Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Στην προκείμενη υπόθεση, το Rechtbank van koophandel του Hasselt ζητεί την ερμηνεία της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988 (2).
2 Η διαφορά στην κύρια δίκη προέκυψε εκ του ότι δύο εταιρίες, η Colim αφενός και η Bigg's Continent αφετέρου, προσάπτουν η μια στην άλλη ότι πωλούν διάφορα προϋόντα τα οποία δεν φέρουν καθόλου, ή φέρουν ανεπαρκή, επισήμανση στην γλώσσα της περιοχής, δηλαδή τα ολλανδικά, κατά παράβαση της σχετικής βελγικής νομοθεσίας.
ΙΙ - Οι εθνικές διατάξεις
3 Ο νόμος της 14ης Ιουλίου 1991, περί των εμπορικών πρακτικών και της πληροφορήσεως και προστασίας του καταναλωτή (Moniteur Belge της 29ης Αυγούστου 1991), το κείμενο του οποίου επισυνάπτεται στις γραπτές παρατηρήσεις της αιτούσας στην κύρια δίκη, περιέχει διατάξεις που αναφέρονται στην πώληση προϋόντων στους καταναλωτές εν γένει καθώς και σε ορισμένες ειδικές μορφές πωλήσεως, όπως οι εκπτώσεις, η πώληση εξ αποστάσεως, οι πωλήσεις εκτός του εμπορικού καταστήματος του πωλητή, κ.λπ., διατάξεις για την ονομασία προελεύσεως, την διαφήμιση, την τήρηση των χρηστών ηθών, την παροχή υπηρεσιών στους καταναλωτές κ.λπ.
4 Το κεφάλαιο ΙΙ, που επιγράφεται «Περί της ενημερώσεως του καταναλωτή», περιλαμβάνει, μεταξύ των άλλων, διατάξεις περί της υποχρεωτικής αναγραφής της τιμής των πωλουμένων προϋόντων (τμήμα 1) και περί αναγραφής των ποσοτήτων (τμήμα 2). Στο τμήμα 3 του ίδιου κεφαλαίου, που φέρει τον τίτλο «Περί της ονομασίας, της συνθέσεως και της επισημάνσεως των προϋόντων και των υπηρεσιών», το άρθρο 13 ορίζει τα εξής:
«Οι ενδείξεις που αποτελούν το αντικείμενο επισημάνσεως και προβλέπονται δεσμευτικώς από τον παρόντα νόμο, τις εκδοθείσες κατ' εφαρμογήν του αποφάσεις και τις εκτελεστικές αποφάσεις κατά την έννοια του άρθρου 122, παράγραφος 2, οι οδηγίες χρήσεως και οι αποδείξεις εγγυήσεως πρέπει να αναγράφονται τουλάχιστον στη γλώσσα ή τις γλώσσες της περιφερείας εντός της οποίας διατίθενται τα προϋόντα στο εμπόριο. οΟταν προβλέπεται δεσμευτικώς η επισήμανση, πρέπει να εφαρμόζεται με τη μορφή και το περιεχόμενο που ορίζεται από την κανονιστική ρύθμιση. Οι ενδείξεις της επισημάνσεως πρέπει να είναι ευδιάκριτες και ευανάγνωστες και να διακρίνονται σαφώς από τη διαφήμιση. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει η επισήμανση να εμφανίζεται κατά τρόπο που να είναι δυνατό να συγχέεται με ένα πιστοποιητικό ποιότητας.»
Εξάλλου, το άρθρο 14, που ευρίσκεται στο ίδιο τμήμα 3, παρέχει σειρά εξουσιοδοτήσεων προς τον Βασιλέα για να καθορίσει μία σειρά θεμάτων, όπως την επισήμανση και ιδίως τις ενδείξεις και άλλα στοιχεία αυτής προκειμένου περί συγκεκριμένων προϋόντων ή κατηγοριών προϋόντων (στοιχείο αα), την σύνθεση, την παρουσίαση, την ποιότητα και την ασφάλεια των προσφερομένων προς πώληση προϋόντων (στοιχείο ββ), να απαγορεύει ή να επιβάλλει την χρήση μιας ονομασίας πωλήσεως (στοιχεία γγ και δδ, αντιστοίχως) και να επιβάλλει ή να απαγορεύει την προσθήκη ορισμένων σημείων, λέξεων ή εκφράσεων στις ονομασίες των προϋόντων που διατίθενται στο εμπόριο (στοιχεία εε και ζζ, αντιστοίχως). Ανάλογες εξουσιοδοτήσεις περιέχει, εξάλλου, το άρθρο 15 στον τομέα της παροχής υπηρεσιών.
5 Περαιτέρω, το κεφάλαιο V του ίδιου νόμου, που φέρει τον τίτλο «Γενικές διατάξεις σχετικά με τις πωλήσεις προϋόντων και υπηρεσιών στους καταναλωτές», στο τμήμα 1 που επιγράφεται «Περί της υποχρεώσεως πληροφορήσεως του καταναλωτή», περιλαμβάνει το άρθρο 30, το οποίο ορίζει:
«Τουλάχιστον κατά το χρονικό σημείο της συνάψεως της συμβάσεως πωλήσεως ο πωλητής πρέπει να παρέχει καλοπίστως στον καταναλωτή τις αναγκαίες και χρήσιμες πληροφορίες όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του προϋόντος ή την υπηρεσία, ως προς δε τους όρους πωλήσεως λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη πληροφορήσεως που γνωστοποίησε ο καταναλωτής και λαμβάνοντας υπόψη τη χρήση που δηλώθηκε ή ευλόγως αναμένεται από τον καταναλωτή.»
6 Τέλος, στο κεφάλαιο X περί κυρώσεων, στο τμήμα 1 με τίτλο Ποινικές κυρώσεις, το άρθρο 102 ορίζει ότι:
«Τιμωρούνται με χρηματική ποινή 250 έως 10 000 F όσοι παραβαίνουν τις διατάξεις:
1. (...)
2. Του άρθρου 13 περί της ονομασίας, της συνθέσεως και της επισημάνσεως των προϋόντων και των υπηρεσιών ως και των αποφάσεων σε εκτέλεση των άρθρων 14 και 15.
3. (...)
7. (...)»
To επόμενο δε άρθρο 103 ορίζει ότι:
«Τιμωρούνται με χρηματική ποινή 500 έως 20 000 F όσοι παραβαίνουν κακοπίστως τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εξαιρουμένων των παραβάσεων που μνημονεύονται στα άρθρα 102, 104 και 105, καθώς και των παραβάσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 97» (3)
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
7 Η Colim, αιτούσα στην κύρια δίκη, εκμεταλλεύεται πολυκατάστημα στο Houthalen-Helchteren, ενώ η Bigg's Continent εκμεταλλεύεται από πρόσφατο χρόνο πολυκατάστημα στο Karingen-Hasselt.
8 Κατ' εντολήν της Colim, δικαστικός επιμελητής επισκέφθηκε το πολυκατάστημα της καθής και διεπίστωσε ότι πολλά από τα πωλούμενα προϋόντα, μεταξύ των οποίων είδη διατροφής, καλλυντικά, απορρυπαντικά, ζωοτροφές δεν έφεραν επισήμανση στα ολλανδικά, γλώσσα της περιοχής, αλλά σε άλλες γλώσσες. Ο ίδιος δικαστικός επιμελητής διεπίστωσε επίσης ότι στο κατάστημα υπήρχαν επτά «στήλες πληροφόρησης», δηλαδή μηχανήματα τα οποία αναγνωρίζουν ένα είδος, μέσω ενός κωδικού αριθμού που υπάρχει στην συσκευασία του, και εμφανίζουν σε μια οθόνη ορισμένες πληροφορίες σχετικά με το προϋόν, όπως, συνοπτική μετάφραση της ονομασίας πωλήσεως και την τιμή.
9 Κατόπιν τούτων, η Colim κατέθεσε στις 27 Σεπτεμβρίου 1996 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, με την οποία υποστήριζε ότι η πώληση 48 εν συνόλω προϋόντων υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες παραβιάζει, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 13 και 30 του νόμου της 14ης Ιουλίου 1991 και ζήτησε να διαταχθεί η παύση της πωλήσεως των ενλόγω προϋόντων με απειλή χρηματικής ποινής.
10 Εξάλλου, κατ' εντολήν της καθής, δικαστικός επιμελητής διεπίστωσε ότι και στο κατάστημα της αιτούσης επωλούντο διάφορα προϋόντα που δεν έφεραν επισήμανση στην ολλανδική γλώσσα, κατά παράβαση της βελγικής νομοθεσίας.
11 Κατόπιν τούτου, η καθής υπέβαλε την 18η Οκτωβρίου 1996, ανταίτηση ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου, με αιτήματα ανάλογα προς εκείνα της αιτούσης.
12 Ενώπιον του δικαστηρίου, η καθής ισχυρίσθηκε ότι οι διατάξεις που επικαλείτο η αιτούσα, μεταξύ των οποίων τα άρθρα 13 και 30 του προαναφερθέντος νόμου, ήσαν ανίσχυρες, διότι δεν είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, σύμφωνα με την οδηγία 83/189/ΕΟΚ.
13 Αντιθέτως, κατά την αιτούσα, η γλώσσα μιας επισημάνσεως, οδηγίας χρήσεως κ.λπ. δεν συνιστά «χαρακτηριστικό» ενός προϋόντος, αλλά αποτελεί τρόπο παροχής πληροφοριών ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά αυτού, και, συνεπώς, ή οι βελγικές διατάξεις δεν χρειαζόταν να κοινοποιηθούν στην Επιτροπή, συμφώνως με την οδηγία 83/189.
