Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του βελγικού δημοσίου και ορισμένων εισαγωγέων τυριού Kashkaval που παρασκευάζεται στην Ουγγαρία, το Hof van beroep te Antwerpen (Βέλγιο) υπέβαλε δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1767/82 της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1982, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής των ειδικών εισφορών κατά την εισαγωγή ορισμένων γαλακτοκομικών προϋόντων (1) (στο εξής: κανονισμός 1767/82 ή κανονισμός).
2 Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να δοθεί ερμηνεία ως προς την πρώτη ύλη που πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την παρασκευή του τυριού Kashkaval και ζητεί να πληροφορηθεί τις συνέπειες που απορρέουν από ενδεχόμενη μη τήρηση των προϋποθέσεων που ισχύουν για την έκδοση του πιστοποιητικού εισαγωγής που προβλέπεται από τον κανονισμό αυτό.
Ι - Η εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία
3 Το Συμβούλιο, με τον κανονισμό αυτού (ΕΟΚ) 2307/70, της 10ης Νοεμβρίου 1970 (2), θέσπισε μια αυτοτελή προτιμησιακή εισφορά που εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στους «τυρούς από πρόβειο γάλα, οι οποίοι ονομάζονται Kashkaval» (τρίτη αιτιολογική σκέψη).
4 Κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών το προτιμησιακό σύστημα είχε προβλεφθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2915/79 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1979, περί καθορισμού των ομάδων προϋόντων και των ειδικών διατάξεων σχετικά με τον υπολογισμό των εισφορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων και περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 950/68 «περί του κοινού δασμολογίου» (3).
5 Στη συνέχεια, ο κανονισμός ΕΟΚ 1463/82 του Συμβουλίου, της 27ης Μαου 1982 (4), τροποποίησε τον κανονισμό 2915/79 όσον αφορά τους όρους υπαγωγής ορισμένων τυριών σε ορισμένες δασμολογικές κλάσεις, καθώς και τον κανονισμό 950/68. Το τυρί Kashkaval υπάγεται στην δασμολογική κλάση 04.04 Ε Ι β 2. Όπως και στους προπαρατεθέντες κανονισμούς, μια σημείωση διευκρίνιζε ότι «η υπαγωγή στο ευεργέτημα της ποσοστώσεως αυτής (...) εξαρτώνται από τους όρους που καθορίζουν οι αρμόδιες αρχές».
6 Από την 1η Ιανουαρίου 1988, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (5), τροποποίησε τη δασμολογική ονοματολογία του κοινού δασμολογίου. Εφεξής, το τυρί Kashkaval υπάγεται στον κωδικό NC 0406 90 29 στον οποίο αντιστοιχεί μια υποσημείωση (2) κατά την οποία «τα τυριά που εισάγονται από τρίτη χώρα στο πλαίσιο ειδικής συμφωνίας που έχει συναφθεί μεταξύ της χώρας αυτής και της Κοινότητας και για τα οποία προσκομίζεται πιστοποιητικό ΙΜΑ 1 που εκδίδεται με τους όρους που προβλέπονται από τις σχετικές κοινοτικές διατάξεις, υπόκεινται σε μειωμένη εισφορά».
7 Οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Kashkaval μπορεί να εισαχθεί με μειωμένη εισφορά καθορίζονται με κανονισμούς της Επιτροπής. Κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών εφαρμοστέος ήταν ο προπαρατεθείς κανονισμός 1767/82.
8 Το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού 1767/82 ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 αυτού:
«1. Οι εισφορές κατά την εισαγωγή που εφαρμόζονται για τα προϋόντα που εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΟΚ) 2915/79 καθορίζονται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού.
2. Τα προϋόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι τυγχάνουν των αναφερομένων εισφορών κατά την εισαγωγή μόνον εάν προσκομίζεται πιστοποιητικό ΙΜΑ 1 σε έντυπο που συμφωνεί με το πρώτυπο που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙ και αν τηρούνται οι όροι που καθορίζονται στον κανονισμό αυτό.»
Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2:
«1. Για κάθε είδος και για κάθε τρόπο προσφοράς των προϋόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 πρέπει να συμπληρώνεται πιστοποιητικό.
