Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η προσφυγή την οποία άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει ως αντικείμενο την εν μέρει ακύρωση της αποφάσεως 96/701/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 1996, για τροποποίηση της απόφασης 96/311/ΕΚ σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Eγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992 καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (1), καθόσον η Επιτροπή, με την απόφαση αυτή, καταλόγισε σε βάρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας συνολικό ποσό 19 591 000 γερμανικών μάρκων (DM) (στο εξής: καταλογισμός).
2 Το εν λόγω ποσό αντιστοιχεί σε κατ' αποκοπήν διόρθωση 2 % του συνόλου των δαπανών που δηλώθηκαν για την παράδοση βοείου κρέατος στην παρέμβαση κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1992.
3 Η Επιτροπή προέβη στην κατ' αποκοπήν αυτή διόρθωση δυνάμει των «κατευθυντηρίων της γραμμών για τις κατ' αποκοπήν διορθώσεις σε περίπτωση αδυναμιών στους ελέγχους που πραγματοποιούνται από τα κράτη μέλη». Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές προβλέπουν κατ' αποκοπήν μειώσεις 2, 5, μάλιστα δε 10 % ανάλογα με τη σοβαρότητα των αδυναμιών. Η μείωση του 2 %, που εφαρμόστηκε εν προκειμένω, πραγματοποιείται «αν η αμέλεια περιορίζεται σε ορισμένα στοιχεία του συστήματος ελέγχου που είναι μικρής σημασίας ή στην εφαρμογή ελέγχων που δεν είναι ουσιώδεις για τη διασφάλιση του σύννομου της δαπάνης, οπότε μπορεί λογικώς να συναχθεί ότι ο κίνδυνος απωλειών για το ΕΓΤΠΕ ήταν ασήμαντος».
4 Η Επιτροπή δικαιολογεί την κατ' αποκοπήν αυτή μείωση αναφερόμενη σε ορισμένες αδυναμίες τις οποίες αντελήφθη στο πλαίσιο ελέγχων των μέτρων αγοράς και πωλήσεως καθώς και αποθεματοποιήσεως του βοείου κρέατος παρεμβάσεως, που πραγματοποιήθηκαν το 1993 και 1994 στο Bundesanstalt fόr landwirtschaftliche Marktordnung (γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως, στο εξής: BALM), τεσσάρων ψυκτικών αποθηκών, καθώς και βάσει των ετησίων απογραφών των 107 ψυκτικών αποθηκών που υφίστανται στη Γερμανία.
5 Πιο συγκεκριμένα, η Επιτροπή, στη συνθετική της έκθεση περί των αποτελεσμάτων των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1993 (2), διατύπωσε μια σειρά επικρίσεων που αφορούν τους ελέγχους κατά την είσοδο στην αποθεματοποίηση, κατά τη διάρκεια της αποθεματοποιήσεως και κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση του κρέατος.
6 Οι αδυναμίες αυτές ως προς τον έλεγχο συνιστούν, κατά την Επιτροπή, παραβάσεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (3), καθώς και των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 618/90 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1990, περί καθορισμού των κανόνων για την κατάρτιση της ετήσιας απογραφής των γεωργικών προϋόντων στη δημόσια παρέμβαση (4).
7 Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι οι διαπιστώσεις της και η κατ' αποκοπήν διόρθωση του 2 % αφορούν τις ανεπάρκειες ελέγχου στο σύνολό τους, ήτοι αδυναμίες που αφορούν και τα τρία στάδια (ελέγχου κατά την παραλαβή, κατά τη διάρκεια της αποθεματοποιήσεως και κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση) και όχι τις ανεπάρκειες καθενός από τα τρία αυτά στάδια. Κατά την Επιτροπή, αυτά είναι ακριβώς τα αδύνατα σημεία του γερμανικού συστήματος ελέγχου που δημιουργούν κίνδυνο για τους κοινοτικούς πόρους. Προσθέτει ότι περιορίστηκε σε διόρθωση 2 %, διότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσπάθησε να εξαλείψει τις διαπιστωθείσες ελλείψεις και διότι επιμέρους έλεγχοι κατέστησαν πράγματι δυνατή την αποκάλυψη καταχρήσεων.
Ι - Το ιστορικό της διαφοράς
8 Κατά τα έτη 1994 και 1995 πραγματοποιήθηκαν, με διαφορετική συχνότητα, ανταλλαγές παρατηρήσεων και συζητήσεις, μία από τις οποίες στις 20 Ιανουαρίου 1995 στα γραφεία του BALM στη Φραγκφούρτη, μεταξύ των αρμοδίων γερμανικών αρχών και της Επιτροπής οι οποίες παρέμειναν άκαρπες. Στη συνέχεια, η Γερμανική Κυβέρνηση ζήτησε, στις 15 Δεκεμβρίου 1995, να κινηθεί η διαδικασία συμβιβασμού, σύμφωνα με την απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεως (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (5). Το συμβιβαστικό όργανο, αφού τους υπέβαλε έναν κατάλογο ερωτημάτων, άκουσε τις παρατηρήσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής και των γερμανικών υπηρεσιών.
9 Την 1η Μαρτίου 1996, το συμβιβαστικό όργανο κατέληξε, ενόψει των διαφορετικών εκτιμήσεων της Επιτροπής και των γερμανικών υπηρεσιών, σε προσωρινά συμπεράσματα και πρότεινε στα δύο μέρη διάλογο σε βάθος προκειμένου να επιτευχθεί σύμπτωση εκτιμήσεων των περιστατικών.
10 Με έγγραφο της 19ης Μαρτίου 1996 προς το συμβιβαστικό όργανο, οι γερμανικές υπηρεσίες δήλωσαν ότι ήσαν κατ' αρχήν διαθέσιμες για μια νέα συζήτηση με την Επιτροπή, επισημαίνοντας πάντως ότι μια τέτοια συζήτηση συμβιβασμού δεν θα είχε νόημα παρά μόνον αν η Επιτροπή ήταν διατεθειμένη να επιδιώξει έναν εποικοδομητικό συμβιβασμό.
11 Με έγγραφο της 21ης Μαρτίου 1996, οι υπηρεσίες της Επιτροπής γνωστοποίησαν ότι ενέμεναν στην άποψή τους και ότι, καίτοι η Επιτροπή δεν είχε αντιρρήσεις για μια τέτοια συζήτηση, μια εκ νέου συνάντηση δεν θα είχε πράγματι χρησιμότητα.
