Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Εισαγωγή
1 Η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά εκ νέου το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού δεν επιτρέπει ορισμένες κρατικές ρυθμίσεις για τον καθορισμό των κομίστρων οδικών μεταφορών εμπορευμάτων. Το πρόβλημα αυτό ανακύπτει στην ακόλουθη αλληλουχία.
2 Η εναγομένη της κύριας δίκης Cuttica spedizioni e servizi internazionali Srl είχε αναθέσει στην ενάγουσα της κύριας δίκης Autotrasporti Librandi Snc di Librandi F. & C. να εκτελέσει για λογαριασμό της ορισμένες υπηρεσίες μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων για τις οποίες πίστωσε ποσό 2 844 000 ιταλικών λιρών (LIT). Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε στα υποχρεωτικά κόμιστρα οδικών μεταφορών που είχαν καθοριστεί με υπουργικές αποφάσεις. Η εναγομένη κατέβαλε πάντως μόνο ποσό ύψους 2 300 000 LIT, το οποίο προέκυπτε από μια συλλογική σύμβαση. Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα ζήτησε από τον Giudice di pace di Genova να υποχρεώσει την εναγομένη να καταβάλει το ποσό της διαφοράς.
3 Οι σχετικές ιταλικές νομοθετικές διατάξεις έχουν ως ακολούθως:
Ο νόμος 298 της 6ης Ιουνίου 1974, περί θεσπίσεως εθνικού μητρώου οδικών μεταφορών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτου, περί καθεστώτος των οδικών μεταφορέων πραγμάτων και περί θεσπίσεως συστήματος περιθωρίων τιμών για τις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων καθιερώνει, στον τίτλο ΙΙΙ, ένα σύστημα υποχρεωτικών κομίστρων.
4 Το άρθρο 3 προβλέπει μια κεντρική επιτροπή η οποία, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 50 επ. του νόμου, επεξεργάζεται τα περιθώρια τιμών.
5 Κατά το άρθρο 52 του νόμου, ο τιμοκατάλογος καθορίζεται περιοδικώς, λαμβανομένου υπόψη του μέσου κόστους των οικείων υπηρεσιών μεταφοράς το οποίο συμπεριλαμβάνει τις εμπορικές δαπάνες και υπολογίζεται για μία επιχείρηση λειτουργούσα υπό χρηστή διαχείριση και χρησιμοποιούσα κανονικώς το μεταφορικό της δυναμικό, καθώς και λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως της αγοράς κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται στις επιχειρήσεις μεταφορών εύλογο κέρδος.
6 Στη συνέχεια, ο νομοθέτης στις διατάξεις για την εφαρμογή αυτού του άρθρου εξατομίκευσε τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη μέση επιχείρηση. Τα στοιχεία αυτά αναφέρονται στα άρθρα 3 και 4 του διατάγματος 56 του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας, της 9ης Ιανουαρίου 1978.
7 Περαιτέρω, το άρθρο 53 ορίζει ότι:
α) τις τιμές προτείνει στο Υπουργείο Μεταφορών η κεντρική επιτροπή·
β) ο υπουργός, αφού ακούσει τις Περιφέρειες και τους εκπροσώπους των συνδικάτων των οικείων οικονομικών τομέων (των οποίων η γνωμοδότηση είναι συμβουλευτική και όχι δεσμευτική), δύναται
- να εγκρίνει τις τιμές και να τις καταστήσει εκτελεστές με υπουργική απόφαση·
- να μην εγκρίνει την πρόταση της κεντρικής επιτροπής, οπότε την αναπέμπει σ' αυτήν μαζί με τις παρατηρήσεις του. Αφού λάβει τις νέες προτάσεις, ο υπουργός ή τις εγκρίνει ή τις απορρίπτει και εκδίδει απόφαση για τις τιμές αφιστάμενη από τη θέση της κεντρικής επιτροπής.
8 Τέτοιοι υποχρεωτικοί τιμοκατάλογοι εκδόθηκαν για πρώτη φορά με την υπουργική απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1982. Με την απόφαση αυτή παραχωρήθηκε, κατά το άρθρο 3, στους μεταφορείς και τους χρήστες η δυνατότητα να συνομολογούν κατ' ιδίαν συμβάσεις κατ' εφαρμογήν συλλογικών οικονομικών συμβάσεων συναπτομένων μεταξύ των πλέον αντιπροσωπευτικών ενώσεων μεταφορέων που εκπροσωπούνται στην κεντρική επιτροπή του μητρώου και των χρηστών.
9 Με τον νόμο 162 της 27ης Μαου 1993 ο νομοθέτης όρισε ότι δεν επιτρέπεται η σύναψη συμβάσεως προβλέπουσας την εκτέλεση οδικής μεταφοράς πραγμάτων για λογαριασμό τρίτου έναντι τιμήματος ή υπό τιμολογιακούς όρους που παρεκκλίνουν από το τίμημα ή τους τιμολογιακούς όρους που ορίζουν ο νόμος 298 και οι μεταγενέστερες εκτελεστικές του διατάξεις καθώς και από το τίμημα ή τους τιμολογιακούς όρους που προκύπτουν από τις συλλογικές συμβάσεις τις οποίες προβλέπει το άρθρο 13 της αποφάσεως του Υπουργείου Μεταφορών της 18ης Νοεμβρίου 1982. Η διάταξη αυτή αφενός μεν επεκτείνει το καθεστώς διατιμήσεως σε άλλες συμβάσεις πλην των συμβάσεων μεταφοράς, αφετέρου δε αναγνωρίζει πλήρη ισχύ στις λεγόμενες «κατ' ιδίαν συμβάσεις».
10 Με την υπουργική απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1994 αυξήθηκε ο αριθμός των εκπροσώπων των οικείων επιχειρηματιών, δηλαδή των εκπροσώπων μη δημοσίων φορέων, στην κεντρική επιτροπή από 12 σε 17 με συνέπεια ότι κατέχουν εφεξής την πλειοψηφία των εδρών του οργάνου στο οποίο ανατίθεται η κατάρτιση της προτάσεως τιμοκαταλόγου έναντι των εκπροσώπων του δημόσιου τομέα.
11 Οι εν λόγω ιταλικές ρυθμίσεις αποτέλεσαν ήδη αντικείμενο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση Centro Servizi Spediporto (1). Πάντως, οι εκπρόσωποι του δημοσίου τομέα στην κεντρική επιτροπή αποτελούσαν τότε ακόμη την πλειοψηφία.
Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως εξής:
«Τα άρθρα 3, στοιχείο ζζ, 5, 85 [και] 86 (...) της Συνθήκης δεν εμποδίζουν ένα κράτος μέλος να ορίζει, με ρύθμισή του, ότι τα κόμιστρα των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων εγκρίνονται και καθίστανται εκτελεστά από τη δημόσια αρχή, βάσει προτάσεων επιτροπής, η οποία συντίθεται κατά πλειοψηφία από εκπροσώπους δημοσίων αρχών, μαζί με μια μειοψηφία εκπροσώπων των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, και υποχρεούται, κατά τη διατύπωση των προτάσεών της, να τηρεί ορισμένα κριτήρια δημοσίου συμφέροντος, και εφόσον οι δημόσιες αρχές δεν απεμπολούν τις εξουσίες τους, δεδομένου ότι, πριν εγκρίνουν τις προτάσεις αυτές, λαμβάνουν υπόψη τις παρατηρήσεις άλλων δημοσίων και ιδιωτικών οργάνων, δύνανται δε να καθορίσουν τα κόμιστρα και αυτεπαγγέλτως.»
12 Κατόπιν της τροποποιήσεως των ιταλικών νομοθετικών διατάξεων, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι συντρέχει λόγος να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Συμβιβάζεται προς τα άρθρα 3, στοιχεία ςς και ζζ, 5, 85 και 86 της Συνθήκης - όπως τα ερμήνευσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1995 στην υπόθεση C-96/94 - μια εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι η δημόσια αρχή εγκρίνει και καθιστά εκτελεστά τα υποχρεωτικά κόμιστρα οδικών μεταφορών εμπορευμάτων, βάσει προτάσεως μιας επιτροπής συντιθεμένης κατά πλειοψηφία από εκπροσώπους των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων (decreto ministeriale της 2ας Φεβρουαρίου 1994);
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, συμβιβάζεται προς τα άρθρα 3, στοιχεία ςς και ζζ, 5, 85 και 86 της Συνθήκης μια εθνική ρύθμιση (άρθρο 3 του decreto-legge 82/93, κυρωθέντος με τον νόμο 162/93) που επεκτείνει τα υποχρεωτικά επί συμβάσεων παροχής υπηρεσιών οδικής μεταφοράς κόμιστρα σε άλλα είδη συμβάσεων αναφερομένων σε διαφορετικές υπηρεσίες, όπως ειδικότερα η σύμβαση αναθέσεως υπηρεσιών και/ή το ναυλοσύμφωνο;
3) Η έννοια του "γενικού συμφέροντος", την οποία αναφέρει το Δικαστήριο στις αποφάσεις Reiff και Delta, ταυτίζεται ή όχι με την έννοια του "δημοσίου συμφέροντος", την οποία χρησιμοποίησε το Δικαστήριο, σε ανάλογη νομική κατάσταση, στην απόφαση Centro Servizi Spediporto;
4) Ορίζεται η έννοια αυτή ("γενικό συμφέρον" και/ή "δημόσιο συμφέρον") από το κοινοτικό δίκαιο ή ανατίθεται ο ορισμός της από τα καθ' έκαστον κράτη μέλη;
5) Δύναται, ειδικότερα, να περιληφθεί στην έννοια αυτή μια εθνική κατάσταση, όπως η περιγραφόμενη στην κύρια δίκη, στην οποία:
α) ο προτεινόμενος τιμοκατάλογος καταρτίζεται βάσει κριτηρίων τα οποία χαρακτηρίζονται από τον εθνικό νομοθέτη ως δημοσίου συμφέροντος, ορίζονται in abstracto από τον νόμο 298/74 και διευκρινίζονται στο DPR 56/78, in concreto όμως παραπέμπουν στα χαρακτηριστικά μιας "αντιπροσωπευτικής επιχειρήσεως", η οποία περιγράφεται στο DPR 56/78 (άρθρα 3 και 4), που δεν αντιστοιχεί πλέον στην πραγματικότητα της οικείας αγοράς·
β) οι (ουδέποτε ασκηθείσες) εξουσίες της δημοσίας αρχής να αναπέμψει τη διατυπωθείσα από την επιτροπή πρόταση και να εκδώσει τον τιμοκατάλογο που αυτή θεωρεί επιβεβλημένο, αν δεν θεωρήσει ικανοποιητική ούτε τη νέα πρόταση της επιτροπής αυτής, περιορίζονται αυστηρώς και μόνο στον έλεγχο της συμμορφώσεως αυτής της προτάσεως προς τα κριτήρια τα οποία ο νομοθέτης του 1974 (άρθρο 53 του νόμου 298/74) παρέπεμψε σε εκτελεστική, παραγώγου δικαίου, πράξη, που εκδόθηκε το 1978 (DPR 56/78) χωρίς να αναπροσαρμοστεί έκτοτε·
γ) εξαρτάται έτσι η διατίμηση αλλά και - πράγμα ακόμη σημαντικότερο - ο εκ μέρους της δημόσιας αρχής έλεγχος της νομιμότητάς της από τον έλεγχο του αν ο προτεινόμενος από την επιτροπή τιμοκατάλογος αντιστοιχεί προς τα οικονομικά και τεχνικά στοιχεία μιας "αντιπροσωπευτικής επιχειρήσεως", που δεν είναι αντιπροσωπευτική της οικείας αγοράς·
δ) περαιτέρω, ανατίθεται, στο πλαίσιο αυτό, στη δημόσια αρχή το καθήκον να εγγυάται ότι ένας κατ' αυτόν τον τρόπο καταρτιζόμενος τιμοκατάλογος επιτρέπει στις επιχειρήσεις μεταφορών να εξασφαλίζουν κέρδος, το οποίο, ενώ χαρακτηρίζεται "εύλογο" (άρθρο 52 του νόμου 298/74), βασίζεται σε ένα - άκαμπτο και εντελώς παρωχημένο - νομοθετικώς οριζόμενο στοιχείο, που δεν υπόκειται στον έλεγχο της δημοσίας αρχής, καίτοι στερείται πλέον πραγματικού αντικρύσματος και δεν αντιστοιχεί, επομένως, στο πραγματικό κόστος της παρεχομένης από τις επιχειρήσεις οδικών μεταφορών υπηρεσίας;
6) Επικουρικώς, ποία έννοια "συλλογικής συμβάσεως" επιτρέπει στον αιτούντα δικαστή να αποκλείσει την ύπαρξη τιμολογιακής συμπράξεως απαγορευομένης κατά το άρθρο 85 της Συνθήκης;»
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Επί του πρώτου ερωτήματος
13 Με το πρώτο του ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι αρχές που διατυπώθηκαν με την απόφαση Centro Servizi Spediporto - βλ. σημείο 11 - έχουν εφαρμογή και στην υπό κρίση περίπτωση.