14 Το παραπέμπον δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτές τις δύο αντίθετες αιτήσεις και επέβαλε στους διαδίκους να παύσουν την πώληση των αντιστοίχων προϋόντων επ' απειλή χρηματικής ποινής. Θεώρησε, όμως, ότι, προκειμένου να κρίνει το συμβατό των άρθρων 13 και 30 του νόμου της 14ης Ιουλίου 1991 προς την οδηγία 83/189, και δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές δεν έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
ΙV - Τα προδικαστικά ερωτήματα
«1) Αποτελεί "τεχνικό κανόνα" κατά την έννοια της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ νομοθετική διάταξη κράτους μέλους, κατά την οποία
- οι ενδείξεις που αποτελούν το αντικείμενο επισημάνσεως και οι οποίες προβλέπονται υποχρεωτικώς δυνάμει εθνικού νόμου,
- οι οδηγίες χρήσεως,
- οι παρεχόμενες εγγυήσεις
πρέπει να αναγράφονται τουλάχιστον στη γλώσσα ή τις γλώσσες της περιφέρειας εντός της οποίας διατίθενται στο εμπόριο τα προϋόντα και η οποία διάταξη συνεπάγεται ότι πρέπει να μεταβάλλονται οι συσκευασίες εισαγομένων προϋόντων;
2) α) Μπορεί κράτος μέλος, όταν υφίσταται ειδική κοινοτική ρύθμιση περί προϋόντων ως προς τις ενδείξεις που πρέπει να εμφαίνονται επί του προϋόντος, να επιβάλλει εντούτοις, όσον αφορά εισαγόμενα προϋόντα, η υποχρέωση αναγραφής άλλων ενδείξεων στη γλώσσα της οικείας περιφέρειας εντός της οποίας πωλούνται τα προϋόντα ή σε εύκολα καταληπτή από τον καταναλωτή γλώσσα;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αα, μπορεί μια τέτοια προϋπόθεση να τίθεται για όλες τις ενδείξεις μιας συσκευασίας ή μόνον ορισμένες και ποιες;
γ) Εάν δεν υφίσταται ειδική κοινοτική ρύθμιση περί προϋόντων, μπορεί κράτος μέλος να επιβάλλει την υποχρέωση ότι όλες οι ορισμένες (και, αν ναι, ποιες) ενδείξεις επί του εισαγόμενου προϋόντος πρέπει εν πάση περιπτώσει να αναγράφονται στη γλώσσα της οικείας περιφέρειας εντός της οποίας πωλούνται τα προϋόντα ή σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τον καταναλωτή;»
V - Η οδηγία 83/189
15 Η οδηγία προβλέπει μια διαδικασία πληροφορήσεως κατά την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να διαβιβάζουν οποιοδήποτε σχέδιο τεχνικού κανόνα στην Επιτροπή.
16 Στο άρθρο 1, παράγραφοι 1, 5, 6 και 7, ορίζονται οι έννοιες «τεχνικές προδιαγραφές», «τεχνικός κανόνας», «σχέδιο τεχνικού κανόνα» και «προϋόν». Οι διατάξεις αυτές έχουν ως εξής:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:
1) "τεχνικές προδιαγραφές", οι προδιαγραφές που περιέχονται σε έγγραφο με το οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϋόντος, όπως η ποιοτική στάθμη, η απόδοση, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, καθώς και οι προδιαγραφές που ισχύουν για το προϋόν όσον αφορά την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, το μαρκάρισμα και το ετικετάρισμα (4) καθώς και οι μέθοδοι και οι διαδικασίες παραγωγής για τα γεωργικά προϋόντα, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 38, παράγραφος 1, της Συνθήκης για τα προϋόντα που προορίζονται για τη διατροφή ανθρώπων ή ζώων καθώς και για τα φάρμακα όπως ορίζονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 87/21/ΕΟΚ·
(...)
5) "τεχνικός κανόνας", οι τεχνικές προδιαγραφές, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών διατάξεων που ισχύουν για αυτές, η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική, de jure ή de facto, για την εμπορία ή χρησιμοποίηση σε κράτος μέλος ή σε μεγάλο τμήμα του κράτους αυτού, με εξαίρεση τις προδιαγραφές που ορίζονται από τις αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης·
6) "σχέδιο τεχνικού κανόνα" το κείμενο τεχνικών προδιαγραφών, συμπεριλαμβανομένων και των διοικητικών διατάξεων, που καταρτίζεται για να καθιερώσει ή να συμβάλει στην τελική καθιέρωση των προδιαγραφών αυτών ως τεχνικών κανόνων, και το οποίο βρίσκεται σε προπαρασκευαστικό στάδιο, κατά το οποίο μπορούν ακόμα να επέλθουν ουσιαστικές τροποποιήσεις·
7) "προϋόν", κάθε προϋόν βιομηχανικής κατασκευής και κάθε γεωργικό προϋόν».
17 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη αμέσως ανακοινώνουν στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα, εκτός αν πρόκειται απλώς για πιστή εισαγωγή διεθνούς ή ευρωπαϋκού προτύπου οπότε αρκεί μια απλή ενημέρωση σχετικά με το ενλόγω πρότυπο. Επίσης απευθύνουν στην Επιτροπή σύντομη ανακοίνωση των λόγων που καθιστούν αναγκαία την κατάρτιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα, εκτός αν οι λόγοι αυτοί εμφαίνονται ήδη στο σχέδιο. Κατά περίπτωση, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν ταυτόχρονα το κείμενο των βασικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων στις οποίες αναφέρται, κατά κύριο και άμεσο τρόπο, το σχέδιο τεχνητού κανόνα, εάν η γνώση αυτού του κειμένου είναι αναγκαία για την εκτίμηση του πεδίου εφαρμογής του σχεδίου τεχνικού κανόνα.
Η Επιτροπή γνωστοποιεί αμέσως το σχέδιο στα λοιπά κράτη μέλη· μπορεί, επίσης, να το υποβάλει προς γνωμοδότηση στην επιτροπή του άρθρου 5 και, ενδεχομένως, στην επιτροπή που είναι αρμόδια στον ενλόγω τομέα.»
18 Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη μπορούν μετά την ανακοίνωση να διατυπώσουν παρατηρήσεις επί του σχεδίου που το οικείο κράτος μέλος, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, θα λάβει υπόψη στο μέτρο του δυνατού, αργότερα, κατά την τελική διατύπωση του τεχνικού κανόνα.
19 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, οι πληροφορίες που παρέχονται δυνάμει του άρθρου 8 είναι εμπιστευτικές. Ωστόσο, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη μπορούν, λαμβάνοντας τις αναγκαίες προφυλάξεις, να ζητούν την αρωγή πραγματογνωμόνων φυσικών ή νομικών προσώπων του ιδιωτικού τομέα (5).
20 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη αναβάλλουν, κατά έξι μήνες από την ημερομηνία της ανακοινώσεως την έγκριση ενός σχεδίου τεχνικού κανόνα, εφόσον η Επιτροπή ή άλλο κράτος μέλος εκφέρουν, πριν από την πάροδο τριών μηνών από την ενλόγω ημερομηνία, λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση του σχεδιαζόμενου μέτρου ώστε να εξαλειφθούν ή να περιοριστούν τα εμπόδια που το μέτρο αυτό θα μπορούσε, ενδεχομένως, να δημιουργήσει στην ελεύθερη διακίνηση των αγαθών. Το οικείο κράτος μέλος πληροφορεί την Επιτροπή για τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει σε αιτιολογημένες γνώμες αυτού του είδους. Η Επιτροπή διατυπώνει συναφώς τις παρατηρήσεις. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, η ενλόγω προθεσμία παρατείνεται από έξι σε δώδεκα μήνες, αν η Επιτροπή πριν από την πάροδο τριών μηνών από την κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, ανακοίνωση γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να προτείνει ή να εκδώσει οδηγία για το θέμα αυτό.
Αντιθέτως, από το άρθρο 9, παράγραφος 1, προκύπτει ότι κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει το ανακοινωθέν σχέδιο, εφόσον η Επιτροπή ή το κράτος μέλος δεν διατυπώσουν πρατηρήσεις πριν παρέλθει η προθεσμία των τριών μηνών.
21 Το άρθρο 10 της οδηγίας ορίζει ότι:
«Τα άρθρα 8 και 9 δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση που τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους όπως αυτές απορρέουν από τις κοινοτικές οδηγίες. Το ίδιο ισχύει για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνή συμφωνία και οι οποίες οδηγούν στη θέσπιση ενιαίων τεχνικών προδιαγραφών μέσα στην Κοινότητα.»
VI - Επί της ουσίας
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
22 Καταρχάς, όλα τα μέλη συμφωνούν, ορθώς κατά τη γνώμη μου, ότι, εφόσον οι επίμαχες βελγικές διατάξεις είναι προγενέστερες της οδηγίας 94/10/ΕΟΚ (6), με την οποία τροποποιήθηκε ουσιωδώς η οδηγία 83/189/ΕΟΚ, η τελευταία πρέπει να ερμηνευθεί όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με την οδηγία 88/102.
23 Εξάλλου, όπως ορθώς παρατηρεί η Γαλλική Κυβέρνηση, οι οδηγίες χρήσεως και οι παρεχόμενες εγγυήσεις δεν μνημονεύονται μεταξύ των τεχνικών προδιαγραφών του άρθρου 1, παράγραφος 1 της οδηγίας και, επομένως, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται ζήτημα συμβατού του άρθρου 13 του βελγικού νόμου με την οδηγία, καθό μέρος το άρθρο αυτό επιβάλλει γλωσσική υποχρέωση όσον αφορά τα ανωτέρω στοιχεία (7).
Επί του πρώτου ερωτήματος
24 Ενόψει τούτων, το ζήτημα που τίθεται με το πρώτο ερώτημα είναι αν η υποχρέωση, που επιβάλλει το άρθρο 13 του βελγικού νόμου της 14ης Ιουλίου 1991, σύμφωνα με την οποία οι προβλεπόμενες από άλλες διατάξεις υποχρεωτικές ενδείξεις της επισήμανσης, πρέπει να είναι συντεταγμένες τουλάχιστον στην γλώσσα ή τις γλώσσες της περιφέρειας, αποτελεί «τεχνική προδιαγραφή» και αν η διάταξη που την προβλέπει αποτελεί «τεχνικό κανόνα» κατά την έννοια της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ.
25 Επ' αυτού, η Colim, αιτούσα στην κύρια δίκη, και η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η ανωτέρω γλωσσική υποχρέωση δεν αποτελεί τεχνικό κανόνα κατά την οδηγία. Συναφώς, προβάλλουν ιδίως ότι η απαίτηση αυτή δεν αφορά στο ίδιο το προϋόν, ούτε σε χαρακτηριστικά του προϋόντος ή στον τρόπο συλλήψεως, παραγωγής και παρουσιάσεώς του. Εξάλλου, οι όροι σήμανση και επισήμανση, κατά την οδηγία, πρέπει να νοηθούν ότι παραπέμπουν στην εξωτερική όψη ή στο περιεχόμενο της επισημάνσεως και όχι στην γλωσσική μορφή της.