12 Στην αλληλουχία αυτή, το συμβιβαστικό όργανο δεν έκρινε χρήσιμη τη διενέργεια μιας τέτοιας συζητήσεως. Στην τελική του έκθεση της 29ης Μαρτίου 1996 δεν προέβη σε ψηφοφορία για την επίτευξη αποτελέσματος ως προς τα εμπλεκόμενα στον συμβιβασμό μέρη και ενέμεινε στα προσωρινά του συμπεράσματα.
13 Υπ' αυτές ακριβώς τις συνθήκες η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας άσκησε την προσφυγή της.
ΙΙ - Εισαγωγικές παρατηρήσεις
14 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αρνείται ότι το γερμανικό σύστημα ελέγχου αντιβαίνει προς τις κοινοτικές διατάξεις και αμφισβητεί την ακρίβεια των διαπιστώσεων στις οποίες κατέληξε η Επιτροπή κατά τους ελέγχους. Θεωρεί, επομένως, ότι η κατ' αποκοπήν μείωση είναι αδικαιολόγητη.
15 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναφέρεται επίσης στο ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα και τα αποδεικτικά στοιχεία που προέβαλε τόσο προφορικώς όσο και εγγράφως κατά τον προ της ασκήσεως της προσφυγής χρόνο.
16 Κατά την Επιτροπή, καίτοι αληθεύει ότι θεώρησε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση δεν ήσαν πειστικά, είναι αντιστρόφως αναληθής ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή δεν τα εξέτασε.
17 Κατά τη γνώμη μου, μολονότι πρέπει, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, να μη λησμονείται το γεγονός ότι η επίδικη κατ' αποκοπήν μείωση αφορά τις ανεπάρκειες του ελέγχου στο σύνολό τους και όχι τις ανεπάρκειες κατά τα επιμέρους διάφορα στάδια του μηχανισμού παρεμβάσεως, γεγονός παραμένει ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη κάθε μιας από τις προβαλλόμενες ανεπάρκειες. Κατά συνέπεια, το βασικό ζήτημα της παρούσας προσφυγής, δηλαδή το αν το γερμανικό σύστημα ελέγχων ενέχει πράγματι αδυναμίες, επιδέχεται απάντηση μόνον κατόπιν αναλύσεως σε βάθος των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά των διαπιστώσεων στις οποίες η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της.
18 Στην αλληλουχία αυτή, θεωρώ χρήσιμο να τονίσω από τώρα ορισμένα στοιχεία της νομολογίας σχετικά με το βάρος αποδείξεως. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ιδίως σε μια απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998 (6) ότι:
«(...) το ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί μόνο τις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (βλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1993, C-48/91, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-5611, σκέψη 14). Συναφώς, στην Επιτροπή απόκειται να αποδείξει την παραβίαση των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (βλ. αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 16, της 19ης Φεβρουαρίου 1991, C-281/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-347, σκέψη 19, της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-55/91, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-4813, σκέψη 13, και της 10ης Νοεμβρίου 1993, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 18). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή υποχρεούται να δικαιολογεί την απόφασή της με την οποία διαπιστώνει την έλλειψη ελέγχων ή το ανεπαρκές των θεσπισθέντων από τα οικεία κράτη μέλη ελέγχων (βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2321, σκέψη 23).
Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν μπορεί να αποδυναμώσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής με απλούς ισχυρισμούς που δεν ενισχύονται με στοιχεία ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη ενός αξιόπιστου και ορθώς λειτουργούντος συστήματος ελέγχου. Αν το κράτος μέλος δεν κατορθώσει να αποδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής δεν ευσταθούν, οι διαπιστώσεις αυτές αποτελούν στοιχεία ικανά να γεννήσουν σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά τη θέσπιση ενός κατάλληλου και αποτελεσματικού συνόλου μέτρων εποπτείας και ελέγχου (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 28).»
19 Προς στήριξη της αντικρούσεώς της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επικαλείται επιπλέον την έλλειψη καταλογισμού κατά τα προηγούμενα οικονομικά έτη ως προς τα οποία οι γερμανικοί έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν με βάση το ίδιο σύστημα, ενώ η Επιτροπή είχε προβεί σε ελέγχους εις βάθος ή είχε ζητήσει τη διενέργειά τους.
20 Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι δεν επιβάρυνε με διάφορα ποσά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για τα έτη 1987 και 1988, μολονότι από τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν τότε προέκυψε η ύπαρξη ελλείψεων ως προς τις οποίες είχε διατυπώσει συστάσεις προς τις γερμανικές υπηρεσίες. Από τις εξετάσεις του συστήματος που πραγματοποιήθηκαν το 1991 και το 1992 κατέστη εντούτοις δυνατόν να διαπιστωθεί ότι ουσιώδεις ελλείψεις δεν είχαν εξαλειφθεί και ότι είχαν διαπιστωθεί νέες αμέλειες. Προσθέτει ότι το γεγονός ότι προφανώς αναφέρθηκε σε ορισμένες μόνον ατέλειες ουδόλως την εμποδίζει να επισημάνει άλλες αδυναμίες που διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο μεταγενέστερων εξετάσεων του συστήματος ελέγχου και να τις θεωρήσει ουσιώδεις προκειμένου να προβεί σε καταλογισμούς.
21 Όσον αφορά το επιχείρημα αυτό, έχω τη γνώμη, όπως και η Επιτροπή, ότι το γεγονός ότι αυτή δεν συνάγει χρηματοοικονομικές συνέπειες από τη διαπίστωση αδυναμιών κατά ένα οικονομικό έτος δεν μπορεί να της στερήσει το δικαίωμα να πράξει τούτο στο πλαίσιο μεταγενέστερων οικονομικών ετών, ιδίως όταν οι εν λόγω αδυναμίες εξακολουθούν να υφίστανται. Μεταγενεστέρως διαπιστούμενες αδυναμίες μπορούν, και αυτές επίσης, να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του επιπέδου της κατ' αποκοπήν διορθώσεως, χωρίς να χρειάζεται να έχουν αποτελέσει προηγουμένως αντικείμενο συστάσεων ή προειδοποιήσεων.
22 Τέλος, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η άποψή της ενισχύεται από τα συμπεράσματα του συμβιβαστικού οργάνου.