14 Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την ύπαρξη καρτέλ για τρεις λόγους. Πρώτον, εξέθεσε ότι οι εκπρόσωποι της δημόσιας εξουσίας αποτελούσαν την πλειοψηφία στην κεντρική επιτροπή. Κατόπιν, η επιτροπή αυτή υποχρεούται, κατά τη διατύπωση των προτάσεών της για τον καθορισμό τιμολογίου να τηρεί ορισμένα κριτήρια δημοσίου συμφέροντος τα οποία ορίζονται με νόμο. Τρίτον, οι δημόσιες αρχές δεν μεταβίβασαν τις σχετικές με τον καθορισμό των κομίστρων αρμοδιότητές τους σε ιδιώτες επιχειρηματίες (2). Συναφώς, το Δικαστήριο εξέθεσε ότι η κεντρική επιτροπή υποβάλλει στον αρμόδιο υπουργό απλώς προτάσεις, ο δε υπουργός διατηρεί την εξουσία να εγκρίνει, απορρίπτει ή τροποποιεί προτάσεις, πριν τις καταστήσει εκτελεστές. Ομοίως οφείλει ο υπουργός, πριν εγκρίνει τα κόμιστρα ή τα καταστήσει εκτελεστά, να ζητεί τη γνώμη των Περιφερειών και των εκπροσώπων των επαγγελματικών ενώσεως οικονομικών τομέων και να λαμβάνει υπόψη τις γνωμοδοτήσεις της διυπουργικής επιτροπής τιμών. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο συνήγαγε ότι οι δημόσιες αρχές δεν μεταβίβασαν τις αρμοδιότητές τους σε ιδιώτες επιχειρηματίες στον τομέα του καθορισμού των κομίστρων (3).
15 Επομένως, το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα αν οι εκτιμήσεις αυτές επηρεάζονται από το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι της δημόσιας εξουσίας στην κεντρική επιτροπή δεν έχουν πλέον την πλειοψηφία.
16 Η εναγομένη της κύριας δίκης έχει τη γνώμη ότι τα αναφερόμενα στην απόφαση Centro Servizi Spediporto τρία κριτήρια ισχύουν σωρευτικώς και όχι εναλλακτικώς.
17 Επιπλέον ισχυρίζεται ότι έναντι της υποθέσεως Centro Servizi Spediporto υπάρχει μία ακόμη διαφορά που συνίσταται στο ότι δεν υφίσταται πλέον η τότε διυπουργική επιτροπή τιμών της οποίας τις κατευθυντήριες γραμμές έπρεπε να λαμβάνει υπόψη ο υπουργός κατά τον καθορισμό των κομίστρων. Σκέψεις προκαλεί επίσης το γεγονός ότι ο υπουργός κατά τον καθορισμό των κομίστρων καθοδηγείται στην πραγματικότητα πάντοτε από οικονομικά κριτήρια και δεν λαμβάνει υπόψη γνωμοδοτήσεις όπως της καταργηθείσας επιτροπής τιμών και των Περιφερειών. Κατά τον καθορισμό του τιμοκαταλόγου οι δημόσιες αρχές θα λαμβάνουν ως βάση πρότυπα που δεν ανταποκρίνονται πλέον στην πραγματικότητα.
18 Η Γαλλική Κυβέρνηση, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, εξέθεσε διεξοδικώς ότι, παρά τη μεταβολή της πλειοψηφίας στο πλαίσιο της κεντρικής επιτροπής, μπορεί ενδεχομένως να ληφθεί ως βάση ότι η εθνική ρύθμιση συμβιβάζεται με τους κανόνες του ανταγωνισμού. Αυτό όμως είναι δυνατό μόνον εάν μέσω των άλλων αντικειμενικών κριτηρίων διασφαλίζεται επαρκώς ότι υπερισχύουν τα κρατικά συμφέροντα.
19 Η Ιταλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει επίσης ότι οι διατυπωθείσες με την απόφαση Centro Servizi Spediporto αρχές μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην υπό κρίση περίπτωση. Αυτό δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η σύνθεση της επιτροπής τιμών μεταβλήθηκε προς όφελος των εκπροσώπων των επιχειρήσεων. Καθοριστικό στοιχείο αποτελεί το ότι η επιτροπή δικαιούται απλώς σε υποβολή προτάσεων και πρέπει να τηρεί, κατά τον καθορισμό των κομίστρων, τα δημόσια συμφέροντα. Πριν από την απόφαση του υπουργού για τον καθορισμό των οριστικών κομίστρων, πρέπει να διατυπώσουν τις απόψεις τους οι περιοχές και οι εκπρόσωποι των επαγγελματικών ενώσεων των οικείων οικονομικών τομέων. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι προτάσεις της επιτροπής τιμών δεν είναι δεσμευτικές για τον υπουργό ο οποίος μπορεί κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας να επιφέρει τροποποιήσεις στα ήδη καθορισθέντα κόμιστρα.
20 Περαιτέρω, η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι ναι μεν δεν υφίσταται πλέον η επιτροπή τιμών, πλην όμως τη θέση της κατέλαβαν οι επιθεωρητές τιμών και τιμολογίων.
21 Κατά την Επιτροπή, τα αναφερθέντα από το Δικαστήριο κριτήρια δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σωρευτικώς. Η έννοια και ο σκοπός των κριτηρίων αυτών συνίσταται στον καθορισμό παραμέτρων βάσει των οποίων να πρέπει κρίνεται κατά πόσο πρέπει να προφυλάσσονται τα δημόσια συμφέροντα. Οι λοιπές ιταλικές νομοθετικές διατάξεις που αφορούν τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, την άσκηση της εξουσίας ελέγχου εκ μέρους του υπουργού και την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη η γνώμη των επαγγελματικών ενώσεων των εν λόγω οικονομικών τομέων και περιοχών δεν τροποποιήθηκαν, πράγμα που έχει ως συνέπεια ότι οι βασικές διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην απόφαση Centro Servizi Spediporto μπορούν να τύχουν ανάλογης εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση. Εν προκειμένω προϋποτίθεται πάντως ότι επαρκής έλεγχος και εγγυήσεις της τηρήσεως των διατάξεων εξασφαλίζονται από τα δικαστήρια των κρατών μελών.
