Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην παρούσα υπόθεση, το Oberlandesgericht Wien, ως Kartellgericht (πρωτοβάθμιο δικαστήριο για υποθέσεις ανταγωνισμού), ερωτά το Δικαστήριο αν το γεγονός ότι όμιλος επιχειρήσεων Τύπου, κατέχων σημαντικό μερίδιο της αγοράς των ημερησίων εφημερίδων, αρνείται την πρόσβαση στο σύστημά του της κατ' οίκον διανομής στον εκδότη ανταγωνίστριας εφημερίδας ή συναινεί συναφώς μόνον αν ο εκδότης αυτός αγοράζει ορισμένες πρόσθετες υπηρεσίες από τον όμιλο, συνιστά καταχρηστική εκμετάλευση δεσπόζουσας θέσεως ασύμβατη προς το άρθρο 86 της Συνθήκης.
Τα πραγματικά περιστατικά και τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου
2 Η Oscar Bronner GmbH & Co. KG (στο εξής: Bronner) εκδίδει την ημερήσια εφημερίδα Der Standard. Το 1994, το μερίδιο που η εφημερίδα αυτή κατείχε στην αγορά των αυστριακών ημερησίων εφημερίδων ανερχόταν σε 3,6 % από απόψεως κυκλοφορίας και σε 6 % από απόψεως διαφημιστικών εσόδων.
3 Η πρώτη καθής στο πλαίσιο της κύριας δίκης, η Mediaprint Zeitungs- und Zeitschriftenverlag GmbH & Co. KG, εκδίδει τις ημερήσιες εφημερίδες Neue Kronen Zeitung και Kurier και διεκπεραιώνει τη διανομή καθώς και τις διαφημιστικές δραστηριότητες των εφημερίδων αυτών μέσω των κατά 100 % δικών της θυγατρικών εταιριών, της Mediaprint Zeitungsvertriebsgesellschaft mbH & Co. KG και της Mediaprint Anzeigengesellschaft mbH & Co. KG, δεύτερης και τρίτης καθής, αντιστοίχως, στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Το 1994, το μερίδιο της αγοράς που οι δύο αυτές εφημερίδες κατείχαν από κοινού ανερχόταν σε 46,8 % της συνολικής κυκλοφορίας και σε 42 % του συνόλου των διαφημιστικών εσόδων. Επιπλέον, το ποσοστό κυκλοφορίας των ανερχόταν σε 53,3 % για τα άνω των 14 ετών άτομα στα ιδιωτικά νοικοκυριά και σε 71 % για το σύνολο των αναγνωστών ημερησίων εφημερίδων.
4 Με την αίτησή της, υποβληθείσα κατ' εφαρμογήν του άρθρου 35 του αυστριακού Kartellgesetz, η Bronner διώκει να υποχρεωθεί ο όμιλος Mediaprint (στο εξής: Mediaprint) να παύσει την καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεώς του και να της επιτρέψει, έναντι πληρωμής εύλογης αμοιβής, την πρόσβαση στο σύστημά του της κατ' οίκον διανομής ημερησίων εφημερίδων σε εθνικό επίπεδο. Φαίνεται ότι, αν και υφίσταται ορισμένος αριθμός περιφερειακών ή τοπικών δικτύων, το δίκτυο της Mediaprint είναι το μόνο που καλύπτει όλη την Αυστρία. Η Bronner υποστηρίζει ότι η κατ' οίκον διανομή είναι το μόνο σύστημα που εγγυάται την παράδοση της ημερησίας εφημερίδας στον συνδρομητή τις πρώτες πρωινές ώρες· η παράδοση δια της ταχυδρομικής οδού, η οποία γενικώς πραγματοποιείται μόνον κατά το τέλος του πρωινού, δεν συνιστά ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Λόγω του χαμηλού αριθμού των συνδρομητών της, δεν συμφέρει την Bronner να οργανώσει δικό της σύστημα διανομής κατ' οίκον. Η Bronner ισχυρίζεται επίσης ότι η Mediaprint προέβη σε δυσμενή διάκριση έναντι αυτής επιτρέποντας σε άλλη ημερήσια εφημερίδα, τη Wirtschaftsblatt, την οποία δεν εκδίδει η Mediaprint, την πρόσβαση στο δικό της σύστημα της κατ' οίκον διανομής.
5 Η Mediaprint ισχυρίζεται ότι οικοδόμησε το σύστημά της της κατ' οίκον διανομής με μεγάλο οικονομικό και διοικητικό κόστος. Ακόμη και αν κατέχει δεσπόζουσα θέση, δεν υποχρεούται να συνδράμει τους ανταγωνιστές της. Η κατάσταση της Wirtschaftsblatt, την οποία η Mediaprint δέχθηκε στο δίκτυό της, δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη της Der Standard, στο μέτρο που ο εκδότης της Wirtschaftsblatt ανέθεσε επίσης στη Mediaprint την εκτύπωση και την εμπορία· επομένως, η κατ' οίκον διανομή συνιστά μέρος μόνον από ένα σύνολο παροχών. Επιπλέον, η Wirtschaftsblatt δεν είναι άμεσος ανταγωνιστής των ημερησίων εφημερίδων της Mediaprint, εφόσον δεν περιέχει ορισμένους από τους ουσιώδεις τομείς μιας ημερήσιας εφημερίδας, όπως είναι τα αθλητικά, τα πολιτιστικά και τα τηλεοπτικά. Τέλος, η πρόσβαση στο δίκτυο της κατ' οίκον διανομής σε όλους τους εκδότες των αυστριακών ημερησίων εφημερίδων ξεπερνά την ικανότητά της.
6 Το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι είναι αρμόδιο μόνο για την εφαρμογή των εθνικών κανόνων περί ανταγωνισμού και όχι για την άμεση εφαρμογή των περί ανταγωνισμού κανόνων της Συνθήκης. Κατά τη συλλογιστική του, πάντως, εφόσον η συμπεριφορά ενός επιχειρηματία εμπίπτει στο άρθρο 86 της Συνθήκης, πρέπει κατά λογική ακολουθία να συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση υπό την έννοια του άρθρου 35 του Kartellgesetz, το οποίο έχει ανάλογο περιεχόμενο. Μια απαγορευομένη από το κοινοτικό δίκαιο συμπεριφορά δεν μπορεί, λόγω της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, να είναι ανεκτή κατά το εθνικό δίκαιο. Παρατηρώντας ότι η εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης προϋποθέτει ότι η καταχρηστική εκμετάλλευση μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται στους φόβους που εξέφρασε η Bronner ότι η άρνηση προσβάσεως στο σύστημα της κατ' οίκον διανομής της Mediaprint θα την εκτοπίσει από την αγορά των ημερησίων εφημερίδων και θα απειλήσει την ύπαρξή της. Δεδομένου ότι η Bronner, υπό την ιδιότητά της της εκδότριας ημερήσιας εφημερίδας που διατίθεται επίσης στο εξωτερικό, προσφέρει στο διεθνές εμπόριο, το εθνικό δικαστήριο συνάγει ότι αποδεικνύεται η ύπαρξη επιπτώσεων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
7 Επομένως, ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί των ακολούθων ερωτημάτων:
«1) Πρέπει το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υφίσταται καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας στην αγορά θέσεως, υπό μορφή καταχρηστικής παρεμποδίσεως της εισόδου στην αγορά, όταν μία επιχείρηση, η οποία απασχολείται με την έκδοση, την εκτύπωση και τη διανομή ημερησίων εφημερίδων, κατέχει δε με τις εφημερίδες της εξέχουσα θέση στην αυστριακή αγορά ημερησίων εφημερίδων (δηλαδή το 46,8 % της συνολικής κυκλοφορίας, το 42 % των διαφημιστικών εσόδων και το 71 % του συνολικού αριθμού των αναγνωστών ημερησίων εφημερίδων) και εκμεταλλεύεται το μοναδικό στην Αυστρία υπάρχον διαπεριφερειακό σύστημα διανομής κατ' οίκον για συνδρομητές, αρνείται να υποβάλει σε άλλη επιχείρηση, η οποία επίσης ασχολείται με την έκδοση, την εκτύπωση και τη διανομή ημερήσιας εφημερίδας στην Αυστρία, δεσμευτική πρόταση για την ενσωμάτωση της εν λόγω ημερήσιας εφημερίδας στο εν λόγω σύστημα της κατ' οίκον διανομής, και επιπλέον είναι αδύνατον για την επιδιώκουσα την ενσωμάτωση στο σύστημα της κατ' οίκον διανομής επιχείρηση, λόγω της χαμηλής κυκλοφορίας και του οφειλομένου σ' αυτήν μικρού αριθμού συνδρομητών, να δημιουργήσει με εύλογο κόστος, είτε μόνη είτε σε συνεργασία με τις υπόλοιπες επιχειρήσεις οι οποίες προσφέρουν ημερήσιες εφημερίδες στην αγορά, δικό της σύστημα κατ' οίκον διανομής και να το εκμεταλλεύεται κατά τρόπο αποδοτικό;
2) Υφίσταται καταχρηστική εκμετάλλευση υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ, αν - υπό τις περιστάσεις που ήδη αναφέρθηκαν στο ερώτημα 1 - η εκμεταλλευομένη το σύστημα της κατ' οίκον διανομής ημερησίων εφημερίδων επιχείρηση εξαρτά τη σύναψη εμπορικών σχέσεων με τον εκδότη ανταγωνιστικού προϋόντος από την ανάθεση σ' αυτήν εκ μέρους του εν λόγω εκδότη όχι μόνον της κατ' οίκον διανομής αλλά και άλλων προτεινομένων παροχών (για παράδειγμα, της διανομής από περίπτερα ή της εκτυπώσεως) στο πλαίσιο μιας δέσμης συμφωνιών;»
8 Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Bronner, η Mediaprint και η Επιτροπή, οι οποίες παρέστησαν επίσης κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Παραδεκτό
9 Η Mediaprint και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι απαράδεκτη. Κατά τη γνώμη τους, το εθνικό δικαστήριο είναι στην πραγματικότητα εθνική αρχή του ανταγωνισμού που έχει αρμοδιότητα μόνο για την εφαρμογή του εθνικού δικαίου στον συγκεκριμένο τομέα.
10 Εντούτοις, είναι κατ' εμέ σαφές ότι το Kartellgericht είναι δικαστήριο και ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα αυτή στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Επομένως, πρέπει να έχει αρμοδιότητα εφαρμογής του άρθρου 86.
11 Το γεγονός ότι είναι δικαστήριο και ενεργεί ως τοιούτο επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τα χαρακτηριστικά που πρέπει να εμφανίζει ένα όργανο για να είναι «δικαστήριο κράτους μέλους» υπό την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη συναφώς πολλούς παράγοντες, όπως είναι η ίδρυση του οργάνου με νόμο, η μονιμότητά του, η υποχρεωτική δικαιοδοσία του, ο κατ' αντιμωλίαν χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου εφαρμογή κανόνων δικαίου, καθώς και η ανεξαρτησία του (1). Το όργανο πρέπει επιπλέον να ενεργεί υπό την ιδιότητα του δικαιοδοτικού οργάνου. Αυτό συμβαίνει «εφόσον εκκρεμεί ενώπιον [αυτού] και εφόσον καλ[είται] να αποφανθ[εί] στο πλαίσιο διαδικασίας έχουσας προορισμό να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως δικαιοδοτικού χαρακτήρα (...)» (2).