2. Το πιστοποιητικό πρέπει να περιλαμβάνει για κάθε είδος και για κάθε τρόπο προσφοράς των προϋόντων τα στοιχεία που εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΙΙ.»
Τέλος, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει:
«1. Το πιστοποιητικό ισχύει μόνο αφού συμπληρωθεί και θεωρηθεί δεόντως από έναν οργανισμό εκδόσεως που αναφέρεται στο παράρτημα IV.»
9 Το παράρτημα Ι του κανονισμού 1767/82 αναφέρεται με τον αριθμό του Kοινού Δασμολογίου 1) ex 04.04 E I b) 2 στο τυρί Kashkaval χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνιση ως προς την πρώτη ύλη από την οποία πρέπει να παρασκευάζεται το τυρί αυτό.
10 Το παράρτημα ΙΙ περιέχει το πρότυπο που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού.
11 Στο παράρτημα ΙΙΙ καθορίζονται οι κανόνες για την έκδοση των πιστοποιητικών και προβλέπεται, όσον αφορά το τυρί Kashkaval, ότι, εκτός από τους χώρους 1 έως 6, 9, 17 και 18, πρέπει να συμπληρώνεται:
«2. Ο χώρος αριθ. 10 με την ένδειξη "αποκλειστικά γάλα προβάτου εθνικής παραγωγής".»
ΙΙ - Τα περιστατικά και η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου
12 Μεταξύ της 24ης Δεκεμβρίου 1987 και της 13ης Οκτωβρίου 1988, η επιχείρηση Foodic BV (στο εξής: Foodic) εισήγαγε 860 000 κιλά τυριού Kashkaval Ουγγαρίας. Κάθε μία από τις δεκαέξι διασαφήσεις εισαγωγής συνοδευόταν, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1767/82, από ένα πιστοποιητικό ΙΜΑ 1. Σε όλα τα πιστοποιητικά αυτά αναφερόταν ότι επρόκειτο για τυρί Kashkaval παρασκευασθέν από γάλα αγελάδας.
13 Οι βελγικές αρχές εισέπραξαν για το τυρί αυτό την εισφορά με προτιμησιακό συντελεστή. Στα πλαίσια ελέγχου που πραγματοποιήθηκε στα τέλη του Οκτωβρίου 1988 οι βελγικές αρχές αντιλήφθηκαν ότι το εισαχθέν Kashkaval είχε παρασκευασθεί από γάλα αγελάδας. Θεωρώντας ότι, κατά την κοινοτική ρύθμιση, το προτιμησιακό σύστημα έχει εφαρμογή μόνο σε Kashkaval που παρασκευάζεται αποκλειστικά από πρόβειο γάλα, οι βελγικές αρχές ζήτησαν, κατά συνέπεια, στις 18 Δεκεμβρίου 1989, από τη Foodic να καταβάλει ένα ποσό αντίστοιχο προς τη διαφορά μεταξύ του ποσού των εισφορών που εφαρμόζονται κανονικά και του ποσού των προτιμησιακών εισφορών που είχαν ήδη καταβληθεί.
14 Δεδομένου ότι η Foodic δεν κατέβαλε το ποσό αυτό, το βελγικό δημόσιο άσκησε αγωγή κατ' αυτής, στις 8 Ιανουαρίου 1992, ζητώντας την καταβολή του ποσού των 66 424 325 βελγικών φράγκών (BFR) που αντιστοιχεί στο ποσό των συμπληρωματικών εισφορών και των εγγυήσεων που είχαν παρασχεθεί και καταπέσει συνεπεία του γεγονότος της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως των πιστοποιητικών εισαγωγής.
15 Στις 29 Ιουνίου 1994, το Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen εξέδωσε απόφαση απορρίπτοντας κατ' ουσίαν το αίτημα του βελγικού δημοσίου.
16 Το βελγικό δημόσιο άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Hof van beroep te Antwerpen.
