Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Τα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων των οδηγιών 89/655/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους (δεύτερη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (1), και 90/394/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται με την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία (έκτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (2), τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το Tribunale di Genova, δικαστήριο καλούμενο να αποφανθεί επί διαφοράς μεταξύ της Societΰ italiana petroli SpA (στο εξής: Italiana petroli), παραγωγού καυσίμων για οχήματα με κινητήρα, και της εταιρίας Borsana Srl, διανομέα καυσίμων σε πρατήρια βενζίνης και ενός από τους πελάτες της πρώτης.
2 Η Italiana petroli συνήψε με την Borsana συμβάσεις για την προμήθεια καυσίμων και για τη δωρεάν παραχώρηση εγκαταστάσεων και εξοπλισμών, αναγκαίων για τη μεταπώληση των καυσίμων.
3 Επικαλούμενη τις διατάξεις του ιταλικού νομοθετικού διατάγματος 626/94 και των οδηγιών 89/655 και 90/394, η Borsana κάλεσε εγγράφως την Italiana petroli να της προμηθεύσει
- στο πλαίσιο της συμβάσεως προμηθείας, καύσιμα με τη χαμηλότερη δυνατή περιεκτικότητα σε βενζόλιο και
- στο πλαίσιο των συμβάσεων δωρεάν παραχωρήσεως, συστήματα απορροφήσεως των εκλυομένων αερίων και ατμών κατά τον χρόνο της διανομής, προς προστασία της υγείας των μισθωτών της.
4 Η Italiana petroli αμφισβήτησε ότι δεσμευόταν από παρόμοιες υποχρεώσεις. Για να κατοχυρώσει τη θέση της, προσέφυγε στο Tribunale di Genova, το οποίο έκρινε ότι, προκειμένου να μπορέσει να αποφανθεί, ήταν αναγκαίο να δοθεί, μέσω της υποβολής στο Δικαστήριο τριών προδικαστικών ερωτημάτων, ερμηνεία του άρθρου 4 της οδηγίας 89/655 και των άρθρων 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394.
Το ερώτημα της προτάξεως της αξιολογήσεως του κινδύνου (πρώτο ερώτημα)
5 Όπως είναι διατυπωμένο, το πρώτο ερώτημα γίνεται κατανοητό μόνον αν προηγουμένως γίνει αναφορά στα άρθρα 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394 και της αλληλεξαρτήσεώς τους.
6 Αρκεί να αναφερθεί επί του παρόντος ότι το εν λόγω ερώτημα, επαναλαμβανόμενο εν τάχει, αφορά το αν οι εργοδότες (διαχειριστές των πρατηρίων καυσίμων) οφείλουν να λαμβάνουν αυτεπαγγέλτως συγκεκριμένα μέτρα προς προστασία των μισθωτών τους κατά των κινδύνων που οφείλονται στο περιεχόμενο στη βενζίνη βενζόλιο ή αν η εν λόγω υποχρεώση λήψεως των οικείων μέτρων έπεται της αξιολογήσεως του κινδύνου στον οποίο εκτίθενται οι ανωτέρω εργαζόμενοι.
7 Οι συναφείς διατάξεις της οδηγίας έχουν ως εξής:
Άρθρο 3
«Πεδίο εφαρμογής - Εντοπισμός και αξιολόγηση των κινδύνων
1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις δραστηριότητες, στα πλαίσια των οποίων οι εργαζόμενοι εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν σε καρκινογόνους παράγοντες λόγω της εργασίας τους.
2. Για κάθε δραστηριότητα που ενδέχεται να συνεπάγεται τον κίνδυνο εκθέσεως σε καρκινογόνους παράγοντες, πρέπει να προσδιορίζονται η φύση, ο βαθμός και η διάρκεια της εκθέσεως των εργαζομένων, ώστε να είναι δυνατό να αξιολογούνται όλοι οι κίνδυνοι για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων και να μπορούν να καθορίζονται τα ληπτέα μέτρα.
Η αξιολόγηση αυτή πρέπει να επαναλαμβάνεται τακτικά και εν πάση περιπτώσει σε κάθε αλλαγή των συνθηκών που θα μπορούσε να επηρεάσει την έκθεση των εργαζομένων στους καρκινογόνους παράγοντες.
Ο εργοδότης οφείλει να παρέχει στις αρμόδιες αρχές, κατόπιν αιτήσεώς τους, τα χρησιμοποιηθέντα για την αξιολόγηση αυτή στοιχεία (...).»
Άρθρο 4
«Μείωση και υποκατάσταση
1. Ο εργοδότης μειώνει τη χρήση ενός καρκινογόνου παράγοντα στον χώρο εργασίας, κυρίως υποκαθιστώντας τον, στο μέτρο που αυτό είναι τεχνικά εφικτό, από μια ουσία, ένα παρασκεύασμα ή μια μέθοδο, τα οποία, υπό τις συνθήκες χρήσεώς τους, είναι ακίνδυνα ή λιγότερο επικίνδυνα για την υγεία ή, ενδεχομένως, την ασφάλεια των εργαζομένων.
2. Ο εργοδότης κοινοποιεί το αποτέλεσμα των ερευνών του στην αρμόδια αρχή μετά από αίτησή της.»
Άρθρο 5
«Διατάξεις για την πρόληψη ή τη μείωση της εκθέσεως
1. Αν τα αποτελέσματα της κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, αξιολογήσεως καταδεικνύουν κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων, η έκθεση των εργαζομένων πρέπει να αποφεύγεται.
2. Αν δεν είναι τεχνικά δυνατή η αντικατάσταση του καρκινογόνου παράγοντα από ουσία, παρασκεύασμα ή μέθοδο, τα οποία, υπό τις συνθήκες χρήσεώς τους, είναι ακίνδυνα ή λιγότερο επικίνδυνα για την ασφάλεια ή την υγεία, ο εργοδότης φροντίζει ώστε η παραγωγή και η χρήση του καρκινογόνου παράγοντα να πραγματοποιούνται σε κλειστό σύστημα, στο μέτρο που αυτό είναι τεχνικά εφικτό.
3. Αν δεν είναι τεχνικά δυνατή η χρησιμοποίηση κλειστού συστήματος, ο εργοδότης φροντίζει ώστε η έκθεση των εργαζομένων να μειώνεται στο χαμηλότερο επίπεδο που είναι τεχνικά εφικτό.
(...)»
8 Νομίζω ότι είναι σαφές ότι, προς αποφυγή των κινδύνων που συνεπάγεται για την υγεία των εργαζομένων η έκθεσή τους σε καρκινογόνα προϋόντα, βούληση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να αναληφθεί δράση σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Κατ' αρχάς, όπως είναι απόλυτα εύλογο, βούλησή του υπήρξε η χρήση καρκινογόνων προϋόντων να αποφεύγεται κάθε φορά που αυτό είναι εφικτό, ιδίως όταν η προσφυγή σε άλλα μη επιβλαβή προϋόντα δεν προσκρούει σε κανένα ανυπέρβλητο εμπόδιο.
9 Αυτό ακριβώς είναι το αντικείμενο του άρθρου 4, η υποχρέωση μειώσεως ή, όταν αυτό είναι εφικτό, υποκαταστάσεως που επιβάλλει προσλαμβάνει άνευ όρων χαρακτήρα. Είναι αδιάφοροι ο βαθμός εκθέσεως των εργαζομένων και οι συναφείς προς αυτήν κίνδυνοι. Δεν τίθεται ζήτημα χρήσεως καρκινογόνου παράγοντα όταν αυτό μπορεί να αποφευχθεί. Πρόκειται για ριζική λύση, αλλά απολύτως κατανοητή και εύλογη, στον βαθμό που πρόκειται για επικίνδυνα, ως καρκινογόνα, προϋόντα. Πράγματι, ποιος δεν θα συμφωνούσε ότι η καλύτερη πρόληψη είναι εκείνη που συνίσταται στην ολοσχερή εξαφάνιση του κινδύνου;
10 Δυστυχώς, η λύση αυτή δεν μπορεί πάντοτε να εφαρμοστεί ή μπορεί να εφαρμοστεί μόνον μερικώς, υπό την έννοια ότι μπορεί να χωρήσει μόνον μείωση της χρήσεως του καρκινογόνου προϋόντος. Στην περίπτωση αυτή, ήτοι της εκθέσεως των εργαζομένων στα επικίνδυνα προϋόντα η παρουσία των οποίων είναι αναπόφευκτη, επιβάλλεται η δράση σε άλλο επίπεδο και τούτο έπραξε ο κοινοτικός νομοθέτης θεσπίζοντας σειρά υποχρεώσεων με το άρθρο 5 της οδηγίας. Πάντως, στο επίπεδο αυτό, επειδή η εξάλειψη του προβλήματος μέσω της απαγορεύσεως της χρήσεως του καρκινογόνου προϋόντος αποδείχθηκε ανέφικτη, πρόκειται μάλλον για δράση με τη μείωση του συνυφασμένου με ένα τέτοιο προϋόν κινδύνου στο ελάχιστο δυνατόν, με τον κατά το δυνατόν περιορισμό του ή, εν πάση περιπτώσει, με τη θέση του υπό έλεγχο.
