταστάσεως της εμπιστοσύνης των καταναλωτών ώστε να καταστεί δυνατή η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Ο βασικός λόγος για τον οποίο λαμβάνονται υπόψη οι πτυχές αυτές έγκειται κυρίως σε υπέρτερες επιταγές, αναγόμενες στην προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών, στις οποίες εδράζεται όλη η κοινοτική έννομη τάξη. Εξάλλου, η προστασία της δημόσιας υγείας συγκαταλέγεται ρητά στους σκοπούς που ορίζει η Συνθήκη, η οποία προβλέπει, ιδίως στο άρθρο 129, παράγραφος 1, ότι η Κοινότητα συμβάλλει στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας του ανθρώπου και ότι οι απαιτήσεις στον τομέα της προστασίας της υγείας αποτελούν συνιστώσα των άλλων πολιτικών της Κοινότητας. Στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, τα κοινοτικά όργανα οφείλουν επομένως να λαμβάνουν υπόψη τις επιταγές που αφορούν ιδίως την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, πράγμα που μπορεί να συνεπάγεται, κατά περίπτωση, τη θέσπιση καταλλήλων μέτρων προς διασφάλιση επαρκούς προστασίας της δημόσιας υγείας.
76 Υπό την έποψη αυτή, το άρθρο 10 της οδηγίας 90/425 και το άρθρο 9 της οδηγίας 89/662 επιβάλλουν σε κάθε κράτος μέλος την υποχρέωση να ανακοινώνει αμέσως στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή την εμφάνιση οποιασδήποτε ζωονόσου, ασθενείας ή αιτίας που ενδέχεται να συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή για την υγεία των ανθρώπων, αλλά και επιτρέπουν στα κράτη μέλη και στην Επιτροπή να λαμβάνουν συντηρητικά μέτρα, μέχρις ότου ληφθούν τα σχετικά μέτρα. Στο τέταρτο εδάφιό τους, τα άρθρα αυτά προβλέπουν ότι, σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή εξετάζει την κατάσταση το συντομότερο δυνατό. Τα εν λόγω άρθρα εξουσιοδοτούν το όργανο αυτό να θεσπίζει, μέσω της διαδικασίας της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής, "τα απαραίτητα μέτρα για τα ζώα και τα προϊόντα που αναφέρονται [στις οδηγίες] και, αν το επιβάλλει η κατάσταση, για τα παράγωγα προϊόντα των εν λόγω ζώων". Επομένως, ελλείψει οποιασδήποτε άλλης διευκρινίσεως, τα άρθρα αυτά απονέμουν στην Επιτροπή ευρύτατη εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την επιλογή των μέτρων προς αντιμετώπιση ενός σοβαρού κινδύνου για τη δημόσια υγεία.
77 Ειδικότερα, το ζήτημα αν η Επιτροπή είναι αρμόδια, βάσει των προαναφερθέντων άρθρων, για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων απαγορεύσεως των εξαγωγών ορισμένων προϊόντων προς τις τρίτες χώρες πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των αρχών και των σκοπών που προεκτέθηκαν. Υπό την έποψη αυτή, δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να συντρέχει κανένας λόγος αποκλείων μια τέτοια αρμοδιότητα, όταν πρόκειται για ασθένεια που εμφανίζει "σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή την υγεία των ανθρώπων" και που καθιστά απαραίτητη τη θέσπιση μέτρων ανασχέσεως, ώστε να αποτραπεί η εξάπλωσή της και να καταστεί δυνατή η εξάλειψή της, αν η Επιτροπή θεωρεί ότι η φύση και η σοβαρότητα του κινδύνου δικαιολογούν την απομόνωση της περιοχής όπου έχουν σημειωθεί κρούσματα όχι μόνο σε σχέση με τα άλλα κράτη μέλη αλλά και σε σχέση με τις τρίτες χώρες, προκειμένου ακριβώς να διασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα των μέτρων προστασίας στο εσωτερικό της Κοινότητας. Εκ πρώτης όψεως, οι επίδικες οδηγίες δεν επιβάλλουν συναφώς κανέναν άλλο ρητό ή σιωπηρό περιορισμό ή φραγμό στις εξουσίες που διαθέτει η Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής, για τη διασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας εντός μιας ενιαίας αγοράς, πέραν εκείνων που συνδέονται με τον "αναγκαίο" χαρακτήρα των λαμβανομένων μέτρων. Το γεγονός το οποίο επικαλούνται οι αιτούσες, ότι δηλαδή οι τίτλοι των οδηγιών κάνουν λόγο για "κτηνιατρικούς ελέγχους (...) που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο" δεν πρέπει καταρχήν να οδηγήσει σε μια στενή ερμηνεία των συναφών αρμοδιοτήτων της Επιτροπής προς διασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας στην εν λόγω αγορά. Τούτο εξηγείται καταρχήν από το γεγονός και μόνον ότι οι οδηγίες επιδιώκουν την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά τα ζώα και τα προϊόντα ζωικής προελεύσεως, πράγμα που προϋποθέτει την προοδευτική κατάργηση των κτηνιατρικών ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της Κοινότητας και την αντικατάστασή τους από ελέγχους στον τόπο αποστολής και, κατά συνέπεια, εναρμόνιση των βασικών επιταγών προστασίας της υγείας των ζώων, αλλά και την απονομή αρμοδιοτήτων στην Κοινότητα όσον αφορά τα μέτρα διασφαλίσεως (βλ., ιδίως, την τέταρτη και δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/425).