ΙΙΙ - Τα προδικαστικά ερωτήματα
17 Κρίνοντας ότι αντιμετωπίζει δυσχέρειες ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1767/82, το Hof van beroep te Antwerpen ζήτησε, με παρεμπίπτουσα απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1997, από το Δικαστήριο να απαντήσει στα ακόλουθα δύο προδικατικά ερωτήματα:
«1) Νοείται ως Kashkaval κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1767/82 μόνον το τυρί που παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα;
2) Πληροί ένα πιστοποιητικό ΙΜΑ 1, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΟΚ) 1767/82 αλλά συμπληρώθηκε σε αντίθεση προς τις οδηγίες που διατυπώνονται στα παραρτήματα του κανονισμού αυτού, τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 του εν λόγω κανονισμού, αν δε όχι, συνεπάγεται το γεγονός αυτό απώλεια του δικαιώματος μειωμένου εισαγωγικού δασμού;»
Ως προς το πρώτο ερώτημα
18 Από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει, κατά τους εφεσίβλητους της κύριας δίκης (τους εισαγωγείς), ότι το Kashkaval μπορεί επίσης να παρασκευάζεται από γάλα αγελάδας. Τονίζουν ότι η ουγγρική αρχή που συμπλήρωσε το πιστοποιητικό ΙΜΑ 1 ανέφερε ρητώς στον χώρο 10 του εντύπου ότι πρόκειται για τυρί από γάλα αγελάδας, επιβεβαιώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο, κατ' αυτούς, ότι το Kashkaval μπορεί κάλλιστα να παρασκευάζεται από γάλα αυτού του είδους, χωρίς για τον λόγο αυτό να χάνει την ονομασία Kashkaval.
19 Εντούτοις, το καίριο ζήτημα εν προκειμένω είναι αν το τυρί Kashkaval αυτού του τύπου μπορεί να τυγχάνει προτιμησιακών εισφορών κατά την ισχύουσα κοινοτική ρύθμιση.
20 Ο κανονισμός 1767/82 ορίζει στη δεύτερη αιτιολογική του σκέψη ότι «η αποδοχή σε δασμολογικές κλάσεις δεν αποτελεί το μοναδικό στοιχείο για την εφαρμογή της ειδικής εισφοράς».
21 Στη συνέχεια προβλέπει, στο άρθρο 1, παράγραφος 2, ότι πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις για να είναι δυνατή η εφαρμογή του προτιμησιακού συστήματος, ήτοι:
- η προσκόμιση πιστοποιητικού ΙΜΑ 1 σύμφωνα με το πρώτυπο που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙ
και
- η τήρηση των όρων που καθορίζονται στον κανονισμό 1767/82.
22 Η μια από τις προϋποθέσεις αυτές που πρέπει να τηρούνται προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, κατά το οποίο το πιστοποιητικό πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία που εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΙΙ.
23 Το παράρτημα ΙΙΙ ορίζει, στο σημείο 1, όσον αφορά το τυρί Kashkaval, ότι στον χώρο 10 του πιστοποιητικού ΙΜΑ 1 πρέπει να περιέχεται η ένδειξη «αποκλειστικά πρόβειο γάλα εθνικής παραγωγής».
24 Επομένως, όπως φαίνεται, είναι σαφές ότι η θέληση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να παρέχεται το ευεργέτημα της προτιμησιακής εισφοράς μόνο για το τυρί Kashkaval που παρασκευάζεται αποκλειστικά από πρόβειο γάλα.
25 Εντούτοις, στις γραπτές τους παρατηρήσεις οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης προβάλλουν ότι «στο κείμενο του κανονισμού (ΕΟΚ) 1767/82 της 1ης Ιουλίου 1982, δεν γίνεται διάκριση ως προς το τυρί Kashkaval ανάλογα με το αν το τυρί αυτό παρασκευάζεται από γάλα αγελάδας ή από πρόβειο γάλα. Η λεπτή αυτή διαφορά διατυπώνεται μόνο στο παράρτημα, πλην όμως τίθεται το ερώτημα αν το κείμενο του παραρτήματος του κανονισμού υπερισχύει του ίδιου του κειμένου του κανονισμού αυτού. Η απάντηση είναι ασφαλώς όχι» (σημείο 16 του υπομνήματος που κατατέθηκε στο Δικαστήριο).