12 Η Mediaprint και η Επιτροπή δεν αναφέρουν ότι το Kartellgericht δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές. Πράγματι, το Oberlandesgericht Wien ιδρύθηκε με τον Kartellgesetz ως διαρκές δικαστήριο ανταγωνισμού για ολόκληρη την Αυστρία (3). Αποτελείται από έναν δικαστή ασκούντα καθήκοντα προέδρου και από δύο λαϋκούς δικαστές (4), των οποίων οι ειδικές ικανότητες και η ανεξαρτησία είναι εγγυημένες (5) (όπου τα παρεμπίπτοντα ζητήματα εκδικάζονται μόνον από τον πρόεδρο (6)). Τα καθήκοντά του έγκεινται στην εφαρμογή του Kartellgesetz σύμφωνα με τις διαδικασίες που αυτός προβλέπει (7).
13 Ενώ ορισμένες από τις διαδικασίες αυτές έχουν μάλλον διοικητικό παρά δικαστικό χαρακτήρα (για παράδειγμα, η τήρηση του μητρώου των συμπράξεων επιχειρήσεων), η κύρια δίκη στην παρούσα υπόθεση έχει σαφώς δικαστικό χαρακτήρα. Κινήθηκε από ιδιώτη κατ' άλλου ιδιώτη σύμφωνα με το άρθρο 35 του Kartellgesetz, το οποίο προβλέπει ότι το Kartellgericht επιβάλλει σε μια επιχείρηση, κατόπιν αιτήσεως, να θέσει τέρμα στην καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεως. Από το γράμμα της διατάξεως αυτής, ειδικότερα από τους όρους «hat auf Antrag (...) aufzutragen» [«οφείλει, κατόπιν αιτήσεως, να επιβάλει (...)»], προκύπτει σαφώς ότι αυτή θεσπίζει δικαίωμα προσφυγής το οποίο δεν αφήνει καμία διακριτική ευχέρεια στο Kartellgericht ως προς την εξέταση της ένδικης αξιώσεως. Για την εκδίκαση της προσφυγής, το Kartellgericht εφαρμόζει τις περιλαμβανόμενες στα άρθρα 34 και 35 του Kartellgesetz διατάξεις και έννοιες, ιδίως δε τις έννοιες της δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά και της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως.
14 Επομένως, μάλλον δεν αμφισβητείται ότι το Kartellgericht πρέπει να θεωρηθεί δικαστήριο. Δεδομένου ότι το άρθρο 86 της Συνθήκης έχει άμεσο αποτέλεσμα, ο ιδιώτης πρέπει, επομένως, κατ' αρχήν να έχει τη δυνατότητα να το επικαλείται κατά την ενώπιον του Kartellgericht κινηθείσα διαδικασία (8). Αυτό ισχύει ακόμη και αν μπορεί να επικαλεσθεί ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων τα δικαιώματα που έλκει από το άρθρο αυτό. Η αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου απαιτεί όλα τα δικαστήρια, που είναι αρμόδια να επιληφθούν προσφυγής αφορώσας πραγματικά περιστατικά στα οποία εφαρμόζεται κοινοτικός κανόνας, να είναι σε θέση να εφαρμόσουν τον κανόνα αυτόν (9).
15 Η αναφορά της Επιτροπής στην απόφαση BRT και SABAM προς στήριξη της αντίθετης άποψης προβληματίζει. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι ακόμη και τα δικαιοδοτικά όργανα που είναι ειδικώς επιφορτισμένα με την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού ή με τον έλεγχο της νομιμότητας αυτής της εφαρμογής από τις διοικητικές αρχές δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση να εφαρμόζουν το άρθρο 86 της Συνθήκης όταν γίνεται επίκληση αυτού ενώπιόν τους (10).
16 Μπορεί εντούτοις να υποστηριχθεί ότι η απόφαση BRT και SABAM δεν δίνει λύση στο πρόβλημα, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη ήταν στην πραγματικότητα πολιτικό δικαστήριο που είχε επιληφθεί συνήθους αστικής αγωγής και όχι ένα ειδικευμένο σε υποθέσεις ανταγωνισμού δικαστήριο. Με την ανακοίνωσή της σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών για την εξέταση των υποθέσεων που εμπίπτουν στα άρθρα 85 et 86 της Συνθήκης (11), η Επιτροπή δέχεται ότι οι αρχές ορισμένων κρατών μελών είναι αποκλειστικώς αρμόδιες για την εφαρμογή των εθνικών κανόνων τους, για τον λόγο ότι δεν έχουν τα διαδικαστικά μέσα για την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86. Δεδομένου ότι τα άρθρα αυτά αφορούν μάλλον τις επιχειρήσεις παρά τα κράτη μέλη και η Επιτροπή έχει καθοριστεί ως η κύρια αρμόδια αρχή για την εφαρμογή τους, είναι πράγματι δυνατόν τα κράτη μέλη να μην υποχρεούνται να αναθέτουν στις επιφορτισμένες με τις υποθέσεις ανταγωνισμού εθνικές αρχές τους (καθόσον αυτές διαφέρουν από τα δικαιοδοτικά τους όργανα) την εφαρμογή τους. Επομένως, μόνη υποχρέωση των αρχών αυτών είναι ενδεχομένως να εφαρμόζουν τους περί ανταγωνισμού εθνικούς κανόνες κατά τέτοιο τρόπο ώστε η εφαρμογή αυτή να μην αντιβαίνει προς τα άρθρα 85 και 86.
17 Αν η άποψη αυτή είναι ορθή, θα μπορούσε να θεωρηθεί αντικανονικό το να μπορεί ένα εθνικό δικαστήριο να εκτείνει τον επί των αποφάσεων που εξέδωσαν τα όργανα αυτά έλεγχό του στη μη εφαρμογή ή την εσφαλμένη εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων. Ενδεχομένως, σε τέτοιες περιπτώσεις θα έπρεπε το δικαιοδοτικό όργανο να θεωρείται προέκταση του καθαρά εθνικού και επιφορτισμένου με τις υποθέσεις ανταγωνισμού οργάνου.
18 Εντούτοις, το σημείο αυτό δεν χρειάζεται να εξεταστεί εν προκειμένω. Τέτοια προβλήματα δεν τίθενται όταν ένα κράτος μέλος, όπως στην παρούσα περίπτωση, έχει διαμορφώσει το σύστημά του κατά τέτοιο τρόπο ώστε το ειδικώς με τον ανταγωνισμό επιφορτισμένο όργανο είναι το ίδιο δικαιοδοτικό όργανο και οι σχετικές διαδικασίες είναι διαδικασίες κατ' αντιμωλίαν και δικαστικής φύσεως. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου και το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 86 απαιτούν το δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα να εφαρμόζει απευθείας το άρθρο 86 στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί, οπότε να μην είναι αναγκαίο να κινηθεί ενώπιον άλλου δικαστηρίου χωριστή διαδικασία βάσει του κοινοτικού δικαίου.
19 Στην παρούσα υπόθεση, επίσης, δεν χρειάζεται να εξεταστεί αν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί του άρθρου 86 της Συνθήκης λαμβάνοντας ως βάση ότι αυτό καθαυτό δεν έχει μεν εφαρμογή αλλ' ότι η σχετική απόφαση θα μπορούσε ενδεχομένως να βοηθήσει το εθνικό δικαστήριο στην εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας του. Το ερώτημα αυτό θα ανέκυπτε αν το εθνικό δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να εφαρμόσει το άρθρο 86· εξάλλου, αυτό αποτελεί τη βάση της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο.
20 Είναι αμφίβολο αν θα ήταν ορθό να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της βάσεως αυτής. Όπως τόνισε η Επιτροπή, οι αυστριακές διατάξεις περί ανταγωνισμού δεν βασίζονται απευθείας στο κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού και δεν παραπέμπουν σ' αυτό. Το αυστριακό δίκαιο ορίζει τη δεσπόζουσα θέση εντελώς διαφορετικά απ' ό,τι το κοινοτικό δίκαιο. Η καταχρηστική εκμετάλλευση απαγορεύεται μόνον όταν το Kartellgericht διατάξει την παύση της. Επιπλέον, η δεσπόζουσα θέση στον τομέα των μέσων μαζικής ενημερώσεως αποτελεί αντικείμενο ειδικών μέτρων. Η παρούσα υπόθεση είναι επομένως διαφορετική από εκείνες στις οποίες υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου, όπως είναι αυτές όπου η εθνική νομοθεσία συνίσταται σε άμεση μεταφορά του κοινοτικού δικαίου στο εσωτερικό δίκαιο (12).
21 Μπορεί πάντως να υποστηριχθεί ότι ο τομέας του δικαίου του ανταγωνισμού εμφανίζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία θα έπρεπε, τουλάχιστον στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχουν επιπτώσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, να οδηγούν το Δικαστήριο στην έκδοση αποφάσεως. Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, οι κοινοτικοί και οι εθνικοί κανόνες περί ανταγωνισμού εφαρμόζονται ταυτόχρονα στις υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 (13). Έτσι, παρ' όλον ότι, στην κύρια δίκη, το αιτούν δικαστήριο προτείνει την εφαρμογή του εθνικού δικαίου, η υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί - και το πλαίσιο εντός του οποίου ζητεί από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως - διέπεται από το άρθρο 86.
22 Τα όρια που θέτει το κοινοτικό δίκαιο για την αποκλίνουσα εφαρμογή του εθνικού δικαίου σε υποθέσεις που διέπονται από τα άρθρα 85 και 86 παραμένουν ασαφή (14), προτάθηκε δε ακόμη, ενόψει της δυσκολίας να καθοριστούν τέτοια όρια κατά τρόπο ενιαίο, να επανεξεταστεί η αρχή της ταυτόχρονης εφαρμογής (15). Στην πράξη φαίνεται ότι η αβεβαιότητα στον τομέα αυτό έχει μερικώς αρθεί με τη στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό εθνικών αρχών, συνεργασία της οποίας η σημασία υπογραμμίστηκε από την Επιτροπή (16). Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι ευνόητο ότι ένα εθνικό δικαστήριο, ακόμη και αν είναι αρμόδιο μόνο για την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, θα επιθυμεί να λάβει, ειδικότερα αν επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, διασαφηνίσεις ως προς τη θέση του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να επιτύχει, οσάκις είναι δυνατόν, ανάλογο αποτέλεσμα με την εφαρμογή των εθνικών κανόνων του. Ακόμη και αν το εθνικό δικαστήριο δεν υποχρεούται σύμφωνα με το κοινοτικό ή το εθνικό δίκαιο να εφαρμόσει την απόφαση του Δικαστηρίου, εντούτοις, η απόφαση αυτή μπορεί σε μια τέτοια περίπτωση να έχει αποφασιστική σημασία. Αυτή η περίπτωση είναι, επομένως, εντελώς διαφορετική από εκείνη κατά την οποία η προδικαστική παραπομπή χρησιμοποιείται ως απλή άσκηση συγκριτικού δικαίου (17).
23 Υφίστανται επομένως αντιφατικές εκτιμήσεις ως προς τις οποίες θα έπρεπε να ληφθεί μια απόφαση αν ήταν αναγκαίο να διευκρινιστεί το ζήτημα αυτό. Εντούτοις, η ανωτέρω συζήτηση μου φαίνεται υποθετική, εφόσον είναι σαφές ότι ένα εθνικό δικαστήριο αποφαινόμενο επί αιτήσεως όπως αυτή της κύριας δίκης οφείλει, όπως ήδη ανέφερα, να είναι σε θέση να εφαρμόσει απευθείας το άρθρο 86. Το γεγονός ότι δεν έγινε επίκληση της διατάξεως αυτής στο πλαίσιο της κύριας δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την αρμοδιότητα που έχει το Δικαστήριο για την έκδοση της αιτουμένης αποφάσεως. Το εθνικό δικαστήριο ζήτησε μια απόφαση επί του άρθρου 86 και ίσως χρειασθεί να το εφαρμόσει άπαξ και αποδειχθεί η προς τούτο αρμοδιότητά του.