78 Σ' αυτό το νομικό πλαίσιο, από την ανάλυση των αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως προκύπτει, εκ πρώτης όψεως, ότι τα επείγοντα μέτρα που θεσπίστηκαν σκοπούν να προστατεύσουν τη δημόσια υγεία από τον κίνδυνο μεταδόσεως της ΣΕΒ στον άνθρωπο, επειδή, ως έχει σήμερα η κατάσταση, "ο κίνδυνος είναι υπαρκτός". Το γεγονός ότι τα επίδικα μέτρα σκοπούν επίσης να κατευνάσουν τις ανησυχίες που έχουν προκαλέσει στους καταναλωτές τα πρόσφατα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τον προαναφερθέντα κίνδυνο, που έδωσε στη δημοσιότητα η ΣΕΣΕ, ουδόλως μεταβάλλει τον πρωταρχικό σκοπό της αποφάσεως, ήτοι την προστασία της δημόσιας υγείας εντός της Κοινότητας, όπως επιβεβαιώνεται εξάλλου από τα μέτρα τα οποία προηγήθηκαν της αποφάσεως και τα οποία παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις της. Πράγματι, η Επιτροπή αναφέρει καταρχάς ότι, "για την προστασία της υγείας των ζώων και της δημόσιας υγείας στην Κοινότητα", εξέδωσε ορισμένες αποφάσεις, που απαριθμεί, σχετικά με τη θέσπιση μέτρων προστασίας κατά της ΣΕΒ. Ακολούθως, αναφέρεται στα στοιχεία που της γνωστοποίησε στις 20 Μαρτίου 1996 η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου όσον αφορά τα συμπληρωματικά μέτρα που έλαβε "κατόπιν της δημοσιεύσεως νέων πληροφοριακών στοιχείων σχετικά με την εμφάνιση ορισμένων κρουσμάτων της νόσου Creutzfeldt-Jacob στο εν λόγω κράτος μέλος". Στο πλαίσιο της ίδιας συλλογιστικής, με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή θεμελιώνει την επεκτεινόμενη στις εξαγωγές προς τις τρίτες χώρες απαγόρευση στη βούλησή της να αποτρέψει τις εκτροπές του εμπορίου. Κατά την ακρόαση, η Επιτροπή διευκρίνισε συναφώς ότι η απαγόρευση των εξαγωγών προς τις τρίτες χώρες δικαιολογούνταν εν προκειμένω από την ανάγκη να απομονωθεί εντελώς η περιοχή όπου είχαν σημειωθεί κρούσματα ΣΕΒ. Για όλους αυτούς τους λόγους, η άποψη των αιτουσών ότι η απόφαση επιδιώκει αμιγώς οικονομικό σκοπό παρίσταται ασυμβίβαστη όχι μόνο προς το ίδιο το περιεχόμενο της αποφάσεως αλλά και προς το πλαίσιο και τις συνθήκες εκδόσεώς της.
79 Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς των αιτουσών, το συμπέρασμα αυτό δεν αντιφάσκει προς το ανακοινωθέν τύπου που διένειμε η Επιτροπή στις 27 Μαρτίου 1996, όπου αναφερόταν ότι το εν λόγω όργανο "θέσπισε σήμερα σειρά προσωρινών μέτρων για την αντιμετώπιση της ΣΕΒ", γεγονός το οποίο εξάλλου φαίνεται μάλλον να επιβεβαιώνει την άποψη ότι η απόφαση σκοπεί στην προστασία της υγείας των ζώων και της δημόσιας υγείας. Εν πάση περιπτώσει, ένα τέτοιο ανακοινωθέν στερείται οποιασδήποτε νομικής αξίας και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να επηρεάσει την ερμηνεία των σαφών και ρητών αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως. Επιπλέον, η Επιτροπή νομιμοποιούνταν να αποφασίσει να δώσει έμφαση, με το ανακοινωθέν της, στις πτυχές που αφορούν την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών, οι οποίες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους θιγομένους από την κρίση του τομέα του βοείου κρέατος επιχειρηματίες.