26 Αντιθέτως, η Bigg's, καθής στην κύρια δίκη, θεωρεί ότι η ανωτέρω υποχρέωση αποτελεί τεχνικό κανόνα. Προβάλλει ότι η ορολογία, τα σύμβολα και η επισήμανση συνιστούν το μέσον που επιτρέπει την μετάδοση πληροφοριών σχετικά με τα χαρακτηριστικά του προϋόντος, η δε υποχρεωτική χρησιμοποίηση μιας γλώσσας είναι στενά συνδεδεμένη με την επισήμανση, την συσκευασία και την ορολογία. Εξάλλου, η υποχρέωση αυτή είναι ικανή να εμποδίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, υποχρεώνοντας τους εμπόρους να αλλάξουν συσκευασία ή να προσθέσουν νέα ετικέττα στα εισαγόμενα προϋόντα και, ως εκ τούτου, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοστικό περιορισμό, απαγορευόμενο από τη Συνθήκη.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι, καταρχήν, οι όροι «απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϋόντος», που απαντούν στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, περιλαμβάνουν προδιαγραφές σχετικά με την παροχή πληροφοριών στις ετικέττες, κατά τρόπον ώστε προδιαγραφή σχετική με την γλώσσα στην οποία η πληροφορία αυτή πρέπει να παρέχεται είναι επίσης απαιτούμενο χαρακτηριστικό του προϋόντος. Ωστόσο, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι, στο μέτρο που οι επίμαχες εθνικές διατάξεις περιορίζονται να αναπαραγάγουν ήδη υφιστάμενα μέτρα, χρησιμοποιώντας την ίδια ορολογία με προγενέστερες της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ εθνικές διατάξεις, δεν συνιστούν «σχέδιο τεχνικού κανόνα» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 6, της οδηγίας.
27 Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι και οι δύο εκδοχές είναι υποστηρίξιμες.
i. Κατά μια πρώτη προσέγγιση, η επίδικη υποχρέωση συνιστά τεχνική προδιαγραφή, «αναφερόμενη στην ορολογία, τα σύμβολα, τη σήμανση και την επισήμανση» του προϋόντος. Πράγματι, μια παρόμοια υποχρέωση συνιστά κανόνα σχετικό με τις προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται το ίδιο το προϋόν, και ενδέχεται να καταστήσει αναγκαία την προσαρμογή του στην αντίστοιχη αγορά. Κατά την Επιτροπή, αν το Δικαστήριο υιοθετούσε αυτή την ερμηνεία, θα ήταν σκόπιμος ένας περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως κατά χρόνον, ενόψει των συνεπειών για τα κράτη μέλη που έχουν θεσπίσει ανάλογες διατάξεις χωρίς να τις κοινοποιήσουν στην Επιτροπή.
ii. Κατά τη δεύτερη προσέγγιση, προς την οποία φαίνεται να κλίνει η Επιτροπή, η γλώσσα που χρησιμοποιείται για να μεταδώσει πληροφορίες σχετικά με το προϋόν δεν ταυτίζεται με τις πληροφορίες αυτές. Μια εθνική διάταξη που προβλέπει ότι οι ενδείξεις στην επισήμανση πρέπει να εκφράζονται σε ευχερώς κατανοητή ή σε συγκεκριμένη γλώσσα, επιβάλλει ουσιαστικά την τήρηση μιας απαιτήσεως που είναι εγγενής σε κάθε γλωσσικό μήνυμα, δηλαδή να είναι αυτό προσιτό στον αναγνώστη (δέκτη).
28 Κατά την γνώμη μου, η διάσταση αυτή απόψεων των μερών, καθώς και η αβεβαιότητα της ίδιας της Επιτροπής όσον αφορά την φύση της επίμαχης υποχρεώσεως, οφείλονται κατά κύριο λόγο στην ασάφεια των όρων του άρθρου 1 της οδηγίας. Η ασάφεια αυτή επιτείνεται απο το μέγα εύρος του πεδίου εφαρμογής της τελευταίας, το οποίο διαρκώς επεκτείνεται με τις διαδοχικές τροποποιήσεις της, και ιδίως την τελευταία. Και τούτο, παρά την φαινομενική προσπάθεια να προσδιορισθεί επακριβώς το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας μέσω ορισμών στο αυτό άρθρο 1. Τα μειονεκτήματα αυτά, τα οποία απάδουν προς κανόνες δικαίου και δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου, γίνονται πιο έντονα μετά την δρακόντεια ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1996, CIA Security (8) και της 20ής Μαρτίου 1997, Bic Benelux (9), όσον αφορά την συνέπεια της μη κοινοποιήσεως τεχνικών σχεδίων από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή, δηλαδή το ανεφάρμοστο των μη κοινοποιηθέντων σχεδίων έναντι των ιδιωτών, που δύναται να παραλύσει την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας των κρατών μελών.
29 Ενόψει τούτων, δεν προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη διαμορφώσει μείζονα σκέψη όσον αφορά την έννοια των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 1 της οδηγίας, περιοριζόμενο σε υπαγωγή διαφόρων περιπτώσεων στο γράμμα των ενλόγω διατάξεων.
30 Έτσι το Δικαστήριο έκρινε ότι συνιστούν τεχνικούς κανόνες, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες διατάξεις:
- η γερμανική ρύθμιση η οποία επεξέτεινε στα αποστειρωμένα ιατρικά εργαλεία τις υποχρεώσεις που επιβάλλονταν για τα φάρμακα όσον αφορά την αναγραφή υποχρεωτικής ενδείξεως της επισημάνσεως (ημερομηνία λήξεως) (10)·
- η ολλανδική διάταξη η οποία καθόριζε τις προϋποθέσεις παρασκευής και εμπορίας νέων ειδών μαργαρίνης και υποκαταστάτων προϋόντων, οι οποίες ήταν διαφορετικές εκείνων που ετάσσοντο για την συνήθη μαργαρίνη (11)·
- η ρύθμιση η οποία εισήγε απαιτήσεις αποδείξεως όσον αφορά την ποιότητα και την ορθή λειτουργία των συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού, από τις οποίες εξηρτάτο η χορήγηση αδείας για τα συστήματα και τις εγκαταστάσεις αυτές και η διάθεσή τους στο εμπόριο εντός του Βελγίου (12)·
- οι ιταλικές διατάξεις οι οποίες αφορούσαν, αντιστοίχως, την ποιότητα των υδάτων όπου απαντούν ελασματοβράγχια μαλάκια, την παραγωγή και την εμπορία μαλακίων και ορισμένες απαιτήσεις ασφαλείας σχετικές με φαρμακευτικά ιδιοκατασκευάσματα προερχόμενα από όργανα και ιστούς βοοειδών (13)·
- η βελγική διάταξη με την οποία επιβάλλεται υποχρέωση σημάνσεως ορισμένων προϋόντων, δηλαδή η επικόλληση ειδικού σήματος αποδεικνύοντος την καταβολή φόρου οικολογίας (14).
31 Αντιθέτως, δεν αποτελούν τεχνικό κανόνα κατά τη νομολογία
- η εξουσιοδοτική διάταξη, βάσει της οποίας εκδόθηκε η διάταξη που θεσπίζει τεχνικό κανόνα (15)·
- η βελγική διάταξη η οποία καθόρισε τις προϋποθέσεις λειτουργίας των επιχειρήσεων ασφαλείας, με τη σκέψη ότι η διάταξη αυτή δεν αφορούσε τα χαρακτηριστικά των προϋόντων (16).
32 Κατά την γνώμη μου, η υποχρέωση που επιβάλλεται με την επίμαχη εθνική διάταξη είναι μία γενικής εφαρμογής υποχρέωση που επιβάλλεται αδιακρίτως σε όλες τις περιπτώσεις πωλήσεως προϋόντων και υπηρεσιών, δεν αναφέρεται σε χαρακτηριστικά προϋόντων ή στις προδιαγραφές που ισχύουν για τα προϋόντα και, επομένως δεν αποτελεί τεχνική προδιαγραφή κατά την έννοια της οδηγίας.
33 Θα αρχίσω με ολίγα τινά σχετικά με τον σκοπό της οδηγίας. Έχει κριθεί ότι «ο στόχος της οδηγίας (...) συνίσταται στην προστασία, με προληπτικό έλεγχο, της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Κοινότητας. Ο έλεγχος αυτός επιβάλλεται στο μέτρο που τεχνικοί κανόνες που εμπίπτουν στην οδηγία μπορούν να εμποδίσουν, άμεσα ή έμμεσα, το ενδοκοινοτικό εμπόριο» (17).
34 Έχω την γνώμη ότι ο στόχος αυτός συνιστά έμμεσο και απώτερο στόχο της οδηγίας (18). Ο ειδικός και άμεσος στόχος συνάγεται από τον τίτλο, την οικονομία και το προοίμιο της οδηγίας, ειδικότερα δε από το άρθρο 213 της Συνθήκης που αποτελεί την νομική της βάση μαζί με το άρθρο 100 (βλ. 1ο υπόψη της οδηγίας), μνημονεύεται δε πάλι, εκτενώς, στην 10η αιτιολογική σκέψη. Ο στόχος αυτός είναι, κατ' εμέ, η θέσπιση μιας διαδικασίας ενημερώσεως της Επιτροπής και των λοιπών κρατών μελών (βλ. 3η, 4η και 5η αιτιολογική σκέψη) επί ορισμένων τεχνικών κανόνων, αφορώντων σε ορισμένα προϋόντα, που προτίθεται να θεσπίσει ένα κράτος μέλος. Τούτο δε προκειμένου, ενόψει των εμποδίων στις συναλλαγές που συνεπάγεται η θέσπιση μη αναγκαίων τεχνικών κανόνων, αφενός μεν να αποφευχθεί η θέσπιση ανομοιόμορφων και μη αναγκαίων τεχνικών προδιαγραφών (βλ. 2η αιτιολογική σκέψη) και αφετέρου να δοθεί η δυνατότητα στα κοινοτικά όργανα, και ιδίως στην Επιτροπή, να θεσπίσουν κοινούς κανόνες επί του θέματος (βλ. 6η αιτιολογική σκέψη).
35 Έρχομαι ήδη στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, το οποίο είναι μεν ευρύ, δεν είναι όμως απεριόριστο. Δεδομένου ότι αντικείμενο της οδηγίας είναι οι τεχνικές προδιαγραφές που ισχύουν σε ορισμένα προϋόντα, για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας προέχει να διευκρινισθεί σε ποια προϋόντα εφαρμόζεται η τελευταία.
36 Από την άποψη αυτή, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας πότε διευρύνεται και πότε περιορίζεται κατά τις διαδοχικές τροποποιήσεις της. Έτσι, σύμφωνα με την αρχική διατύπωσή της, η παράγραφος 7 του άρθρου 1, όριζε ότι προϋόντα κατά την έννοια της οδηγίας είναι τα προϋόντα βιομηχανικής κατασκευής, εξαιρουμένων των γεωργικών προϋόντων, των ειδών διατροφής για ανθρώπους και ζώα, των φαρμάκων και των καλλυντικών.
37 Μετά την τροποποίησή της με την οδηγία 88/182, η ανωτέρω διάταξη περιέλαβε πλέον και τα γεωργικά προϋόντα. Τα υπόλοιπα προϋόντα που εξαιρούντο αρχικά, υπήχθησαν πλέον σε ένα ενδιάμεσο καθεστώς, αφού η οδηγία, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 που δίδει τον ορισμό της τεχνικής προδιαγραφής, όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με την οδηγία 88/182, φαίνεται ότι ενδιαφέρεται μόνο για τις μεθόδους και τις διαδικασίες παραγωγής των γεωργικών προϋόντων (19), των ειδών διατροφής και των φαρμάκων (επομένως, όχι των καλλυντικών) (20).