24 Η Mediaprint και η Επιτροπή ισχυρίζονται επίσης ότι, αντιθέτως προς τη διαπίστωση του εθνικού δικαστηρίου, η προϋπόθεση επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών δεν συντρέχει. Το συμπέρασμα ότι η Der Standard θα εκτοπιστεί από την αγορά είναι αβάσιμο και, αν ευσταθούσε, ενδεχομένη επίπτωση στο εμπόριο δεν θα ήταν αισθητή, ενόψει του μικρού αριθμού των φύλλων που πωλούνται στο εξωτερικό.
25 Το εθνικό δικαστήριο διαπίστωσε, εντούτοις, εκ προοιμίου ότι η προϋπόθεση περί επιπτώσεως στο εμπόριο πληρούται και υπέβαλε τα ερωτήματά του επί της βάσεως αυτής. Αυτό αρκεί για το παραδεκτό της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Ο ισχυρισμός της Mediaprint που περιλαμβάνεται στις γραπτές παρατηρήσεις της, σύμφωνα με τον οποίο τα φύλλα της Der Standard που πωλούνται εκτός της Αυστρίας αποτελούν ένα ελάχιστο μέρος του συνόλου των πωλήσεων, θα μπορούσε, αν αποδεικνυόταν, να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς τη συλλογιστική του εθνικού δικαστηρίου, αλλ' αυτό δεν αρκεί στο Δικαστήριο για να καταλήξει ότι τα αιτήματα του εθνικού δικαστηρίου δεν έχουν προδήλως σχέση με την ενώπιόν του διαφορά.
26 Επιπλέον, όπως η Επιτροπή παραδέχεται, οι διαπιστώσεις του εθνικού δικαστηρίου μπορούν να ενισχυθούν από ένα άλλο επιχείρημα. Αν η άρνηση προσβάσεως στο δίκτυο της Mediaprint καθιστά δυσχερή την πρόσβαση στην αυστριακή αγορά, αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την απομόνωση της αυστριακής αγοράς από τον ανταγωνισμό εκδοτών άλλων κρατών μελών που επιθυμούν να δημοσιεύουν ή να πωλούν εφημερίδες στην Αυστρία και, επομένως, την παρεμπόδιση της αναπτύξεως των εμπορικών συναλλαγών στην Κοινότητα. Το επιχείρημα της Επιτροπής, ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα είναι απίθανο ενόψει των λοιπών διαθεσίμων τρόπων διανομής, αφορά την ουσία της διαφοράς. Αν αποδειχθεί ότι η άρνηση της Mediaprint να επιτρέψει την πρόσβαση στο σύστημα διανομής της αποτελεί καταχρηστική εκμετάλλευση λόγω των επιπτώσεών της στην αυστριακή αγορά των ημερησίων εφημερίδων, θα πρέπει λόγω των ανωτέρω εκτιμήσεων να γίνει επίσης δεκτό ότι, ενδεχομένως, θα επηρεαστεί το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
27 Επομένως, θεωρώ παραδεκτή την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Πρώτο ερώτημα
28 Προκειμένου να αποδειχθεί αν μια επιχείρηση εκμεταλλεύθηκε καταχρηστικώς, κατά παράβαση του άρθρου 86, δεσπόζουσα θέση στην αγορά, πρέπει, πρώτον, να καθοριστεί η σχετική αγορά, δεύτερον, να εξεταστεί αν η οικεία επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση στην κατ' αυτόν τον τρόπο καθορισθείσα αγορά και, τρίτον, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να εξεταστεί αν η συμπεριφορά της συνιστά ή όχι καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας αυτής θέσεως.
Η σχετική αγορά
29 Τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου φαίνεται να προϋποθέτουν ότι η σχετική αγορά είναι η αγορά των ημερησίων εφημερίδων, θεωρώντας ότι το λίαν αναπτυγμένο δίκτυο διανομής της Mediaprint αποτελεί παράγοντα στο πλαίσιο της εξετάσεως του ερωτήματος αν αυτή κατέχει δεσπόζουσα θέση στην εν λόγω αγορά. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, που είναι σύμφωνη με αυτήν της Bronner και της Επιτροπής, στην παρούσα υπόθεση η σχετική αγορά δεν είναι η αγορά των ημερησίων εφημερίδων καθεαυτή, αλλά μάλλον η αγορά της διανομής ή ένα μέρος αυτής. Μια επιχείρηση μπορεί να κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά ορισμένου προϋόντος χωρίς εντούτοις να ελέγχει τη διανομή ή αντιστρόφως. Η φερομένη καταχρηστική εκμετάλλευση έγκειται στην άρνηση προσβάσεως στο σύστημα διανομής της Mediaprint ή στην εξάρτηση της προσβάσεως αυτής από παράλογες προϋποθέσεις. Έτσι, ο ισχυρισμός αναφέρεται σε φερομένη καταχρηστική εκμετάλλευση εκ μέρους της Mediaprint της οικονομικής ισχύος την οποία διαθέτει στον τομέα της διανομής εφημερίδων προκειμένου να εξουδετερώσει τον ανταγωνισμό στη συναφή αγορά των εφημερίδων.
30 Πέραν του - εθνικής εμβέλειας - δικτύου της Mediaprint, φαίνεται ότι υφίσταται στην Αυστρία ορισμένος αριθμός τοπικών ή περιφερειακών δικτύων· υφίστανται επιπλέον άλλοι τρόποι διανομής, όπως είναι η ταχυδρομική παράδοση, τα καταστήματα, τα περίπτερα, οι υπαίθριοι πάγκοι εφημερίδων, οι αυτόματοι διανομείς κ.λπ. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να αποδειχθεί αν η σχετική αγορά είναι η αγορά: α) της διανομής ημερησίων εφημερίδων γενικώς, β) της κατ' οίκον διανομής ημερησίων εφημερίδων σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο ή γ) της κατ' οίκον διανομής ημερησίων εφημερίδων σε εθνικό επίπεδο. Συναφώς, το ουσιώδες ερώτημα είναι σε τι βαθμό μπορεί η σε εθνικό επίπεδο κατ' οίκον διανομή να υποκατασταθεί από τοπικές ή περιφερειακές υπηρεσίες διανομής ή από άλλους τρόπους διανομής. Η σε εθνικό επίπεδο κατ' οίκον διανομή συνιστά χωριστή αγορά αν εμφανίζει περιορισμένο βαθμό δυνατότητας υποκαταστάσεως από άλλες μορφές διανομής. Ιδιαίτερη σημασία έχει ο βαθμός στον οποίο εμφανίζει τα ειδικά χαρακτηριστικά, τα οποία επηρεάζουν την επιλογή των καταναλωτών, και ο βαθμός σταυροειδούς ελαστικότητας της ζητήσεως μεταξύ του συστήματος αυτού και άλλων μορφών διανομής (18).
31 Εντούτοις, δεν είναι αναγκαίο εν προκειμένω να εξεταστεί περισσότερο το ερώτημα αυτό. Όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, ακόμη και κατά τον πλέον στενό ορισμό της σχετικής αγοράς, δηλαδή της σε εθνικό επίπεδο κατ' οίκον διανομής ημερησίων εφημερίδων, η άρνηση της Mediaprint να επιτρέψει την πρόσβαση στο δίκτυό της δεν συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση ασύμβατη προς το άρθρο 86.
Δεσπόζουσα θέση
32 Σύμφωνα με την παραδοσιακή εξέταση, στο επόμενο στάδιο θα έπρεπε να εξεταστεί αν η Mediaprint κατέχει δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά. Με την απόφασή του United Brands κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο όρισε τη δεσπόζουσα θέση ως «θέση οικονομικής ισχύος που κατέχει μια επιχείρηση, πράγμα που της επιτρέπει να εμποδίζει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην οικεία αγορά και της προσφέρει, σε σημαντικό βαθμό, τη δυνατότητα ανεξάρτητης, έναντι των ανταγωνιστών της, των πελατών της και τελικά των καταναλωτών, συμπεριφοράς» (19). Επομένως, το αποτέλεσμα μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τον προσδιορισμό της σχετικής αγοράς από το εθνικό δικαστήριο. Εντούτοις, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστούν εν προκειμένω οι διάφορες δυνατότητες διότι, όπως θα φανεί, στο παρόν πλαίσιο πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της κατοχής δεσπόζουσας θέσεως μαζί με εκείνο της καταχρήσεως.
Κατάχρηση
33 Το κύριο ζήτημα που τίθεται με το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι αν συνιστά κατάχρηση η άρνηση επιχειρήσεως ευρισκομένης στη θέση της Mediaprint να παράσχει σε ανταγωνιστή την πρόσβαση στο εθνικής εμβέλειας σύστημά της της κατ' οίκον διανομής. Η Bronner, παραπέμποντας στην καλουμένη θεωρία των essential facilities (βασικών διευκολύνσεων), υποστηρίζει την άποψη ότι η Mediaprint υποχρεούται στην παροχή αυτής της προσβάσεως, δεδομένου ότι αποτελεί προϋπόθεση για τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην αγορά των ημερησίων εφημερίδων.
34 Κατά τη θεωρία αυτή, μια επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση ως προς την παροχή διευκολύνσεων που είναι ουσιώδεις για την προμήθεια αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών σε άλλη αγορά καταχράται της δεσπόζουσας θέσεώς της αρνουμένη, χωρίς αντικειμενική αιτιολογία, την πρόσβαση στις εν λόγω διευκολύνσεις. Έτσι, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση δεν υποχρεούται μόνο να απέχει από οποιαδήποτε αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά, αλλά πρέπει ακόμη να προωθεί ενεργώς τον ανταγωνισμό παρέχοντας στους ενδεχομένους ανταγωνιστές την πρόσβαση στις διευκολύνσεις που αυτή έχει αναπτύξει.
Συναφής νομολογία και πρακτική
35 Στη μέχρι τώρα νομολογία του, το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη αναφερθεί στη θεωρία των βασικών διευκολύνσεων. Εντούτοις, έχει ήδη αποφανθεί στο πλαίσιο ορισμένων υποθέσεων σχετικών με την άρνηση παροχής αγαθών ή υπηρεσιών. Σε δύο παλαιές υποθέσεις, το Δικαστήριο σαφώς ανέφερε ότι η διακοπή των παραδόσεων σε υφιστάμενο πελάτη μπορούσε να συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση. Με την απόφασή του Istituto Chemioterapico Italiano και Commercial Solvents κατά Επιτροπής (20), έκρινε ότι ο κάτοχος δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά πρώτης ύλης δεν μπορεί να παύσει να προμηθεύει σε υφιστάμενο πελάτη, ο οποίος παράγει παράγωγα από την πρώτη ύλη, απλώς και μόνον επειδή αποφάσισε να παράγει ο ίδιος το παράγωγο και επιθυμεί να εκτοπίσει τον πρώην πελάτη του από την αγορά.
36 Κατά τρόπο ανάλογο, στην υπόθεση United Brands κατά Επιτροπής (21), μια εταιρία (η UBC) κατέχουσα δεσπόζουσα θέση στην αγορά μπανανών, τις οποίες αυτή εμπορευόταν με το σήμα Chiquita, είχε παύσει να προμηθεύει έναν Δανό ωριμάντη-διανομέα όταν αυτός, λόγω διαφωνίας με την UBC, άρχισε να προωθεί μπανάνες ενός ανταγωνιστή προσέχοντας λιγότερο την ωρίμανση των μπανανών της UBC. Το Δικαστήριο έκρινε:
«η επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση ως προς τη διανομή ενός προϋόντος - η οποία διαθέτει το κύρος που προέρχεται από ένα γνωστό και εκτιμώμενο από τους καταναλωτές σήμα - δεν επιτρέπεται να διακόψει την παράδοση προϋόντων της προς έναν παλαιό πελάτη ο οποίος τηρεί τις εμπορικές συνήθειες, εφόσον οι παραγγελίες του τελευταίου δεν παρουσιάζουν καμιά ανωμαλία» (22).