26 Λίγο παρακάτω, οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης προσθέτουν: «Δεδομένου ότι το αρχικό κείμενο του εν λόγω κανονισμού έκανε λόγο στον δασμολογικό του κώδικα μόνο για Kashkaval και για τίποτε άλλο, το βελγικό δημόσιο δεν μπορεί να κάνει διάκριση ανάλογα με το αν πρόκειται για τυρί από γάλα ή από πρόβειο γάλα.» Με την έκφραση «δασμολογικός κώδικας» οι εφεσίβλητοι αναφέρονται ασφαλώς στο παράρτημα Ι του κανονισμού.
27 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, διότι δεν είναι δυνατόν να στηρίζεται μια συλλογιστική στα άρθρα του κανονισμού χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα παραρτήματα ή να λαμβάνεται υπόψη μόνο το παράρτημα Ι και να αγνοείται πλήρως το παράρτημα ΙΙΙ.
28 Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε το παράρτημα Ι (πλην μιας εξαιρέσεως) παρέχει στοιχεία όσον αφορά την πρώτη ύλη που χρησιμοποιείται για την παρασκευή των άλλων τυριών που απαριθμούνται σ' αυτό με την ονομασία τους (π.χ., Emmental, Cheddar, Tilsit και Finlandia). Ως προς όλα αυτά τα τυριά πρέπει να λαμβάνεται ως βάση το παράρτημα ΙΙΙ στο οποίο αναφέρεται, όσον αφορά τα περισσότερα από τα οικεία τυριά, η πρώτη ύλη που πρέπει να χρησιμοποιείται. Επομένως, το παράρτημα ΙΙΙ αποτελεί διευκρίνιση του παραρτήματος Ι. Τα δύο παραρτήματα αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ένα σύνολο.
29 Επομένως, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατό να υπερτερεί το κείμενο του παραρτήματος Ι σε σχέση με το κείμενο του παραρτήματος ΙΙΙ, είναι αναμφισβήτητη η θέληση του κοινοτικού νομοθέτη να μην είναι δυνατή η χορήγηση του ευεργετήματος των προτιμησιακών εισφορών παρά μόνο για το τυρί Kashkaval που παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα.
30 Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται επιπλέον, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπής στις γραπτές της παρατηρήσεις, από το γεγονός ότι η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2307/70 αναφέρεται «στους τυρούς από πρόβειο γάλα, οι οποίοι ονομάζονται "Kashkaval"». Έτσι, το Συμβούλιο, όταν έθεσε, για πρώτη φορά, το τυρί Kashkaval υπό τη ρύθμιση της προτιμησιακής εισφοράς, διευκρίνισε ότι μόνο για το τυρί Kashkaval που παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα ήταν δυνατή η προτιμησιακή μεταχείριση. Η Επιτροπή υπενθυμίζει εύστοχα ότι το Συμβούλιο δεν τροποποίησε έκτοτε την απόφασή του.
31 Επιπλέον, η χρησιμοποίηση του επιρρήματος «αποκλειστικά» καθιστά εμφανές ότι κανένας άλλος τύπος γάλακτος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται στην παρασκευή του τυριού Kashkaval, πάντοτε βεβαίως κατά την έννοια του κανονισμού 1767/82.
32 Προς στήριξη της απόψεώς τους, οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης επικαλούνται ακόμη τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1225/90 της Επιτροπής, της 10ης Μαου 1990 (6), ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 1767/82, προσθέτοντας ιδίως στην ονομασία Kashkaval που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι τη μνεία «που παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα». Υποστηρίζουν ότι μόλις από της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού αυτού οι προτιμησιακοί δασμοί έχουν εφαρμογή μόνο για Kashkaval που παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα.
33 Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1225/90 προκύπτει πράγματι ότι ακριβώς λόγω των δυσκολιών που ανέκυψαν κατά την περιγραφή του τυριού Kashkaval στη συμπλήρωση του πιστοποιητικού ΙΜΑ 1 η Επιτροπή διατύπωσε τη διευκρίνιση αυτή.