11 Προς τούτο, πρέπει, πριν απ' οτιδήποτε άλλο, να αξιολογηθεί ο συναφής κίνδυνος, δεδομένου ότι γίνεται δυσχερώς αντιληπτό το πώς θα ήταν αποτελεσματική η πρόληψη ενός κινδύνου εκθέσεως αν δεν εντοπιζόταν προηγουμένως in concreto. Η επιλογή των μέτρων προστασίας και η καταλληλότητά τους εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από τη φύση του κινδύνου στον οποίο εκτίθενται οι εργαζόμενοι της επιχειρήσεως και από τις μορφές υπό τις οποίες εμφανίζεται εκεί. Εξάλλου, οι μορφές αυτές μπορούν να διαφέρουν κατά πολύ, εντός της ιδίας επιχειρήσεως, από ένα εργαστήριο σε άλλο, κατά τρόπον ώστε στην πραγματικότητα επιβάλλεται η εξατομίκευση του κινδύνου στο επίπεδο κάθε θέσεως εργασίας κεχωρισμένως αν επιθυμούμε τη μεγιστοποίση της προστασίας.
12 Αυτός είναι και ο λόγος, όσον αφορά τα μέτρα προς αποφυγή ή μείωση της εκθέσεως, που ο κοινοτικός νομοθέτης μερίμνησε να διευκρινίσει, με το άρθρο 5 της οδηγίας, ότι επιβάλλεται η εφαρμογή τους με τη σειρά που καθορίζει, «αν τα κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, αποτελέσματα της αξιολογήσεως καταδεικνύουν κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων», υπενθυμίζοντας ότι η τελευταία αυτή διάταξη επιβάλλει την υποχρέωση του καθορισμού «της φύσεως, του βαθμού και της διαρκείας της εκθέσεως των εργαζομένων».
13 Βρισκόμαστε, λοιπόν ενώπιον ενός βήματος του κοινοτικού νομοθέτη που τελεί σε απόλυτη συνοχή με τον στόχο της προστασίας της υγείας των εργαζομένων. Όπως εκθέτει πολύ ορθά η Επιτροπή, με την οδηγία σκοπείται η επιβολή στον εργοδότη υποχρεώσεων, διατεταγμένων κατά λογική ακολουθία, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
- κατάργηση ή υποκατάσταση του καρκινογόνου παράγοντα από τον κύκλο παραγωγής, οσάκις αυτό είναι τεχνικά εφικτό,
- μείωση στο ελάχιστο του καρκινογόνου παράγοντα στα πλαίσια της διαδικασίας παραγωγής, οσάκις αυτό είναι τεχνικά εφικτό,
- αξιολόγηση του κινδύνου εκθέσεως των εργαζομένων λόγω της παρουσίας του καρκινογόνου παράγοντα,
- θέσπιση μέτρων με σκοπό τη μείωση στο ελάχιστο δυνατόν από τεχνική άποψη της εκθέσεως των εργαζομένων.
14 Πάντως, η λογική αυτή που διέπει την οδηγία δεν φαίνεται να επαναλαμβάνεται ως έχει με το νομοθετικό διάταγμα 626/94 περί μεταφοράς της οδηγίας στην ιταλική έννομη τάξη. Στο γεγονός αυτό οφείλεται η αμφισβήτηση εκ μέρους της Italiana petroli και η υποβολή εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου του πρώτου ερωτήματός του. Οι συναφείς διατάξεις του διατάγματος, ήτοι τα άρθρα 62 και 63, έχουν συγκεκριμένα ως εξής.
Άρθρο 62
«Υποκατάσταση και μείωση
1. Ο εργοδότης αποφεύγει ή μειώνει τη χρήση καρκινογόνου παράγοντα στον χώρο εργασίας, υποκαθιστώντας τον ιδίως, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι τεχνικά εφικτό, από ουσία, παρασκεύασμα ή μέθοδο που, υπό τις συνθήκες χρήσεώς τους, είναι ακίνδυνα ή λιγότερο επικίνδυνα για την υγεία και, ενδεχομένως, για την ασφάλεια των εργαζομένων.
2. Αν η αντικατάσταση του καρκινογόνου παράγοντα δεν είναι τεχνικά εφικτή, ο εργοδότης μεριμνά ώστε η παραγωγή ή χρήση του καρκινογόνου παράγοντα να πραγματοποιείται εντός κλειστού συστήματος, πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι τεχνικά εφικτό.
3. Αν η προσφυγή σε κλειστό σύστημα είναι τεχνικά ανέφικτη, ο εργοδότης μεριμνά ώστε το επίπεδο εκθέσεως των εργαζομένων να μειωθεί στο κατώτερο δυνατό από τεχνική άποψη επίπεδο.»
Άρθρο 63
«Αξιολόγηση του κινδύνου
1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 62, ο εργοδότης αξιολογεί την έκθεση στους καρκινογόνους παράγοντες, τα δε αποτελέσματα καταχωρούνται στο κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, έγγραφο.
2. Στα πλαίσια της αξιολογήσεως αυτής λαμβάνονται ιδίως υπόψη τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των εργασιών, η διάρκεια και η συχνότητά τους, οι ποσότητες των παραγομένων ή χρησιμοποιουμένων καρκινογόνων παραγόντων, η περιεκτικότητά τους, η ικανότητά τους να διεισδύουν στον οργανισμό απορροφούμενοι με διαφόρους τρόπους· λαμβάνεται επίσης υπόψη η κατάστασή τους και, σε περίπτωση που οι εν λόγω παράγοντες απαντούν σε στερεά κατάσταση, πρέπει να διευκρινίζεται αν πρόκειται για συμπαγή μάζα, κατατετμημένη ή κονιορτοποιημένη, καθώς και αν απαντούν ή όχι εντός στερεού σκεύους που περιορίζει ή παρεμποδίζει την έξοδο.
3. Στηριζόμενος στα αποτελέσματα της κατά την παράγραφο 1 αξιολογήσεως, ο εργοδότης λαμβάνει τα κατά τον παρόντα τίτλο προληπτικά και προστατευτικά μέτρα, προσαρμόζοντάς τα στις ιδιομορφίες των διαφόρων τόπων εργασίας.»
15 Διαπιστώνω ότι ο Ιταλός νομοθέτης επανέλαβε πιστά τις κοινοτικές διατάξεις, όσον αφορά τη διατύπωσή τους, πλην όμως τις αναπροσάρμοσε κάπως διαφορετικά. Συγκεκριμένα, αν το άρθρο 62 δίδει με την παράγραφο 1 αυτού, όπως το άρθρο 4 της οδηγίας, απόλυτη προτεραιότητα στην εξαφάνιση του καρκινογόνου παράγοντα, ή αν αυτό είναι αδύνατο στη μείωση της χρήσεώς του, επιβάλλει, ως φαίνεται, στον εργοδότη, με τις παραγράφους 2 και 3 αυτού, την υποχρέωση θεσπίσεως των μέτρων περιορισμού της εκθέσεως των εργαζομένων, στο κατώτερο δυνατό από τεχνικής απόψεως επίπεδο, πριν καν αξιολογηθούν οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται αυτοί και ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα της εν λόγω αξιολογήσεως.