37 Με τις αποφάσεις CBEM (23) και GB-Inno-BM (24), το Δικαστήριο διατύπωσε την αρχή ότι «συνιστά κατάχρηση, κατά την έννοια του άρθρου 86, το γεγονός ότι μια επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση σε δεδομένη αγορά επιφυλάσσει γι' αυτή ή για επιχείρηση που ανήκει στον ίδιο όμιλο, χωρίς να υπάρχει αντικειμενική ανάγκη, βοηθητική δραστηριότητα, την οποία θα μπορούσε να ασκήσει τρίτη επιχείρηση στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της σε παραπλήσια αλλά χωριστή αγορά, με κίνδυνο να εξαλειφθεί κάθε ανταγωνισμός εκ μέρους της επιχειρήσεως αυτής» (25). Με την απόφαση Tιlιmarketing, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια επιχείρηση τηλεοπτικών μεταδόσεων εκμεταλλεύεται καταχρηστικώς τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά των τηλεοπτικών μεταδόσεων απαιτώντας από τους διαφημιστές να προσφεύγουν στις υπηρεσίες της θυγατρικής της εταιρίας, ειδικευμένης στο tιlιmarketing (πωλήσεις δια τηλεφώνου κατόπιν σχετικής τηλεοπτικής διαφημίσεως). Η μεταξύ των δύο υπηρεσιών σχέση αναλυόταν ως άρνηση παροχής των υπηρεσιών του σταθμού σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση tιlιmarketing, εξαφανίζοντας με τον τρόπο αυτόν κάθε ανταγωνισμό σε μια βοηθητική αγορά προς όφελος της θυγατρικής της εταιρίας.
38 Παραπέμποντας στην απόφασή του Tιlιmarketing, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση GB-Inno-BM, ότι συνιστά παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης το γεγονός ότι μια επιχείρηση κατέχουσα μονοπώλιο στην αγορά της εγκαταστάσεως ή της εκμεταλλεύσεως ενός δικτύου τηλεπικοινωνιών κρατεί για την ίδια, χωρίς να υπάρχει αντικειμενική ανάγκη, παραπλήσια αλλά χωριστή αγορά, εν προκειμένω αυτήν της εισαγωγής, της εμπορίας, της συνδέσεως, της θέσεως σε λειτουργία και της συντηρήσεως των συσκευών που προορίζονται να συνδεθούν με το δίκτυο αυτό, εξουδετερώνοντας έτσι κάθε ανταγωνισμό εκ μέρους άλλων επιχειρήσεων.
39 Τέλος, σε δύο άλλες υποθέσεις, το Δικαστήριο εξέτασε το ερώτημα αν η άρνηση προμηθεύσεως συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν συντρέχουν άλλοι παράγοντες, όπως η διακοπή των παραδόσεων σε υφιστάμενο πελάτη ή ο σύνδεσμος μεταξύ παροχών που δεν έχουν σχέση μεταξύ τους. Με την απόφαση Volvo (26), το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι ένας κατασκευαστής αυτοκινήτων, δικαιούχος κατατεθειμένων υποδειγμάτων αφορώντων στοιχεία αμαξωμάτων, αρνείται σε τρίτους τη χορήγηση αδείας για την προμήθεια ανταλλακτικών αναγκαίων για την επιδιόρθωση των οχημάτων δεν συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως. Το Δικαστήριο έκρινε:
«Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η εξουσία του δικαιούχου του προστατευομένου υποδείγματος να εμποδίζει τρίτους να κατασκευάζουν και να πωλούν, χωρίς τη συναίνεσή του, προϋόντα που αποτελούν υλοποίηση του υποδείγματος συνιστά την ίδια την ουσία του αποκλειστικού του δικαιώματος. Κατά συνέπεια, η επιβολή στο δικαιούχο του προστατευόμενου προτύπου της υποχρέωσης να παραχωρεί σε τρίτους, έστω και έναντι ευλόγων δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως, την άδεια να προμηθεύουν προϋόντα που αποτελούν υλοποίηση του υποδείγματος θα ισοδυναμούσε με στέρηση του δικαιούχου από το αποκλειστικό του δικαίωμα
b7> άρα, η άρνηση παραχωρήσεως τέτοιας άδειας δεν συνιστά, αυτή καθαυτή, καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης.
Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η εκ μέρους του δικαιούχου υποδείγματος στοιχείων αμαξώματος αυτοκινήτων οχημάτων άσκηση του αποκλειστικού του δικαιώματος ενδέχεται να απαγορεύεται βάσει του άρθρου 86, αν συνεπάγεται, εκ μέρους επιχειρήσεως που κατέχει δεσπόζουσα θέση, ορισμένες μορφές συμπεριφοράς, όπως αυθαίρετη άρνηση προμηθείας ανταλλακτικών σε ανεξάρτητα συνεργεία επισκευών, καθορισμό υπέρογκων τιμών των ανταλλακτικών ή την απόφαση παύσεως παραγωγής ανταλλακτικών για ορισμένο τύπο αυτοκινήτου, ενώ πολλά αυτοκίνητα αυτού του τύπου εξακολουθούν να κυκλοφορούν, εφόσον βέβαια η συμπεριφορά αυτή μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.» (27)
40 Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση RTE και ITP κατά Επιτροπής (28), το Δικαστήριο πάντως επιβεβαίωσε τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου σύμφωνα με την οποία διανομείς εκμεταλλεύονταν καταχρηστικώς τη δεσπόζουσα θέση τους επικαλούμενοι εθνικά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, που αυτοί είχαν επί των προγραμμάτων των εκπομπών τους, για να εμποδίσουν τη δημοσίευση, από τρίτον, εβδομαδιαίων προγραμμάτων τηλεοράσεως που θα ανταγωνίζονταν αυτά που δημοσιεύει κάθε διανομέας καλύπτοντας αποκλειστικώς τα δικά του προγράμματα. Το Δικαστήριο τόνισε:
«εΕτσι, οι αναιρεσείουσες - οι οποίες αποτελούσαν αναπόφευκτα τις μόνες πηγές των αυτούσιων πληροφοριών για τα προγράμματα που αποτελούν την απαραίτητη πρώτη ύλη για τη δημιουργία ενός εβδομαδιαίου τηλεοπτικού οδηγού - δεν άφηναν στον τηλεθεατή που ήθελε να πληροφορηθεί το περιεχόμενο των προγραμμάτων της προσεχούς εβδομάδας άλλη δυνατότητα παρά μόνο να αγοράζει τους εβδομαδιαίους οδηγούς κάθε καναλιού και να εξάγει ο ίδιος τα στοιχεία που είναι χρήσιμα για να προβαίνει σε συγκρίσεις.
Επομένως, η άρνηση των αναιρεσειουσών να χορηγήσουν αυτούσιες πληροφορίες, κατ' επίκληση των εθνικών διατάξεων περί του δικαιώματος του δημιουργού, εμπόδισε την εμφάνιση ενός νέου προϋόντος, ενός πλήρους εβδομαδιαίου οδηγού τηλεοπτικών προγραμμάτων, τον οποίο οι αναιρεσείουσες δεν προσέφεραν και για τον οποίο υπήρχε εν δυνάμει ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών, γεγονός που συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση σύμφωνα με το άρθρο 86, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο ββ, της Συνθήκης» (29).
41 Το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη την απόφαση Magill στο πλαίσιο της υποθέσεως Tiercι Ladbroke κατά Επιτροπής (30). Στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής, η Επιτροπή είχε απορρίψει την καταγγελία της προσφεύγουσας κατά της αρνήσεως την οποία οι κατέχουσες τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως των τηλεοπτικών εικόνων και του ηχητικού σχολιασμού των γαλλικών ιπποδρομιών, καθώς και η κατέχουσα τα αποκλειστικά δικαιώματα εκμεταλλεύσεως των εικόνων αυτών στη Γερμανία και την Αυστρία, είχαν αντιτάξει στην αίτηση που αυτή είχε υποβάλλει προκειμένου να της παραχωρηθεί το δικαίωμα αναμεταδόσεως των εικόνων και των ηχητικών σχολιασμών στα πρακτορεία της συνομολογήσεως στοιχημάτων στο Βέλγιο. Επικυρώνοντας την απόφαση της Επιτροπής, το Πρωτοδικείο έκρινε κατ' αρχάς ότι αυτή ορθώς είχε καθορίσει ότι η αγορά του οικείου προϋόντος ήταν η αγορά της αναμεταδόσεως της ηχητικής και τηλεοπτικής καλύψεως των ιπποδρομιών εν γένει, η δε γεωγραφική αγορά ήταν η βελγική αγορά. Εξετάζοντας στη συνέχεια το ζήτημα της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως, το Πρωτοδικείο τόνισε ότι οι επιχειρήσεις δεν είχαν ακόμη εκχωρήσει καμία άδεια για το βελγικό έδαφος· η άρνησή τους να εκχωρήσουν άδεια στην προσφεύγουσα δεν συνιστούσε επομένως διάκριση μεταξύ των επιχειρηματιών στη βελγική αγορά. Εξάλλου, στο μέτρο που η γεωγραφική αγορά ήταν διηρημένη σε διαφορετικές αγορές, η άρνηση αυτή δεν συνεπαγόταν κατανομή των αγορών.
42 Το Πρωτοδικείο έκρινε τελικώς ότι η άρνηση εκχωρήσεως αδείας δεν συνιστούσε, ελλείψει αυτών των παραγόντων, καταχρηστική εκμετάλλευση υπό την έννοια της αποφάσεως Magill. Αντίθετα απ' ό,τι συνέβαινε στην υπόθεση Magill, στην οποία η άρνηση χορηγήσεως αδείας εμπόδιζε την είσοδο του προσφεύγοντος στην αγορά των γενικών τηλεοπτικών προγραμμάτων, στην προκειμένη περίπτωση, η προσφεύγουσα όχι μόνον ήταν παρούσα, αλλά κατείχε το μεγαλύτερο μερίδιο της κύριας αγοράς της συνομολογήσεως στοιχημάτων, στην οποία το οικείο προϋόν, δηλαδή η ηχητική και τηλεοπτική κάλυψη, προτεινόταν στους καταναλωτές, ενώ οι κάτοχοι των δικαιωμάτων ήταν απόντες από την αγορά αυτή. Έστω και αν υποτεθεί ότι η παρουσία των εταιριών ιπποδρομιών στη βελγική αγορά της ηχητικής και τηλεοπτικής καλύψεως δεν αποτελούσε, εν προκειμένω, καθοριστικό στοιχείο, το άρθρο 86 δεν είχε εφαρμογή:
«Πράγματι, η άρνηση που αντιμετώπισε η προσφεύγουσα θα μπορούσε να εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 86 μόνον αν αφορούσε προϋόν ή υπηρεσία που εμφανίζεται είτε ως ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει πραγματικό ή εν δυνάμει υποκατάστατο, είτε ως νέο προϋόν, η εμφάνιση του οποίου εμποδίζεται παρά την πιθανή ειδική διαρκή και τακτική ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών (...).» (31)
43 Από τις ανωτέρω αποφάσεις προκύπτει σαφώς ότι επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση διαπράττει κατάχρηση όταν παύει, άνευ λόγου, να προμηθεύει αγαθά ή να παρέχει υπηρεσίες σε υφιστάμενο πελάτη ή εξουδετερώνει τον ανταγωνισμό σε παραπλήσια αγορά συνδέοντας χωριστά αγαθά και υπηρεσίες. Πάντως, φαίνεται επίσης ότι η καταχρηστική εκμετάλλευση μπορεί να συνίσταται σε απλή άρνηση εκχωρήσεως αδείας όταν η άρνηση αυτή εμποδίζει ένα νέο προϋόν να ανταγωνιστεί, σε παραπλήσια αγορά, το ίδιο προϋόν της κατέχουσας στην αγορά αυτή δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως.