23 Η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα της ερμηνείας στην οποία προβαίνει η Γερμανική Κυβέρνηση ως προς τα συμπεράσματα αυτά και προβάλλει, γενικότερα, ότι, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο αα, της αποφάσεως 94/442, δεν δεσμεύεται, όταν εκδίδει την οριστική της απόφαση, από τα συμπεράσματα αυτού του οργάνου. Αυτό δεν αντικρούεται από τη Γερμανική Κυβέρνηση.
24 Εκτός από μια μακρά περιγραφή των διισταμένων απόψεων των μερών, τα συμπεράσματα του συμβιβαστικού οργάνου περιέχουν τα ακόλουθα χωρία:
«Το γερμανικό σύστημα ελέγχου που εφαρμόστηκε κατά το οικείο χρονικό διάστημα, ιδίως δε η χρησιμοποίηση υπηρεσιών ελεγκτών εντεταλμένων από το BALM, μπορούσε αναμφιβόλως να βελτιωθεί, όπως είχε προταθεί με ορισμένες παρατηρήσεις του ΕΓΤΠΕ στο πλαίσιο των ελέγχων του 1987 και του 1988 και όπως καταδεικνύεται από τα μέτρα που ελήφθησαν εν τω μεταξύ προς τον σκοπό αυτόν από τις γερμανικές αρχές (βλ. το έγγραφό τους 714/1248/1992 της 6.10.1995). Τα μέτρα αυτά, εντούτοις, δεν επιτρέπουν να συναχθεί συναφώς το συμπέρασμα ότι τα προηγουμένως εφαρμοσθέντα μέτρα ήταν ανεπαρκή προκειμένου να αποφευχθούν χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι για το ΕΓΤΠΕ.
Όσον αφορά το ζήτημα αν, πράγματι, το γερμανικό σύστημα ελέγχου ανταποκρίνεται ή όχι στην ανάγκη αποτελεσματικότητας για την αποφυγή τέτοιων κινδύνων, το Όργανο δεν μπόρεσε ακόμη να σχηματίσει οριστική κρίση». Πράγματι, συναφώς, «η εκτίμηση των πραγματικών δεδομένων που αφορούν την κατάσταση του ελέγχου, ανάλογα από το αν πραγματοποιείται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ή από τις γερμανικές αρχές, διαφέρει σημαντικότατα».
25 Αυτή η προσωρινή άποψη του συμβιβαστικού οργάνου καθιστά βεβαίως φανερή μια κατ' αρχήν σχετικά ευνοϋκή στάση έναντι του συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το συμβιβαστικό όργανο, εντούτοις, αναγνωρίζει ότι οριστική κρίση δεν μπορεί να εκφερθεί παρά μόνον κατόπιν ακριβέστερης εξετάσεως της ουσιαστικής λειτουργίας του συστήματος αυτού. Επομένως, οφείλουμε να προβούμε σε μια τέτοια εξέταση.
26 Περαιτέρω, το συμβιβαστικό όργανο θέτει το ζήτημα αν το γερμανικό σύστημα ελέγχου ήταν επαρκώς αξιόπιστο για να αποφευχθούν κίνδυνοι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το σφαγείο ή η ψυκτική αποθήκη ανήκαν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων. Συναφώς, το συμβιβαστικό όργανο διατυπώνει τις ακόλουθες εκτιμήσεις.
«Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ισχυρίζονται ότι δεν είχαν γνώση κανενός στοιχείου από το οποίο να αποδεικνύεται ο ισχυρισμός των γερμανικών αρχών ότι οι έλεγχοι πραγματοποιούνταν από τα όργανα του BALM, οσάκις το σφαγείο και η ψυκτική αποθήκη ανήκαν στην ίδια επιχείρηση. Οι γερμανικές αρχές γνωστοποίησαν στο Όργανο έγγραφα που επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό τους βάσει επακριβών και συγκεκριμένων παραδειγμάτων. Το Όργανο δεν αντιλαμβάνεται γιατί τα ουσιώδη αυτά στοιχεία δεν αναλύθηκαν σε βάθος και δεν διευκρινίστηκαν οριστικά στο πλαίσιο των προηγουμένων σταδίων της διαδικασίας. Δεν μπορεί παρά να καλέσει τα μέρη να προβούν επειγόντως σ' αυτή τη διευκρίνιση.»
27 Το χωρίο αυτό των συμπερασμάτων καταδεικνύει, αφενός, ότι το συμβιβαστικό όργανο έκρινε ότι οι γερμανικές αρχές είχαν αποδείξει την ακρίβεια του ισχυρισμού τους σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις, πλην όμως αφήνει ανοιχτό το ζήτημα αν μπορεί να συναχθεί ένα γενικό συμπέρασμα από τις περιπτώσεις αυτές.
28 Ένα τρίτο χωρίο των συμπερασμάτων του συμβιβαστικού οργάνου περιέχει μια προσωρινή κρίση. Αφού έθεσε το ερώτημα αν θα είχαν αποφευχθεί τα κρούσματα απάτης που αποκάλυψαν οι γερμανικές αρχές αν το BALM είχε χρησιμοποιήσει αποκλειστικά τις υπηρεσίες των δικών του ελεγκτών, το συμβιβαστικό όργανο εκφράζει τη γνώμη ότι «κλίνει να σκεφθεί ότι ένα τέτοιο τεκμήριο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί επαρκώς, ενόψει του εγκληματικού χαρακτήρα των εν προκειμένω πλημμελειών». Θα επανέλθω αργότερα σ' αυτήν την πτυχή του προβλήματος.
ΙΙΙ - Επί των ελέγχων κατά την ανάληψη του προϋόντος (είσοδος στην αποθεματοποίηση)
Α - Ισχυρισμοί και επιχειρήματα
29 Στο κεφάλαιο αυτό, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας έναντι της συνθετικής εκθέσεως της Επιτροπής διαρθρώνεται σε πέντε σημεία.