16 Ενώπιον της καταστάσεως αυτής, το εθνικό δικαστήριο σας ερωτά, κατ' ουσίαν,
- αν τα άρθρα 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394 έχουν την έννοια ότι εξαρτούν την υποχρέωση λήψεως των μέτρων μειώσεως και υποκαταστάσεως της χρήσεως του καρκινογόνου προϋόντος, καθώς και την εφαρμογή των μέτρων προς αποφυγή ή μείωση της εκθέσεως των εργαζομένων στο εν λόγω προϋόν, από το αποτέλεσμα της κατά το άρθρο 3 αξιολογήσεως του κινδύνου,
- αν, σε καταφατική περίπτωση, αντίκειται προς την οδηγία κανονιστική ρύθμιση επιβάλλουσα στον εργοδότη την υποχρέωση παρεμβάσεως προς επίτευξη της μειώσεως ή της υποκαταστάσεως και/ή της μέγιστης δυνατής μειώσεως του επιπέδου εκθέσεως των εργαζομένων, ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη αξιολόγηση του κινδύνου και τις προβλεπόμενες στο άρθρο 3 επαληθεύσεις, συνδυάζοντας τις εν λόγω υποχρεώσεις με αυστηρές ποινικές κυρώσεις που φθάνουν μέχρι και τη φυλάκιση.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
17 Συναφώς, θα επιθυμούσα να διατυπώσω προκαταρκτικώς δύο παρατηρήσεις.
18 Με την πρώτη, για να υπογραμμίσω ότι βρισκόμαστε ενώπιον της λεπτής καταστάσεως να πρέπει να αποφανθούμε επί μέτρων μεταφοράς μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, χωρίς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να έχει λάβει ενώπιον του Δικαστηρίου θέση επί της ερμηνείας που πρέπει να δοθεί στις αμφισβητούμενες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας του.
19 Ανταποκρίνεται απόλυτα στη βούληση του Ιταλού νομοθέτη η ερμηνεία των άρθρων 62 και 63 που επέλεξε το ιταλικό δικαστήριο και που το οδήγησε να σας υποβάλει συναφώς προδικαστικά ερωτήματα; Πραγματική πρόθεση του Ιταλού νομοθέτη ήταν να επιβάλει ορισμένα μέτρα μειώσεως του επιπέδου εκθέσεως, έστω και εν απουσία οποιασδήποτε μελέτης ακριβούς προσδιορισμού των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται όντως οι εργαζόμενοι; Ή μήπως η αλληλεξάρτηση των διατάξεων των άρθρων 62 και 63 αποσκοπεί αποκλειστικώς στο να υπαγάγει υπό ένα άρθρο τη δέσμη των ληπτέων από τον εργοδότη μέτρων για τη μείωση του κινδύνου και σε ένα άλλο το σύνολο των διατάξεων που αφορούν την αξιολόγηση του κινδύνου, χωρίς οποιαδήποτε βούληση αποκλίσεως από τις διατάξεις της οδηγίας; Δεν θα μπορούσε το προαναφερθέν άρθρο 63, παράγραφος 3, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποχρεώνει τον εργοδότη να προχωρήσει σε αξιολόγηση του κινδύνου σε κάθε περίπτωση;
20 Ο μηχανισμός της προδικαστικής παραπομπής δεν μας παρέχει την ευχέρεια να υποκαταστήσουμε με την ερμηνεία μας περί του εθνικού δικαίου εκείνη του εθνικού δικαστή, πρέπει, όμως, να είναι απόλυτα σαφές ότι το γεγονός ότι ο ειρμός της συλλογιστικής μας με αφετηρία την περιγραφή των επιταγών του εθνικού δικαίου που έθεσε υπόψη μας το αιτούν δικαστήριο δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως λήψη θέσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου επί ερμηνείας που εκφεύγει της αρμοδιότητάς του.
21 Δεύτερον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, σε χρόνο μεταγενέστερο της αποφάσεως περί παραπομπής, εκδόθηκε η οδηγία 97/42/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1997, για την πρώτη τροποποίηση της οδηγίας 90/394 (3). Από απόψεως του ζητήματος που μας απασχολεί, η οικεία οδηγία εμπεριέχει δύο ενδιαφέροντα στοιχεία. Πρώτον, καθορίζει οριακές τιμές εκθέσεως στο βενζόλιο, πράγμα το οποίο δεν είχε ρυθμιστεί με το παράρτημα III της οδηγίας 90/394, όπως αυτή είχε διατυπωθεί αρχικά, αφετέρου, προσθέτει στο άρθρο 5 αυτής νέα παράγραφο 4, σύμφωνα με την οποία «η έκθεση δεν πρέπει να υπερβαίνει την οριακή τιμή καρκινογόνου παράγοντα, η οποία ορίζεται στο παράρτημα ΙΙΙ.»
22 Το γεγονός ότι το άρθρο 5 τροποποιήθηκε έτσι είναι προφανώς ενδεικτικό του ότι ο κοινοτικός νομοθέτης αντιλήφθηκε ότι ο ρόλος της οριακής τιμής δεν είχε αποσαφηνιστεί επαρκώς στην αρχική διατύπωση της οδηγίας. Πράγματι, η οριακή αυτή τιμή διδόταν στο άρθρο 16, το οποίο ορίζει:
«1. Το Συμβούλιο καθορίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 118 Α της Συνθήκης, οριακές τιμές, όσον αφορά όλους εκείνους τους καρκινογόνους παράγοντες για τους οποίους τούτο είναι δυνατόν, με την έκδοση οδηγιών και βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των επιστημονικών και τεχνικών δεδομένων (...).
2. Οι οριακές τιμές και οι άλλες άμεσα συνδεόμενες διατάξεις καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ.»
Πάντως, το εν λόγω παράρτημα περιελάμβανε απλώς την ένδειξη «p.m.».
23 Του λοιπού, το παράρτημα ΙΙΙ καθορίζει τις οριακές τιμές επαγγελματικής εκθέσεως σε 1 ppm (μέρος ανά εκατομμύριο κατ' όγκο στον αέρα). Ως μεταβατικό μέτρο, από τις 27 Ιουνίου 2000, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της νέας οδηγίας, και μέχρι τις 27 Ιουνίου 2003, γίνεται δεκτή οριακή τιμή 3 ppm.
24 Σημαίνει όμως το γεγονός ότι στο άρθρο 5, παράγραφος 4, διευκρινίζεται πλέον ότι «η έκθεση δεν πρέπει να υπερβαίνει την οριακή τιμή καρκινογόνου παράγοντα, η οποία ορίζεται στο παράρτημα ΙΙΙ» ότι αυτό αποτελεί του λοιπού το μοναδικό κριτήριο στο οποίο οφείλουν να αναφέρονται οι εργοδότες; Με άλλα λόγια, η ουσιώδης επίκριση της Italiana petroli, σύμφωνα με την οποία οι εργοδότες υπέχουν αόριστη και απροσδιόριστη υποχρέωση, ήτοι να διασφαλίζουν «ότι το επίπεδο εκθέσεως των εργαζομένων μειώνεται σε τόσο χαμηλό επίπεδο όσο είναι τεχνικά εφικτό», δεν θα ισχύει πλέον αφ' ης στιγμής η Ιταλική Δημοκρατία θα έχει μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη την τροποποίηση της οδηγίας;
25 Δυστυχώς, η κατάσταση παραμένει αμφιλεγόμενη επειδή το χωρίο που μόλις προανανέφερα διατηρείται στην παράγραφο 3 του άρθρου 5. Η συζήτηση ακροατηρίου δεν μας παρέσχε κανένα διαφωτιστικό στοιχείο συναφώς.
26 Υπό τις περιστάσεις αυτές, είμαστε υποχρεωμένοι να υποθέσουμε ότι βούληση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να θέσει σε εφαρμογή παράλληλα δύο μεθόδους, οι οποίες δεν είναι, άλλωστε, ασυμβίβαστες.
27 Η πρώτη έγκειται στην υποχρέωση των εργοδοτών να θέτουν αδιαλείπτως σε εφαρμογή όλα τα διαθέσιμα τεχνικά μέσα για τη μείωση στο ελάχιστο των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται οι εργαζόμενοι.
28 Η δεύτερη έγκειται στον καθορισμό ενός κατωφλίου, πέραν του οποίου η έκθεση λογίζεται ως απαράδεκτη. Όταν συνδυάζονται οι δύο αυτές προσεγγίσεις, όπως φαίνεται να πράττει ο κοινοτικός νομοθέτης, μοιραία κατάληξη είναι η διακοπή της εκμεταλλεύσεως των επιχειρήσεων εντός των οποίων, ανεξαρτήτως λόγου, τεχνικής αδυναμίας ή εγκληματικής κακής βουλήσεως του εργοδότη, η έκθεση υπερβαίνει την καθορισμένη οριακή τιμή, αλλά και η μη απαλλαγή του εργοδότη, ο οποίος, τη στιγμή κατά την οποία η έκθεση των μισθωτών του δεν υπερβαίνει την οριακή τιμή, δεν έκανε χρήση των διαθεσίμων μέσων για να μειώσει την εν λόγω έκθεση στο ελάχιστο.