44 Η Επιτροπή έλαβε υπόψη περιπτώσεις αρνήσεως προμηθεύσεως σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων που εξετάστηκαν από την άποψη των άρθρων 85 και 86. Αναφέρονται ως παράδειγμα ο συνδυασμός εκ μέρους της IBM της πωλήσεως υπολογιστών με την πώληση κύριας μνήμης αποθηκεύσεως και βασικών προγραμμάτων, καθώς και η άρνηση προμηθεύσεως ορισμένων προγραμμάτων για να χρησιμοποιηθούν σε υπολογιστές μη κατασκευασθέντες από την IBM (32), η άρνηση προμηθεύσεως φιλμ στιγμιαίας εμφανίσεως ελλείψει οποιασδήποτε εγγυήσεως ως προς το πού θα μεταπωληθεί το φιλμ (33), η άρνηση προμηθεύσεως βιομηχανικής ζάχαρης σε παραγωγό κρυσταλλικής ζάχαρης μειώνοντας τη διαφορά τιμής μεταξύ της λιανικώς πωλουμένης ζάχαρης και της βιομηχανικής ζάχαρης τόσο ώστε να αφήνει ανεπαρκές μόνον περιθώριο για έναν ανεξάρτητο παραγωγό ζάχαρης λιανικού εμπορίου (34), η άρνηση εκ μέρους αεροπορικής εταιρίας να επιτραπεί σε ανταγωνίστρια εταιρία η πρόσβαση σε μηχανογραφημένο σύστημα κρατήσεων για να ασκήσει πίεση στην εταιρία αυτή να αυξήσει τους ναύλους της ή να εγκαταλείψει την εκμετάλλευση ενός δρομολογίου (35), η άρνηση εφαρμογής του συστήματος διασυνδέσεως, δηλαδή εκδόσεως εισιτηρίων για λογαριασμό άλλης εταιρίας, όταν άλλη εταιρία ανταγωνίζεται στην εξυπηρέτηση ενός δρομολογίου (36), ρήτρες ενσωματωθείσες στις συμφωνίες διανομής και πωλήσεως για να απαγορευθεί σε υπεραγορές να αποθηκεύουν μπαχαρικά φέροντα τα σήματα άλλων προμηθευτών (37), καθώς και καθορισθέντες περιορισμοί στην πρόσβαση σε υπόγειους αγωγούς χρησιμοποιούμενους για τον εφοδιασμό αεροπλάνων εντός αεροδρομίου (38). Εξάλλου, η Επιτροπή απαίτησε, ως προϋπόθεση απαλλαγής, να παρέχεται άνευ διακρίσεων η δυνατότητα προσβάσεως σε ορισμένες διευκολύνσεις όπως είναι τα ηλεκτρονικά συστήματα κρατήσεων για τις αεροπορικές μεταφορές (39) και ο διαθέσιμος χρόνος χρήσεως για την προσγείωση και απογείωση εντός των αεροδρομίων (40).
45 Ορισμένοι σχολιαστές είδαν τις αποφάσεις Tιlιmarketing και, κυρίως, Magill ως επιβεβαίωση εκ μέρους του Δικαστηρίου της θεωρίας των βασικών διευκολύνσεων, στην οποία η Επιτροπή ολοένα περισσότερο προσφεύγει στο πλαίσιο των αποφάσεών της. Δεδομένου ότι η θεωρία αυτή προέρχεται από τη νομοθεσία antitrust των Ηνωμένων Πολιτειών, φαίνεται σκόπιμο να αναφερθώ σύντομα στο σχετικό αμερικανικό δίκαιο.
46 Το δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών θεωρεί την ελευθερία της συνάψεως ή της μη συνάψεως συμβάσεως ως θεμελιώδες στοιχείο της ελευθερίας του εμπορίου. Κατ' ουσίαν, η αμερικανική νομοθεσία antitrust, διατυπωμένη στο άρθρο 2 του Sherman Act 1890, αποσκοπεί στην προστασία του ανταγωνισμού περισσότερο απαγορεύοντας την απόκτηση ή τη διατήρηση εξουσίας μονοπωλίου παρά ρυθμίζοντας τις πράξεις των εταιριών που κατέχουν δεσπόζουσα θέση. Εντούτοις, τα αμερικάνικα δικαστήρια έχουν αποφανθεί ότι υφίσταται υποχρέωση συνάψεως συμβάσεως στις περιπτώσεις εφαρμογής της θεωρίας των βασικών διευκολύνσεων ή οσάκις μια επιχείρηση ασκεί σε μια αγορά εξουσία μονοπωλίου για να κυριαρχήσει σε άλλη αγορά με μέσα που αντιστρατεύονται τον ανταγωνισμό (leveraging) ή οσάκις η άρνηση συνάψεως συμβάσεως έχει ως σκοπό την εξουδετέρωση του ανταγωνισμού και τη δημιουργία μονοπωλίου. Ο έχων το μονοπώλιο δικαιούται να αρνηθεί τη σύναψη συμβάσεως όταν η πρόθεσή του περιορίζεται στην επιλογή των πελατών της εταιρίας ή τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας. Η άρνησή του είναι παράνομη αν έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού και την αύξηση των τιμών ή αν μειώνει καθ' οποιονδήποτε άλλον τρόπο την ποιότητα της υπηρεσίας ή των αγαθών σε σχέση προς την τιμή που εισπράττεται από τον καταναλωτή.
47 Η αμερικανική θεωρία των βασικών διευκολύνσεων απαιτεί σήμερα από την επιχείρηση που διαθέτει εξουσία μονοπωλίου να συνάπτει σύμβαση με ανταγωνιστή όταν πληρούνται πέντε προϋπόθέσεις (41). Πρώτον, μία βασική διευκόλυνση να ελέγχεται από επιχείρηση έχουσα μονοπώλιο. Μια διευκόλυνση θεωρείται βασική όταν η πρόσβαση σ' αυτήν είναι απαραίτητη για να υπάρχει ανταγωνισμός στην αγορά με την επιχείρηση που την ελέγχει. Για παράδειγμα, θεωρήθηκαν ότι συνιστούν βασικές διευκολύνσεις: οι σιδηροδρομικές γέφυρες που εξυπηρετούν την πόλη St Louis (42)· το τοπικό δίκτυο τηλεπικοινωνιών (43)· το τοπικό δίκτυο ηλεκτρισμού (44). Δεύτερον, να είναι πρακτικά αδύνατον ή αδιανόητο για έναν επιχειρηματία να δημιουργήσει παρόμοια βασική διευκόλυνση. Το γεγονός ότι η δημιουργία άλλης διευκολύνσεως είναι δύσκολη ή δαπανηρή δεν αρκεί, αλλά δεν απαιτείται να είναι εντελώς αδύνατη (45). Τρίτον, να μην επιτρέπεται σε ανταγωνιστή η χρησιμοποίηση της διευκολύνσεως. Η προϋπόθεση αυτή φαίνεται ότι περιλαμβάνει την άρνηση συνάψεως συμβάσεως υπό ευλόγους όρους (46). Τέταρτον, η διευκόλυνση πρέπει να μπορεί να διατεθεί. Πέμπτον, να μην υφίσταται θεμιτός εμπορικός λόγος αρνήσεως της προσβάσεως στη διευκόλυνση. Εταιρία κατέχουσα δεσπόζουσα θέση και ελέγχουσα μια βασική διευκόλυνση μπορεί να δικαιολογήσει την άρνησή της για τη σύναψη συμβάσεως για θεμιτούς τεχνικούς ή εμπορικούς λόγους (47). Είναι επίσης δυνατή η άρνηση συνάψεως συμβάσεως για λόγους αποτελεσματικότητας (48).
48 Η Επιτροπή αναφέρθηκε για πρώτη φορά ρητώς στη θεωρία των βασικών διευκολύνσεων σε δύο αποφάσεις για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων αφορώντων το λιμάνι του Holyhead, δηλαδή την B&I Line plc κατά Sealink Harbours Ltd και Sealink Stena Ltd (49), καθώς και τη Sea Containers κατά Stena Sealink (50). Στη δεύτερη από τις αποφάσεις αυτές, η Επιτροπή κατέληξε ότι, αρνουμένη σε ενδεχόμενο ανταγωνιστή στην αγορά των υπηρεσιών μεταφοράς επιβατών και οχημάτων την πρόσβαση στον λιμένα του Holyhead υπό λογικούς και μη συνεπαγομένους διακρίσεις όρους, η Sealink, ως εκμεταλλευομένη τον λιμένα, καταχράστηκε της δεσπόζουσας θέσεώς της στην αγορά των λιμενικών υπηρεσιών. Επαναλαμβάνοντας και διευρύνοντας τις δηλώσεις της πρώτης αποφάσεώς της, η Επιτροπή είπε:
«Μια επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση κατά την παροχή βασικής διευκόλυνσης και χρησιμοποιεί η ίδια τη διευκόλυνση αυτή (π.χ. μια υπηρεσία ή εγκατάσταση, στην οποία εάν δεν έχουν πρόσβαση οι ανταγωνιστές δεν μπορούν να παράσχουν υπηρεσίες στους πελάτες τους) και η οποία αρνείται σε άλλες επιχειρήσεις την πρόσβαση στην εν λόγω διευκόλυνση χωρίς αντικειμενική αιτιολογία ή παρέχει πρόσβαση μόνον υπό όρους λιγότερο ευνοϋκούς από εκείνους που θέτει στις δικές της υπηρεσίες, παραβαίνει το άρθρο 86, εάν πληροί τις άλλες προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου. Μια εταιρία που κατέχει δεσπόζουσα θέση δεν μπορεί να εισάγει διακρίσεις υπέρ των δικών της δραστηριοτήτων σε μια σχετική αγορά. Ο ιδιοκτήτης μιας ουσιώδους διευκολύνσεως, που χρησιμοποιεί την ισχύ του σε μια αγορά προκειμένου να προστατεύσει ή να ενισχύσει τη θέση του σε μια άλλη σχετική αγορά αρνούμενος, ειδικότερα, να παράσχει πρόσβαση σε έναν ανταγωνιστή ή παρέχοντας πρόσβαση υπό όρους λιγότερο ευνοϋκούς από εκείνους των δικών του υπηρεσιών και επιβάλοντας με τον τρόπο αυτό ανταγωνιστικό μειονέκτημα στον ανταγωνιστή του, παραβαίνει το άρθρο 86.» (51)
49 Η Επιτροπή στήριξε αυτή τη νομική εκτίμησή της στις αποφάσεις του Δικαστηρίου Commercial Solvents (52), Tιlιmarketing (53), GB-Inno-BM (54), ΕΡΤ (55), καθώς στην απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Magill (56). Στη συνέχεια προσέθεσε: «Η αρχή αυτή ισχύει όταν ο ανταγωνιστής που επιδιώκει την πρόσβαση στις βασικές εγκαταστάσεις είναι νεοεισερχόμενος στη σχετική αγορά.» (57)
50 Επομένως, είναι σαφές ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι η άρνηση σε ανταγωνιστή της προσβάσεως σε βασική διευκόλυνση μπορεί καθεαυτή να συνιστά κατάχρηση, ακόμα και όταν απουσιάζουν άλλοι παράγοντες, όπως το γεγονός της συνδέσεως πωλήσεων, της διακρίσεως σε βάρος άλλου ανεξαρτήτου ανταγωνιστή, της διακοπής των παραδόσεων σε υφιστάμενους πελάτες ή της ενσυνείδητης συμπεριφοράς για να επέλθει ζημία σε έναν ανταγωνιστή (πάντως, ας σημειωθεί ότι σε πολλές υποθέσεις των οποίων αυτή επελήφθη υφίστανται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, τέτοιοι πρόσθετοι παράγοντες). Μια βασική διευκόλυνση μπορεί να είναι ένα προϋόν όπως μια πρώτη ύλη ή μια υπηρεσία, η οποία μπορεί επίσης να συνίσταται στην παροχή προσβάσεως σε έναν τόπο όπως είναι ένα λιμάνι ή ένα αεροδρόμιο ή σε ένα σύστημα διανομής όπως είναι ένα σύστημα τηλεπικοινωνιών. Σε πολυάριθμες περιπτώσεις, η σχέση είναι κάθετη, υπό την έννοια ότι η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση επιφυλάσσει το προϋόν ή την υπηρεσία στις δραστηριότητες του επομένου σταδίου που ασκεί η ίδια, ή προβαίνει σε διάκριση προς όφελός τους, σε βάρος των ανταγωνιστών της αγοράς του επομένου σταδίου. Πάντως, η σχέση μπορεί επίσης να είναι οριζόντια υπό την έννοια ότι γίνεται συνδυασμός πωλήσεων ή παροχών που αφορούν παραπλήσια, πλην όμως διαφορετικά, προϋόντα ή υπηρεσίες.