1. Η χρησιμοποίηση των υπαλλήλων των ψυκτικών αποθηκών ως εντεταλμένων από το BALM
30 Από τη συνθετική έκθεση προκύπτει ότι, δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1989, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (7), η ανάληψη των προϋόντων (δηλαδή μεταβίβαση της κυριότητας και καθοριστικό χρονικό σημείο για την πληρωμή) πραγματοποιείται την ημέρα της εισόδου των προϋόντων στο κέντρο παρεμβάσεως. Επομένως, η Επιτροπή επέκρινε τη συχνή χρησιμοποίηση των υπαλλήλων των ψυκτικών αποθηκών ως εντεταλμένων από το BALM για τη ζύγιση των προϋόντων και την πιστοποίηση της αναλήψεώς τους. Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, ακόμη και αν οι οδηγίες του BALM προς τις περιφερειακές του υπηρεσίες είναι ακριβείς ως προς το περιεχόμενο των ελέγχων στους οποίους οφείλουν να προβαίνουν οι επιθεωρητές, δεν αναφέρουν τίποτε ως προς τις ημερομηνίες και την περιοδικότητα των ελέγχων που πρέπει να πραγματοποιούνται. Οι αναφερόμενοι έλεγχοι δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν ικανοποιητικά με εκ των υστέρων επαληθεύσεις, διότι τα τεταρτημόρια του κρέατος έχουν ήδη ζυγιστεί, καταψυχθεί, τυλιχθεί, τοποθετηθεί σε παλέτες και εισαχθεί στην αποθήκη. Κατά συνέπεια, το ΕΓΤΠΕ αμφισβήτησε έντονα την αξιοπιστία του συστήματος ελέγχου που στηρίζεται σε πιστοποιητικά που εκδίδονται από τους υπαλλήλους των αποθηκών.
31 Στη συνθετική έκθεση εκτίθεται ομοίως ότι το BALM είχε πρωτίστως αποδώσει σημασία, εν προκειμένω, στη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των σφαγείων που πωλούν στην παρέμβαση και των ψυκτικών αποθηκών που ορίζονται για την αποθεματοποίηση των εμπορευμάτων. Πάντως - διευκρινίζεται - ο έλεγχος που πραγματοποίησε το ΕΓΤΠΕ αποκάλυψε ότι δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί αξιόπιστος, διότι τα σφαγεία και οι ψυκτικές αποθήκες ανήκαν μερικές φορές στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων. Επομένως, το ΕΓΤΠΕ, καίτοι λαμβάνοντας ρητώς υπόψη τα θετικά σημεία του γερμανικού συστήματος, ενέμεινε τελικά στις αρχικές του επικρίσεις ως προς την ανυπαρξία πλήρους και ανεξάρτητου επισήμου ελέγχου του BALM κατά το χρονικό σημείο της αναλήψεως του εμπορεύματος.
32 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, προκειμένου να δικαιολογήσει τη χρησιμοποίηση των υπαλλήλων των αποθηκών ως εντεταλμένων προσώπων, επιμένει στην ύπαρξη, κατά την ανάληψη του εμπορεύματος, δύο σταδίων ελέγχου: ο πρώτος στο σφαγείο και ο δεύτερος στις ψυκτικές αποθήκες.
33 Ως προς το πρώτο, το στάδιο στο σφαγείο, η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι οι έλεγχοι αυτοί πραγματοποιούνται αποκλειστικά από τα όργανα του BALM και όχι από άλλα πρόσωπα εντεταλμένα από το BALM. Τα όργανα του BALM προβαίνουν, στο πλαίσιο αυτού του σταδίου των ελέγχων, σε πλήρεις επαληθεύσεις των προϋποθέσεων παρεμβάσεως.
34 Ως προς το δεύτερο στάδιο των ελέγχων, δηλαδή αυτών που πραγματοποιούνται στην ψυκτική αποθήκη, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι πραγματοποιούνται, στο μέτρο του δυνατού, από όργανο του BALM. Πάντως, αναγνωρίζει ότι το BALM χρησιμοποίησε επίσης τις υπηρεσίες εκπροσώπων οι οποίοι συνεργάζονται με την ψυκτική αποθήκη. Εντούτοις, στην περίπτωση αυτή, το BALM επιλέγει ως εντεταλμένα πρόσωπα έμπειρους υπαλλήλους τους οποίους εκπαιδεύει ειδικώς. Τραπέζια και ράφια, τοποθετημένα στις ψυκτικές αποθήκες, τους επιτρέπουν να ελέγχουν αν τα παραδιδόμενα τεταρτημόρια μπορούν να αναληφθούν. Σε περίπτωση αμφιβολίας εκ μέρους του εντεταλμένου προσώπου, η περιφερειακή υπηρεσία του BALM αποστέλλει, αμελητί, έναν ελεγκτή ο οποίος αποφασίζει αν θα αναληφθούν ή όχι τα εν λόγω τεταρτημόρια. Επιπλέον, τα εντεταλμένα πρόσωπα ελέγχονται, επιτηρούνται και επιμορφώνονται τακτικώς από τον επόπτη του BALM.
35 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει ότι οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται στην ψυκτική αποθήκη από τα εντεταλμένα πρόσωπα του BALM διενεργούνται με τον ίδιο τρόπο και στην ίδια έκταση όπως αυτοί που διενεργούν προσηκόντως οι ελεγκτές του BALM. Οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν από τα εντεταλμένα από το BALM πρόσωπα επαληθεύθηκαν, εξάλλου, στη συνέχεια στο πλαίσιο εκ των υστέρων ελέγχων, μέσω εξακριβώσεων βάσει εγγράφων και επιτόπου ελέγχων του εμπορεύματος που ανελήφθη, πραγματοποιηθέντων από ελεγκτές του BALM, από συνεργάτες των περιφερειακών υπηρεσιών του BALM και από επόπτες του BALM. Η διαδικασία αυτή εξασφαλίζει επαρκή ασφάλεια και αποτελεσματική προστασία από δόλιες ενέργειες. Το σύστημα ελέγχου, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, αποτελεί πλήρες σύστημα και πρέπει να εξεταστεί στο σύνολό του. Μεμονωμένη εκτίμηση του δεύτερου σταδίου θα συνεπαγόταν αναπόφευκτα τη συναγωγή υπάρξεως αμελειών αν αγνοηθούν οι έλεγχοι στο σφαγείο. Η Γερμανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει επίσης ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη, στο πλαίσιο των επικρίσεών της, το σύστημα που χαρακτηρίζεται από δύο στάδια και θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν είναι, ως εκ τούτου, επαρκώς αιτιολογημένη ως προς το σημείο αυτό.