29 Όσο αξιέπαινη και αν είναι η απαιτητική αυτή στάση, δεν μπορεί να παραγνωρίζονται τα μειονεκτηματά της από απόψεως ασφαλείας δικαίου. Προκειμένου να εκτιμηθεί αν ένας εργοδότης τηρεί τις υποχρεώσεις του πρέπει να γίνει αναφορά τόσο σε ένα αντικειμενικό στοιχείο, και συγκεκριμένα την οριακή τιμή, όσο και σε ένα άλλο λιγότερο αντικειμενικό στοιχείο, ήτοι τις προσπάθειες που καταβάλλονται υπό το πρίσμα των προσφερομένων από την πλέον πρόσφατη τεχνική δυνατοτήτων.
30 Δεν απόκειται σε μένα να αμφισβητήσω τη μέθοδο που επέλεξε ο κοινοτικός νομοθέτης, τη στιγμή που αντιλαμβάνομαι μάλιστα απολύτως ότι ο καθορισμός απλώς μιας οριακής τιμής θα παρίστατο ενδεχομένως ως έγκριση της μέχρις ενός ορισμένου βαθμού υπαγωγής των μισθωτών σε κινδύνους που θα μπορούσαν να αποφευχθούν, υπό τον όρο ότι θα υπήρχαν τα προς τούτο μέσα, εκτιμώ, πάντως, ότι η διαφορά μεταξύ της υπερβάσεως μιας οριακής τιμής και της μη εκμεταλλεύσεως όλων των παρεχομένων από την τεχνική πρόοδο δυνατοτήτων, διαφορά η οποία προσομοιάζει με τη διαφορά μεταξύ υποχρεώσεως επιτεύξεως αποτελέσματος και υποχρεώσεως προσφυγής σε συγκεκριμένο μέσο, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τη βαρύτητα της ποινής στην οποία υπόκειται ο εργοδότης σε αμφότερες τις υποθετικές αυτές περιπτώσεις.
31 Η τήρηση της οριακής τιμής δεν θα μπορούσε να αποτελέσει άλλοθι σε περίπτωση αμελείας του εργοδότη, πρέπει όμως να λαμβάνεται υπόψη όταν πρόκειται για την επιβολή ποινής λόγω της αμελείας αυτής.
32 Έτσι, αφού διευκρίνισα το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα υποβληθέντα από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματα, έρχομαι στο πρώτο από αυτά, ήτοι στο αν τα άρθρα 62 και 63 του νομοθετικού διατάγματος 626/94 μεταφέρουν εσφαλμένα την οδηγία 90/394 στην εσωτερική έννομη τάξη.
33 Το ζήτημα είναι απλό μόνο κατά φαινόμενον. Πράγματι, δεν συγκεφαλαιώνεται στο αν οι ιταλικές αρχές, θεσπίζοντας τις διατάξεις των άρθρων 62 και 63 του νομοθετικού διατάγματος, δεν υπερέβησαν τα όρια της εξουσίας τους εκτιμήσεως κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, δυνάμει του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΚ, κατά τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
34 Δεδομένου ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας οδηγίας εμπίπτουσας στον καλυπτόμενο από το άρθρο 118 Α της Συνθήκης ΕΚ τομέα, ήτοι την προστασία της υγείας των εργαζομένων, επιβάλλεται περαιτέρω η εξέταση του ζητήματος αν, σε περίπτωση αποδείξεως ότι πρόκειται για μη ορθή μεταφορά της οδηγίας, πρέπει να θεωρηθεί ότι πρόκειται στην πραγματικότητα απλώς και μόνο για μέτρο ενισχυμένης προστασίας, όπως επιτρέπεται ρητώς, δυνάμει του άρθρου 118 Α, παράγραφος 3, στα κράτη μέλη να πράξουν.
35 Επί του πρώτου σημείου, εντύπωσή μου είναι ότι η νομολογία του Δικαστηρίου έχει θέσει τις βάσεις που επιτρέπουν μια λογική ακολουθία. Αντίθετα, επί του δευτέρου σημείου, βρισκόμαστε σε terra incognita, δεδομένου ότι το Δικαστήριο μέχρι σήμερα δεν αποφάνθηκε επί του περιεχομένου του άρθρου 118 Α, παράγραφος 3. Πάντως, εκτιμώ, συντασσόμενος στο σημείο αυτό με την άποψη της Επιτροπής, ότι η εγγενής στο κοινοτικό νομικό σύστημα αρχή της αναλογικότητας, με βάση την οποία μπορούν να εκτιμηθούν τα μέτρα που εξέδωσε κράτος μέλος προς εφαρμογή μιας οδηγίας, αποτελεί επίσης το πρόσφορο μέσο προκειμένου να σχηματιστεί η κρίση επί του παραδεκτού ενός μέτρου ενισχυμένης προστασίας δυνάμει του άρθρου 118 Α.
Το περιθώριο που επαφίεται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της μεταφοράς μιας οδηγίας
36 Όσον αφορά τη μεταφορά των οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη, ουδείς αμφισβητεί ότι, ως μέσον δράσεως του κοινοτικού νομοθέτη που διαφέρει από τον κανονισμό, η προσφυγή στην οδηγία συνεπάγεται δράση των εθνικών αρχών η οποία δεν είναι αυστηρά μηχανική και αφήνει περιθώρια αναπτύξεως κάποιας πρωτοβουλίας και εκτιμήσεως. Δεν πρέπει να αμφισβητείται, μέσω ερμηνείας, η υπόσταση του εν λόγω περιθωρίου. Πάντως, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όταν κάνει χρήση του περιθωρίου αυτού, το κράτος μέλος εξακολουθεί να δεσμεύεται για την τήρηση των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου.
37 Αν η οδηγία 90/394 περιοριζόταν στην επιβολή της υποχρεώσεως των κρατών μελών να δρουν κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερα, κατά τρόπον ώστε να μη διατρέχει κίνδυνο η υγεία των εργαζομένων από την παρουσία καρκινογόνων προϋόντων στον τόπο εργασίας, ασφαλώς δεν θα υπήρχε περιθώριο για οποιαδήποτε αντίρρηση επί των επιλογών που αντανακλώνται στο νομοθετικό διάταγμα 626/94.
38 Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, επειδή, όπως ήδη εξέτασα, τα άρθρα 3, 4 και 5 της οδηγίας δεν περιορίζονται στον καθορισμό ενός προς επίτευξη στόχου, αλλά χαράσσουν συναφώς στρατηγική και διακρίνουν δύο επίπεδα δράσεως: τη δράση κατά της χρήσεως των καρκινογόνων προϋόντων και της δράσεως προς αποφυγή της εκθέσεως των εργαζομένων στα εν λόγω προϋόντα, εκ των οποίων η μεν πρώτη πρέπει να αναλαμβάνεται a priori, ενώ η δεύτερη με γνώμονα την in concreto αξιολόγηση του κινδύνου στον οποίον εκτίθενται οι εργαζόμενοι.
39 Η συστηματική επιβολή της υποχρεώσεως εφαρμογής ορισμένων μέτρων περιορισμού του κινδύνου εκθέσεως, ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του κινδύνου αυτού, νομίζω ότι συνιστά προσέγγιση απέχουσα αισθητά από τη στρατηγική που χάραξε ο κοινοτικός νομοθέτης. Και μόνον εκ του γεγονότος αυτού θα έτεινα ήδη να θεωρήσω ότι βρισκόμαστε ενώπιον μη ορθής μεταφοράς, πράγμα που διστάζει προφανώς να συναγάγει η Επιτροπή, μολονότι έχει σημειώσει ότι «οι διατάξεις αυτές [τα άρθρα 62 και 63 του νομοθετικού διατάγματος] ενδεχομένως (...) δεν συνάδουν απόλυτα προς τις προβλεπόμενες από την οδηγία».