34 Παρά ταύτα, είναι γεγονός ότι ο εισαγωγέας που επιθυμεί να τύχει της εφαρμογής του προτιμησιακού συστήματος οφείλει να διαβάσει πολύ προσεκτικά ολόκληρο το κειμένο στο οποίο καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος αυτού, συμπεριλαμβανομένων των ενδείξεων που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να συμπληρωθεί το ειδικό έντυπο.
35 Η διευκρίνιση που διατυπώθηκε στο παράρτημα Ι ουδόλως τροποποίησε το καθεστώς που ίσχυε για το εν λόγω τυρί, όπως αυτό προέκυπτε μέχρι τότε από τον συνδυασμό των άρθρων του κανονισμού, του παραρτήματος Ι και του παραρτήματος ΙΙΙ.
36 Εξάλλου, η Επιτροπή, όπως ορθώς υπογραμμίζει, δεν ήταν αρμόδια να μεταβάλει τα χαρακτηριστικά του εν λόγω τυριού Kashkaval, δεδομένου ότι αυτά είχαν καθοριστεί από το Συμβούλιο με τον κανονισμό 2307/70.
37 Επομένως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απάντηση στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να είναι καταφατική: το τυρί Kashkaval, στο οποίο αναφέρεται ο κανονισμός 1767/82, πρέπει να έχει παρασκευασθεί αποκλειστικά από πρόβειο γάλα.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα
38 Το δεύτερο ερώτημα μπορεί να υποδιαιρεθεί σε δύο σκέλη. Το Hof van beroep te Antwerpen επιθυμεί κατ' αρχάς να πληροφορηθεί αν ένα πιστοποιητικό ΙΜΑ 1 που συμπληρώθηκε κατά παράβαση των οδηγιών που διατυπώνονται στα παραρτήματα του κανονισμού 1767/82 ανταποκρίνεται στις επιταγές του κανονισμού αυτού.
39 Επιβάλλεται εκ προοιμίου μια παρατήρηση: το Hof van beroep te Antwerpen, με το δεύτερο ερώτημά του, αναφέρεται στις επιταγές του άρθρου 2 του κανονισμού 1767/82. Όμως, το άρθρο 2 αφορά μόνο τις ουσιαστικές πτυχές του πιστοποιητικού ΙΜΑ 1. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να πρόκειται για σφάλμα κατά τη δακτυλογράφηση, επειδή το ερώτημα δεν μπορεί παρά να αφορά τις επιταγές του άρθρου 1 του κανονισμού 1767/82. Θα απαντήσω στο ερώτημα βάσει αυτού του άρθρου.
40 Το άρθρο 1 επιβάλλει την υποχρέωση τηρήσεως των προϋποθέσεων που ορίζονται στον κανονισμό. Μια από αυτές τις προϋποθέσεις διατυπώνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, κατά το οποίο το πιστοποιητικό ΙΜΑ 1 πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΙΙ.
41 Εξάλλου, από το άρθρο 5, παράγραφος 1, προκύπτει ότι το «πιστοποιητικό ισχύει μόνο αφού συμπληρωθεί (...) δεόντως».
42 Επομένως, η αναφορά των στοιχείων που επιβάλλει το παράρτημα ΙΙΙ αποτελεί προϋπόθεση ισχύος του πιστοποιητικού, το δε πιστοποιητικό που δεν περιέχει όλα τα ακριβή στοιχεία που απαιτούνται από το παράρτημα ΙΙΙ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 1 του κανονισμού 1767/82.
43 Όμως, το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 1767/82 ορίζει, όσον αφορά το τυρί Kashkaval, ότι ο χώρος αριθ. 10 φέρει την ένδειξη:
«αποκλειστικά πρόβειο γάλα εθνικής παραγωγής».
44 Επιπλέον, από την απάντηση που προτείνεται να δοθεί στο πρώτο ερώτημα προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είχε συνεχώς την πρόθεση το σύστημα των προτιμησιακών εισφορών να εφαρμόζεται αποκλειστικά υπέρ του τυριού Kashkaval που παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα. Η επιβαλλόμενη από το παράρτημα ΙΙΙ μνεία στον χώρο αριθ. 10 των πιστοποιητικών εισαγωγής Kashkaval δεν αποτελεί, επομένως, απλώς τυπική αλλά και ουσιαστική επίσης προϋπόθεση.