36 Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τους ελέγχους στο σφαγείο και ότι οι έλεγχοι αυτοί δεν αποτελούν το αντικείμενο του καταλογισμού ούτε, κατά συνέπεια, της παρούσας δίκης. Πάντως, οι έλεγχοι αυτοί δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τα αδύνατα σημεία του γερμανικού συστήματος που αποκαλύφθηκαν κατά το στάδιο της εισόδου του προϋόντος στην αποθεματοποίηση. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, είναι αδύνατο να συναχθεί από το σύννομο των ελέγχων που πραγματοποιούνται στο σφαγείο συμπεράσματα ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων που αφορούν τον έλεγχο της εισόδου στην αποθεματοποίηση. Εξίσου αδύνατο είναι να συναχθεί από την περίσταση αυτή ότι οι έλεγχοι στην ψυκτική αποθήκη θα πρέπει να είναι λιγότερο αυστηροί. Οι έλεγχοι αυτοί έχουν αυτοτελή και θεμελιώδη σημασία για το σύστημα πληρωμών της Κοινότητας. Το ίδιο το BALM αναγνώρισε τη σημασία αυτή, εκδίδοντας ειδικές οδηγίες για την εκτέλεση αυτών των ελέγχων.
37 Ως προς τους εκ των υστέρων βάσει εγγράφων ελέγχους και τους επιτόπου ελέγχους, που πραγματοποιούνται όταν το BALM καταφεύγει στις υπηρεσίες εντεταλμένων προσώπων, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι έλεγχοι αυτοί είναι, βεβαίως, χρήσιμοι και αναγκαίοι στο σύστημα των εντεταλμένων προσώπων του BALM, πλην όμως, κατά την άποψή της, οι εκ των υστέρων αυτοί έλεγχοι έχουν περιορισμένο μόνον περιεχόμενο. Συγκεκριμένα, πρόκειται κυρίως για ελέγχους που αφορούν έγγραφα στα οποία αμελούνται στοιχεία τέτοιας σημασίας όπως, παραδείγματος χάρη, της ορθής εκτελέσεως της κοπής και του καθαρισμού των παραδιδομένων τεταρτημορίων κρέατος, της διατηρήσεως της θερμοκρασίας που ορίζεται για την παράδοση (περίπου 7_ C) ή της κανονικής ζυγίσεως των τεταρτημορίων.
38 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ειδικότερα τους κινδύνους που απορρέουν από τη χρησιμοποίηση εντεταλμένων προσώπων, ήτοι, αφενός, την αδυναμία να θεραπευθούν αργότερα οι πλημμέλειες του ελέγχου κατά την ανάληψη του προϋόντος και, αφετέρου, τις συγκρούσεις συμφερόντων, οσάκις το σφαγείο και η ψυκτική αποθήκη ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο.
39 Ως προς τον πρώτο από τους κινδύνους αυτούς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αναγκαίοι έλεγχοι κατά την είσοδο του προϋόντος στην αποθεματοποίηση δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν παρά μόνον κατά το χρονικό σημείο της παραδόσεως των παρτίδων βοείου κρέατος στην ψυκτική αποθήκη. Η παράλειψη των ελέγχων ή οι πλημμέλειες κατά τη διενέργειά τους στο στάδιο αυτό δεν μπορούν να θεραπευθούν αργότερα με επαληθεύσεις βάσει εγγράφων ή με επιτόπου ελέγχους, ακόμη κι αν πραγματοποιηθούν από όργανα του BALM, διότι οι εν λόγω παρτίδες κρέατος έχουν ήδη ζυγιστεί, καταψυχθεί, τυλιχθεί, τοποθετηθεί σε παλέτες και αποθεματοποιηθεί. Αυτό καθιστά σαφή την ιδιαίτερη ευθύνη που υπέχουν τα πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με τη διενέργεια του ελέγχου κατά την είσοδο του προϋόντος στην αποθεματοποίηση.
40 Όσον αφορά τους κινδύνους που συνδέονται με τις συγκρούσεις συμφερόντων, οσάκις το σφαγείο που πωλεί και η ψυκτική αποθήκη που είναι επιφορτισμένη με την αποθεματοποίηση ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων, η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι το γερμανικό σύστημα δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη αυτή τη σύγκρουση συμφερόντων. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, είναι απολύτως πρόδηλο και τελείως φυσιολογικό να υφίσταται τη σύγκρουση συμφερόντων το εντεταλμένο πρόσωπο του BALM, διότι, αφενός, το πρόσωπο αυτό είναι υπάλληλος της ψυκτικής αποθήκης και, αφετέρου, οφείλει να ελέγχει το νομότυπο των πράξεων που διενεργεί η ψυκτική αποθήκη κατά την είσοδο του κρέατος στην αποθεματοποίηση. Αν, παρά την αναπόφευκτη αυτή σύγκρουση συμφερόντων, δεν είναι δυνατό να αποφασισθεί η μη συμμετοχή των εντεταλμένων προσώπων του BALM, οι γερμανικές υπηρεσίες θα έπρεπε να λάβουν, κατά την άποψη της Επιτροπής, αποτελεσματικά μέτρα ώστε αυτή η σύγκρουση συμφερόντων να μην καθίσταται επιζήμια για την ποιότητα των ελέγχων που είναι αναγκαίο να πραγματοποιούνται κατά την είσοδο στην αποθεματοποίηση.
41 Συναφώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει ότι, από τη στιγμή κατά την οποία, στο πλαίσιο αγοράς βοείου κρέατος από την παρέμβαση, ο πωλητής ήταν συνδεδεμένη επιχείρηση (σφαγείο/ψυκτική αποθήκη), το BALM επαγρυπνούσε ιδιαιτέρως ώστε το βόειο κρέας που αγοραζόταν από μια τέτοια επιχείρηση να μην εισέρχεται στην αποθεματοποίηση, στο μέτρο του δυνατού, εντός ψυκτικής αποθήκης συνδεδεμένης με τον πωλητή (το σφαγείο). Στις σπάνιες περιπτώσεις κατά τις οποίες, για λόγους διαχειρίσεως και/ή οργανώσεως, ήταν αναγκαία η απομάκρυνση από την αρχή αυτή, οι έλεγχοι της αναλήψεως στη συνδεδεμένη ψυκτική αποθήκη πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά από ελεγκτή του BALM. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παραθέτει, συναφώς, έξι περιπτώσεις συνδεδεμένων επιχειρήσεων και προσκομίζει ως παράρτημα τον φάκελο των ελέγχων στην περίπτωση των επιχειρήσεων Annuss (σφαγείου)/Annuss (ψυκτική αποθήκη). Προσθέτει ότι το BALM είχε επιβάλει αυτόν τον τρόπο ενεργείας (ελέγχου πραγματοποιούμενου αποκλειστικά από όργανα του BALM) στην περίπτωση συνδεδεμένων επιχειρήσεων, διαβιβάζοντας στις περιφερειακές υπηρεσίες προφορικές οδηγίες.