80 Επομένως, εκ του αντικειμένου και του σκοπού της, η απόφαση φαίνεται σύμφωνη προς τις επίδικες οδηγίες. Στο παρόν στάδιο, δεν απαιτείται να εξεταστεί αν, εκ πρώτης όψεως, η Επιτροπή υπερέβη τις αρμοδιότητές της καθόσον η απόφαση δεν ήταν αναγκαία προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος που ενέχει η ΣΕΒ. Αρκεί να τονιστεί ότι η απόφαση σκοπεί να διασφαλίσει την προστασία της δημόσιας υγείας από έναν σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή την υγεία των ανθρώπων, όπως επιβάλλουν οι συναφείς διατάξεις των οδηγιών. Ενόψει των διαστάσεων που έλαβε η εξάπλωση της ΣΕΒ στο βόειο κεφάλαιο του Ηνωμένου Βασιλείου και του "ενδεχομένου" να είναι δυνατή η μετάδοσή της στον άνθρωπο, είναι προφανής η σοβαρότητα του κινδύνου που συνδέεται με την ασθένεια αυτή, χωρίς μάλιστα αυτό να αμφισβητείται από τις αιτούσες. Οι αιτούσες αμφισβητούν αποκλειστικά την αρμοδιότητα της Επιτροπής, με το αιτιολογικό ότι ο κίνδυνος δεν ήταν καινοφανής και είχε ήδη οδηγήσει στην προγενέστερη θέσπιση, ιδίως από την Επιτροπή, πρόσφορων προληπτικών μέτρων. Η επιχειρηματολογία αυτή, η οποία ανάγεται μάλλον στην εκτίμηση του κατά πόσον η απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, δεν φαίνεται να έχει την παραμικρή σημασία στο πλαίσιο της εξετάσεως της αρμοδιότητας του καθού οργάνου.
81 Επομένως, οι δύο πρώτοι ισχυρισμοί των αιτουσών, οι οποίοι αφορούν την έλλειψη αρμοδιότητας της Επιτροπής και την εκ μέρους της κατάχρηση εξουσίας, φαίνονται εκ πρώτης όψεως αβάσιμοι, τόσο σε σχέση με τα μέτρα απαγορεύσεως των εξαγωγών προς άλλα κράτη μέλη όσο και με τα μέτρα εκείνα που αφορούν τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες.
82 Προς στήριξη του τρίτου ισχυρισμού τους, ο οποίος αφορά την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, οι αιτούσες επικαλούνται, κατ' ουσίαν, το ότι την έκδοση της αποφάσεως δεν υπαγόρευσε η εμφάνιση κάποιου νέου κινδύνου, συνδεομένου με τη ΣΕΒ, ο οποίος δεν είχε καν οδηγήσει στη θέσπιση πρόσφορων μέτρων προστασίας, κατ' εφαρμογή των συναφών διατάξεων των οδηγιών 90/425 και 89/662.
83 Η επιχειρηματολογία αυτή αναιρείται, εκ πρώτης όψεως, από τις περιστάσεις που οδήγησαν στην έκδοση της αποφάσεως και, ειδικότερα, από το ίδιο το περιεχόμενο των πληροφοριακών στοιχείων σχετικά με τα συμπληρωματικά μέτρα προστασίας που έλαβε το Ηνωμένο Βασίλειο κατόπιν της δημοσιεύσεως της γνωματεύσεως της ΣΕΣΕ της 20ής Μαρτίου 1996 (βλ. ανωτέρω, σκέψεις 9 έως 11), τα οποία διαβίβασε στην Επιτροπή η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Ειδικότερα, η διάγνωση από τη μονάδα παρακολουθήσεως της νόσου Creutzfeldt-Jacob στο Εδιμβούργο δέκα κρουσμάτων μιας μέχρι τότε άγνωστης μορφής της νόσου, με "πλέον πιθανή επί του παρόντος" εξήγηση αυτή της εκθέσεως στη ΣΕΒ, αποτελούσε ένα νέο στοιχείο που δικαιολογούσε την επανεξέταση της καταστάσεως από την Επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425 και του άρθρου 9 της οδηγίας 89/662.
84 Πράγματι, μολονότι είναι αληθές ότι το κοινοτικό προληπτικό καθεστώς που είχε θεσπιστεί πριν από την έκδοση της αποφάσεως στηριζόταν στην υπόθεση ότι η ΣΕΒ μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο, η υπόθεση αυτή δεν στηριζόταν, μέχρι τότε, σε κανένα ιατρικό ή εργαστηριακό πόρισμα. Η προαναφερθείσα γνωμάτευση της ΣΕΣΕ κάνει τον πρώτον λόγο για δέκα ασυμπτωματικά κρούσματα της νόσου Creutzfeldt-Jacob, τα οποία, σύμφωνα με την πλέον ευλογοφανή εξήγηση που δίδουν τα αρμόδια τεχνικά όργανα, είναι δυνατό να οφείλονται σε έκθεση στον μολυσματικό παράγοντα της ΣΕΒ. Εξάλλου, η σημασία και η σοβαρότητα του νέου αυτού στοιχείου ελήφθησαν υπόψη από το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο θέσπισε συμπληρωματικά προληπτικά μέτρα προς αντιμετώπιση του ενδεχομένου κινδύνου μεταδόσεως της ΣΕΒ στον άνθρωπο.