38 Ο προσδιορισμός των προϋόντων στα οποία εφαρμόζεται η οδηγία έχει σημασία για τον καθορισμό της εκτάσεως εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 1, που περιέχει τον ορισμό της εννοίας «τεχνική προδιαγραφή», κατ' επέκταση δε και της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου, που καθορίζει την έννοια του «τεχνικού κανόνα», αφού τεχνικός κανόνας κατά την έννοια της οδηγίας είναι ο περιέχων τεχνικές προδιαγραφές.
39 Παρατηρείται προκαταρκτικώς, ότι οι παράγραφοι 1 και 5 του άρθρου 1 αναφέρονται σε τεχνικής φύσεως ζητήματα, δηλαδή ζητήματα που αναφέρονται στην «τεχνική». Η έννοια αυτή μπορεί να θεωρηθεί, σε γενικές γραμμές, ως σύνολο επιστημονικών και πρακτικών γνώσεων και μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ενός αγαθού και, εν γένει, για την επίτευξη ενός αποτελέσματος.
40 Η παράγραφος 1 ορίζει ως «τεχνικές προδιαγραφές» τα «απαιτούμενα χαρακτηριστικά» ενός προϋόντος, δηλαδή τα τεχνικά χαρακτηριστικά που είναι απαραίτητα για την αναγνώριση, την εξειδίκευση και την αξιολόγηση ενός προϋόντος, παραθέτοντας προς τούτο, στην πρώτη περίοδο, ορισμένα παραδείγματα, όπως η ποιότητα, η απόδοση, η ασφάλεια και οι διαστάσεις (21). Στην δεύτερη περίοδο της ίδιας παραγράφου, ορίζεται ότι συμπεριλαμβάνονται στα ως άνω χαρακτηριστικά και οι προδιαγραφές οι οποίες, αν εξαιρέσει κανείς τις δοκιμές και τις μεθόδους δοκιμών, αφορούν βασικώς τον τρόπο παρουσιάσεως εν γένει του προϋόντος στο εμπόριο.
41 Ενόψει των ανωτέρω, από τον συνδυασμό των παραγράφων 1 και 7 του άρθρου 1, προκύπτει ότι ως τεχνικές προδιαγραφές κατά την οδηγία νοούνται:
α) οι μέθοδοι και διαδικασίες παραγωγής των γεωργικών προϋόντων, των προϋόντων διατροφής ανθρώπων και ζώων και των φαρμάκων, και
β) τα τεχνικά χαρακτηριστικά όλων των προϋόντων βιομηχανικής κατασκευής και των γεωργικών προϋόντων καθώς και οι προδιαγραφές που ισχύουν για τα προϋόντα αυτά όσον αφορά την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και μεθόδους δοκιμής, την συσκευασία, τη σήμανση και την επισήμανση.
42 Ωστόσο, η οδηγία δεν ενδιαφέρεται για όλες τις τεχνικές προδιαγραφές που αφορούν τα ανωτέρω προϋόντα. Έτσι,
α) σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη δεν χρειάζεται να ανακοινώσουν στην Επιτροπή σχέδιο τεχνικού κανόνα το οποίο αποτελεί πιστή εισαγωγή διεθνούς ή ευρωπαϋκού προτύπου. Στην περίπτωση αυτή αρκεί απλή ενημέρωση της Επιτροπής (22)·
β) σύμφωνα με το άρθρο 10, πρώτη περίοδος, δεν ανακοινώνονται στην Επιτροπή τεχνικές προδιαγραφές που θεσπίζονται σε εκτέλεση υποχρεώσεως που απορρέει από κοινοτικές οδηγίες. Τούτο σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, ότι δεν ανακοινώνονται στην Επιτροπή τεχνικές προδιαγραφές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής ειδικών οδηγιών, οι οποίες επιβάλλουν στα κράτη μέλη την λήψη μέτρων εφαρμογής επί «τεχνικών» θεμάτων κατά την έννοια της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ. Τούτο είναι εύλογο, διότι στην περίπτωση αυτή η ανάγκη θεσπίσεως τεχνικών προδιαγραφών προκύπτει από ήδη υπάρχοντες ειδικούς κανόνες του κοινοτικού δικαίου, οι οποίοι είναι δεσμευτικοί για τα κράτη μέλη. Οι κανόνες αυτοί είναι γνωστοί και στα λοιπά κράτη μέλη και στην Επιτροπή, η οποία, επομένως, δεν πρόκειται να εμπνευσθεί κοινοτικά μέτρα στο υπόψη θέμα διότι αυτά υφίστανται ήδη. Εξάλλου, οι οδηγίες περιέχουν κατά κανόνα ρήτρα σύμφωνα με την οποία τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη προς εκτέλεσή τους ανακοινώνονται στην Επιτροπή, οπότε η διπλή κοινοποίηση απλώς θα συνέβαλλε στην αύξηση της γραφειοκρατίας χωρίς να προσθέτει τίποτε ουσιαστικό·
γ) τέλος, σύμφωνα με την δεύτερη περίοδο του άρθρου 10, το ίδιο ισχύει προκειμένου περί τεχνικών προδιαγραφών που θεσπίζονται σε συμμόρφωση προς διεθνή συμφωνία και είναι, ως εκ τούτου, ήδη ενιαίες.
43 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται στην ύπαρξη τεχνικών προδιαγραφών καθεαυτές, αλλά στην θέσπιση ασυντόνιστων, ανομοιόμορφων και μη αναγκαίων τεχνικών προδιαγραφών. Ως εκ τούτου, στόχος του κοινοτικού νομοθέτη είναι, διά της αλληλοενημερώσεως, η ενοποίηση, μέρος της οποίας είναι η τυποποίηση, των τεχνικών προδιαγραφών κατά προϋόν ή κατά κατηγορίες προϋόντων, ώστε να υπάρχουν ομοιόμορφοι κανόνες εντός της Κοινότητας (23).
44 Με βάση αυτά, ας εξετάσουμε ήδη αν μία ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 13 του βελγικού νόμου, διότι περί αυτής κυρίως πρόκειται εδώ (24), περιέχει τεχνική προδιαγραφή και αν αποτελεί, για το λόγο αυτόν, τεχνικό κανόνα.
45 Καταρχάς, είναι νομίζω φανερό ότι η αναγραφή των υποχρεωτικών ενδείξεων μιας επισημάνσεως σε συγκεκριμένη γλώσσα, ενδεχομένως δε σε συγκεκριμένη διάλεκτο ή σε συγκεκριμένο γλωσσικό τύπο μιας και της αυτής γλώσσας (25), δεν αποτελεί «χαρακτηριστικό» του προϋόντος. Πράγματι, όσο ευρέως και αν ερμηνευθεί ο όρος αυτός της παραγράφου 1, του άρθρου 1, της οδηγίας, πάλι θα αναφέρεται σε ιδιότητες ή ποιότητες που είναι σύμφυτες με το προϋόν περί του οποίου εκάστοτε πρόκειται. Η γλώσσα, ή ο γλωσσικός τύπος που χρησιμοποιείται για να εκφρασθούν και να μεταφερθούν πληροφορίες σχετικά με τις ποιότητες και τις ιδιότητες αυτές στον αγοραστή, αποτελεί γενικό σύστημα μεταδόσεως πάσης φύσεως πληροφοριών, μεταξύ των οποίων απλώς και οι ενλόγω πληροφορίες. Επομένως, η γλώσσα είναι αναγκαίως aliud και δεν ταυτίζεται με τις μεταφερόμενες πληροφορίες.
46 Μένει να εξετασθεί αν η αναγραφή των προαναφερθεισών ενδείξεων σε συγκεκριμένη γλώσσα αποτελεί προδιαγραφή που ισχύει για το προϋόν, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος.
47 Παρατηρείται καταρχάς ότι οι δύο περίοδοι συνδέονται στενά μεταξύ τους, και δη με σχέση περικλείσεως της δεύτερης στην πρώτη (26). Από αυτό συνάγεται, κατά την γνώμη μου, ότι και οι προδιαγραφές της δεύτερης περιόδου αποτελούν κατ' ουσίαν τεχνικά χαρακτηριστικά του προϋόντος ή των προϋόντων περί των οποίων εκάστοτε πρόκειται, δηλαδή τεχνικά μέσα με τα οποία αναγνωρίζονται, εξειδικεύονται και αξιολογούνται τα προϋόντα αυτά.
48 Ενόψει τούτου, η γλώσσα στην οποία εκφράζεται ένας όρος που αφορά στο προϋόν ή στην οποία συντάσσεται μία ετικέττα, δεν αποτελεί, κατά την γνώμη μου, «προδιαγραφή που ισχύει για το προϋόν» για τους ίδιους κατά βάση λόγους που δεν αποτελεί «χαρακτηριστικό» του προϋόντος.
Έτσι, η «ορολογία» στην οποία αναφέρεται η οδηγία είναι η επιλογή ενός επιστημονικού όρου, μεταξύ περισσοτέρων προσφερομένων, που θα χαρακτηρίσει το προϋόν ή μία ιδιότητά του. Ο όρος αυτός θα πρέπει να είναι ο ίδιος στα διάφορα κράτη μέλη, δηλαδή σε κάθε κράτος μέλος πρέπει να ευρεθεί ο αντίστοιχος όρος. Ο όρος αυτός, και όχι η γλωσσική μορφή του, αποτελεί την προδιαγραφή, δηλαδή τον κανόνα, που ισχύει για το προϋόν (27), για την ενοποίηση δε των όρων αυτών ενδιαφέρεται η οδηγία (28). Άλλωστε, ενοποίηση αυτοτελώς της γλωσσικής μορφής των προδιαγραφών στην Κοινότητα, πολυγλωσσική οντότητα στην οποία ισχύουν ταυτόχρονα 11 επίσημες γλώσσες ισότιμες μεταξύ τους, αποκλείεται, διότι ακριβώς δεν υπάρχει μία ή ενιαία κοινοτική γλώσσα.