45 Επομένως, ως απάντηση στο πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος πρέπει να γίνει δεκτό ότι ένα πιστοποιητικό ΙΜΑ 1 που χορηγείται κατ' εφαρμογή του κανονισμού 1767/82, αλλά συμπληρώνεται κατά παράβαση των οδηγιών που διατυπώνονται στα παραρτήματα του κανονισμού αυτού, δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές του κανονισμού αυτού.
46 Το Hof van beroep te Antwerpen ερωτά με το δεύτερο σκέλος του ερωτήματός του αν το γεγονός αυτής της μη τηρήσεως συνεπάγεται «απώλεια του δικαιώματος μειωμένου εισαγωγικού δασμού» [βλ. σημείο 17, ερώτημα 2].
47 Οι συνέπειες που απορρέουν από τη μη τήρηση των επιταγών του κανονισμού 1767/82 περιέχονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2. Το άρθρο αυτό προβλέπει, πράγματι, το επαναλαμβάνω, ότι το προτιμησιακό καθεστώς δεν εφαρμόζεται στα οικεία προϋόντα παρά μόνον εάν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός.
48 Η εν λόγω παράγραφος 2 αντικατροπτρίζει την πρόθεση του νομοθέτη όπως διατυπώνεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1767/82, κατά την οποία «η αποδοχή σε δασμολογικές κλάσεις δεν αποτελεί το μοναδικό στοιχείο για την εφαρμογή της ειδικής εισφοράς».
49 Η προσκόμιση πιστοποιητικού ΙΜΑ 1 που αντιστοιχεί σε όλες τις επιταγές του κανονισμού 1767/82 και συνιστά, ιδίως από ουσιαστική και τυπική άποψη, τήρηση όλων των οδηγιών που διατυπώνονται στο παράρτημα ΙΙΙ αποτελεί επομένως αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να είναι δυνατή η εφαρμογή του καθεστώτος των προτιμησιακών εισφορών.
50 Εντούτοις, οι αναιρεσίβλητοι της κύριας δίκης υποστηρίζουν επιπλέον ότι ο κανονισμός δεν προβλέπει κύρωση, επομένως, είναι βέβαιο ότι το προτιμησιακό καθεστώς ισχύει γι' αυτούς.
51 Κατά την άποψη αυτή, τα εισαγόμενα προϋόντα τυγχάνουν του παρεχόμενου με τον κανονισμό ευεργετήματος του καθεστώτος αυτού, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις που ορίζονται με τον εν λόγω κανονισμό (άρθρο 1, παράγραφος 2), μάλιστα δε ακόμη και αν τα προσκομιθέντα πιστοποιητικά δεν ήταν έγκυρα (άρθρο 5, παράγραφος 1).
52 Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν πράγματι παράλογο. Ένα καθεστώς που συνιστά εξαίρεση δεν χρειάζεται να προβλέπει κυρώσεις. Αν οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται δεν πληρούνται, εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως οι κοινές διατάξεις.
53 Κατά συνέπεια, εσφαλμένως οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης επικαλούνται την αρχή της αναλογικότητας. Εξ ορισμού, ένα σύστημα κοινών διατάξεων το οποίο δεν έχει αυτό καθ' αυτό αποτελέσει αντικείμενο αιτιάσεων δεν μπορεί να επιβαρύνει δυσαναλόγως έναν εισαγωγέα.
54 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προτιμησιακό καθεστώς δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε εισαγωγές που πραγματοποιούνται μέσω πιστοποιητικών ΙΜΑ 1 τα οποία δεν αντιστοιχούν στις απαιτούμενες από τον κανονισμό 1767/82 προϋποθέσεις.
55 Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα απαντούσε με αυτό το πνεύμα στα ερωτήματα που υπέβαλε το Hof van beroep te Antwerpen, οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης επικαλούνται τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της «εκ των υστέρων» εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (7).