85 Ωστόσο, οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι οι νέες αυτές ιατρικές διαπιστώσεις, οι οποίες ενισχύουν την άποψη ότι η ΣΕΒ μεταδίδεται στον άνθρωπο, δεν μεταβάλλουν αισθητά τα δεδομένα του προβλήματος, όσον αφορά την πρόληψη των κινδύνων που συνδέονται με τη ΣΕΒ. Πράγματι, η πλέον πιθανή εξήγηση των δέκα κρουσμάτων που προαναφέρθηκαν, την οποία προβάλλει η ΣΕΣΕ με τη γνωμάτευσή της, έγκειται σε "έκθεση των ασθενών στη ΣΕΒ πριν από τη θέσπιση, το 1989, της απαγορεύσεως σχετικά με τα ειδικά παραπροϊόντα σφαγής βοοειδών" από το Ηνωμένο Βασίλειο.
86 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η άποψη που προβάλλουν οι αιτούσες και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι ο ενδεχόμενος κίνδυνος μεταδόσεως της νόσου στον πληθυσμό ανέκυψε μόνο κατά την περίοδο που προηγήθηκε της θεσπίσεως προληπτικών μέτρων από το Ηνωμένο Βασίλειο, δεν στηρίζεται, εκ πρώτης όψεως, σε κανένα επιστημονικό πόρισμα. Πράγματι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι τα δέκα κρούσματα της νόσου Creutzfeldt-Jacob που προαναφέρθηκαν εξηγούνται, σύμφωνα με την πλέον ευλογοφανή άποψη, από έκθεση των ασθενών στη ΣΕΒ προ του 1989, τούτο δεν δημιουργεί καμία βεβαιότητα, ενόψει ιδίως της μακράς περιόδου επωάσεως της ασθενείας, περί της ανυπαρξίας, έκτοτε, κινδύνου μολύνσεως συνδεομένου με τη ΣΕΒ. Υπό την έποψη αυτή, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση The Lancet (όπ.π., σ. 924-925) και το οποίο υπογράφει, μεταξύ άλλων, ο δρ. Will, η έκθεση του πληθυσμού στον μολυσματικό παράγοντα της ΣΕΒ είχε λάβει πιθανώς μεγαλύτερες διαστάσεις κατά τη δεκαετία του '80 και ιδίως περί τα τέλη της δεκαετίας αυτής, πριν από τη θέσπιση της απαγορεύσεως σχετικά με τα ειδικά παραπροϊόντα σφαγής βοοειδών. Τούτο είναι εύλογο, δεδομένου ότι η περίοδος επωάσεως για τα συγκεκριμένα κρούσματα διήρκεσε από πέντε έως δέκα έτη. Οι συγγραφείς του άρθρου προσθέτουν ωστόσο ότι, αν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εκδηλώσεως των κρουσμάτων αυτών και της ΣΕΒ, είναι πιθανό, ενόψει της διαρκείας και των διαστάσεων της πιθανής εκθέσεως του πληθυσμού στον μολυσματικό παράγοντα της ΣΕΒ, ότι θα εκδηλωθούν και άλλα κρούσματα της νέας αυτής μορφής της νόσου Creutzfeldt-Jacob. Ακόμη, η ΣΕΣΕ αναφέρεται, με τη γνωμάτευσή της της 20ής Μαρτίου 1996, στη σχετική αβεβαιότητα ως προς τον αριθμό των κρουσμάτων που είναι δυνατό να εκδηλωθούν στο μέλλον. Στη γνωμάτευσή της της 24ης Μαρτίου 1996 η ΣΕΣΕ δίδει ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι η ακριβής εκτίμηση του κινδύνου είναι αδύνατη (βλ. ανωτέρω, σκέψη 11). Η επιστημονική κτηνιατρική επιτροπή συνιστά, με τη γνωμάτευσή της της 22ας Μαρτίου 1996 (βλ. ανωτέρω, σκέψη 12), τη λήψη καταλλήλων κοινοτικών μέτρων, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων που έχει θεσπίσει το Ηνωμένο Βασίλειο, και τάσσεται υπέρ οποιουδήποτε μέτρου αντιμετωπίσεως των επιπτώσεων της ΣΕΒ και των κινδύνων μεταδόσεώς της.
87 Υπ' αυτές τις συνθήκες, κατόπιν της κοινοποιήσεως των προαναφερθέντων πληροφοριακών στοιχείων από το Ηνωμένο Βασίλειο, η Επιτροπή βρέθηκε ενώπιον μιας επείγουσας καταστάσεως που οφειλόταν στο ότι είχε επιβεβαιωθεί, βάσει ιατρικών πορισμάτων, ότι είναι πιθανό να υπάρχει σχέση μεταξύ της ΣΕΒ και της εκδηλώσεως μιας νέας μορφής της νόσου Creutzfeldt-Jacob, μολονότι, κατά τους επιστήμονες, τα δέκα διαγνωσθέντα κρούσματα δεν συνιστούν απτή απόδειξη της μεταδοτικότητας της ΣΕΒ στον άνθρωπο, απόδειξη για την οποία απαιτούνται συμπληρωματικές κλινικές και νευροπαθολογικές εξετάσεις (βλ. The Lancet, όπ.π., σ. 921 και 925, καθώς και τη γνωμάτευση της ΣΕΣΕ, της 20ής Μαρτίου 1996, και τη γνωμάτευση της επιστημονικής κτηνιατρικής επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, της 22ας Μαρτίου 1996, που προαναφέρθηκαν).