22 Από την απόφαση Centro Servizi Spediporto μπορεί να συναχθεί ότι η σύνθεση της επιτροπής τιμών χαρακτηρίστηκε ως κριτήριο τόσο κατά το δικαστήριο όσο και κατά τον γενικό εισαγγελέα κατά την απάντηση στο ερώτημα αν υφίστατο καρτέλ, πλην όμως όχι ως μοναδικό κριτήριο, αλλά σε συνάρτηση με την υποχρέωση τηρήσεως των κριτηρίων του δημοσίου συμφέροντος και με τη διατήρηση της εξουσίας της δημόσιας αρχής να αποφασίζει σε τελευταίο βαθμό.
23 Από τη μεταβολή και μόνο της πλειοψηφίας στο πλαίσιο της κεντρικής επιτροπής δεν συνάγεται ήδη παράβαση του άρθρου 85. Βεβαίως, ήταν δυνατόν κατά την προηγουμένως υφιστάμενη σύνθεση να ληφθεί ως βάση ότι οι εκπρόσωποι των δημοσίων υπηρεσιών, συνεπεία της πλειοψηφίας τους, διασφάλιζαν την τήρηση του δημοσίου συμφέροντος στο πλαίσιο της κεντρικής επιτροπής. Επομένως, μετά τη μεταβολή τα λοιπά αναφερόμενα κριτήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Μέσω των κριτηρίων αυτών πρέπει να διασφαλίζεται ότι ένα κράτος μέλος δεν λαμβάνει μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να θίξουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις. Τα κράτη μέλη οφείλουν κατά την αρχή της κοινοτικής πίστεως (άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ) να εξασφαλίζουν έντιμο, ανόθευτο και αποτελεσματικό ανταγωνισμό. Επομένως, δεν επιτρέπεται να προβλέπουν, διευκολύνουν ή ενισχύουν τη δημιουργία καρτέλ. Τα δικαστήρια των κρατών μελών έχουν εν προκειμένω ως αποστολή να ελέγχουν τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις προκειμένου να διαπιστώνουν αν με τις διατάξεις αυτές διασφαλίζονται και ουσιαστικώς οι εν λόγω αρχές του ανταγωνισμού. Στην υπό κρίση περίπτωση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία τα υφιστάμενα κριτήρια του δημοσίου συμφέροντος και της τηρήσεως της υποχρεώσεως να λαμβάνεται υπόψη η γνώμη των οικείων φορέων. Και τα δύο αυτά σημεία πρέπει να έχουν διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να υφίστανται επιτυχώς έναν έλεγχο, εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου, δηλαδή ότι διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων του ανταγωνισμού και δεν συνιστούν μεταβίβαση κρατικών αρμοδιοτήτων.
24 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι στα άρθρα 3, στοιχεία σττ και ζζ, 5, 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ δεν απαγορεύουν εθνική νομοθετική διάταξη στην περίπτωση κατά την οποία τα υποχρεωτικά κόμιστρα οδικών μεταφορών εμπορευμάτων εγκρίνονται και καθίστανται εκτελεστά από δημόσια αρχή βάσει προτάσεως μιας επιτροπής συντιθέμενης πράγματι κατά πλειοψηφία από εκπροσώπους των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, εφόσον εξασφαλίζεται ότι τα κόμιστρα αυτά καθορίζονται τηρουμένων των κατά νόμο καθορισθέντων κριτηρίων του δημοσίου συμφέροντος και, επιπλέον, οι δημόσιες υπηρεσίες δεν έχουν μεταβιβάσει τις αρμοδιότητές τους σε ιδιώτες επιχειρηματίες.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
25 Με το ερώτημα αυτό το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν οι κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ δεν επιτρέπουν μια εθνική νομοθετική διάταξη η οποία στον τομέα των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών οδικής μεταφοράς αγαθών επεκτείνει τα υποχρεωτικά κόμιστρα σε άλλους τύπους συμβάσεων που αφορούν άλλες παροχές υπηρεσιών, όπως ειδικότερα στη σύμβαση αναθέσεως υπηρεσιών και/ή τη σύμβαση μισθώσεως.
26 Στην αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι η αυτόματη εφαρμογή μιας τιμής σε άλλους τομείς εκτός του τομέα της οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων μπορεί να έχει ως συνέπεια περιπτώσεις άνισης μεταχειρίσεως που μπορεί να παραγάγει στρεβλωτικά αποτελέσματα όχι μόνο στην εθνική, αλλά και στην κοινοτική αγορά. Οι τιμές υπολογίζονται σε συνάρτηση με το κόστος που εντούτοις ουδόλως ανταποκρίνεται στο κόστος που προκύπτει κατά την εκτέλεση ορισμένων συμβάσεων. Κατ' αυτόν τον τρόπο εξομοιώνονται διαφορετικές καταστάσεις, καθόσον υπόκεινται στο ίδιο σύστημα τιμών.
27 Η εναγομένη υποστηρίζει ότι πρέπει να σημειωθεί ότι οι εκπρόσωποι ενός τομέα της αγοράς που έχει υπαχθεί σε ρύθμιση καθορίζουν τις τιμές σε τομείς στους οποίους κανονικά θα υφίστατο ελεύθερη διαμόρφωση του ανταγωνισμού. Οι κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ δεν επιτρέπουν επομένως εφαρμογή των υποχρεωτικών τιμών σε άλλους τύπους συμβάσεων.
28 Η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα διαφορετικά από ό,τι το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου. Και οι δύο προβάλλουν ότι το Δικαστήριο ασχολήθηκε ήδη στην υπόθεση Centro Servizi Spediporto με την ερμηνεία των κανόνων ανταγωνισμού σε σχέση με το άρθρο 3 της υπουργικής αποφάσεως 82/93. Αφενός, αποτελεί έργο του εθνικού δικαστηρίου να ορίζει σε ποιον τύπο συμβάσεως ανάγεται το αντικείμενο της κύριας δίκης. Αν περαιτέρω πρέπει κατά τον καθορισμό των τιμών να τηρούνται τα κριτήρια του δημοσίου συμφέροντος, η δε δημόσια αρχή μεταβίβασε την εξουσία της καθορισμού των τιμών σε ιδιώτες επιχειρηματίες, τότε εναπόκειται στην κρίση του εθνικού νομοθέτη να ορίσει για ποιες συμβάσεις που καταρτίζονται πρέπει να ισχύουν οι τιμές. Επομένως, αποφασιστική σημασία έχει να μην πραγματοποιούνται συμφωνίες περί τιμών από τους οικείους επιχειρηματίες και να μην γίνεται καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά.