49 Το ίδιο ισχύει για τη συσκευασία, την σήμανση και την επισήμανση των προϋόντων. νΟπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή στην προαναφερθείσα δεύτερη εκδοχή (29), ως «προδιαγραφές» που ισχύουν για το προϋόν όσον αφορά τα στοιχεία αυτά, πρέπει να νοηθούν οι μνείες, οι ενδείξεις και τα λοιπά στοιχεία που πρέπει, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, να τίθενται υποχρεωτικώς επί της συσκευασίας, της ετικέττας κ.λπ., δηλαδή το υποχρεωτικό περιεχόμενο αυτών, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων που αφορούν στο σώμα της συσκευασίας ή της ετικέττας, όπως οι διαστάσεις, το χρώμα κ.λπ., και όχι η γλωσσική μορφή τους. Πράγματι, η τελευταία αποτελεί το μέσον διά του οποίου εκφράζονται και δηλοποιούνται τα τεχνικά χαρακτηριστικά του προϋόντος στον δέκτη του σχετικού μηνύματος, δεν ταυτίζεται όμως με τα ίδια αυτά τα τεχνικά χαρακτηριστικά. Με άλλα λόγια, η μεν υποχρέωση περιλήψεως στην συσκευασία ή την ετικέττα συγκεκριμένων ενδείξεων αποτελεί τεχνικό κανόνα που αναφέρεται στο προϋόν και το χαρακτηρίζει, ενώ η υποχρέωση εκφράσεως των ενδείξεων αυτών σε συγκεκριμένη γλώσσα δεν αναφέρεται ούτε χαρακτηρίζει το ενλόγω προϋόν, ούτε, άλλωστε, οποιοδήποτε συγκεκριμένο προϋόν. Επομένως η υποχρέωση αυτή συνιστά μεν κανόνα, αλλά κανόνα μετα-τεχνικό, δηλαδή κανόνα που αναφέρεται στον τεχνικό κανόνα και όχι στο προϋόν.
50 Στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 13 του βελγικού νόμου, όσον αφορά το ζήτημα ποιες ενδείξεις είναι υποχρεωτικές, παραπέμπει είτε σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, είτε σε κανονιστικές αποφάσεις που υφίστανται ήδη ή θα εκδοθούν στο μέλλον κατ' εφαρμογήν του. Με το περιεχόμενο αυτό, φρονώ ότι δεν περιέχει τεχνική προδιαγραφή που να αναφέρεται σε συγκεκριμένο προϋόν ή κατηγορία προϋόντων, και επομένως δεν αποτελεί τεχνικό κανόνα κατά την έννοια της οδηγίας. Εξάλλου, το γεγονός ότι η επιβολή της ενλόγω υποχρεώσεως συνεπάγεται, ενδεχομένως, αντικατάσταση της συσκευασίας ενός εισαγόμενου προϋόντος δεν αρκεί, καθεαυτό, να ανατρέψει την ανωτέρω ερμηνεία. Πράγματι, ανεξαρτήτως του ότι η νέα βελγική διάταξη δεν προσθέτει κατ' ουσίαν τίποτε σε παλαιότερες διατάξεις που επιβάλλουν την ίδια υποχρέωση, καθώς και του ότι πληθώρα κοινοτικών οδηγιών περιέχουν ειδικές διατάξεις περί επισημάνσεως στην εθνική ή την επίσημη γλώσσα του κράτους διαθέσεως του εμπορεύματος (30), πάντως, η ανωτέρω υποχρέωση αντικαταστάσεως της συσκευασίας ή της ετικέττας (ή, προσθέτω, το ηπιότερο μέτρο της επικολλήσεως αυτοκόλλητης ετικέττας με την μετάφραση των υποχρεωτικών ενδείξεων στην γλώσσα του κράτους διαθέσεως) αποτελεί παρεπόμενη απλώς υποχρέωση μιας βασικής υποχρεώσεως η οποία δεν αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, καθεαυτήν τεχνικό κανόνα, και επομένως δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
51 Με τα δύο πρώτα σκέλη του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν, σε περίπτωση που υφίσταται ειδική κοινοτική ρύθμιση για ορισμένο προϋόν, τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτήσουν επιπλέον ενδείξεις από αυτές που επιβάλλει η κοινοτική ρύθμιση και αν μπορούν να απαιτήσουν την αναγραφή των ενδείξεων αυτών σε συγκεκριμένη γλώσσα.
52 Θεωρώ ότι το προδικαστικό ερώτημα, τίθεται με πολύ αόριστους και υποθετικούς όρους, δεδομένου ότι ούτε την ερμηνεία συγκεκριμένης διατάξεως ζητεί, παρά το ότι προϋποθέτει την ύπαρξη ειδικής, και επομένως συγκεκριμένης, κοινοτικής ρυθμίσεως, ούτε αφήνει να διαφανεί σε ποια πραγματική κατάσταση αναφέρεται. Με τους όρους αυτούς αμφιβάλλω αν μπορεί να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
53 Πράγματι, στον τομέα της διαθέσεως καταναλωτικών προϋόντων στο εμπόριο, η κοινοτική νομοθεσία, αν εξαιρέσει κανείς ορισμένες γενικής εφαρμογής οδηγίες (31), είναι αποσπασματική και ρυθμίζει το ζήτημα κατά προϋόν ή κατηγορίες προϋόντων, όπως είδη διατροφής ανθρώπων, ζώων, καλλυντικά, απορρυπαντικά κ.λπ. Οι ειδικές αυτές οδηγίες δεν επιδιώκουν τον ίδιο πάντα βαθμό προσεγγίσεως των εθνικών νομοθεσιών. Κατά κανόνα απαιτούν ένα κλειστό αριθμό υποχρεωτικών ενδείξεων στην επισήμανση, οπότε τα κράτη μέλη δεν έχουν την δυνατότητα να απαιτήσουν επιπλέον ενδείξεις (32). Δεν αποκλείεται όμως να αφήνουν ορισμένα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στα κράτη μέλη (33). Ως εκ τούτου, το ζήτημα αν τα τελευταία δύνανται να απαιτήσουν περισσότερες ενδείξεις από αυτές που προβλέπει η οδηγία πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση, ανάλογα με τις ειδικές προβλέψεις και τον σκοπό της οδηγίας που ρυθμίζει την εμπορία του προϋόντος περί του οποίου εκάστοτε πρόκειται (34).
54 Το ίδιο συμβαίνει με το ζήτημα της γλώσσας στην οποία επιτρέπεται, επιβάλλεται, ή απαγορεύεται να εκφράζονται οι κατά την οδηγία υποχρεωτικές ενδείξεις ή οι τυχόν επιπλέον μνείες τις οποίες θεμιτώς μπορούν να απαιτήσουν τα κράτη μέλη. Είδαμε ήδη ότι οι κοινοτικές ρυθμίσεις στο θέμα αυτό δεν παρουσιάζουν συνοχή και συνέπεια (35), οι δε σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στις ειδικές οδηγίες για την εμπορία συγκεκριμένου προϋόντος ή κατηγορίας προϋόντων. Δεδομένου, πάντως, ότι το ζήτημα της γλώσσας των επιπλέον ενδείξεων είναι παρεπόμενο εν σχέσει προς το ζήτημα του επιτρεπτού των τελευταίων, έπεται ότι αν μια οδηγία απαγορεύει στα κράτη μέλη να απαιτήσουν επιπλέον ενδείξεις, απαγορεύει επίσης να απαιτήσουν ώστε αυτές να εκφράζονται σε συγκεκριμένη γλώσσα. Αντιθέτως, αν επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλουν επιπλέον ενδείξεις, δεν μπορεί να συναχθεί γενικός κανόνας. Η γλώσσα των ενδείξεων αυτών μπορεί να είναι, καθ' ερμηνείαν της οδηγίας, είτε η γλώσσα στην οποία πρέπει να εκφράζονται οι κατά την οδηγία υποχρεωτικές ενδείξεις, ή η γλώσσα την οποία θα επιλέξει το κράτος μέλος, μέσα στα πλαίσια πάντα του κοινοτικού δικαίου (36).
Ενόψει, πάντως, της προεκτεθείσης αοριστίας και γενικότητας του δευτέρου ερωτήματος, προτείνω να μη δοθεί απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα (37).
Επί του τρίτου ερωτήματος
55 Με το τρίτο ερώτημα, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν, εν ανυπαρξία κοινοτικής ρυθμίσεως, ένα κράτος μέλος μπορεί να απαιτήσει την αναγραφή ορισμένων ενδείξεων επί του πωλουμένου προϋόντος και την σύνταξη των ενδείξεων αυτών σε συγκεκριμένη γλώσσα (π.χ. την γλώσσα της περιοχής όπου διατίθεται το προϋόν).
56 νΟπως προκύπτει από την νομολογία που ήδη αναφέρθηκε (38), όταν δεν υπάρχει κοινοτική ρύθμιση, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να θεσπίσουν κανόνες σχετικά με την εμπορία των προϋόντων, τηρώντας τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου και ιδίως τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης. Έτσι μπορούν να επιβάλλουν περιορισμούς στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, μεταξύ των οποίων, καταρχήν, και η απαίτηση αναγραφής ορισμένων ενδείξεων επί του προϋόντος, εφόσον οι περιορισμοί αυτοί είναι αναγκαίοι για την εξυπηρέτηση σκοπών γενικότερου συμφέροντος, όπως η προστασία της υγείας, των καταναλωτών κ.λπ., και είναι ανάλογοι προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (39). Ποιες ενδείξεις επιτρέπονται και ποιες όχι, όμως, δεν μπορεί να απαντηθεί εκ των προτέρων, διότι η απάντηση εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε υποθέσεως.
57 Ανάλογα ισχύουν για την επιβολή υποχρεώσεως αναγραφής μιας ή περισσοτέρων ενδείξεων σε συγκεκριμένη γλώσσα, η οποία αποτελεί δυνάμει «εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, στο μέτρο που τα προϋόντα τα οποία προέρχονται από άλλα κράτη μέλη πρέπει να φέρουν διαφορετικές ετικέττες, πράγμα που συνεπάγεται πρόσθετα έξοδα όσον αφορά τη συσκευασία και την εμφάνισή τους» (40).
58 Το ποιά γλώσσα είναι η ενδεδειγμένη προσδιορίζεται από την στάθμιση, αφενός μεν της ανάγκης ενημερώσεως των καταναλωτών σχετικά με τα χαρακτηριστικά του προϋόντος και αποφυγής συγχύσεων, αφετέρου δε της ανάγκης απρόσκοπτης διακινήσεως των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών. Στα πλαίσια αυτά, έχει κριθεί ότι η απαίτηση αναγραφής ορισμένων ενδείξεων στην γλώσσα ή τις γλώσσες του κράτους όπου διατίθεται το προϋόν αποτελεί το ενδεδειγμένο μέτρο προστασίας του καταναλωτή, ότι ένα παρόμοιο μέτρο δεν είναι δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, θεσπίζοντας παρόμοιο μέτρο δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχερείας (41).