88 Στο πλαίσιο αυτό, ενόψει των περιστάσεων της υποθέσεως, που διακρίνουν η σοβαρότητα και το μέγεθος του "ενδεχομένου" κινδύνου, ο επείγων χαρακτήρας της καταστάσεως και η πολυπλοκότητα της εκτιμήσεως των πολυαρίθμων τόσο υγειονομικών όσο και οικονομικών και κοινωνικών πτυχών της, η Επιτροπή διέθετε ευρεία διακριτική ευχέρεια, κατά την άσκηση των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί στον τομέα της προστασίας της δημόσιας υγείας με τις συναφείς διατάξεις των οικείων οδηγιών, για να λαμβάνει τα κατάλληλα και αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με τη διαδικασία της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεων με τα αρμόδια τεχνικά όργανα (βλ., αν και σε διαφορετικό πλαίσιο, την απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Φεβρουαρίου 1996 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-296/93 και C-307/93, Γαλλία και Ιρλανδία κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψεις 30 και 31).
89 Εκ πρώτης όψεως, τα μέτρα που θεσπίστηκαν με την απόφαση δεν φαίνονται προδήλως ακατάλληλα και δυσανάλογα, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της δυσκολίας ελέγχου της εφαρμογής στην πράξη των προληπτικών μέτρων που είχαν θεσπίσει προηγουμένως τόσο η Επιτροπή όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο και, αφετέρου, της ελλείψεως, επί του παρόντος, επαρκών γνώσεων σχετικά με τους διαφόρους τρόπους μεταδόσεως της ΣΕΒ από το ένα ζώο στο άλλο.
90 Ειδικότερα, εκ πρώτης όψεως, η απαγόρευση, με το "Ruminant Feed Ban", της χρήσεως, από το 1988, των πρωτεϊνών εκ μηρυκαστικών στη διατροφή των βοοειδών δεν οδήγησε προφανώς στην εξάλειψη των κινδύνων μολύνσεως. Μολονότι δεν αμφισβητείται ότι το μέτρο αυτό είχε ως συνέπεια τη σημαντική μείωση του αριθμού των κρουσμάτων ΣΕΒ που εκδηλώθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, γεγονός παραμένει ότι, π.χ., μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου 1994, διαγνώστηκαν στη χώρα αυτή περισσότερα από 12 000 κρούσματα ΣΕΒ σε ζώα που γεννήθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ του μέτρου (έκθεση της ΣΕΣΕ του 1994, σ. 39).
91 Ακολούθως, όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, λόγω των δυσχερειών που συνδέονται με τον προσδιορισμό της ταυτότητας των βοοειδών και την παρακολούθηση των μετακινήσεών τους από μια αγέλη σε άλλη (βλ., ιδίως, τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 29ης και 30ής Απριλίου 1996, παράρτημα 9 του υπομνήματος των παρατηρήσεων της Επιτροπής), είναι αδύνατο να καταρτιστεί κατάλογος των άμεσα εκτεθειμένων στον κίνδυνο μολύνσεως ζώων είτε εκ του ότι έχουν τραφεί με μολυσμένα προϊόντα είτε εκ του ότι, αν υποτεθεί ότι είναι δυνατή η οριζόντια μετάδοση της ασθένειας * πράγμα το οποίο, σύμφωνα με τα αρμόδια τεχνικά όργανα, δεν μπορεί να αποκλειστεί βάσει των στοιχείων που είναι διαθέσιμα σήμερα *, ήρθαν σε επαφή με ζώα που προσεβλήθησαν από τη ΣΕΒ. Όμως, ενόψει της μακράς περιόδου επωάσεως, ενδέχεται τα ζώα αυτά να έχουν προσβληθεί από την ασθένεια χωρίς να εμφανίζουν τα κλινικά συμπτώματα (βλ., ιδίως, την έκθεση της επιστημονικής κτηνιατρικής επιτροπής της 20ής Νοεμβρίου 1995, σχετικά με την επιβεβαίωση ενός κρούσματος ΣΕΒ σε ζώο που γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1993, παράρτημα 12 του υπομνήματος των παρατηρήσεων της Επιτροπής). Επιπλέον, όσον αφορά τα έμβρυα, όπως προκύπτει, μέχρι στιγμής, ιδίως από τη γνωμάτευση της επιστημονικής κτηνιατρικής επιτροπής της 26ης Απριλίου 1996 ως προς τους κινδύνους από τη ΣΕΒ που σχετίζονται με το εμπόριο σπέρματος και εμβρύων (παράρτημα 18 του υπομνήματος των παρατηρήσεων της Επιτροπής), όπου γίνεται λόγος για αποδεδειγμένες περιπτώσεις κάθετης μεταδόσεως της τρομώδους ασθενείας των προβάτων, ο κίνδυνος κάθετης μεταδόσεως της ΣΕΒ δεν μπορεί να αποκλειστεί βάσει των υφισταμένων σήμερα δεδομένων και πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω ερευνών. Τέλος, το ζήτημα του κινδύνου που συνδέεται με την κατανάλωση κρέατος προερχομένου από μολυσμένο βοοειδές παραμένει, εκ πρώτης όψεως, αμφιλεγόμενο (βλ. τη δήλωση του δρ. Ring, που έχει επισυναφθεί ως παράρτημα στη γνωμάτευση της επιστημονικής κτηνιατρικής επιτροπής της 22ας Μαρτίου 1994 και παρατέθηκε ανωτέρω, στη σκέψη 12).