42 Η Επιτροπή θέτει υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία των ισχυρισμών αυτών, αναφέροντας ότι αρχικά οι γερμανικές αρχές υποστήριζαν ότι απαγορευόταν νομικώς στις επιχειρήσεις που πωλούσαν τα προϋόντα τους στην παρέμβαση να αποθεματοποιούν οι ίδιες τα προϋόντα τους. Στη συνέχεια, προέκυψε κατόπιν ελέγχου ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και ότι συνδεδεμένες επιχειρήσεις προέβαιναν όντως σε τέτοιες επιχειρηματικές συμφωνίες μεταξύ τους. Κατά την Επιτροπή, τη φορά αυτή οι γερμανικές αρχές δήλωσαν ότι έπρεπε, υπό τις εν λόγω περιστάσεις, να ενισχυθούν οι έλεγχοι. Τέλος, κατά την άποψη της Επιτροπής, με την προσφυγή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προβάλλεται ήδη ο ισχυρισμός ότι, στις περιπτώσεις συνδεδεμένων επιχειρήσεων, έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν πάντοτε από όργανα του BALM. Αυτοί είναι ακριβώς οι λόγοι για τους οποίους, κατά την Επιτροπή, η επιχειρηματολογία αυτή στερείται αξιοπιστίας. Επιπλέον, ουδόλως αντανακλάται στις οδηγίες του BALM προς τις περιφερειακές υπηρεσίες του. Οι οδηγίες αυτές δεν αφιερώνουν ούτε μια λέξη στο ιδιαίτερο πρόβλημα των συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Η Επιτροπή θεωρεί ότι με την προσκόμιση του φακέλου των ελέγχων στην περίπτωση και μόνον των Annuss/Annuss δεν καθίσταται δυνατή η απόδειξη ότι οι έλεγχοι πραγματοποιούνταν συστηματικά και εξ ολοκλήρου από τα όργανα του BALM.
2. Συγκεκριμένες πλημμέλειες που ανέκυψαν στο πλαίσιο ορισμένων ελέγχων
43 Από τη συνθετική έκθεση της Επιτροπής προκύπτει ότι οι αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία του γερμανικού συστήματος ελέγχου κατέστησαν εντονότερες συνεπεία του αποκαλυφθέντος γεγονότος ότι, σε μια περίπτωση πλημμέλειας που διαπιστώθηκε κατά τον έλεγχο του ΕΓΤΠΕ, ένας (ορισμένοι) υπάλληλος (υπάλληλοι) της αποθήκης παραλαβής είχε (είχαν) αφαιρέσει ορισμένα τεμάχια των τεταρτημορίων μεταξύ της αναλήψεως και της καταψύξεως. Σε μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση, το διακριτικό κατατάξεως της κατηγορίας Ο αντικαταστάθηκε δολίως με την σφραγίδα R, προκειμένου να καταστεί δυνατή η είσοδος στην αποθεματοποίηση, άλλως μη αποδεκτών, 6,7 τόνων εμπορευμάτων. Επίσης, σε μια άλλη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε μια παραποιημένη σφραγίδα του BALM προκειμένου να καταστεί δυνατή η είσοδος στην αποθεματοποίηση 92 τόνων βοείου κρέατος. Η περίπτωση αυτή αποκαλύφθηκε μόλις μετά την έξοδο από την αποθεματοποίηση.
44 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι οι τρεις αυτές περιπτώσεις παραβάσεων δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ασφάλεια και το σύννομο του συστήματος ελέγχου. Καίτοι αποκαλύπτουν την έκταση των εγκληματικών προθέσεων, κατέστη δυνατό να αποκαλυφθούν πλήρως χάρη στους ελέγχους που πραγματοποίησε το BALM και άλλες γερμανικές υπηρεσίες, τα δε υπεύθυνα πρόσωπα κλήθηκαν να παράσχουν εξηγήσεις, οπότε δεν προέκυψε καμία οικονομική ζημία για την Κοινότητα.
45 Συναφώς, η Επιτροπή απαντά ότι ούτε το γεγονός ότι οι τρεις περιπτώσεις ζημιών αποκαλύφθηκαν από το BALM ή από άλλες γερμανικές υπηρεσίες μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη αξιοπιστίας του γερμανικού συστήματος ελέγχου. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι η κατ' αποκοπήν διόρθωση του 2 % δεν στηρίζεται στις περιπτώσεις αυτές, αλλά, κατά την άποψή της, οι εν λόγω περιπτώσεις απεικονίζουν σαφώς τα αδύνατα σημεία του συστήματος ελέγχου κατά τα στάδια της αναλήψεως, της διαχειρίσεως των αποθεμάτων και της εξόδου των βοείων κρεάτων από την αποθεματοποίηση στο πλαίσιο της παρεμβάσεως.
46 Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η πρώτη περίπτωση αποτελεί ένα καλό παράδειγμα των αδύνατων σημείων του γερμανικού συστήματος. Αν είχαν πραγματοποιηθεί έλεγχοι νομοτύπως και σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο κατά την ανάληψη, θα αποκλειόταν πλήρως η δυνατότητα να αφαιρεθούν λάθρα τεμάχια κρέατος μεταξύ της παραδόσεως και της καταψύξεως, διότι οι εν λόγω έλεγχοι καλύπτουν όλο αυτό το χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι τα τεταρτημόρια κρέατος που παραδίδονται υπόκεινται στον έλεγχο από το χρονικό σημείο της παραδόσεώς τους μέχρι της καταψύξεώς τους. Το γεγονός ότι η δολία αυτή ενέργεια αποκαλύφθηκε μεταγενέστερα ουδόλως μεταβάλλει τις παραλείψεις και τις ανεπάρκειες του ελέγχου κατά την ανάληψη.