59 Εξέθεσα ήδη την άποψή μου ότι, επί μεν μονογλωσσικών κρατών, είναι καταρχήν θεμιτή, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, η απαίτηση κράτους μέλους να αναγράφονται οι υποχρεωτικές ενδείξεις ενός προϋόντος στην εθνική ή στην επίσημη γλώσσα του κράτους αυτού (42). Επίσης ότι, επί κρατών που έχουν περισσότερες από μία επίσημες γλώσσες, αρκεί η αναγραφή των ενδείξεων σε μία οποιαδήποτε από τις γλώσσες αυτές, κατ' επιλογήν του ενδιαφερομένου επιχειρηματία (43). Και τούτο διότι οι γλώσσες αυτές, ως ισότιμες, τεκμαίρεται ότι είναι επαρκώς γνωστές στο αγοραστικό κοινό του υπόψη κράτους, ο δε επιχειρηματίας ο οποίος συντάσσει τις υποχρεωτικές ενδείξεις σε μία από τις γλώσσες αυτές θα πρέπει να θεωρηθεί ότι απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του έναντι του κράτους αυτού.
60 Ενόψει τούτου, η υποχρέωση αναγραφής των υποχρεωτικών ενδείξεων «στην γλώσσα της περιοχής» όπου κυκλοφορεί το προϋόν, αποτελεί μέτρο επαχθές και δυσανάλογο εν σχέσει με τον σκοπό που επιδιώκει, δηλαδή κατά κανόνα την προστασία του καταναλωτή, διότι υποχρεώνει τον ενδιαφερόμενο, είτε να λαμβάνει κάθε φορά υπόψη σε ποια περιοχή πρόκειται να κυκλοφορήσει το προϋόν του ώστε να χρησιμοποιήσει την αντίστοιχη γλώσσα, είτε να χρησιμοποιήσει όλες τις επίσημες ή τις τοπικές γλώσσες για να μη αποκλεισθεί από κάποια περιοχή.
61 Η άποψη αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με την προαναφερθείσα απόφαση Meyhui. Κατά την άποψή μου, από την απόφαση αυτή δεν προκύπτει ότι, σε περίπτωση πολυγλωσσικών κρατών, όπως εν προκειμένω, οι ενδείξεις των προϋόντων πρέπει να αναγράφονται σε όλες τις γλώσσες. Στην υπόθεση εκείνη το ζητούμενο δεν ήταν, όπως στην παρούσα, ποια είναι η ακραία γλωσσική απαίτηση που μπορεί να προβάλει ένα κράτος μέλος σύμφωνα με τη Συνθήκη, αλλά αν ένα κοινοτικό μέτρο που παρέχει, ομολογουμένως, αρκετά περιθώρια ευελιξίας στα κράτη μέλη, αφού τους δίνει την δυνατότητα να απαιτήσουν την αναγραφή των ενδείξεων σε περισσότερες γλώσσες, παραβιάζει τα ακραία όρια διακριτικής ευχερείας που έχει συναφώς το κοινοτικό όργανο.
Excursus
62 Σε περίπτωση που η επίμαχη βελγική ρύθμιση ήθελε θεωρηθεί ότι αποτελεί τεχνικό κανόνα, επιθυμώ να διατυπώσω με άκρα συντομία ορισμένες σκέψεις επί των αποτελεσμάτων της μη κοινοποιήσεως εθνικών τεχνικών κανόνων στην Επιτροπή έναντι των τρίτων, επιφυλασσόμενος να αναπτύξω εκτενέστερα τις απόψεις μου σε καταλληλότερη ευκαιρία.
63 Το θέμα ανακίνησε η Επιτροπή με την ανακοίνωση 86/C 45/05 (EE C 245 της 1ης Οκτωβρίου 1986, σ. 4), στην οποία, μετά από ορισμένες αυστηρές παρατηρήσεις του τύπου «η πείρα έχει αποδείξει ότι η ιδιότητα ενός κράτους ως μέλους της Κοινότητας δεν αντανακλάται πάντοτε επαρκώς στη δράση και τη συμπεριφορά της διοίκησής του», και αφού υπενθύμιζε την υποχρέωση κοινοποιήσεως και αναστολής κατά τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας και διαπίστωνε ότι η αθέτηση εκ μέρους των κρατών μελών της ανωτέρω υποχρεώσεως «θα δημιουργούσε σοβαρά χάσματα στην εσωτερική αγορά και ενδεχομένως ζημιογόνα αποτελέσματα στο εμπόριο», η Επιτροπή κατέληγε ότι θεωρεί πως, όταν κράτος μέλος κυρώνει τεχνική προδιαγραφή που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας χωρίς να κοινοποιεί το προσχέδιό της στην ίδια, το κατ' αυτόν τον τρόπο θεσπιζόμενο κείμενο «δεν είναι εκτελεστό έναντι τρίτων» στο πλαίσιο της έννομης τάξης του ενλόγω κράτους μέλους και ότι αναμένει ότι τα εθνικά δικαστήρια θα αρνούνται την εφαρμογή τους.
64 Το θέμα επανήλθε στα πλαίσια προσφυγών βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, τις οποίες είχε ασκήσει η Επιτροπή κατά κρατών μελών που δεν είχαν προβεί σε κοινοποίηση τεχνικών κανόνων. Κατά την διοικητική προδικασία η Επιτροπή, εκτός του ότι είχε προσάψει στα κράτη μέλη την παράλειψη αυτή, είχε επιπλέον διατυπώσει και την ανωτέρω θέση περί μη αντιταξίμου. Ωστόσο, δεν ενέμεινε επί του σημείου αυτού ενώπιον του Δικαστηρίου, οι γενικοί δε εισαγγελείς δεν έλαβαν θέση επί του ζητήματος (44).
65 Ακολούθως η Επιτροπή, με την δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της προτάσεως οδηγίας (EE C 340 της 23ης Δεκεμβρίου 1992, σ. 7), που κατέληξε στην έκδοση της οδηγίας 94/10, επεχείρησε να τεθεί ειδική σκέψη με το ανωτέρω περιεχόμενο στο προοίμιο της οδηγίας που επρόκειτο να εκδοθεί, πλην η θέση αυτή δεν έγινε δεκτή από το Συμβούλιο.
66 Τέλος, ως γνωστόν, με τις προμνημονευθείσες αποφάσεις CIA Security και Bic Benelux το Δικαστήριο, υιοθετώντας πλήρως την άποψη της Επιτροπής, έκρινε ότι οι μη κοινοποιηθέντες εθνικοί τεχνικοί κανόνες είναι μη αντιτάξιμοι έναντι των ιδιωτών, οι οποίοι μπορούν να επικαλούνται το μη αντιτάξιμο αυτό ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
67 Έτσι φθάσαμε στο σημείο να εκκρεμεί πληθώρα προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο σχετικά με την οδηγία, να έχει προκληθεί σάλος στα κράτη μέλη (45) από τη συνειδητοποίηση ότι πλήθος κανονιστικών ρυθμίσεων κινδυνεύουν να θεωρηθούν ανίσχυρες, να καταβάλλεται ήδη προσπάθεια να περιορισθεί η έκταση των νομικών συνεπειών της μη κοινοποιήσεως (46) και να παραρατηρείται το φαινόμενο η ίδια η Επιτροπή, θορυβημένη προφανώς από την έκταση που μπορεί να λάβει η απροσδιόριστη έννοια του «τεχνικού κανόνα», να ζητεί επικουρικώς, στην παρούσα υπόθεση, τον περιορισμό κατά χρόνο των αποτελεσμάτων μιας αποφάσεως του Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. ανωτέρω, σημείο 27).
68 Κατά την γνώμη μου, θα ήταν ευκταίο το Δικαστήριο να επανεξετάσει το ζήτημα του μη αντιταξίμου, διότι η συνέπεια αυτή δεν φαίνεται να συνάγεται ούτε από την οδηγία, ούτε από τα άρθρα της Συνθήκης που αυτή επικαλείται.
69 Καταρχάς, το άρθρο 213 που αποτελεί την βάση και το όριο των εξουσιών που το Συμβούλιο αναθέτει στην Επιτροπή, κάνει λόγο απλώς για «συλλογή κάθε πληροφορίας» και δυνατότητα της Επιτροπής να προβαίνει στους «αναγκαίους ελέγχους». Τούτο σημαίνει ότι η Επιτροπή δύναται μόνο να αξιώσει να πληροφορείται για μέτρα τα οποία τα κράτη μέλη έλαβαν ή πρόκειται να λάβουν και να προβαίνει στους ελέγχους που είναι, κατά ρητή εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, οι απολύτως «αναγκαίοι». Κατά τα λοιπά, οι εξουσίες της Επιτροπής ασκούνται «εντός των ορίων και υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει το Συμβούλιο κατά τις διατάξεις της παρούσας Συνθήκης» (47).
70 Στην οδηγία ορίζεται μεν η διαδικασία πληροφορήσεως της Επιτροπής και των λοιπών κρατών μελών, δεν αναφέρεται, όμως, το παραμικρό για τις συνέπειες που δύναται να έχει η μη κοινοποίηση τεχνικών κανόνων που (υποτίθεται ότι) εμπίπτουν στην οδηγία. Συνάγεται επομένως ότι οι μόνες συνέπειες της μη κοινοποιήσεως είναι οι γενικές συνέπειες που προβλέπει η Συνθήκη σε περιπτώσεις παραβάσεων των υποχρεώσεών τους εκ μέρους των κρατών μελών, δηλαδή η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, της μεν Επιτροπής κατά το άρθρο 169, των δε κρατών μελών κατά το άρθρο 170 της Συνθήκης.
ςΟπου ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε κάτι άλλο, εξεφράσθη ρητώς, όπως στο άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, που προβλέπει ενημέρωση της Επιτροπής επί των εθνικών σχεδίων κρατικών ενισχύσεων και ορίζει ότι «Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση». Διατάξεις όπως η τελευταία, ενόψει της ειδικότητάς τους, δεν είναι δεκτικές αναλογικής εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, όπως προτάθηκε κατά το παρελθόν (48).
71 Επιπλέον, το μη αντιτάξιμο των εθνικών κανόνων, πλην του ότι δεν προβλέπεται ρητώς, είναι μέτρο καταφανώς δυσανάλογο για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει η οδηγία (49). οΟπως τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να επικαλούνται γενικότητες για την δικαιολόγηση μέτρων αποκλινόντων του κοινοτικού δικαίου, έτσι και τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να επικαλούνται γενικώς και αορίστως τις αρχές της Συνθήκης για την δικαιολόγηση οποιουδήποτε μέτρου, αλλά πρέπει να αποδεικνύουν το πρόσφορο και το ανάλογο των μέτρων αυτών (50).