29 Καταρχάς διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο ασχολήθηκε ήδη στην υπόθεση Centro Servizi Spediporto με το υπό κρίση ζήτημα (4).
30 Όσον αφορά τα κριτήρια που πρέπει να τηρούνται κατά τον καθορισμό των τιμών, ισχύουν και εδώ τα εκτεθέντα από το Δικαστήριο στην υπόθεση Centro Servizi Spediporto σε συνδυασμό με τις διατυπούμενες στο σημείο 24 διευκρινίσεις που υπαγορεύθηκαν από τη μεταβολή της πλειοψηφίας στο πλαίσιο της επιτροπής τιμών.
31 Το Δικαστήριο εξέθεσε περαιτέρω στην υπόθεση Centro Servizi Spediporto ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εθνική ρύθμιση προβλέπουσα τον καθορισμό των κομίστρων των οδικών μεταφορών από τις δημόσιες αρχές περιάγει τις επιχειρήσεις σε συλλογική δεσπόζουσα θέση χαρακτηριζόμενη από έλλειψη ανταγωνισμού μεταξύ τους (5).
32 Η βασική αυτή κρίση δεν μπορεί να μεταβληθεί στην παρούσα περίπτωση. Βεβαίως, από τις ιταλικές ρυθμίσεις καθορίζονται οι τιμές και για τύπους συμβάσεων που δεν αποτελούν κατά κυριολεξία συμβάσεις μεταφοράς. Εντούτοις, ο εθνικός νομοθέτης έκρινε σκόπιμο να συμπεριλάβει στο πεδίο εφαρμογής των υποχρεωτικών τιμών, μεταξύ άλλων, συμβάσεις αναθέσεως υπηρεσιών και συμβάσεις μισθώσεως που συνάπτονται στο πλαίσιο μιας μεταφοράς. Κατ' αυτόν τον καθορισμό τιμών πρέπει εξάλλου να τηρούνται τα ορισθέντα κατά νόμο κριτήρια του δημοσίου συμφέροντος, ο υπουργός μπορεί να απορρίψει την πρόταση της κεντρικής επιτροπής, είναι δε υποχρεωτική η γνωμοδότηση των περιοχών και των ενώσεων των οικείων οικονομικών τομέων.
33 Για τους λόγους αυτούς, τα άρθρα 3, στοιχεία σττ και ζζ, 5, 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ δεν απαγορεύουν ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επεκτείνει τα υποχρεωτικά επί συμβάσεων παροχής υπηρεσιών οδικής μεταφοράς κόμιστρα σε άλλα είδη συμβάσεων αναφερομένων σε διαφορετικές υπηρεσίες, όπως ειδικότερα τη σύμβαση αναθέσεως υπηρεσιών και/ή τη σύμβαση μισθώσεως, όταν στο πλαίσιο της ρυθμίσεως αυτής τηρούνται οι προαναφερθείσες αρχές του δημοσίου συμφέροντος και της μη μεταβιβάσεως του δικαιώματος λήψεως τελικής αποφάσεως των δημοσίων υπηρεσιών.
Επί του τρίτου ερωτήματος
34 Με το ερώτημα αυτό το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν η χρησιμοποιηθείσα από το Δικαστήριο στις αποφάσεις Reiff και Delta Schiffahrts- und Speditionsgesellschaft (6) έννοια του γενικού συμφέροντος αντιστοιχεί προς την έννοια του δημοσίου συμφέροντος την οποία χρησιμοποίησε το Δικαστήριο με την απόφαση Centro Servizi Spediporto σε μία παρόμοια νομική κατάσταση.
35 Η λυσιτέλεια του ζητήματος αυτού αιτιολογείται στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως με το ότι η εναγομένη της κύριας δίκης προέβαλε ότι με τα κριτήρια του καθορισμού τιμών δεν διασφαλίζεται ότι οι προτάσεις της κεντρικής επιτροπής εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον. Όμως, το Δικαστήριο χρησιμοποίησε κατά την ερμηνεία των κανόνων ανταγωνισμού του κοινοτικού δικαίου τόσο την έννοια του γενικού συμφέροντος όσο και την έννοια του δημοσίου συμφέροντος.
36 Η εναγομένη της κύριας δίκης προβάλλει ότι, εφόσον κατά το εθνικό δίκαιο με τους δύο αυτούς όρους μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να νοείται κάτι διαφορετικό, αυτό είναι δυνατό και στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου.
37 Στην υπόθεση Reiff, η επιτροπή τιμών δεν επιτρεπόταν να καθορίζει τις τιμές αποκλειστικά βάσει των συμφερόντων των επιχειρήσεων μεταφοράς. Αντιθέτως, έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα γεωργικών και μεσαίου μεγέθους επιχειρηματικών κύκλων καθώς και τα συμφέροντα μη οικονομικώς ευρώστων και μειονεκτουσών γεωγραφικώς από απόψεως μεταφορών ζωνών. Ο σχετικός γερμανικός νόμος αποσκοπεί στη δημιουργία συνθηκών μεταφοράς, την προσέγγιση των όρων ανταγωνισμού των διαφόρων μέσων μεταφοράς και τη διασφάλιση μιας οικονομικώς ορθολογικής κατανομής του μεταφορικού έργου. Προς τούτο, ο νόμος επέβαλε την εναρμόνιση υπηρεσιών και ναύλων των μεταφορικών μέσων ώστε να εμποδιστεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός ιδίως μεταξύ των οδικών, των σιδηροδρομικών και των εσωτερικής ναυσιπλοας μεταφορών. Αν εντούτοις οι τιμές που αποφάσιζε η επιτροπή κομίστρων δεν ανταποκρίνονταν στο γενικό συμφέρον, ο αρμόδιος ομοσπονδιακός υπουργός μπορούσε να καθορίσει ο ίδιος τους ναύλους αντικαθιστώντας την επιτροπή τιμών. Συναφώς, το Δικαστήριο εξέθεσε τελικώς ότι οι κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ δεν απαγορεύουν εθνικές ρυθμίσεις περί καθορισμού τιμών, μεταξύ άλλων, όταν τα μέλη της επιτροπής κομίστρων είναι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες που οφείλουν να καθορίζουν τα κόμιστρα βάσει σταθμίσεως του γενικού συμφέροντος. Επομένως, με τον όρο γενικό συμφέρον νοούνται μόνο τα συμφέροντα όλων, επομένως ιδίως άλλων επιχειρηματιών εκτός από τους επιχειρηματίες μεταφορών, καθώς και τα συμφέροντα μειονεκτούντων περιοχών.