47 Η Επιτροπή, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, υποστηρίζει ότι διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός των ημιμορίων που ανελήφθησαν για αποθήκευση συχνά δεν αντιστοιχούσε στον αριθμό των ημιμορίων που είχαν ταξινομηθεί προηγουμένως στο σφαγείο.
48 Συναφώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απαντά ότι οι διαφορές ως προς τον αριθμό των ημιμορίων που αποτέλεσαν το αντικείμενο ποιοτικής εξετάσεως στο σφαγείο εξηγούνται από το γεγονός ότι - όπως διευκρίνισαν λεπτομερώς οι γερμανικές υπηρεσίες προς την Επιτροπή κατά το στάδιο του ελέγχου -, κατά τη μεταφορά προς την ψυκτική αποθήκη διαπιστώθηκαν ελαττώματα (παραδείγματος χάρη, ρύποι λόγω της μεταφοράς) στα ημιμόρια που προορίζονταν για ανάληψη, τα οποία ελαττώματα, στο πλαίσιο του ελέγχου της αναλήψεως που πραγματοποιήθηκε στην ψυκτική αποθήκη, είχαν ως συνέπεια την απόρριψη των προϋόντων, λόγω μη τηρήσεως των προϋποθέσεων παρεμβάσεως. Οι διαφορές αυτές δεν έχουν καμία σχέση με τα κενά του συστήματος ελέγχου. Επιπλέον, οι διαφορές αυτές δεν έχουν σημασία, δεδομένου ότι μόνον το κρέας που αναλαμβάνεται στην ψυκτική αποθήκη υπάγεται στην παρέμβαση.
49 Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι διευκρινίσεις που παρέσχε συναφώς η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι απολύτως αποδεκτές. Πάντως, κατά την Επιτροπή, εξακολουθεί να εκπλήσσει το γεγονός ότι οι ανωμαλίες αυτές δεν μνημονεύθηκαν στα πρακτικά ποιοτικής εκτιμήσεως και αναλήψεως του βοείου κρέατος, όπως στις περιπτώσεις που μνημονεύονται ιδίως στη συνθετική έκθεση. Οι περιπτώσεις αυτές καταδεικνύουν επίσης ότι η ύπαρξη τέτοιων αδυναμιών δεν είχε κατ' ανάγκη ως αποτέλεσμα - όπως επιδιώκει να πείσει η Γερμανική Κυβέρνηση - την απόρριψη του εν λόγω εμπορεύματος.
50 Ως προς τους κινδύνους γενικώς δολίων ενεργειών που έχουν ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση κρέατος καλής ποιότητας από κρέας κατώτερης ποιότητας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι όσον αφορά τα εξαγόμενα κρέατα (95 %) οι αγοραστές δεν διατύπωσαν κανένα παράπονο. Κατά τη γνώμη της, αν είχαν υπάρξει τέτοιες δόλιες ενέργειες, θα είχαν καταγγελθεί από τους αγοραστές τρίτους. Για το μέρος των αποθεμάτων που προορίζονταν για την επισιτιστική βοήθεια (5 %) αποκλειόταν περίπτωση ανταλλαγής, διότι ένα εμπόρευμα που έχει τεμαχιστεί και συσκευαστεί είναι δύσκολο να διατεθεί.
51 Η Επιτροπή απαντά επ' αυτού ότι η δυνατότητα δολίων ενεργειών υφίστατο πράγματι και καθίστατο σχεδόν βεβαία στην περίπτωση συνδεδεμένων επιχειρήσεων, λόγω της δυνατότητας παρεισφρήσεως νοθευμένων πρακτικών στο σύστημα πληρωμής, χωρίς να υφίσταται φόβος αποκαλύψεως μεταγενεστέρως.
52 Κατά τις διευκρινίσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεν είναι δυνατή η παρείσφρηση νοθευμένων πρακτικών περί αναλήψεως στο σύστημα πληρωμής παρά μόνο στην περίπτωση συμπαιγνίας όλων των προσώπων και των υπηρεσιών που αφορά η ανάληψη του βοείου κρέατος παρεμβάσεως και ο διοικητικός έλεγχος (σφαγείο, ελεγκτής του BALM/εντεταλμένο από το BALM πρόσωπο, ορκωτός ζυγιστής, ψυκτική αποθήκη, περιφερειακή υπηρεσία του BALM και κεντρική υπηρεσία του BALM), διότι πάντοτε πραγματοποιούνται οι αναγκαίοι έλεγχοι. Πάντως, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, έναντι μιας τόσο ευρείας και σημαντικής δολίας συμπράξεως, που καλύπτει το σύνολο των προσώπων και των υπηρεσιών, κανένα σύστημα δεν θα παρείχε επαρκή προστασία.
53 Η Επιτροπή αντιτείνει ότι η Γερμανική Κυβέρνηση, με την απάντησή της σε έγγραφο της Επιτροπής της 13ης Απριλίου 1994, στο οποίο υπογραμμιζόταν ο κίνδυνος να παρεισφρήσουν νοθευμένα πρακτικά, απάντησε ήδη στις 6 Ιουλίου 1994 ότι, «προκειμένου να διασφαλιστεί η αντιστοιχία μεταξύ των πρακτικών αναλήψεως της κεντρικής υπηρεσίας του BALM, των περιφερειακών του υπηρεσιών και της ψυκτικής αποθήκης (...), θα προβλεφθεί, παράλληλα με την υφιστάμενη διαδικασία ελέγχου - όπως προτείνει το ΕΓΤΠΕ -, μια εσωτερική διαδικασία ελέγχου και προσαρμογής». Κατά την Επιτροπή, με τη δήλωση αυτή η Γερμανική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η μέχρι τότε εφαρμοζόμενη διαδικασία δεν προστάτευε πλήρως το σύστημα πληρωμής από την παρείσφρηση νοθευμένων πρακτικών.