92 Υπ' αυτές τις συνθήκες, εκ πρώτης όψεως, η Επιτροπή δεν φαίνεται να υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση της καταστάσεως και την επιλογή των καταλλήλων μέτρων, όταν αποφάσισε να επιβάλει, πέραν των απαγορεύσεων των εξαγωγών που είχαν ήδη επιβληθεί με τις προγενέστερες αποφάσεις, και την απαγόρευση των εξαγωγών από το Ηνωμένο Βασίλειο προς τα άλλα κράτη μέλη ζώντων μόσχων ηλικίας κάτω των 6 μηνών που προέρχονται από αγελάδες για τις οποίες δεν υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν προσβληθεί από τη ΣΕΒ, εμβρύων βοοειδών που προέρχονται από αγελάδες που έχουν γεννηθεί μετά το 1988 και κατάγονται από αγελάδες για τις οποίες δεν υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν προσβληθεί από τη ΣΕΒ, νωπών βοείων κρεάτων που προέρχονται από βοοειδή ηλικίας κάτω των δυόμισι ετών κατά την ημερομηνία της σφαγής ή από βοοειδή που έχουν διαβιώσει στο Ηνωμένο Βασίλειο αποκλειστικά σε εκμεταλλεύσεις όπου δεν έχει επιβεβαιωθεί κανένα κρούσμα ΣΕΒ κατά τη διάρκεια των προηγουμένων έξι ετών, καθώς και νωπών βοείων κρεάτων χωρίς κόκκαλα, υπό μορφή μυός, από τα οποία έχουν αφαιρεθεί οι συνδετικοί ιστοί, συμπεριλαμβανομένων των εμφανών νευρικών και λεμφικών ιστών.
93 Πράγματι, οι επίδικες απαγορεύσεις εξαγωγών συνιστούν προσωρινά μέτρα διασφαλίσεως. Σκοπούν να αποτρέψουν, όσον αφορά τα βοοειδή και τα προαναφερθέντα προϊόντα, τους κινδύνους που συνδέονται με τη ΣΕΒ, λαμβανομένων υπόψη των πολυαρίθμων αβεβαίων παραγόντων και της ανάγκης να εξακολουθήσουν οι έρευνες και να εξεταστεί ενδελεχέστερα σε επιστημονικό επίπεδο η σημασία των νέων στοιχείων, εν αναμονή της θεσπίσεως μέτρων με σκοπό να εξαλείψουν τον κίνδυνο μολύνσεως και, γενικότερα, να οδηγήσουν στην εξάλειψη της ΣΕΒ (βλ. την έκτη και την έβδομη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως). Από αυτή την άποψη, οι εναλλακτικές λύσεις που προτείνουν οι αιτούσες, οι οποίες στηρίζονται σε σύστημα πιστοποιήσεως βάσει του οποίου θα βεβαιώνεται ότι το κρέας ή οι μόσχοι προέρχονται από αγέλες που δεν έχουν προσβληθεί από τη ΣΕΒ και δεν έχουν λάβει τροφή περιέχουσα ζωικές πρωτεΐνες, δεν φαίνονται εκ πρώτης όψεως ικανές να παράσχουν επαρκείς εγγυήσεις, ενόψει ιδίως των δυσχερειών που συνδέονται με τον προσδιορισμό της ταυτότητας και τον έλεγχο της μεταφοράς των ζώων αλλά και ενόψει των αβεβαιοτήτων που εξακολουθούν να υφίστανται όσον αφορά τους τρόπους μεταδόσεως της ΣΕΒ.
94 Επίσης, το επιχείρημα που προέβαλαν οι αιτούσες κατά την ακρόαση, ήτοι ότι ο προδήλως δυσανάλογος χαρακτήρας της αποφάσεως επιβεβαιώνεται από το ότι στα άλλα κράτη μέλη στα οποία έχουν διαπιστωθεί κρούσματα ΣΕΒ δεν έχουν ληφθεί παρόμοια μέτρα, στηρίζεται εκ πρώτης όψεως σε μια κακή εκτίμηση της καταστάσεως στις χώρες αυτές, όπου έχουν εκδηλωθεί απλώς μεμονωμένα κρούσματα ΣΕΒ, όπως διευκρίνισε η Επιτροπή κατά την ακρόαση, χωρίς να αντικρουστεί από τους άλλους διαδίκους, και όπου η εκδήλωση της ΣΕΒ είχε ως συνέπεια την άμεση λήψη εξαιρετικά αυστηρών προληπτικών μέτρων, όπως η σφαγή ολόκληρης της αγέλης σε περίπτωση διαγνώσεως ενός κρούσματος ΣΕΒ.