40 Πλην όμως, έστω και αν έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η επιλογή των ιταλικών αρχών εντάσσεται και πάλι στο επιτρεπόμενο από την οδηγία περιθώριο εκτιμήσεως, είμαι της γνώμης ότι βρισκόμαστε ενώπιον απαράδεκτου τρόπου μεταφοράς. Πράγματι, ο τρόπος αυτός προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας. Η εν λόγω αρχή απαιτεί όχι μόνον τα συνεπαγόμενα επιβαρύνσεις των επιχειρηματιών μέτρα να είναι κατάλληλα και αναγκαία για την επίτευξη των θεμιτώς επιδιωκομένων στόχων, αλλά ακόμη, οσάκις μεταξύ πλειόνων καταλλήλων μέτρων μπορεί να γίνει επιλογή, να επιλέγεται το λιγότερο εξαναγκαστικό και οι συνακόλουθες επιβαρύνσεις να μην είναι υπέρμετρες σε σχέση με τον καθοριζόμενο στόχο.
41 Βέβαια, οι επιταγές αυτές τέθηκαν κατ' αρχάς ενόψει της ιδίας της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, πλην όμως, τουλάχιστον μετά την απόφαση Pastoors και Trans-Cap (4), δεν μπορεί πλέον να αμφισβητείται ότι βαρύνουν και τον εθνικό νομοθέτη όταν πρόκειται για τομέα διεπόμενο από το κοινοτικό δίκαιο.
42 Στην προκειμένη περίπτωση, καίτοι η χαραχθείσα με την οδηγία στρατηγική φαίνεται ότι απαντά σημείο προς σημείο στις ανωτέρω απαιτήσεις, οι επιβαλλόμενες από τον Ιταλό νομοθέτη στους εργοδότες υποχρεώσεις νομίζω ότι πόρρω απέχουν από του να το επιτυγχάνουν. Με εκπλήσσει το γεγονός ότι η Επιτροπή θεωρεί ταυτόχρονα ότι προβλέπονται επιβαρύνσεις για τους εργοδότες πολύ επαχθέστερες εκείνων που προβλέπει η οδηγία και ότι ουδεμία παραβίαση συντρέχει της αρχής της αναλογικότητας.
43 Κατά την άποψή μου, δυσχερώς μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η υποχρέωση προσφυγής σε ορισμένα μέσα μειώσεως του κινδύνου εκθέσεως που αποδεικνύονται ενδεχομένως εξαιρετικά δαπανηρά για τους εργοδότες, χωρίς να έχει προηγηθεί η in concreto αξιολόγηση της φύσεως και της εκτάσεως του κινδύνου αυτού, αποδίδει λίγη σημασία στην αρχή της αναλογικότητας. Αν η ασφάλεια δεν μπορεί να αποτιμηθεί, συνεπάγεται, πάντως, κάποιο κόστος, ενώ είναι αδύνατη η διενέργεια των επενδύσεων σε θέματα ασφαλείας χωρίς έναν κατ' ελάχιστο ορθολογισμό, και αυτόν εισάγει ακριβώς στην προκειμένη περίπτωση η προτασσόμενη αξιολόγηση.
Οι επιτρεπόμενες από το άρθρο 118 Α της Συνθήκης αυξημένες απαιτήσεις
44 Πάντως, το ζητούμενο είναι αν η κατά το άρθρο 118 Α, παράγραφος 3, της Συνθήκης ευχέρεια των κρατών μελών να εισάγουν αυξημένες απαιτήσεις έναντι εκείνων που επιβάλλουν οι κοινοτικές διατάξεις οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι, θεσπίζοντας τα άρθρα 62 και 63 του νομοθετικού διατάγματος, όπως αυτά ερμηνεύονται από τον εθνικό δικαστή με τα ερωτήματά του, ο Ιταλός νομοθέτης ουδόλως παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο.
45 Και στο σημείο αυτό, σε αντίθεση με την Επιτροπή, άποψή μου είναι ότι τα πράγματα δεν έχουν έτσι. Ξωρίς να αποπειραθώ να αναλύσω από το βήμα αυτό όλες τις πιθανές εκδοχές του άρθρου 118 Α, πιστεύω ότι, προκειμένου να ερμηνευθεί το περιεχόμενο του άρθρου αυτού, πρέπει να εκκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι η ασφάλεια των εργαζομένων εμπίπτει, ως στοιχείο της κοινωνικής πολιτικής, στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και ότι, κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν είναι πλέον ελεύθερα να δρουν στον τομέα αυτό, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις αναληφθείσες από την Κοινότητα δράσεις. Το άρθρο 118 Α, παράγραφος 3, δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να ερμηνευθεί ως παρέχον στα κράτη μέλη ανεξέλεγκτες δυνατότητες δράσεως εφόσον πρόκειται για την προστασία της υγείας των εργαζομένων, ούτε καν ως παρέχον την ελευθερία να αγνοηθούν οι προσανατολισμοί και οι στρατηγικές δράσεως όπως καθορίζονται σε κοινοτικό πλαίσιο.
46 Εξουσιοδοτούνται απλώς, αλλ' αποκλειστικά στον βαθμό που η δράση τους ευθυγραμμίζεται με εκείνη της Κοινότητας, να θέσουν αυστηρότερες απαιτήσεις, να προχωρήσουν έτι περαιτέρω. Μπορούν να προτρέξουν της κοινοτικής δράσεως, δεν μπορούν, όμως, να προσδιορίσουν μονομερώς την κατεύθυνση που προτίθενται να ακολουθήσουν. Η δράση της Κοινότητας και εκείνη των κρατών μελών πρέπει να είναι συνεκτικές και η συνοχή αυτή θα διακυβευόταν αν έπρεπε να γίνει δεκτό ότι τα άρθρα 62 και 63 του νομοθετικού διατάγματος δικαιολογούνται από το άρθρο 118 Α, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Μεταξύ αυτού που προβλέπει η οδηγία και αυτού που προβλέπουν οι εν λόγω διατάξεις δεν υφίσταται αναντίρρητη διαφορά διαβαθμίσεως αλλά διαφορά μεθόδου. Μια ρεαλιστική προσέγγιση της οδηγίας αντικαθίσταται από άλλη προσέγγιση που επιβάλλει συγκεκριμένα μέτρα προτού καν συνειδητοποιηθεί και προσδιοριστεί ακριβώς ο κίνδυνος. Συναφώς, δεν είναι τόσο σημαντικό το αν η επιλεγείσα από τον Ιταλό νομοθέτη μέθοδος μπορεί να παραγάγει εξ ίσου καλά αποτελέσματα από απόψεως εξαλείψεως του κινδύνου με εκείνη που επέλεξε ο κοινοτικός νομοθέτης.
47 Εν πάση περιπτώσει, η υλοποίηση της ευκαιρίας για τη θέσπιση αυστηρότερων μέτρων που παρέχει στα κράτη μέλη το άρθρο 118 Α δεν εκφεύγει της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας, ενώ τα συμπεράσματα ως προς την παραβίαση της ανωτέρω αρχής από τα άρθρα 62 και 63 του νομοθετικού διατάγματος στα οποία κατέληξα στο ζήτημα της εφαρμογής της οδηγίας ισχύουν επίσης, mutatis mutandis, και για την ερμηνεία των ιταλικών μέτρων υπό το φως του άρθρου 118 Α.
48 Πρέπει επίσης να υπομνηστεί ότι το άρθρο 118 Α, παράγραφος 2, προβλέπει ότι με τις εκδιδόμενες βάσει της ανωτέρω διατάξεως οδηγίες πρέπει να αποφεύγεται η επιβολή διοικητικών, οικονομικών και νομικών εξαναγκασμών οι οποίοι θα εμπόδιζαν τη δημιουργία και την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Το ίδιο ισχύει και για τα εθνικά μέτρα «αυξημένης προστασίας».
49 Επομένως, πιστεύω ότι, ακόμη και αν εισαχθεί ως στοιχείο συζητήσεως το άρθρο 118 Α, ο Ιταλός νομοθέτης δεν μπορούσε να επιβάλει τη θέσπιση των προβλεπόμενων από το άρθρο 5 της οδηγίας μέτρων ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της επιβαλλόμενης από το άρθρο 3 αυτής αξιολογήσεως.
50 Εναπόκειται να διευκρινίσω ένα σημείο. Όπως ανέφεραν η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση, σε αντίθεση προς όσα ισχυρίζεται η Italiana petroli, οι δικονομικές προϋποθέσεις παρεκκλίσεως που εξαγγέλλονται στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΚ δεν μπορούν να ισχύσουν δια μεταφοράς στο άρθρο 118 Α. Το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή τυχόν αυστηρότερες διατάξεις από τις προβλεπόμενες με την οδηγία. Ακολούθως, η Επιτροπή «επιβεβαιώνει τις διατάξεις αυτές αφού εξακριβώσει ότι δεν αποτελούν μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών».