Σε όλες τις μέχρι τώρα υποθέσεις περί την οδηγία 83/189/ΕΟΚ ενώπιον του Δικαστηρίου, επρόκειτο για «τεχνικούς κανόνες», δηλαδή για εθνικά κανονιστικά μέτρα, το κείμενο των οποίων είναι δημοσιευτέο κατά τρόπο επίσημο στα κράτη μέλη. Επομένως, θα αρκούσε η επιτροπή, που προβλέπεται στο άρθρο 5 της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ, μέσω ελαχίστων υπαλλήλων ειδικώς επιφορτισμένων προς τούτο, να παρακολουθεί περιοδικώς την επίσημη εφημερίδα των κρατών μελών, για να συλλάβει εν τη γενέσει της οποιαδήποτε παράβαση, πραγματική ή υποτιθέμενη, της οδηγίας, και όχι να αναμένεται να φθάσει η υπόθεση, εάν και όποτε, στα δικαστήρια.
72 Όσον αφορά το άρθρο 100 της Συνθήκης, το οποίο η οδηγία επικαλείται επίσης ως νομική της βάση, αρκεί να υπομνησθεί ότι το άρθρο αυτό απαιτεί ομοφωνία για την λήψη των μέτρων που υπάγονται σ' αυτό. Εάν ληφθεί υπόψη η έντονη αντίδραση τριών τουλάχιστον κρατών μελών στην θέση της Επιτροπής περί μη αντιταξίμου (51), καθώς επίσης και η μεταγενέστερη απόρριψη από το Συμβούλιο προτάσεως της Επιτροπής με ανάλογο περιεχόμενο (52), δεν μένει αμφιβολία ότι ρητή διάταξη με παρόμοιο περιεχόμενο δεν είχε πιθανότητες να εγκριθεί από τον κοινοτικό νομοθέτη, δηλαδή από το Συμβούλιο, κατά την θέσπιση της οδηγίας.
73 Στην απόφαση CIA Security, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις των άρθρων 8 και 9 της οδηγίας είναι ανεπιφύλακτες και αρκούντως σαφείς ώστε οι ιδιώτες να δύνανται να τις επικαλεσθούν ενώπιον των δικαστηρίων (σκέψη 44) και ότι προς τούτο δεν απαιτείται ρητή διάταξη, αλλά αρκεί το γεγονός ότι η συνέπεια αυτή ενισχύει την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει η οδηγία (σκέψη 48).
74 Δεν θα επανέλθω επί του σκοπού της οδηγίας, ούτε θα αναπτύξω τώρα την άποψή μου για τα όρια που κατ' ανάγκην έχει κάθε ερμηνεία, συμπεριλαμβανομένης της τελολογικής ερμηνείας. Θα επισημάνω απλώς ότι, πρώτον, από τις 4η, 5η, 10η και 11η αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας, καθώς και από τα άρθρα 8 (53) και 9 αυτής, προκύπτει σαφώς κατά την γνώμη μου ότι η διαδικασία ενημερώσεως που θεσπίζεται με την οδηγία είναι υπόθεση που αφορά αυστηρώς την Επιτροπή και τα κράτη μέλη, χωρίς να θεσπίζεται οποιοδήποτε ουσιαστικό δικαίωμα υπέρ ιδιωτών (54). Δεύτερον, ότι η, πράγματι λαμπρή, νομολογιακή καθιέρωση του αμέσου αποτελέσματος των οδηγιών σκοπεί να επιτρέψει στους ιδιώτες να απολαύσουν ένα δικαίωμα που προβλέπει υπέρ αυτών η οδηγία και το οποίο τους στερούν τα κράτη μέλη, μη θεσπίζοντας, ή θεσπίζοντας ακατάλληλα μέτρα εφαρμογής. Για τον λόγο αυτόν εφαρμόζεται υπέρ των ιδιωτών ο ουσιαστικός κανόνας που είναι καταστρωμένος στην οδηγία. Η οδηγία 83/189/ΕΟΚ, όμως, ούτε υπέρ των ιδιωτών ετέθη, ούτε περιέχει ουσιαστικούς κανόνες που να μπορούν να εφαρμοσθούν ελλείψει εθνικών μέτρων εφαρμογής. Έτσι, το μόνο αποτέλεσμα του μη αντιτάξιμου είναι κενό δικαίου ως προς τον επικαλούμενο αυτό ιδιώτη, και όχι η ρύθμιση της καταστάσεώς του με κανόνα που συνάγεται αμέσως από την οδηγία.
75 Κατά την γνώμη μου, ο εθνικός δικαστής δεν δύναται να κηρύξει το ανίσχυρο εθνικού μέτρου που δεν κοινοποιήθηκε, και μάλιστα με μόνη την διαπίστωση της μη κοινοποιήσεως. Ειδικότερα, οφείλει να χωρήσει ως εξής. Πρώτον πρέπει να εξακριβώσει αν το εθνικό μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Σε καταφατική περίπτωση οφείλει, δεύτερον, να ελέγξει αν συντρέχει λόγος εξαιρέσεως από την υποχρέωση κοινοποιήσεως, ιδίως λόγω του ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10, το θέμα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ειδικής οδηγίας (55). Εάν αυτό συμβαίνει, το εθνικό μέτρο θα κριθεί με βάση τις διατάξεις της ειδικής οδηγίας στην οποία εμπίπτει, σύμφωνα με τις γενικές ερμηνευτικές αρχές που έχει υποδείξει το Δικαστήριο. Εάν, τέλος, το εθνικό μέτρο δεν εμπίπτει σε ειδική οδηγία, θα κριθεί με βάση τα άρθρα της Συνθήκης, όπως σε όλες τις περιπτώσεις ελέγχου εθνικού μέτρου προς το κοινοτικό δίκαιο.
76 Ο γενικός εισαγγελέας κ. Van Gerven, σε μνημονευθείσες ήδη προτάσεις του, θεωρώντας προφανώς αστήρικτη την θέση της Επιτροπής περί μη αντιταξίμου, το είπε κομψά: «αν η Επιτροπή θεωρεί τη θέση αυτή ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη εύρυθμη λειτουργία της διαδικασίας που καθιέρωσε η οδηγία 83/189/ΕΟΚ, διερωτάται κανείς γιατί δεν πρότεινε ποτέ στο Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο να την υιοθετήσουν, εκδίδοντας σχετική τροποποιητική οδηγία» (56).
77 Μετά και την απόκρουση από το Συμβούλιο ενός παρόμοιου ενδεχομένου, διερωτάται κανείς κομψά, ακολουθώντας το παράδειγμα του κ. Van Gerven: μήπως θα ήταν σκόπιμο οι κοινοτικοί θεσμοί να επανεξετάσουν το ζήτημα των συνεπειών της μη κοινοποιήσεως των εθνικών σχεδίων τεχνικών κανόνων κατά την οδηγία 83/189/ΕΟΚ;
VII - Πρόταση
Ενόψει τούτων, προτείνω να δοθούν στα προδικαστικά ερωτήματα οι εξής απαντήσεις:
«1. Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 5 της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με τη οδηγία 88/182/ΕΟΚ, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, η γενική υποχρέωση αναγραφής των απαιτουμένων, από άλλες εθνικές διατάξεις, ενδείξεων επί των πωλουμένων προϋόντων στην γλώσσα της περιοχής όπου κυκλοφορεί το προϋόν, δεν αποτελεί "τεχνική προδιαγραφή" και εθνικό μέτρο που επιβάλλει παρόμοια υποχρέωση δεν αποτελεί "τεχνικό κανόνα".
2. Εφόσον δεν υφίστανται κοινοί κανόνες για την εμπορία συγκεκριμένου προϋόντος, το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει την θέσπιση από τα κράτη μέλη όρων και προϋποθέσεων για την εμπορία του προϋόντος αυτού, εφόσον τηρούνται οι επιταγές που απορρέουν από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης. Στους όρους αυτούς συμπεριλαμβάνεται η απαίτηση για την αναγραφή των απαραίτητων για την εξειδίκευση του προϋόντος ενδείξεων στην γλώσσα ή σε μία από τις γλώσσες του κράτους, στην επικράτεια του οποίου διατίθεται το προϋόν.»
(1) - ΕΕ L 109 της 26ης Απριλίου 1983, σ. 8.
(2) - ΕΕ L 81, σ. 75. Στο εξής, πλην ρητής εξαιρέσεως, ως «οδηγία» θα αναφέρεται στο παρόν κείμενο η οδηγία 83/189, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182.
(3) - Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγω, προσωπικώς, ότι η παράβαση του προαναφερθέντος άρθρου 30 τιμωρείται με τις ποινές του άρθρου 103.
(4) - Σημειώνεται ότι οι δόκιμοι όροι είναι, αντιστοίχως, «σήμανση» και «επισήμανση».
(5) - Το άρθρο 8, παράγραφος 4, τροποποιήθηκε εξάλλου με την οδηγία 94/10/ΕΟΚ, της 23ης Μαρτίου 1994 (ΕΕ L 100, σ. 30) κατά την έννοια ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν θεωρούνται πλέον εμπιστευτικές, εκτός αν το κράτος μέλος που τις ανακοινώσει διατυπώσει σχετικώς αιτιολογημένο αίτημα. Ωστόσο, η οδηγία αυτή δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.
(6) - ΕΕ L 100, σ. 30.
(7) - Σημειώνεται ότι οι οδηγίες χρήσεως μπορούν ήδη, μετά την τροποποιητική οδηγία 94/10, να στεγασθούν υπό την έννοια της «άλλης απαιτήσεως» που επιβάλλεται χάριν προστασίας των καταναλωτών και αφορά τον κύκλο ζωής του προϋόντος μετά την διάθεσή του στην αγορά [βλ. παραγράφους 3 και 9 του άρθρου 1 της οδηγίας 83/189, όπως ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις και προσθήκες που επήλθαν με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία β) και ζ) της οδηγίας 94/10, αντιστοίχως]. Εξάλλου, οδηγίες χρήσεως απαιτούν διάφορες οδηγίες σε διάφορες περιπτώσεις, όπως το άρθρο 3, παράγραφος 1 σημείο 8 και το άρθρο 10 της οδηγίας 79/112 για την επισήμανση των τροφίμων, το άρθρο 3, παράγραφος 2 της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την γενική ασφάλεια των προϋόντων (ΕΕ L 228, σ. 24) και εφόσον δεν υπάρχει ειδικότερη κοινοτική ρύθμιση (άρθρο 1, παράγραφος 2 της ίδιας οδηγίας), κ.λπ.
(8) - C-194/94, Συλλογή 1996, σ. Ι-2201.
(9) - C-13/96, Συλλογή 1997, σ. Ι-1753.
(10) - Απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-317/92, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1994, σ. Ι-2039).
(11) - Απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1996, C-237/94, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (Συλλογή 1996, σ. Ι-31).
(12) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση CIA Security.
(13) - Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-289/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1996, σ. Ι-4405).
(14) - Προαναφερθείσα, στην υποσημείωση 6, απόφαση Bic Benelux.
(15) - Προαναφερθείσα, στην υποσημείωση 9, απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 26.
(16) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση CIA Security, σκέψη 25.