95 Όσον αφορά ειδικότερα την επέκταση της απαγορεύσεως στο σύνολο των εξαγωγών των προϊόντων αυτών προς τρίτες χώρες, η επέκταση αυτή δεν φαίνεται στο παρόν στάδιο να είναι προδήλως δυσανάλογη σε σχέση με τον σκοπό προστασίας της δημόσιας υγείας τον οποίο επιδιώκει η απόφαση, ήτοι τη διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των θεσπισθέντων μέτρων προστασίας. Συναφώς, οι λιγότερο περιοριστικές εναλλακτικές λύσεις που έχουν προτείνει οι αιτούσες, δηλαδή η απαγόρευση των επανεισαγωγών σε συνδυασμό με ένα κατάλληλο σύστημα πιστοποιήσεως, δεν καθιστούν, εκ πρώτης όψεως, δυνατή την αποτροπή ούτε του μη ευκαταφρόνητου κινδύνου εξαπατήσεως (βλ. το απόσπασμα της εκθέσεως του 1995 σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, παράρτημα 15 του υπομνήματος των παρατηρήσεων της Επιτροπής) ούτε του ενδεχομένου επανεισαγωγής στην Κοινότητα παραγώγων ή μεταποιημένων προϊόντων.
96 Τέλος, όσον αφορά το λίπος και τη ζελατίνη, στο παρόν στάδιο αρκεί να επισημανθεί ότι η προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Ιουνίου 1996 προέβλεψε την άρση της απαγορεύσεως υπό ορισμένες προϋποθέσεις που σκοπούν να διασφαλίσουν το ακίνδυνο των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις γνωματεύσεις των αρμοδίων τεχνικών οργάνων και βάσει των συμπληρωματικών στοιχείων που καθιστούν ευχερέστερη μια πληρέστερη εκτίμηση του κινδύνου.
97 Για όλους αυτούς τους λόγους, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι αιτούσες και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως.
* Ως προς το επείγον και τη στάθμιση των συμφερόντων
98 Κατά πάγια νομολογία, το επείγον πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως, προκειμένου να αποτραπεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας εις βάρος εκείνου που ζητεί την αναστολή εκτελέσεως μιας αποφάσεως. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή εναπόκειται να εξετάσει αν, σε περίπτωση ακυρώσεως από το Πρωτοδικείο της αποφάσεως, είναι δυνατή η ανατροπή της καταστάσεως που θα έχει δημιουργηθεί από την άμεση εκτέλεση της αποφάσεως και, αντιστρόφως, αν η αιτούμενη αναστολή εκτελέσεως μπορεί να παρεμποδίσει την πλήρη εφαρμογή των αποτελεσμάτων της αποφάσεως σε περίπτωση απορρίψεως της κυρίας προσφυγής (βλ., μεταξύ άλλων, τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 1989 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 76/89, 77/89 και 91/89 R, RTE κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 1141, σκέψη 15).
99 Οι αιτούσες εταιρίες ισχυρίζονται, κατ' ουσίαν, όσον αφορά τη σοβαρότητα της ζημίας που ενδέχεται να υποστούν από την απόφαση, ότι διατρέχουν τον κίνδυνο να εξαφανιστούν από την αγορά ή να απολέσουν τα μερίδια της αγοράς που κατέχουν. Η National Farmers' Union υποστηρίζει ότι υπάρχει κίνδυνος τα μέλη της να στερηθούν τα μέσα διαβιώσεώς τους. Ωστόσο, οι αιτούσες δεν προσδιορίζουν τις ακριβείς επιπτώσεις της αποφάσεως σε σχέση με τους κινδύνους αυτούς. Οι αιτούσες δεν λαμβάνουν υπόψη ότι ένα μέρος των κινδύνων αυτών οφείλεται όχι στην ίδια την απόφαση αλλά στην κρίση που έχει προκληθεί στον τομέα του βοείου κρέατος από τα πρόσφατα στοιχεία σχετικά με την εκδήλωση ορισμένου αριθμού ασυμπτωματικών κρουσμάτων της νόσου Creutzfeldt-Jacob, παρατιθεμένων στην προαναφερθείσα γνωμάτευση της ΣΕΣΕ, η οποία αποτέλεσε αφορμή για τη λήψη από το Ηνωμένο Βασίλειο συμπληρωματικών προληπτικών μέτρων και για την εκ μέρους άλλων κρατών μελών ή τρίτων χωρών απαγόρευση των εισαγωγών προϊόντων του βοείου κρέατος από το Ηνωμένο Βασίλειο πριν ακόμη εκδοθεί η απόφαση στις 27 Μαρτίου 1996.
100 Υπ' αυτές τις συνθήκες, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν διαθέτει επαρκείς ενδείξεις για να αξιολογήσει τους κινδύνους που μπορούν να αποδοθούν στην ίδια την απόφαση ούτε, εξάλλου, για να κρίνει, υπ' αυτές τις συνθήκες, σε ποιο βαθμό η χορήγηση της αναστολής εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως θα καθιστούσε εφικτή την αποτροπή των κινδύνων τους οποίους προβάλλουν οι αιτούσες.