51 Εκτιμώντας αν μια διευκόλυνση είναι βασική, η Επιτροπή επιδιώκει να αξιολογήσει την έκταση του μειονεκτήματος και να εξετάσει αν αυτό είναι διαρκές ή απλώς προσωρινό. Ένας σχολιαστής καθόρισε το εφαρμοστέο κριτήριο ως έχον ως αντικείμενο να αποδειχθεί «αν το μειονέκτημα που οφείλεται στην άρνηση προσβάσεως μπορεί ευλόγως να καταστήσει τις δραστηριότητες των ανταγωνιστών στην οικεία αγορά αδύνατες ή διαρκώς, σοβαρώς και αναποφεύκτως μη αποδοτικές» (58). Το εφαρμοζόμενο κριτήριο είναι ένα αντικειμενικό κριτήριο το οποίο αφορά τους ανταγωνιστές εν γένει. Επομένως, ένας ειδικός ανταγωνιστής δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι αυτός βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση.
52 Επομένως, φαίνεται ότι η έννοια των βασικών διευκολύνσεων παίζει σημαντικό ρόλο στην πρακτική που ακολουθεί η Επιτροπή στις υποθέσεις που αφορούν άρνηση παροχής.
53 Οι έννομες τάξεις όλων των κρατών μελών θεωρούν την ελευθερία συνάψεως συμβάσεως ως ουσιώδες στοιχείο της ελευθερίας του εμπορίου. Οι κανόνες περί ανταγωνισμού ορισμένων κρατών μελών προβλέπουν, εντούτοις, ρητώς ότι μια αδικαιολόγητη άρνηση συνάψεως συμβάσεως μπορεί να συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της Ισπανίας (59), της Φινλανδίας (60), της Γαλλίας (61), της Ελλάδας (62) και της Πορτογαλίας (63). Ως προς τις βασικές διευκολύνσεις ειδικότερα, ειδικές νομοθετικές διατάξεις απαγορεύουν, σε ορισμένα κράτη μέλη, στις επιχειρήσεις που τις ελέγχουν να αρνούνται τη σύναψη συμβάσεων σχετικά με τη διάθεση των διευκολύνσεων αυτών. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της Φινλανδίας, όσον αφορά το τηλεφωνικό δίκτυο (64), το δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας (65) και τις ταχυδρομικές υπηρεσίες (66), και της Αυστρίας, όσον αφορά το σιδηροδρομικό δίκτυο (67), την παραγωγή και τη διανομή ενέργειας (68), καθώς και τις υπηρεσίες των τραμ και των λεωφορείων (69). Σε άλλα κράτη μέλη, η έννοια των βασικών διευκολύνσεων άρχισε να αναπτύσσεται βασιζομένη σε γενικότερες αρχές επιβάλλοντας στις επιχειρήσεις που ελέγχουν τέτοιες διευκολύνσεις να μην αρνούνται τη χορήγηση της προσβάσεως σ' αυτές χωρίς δικαιολογία. Στη Δανία, πριν από την έναρξη της ισχύος του νέου νόμου (70) η έννοια αυτή είχε χρησιμοποιηθεί ως προς τον λιμένα του Elseneur και το δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στο Sjζlland (71). Στη Γαλλία, η έννοια αυτή εφαρμόστηκε ως προς ένα ελικοδρόμιο (72). Σε μια ισπανική υπόθεση, έχουσα ως αντικείμενο την πρόσβαση σε παραδόσεις καπνού (73), έγιναν πολυπληθείς αναφορές στη θεωρία των βασικών διευκολύνσεων όπως αυτή καθιερώθηκε με την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την υπόθεση Sea Containers κατά Stena Sealink (74).
Εκτίμηση των ζητημάτων
54 Ενόψει αυτού του πλαισίου, θα εξετάσω το ζήτημα που τίθεται με το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι, παρ' όλον ότι μια από τις αιτιάσεις της Bronner είναι ότι η Mediaprint, αρνουμένη σ' αυτήν την πρόσβαση στο δίκτυό της της κατ' οίκον διανομής, προέβη σε διάκριση σε βάρος της σε σχέση προς άλλον εκδότη, το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε σχετικό ερώτημα. Το πρώτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου επιδιώκει να διευκρινιστεί αν, μη υπάρχοντος οποιουδήποτε άλλου παράγοντα, όπως είναι η διακοπή των παραδόσεων, το γεγονός του συνδυασμού των πωλήσεων ή μια άνιση μεταχείριση ανεξαρτήτων μεταξύ τους πελατών, επιχείρηση που βρίσκεται στη θέση της Mediaprint διαπράττει κατάχρηση αρνουμένη σε άλλον εκδότη εφημερίδων την πρόσβαση στο σύστημα διανομής της που αυτή έχει αναπτύξει για τις ανάγκες της δικής της επιχειρήσεως ημερησίων εφημερίδων.
55 Από την ανωτέρω συζήτηση προκύπτει σαφώς ότι με το ερώτημα αυτό τίθεται ένα γενικό ζήτημα δυνάμενο να ανακύψει σε αρκετά διαφορετικά πλαίσια. Δεν είναι μεν σκόπιμο εν προκειμένω να προσπαθήσω να παράσχω εκτεταμένες οδηγίες για τη λύση του ζητήματος αυτού, όμως ορισμένα γενικά σημεία πρέπει να διευκρινιστούν πριν εξεταστεί ειδικότερα η παρούσα υπόθεση.
56 Πρώτον, φαίνεται ότι το δικαίωμα επιλογής των αντισυμβαλλομένων και της ελευθερίας διαθέσεως της ιδιοκτησίας αποτελούν γενικώς αναγνωρισμένες αρχές στα δίκαια των κρατών μελών, ενίοτε δε έχουν συνταγματικό χαρακτήρα. Η προσβολή των δικαιωμάτων αυτών απαιτείται να είναι επιμελώς αιτιολογημένη.
57 Δεύτερον, η αιτιολόγηση από απόψεως πολιτικής του ανταγωνισμού μιας επεμβάσεως στην ελευθερία συνάψεως συμβάσεως επιχειρήσεως κατέχουσας δεσπόζουσα θέση απαιτεί συχνά μια προσεκτική στάθμιση αντιμαχομένων επιχειρημάτων. Μακροπρόθεσμα, ευνοεί γενικώς τον ανταγωνισμό και είναι προς το συμφέρον των καταναλωτών να επιτρέπεται σε μια εταιρία να χρησιμοποιεί μόνον η ίδια τις διευκολύνσεις τις οποίες αυτή δημιούργησε για τις ανάγκες της δραστηριότητάς της. Για παράδειγμα, αν η πρόσβαση σε μια διευκόλυνση παραγωγής, αγοράς ή διανομής παρείχετο πολύ εύκολα, ένας ανταγωνιστής δεν θα ωθείτο να δημιουργήσει ανταγωνιστικές διευκολύνσεις. Έτσι, ενώ ο ανταγωνισμός βραχυπροθέσμως θα αυξανόταν, μακροπροθέσμως θα μειωνόταν. Επιπλέον, επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση θα ωθείτο λιγότερο να επενδύσει σε αποτελεσματικές διευκολύνσεις αν οι ανταγωνιστές της μπορούσαν, κατόπιν αιτήσεως, να μοιραστούν με αυτήν τα οφέλη. Έτσι, απλώς και μόνον το γεγονός ότι μια επιχείρηση διατηρεί πλεονέκτημα έναντι ενός ανταγωνιστή επιφυλάσσοντας δι' εαυτήν τη χρήση μιας διευκολύνσεως δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απαίτηση προσβάσεως σ' αυτήν.
58 Τρίτον, έχει σημασία να μην παραβλέπουμε, εξετάζοντας το ζήτημα αυτό, ότι ο κύριος σκοπός του άρθρου 86 είναι να εμποδίζει τις στρεβλώσεις ανταγωνισμού - και, ειδικότερα, να διαφυλάσσει τα συμφέροντα των καταναλωτών - και όχι να προστατεύει τη θέση μεμονωμένων ανταγωνιστών. Έτσι, ενδεχομένως, δεν αρκεί σε μια περίπτωση κατά την οποία ένας ανταγωνιστής ζητεί πρόσβαση σε μια πρώτη ύλη για να μπορεί να ανταγωνιστεί την επίχειρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην επομένου στάδιου αγορά του τελικού προϋόντος, να δίδεται προσοχή μόνο στην οικονομική δύναμη που έχει η δεσπόζουσα επιχείρηση στην αγορά του επομένου σταδίου και να συνάγεται το συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά αυτή, που συνίσταται στην επιφύλαξη δι' εαυτήν της αγοράς του επομένου σταδίου, συνιστά αυτομάτως κατάχρηση. Μια τέτοια συμπεριφορά δεν θα έχει επιπτώσεις στους καταναλωτές, αρκεί το τελικό προϋόν της δεσπόζουσας επιχειρήσεως να μην απομονωθεί τόσον από τον ανταγωνισμό ώστε να αποκτήσει ισχύ στην αγορά.
59 Στην υπόθεση Commercial Solvents, ο γενικός εισαγγελέας, καταλήγοντας στο ίδιο συμπέρασμα με το Δικαστήριο, εξέτασε επίσης την κατάσταση στην αγορά του επομένου σταδίου:
«Εν πάση περιπτώσει, δεν νομίζω ότι το ερώτημα αν, για την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86, η αγορά των πρώτων υλών για την παραγωγή μιας ιδιαίτερης χημικής ενώσεως συνιστά ή όχι αγορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη μπορεί λογικά να διαχωριστεί από το ερώτημα αν η χημική αυτή ένωση αποτελεί επίσης μια τέτοια αγορά. Εξάλλου, ο καταναλωτής ενδιαφέρεται μόνο για το τελικό προϋόν, το δε άρθρο 86 αφορά την άμεση ή έμμεση ζημία του καταναλωτή (...).» (75)
60 Η εν λόγω χημική ένωση ήταν η αιθαμβουτόλη, φάρμακο κατά της φυματιώσεως. Βάσει των πραγματικών περιστατικών, ο γενικός εισαγγελέας έκρινε ότι η Επιτροπή ορθώς κατέληξε ότι η αγορά της αιθαμβουτόλης μπορούσε να θεωρηθεί ως αγορά αυτή καθεαυτή, εφόσον το προϋόν αυτό χρησιμοποιούνταν σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα κατά της φυματιώσεως και ήταν περισσότερο συμπληρωματικό παρά ανταγωνιστικό προϋόν.