38 Στην υπόθεση Delta Schiffahrts- und Speditionsgesellschaft, το Δικαστήριο κατέληξε βάσει παρόμοιων σκέψεων στο ίδιο αποτέλεσμα με της υποθέσεως Reiff.
39 Επίσης, με την απόφασή του στην υπόθεση Centro Servizi Spediporto το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις αποφάσεις Reiff και Delta Schiffahrts- und Speditionsgesellschaft (7). Τόνισε ότι η κεντρική επιτροπή κατά τη διατύπωση των προτάσεών της όφειλε να τηρεί μία σειρά κριτηρίων δημοσίου συμφέροντος, που ορίζονται στον νόμο και ρυθμίζονται λεπτομερέστερα στην απόφαση 56, αλλά δεν ασχολήθηκε ειδικότερα με το ζήτημα κατά πόσον τα κριτήρια του δημοσίου συμφέροντος ορίζονται στις ιταλικές νομοθετικές διατάξεις. Από τα άρθρα όμως 52 και 53 του νόμου 298 προκύπτει ότι οι τιμές πρέπει να διασφαλίζουν εύλογο κέρδος λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως της αγοράς, ο δε υπουργός οφείλει να ζητεί τη γνώμη των περιφερειών καθώς και των εκπροσώπων των ενώσεων των οικείων οικονομικών τομέων.
40 Αν τώρα συγκριθούν οι τρεις αποφάσεις, προκύπτει ότι το Δικαστήριο εξέτασε κάθε φορά αν η επιτροπή τιμών κατά τον καθορισμό των τιμών όφειλε να λαμβάνει υπόψη και άλλα συμφέροντα εκτός από αυτά των εκπροσωπουμένων στην επιτροπή επιχειρηματιών, ο δε υπουργός, πριν καθορίσει τις τιμές, έπρεπε και πάλι να λάβει υπόψη του τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων οικονομικών κλάδων και των περιφερειών. Έπρεπε να υφίσταται έρεισμα προκειμένου να διασφαλίζεται ότι υπερισχύουν τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου έναντι των επιμέρους συμφερόντων ορισμένων επιχειρηματιών. Την λήψη υπόψη και διασφάλιση των συμφερόντων αυτών περιέλαβε το Δικαστήριο κάθε φορά στην έννοια του γενικού ή δημοσίου συμφέροντος. Το γεγονός εντούτοις ότι καθόρισε τις έννοιες αυτές βάσει των ίδιων κριτηρίων δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι οι έννοιες αυτές αντιστοιχούν επίσης η μία προς την άλλη.
41 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η χρησιμοποιηθείσα από το Δικαστήριο στις υποθέσεις Reiff και Delta Schiffahrts- und Speditionsgesellschaft έννοια του γενικού συμφέροντος αντιστοιχεί στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος που το Δικαστήριο εφάρμοσε σε μία παρόμοια νομική κατάσταση με την απόφαση Centro Servizi Spediporto.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
42 Με το τέταρτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν οι έννοιες «γενικό συμφέρον» και «δημόσιο συμφέρον» είναι έννοιες που ορίζονται στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξεως ή αν ο ορισμός τους εμπίπτει στην αρμοδιότητα των επιμέρους κρατών μελών.
43 Η επιχείρηση Cuttica προβάλλει ότι οι εν λόγω έννοιες πρέπει να ορίζονται στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξεως. Τα κριτήρια κατά τα οποία πρέπει να καθορίζονται οι τιμές δεν πρέπει να διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η διασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού μεταξύ επίσης των κρατών μελών, θα πρέπει ο καθορισμός των τιμών να πραγματοποιείται σε κάθε κράτος μέλος βάσει των ίδιων κριτηρίων. Μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο μπορούν να αποφεύγονται στρεβλώσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
44 Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής εναπόκειται στον εθνικό νομοθέτη να ορίζει τι πρέπει να νοείται κάθε φορά με τους όρους του γενικού συμφέροντος ή του δημοσίου συμφέροντος. Ο εθνικός νομοθέτης πρέπει πάντως να μεριμνά κατά τον καθορισμό των κριτηρίων ότι διασφαλίζεται ουσιαστικός έλεγχος από τη δημόσια εξουσία προκειμένου επίσης να αποφεύγονται παραβάσεις διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
45 Η άποψη αυτή είναι σε τελική ανάλυση ορθή. Καταρχάς πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο χρησιμοποιεί σταθερά τους όρους «γενικό συμφέρον» ή «δημόσιο συμφέρον», όταν πρόκειται για τον έλεγχο ενός καρτέλ. Προκειμένου να αποφανθεί ότι δεν υφίσταται καρτέλ, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στο πλαίσιο της συλλογιστικής του, μεταξύ άλλων, στο ότι κατά τον καθορισμό των τιμών πρέπει να τηρούνται τα κριτήρια του γενικού συμφέροντος ή του δημοσίου συμφέροντος όπως καθορίζονται στις ρυθμίσεις των κρατών μελών. Το Δικαστήριο δεν ανέφερε εντούτοις συγκεκριμένα σε καμία από τις αποφάσεις του κατά τον έλεγχο αυτό κριτήρια βάσει του κοινοτικού δικαίου. Επιπλέον, σε καμία από τις σχετικές κοινοτικές διατάξεις δεν αναφέρονται ή ορίζονται οι όροι του γενικού συμφέροντος και του δημοσίου συμφέροντος. Όπως εκτέθηκε ήδη στο σημείο 23, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων του ανταγωνισμού. Επομένως, τα κρατικά μέτρα πρέπει να προσανατολίζονται προς τους στόχους και τις πολιτικές που ορίζει η Κοινότητα. Η κρατική δράση δεν πρέπει να έχει ως συνέπεια την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του έντιμου, ανόθευτου και αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Αν τώρα ο καθεαυτός ελεύθερος ανταγωνισμός ρυθμίζεται με πράξεις δημόσιας εξουσίας, πρέπει να διασφαλίζεται η διατήρηση των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού μέσω ενδεδειγμένων κριτηρίων. Η κατά το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία των κριτηρίων αυτών - εν προκειμένω του δημοσίου συμφέροντος και της μη μεταβιβάσεως κρατικών εξουσιών - που βαίνει πέραν των γενικών αρχών που διέπουν το καθεστώς του ανταγωνισμού δεν είναι πράγματι αναγκαία. Επίσης, η αρχή της επικουρικότητας επιβάλλει να αφεθεί η αρμοδιότητα αυτή στα κράτη μέλη. Ορισμός κατά το εθνικό δίκαιο μπορεί μεν μέχρις ορισμένου βαθμού να έχει ως συνέπεια αποκλίσεις από ένα κράτος μέλος σε άλλο, πλην όμως διευκολύνεται συγχρόνως κατ' αυτόν τον τρόπο το να λαμβάνονται υπόψη ιδιαίτερα εθνικά και περιφερειακά συμφέροντα. Επομένως, το έργο των δικαστηρίων των κρατών μελών συνίσταται στον έλεγχο του αν και κατά πόσο τα κριτήρια του δημοσίου συμφέροντος και της μη μεταβιβάσεως κρατικών εξουσιών διασφαλίζουν τελικά την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων του ανταγωνισμού.