51 Το άρθρο 118 Α δεν προβλέπει παρόμοια διάταξη. Πάντως, όπως ορθά παρατήρησε ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως, τούτο δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει μέσον ελέγχου των αυστηρότερων εθνικών μέτρων. Πράγματι, η διασφαλίζουσα τη μεταφορά μιας οδηγίας διάταξη πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή δυνάμει των κλασικών μηχανισμών κοινοποιήσεως των εθνικών μέτρων εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
52 Εξάλλου, νέο μέτρο, μη λαμβανόμενο ακριβώς στο πλαίσιο οδηγίας, εντάσσεται συνηθέστερα στο πλαίσιο των απαιτούμενων κοινοποιήσεων βάσει της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (5).
53 Επομένως, η επιβαλλόμενη, κατά την άποψή μου, απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στα άρθρα 118 Α της Συνθήκης ΕΚ και στα άρθρα 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394, η θέσπιση εθνικών κανόνων που αφορούν την προστασία της υγείας και της ασφαλείας των εργαζομένων κατά των συνδεομένων με την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κινδύνων, κανόνων που επιβάλλουν ορισμένα μέτρα μειώσεως του κινδύνου εκθέσεως που πρέπει να λαμβάνονται σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της αξιολογήσεως του κινδύνου.
Το ζήτημα της μειώσεως της περιεκτικότητας σε βενζόλιο σε «ακόμη κατώτερα» όρια (τρίτο ερώτημα)
54 Το τρίτο ερώτημα αφορά επίσης την οδηγία 90/394 και είναι φρόνιμο να εξεταστεί μετά το πρώτο ερώτημα. Το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν τα άρθρα 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394 επιβάλλουν στους εργοδότες, ήτοι στους υπευθύνους των πρατηρίων βενζίνης και στους σχεδιαστές και ιδιοκτήτες των εγκαταστάσεων των εν λόγω σταθμών, σε θέματα μειώσεως του συντελεστή βενζολίου στα καύσιμα, συμπληρωματικές και απροσδιόριστες υποχρεώσεις σε σχέση με τις επιβληθείσες από την οδηγία 85/210/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την περιεκτικότητα της βενζίνης σε μόλυβδο (6) (η οποία περιορίζει από 1ης Οκτωβρίου 1989 σε 5 % την περιεκτικότητα των καυσίμων σε βενζόλιο) και από το ιταλικό νομοθετικό διάταγμα 246/96 (το οποίο μειώνει το εν λόγω όριο κατά 1,4 % από 1ης Ιουλίου 1997 και κατά 1 % από 1ης Ιουλίου 1999).
55 Ερωτάται δηλαδή, με διαφορετικά λόγια, αν επιτρέπεται να απαιτείται από τους διαχειριστές των πρατηρίων βενζίνης να προμηθεύονται βενζίνη με περιεκτικότητα σε βενζόλιο κατώτερη από εκείνη που τους προμηθεύουν τα διυλιστήρια της εταιρίας της οποίας είναι οι ίδιοι μεταπωλητές, αν τούτο καθίστατο αναγκαίο για τη μείωση της εκθέσεως των εργαζομένων τους στο βενζόλιο.
56 Η απάντηση στο ερώτημα αυτό νομίζω ότι είναι ευχερής. Η οδηγία 85/210 και η οδηγία 90/394 επιδιώκουν, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, σκοπούς, οι οποίοι, χωρίς να είναι αντίθετοι, είναι διαφορετικοί· η πρώτη σκοπεί την προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος γενικότερα, ενώ η δεύτερη τη διασφάλιση της προστασίας των εργαζομένων ως προσώπων ειδικώς εκτεθειμένων στους κινδύνους που εμπεριέχουν οι καρκινογόνες ουσίες.
57 Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οι υπεύθυνοι των πρατηρίων βενζίνης έχουν τη δυνατότητα να εμπορεύονται μόνο τα προϋόντα που τους παραδίδουν οι προμηθευτές τους, χωρίς να εμπλέκονται στο ζήτημα της περιεκτικότητας των καυσίμων που διαθέτουν προς πώληση λιανικώς. Εκείνο που μπορεί να απαιτηθεί από τους ανωτέρω, σε σχέση με την περιεκτικότητα του καυσίμου σε βενζόλιο που εμπορεύονται, είναι η τήρηση του οριζομένου με το νομοθετικό διάταγμα 246/96 ορίου, το οποίο πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον η μείωση της περιεκτικότητας σε βενζόλιο σε σχέση με την καθοριζόμενη από την οδηγία 85/210 που πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 100 Α της Συνθήκης, κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή και δεν προσέκρουσε σε οποιαδήποτε αντίρρηση.
58 Δεν έχει νόημα ο ισχυρισμός ότι το άρθρο 4 της οδηγίας 90/394 τους υποχρεώνει να μειώσουν την περιεκτικότητα σε βενζόλιο σε ακόμη χαμηλότερο ποσοστό, εφόσον από πλευράς τους αυτό είναι από τεχνική άποψη προφανώς αδύνατον.
59 Αντίθετα, εξακολουθούν να υπόκεινται στις σχετικές με την προστασία των εργαζομένων έναντι των κινδύνων εκθέσεως επιταγές. Από τη συγκεκριμένη δικογραφία εμφαίνεται σαφώς ότι, ανεξάρτητα από την περιεκτικότητα των καυσίμων σε βενζόλιο, ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί a priori ως ανύπαρκτος, στον βαθμό κατά τον οποίο η λειτουργία των πρατηρίων βενζίνης στην Ιταλία αφήνει ελάχιστα περιθώρια στο σύστημα της αυτοεξυπηρετήσεως και στα πλαίσια της οποίας λειτουργίας, συνακόλουθα, υπάρχουν υπάλληλοι επιφορτισμένοι σε μόνιμη βάση με το έργο να γεμίζουν τις δεξαμενές καυσίμων των αυτοκινήτων της πελατείας. Επομένως, κατ' αρχήν, εναπόκειται στους εργοδότες να αξιολογούν, όπως επιτάσσει το άρθρο 3 της οδηγίας, τον κίνδυνο και με γνώμονα τα αποτελέσματα από την αξιολόγηση αυτή να θέτουν σε εφαρμογή, εφόσον απαιτείται, τα εξαγγελλόμενα στο άρθρο 5 της οδηγίας μέτρα.
60 Ξωρίς να παρέχει εξηγήσεις στην πραγματικότητα ως προς το σημείο αυτό, η Επιτροπή προτείνει διαφορετική ρύθμιση για τους παραγωγούς καυσίμων, έναντι των οποίων θα μπορούσε η οδηγία 90/394 να επιβάλει υποχρεώσεις μειώσεως της περιεκτικότητας σε βενζόλιο, πέραν του οριζομένου με το νομοθετικό διάταγμα 246/96 ορίου, ρύθμιση η οποία με τη σειρά της βαίνει πέραν της οδηγίας 85/210. Κατά τη γνώμη μου, ουδόλως απαιτείται να εισέλθω στη συζήτηση αυτή για να δώσω απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο νομίζω ότι δεν αφορά παρά μόνο τις υποχρεώσεις των υπευθύνων των πρατηρίων βενζίνης.
61 Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι είναι δύσκολο να θεωρηθεί ότι, υπό την ιδιότητά τους ως πωλητών καυσίμων στους πελάτες τους, οι παραγωγοί μπορούν να υπέχουν υποχρεώσεις επιβαλλόμενες από την οδηγία 90/394, η οποία αφορά ειδικά τις υποχρεώσεις των εργοδοτών έναντι των μισθωτών τους.
62 Από τα ανωτέρω συμπεραίνω ότι τα άρθρα 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394 έχουν την έννοια ότι δεν επιβάλλουν στους εργοδότες, εν προκειμένω στους υπευθύνους των πρατηρίων βενζίνης, υποχρεώσεις όσον αφορά τη μείωση της περιεκτικότητας των καυσίμων που διανέμουν σε βενζόλιο, στον βαθμό που τα καύσιμα που εμπορεύονται δεν υπερβαίνουν το καθοριζόμενο με την οδηγία 85/210 ανώτατο ποσοστό ή τηρούν την αυστηρότερη, αλλά σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο, εθνική διάταξη.