(17) - Προαναφερθείσα, στην υποσημείωση 8, απόφαση Bic Benelux, σκέψη 19.
(18) - Με άλλα λόγια, η προστασία της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων είναι «γένος γενικώτατον», δηλαδή σκοπός τον οποίο επιδιώκει πλήθος οδηγιών. Ζητείται η «ε$δοποιός διαφορά», δηλαδή ο ειδικός σκοπός της οδηγίας ο οποίος την χαρακτηρίζει, και ο οποίος είναι ο κατά κύριο λόγο αξιοποιήσιμος για την ερμηνεία των κενών της οδηγίας και των ασαφών διατάξεων.
(19) - Για την μνεία των γεωργικών προϋόντων και στην παράγραφο 7 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 1, βλ. κατωτέρω, σημείο 41 στοιχεία αακαι ββ.
(20) - Σημειώνεται ότι στη συνέχεια, με την οδηγία 94/10, το πεδίο εφαρμογής διευρύνθηκε περισσότερο, με την προσθήκη στην ανωτέρω παράγραφο 1 του άρθρου 1 (η οποία αναριθμήθηκε σε παράγραφο 2), δεύτερη περίπτωση, της φράσεως «καθώς και τις μεθόδους και διαδικασίες παραγωγής άλλων προϋόντων, εφόσον αυτές έχουν επιπτώσεις στα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα». Ό,τι και αν σημαίνει η φράση αυτή, η οποία δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, αφορά, πάντως, μόνο σε μεθόδους και διαδικασίες παραγωγής.
(21) - Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εφόσον η σχετική φράση εισάγεται με το «όπως», η απαρίθμηση των χαρακτηριστικών αυτών γίνεται ενδεικτικώς και όχι περιοριστικώς στην οδηγία. Έτσι, π.χ., ως τεχνικό χαρακτηριστικό θα πρέπει να νοηθεί και το βάρος ενός προϋόντος.
(22) - Ο λόγος της εξαιρέσεως είναι, υποθέτω, το γεγονός ότι στην περίπτωση αυτή τεκμαίρεται η ανάγκη εισαγωγής του ενλόγω προτύπου, το οποίο, εξάλλου, είναι ήδη ομοιόμορφο.
(23) - Ο στόχος αυτός θα πρέπει να θεωρηθεί ως ενδιάμεσος μεταξύ του αμέσου στόχου, που είναι η ενημέρωση των κρατών μελών και της Επιτροπής, και της προστασίας της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Στην τυποποίηση επιμένει ιδιαίτερα το προοίμιο της οδηγίας 94/10.
(24) - Είναι νομίζω φανερό ότι το άρθρο 30 του βελγικού νόμου, επιβάλλοντας στους πωλητές μία γενική υποχρέωση ενημερώσεως των αγοραστών, δεν αποτελεί τεχνικό κανόνα κατά την οδηγία. Παρόμοια υποχρέωση, εξάλλου, προκύπτει από τις γενικές αρχές του ενοχικού δικαίου των κρατών μελών, αποτυπώνεται δε κατά κανόνα και στους αστικούς κώδικες ή τα νομοθετήματα που διέπουν την πώληση. Ως εκ τούτου, δεν θα ασχοληθώ με το άρθρο αυτό.
(25) - Όσον αφορά την τελευταία δυνατότητα, αναφέρω χάριν παραδείγματος ότι μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του '80 η παραδεδεγμένη γλώσσα στην Ελλάδα ήταν η καθαρεύουσα, δηλαδή μία λόγια, με πολλά αρχαζοντα στοιχεία, μορφή της ελληνικής, εν αντιθέσει προς την καθημερινή γλώσσα, την δημοτική.
(26) - Οι συνδετικές λέξεις είναι, στα ελληνικά: «καθώς και». Αντιθέτως, στα αγγλικά είναι: «including», στα γαλλικά: «y compris», στα γερμανικά: «einschlieίlich», στα ιταλικά: «comprese» κ.λπ. Συνάγω, ότι η δεύτερη ισχυρότερη εκδοχή, είναι η ορθότερη.
(27) - Οίκοθεν νοείται ότι κάθε προδιαγραφή (prescription) αποτελεί έναν κανόνα που ισχύει για το προϋόν.
(28) - Βλ., π.χ., το άρθρο 8 της οδηγίας 89/108 σχετικά με τα υπερκατεψυγμένα προϋόντα (ΕΕ L 40, σ. 34), το οποίο, στο σημείο α) της παραγράφου 1, καθιστά υποχρεωτική την χρήση του όρου «υπερκατεψυγμένο», όπως αυτή αποδίδεται στις διάφορες κοινοτικές γλώσσες. Έτσι, στα μεν γερμανικά υπάρχει δυνατότητα επιλογής μεταξύ των όρων «tiefgefroren», «Tiefkόhlkost», «tiefgekόhlt» και «gefrostet», ενώ στα αγγλικά επιτρέπεται μόνον η χρήση του όρου «quick-frozen» (και όχι, π.χ., «super-frozen» ή «deeply-frozen» ή κάτι παρόμοιο). Εδώ, δηλαδή, η μεν επιβολή ενός συγκεκριμένου όρου (του ίδιου σε όλες τις γλώσσες) αποτελεί τεχνικό θέμα, ενώ το ζήτημα της επιλογής ετούτης ή εκείνης της γλώσσας από τα κράτη μέλη αποτελεί μετα-τεχνικό θέμα.
(29) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 27.
(30) - Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση C-386/95, Goerres, που παρουσιάζονται σήμερα, σημείο 33.
(31) - Όπως η οδηγία 85/374 του Συμβουλίου για την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϋόντων (ΕΕ L 210, σ. 29), η οδηγία 92/59 του Συμβουλίου για την γενική ασφάλεια των προϋόντων (ΕΕ L 228, σ. 24), κ.λπ.
(32) - Βλ., π.χ. απόφαση της 5ης Απριλίου 1979, υπόθεση 148/78, Ratti (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 861, σκέψεις 26 και 27).
(33) - Για μία τέτοια περίπτωση βλ., π.χ., την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-17/93, Van der Veldt (Συλλογή 1994, σ. Ι-3537, σκέψη 22).
(34) - Περίπτωση οδηγίας περιέχουσας διατάξεις προς αμφότερες τις κατευθύνσεις βλ. στην απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1990, C-241/89, SARPP (Συλλογή 1990, σ. Ι-4695, σκέψη 15).
(35) - Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση C-385/96, Goerres, που παρουσιάζονται σήμερα, σημείο 56.
(36) - Βλ., κατωτέρω σημεία 59 και 60.
(37) - Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, C-83/91, Meilicke, (Συλλογή 1992, σ. Ι-4871, σκέψη 25), της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90, C-321/90 και C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-393), της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 60), της 21ης Δεκεμβρίου 1995, C-307/95, Max Mara (Συλλογή 1995, σ. Ι-5083, σκέψη 9), της 27ης Νοεμβρίου 1997, C-369/95, Somalfruit (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 41), κ.ά.
(38) - Βλ., προτάσεις μου στην υπόθεση C-385/96, Goerres, που παρουσιάζονται σήμερα, σημειο 28.
(39) - Βλ., προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 32, απόφαση Van der Veldt, σκέψεις 23 έως 31.
(40) - Απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-51/93, Meyhui (Συλλογή 1994, σ. Ι-3879, σκέψη 13). Υπενθυμίζεται ότι στην υπόθεση αυτή επρόκειτο για κοινοτική διάταξη που επέβαλλε την αναγραφή ορισμένων ενδείξεων στην γλώσσα ή τις γλώσσες του κράτους διαθέσεως του προϋόντος (βλ. προτάσεις Goerres, σημείο 76), πλην ο έλεγχος σχετικού μέτρου είναι ο ίδιος, είτε αυτό προέρχεται από κοινοτικό όργανο, είτε από κράτος μέλος (βλ., σκέψη 11 της ίδιας αποφάσεως).
(41) - Προμνημονευθείσα απόφαση Meyhui, σκέψεις 19, 20 και 21.
(42) - Βλ. προτάσεις Goerres, σημείο 50.
(43) - Ibidem, σημείο 82.
(44) - Bλ., σχετικά το σημείο 7 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κ. Van Gerven στην απόφαση C-52/93, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (Συλλογή 1994, σ. Ι-3591).
(45) - Ή «un certain ιmois», όπως χαρακτηρίζει διακριτικά ο γενικός εισαγγελέας κ. N. Fennelly τον αντίκτυπο που έχει προκαλέσει μόνο στην Ολλανδία η διαπίστωση ότι 400 περίπου κανονιστικές ρυθμίσεις, που δεν κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή, ενδέχεται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ και έτσι να θεωρηθούν ανίσχυρες (βλ., τις πρόσφατες προτάσεις του, της 12ης Φεβρουαρίου 1998, στην υπόθεση C-226/97, Lemmens, σημείο 2).
(46) - Βλ., μόλις μνημονευθείσες προτάσεις του κ. Fennelly, κατά τις οποίες μόνο ο ιδιώτης που δικαιολογεί συμφέρον συναπτόμενο με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δικαιούται να επικαλεσθεί την οδηγία εντός των κρατών μελών (βλ., ιδίως σημείο 32).
(47) - Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-426/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. Ι-3723, σκέψη 11).
(48) - Βλ., τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. Elmer στην υπόθεση CIA Security (σημείο 56).
(49) - Για τον σκοπό αυτόν, βλ. ανωτέρω, σημείο 34.
(50) - Βλ., μνημονευθείσα, στην υποσημείωση 46, απόφαση Γερμανία κατά Συμβουλίου, σκέψη 42.
(51) - Βλ., τις απόψεις των κυβερνήσεων της Γερμανίας, της Ολλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7, απόφαση CIA Security, σκέψη 39.
(52) - Βλ., ανωτέρω, σημείο 65.
(53) - Σημειώνεται ότι, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 8, «οι πληροφορίες που παρέχονται δυνάμει του παρόντος άρθρου είναι εμπιστευτικές» (βλ., και ανωτέρω, υποσημείωση 4).
(54) - Πρβλ., απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 380/87, Enichem Base κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. 2491, σκέψη 23). Από την άποψη αυτή, το γεγονός ότι τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας προβλέπουν υποτυπώδη προληπτικό έλεγχο των εθνικών μέτρων, έλεγχο εν πάση περιπτώσει συμβουλευτικό και όχι δεσμευτικό, δεν διαφοροποιεί, κατά την γνώμη μου, τις διατάξεις αυτές από εκείνες για τις οποίες επρόκειτο στην υπόθεση Enichem.
(55) - Βλ., για τις περιπτώσεις αυτές ανωτέρω, σημείο 42.
(56) - Βλ., σημείο 9 των προτάσεων που μνημονεύθηκαν στην υποσημείωση 43.
Full & Egal Universal Law Academy