46 Βάσει των ανωτέρω, στο τέταρτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι όροι «γενικό συμφέρον» και «δημόσιο συμφέρον» αποτελούν όρους η ερμηνεία και ο έλεγχος των οποίων εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των επιμέρους κρατών μελών.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
47 Το πέμπτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά το ζήτημα αν πρόκειται επίσης για κριτήριο δημοσίου συμφέροντος όταν οι νομοθετικές διατάξεις αναφέρονται σε μία συνήθη επιχείρηση η οποία δεν ανταποκρίνεται πλέον στην πραγματικότητα της οικείας αγοράς, οι νομοθετικές διατάξεις δεν έχουν τύχει προσαρμογής από το 1978, η αρμόδια αρχή εξετάζει την προταθείσα τιμή με βάση τις οικονομικές και τεχνικές συνθήκες μιας συνήθους επιχειρήσεως η οποία φαίνεται να μην είναι πλέον αντιπροσωπευτική της οικείας αγοράς και η τιμή πρέπει να συνιστά το εύλογο κέρδος μιας επιχειρήσεως μεταφορών. Το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει επομένως αν υπό τις εν λόγω προϋποθέσεις μπορεί ακόμη να θεωρείται ότι οι τιμές διαμορφώθηκαν εν προκειμένω τηρουμένων των κριτηρίων του δημοσίου συμφέροντος.
48 Η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι, ακόμη και αν η περιγραφείσα κατάσταση επιτρέπει την ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν τα κριτήρια ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα στο πλαίσιο της οικείας αγοράς, παρά ταύτα είναι έργο του εθνικού νομοθέτη να καθορίζει τα κριτήρια του δημοσίου συμφέροντος και έργο των εθνικών δικαστηρίων να επαγρυπνούν για την τήρησή τους.
49 Όπως προκύπτει από την απάντηση στο ερώτημα 4, τα κράτη μέλη έχουν καταρχήν στον εν προκειμένω επίμαχο τομέα την αρμοδιότητα να καθορίζουν τα κριτήρια που πρέπει να τηρούνται κατά τον καθορισμό των τιμών. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ποια συμφέροντα οφείλουν, εκτός των δικών τους, να λαμβάνουν υπόψη οι εκπρόσωποι των οικονομικών ενώσεων στο πλαίσιο της επιτροπής. Επίσης εξακολουθούν καταρχήν τα κράτη μέλη να είναι αρμόδια να ρυθμίζουν ποια συμφέροντα θα πρέπει ακόμη να έχει κατά νου η αρχή που καθορίζει τις τιμές μετά τη γνωμοδότηση της επιτροπής τιμών. Επομένως, εξακολουθεί να υφίσταται η νομοθετική ελευθερία του οικείου κράτους μέλους ως προς το ποια συγκεκριμένη κατάσταση αγοράς και ποιες δυνατότητες επηρεασμού προβλέπει κατά τον καθορισμό των τιμών. Αν οι νομοθετικές διατάξεις αναφέρονται σε συνήθη επιχείρηση, ο προσδιορισμός της δεν πρέπει να πραγματοποιείται με γνώμονα μόνο μία μεμονωμένη κατηγορία επιχειρήσεων και τα ειδικότερα συμφέροντά της, αλλά πρέπει να αντικατοπτρίζει μέσω της αντιπροσωπευτικότητάς της τα συμφέροντα όλων των επιχειρήσεων του κλάδου.
50 Τέλος, αποτελεί έργο του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου να διευκρινίσει αν μπορεί μέσω των εθνικών ρυθμίσεων να αποκλειστεί η ύπαρξη καρτέλ, αν το δημόσιο συμφέρον λαμβάνεται πράγματι υπόψη και αν οι δημόσιες υπηρεσίες δεν έχουν μεταβιβάσει τις αρμοδιότητές τους σε ιδιώτες επιχειρηματίες. Η κρίση του αρμόδιου δικαστηρίου πρέπει τότε να προσανατολίζεται προς τη δημιουργία ενός πλαισίου για τον ανταγωνισμό όπως προβλέπεται από το κοινοτικό και το εθνικό δίκαιο.
Επί του έκτου ερωτήματος
51 Με το έκτο του ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί τι νοείται με τον όρο «συλλογική σύμβαση» βάσει του οποίου το αιτούν δικαστήριο θα μπορούσε να αποκλείσει την ύπαρξη απαγορευόμενης από το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ τιμολογιακής συμπράξεως.
52 Το ερώτημα αυτό αιτιολογείται με το ότι η εναγομένη εξέθεσε ότι το τίμημα που κατέβαλε είναι σύμφωνο προς μια συλλογική σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ των ενώσεων και επιχειρήσεων οδικών μεταφορέων που είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο και ενώσεων που εκπροσωπούν τους χρήστες. Δεδομένου όμως ότι η ενάγουσα προβάλλει ότι η συλλογική αυτή σύμβαση δεν μπορεί να της αντιταχθεί, διότι η ίδια δεν ανήκει σε καμία από τις υπογράφουσες ενώσεις, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι πρέπει να του δοθεί η δυνατότητα να εντοπίσει σε ποιες περιπτώσεις μία συλλογική σύμβαση επιτρέπεται κατά την κοινοτική έννομη τάξη και επομένως είναι δεσμευτική και για έναν συμβαλλόμενο που δεν είναι μέλος των ενώσεων που την έχουν υπογράψει.