101 Εξάλλου, όσον αφορά τον υποτιθέμενο ανεπανόρθωτο χαρακτήρα των φερομένων ζημιών και, ειδικότερα, την επίπτωση των μέτρων στηρίξεως που έχουν λάβει τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και η Επιτροπή επί της εκτιμήσεως του επείγοντος, οι αιτούσες περιορίστηκαν να βεβαιώσουν αορίστως, κατά την ακρόαση, ότι είχαν λάβει υπόψη τα μέτρα αυτά κατά την εκτίμηση των φερομένων κινδύνων και, ειδικότερα, ότι η International Traders Ferry δεν είχε επωφεληθεί από τα μέτρα αυτά. Οι αιτούσες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο βάσει του οποίου να μπορεί να τεκμηριωθεί ότι δεν θα υπάρξει, άμεσα ή έμμεσα, όφελος, ιδίως από τον αντίκτυπο των κοινοτικών μέτρων στηρίξεως, τα οποία αντιπροσωπεύουν ποσά που θα ανέλθουν, σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που έδωσε η Επιτροπή κατά την ακρόαση, σε 1,5 δισεκατομμύριο ECU για το οικονομικό έτος 1996 και σε 1 δισεκατομμύριο ECU για το οικονομικό έτος 1997. Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Πρωτοδικείο δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για να αποφανθεί ότι η ζημία που επικαλούνται οι αιτούσες υπάρχει κίνδυνος να είναι ανεπανόρθωτη, λαμβανομένων υπόψη των μέτρων στηρίξεως που θεσπίστηκαν ταχέως για την αντιμετώπιση της κρίσεως στον τομέα του βοείου κρέατος, κατόπιν των προαναφερθεισών γνωματεύσεων της ΣΕΣΕ.
102 Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν υποτεθεί ότι, στη περίπτωση ορισμένων από τις αιτούσες, η φερόμενη ζημία μπορεί να αποδοθεί κατά μεγάλο μέρος στην απόφαση και ότι δύσκολα μπορεί να επανορθωθεί, πρέπει να σταθμιστεί σε σχέση με τη ζημία που μπορεί να προκύψει ενδεχομένως στον τομέα της δημόσιας υγείας σε περίπτωση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως.
103 Υπό την έποψη αυτή, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι επιταγές που ανάγονται στην προστασία της δημόσιας υγείας πρέπει αναμφισβήτητα να αναγνωρίζονται ως υπέρτερες σε σχέση με συμφέροντα οικονομικής ή εμπορικής φύσεως, σύμφωνα προς τους στόχους διασφαλίσεως ενός υψηλού επιπέδου προστασίας της δημόσιας υγείας, όπως ορίζει η Συνθήκη, και προς τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου στον εν λόγω τομέα.
104 Εν προκειμένω, είναι ακόμη επιτακτικότερο να αναγνωριστεί η υπεροχή των παραμέτρων που ανάγονται στην προστασία της δημόσιας υγείας, καθόσον η νόσος Creutzfeldt-Jacob είναι θανατηφόρα και έχει μόλις διαγνωστεί μια νέα μορφή της, η οποία, σύμφωνα με την εξήγηση που είναι σήμερα η πλέον ευλογοφανής, συνδέεται με τη ΣΕΒ. Εξακολουθούν να υπάρχουν πολυάριθμες αβεβαιότητες όσον αφορά την ακριβή φύση του παράγοντα που προκαλεί την ασθένεια αυτή (βλ., ιδίως, την έκθεση της ΣΕΣΕ του 1994, σ. 30, και The Lancet, σ. 917), για την οποία δεν υπάρχει επί του παρόντος καμία αποτελεσματική θεραπεία.
105 Υπ' αυτές τις συνθήκες, ενόψει, αφενός, της σοβαρότητας του κινδύνου που εμφανίζει για τον πληθυσμό το ενδεχόμενο της μεταδόσεως της ΣΕΒ στον άνθρωπο και, αφετέρου, της ιδίας της φύσεως και του αντικειμένου της αποφάσεως, η οποία επιβάλλει επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού και των πολυαρίθμων αβεβαιοτήτων που συνδέονται με αυτόν, οι επιταγές που ανάγονται στην προστασία της δημόσιας υγείας πρέπει εν πάση περιπτώσει να υπερισχύσουν των οικονομικής φύσεως συμφερόντων των αιτουσών εταιριών και των μελών της National Farmers' Union, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας της ζημίας την οποία είναι δυνατό να υποστούν και του θεμιτού χαρακτήρα των οικονομικών ή κοινωνικών συμφερόντων των οποίων ζητούν την προστασία.
106 Απο το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι δεν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως. Επομένως, η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Διαγράφει την εταιρία Prosper De Mulder από τον κατάλογο των αιτουσών στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιτρέπει στο Ηνωμένο Βασίλειο να παρέμβει, υπέρ των αιτουσών, στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
3) Απορρίπτει την αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων.
4) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 13 Ιουλίου 1996.
Full & Egal Universal Law Academy