Το ζήτημα της οριζόμενης για την προσαρμογή των εξοπλισμών εργασίας προθεσμίας (δεύτερο ερώτημα)
63 Τέλος, έρχομαι στην εξέταση του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, με το οποίο το εθνικό δικαστήριο σας ερωτά αν προσκρούει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο ββ, της οδηγίας 89/655 εθνικός κανόνας εφαρμογής, ο οποίος, αγνοώντας ενδεχομένως τις αρχές περί ευλόγου ορίου και αναλογικότητας, καθορίζει ομοιόμορφα, ήτοι χωρίς να προβαίνει σε διάκριση μεταξύ των νέων εγκαταστάσεων και των υφισταμένων εγκαταστάσεων που απαιτούν προσαρμογή, προθεσμία τριών μηνών για την έναρξη ισχύος του, προβλέποντας σοβαρές ποινικές κυρώσεις σε βάρος του εργοδότη, ο οποίος, μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, θα υποχρέωνε τους μισθωτούς του να χρησιμοποιούν ακατάλληλες εγκαταστάσεις.
64 Για την κατανόησή του, το ανωτέρω ερώτημα απαιτεί τη διαδοχική εξέταση των διατάξεων της οδηγίας και του τρόπου με τον οποίο μεταφέρθηκαν στην ιταλική έννομη τάξη μέσω του νομοθετικού διατάγματος 626/94.
65 Τα κράτη μέλη όφειλαν να μεταφέρουν την οδηγία το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1992. Το άρθρο 4 της οδηγίας, το οποίο αφορά τους κανόνες σχετικά με τους εξοπλισμούς εργασίας, προβλέπει ότι:
«1. Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3, ο εργοδότης οφείλει να προμηθεύεται και/ή να χρησιμοποιεί εξοπλισμό εργασίας ο οποίος:
(...)
β) αν έχει τεθεί στη διάθεση των εργαζομένων στην επιχείρηση και/ή στις εγκαταστάσεις στις 31 Δεκεμβρίου 1992, να ανταποκρίνεται στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπονται στο παράρτημα το πολύ τέσσερα έτη μετά την ημερομηνία αυτή.»
66 Στην Ιταλία, για λόγους που δεν διευκρινίστηκαν, η μεταφορά έλαβε χώρα με καθυστέρηση δεδομένου ότι οι συναφείς διατάξεις θεσπίστηκαν με το νομοθετικό διάταγμα 626/94 μόλις στις 13 Νοεμβρίου 1994. Δυνάμει του άρθρου 36 αυτού, «οποιοσδήποτε εξοπλισμός εργασίας, ο οποίος εμφανίζει κινδύνους λόγω της εκλύσεως αερίου, ατμών ή υγρών ή λόγω της εκπομπής κονιορτού, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με κατάλληλες συσκευές κατακρατήσεως ή εκβολής, τοποθετημένες εγγύς της πηγής που ενέχουν παρόμοιο κίνδυνο», και η συναφής υποχρέωση, η οποία αφορά προφανώς τα πρατήρια βενζίνης, άρχισε να ισχύει στις 13 Φεβρουαρίου 1995.
67 Η κατάσταση, λοιπόν, η οποία προβληματίζει τον εθνικό δικαστή είναι η ακόλουθη: η κοινοτική οδηγία του 1989, η οποία έπρεπε να μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη στις 31 Δεκεμβρίου 1992, παρέχει χρονικό περιθώριο προσαρμογής των υφισταμένων εγκαταστάσεων μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1996, ενώ ο Ιταλός νομοθέτης, ο οποίος παρενέβη μόλις στις 13 Νοεμβρίου 1994, επιβάλλει την υποχρέωση της πραγματοποιήσεως της εν λόγω προσαρμογής στις 13 Φεβρουαρίου 1995, ήτοι εντός προθεσμίας τριών μηνών. Είναι, από απόψεως του κοινοτικού δικαίου, παρόμοια συμπεριφορά των ιταλικών αρχών αποδεκτή;
68 Αυτό είναι το τιθέμενο συγκεκριμένα ερώτημα και φρονώ ότι οφείλουμε να περιοριστούμε σ' αυτό, ήτοι νομίζω ότι δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε σκόπιμο να εισέλθουμε σε θεωρητική συζήτηση ως προς τη δυνατότητα κράτους μέλους, το οποίο διαβλέπει να διαγράφεται ο κίνδυνος να αντιμετωπίσει προσφυγή εις βάρος του λόγω παραβάσεως, να αναπληρώσει, αν μπορώ να εκφραστώ με τον τρόπο αυτό, την αργοπορία που οφείλεται στις δημόσιες αρχές κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, με την επιβολή στους επιχειρηματίες της υποχρεώσεως να τηρήσουν, σχεδόν στιγμιαία, νέες διατάξεις, οι οποίες απαιτούσαν, όπως ο κοινοτικός νομοθέτης είχε απόλυτη συνείδηση, περίοδο προσαρμογής.
69 Στην παρούσα υπόθεση, γεγονός είναι ότι η προθεσμία μεταφοράς, καθορισθείσα στις 31 Δεκεμβρίου 1992, δεν τηρήθηκε, ώστε αφ' εαυτού να δικαιολογεί τυχόν προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας. Πάντως, η σημειωθείσα αργοπορία δεν έθετε οριστικά σε κίνδυνο τη δυνατότητα, κατά την καθοριζόμενη με την οδηγία ημερομηνία, ήτοι στις 31 Δεκεμβρίου 1996, τα ιταλικά πρατήρια καυσίμων να λειτουργούν σύμφωνα με τις σε κοινοτικό επίπεδο προδιαγραφές. Λόγω του γεγονότος αυτού γίνεται δυσχερέστατα κατανοητό το γιατί ο Ιταλός νομοθέτης θεώρησε ορθό να καθορίσει ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας προσαρμογής των υφισταμένων εγκαταστάσεων τη 13η Φεβρουαρίου 1995, στερώντας με τον τρόπο αυτό τους επιχειρηματίες ενός διαστήματος περίπου δύο ετών που θα τους ήταν εξαιρετικά χρήσιμο για να προσαρμόσουν τις εγκαταστάσεις τους.
70 Εκτιμώ ότι, προβαίνοντας στην επιλογή αυτή, ο Ιταλός νομοθέτης παρέβη το κοινοτικό δίκαιο και τούτο για διαφόρους λόγους.
71 Πρώτον, πιστεύω ότι ο καθορισμός προθεσμίας τριών μηνών προσκρούει ευθέως στο πνεύμα της οδηγίας, βάσει της οποίας υπήρχε η πρόθεση να δοθεί στους εργοδότες επαρκής προθεσμία που θα μπορούσε να ανέρχεται σε τέσσερα έτη, όπως προέβλεψε η ίδια. Τα τέσσερα αυτά έτη, όπως προκύπτει σαφώς από το άρθρο 4 της οδηγίας, συνιστούσαν απλώς το ανώτατο όριο, πιστεύω δε ότι το να θεωρηθεί ότι η τετραετής αυτή προθεσμία αποτελούσε δικαίωμα των εργοδοτών προσκρούει στο περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει κάθε κράτος μέλος για τη μεταφορά μιας οδηγίας. Κατά την άποψή μου, θα ήταν απολύτως αποδεκτό να απαιτηθεί ως ημερομηνία προσαρμογής η 13η Φεβρουαρίου 1995 αν η οδηγία είχε μεταφερθεί, όπως έπρεπε να συμβεί, στις 31 Δεκεμβρίου 1992. Πράγματι, όλοι γνωρίζουν ότι ενίοτε είναι χρήσιμο να ασκείται πίεση για ταχύτερο βηματισμό, διαδικασία η οποία επέτρεψε, σε ορισμένες περιπτώσεις, την καταγωγή μεγάλων νικών. Αντίθετα, εκείνο που είναι εντελώς μάταιο είναι να απαιτείται από κάποιον που συμμετέχει σε μαραθώνιο δρόμο να ακολουθήσει την ίδια ταχύτητα με έναν δρομέα των 100 μέτρων. Αυτό είναι που η Ιταλία απήτησε, mutatis mutandis, από τους υπευθύνους των πρατηρίων βενζίνης.
72 Δεν είναι από υπερβολική σύνεση που ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε επαρκώς μακρά περίοδο προσαρμογής, επειδή είναι προφανές ότι η προσαρμογή χιλιάδων σημείων πωλήσεως καυσίμων απαιτεί παράλληλα πολύ σημαντικές επενδύσεις και τεχνικές εργασίες που συνεπάγονται την κινητοποίηση πολυάριθμου προσωπικού επί σχετικά μαρκά περίοδο. Πρόκειται, λοιπόν, όπως ήδη διαπίστωσα επ' αφορμή του πρώτου ερωτήματος, για υιοθέτηση εκ μέρους των ιταλικών αρχών στάσεως που έρχεται σε αντίθεση με την επιβαλλόμενη από τον κοινοτικό νομοθέτη.