61 Εξάλλου, είναι σαφές ότι η άρνηση προσβάσεως μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να έχει ως αποτέλεσμα την εξουδετέρωση ή την ουσιώδη μείωση του ανταγωνισμού, τόσο βραχυπροθέσμως όσο και μακροπροθέσμως, σε βάρος των καταναλωτών. Αυτό θα συμβεί όταν η πρόσβαση σε μία διευκόλυνση συνιστά προϋπόθεση του ανταγωνισμού σε παραπλήσια αγορά για αγαθά ή υπηρεσίες δυνάμενα να αλληλοϋποκαθίστανται σε περιορισμένο βαθμό.
62 Εκτιμώντας αυτά τα αντιμαχόμενα συμφέροντα, επιβάλλεται η επίδειξη ιδιαίτερης επιμέλειας όταν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες ή διευκολύνσεις στις οποίες ζητείται πρόσβαση συνιστούν το προϋόν σημαντικών επενδύσεων. Αυτό μπορεί να ισχύει, ειδικότερα, όσον αφορά την άρνηση χορηγήσεως αδείας αφορώσας δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Η χορήγηση τέτοιων αποκλειστικών δικαιωμάτων για περιορισμένη χρονική περίοδο συνεπάγεται, καθεαυτή, τη στάθμιση του συμφέροντος για ελεύθερο ανταγωνισμό και του συμφέροντος για τη δημιουργία κινήτρων για έρευνα, ανάπτυξη και δημιουργικότητα. Επομένως, ορθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι, ελλείψει άλλων παραγόντων, η άρνηση χορηγήσεως αδείας δεν συνιστά αυτή καθεαυτή καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως (76).
63 Η απόφαση Magill (77) μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να εξηγηθεί από τις ειδικές περιστάσεις της υποθέσεως αυτής, η στάθμιση των οποίων είχε ως αποτέλεσμα την υποχρέωση χορηγήσεως αδείας. Πρώτον, τα υφιστάμενα προϋόντα, δηλαδή τα ατομικά εβδομαδιαία προγράμματα για κάθε μεμονωμένο κανάλι ήσαν ανεπαρκή, ιδίως σε σύγκριση με τα προγράμματα που διαθέτουν οι τηλεθεατές των άλλων χωρών. Επομένως, η άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας εμπόδιζαν ένα νέο προϋόν, για το οποίο οι ανάγκες ήσαν σημαντικές, να εμφανιστεί στην αγορά. Δεύτερον, η προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας αφορώσα τους πίνακες των προγραμμάτων δύσκολα μπορούσε να δικαιολογηθεί ως ανταμοιβή για τη δημιουργία κινήτρων για μια δημιουργική προσπάθεια. Τρίτον, δεδομένου ότι η διάρκεια χρησιμοποιήσεως των τηλεοπτικών προγραμμάτων είναι σχετικά σύντομη, η άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας συνιστούσε διαρκές εμπόδιο για την εμφάνιση του νέου προϋόντος στην αγορά. Παρεμπιπτόντως, παρατηρείται ότι οι εθνικοί κανόνες στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας θέτουν οι ίδιοι τα όρια υπό ορισμένες περιστάσεις, μέσω διατάξεων που απαιτούν τη χορήγηση αδειών.
64 Ενώ η άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας έχει γενικώς ως αποτέλεσμα μόνον τον για περιορισμένη χρονική περίοδο περιορισμό του ανταγωνισμού, το μονοπώλιο που ασκεί επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση ως προς ένα προϋόν, μια υπηρεσία ή διευκόλυνση, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να έχει ως αποτέλεσμα τον διαρκή αποκλεισμό του ανταγωνισμού σε μια παραπλήσια αγορά. Επομένως, ο ανταγωνισμός μπορεί να διασφαλιστεί μόνον υποχρεώνοντας την κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση να προμηθεύει το προϋόν ή να παρέχει την υπηρεσία ή την πρόσβαση στη διευκόλυνση. Εντούτοις, αν η επιχείρηση υποχρεούται σ' αυτό, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αποζημιώνεται πλήρως, επιτρέποντας σ' αυτήν να μεταθέτει, ενόψει του μεγέθους του κινδύνου που διατρέχει, ανάλογο μέρος των επενδυτικών εξόδων της στις παραδόσεις και να επιδώκει ανάλογη απόδοση της επενδύσεώς της. Αφήνω ανοικτό το ερώτημα αν, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι ορθό να επιτρέπεται στην επιχείρηση να διατηρεί το μονοπώλιό της για ορισμένη χρονική περίοδο.
65 Μου φαίνεται ότι επέμβαση αυτού του είδους, είτε νοείται ως εφαρμογή της θεωρίας των βασικών διευκολύνσεων είτε, πιο παραδοσιακά, ως απάντηση στην άρνηση προμηθεύσεως αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, από την άποψη της πολιτικής του ανταγωνισμού, παρά μόνον στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση δεσπόζει πραγματικά στην παραπλήσια αγορά. Αυτό μπορεί, για παράδειγμα, να συμβαίνει όταν είναι αδύνατον ή εξαιρετικά δύσκολο να αναδημιουργηθεί η διευκόλυνση λόγω φυσικών, γεωγραφικών ή νομικών εξαναγκασμών ή όταν η αναδημιουργία αυτή δεν είναι καθόλου επιθυμητή για λόγους δημοσίας τάξεως. Δεν αρκεί ότι ο έλεγχος που ασκεί η επιχείρηση επί της διευκολύνσεως της παρέχει ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
66 Δεν αποκλείω ότι το συνδεόμενο με την αναδημιουργία της διευκολύνσεως κόστος συνιστά καθεαυτό ανυπέρβλητο εμπόδιο για την πρόσβαση στην αγορά. Η κατάσταση αυτή μπορεί ιδίως να εμφανιστεί στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η διευκόλυνση δημιουργήθηκε υπό μη ανταγωνιστικές συνθήκες, μερικώς χάριν δημοσίων επιδοτήσεων, για παράδειγμα. Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, το κριτήριο πρέπει να έχει αντικειμενικό χαρακτήρα: με άλλα λόγια, για να συνιστά η άρνηση προσβάσεως καταχρηστική εκμετάλλευση, ο ανταγωνισμός πρέπει να είναι εξαιρετικά δύσκολος όχι μόνο για την επιχείρηση που ζητεί την πρόσβαση αλλά και για οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση. Συνεπώς, αν το κόστος που συνεπάγεται η αναδημιουργία της διευκολύνσεως αποτελεί καθαυτό εμπόδιο για την πρόσβαση στην αγορά, θα πρέπει να μπορεί να αποτρέπει οποιαδήποτε συνετή επιχείρηση να εισέλθει στην αγορά. Συναφώς, μου φαίνεται αναγκαίο να εξετάζονται όλες οι περιστάσεις, περιλαμβανομένου του βαθμού στον οποίο η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση, λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό αποσβέσεως της επενδύσεώς της και των δαπανών συντηρήσεως, υποχρεούται να μεταθέσει το επενδυτικό κόστος ή το κόστος συντηρήσεως στις τιμές της παραπλήσιας αγοράς (γνωρίζοντας ότι ο ανταγωνιστής, ο οποίος, έχοντας αναδημιουργήσει τη διευκόλυνση, πρέπει να ανταγωνιστεί στην παραπλήσια αγορά, θα αντιμετωπίσει σημαντικές αρχικές δαπάνες αποσβέσεως, έχοντας εντούτοις, ίσως, μόνο χαμηλές δαπάνες συντηρήσεως.
67 Κατά τη γνώμη μου, είναι σαφές ότι εν προκειμένω δεν μπορεί να υποχρεωθεί η Mediaprint να παράσχει στην Bronner την πρόσβαση στο εθνικής εμβέλειας δίκτυό της της κατ' οίκον διανομής. Παρ' όλον ότι η Bronner μπορεί να μην είναι η ίδια σε θέση να αναδημιουργήσει το δίκτυο της Mediaprint, εντούτοις διαθέτει πολλές άλλες εναλλακτικές λύσεις - αν και λιγότερο ευνοϋκές - για την πραγματοποίηση της διανομής. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τους ισχυρισμούς της ιδίας της Der Standard, σύμφωνα με τους οποίους «η Der Standard χαίρει θεαματικής αυξήσεως, τόσον από απόψεως νέων συνδρομητών (αύξηση κατά 15 %) όσον και από απόψεως διαφημιστικών δημοσιεύσεων (αύξηση κατά 30 % συγκρίνοντας με το προηγούμενο έτος)» (78). Αυτοί οι ισχυρισμοί ουδόλως συμβιβάζονται με την άποψη κατά την οποία το σύστημα της κατ' οίκον διανομής της Mediaprint είναι ουσιώδες για την Der Standard, για να μπορεί να ανταγωνίζεται στην αγορά των ημερησίων εφημερίδων.
68 Επιπλέον, είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι το απαιτούμενο επενδυτικό κόστος για τη δημιουργία συστήματος κατ' οίκον διανομής σε εθνικό επίπεδο θα ήταν τόσον υψηλό ώστε θα απέτρεπε έναν τολμηρό εκδότη, πεπεισμένον ότι υφίσταται αγορά για μια άλλη ευρείας κυκλοφορίας ημερήσια εφημερίδα, να εισέλθει στην αγορά. Είναι κατανοητό ότι είναι αντιοικονομική, όπως επισημαίνει η Bronner, η δημιουργία συστήματος σε εθνικό επίπεδο για μια εφημερίδα με χαμηλή κυκλοφορία. Επομένως, μπορούν ενδεχομένως βραχυπροθέσμως να προβλεφθούν οι ζημίες οι οποίες απαιτούν ορισμένο ύψος επενδύσεων. Αλλά η δημιουργία ανταγωνιστικού δικτύου σε εθνικό επίπεδο θα είχε ως σκοπό να καταστήσει δυνατό στην Bronner να ανταγωνίζεται επί ίσοις όροις τις εφημερίδες της Mediaprint και να αυξήσει ουσιαστικά τη γεωγραφική κάλυψη καθώς και την κυκλοφορία.
69 Αν ο ισχυρισμός της Bronner γινόταν δεκτός, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα οι κοινοτικές και εθνικές αρχές και τα δικαστήρια να προβούν σε λεπτομερή ρύθμιση των κοινοτικών αγορών, συνεπαγομένη τον καθορισμό τιμών και όρων παραδόσεως σε ευρείς τομείς της οικονομίας. Μια τέτοια παρέμβαση δεν θα ήταν μόνον ανεφάρμοστη, αλλά μακροπροθέσμως θα ήταν επίσης αντιανταγωνιστική και, στην πραγματικότητα, ουδόλως συμβατή με μια ελεύθερη οικονομία της αγοράς.
70 Επομένως, κατά τη γνώμη μου, η παρούσα υπόθεση σε καμία περίπτωση δεν ανήκει στον τύπο της καταστάσεως κατά την οποία θα μπορούσε να είναι ορθόν η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση να υποχρεωθεί στην παροχή της προσβάσεως σε διευκόλυνση, την οποία αυτή δημιούργησε για δική της χρήση.
Δεύτερο ερώτημα
71 Με το δεύτερο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου ζητείται να διευκρινιστεί αν μια επιχείρηση βρισκομένη στη θέση της Mediaprint καταχράται της δεσπόζουσας θέσεώς της συνδέοντας την πρόσβαση στην υπηρεσία της της κατ' οίκον διανομής με την παροχή άλλων υπηρεσιών, όπως είναι η εμπορία στα σημεία πωλήσεως και η εκτύπωση.
72 Το δεύτερο ερώτημα δεν περιορίζεται ρητώς από το ενδεχόμενο καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα. Εντούτοις, μου φαίνεται ότι τίθεται μόνο σ' αυτή την περίπτωση.