56 Τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο δεν αφορούν ερμηνεία αυτής της διατάξεως. Εντούτοις, στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως τονίζεται ότι οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης προέβαλαν το επιχείρημα αυτό, το δε αιτούν δικαστήριο παραθέτει τον κανονισμό 1697/79 μεταξύ των κανονισμών που θέτουν προβλήματα ερμηνείας στο πλαίσιο της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.
57 Κατά συνέπεια, νομίζω ότι είναι χρήσιμο να υπομνησθούν ορισμένες αρχές που έχει συναγάγει το Δικαστήριο όσον αφορά τη διάταξη αυτή, εξυπακουομένου ότι εναπόκειται αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
58 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 προβλέπει:
«2. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως "εκ των υστέρων" ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμόδιων αρχών που λογικά δεν ήταν δυνατόν να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως.»
59 Επομένως, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 εξαρτά από τρεις προϋποθέσεις τη δυνατότητα, όσον αφορά τις αρμόδιες αρχές, να μην προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη, οι οποίες τρεις προϋποθέσεις εφαρμόζονται σωρευτικώς:
- οι δασμοί δεν καταβλήθηκαν συνεπεία λάθους αυτών των ίδιων των αρμόδιων αρχών·
- ο φορολογούμενος ενήργησε καλοπίσως, δηλαδή δεν μπόρεσε να διαπιστώσει το λάθος των αρμοδίων αρχών·
- ο φορολογούμενος τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή του διασάφηση.
60 Όσον αφορά το κριτήριο του «λάθους των αρμοδίων αρχών», είναι βέβαιο ότι κακώς η αρχή της χώρας εξαγωγής, δηλαδή της Ουγγαρίας, χορήγησε πιστοποιητικά ΙΜΑ 1 για τυριά που έχουν παρασκευασθεί από γάλα αγελάδας.
61 Ομοίως, εσφαλμένως η αρμόδια αρχή της χώρας εισαγωγής εισέπραξε τη μειωμένη εισφορά, ενώ στα πιστοποιητικά ΙΜΑ 1 αναφερόταν ότι το τυρί είχε παρασκευασθεί από γάλα αγελάδας. Μια επαλήθευση βάσει του κανονισμού 1767/82 θα είχε καταστήσει σαφές ότι τέτοιου είδους προϋόντα δεν μπορούσαν να τύχουν του προτιμησιακού καθεστώτος.
62 Ενήργησε ο φορολογούμενος καλοπίστως;
63 Αναντίρρητα, ο φορολογούμενος δεν ενήργησε εν προκειμένω δολίως και δεν κατέφυγε σε απατηλά τεχνάσματα υπό την έννοια ότι δεν περιήγαγε σε πλάνη τις ουγγρικές ή βελγικές αρχές ως προς την πρώτη ύλη που χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή των τυριών αυτών. Αντιθέτως, κάκιστα ζήτησε από τις αρχές της χώρας εξαγωγής τη χορήγηση πιστοποιητικών ΙΜΑ 1 για προϋόντα που δεν μπορούσαν να τύχουν του προτιμησιακού καθεστώτος.
64 Υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει αν ο υπόχρεος θα μπορούσε να έχει ανακαλύψει το σφάλμα των αρμοδίων αρχών, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως του σφάλματος, της επαγγελματικής πείρας του ενδιαφερομένου επιχειρηματία, καθώς και της επιδειχθείσας από αυτόν επιμελείας (8).
65 Ως προς τη φύση του σφάλματος, το Δικαστήριο διευκρινίζει απαρέγκλιτα ότι πρέπει να εξετάζεται αν η οικεία ρύθμιση είναι περίπλοκη ή αν, αντιθέτως, είναι επαρκώς απλή ώστε από την εξέταση των περιστατικών να είναι εύκολη η διαπίστωση του σφάλματος.