53 Η Επιτροπή προβάλλει ότι δεν θα έπρεπε να εξεταστεί το ζήτημα ποια συλλογική σύμβαση πρέπει να εφαρμοστεί στη συμβατική σχέση των διαδίκων της κύριας δίκης, αλλά, αντιθέτως, αν συλλογικές συμβάσεις μπορούν κατά τη σύναψή τους να δεσμεύουν μη συμμετέχοντες επιχειρηματίες. Το ζήτημα αυτό δεν έχει εντούτοις καμία σχέση με το κοινοτικό δίκαιο. Αυτό έχει ως συνέπεια ότι τα περιστατικά της κύριας δίκης πρέπει, ως προς το ζήτημα αυτό, να κριθούν αποκλειστικά κατά το εθνικό δίκαιο.
54 Το Δικαστήριο εξέτασε στη σκέψη 29 της αποφάσεώς του Centro Servizi Spediporto τη δυνατότητα συνάψεως συλλογικών συμβάσεων δυνάμει του άρθρου 13 της υπουργικής αποφάσεως της 18ης Νοεμβρίου 1982. Συναφώς, διαπιστώνει απλώς ότι η δυνατότητα αυτή δεν άγει σε περιορισμό του ανταγωνισμού, αλλά επιτρέπει ορισμένες παρεκκλίσεις από τις υποχρεωτικές τιμές, αυξάνοντας, έτσι, τις δυνατότητες ανταγωνισμού. Ο γενικός εισαγγελέας Lιger επίσης εξέθεσε στο σημείο 33 των προτάσεών του ότι οι συναπτόμενες συλλογικές συμβάσεις δεν έχουν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού, αλλά αντιθέτως τη διεύρυνση των περιθωρίων χειρισμών των επιχειρηματιών, εφόσον προβλέπουν εξαίρεση από την εφαρμογή των περιθωρίων τιμών.
55 Η έννοια της «συλλογικής συμβάσεως» πρέπει να ορίζεται, ερμηνεύεται και να ελέγχεται ως προς την ορθή κατά νόμο εφαρμογή της από τα εθνικά κρατικά όργανα. Το ζήτημα επίσης αν μπορεί να αντιταχθεί σε μία μη συμμετέχουσα στη σύναψη μιας συλλογικής συμβάσεως επιχείρηση η ρύθμιση της συμβάσεως αυτής αποτελεί ζήτημα η απάντηση επί του οποίου εξαρτάται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο και για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να απαντήσει στο εν λόγω ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
Γ - Συμπέρασμα
56 Προτείνεται να δοθούν στα προδικαστικά ερωτήματα οι ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Τα άρθρα 3, στοιχεία σττ και ζζ, 5, 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ δεν απαγορεύουν εθνική νομοθετική διάταξη όταν τα υποχρεωτικά κόμιστρα οδικών μεταφορών εμπορευμάτων εγκρίνονται και καθίστανται εκτελεστά από δημόσια αρχή βάσει προτάσεως μιας επιτροπής συντιθέμενης κατά πλειοψηφία από εκπροσώπους των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, εφόσον εξασφαλίζεται ότι τα κόμιστρα αυτά καθορίζονται τηρουμένων των κατά νόμο καθορισθέντων κριτηρίων του δημοσίου συμφέροντος και, επιπλέον, οι δημόσιες υπηρεσίες δεν έχουν μεταβιβάσει τις αρμοδιότητές τους σε ιδιώτες επιχειρηματίες.
2) Τα άρθρα 3, στοιχεία σττ και ζζ, 5, 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ δεν απαγορεύουν ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επεκτείνει τα υποχρεωτικά επί συμβάσεων παροχής υπηρεσιών οδικής μεταφοράς κόμιστρα σε άλλα είδη συμβάσεων αναφερομένων σε διαφορετικές υπηρεσίες, όπως ειδικότερα τη σύμβαση αναθέσεως υπηρεσιών και/ή τη σύμβαση μισθώσεως, όταν στο πλαίσιο της ρυθμίσεως αυτής τηρούνται οι προαναφερθείσες αρχές του δημοσίου συμφέροντος και της μη μεταβιβάσεως του δικαιώματος λήψεως τελικής αποφάσεως των δημοσίων υπηρεσιών.
3) Η χρησιμοποιηθείσα από το Δικαστήριο στις υποθέσεις Reiff και Delta Schiffahrts- und Speditionsgesellschaft έννοια του γενικού συμφέροντος αντιστοιχεί στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος που το Δικαστήριο εφάρμοσε σε μία παρόμοια νομική κατάσταση με την απόφαση Centro Servizi Spediporto.
4) Οι όροι "γενικό συμφέρον" και "δημόσιο συμφέρον" αποτελούν όρους η ερμηνεία και ο έλεγχος των οποίων εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των επιμέρους κρατών μελών.
5) Αποτελεί έργο του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου να διευκρινίσει αν μπορεί μέσω των εθνικών ρυθμίσεων να αποκλειστεί η ύπαρξη καρτέλ, αν το δημόσιο συμφέρον λαμβάνεται πράγματι υπόψη και αν οι δημόσιες υπηρεσίες δεν έχουν μεταβιβάσει τις αρμοδιότητές τους σε ιδιώτες επιχειρηματίες. Η κρίση του αρμόδιου δικαστηρίου πρέπει τότε να προσανατολίζεται προς τη δημιουργία ενός πλαισίου για τον ανταγωνισμό όπως προβλέπεται από το κοινοτικό και το εθνικό δίκαιο.»
(1) - Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1995 στην υπόθεση C-96/94 (Συλλογή 1995, σ. Ι-2883).
(2) - Απόφαση στην υπόθεση C-96/94, που παρατέθηκε στην υποσημείωση 1, σκέψη 26.
(3) - Απόφαση στην υπόθεση C-96/94, που παρατέθηκε στην υποσημείωση 1, σκέψεις 26 έως 30.
(4) - Απόφαση στην υπόθεση C-96/94, παρατεθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 17.
(5) - Απόφαση στην υπόθεση C-96/94, παρατεθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 34.
(6) - Αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-185/91 (Συλλογή 1993, σ. Ι-5801), και της 9ης Ιουνίου 1994 στην υπόθεση C-153/93 (Συλλογή 1994, σ. Ι-2517).
(7) - Απόφαση στην απόφαση C-96/94, παρατεθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 22.
Full & Egal Universal Law Academy