73 Η μεθοδολογική διάσταση είναι ακόμη σοβαρότερη στον βαθμό που είναι ικανή να πλήξει αισθητά το κύρος της κοινοτικής δράσεως σε θέματα προστασίας των εργαζομένων, επειδή η επιβολή απαιτήσεων που είναι αδύνατο να τηρηθούν καταρρακώνει το κύρος του νομοθέτη και προκαλεί αντιδράσεις εχθρότητας εκ μέρους των υποκειμένων δικαίου, τα οποία θα σπεύσουν να δικαιολογήσουν την αδράνειά τους επικαλούμενα θριαμβολογώντας ως επιχείρημα το ότι εν αδυναμία εκτελέσεως δεν υφίσταται υποχρέωση.
74 Εξ αυτού έρχομαι στον δεύτερο λόγο για τον οποίο εκτιμώ, συμφωνώντας με την Italiana petroli, ότι ο καθορισμός προθεσμίας τριών μηνών ήταν υπερβολικά βραχύς, ήτοι ότι συντρέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η οποία, όπως ήδη εξέθεσα ανωτέρω, πρέπει να γίνεται σεβαστή από τα κράτη μέλη κατά την εκ μέρους τους εφαρμογή των οδηγιών.
75 Αίσθησή μου είναι ότι κανένα στοιχείο δεν μπορούσε να δικαιολογήσει το γεγονός ότι οι εργοδότες, στους οποίους η ίδια η οδηγία δεν επέβαλε καμία υποχρέωση, έστω και αν ήσαν σε θέση να έχουν συναφώς γνώση από μακρού χρόνου, στερήθηκαν, για την προσαρμογή των εγκαταστάσεών τους, από το μεγαλύτερο μέρος της χρονικής περιόδου μεταξύ της 13ης Νοεμβρίου 1994, ημερομηνίας πραγματικής μεταφοράς, και της 31ης Δεκεμβρίου 1996, ημερομηνίας που θέτει ως κανόνα αναγκαστικού δικαίου η οδηγία για την τήρηση των νέων κανόνων.
76 Θα προσθέσω, περιοριζόμενος στα μέτρα που εντάσσονται στο πλαίσιο της οδηγίας 90/394, ότι δεν μπορεί να γίνει λυσιτελώς επίκληση του άρθρου 118 Α της Συνθήκης προκειμένου να καταστεί σύμφωνος προς το κοινοτικό δίκαιο ο καθορισμός τόσο βραχείας προθεσμίας που είναι ασυμβίβαστος με την οδηγία 89/655, επειδή δεν μπορούμε να αποδεχόμαστε παράλογο μέτρο χαρακτηρίζοντάς το ως μέτρο ενισχυμένης προστασίας.
77 Απομένει να εξεταστούν δύο άλλες αντιρρήσεις που θα μπορούσαν να προβληθούν. Ισχυριζόμενοι ότι οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου - όπως είναι η αρχή της αναλογικότητας - εφαρμόζονται ήδη:
- προ της προβλεπομένης από μια οδηγία έσχατης ημερομηνίας για τη μεταφορά της,
- προ της προβλεπομένης από μια οδηγία έσχατης ημερομηνίας για την εφαρμογή μιας υποχρεώσεως που αυτή θέτει,
δεν εξωθούμε τα κράτη μέλη να μεταφέρουν τις οδηγίες το αργότερο δυνατόν;
78 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του ερωτήματος αυτού, ας μου επιτραπεί να διευκρινίσω ότι δεν θα ήταν βαρύ ένα κράτος μέλος να μεταφέρει μια οδηγία μόλις κατά το τέλος της ταχθείσας προθεσμίας, εφόσον δεν είναι υποχρεωμένο να το πράξει νωρίτερα.
79 Όσον αφορά τη δεύτερη υποθετική περίπτωση (το ζητούμενο στην παρούσα δίκη), οι προεκτεθείσες σκέψεις κατέδειξαν, κατά τη γνώμη μου, ότι δεν είναι πάντοτε προς το συμφέρον της ορθής εφαρμογής μιας οδηγίας η παραίτηση από τη χρήση της προθεσμίας που προέβλεψε το Συμβούλιο για την εκπλήρωση δεδομένης υποχρεώσεως. Πράγματι, υφίσταται ο κίνδυνος να προβάλλονται απαιτήσεις που είναι αδύνατο να τηρηθούν και με τον τρόπο αυτό να θίγεται το κύρος του νομοθέτη.
80 Στα πλαίσια μιας άλλης λογικής ακολουθίας, έχει επίσης σημασία η τοποθέτηση επί παρατηρήσεως της Επιτροπής σχετικά με τις ποινικές κυρώσεις. Αν αντιλήφθηκα ορθά την άποψη της Επιτροπής, το πρόβλημα της αναλογικότητας δεν ετίθετο, κατ' αυτήν, τόσο σε σχέση με τη βραχύτητα της προθεσμίας που δόθηκε στους επιχειρηματίες, όσο κυρίως σχετικά με τη σοβαρότητα των προβλεπομένων σε περίπτωση μη τηρήσεως της εν λόγω προθεσμίας κυρώσεων (φυλάκιση τριών έως έξι μηνών).
81 Συναφώς, θα επιθυμούσα να παρατηρήσω ότι και στην περίπτωση αυτή θα θιγόταν τα κύρος του νομοθέτη με την επιβολή στους επιχειρηματίες υποχρεώσεων που θα ήσαν πολύ δυσχερώς υλοποιήσιμες εντός των τασσομένων προθεσμιών, διευκρινίζοντάς τους παράλληλα, μέσω πολύ ελαφράς ποινής, ότι στην πραγματικότητα δεν αναμένεται η τήρησή τους.
82 Καταλήγω, συνεπώς, επί του δευτέρου αυτού ερωτήματος στο συμπέρασμα ότι προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας και στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο ββ, της οδηγίας 89/655 εθνικός κανόνας ο οποίος καθορίζει τόσο βραχεία προθεσμία ώστε να μην επιτρέπει την προσαρμογή των εγκαταστάσεων σε συμμόρφωση προς τις προδιαγραφές της οδηγίας.
Πρόταση
83 Ολοκληρώνοντας την ανάπτυξη των σκέψεων που απαιτούσαν τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο ερωτήματα, προτείνω να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
1) στο πρώτο ερώτημα, ότι προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στα άρθρα 118 Α της Συνθήκης και 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται με την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία (έκτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), η θέσπιση εθνικών κανόνων σχετικά με την προστασία της υγείας και της ασφαλείας των εργαζομένων κατά του συνδεομένου με την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κινδύνου, κανόνων που απαιτούν τη λήψη μέτρων μειώσεως του κινδύνου εκθέσεως, ληπτέων εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του κινδύνου·
2) στο τρίτο ερώτημα, ότι τα άρθρα 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394 έχουν την έννοια ότι δεν επιβάλλουν στους υπευθύνους των πρατηρίων βενζίνης υποχρεώσεις σε θέματα μειώσεως της περιεκτικότητας των καυσίμων που διανέμουν σε βενζόλιο, εφόσον τηρείται σε σχέση με τα καύσιμα αυτά το ανώτατο ποσοστό που καθορίζει η οδηγία 85/210/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την περιεκτικότητα της βενζίνης σε μόλυβδο, ή αυστηρότερη μεν, αλλά σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, εθνική διάταξη·
3) στο δεύτερο ερώτημα, ότι προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας και στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας 89/655/ΕΟΚ του του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους (δεύτερη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), εθνικός κανόνας ο οποίος καθορίζει, για τη συμμόρφωση των υφισταμένων εγκαταστάσεων προς τις προδιαγραφές, τόσο σύντομη προθεσμία που δεν επιτρέπει την επίτευξη του καθοριζομένου με την οδηγία αποτελέσματος.
(1) - EE L 393, σ. 13.
(2) - ΕΕ L 196, σ. 1.
(3) - EE L 179, σ. 4.
(4) - Απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1997, υπόθεση C-29/95 (Συλλογή 1997, σ. Ι-285).
(5) - ΕΕ L 109, σ. 8.
(6) - ΕΕ L 96, σ. 25.
Full & Egal Universal Law Academy