66 Ήταν ο κανονισμός τόσο άσχημα διατυπωμένος, κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι τελείως καλόπιστα ο υπόχρεος υπέβαλε τις αιτήσεις του για τη χορήγηση πιστοποιητικών και ότι, επιπλέον, δεν ήταν δυνατό να διαπιστώσει το σφάλμα των αρμοδίων αρχών;
67 Όπως είδαμε ανωτέρω, η Επιτροπή αναγνώρισε στην προπαρατεθείσα δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτής 1225/90 ότι «παρουσιάστηκαν ορισμένες δυσκολίες για την περιγραφή του τυριού αυτού κατά τον καθορισμό του πιστοποιητικού ΙΜΑ 1». Κατά συνέπεια, αντικατέστησε στο παράρτημα Ι του κανονισμού 1767/82 τον χαρακτηρισμό «Kashkaval» με τον χαρακτηρισμό «Kashkaval που παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα», παρέχοντας συγχρόνως και άλλες διευκρινίσεις ως προς τα χαρακτηριστικά του τυριού αυτού.
68 Όμως, όπως ήδη εξέθεσα σε σχέση με την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, έχω τη γνώμη ότι ένας επαγγελματίας εισαγωγέας που ζητεί να τύχει του ευεργετήματος του καθεστώτος εξαιρέσεως όφειλε να διαβάσει τον κανονισμό στο σύνολό του. Έπρεπε μάλιστα να διαβάσει με ιδιαίτερη προσοχή το παράρτημα ΙΙΙ προκειμένου να είναι σε θέση να παράσχει στην αρχή της χώρας εξαγωγής όλα τα στοιχεία που αυτή χρειαζόταν για την έκδοση του πιστοποιητικού.
69 Τρίτον, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν τηρήθηκαν όλες οι διατάξεις της ισχύουσας ρυθμίσεως. Όμως, από τις προτεινόμενες ανωτέρω απαντήσεις όσον αφορά το πρώτο ερώτημα και το πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, προκύπτει σαφώς, κατά τη γνώμη μου, ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις της ισχύουσας ρυθμίσεως.
70 Οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης επικαλούνται ομοίως την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί η απόφαση της 26ης Απριλίου 1988 (9), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έναντι σαφούς διατάξεως νομοθετήματος κοινοτικού δικαίου και ότι η συμπεριφορά μιας εθνικής αρχής επιφορτισμένης με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, συμπεριφορά αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εκ μέρους του επιχειρηματία ότι θα τύχει μεταχειρίσεως αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο».
Πρόταση
71 Ενόψει όλων των ανωτέρω, έχω τη γνώμη ότι στα δύο ερωτήματα που υπέβαλε το Hof van beroep te Antwerpen πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«1) Με τον όρο Kashkaval ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1767/82 της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1982, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής των ειδικών εισφορών κατά την εισαγωγή ορισμένων γαλακτοκομικών προϋόντων, αναφέρεται στο τυρί που παρασκευάζεται αποκλειστικά από πρόβειο γάλα.
2) Πιστοποιητικό ΙΜΑ 1 που χορηγείται κατ' εφαρμογή του κανονισμού 1767/82, αλλά συμπληρώνεται κατά παράβαση των οδηγιών που διατυπώνονται στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού αυτού, δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού και, κατά συνέπεια, το καθεστώς προτιμησιακών εισφορών δεν έχει εφαρμογή στις εισαγωγές που πραγματοποιούνται μέσω ενός τέτοιου πιστοποιητικού.»
(1) - ΕΕ L 196, σ. 1.
(2) - Κανονισμός περί τροποποιήσεως, ιδίως ως προς ορισμένους τυρούς, του κανονισμού (ΕΟΚ) 823/68 περί προσδιορισμού των ομάδων προϋόντων και των ειδικών διατάξεων για τον υπολογισμό των εισφορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 53).
(3) - ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 18.
(4) - ΕΕ L 159, σ. 1.
(5) - ΕΕ L 256, σ. 1.
(6) - ΕΕ L 120, σ. 56.
(7) - ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254.
(8) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 1ης Απριλίου 1993, C-250/91, Hewlett Packard France (Συλλογή 1993, σ. Ι-1819, σκέψη 22).
(9) - 316/86, Krόcken (Συλλογή 1988, σ. 2213, σκέψη 24).
Full & Egal Universal Law Academy