73 Είναι αληθές ότι, κατ' αρχήν, το δεύτερο ερώτημα μπορεί να τεθεί ακόμη και στην περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα. Ακόμη και όταν η άρνηση επιχειρήσεως κατέχουσας δεσπόζουσα θέση να παράσχει την πρόσβαση στο σύστημά της διανομής δεν είναι αυτή καθεαυτή καταχρηστική, η επιχείρηση αυτή μπορεί εντούτοις να διαπράττει κατάχρηση αν, άνευ αιτιολογίας, συνδέει μια τέτοια πρόσβαση με την παροχή άλλων υπηρεσιών και επιδιώκει με τον τρόπο αυτό να επεκτείνει την οικονομική της ισχύ σε μια παραπλήσια αγορά. Εντούτοις, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, ένα τέτοιο ερώτημα θα ήταν καθαρά υποθετικό. Η Mediaprint αρνήθηκε στην Bronner την πρόσβαση στο σύστημά της διανομής υπό οποιεσδήποτε προϋποθέσεις. Δεν επιδίωξε, στις σχέσεις της με την Bronner, να συνδέσει την πρόσβαση με την παροχή άλλων υπηρεσιών.
74 Επομένως, με το δεύτερο ερώτημα μάλλον ερωτάται αν, στην περίπτωση που η άρνηση προσβάσεως στο εθνικής εμβέλειας σύστημα κατ' οίκον διανομής συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση, η Mediaprint μπορεί, παρέχοντας μια τέτοια πρόσβαση, να επιβάλει στην Bronner να αγοράσει ορισμένες άλλες υπηρεσίες. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί, για παράδειγμα, αν μπορούσε να αποδειχθεί ότι, λόγω των συντόμων προθεσμιών στις οποίες υπόκεινται οι ημερήσιες εφημερίδες, ήταν αδύνατο να ανατεθούν οι λειτουργίες της εκτυπώσεως και της διανομής σε διαφορετικές επιχειρήσεις. Με άλλα λόγια, το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να μάθει, στην περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα έπρεπε να διατάξει την πρόσβαση.
75 Επειδή, κατά τη γνώμη μου, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, το δεύτερο ερώτημα δεν τίθεται.
Πρόταση
76 Επομένως, θεωρώ ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το Oberlandesgericht Wien πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
«Δεν συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ το γεγονός ότι μια επιχείρηση, κατέχουσα πολύ σημαντικό μερίδιο της αγοράς των ημερησίων εφημερίδων εντός ενός κράτους μέλους και διαχειριζομένη τη μοναδική υπηρεσία της κατ' οίκον διανομής υπέρ των συνδρομητών, αρνείται την πρόσβαση στο εν λόγω δίκτυο στον εκδότη ανταγωνιστικής ημερήσιας εφημερίδας.»
(1) - Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C-54/96, Dorsch Consult (Συλλογή 1997, σ. I-4961).
(2) - Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-111/94, Job Centre (Συλλογή 1995, σ. I-3361, σκέψη 9).
(3) - Άρθρο 88.
(4) - Άρθρο 89, παράγραφος 1.
(5) - Άρθρο 94.
(6) - Άρθρο 92.
(7) - Βλ., ειδικότερα, το άρθρο 43.
(8) - Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974, 127/73, BRT και SABAM (Συλλογή τόμος 1974, σ. 35, σκέψεις 19 και 20).
(9) - Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 35/76, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1976, σ. 683).
(10) - Σκέψεις 19 και 20.
(11) - ΕΕ 1997, C 313, σ. 3.
(12) - Αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C-28/95, Leur-Bloem (Συλλογή 1997, σ. I-4161), και C-130/95, Giloy (Συλλογή 1997, σ. I-4291).
(13) - Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1969, 14/68, Wilhem κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1).
(14) - Βλ. την απόφαση Wilhem κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13), την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980, 253/78, 1/79 έως 3/79, Giry και Guerlain κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 527), τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην υπόθεση C-266/93, Volkswagen και VAG Leasing (απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1995, Συλλογή 1995, σ. I-3477), και την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11 ανακοίνωση της Επιτροπής, σημεία 16 έως 22.
(15) - Robert Walz: «Rethinking Walt Wilhem, or the Supremacy of Community Competition Law over National Law», 1996, ELRev, τόμος 21, σ. 449.
(16) - Βλ., γενικώς, την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 ανακοίνωση της Επιτροπής.
(17) - Βλ. την απόφαση της 28ης Μαρτίου 1995, C-346/93, Kleinwort Benson (Συλλογή 1995, σ. I-615).
(18) - Βλ. την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1978, 27/76, United Brands κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1978, σ. 75, σκέψεις 22 έως 35). Βλ., επίσης, την ανακοίνωση της Επιτροπής όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού (ΕΕ 1997, C 372, σ. 5).
(19) - Σκέψη 65.
(20) - Απόφαση της 6ης Μαρτίου 1974, 6/73 και 7/73 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 113, στο εξής: απόφαση Commercial Solvents).
(21) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18.
(22) - Σκέψη 182.
(23) - Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985, 311/84, (Συλλογή 1985, σ. 3261, στο εξής: απόφαση Tιlιmarketing).
(24) - Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991, C-18/88 (Συλλογή 1991, σ. I-5941).
(25) - Απόφαση GB-Inno-BM, σκέψη 18.
(26) - Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 238/87 (Συλλογή 1988, σ. 6211).
(27) - Σκέψεις 8 και 9· βλ., επίσης, την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 53/87, CICRA και Maxicar (Συλλογή 1988, σ. 6039).
(28) - Απόφαση της 6ης Απριλίου 1995, C-241/91 P και C-242/91 P (Συλλογή 1995, σ. I-743, στο εξής: απόφαση Magill).
(29) - Σκέψεις 53 και 54.
(30) - Απόφαση της 12ης Ιουνίου 1997, T-504/93 (Συλλογή 1997, σ. II-923)· εκκρεμούσα αίτηση αναιρέσεως.
(31) - Σκέψη 131.
(32) - Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639).
(33) - Polaroid/SSI, Δεκάτη τρίτη έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού (1984), σ. 95.
(34) - Απόφαση 88/518/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 1988, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/30.178 - Napier Brown - British Sugar) (ΕΕ L 284, σ. 41).
(35) - Απόφαση 88/589/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 1988, αναφερόμενη σε διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/32.318, London European - SABENA) (ΕΕ L 317, σ. 47).
(36) - Απόφαση 92/213/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/33.544 - British Midland κατά Aer Lingus) (ΕΕ L 96, σ. 34), και Lufthansa κατά Air Europe, Εικοστή έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού (1991), σ. 83.
(37) - Απόφαση 78/172/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1977, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/29.418: μπαχαρικά) (JO 1978, L 53, σ. 20).
(38) - Disma, Εικοστή τρίτη έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού (1994), σ. 153.
(39) - Κανονισμός (ΕΚ) 3652/93 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1993, περί εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων που αφορούν τα ηλεκτρονικά συστήματα κράτησης θέσεων στις υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών (ΕΕ L 333, σ. 37).
(40) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1617/93 της Επιτροπής, της 25ης Ιουνίου 1993, περί εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών που αφορούν τον από κοινού προγραμματισμό και συντονισμό των δρομολογίων, την από κοινού εκμετάλλευση διαδρομών, τις διαβουλεύσεις για τους ναύλους επιβατών και εμπορευμάτων στις τακτικές αεροπορικές γραμμές και την κατανομή του διαθέσιμου χρόνου χρήσης στους αερολιμένες (ΕΕ L 155, σ. 18), και κανονισμός (ΕΟΚ) 95/93 του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 1993, σχετικά με τους κοινούς κανόνες κατανομής του διαθέσιμου χρόνου χρήσης (slots) στους αερολιμένες ((ΕΕ L 14, σ. 1).
(41) - Βλ. MCI Communications/AT&T, 708 F.2d 1081 (7th Cir. 1983), 464 US 891 (1983).
(42) - United States/Terminal Railroad Association of St Louis, 224 US 383 (1912).
(43) - MCI Communications/AT&T, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 41.
(44) - Otter Tail Power Co./United States, 410 US 366 (1973).
(45) - Βλ., για παράδειγμα, Fishman/Estate of Wirtz, 807 F.2d 520 (7th Cir. 1986).
(46) - Eastman Kodak Co./Southern Photo Materials Co., 273 US 359 (1927).
(47) - Βλ., για παράδειγμα, Byars/Bluff City News Co., 609 F.2d 843 (6th Cir. 1979).
(48) - R.H. Bork: The Antitrust Paradox, 1978 (επανέκδοση 1993), σ. 346. Aspen Skiing Co./Aspen Highlands Skiing Corp., 427 US 585 (1985).
(49) - Απόφαση της Επιτροπής της 11ης Ιουνίου 1992, [1992] 5 CMLR 255.
(50) - Απόφαση 94/19/ΕΚ της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1993, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ (IV/34.689 - Sea Containers κατά Stena Sealink - Προσωρινά μέτρα) (ΕΕ 1994, L 15, σ. 8).
(51) - Σημείο 66 της αποφάσεως.
(52) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20.
(53) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 23.
(54) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 25.
(55) - Απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89 (Συλλογή 1991, σ. I-2925).
(56) - Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1991, T-69/89, RTE κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. II-485).
(57) - Σημείο 67 της αποφάσεως 94/19 της Επιτροπής.
(58) - J. Temple Lang: «Defining legitimate competition: companies' duties to supply competitors, and access to essential facilities», Fordham International Law Journal, Vol. 18 (1994), 245 έως 284 και 285.
(59) - Άρθρο 6 του νόμου 16/1989 περί του ανταγωνισμού, της 17ης Ιουλίου 1989, Defensa de la Competencia (BOE n_ 170, 18 juillet 1989)· υπόθεση 350/94, 3C Communications Espaρa/Telefσnica de Espaρa (Telιfonos en Aeropuertos), απόφαση του Tribunal de la Defensa de la Competencia της 1ης Φεβρουαρίου 1995.
(60) - Άρθρο 7 της Laki kilpailunrajoituksista 27.5.1992/480.
(61) - Άρθρο 8 της διατάξεως 86-1243 της 1ης Δεκεμβρίου 1986, Code de Commerce, Dalloz (εκδ.) (1990-91), σ. 523.
(62) - Άρθρο 2, στοιχείο c, του νόμου 703/1977.
(63) - Άρθρο 3, παράγραφος 4, και 2, στοιχεία f και g, του νομοθετικού διατάγματος 371/93.
(64) - Άρθρο 15 τoυ Telemarkkinalaki 30.04.1997/396.
(65) - Άρθρα 9.2 και 10.1 του Sδhkφmarkkinalaki 17.3.1995/386.
(66) - Σημείο 4.2 του Postitoimintalaki 29.10.1993/907.
(67) - Άρθρο 3 του Eisenbahnbeforderungsgesetz 1988, BGBl: 180/1988.
(68) - Άρθρα 6 και 8 του Elektrizitδtswirtschaftsgesetz 1975, BGBl: 260/1975.
(69) - Άρθρο 8, παράγραφος 2, του Kraftfahrlinienverkehrsgesetz 1952, BGBl: 84/1952.
(70) - Νόμος 384 της 10ης Ιουνίου 1997.
(71) - Konkurrencerεdet Dokumentation 1996-1, σ. 60.
(72) - Απόφαση 96-D-51 της 3ης Σεπτεμβρίου 1996 του Conseil de la concurrence, SARL Hιli-Inter Assistance, BOCC 8 Ιανουαρίου 1997, σ. 3.
(73) - Υπόθεση 21/97, McLane Espaρa/Tabacalera, απόφαση του Tribunal de la Defensa de la Competencia της 26ης Μαου 1997.
(74) - Προαναφερθείσα στο σημείο 48.
(75) - Σελίδα 140.
(76) - Απόφαση Volvo, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 26.
(77) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28.
(78) - Φύλλο της 28ης Φεβρουαρίου 1997, συνημμένο στις παρατηρήσεις της Mediaprint.
Full & Egal Universal Law Academy