3. Στατιστικά δεδομένα
54 Η Επιτροπή διαπίστωσε, με τη συνθετική της έκθεση, ότι «από μια σύγκριση των στατιστικών προέκυψαν ορισμένες σημαντικές αντιθέσεις στο πλαίσιο της περιφερειακής δραστηριότητας ελέγχων. Παραδείγματος χάρη, το BALM του Αμβούργου, με περίπου το 40 % των παραδόσεων στην αποθεματοποίηση για το 1991 και 1992, ήταν σε θέση να αποδείξει ότι ένα όργανο του BALM ήταν παρόν κατά την ανάληψη του πλέον του ημίσεως των παραδόσεων που πραγματοποιήθηκαν στην περιφέρειά του (38 % το 1991 και 72 % το 1992). Για τις λιγότερο σημαντικές για το BALM περιφέρειες του Βερολίνου και της Βαϋμάρης το ποσοστό ελέγχου ήταν 80 %. Αντιθέτως, για τις περιφέρειες του Mόhlheim και του Mannheim, με περίπου 25 % των εγχωρίων παραδόσεων, το ποσοστό ελέγχου ήταν μόνον 20 %. Η περιφέρεια του Μονάχου, δεύτερη σε σημασία για το BALM (περίπου 28 % του εγχωρίου συνόλου), δεν προέβη στον παραμικρό έλεγχο το 1991».
55 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει στο δικόγραφο της προσφυγής της ότι, ως προς το οικονομικό έτος 1992, προσκομίστηκε η απόδειξη περί του ότι το ήμισυ (περίπου 52 %) των 14 000 ελέγχων σε ψυκτική αποθήκη πραγματοποιήθηκαν από ελεγκτή του BALM και ότι, στην περίπτωση αυτή, ο ελεγκτής του BALM συμπλήρωσε, εκτός από τα πρακτικά περί αναλήψεως (μέρος Β), ένα έντυπο με τον τίτλο «Bericht όber die Prόfung im Empfangsbetrieb» (έκθεση περί του ελέγχου στην επιχείρηση παραλαβής) που διαβίβασε στο BALM. Οι λοιποί έλεγχοι (περίπου 48 %) πραγματοποιήθηκαν, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, από εκπροσώπους του BALM, οπότε εξασφαλίστηκε 100 % έλεγχος των αναλήψεων.
56 Κατά την άποψη της Επιτροπής, από τις στατιστικές προκύπτουν ασθενή σημεία τα οποία είναι υπαρκτά, μολονότι η πλειονότητα των ελέγχων πραγματοποιήθηκε από τα ίδια τα όργανα του BALM (52 % συνολικώς, ως προς το οικονομικό έτος 1992). Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι στο 52 % των περιπτώσεων οι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν από όργανα του BALM, πλην όμως υπενθυμίζει τις περιφερειακές αποκλίσεις που διαπιστώθηκαν στη συνθετική έκθεση και οι οποίες, κατά την άποψή της, είναι σημαντικές στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων ελέγχου των ίδιων των περιφερειακών υπηρεσιών του BALM. Στην περίπτωση του Μονάχου, οι διαπιστωθείσες διαφορές καθιστούν σαφές το πόσο σημαντικές είναι οι ελλείψεις του γερμανικού συστήματος ελέγχου.
57 Όσον αφορά τους ελεγκτές του BALM της περιφερειακής υπηρεσίας του Μονάχου, κατά το 1991, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διευκρινίζει ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι εσφαλμένος και υποστηρίζει ότι προέβη αμέσως στην ορθή διατύπωση του ισχυρισμού αυτού που διατυπώθηκε για πρώτη φορά κατά τη διαδικασία συμβιβασμού και οφείλεται σε παρανόηση. Τα πρακτικά περί αναλήψεως αποδεικνύουν ότι η περιφερειακή υπηρεσία του Μονάχου προέβη, μέσω των ελεγκτών του BALM, στο 16 % των ελέγχων της αναλήψεως που πραγματοποιήθηκαν στην ψυκτική αποθήκη.
58 Συναφώς, η Επιτροπή παραδέχεται ότι ο ισχυρισμός που περιέχει το υπόμνημα αντικρούσεως συνίσταται στο ότι τα όργανα του BALM δεν προέβησαν σε κανένα έλεγχο στο Μόναχο. Πάντως, κατά την Επιτροπή, αυτό δεν αποτελεί τον κύριο ισχυρισμό. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι στην πραγματικότητα διαπίστωσε, βάσει των στοιχείων των περιφερειακών ελέγχων, που ζητήθηκαν και διαβιβάστηκαν από τις γερμανικές αρχές, ότι μόνον το Μόναχο δεν ακολουθούσε το γενικό σύστημα ελέγχου και απέδειξε τη διενέργεια των επαληθεύσεων από τα όργανα του BALM, αποστέλλοντας «την έκθεση περί ελέγχου στην επιχείρηση παραλαβής». Δεδομένου ότι δεν παρασχέθηκε καμία πειστική διευκρίνιση προς δικαιολόγηση της ιδιαίτερης περιπτώσεως της περιφερειακής υπηρεσίας του BALM του Μονάχου, η Επιτροπή υπέθεσε ευλόγως ότι η πραγματοποίηση των ελέγχων που αναφέρονται ως προς την υπηρεσία του Μονάχου δεν αποδείχθηκε επαρκώς από τα όργανα του BALM. Κατά την Επιτροπή, πρέπει επίσης να σημειωθεί εν παρόδω ότι, αν ληφθούν ως βάση τα αριθμητικά στοιχεία που παρασχέθηκαν από τις γερμανικές υπηρεσίες, η περιφερειακή υπηρεσία του Μονάχου (στην οποία αντιστοιχούν 412 από τα πρακτικά περί αναλήψεως που καταρτίζουν τα όργανα του BALM επί συνόλου 3 474) δεν προέβησαν στο 16 % - όπως υποστηρίζεται - αλλά μόνο στο 11 % των ελέγχων.
4. Τεκμηρίωση ως προς τους ελέγχους που αφορούν την ανάληψη
59 Στη συνθετική έκθεση, η Επιτροπή εκθέτει ότι από προσεκτική εξέταση μιας επιλογής εκθέσεων ελέγχου προέκυψε ότι οι έλεγχοι των επιμέρους παρτίδων δεν ήταν οπωσδήποτε εξαντλητικοί, δηλαδή δεν αντιστοιχούν, από της παραδόσεως μέχρι της αποθεματοποιήσεως, σε όλα τα στοιχεία ελέγχου που προβλέπουν οι υπηρεσιακές οδηγίες του BALM. Αντιθέτως, σε περίπου 10 % των εκθέσεων που εξετάστηκαν από το ΕΓΤΠΕ αναφέρονται ορισμένες αρνητικές παρατηρήσεις (παραδείγματος χάρη, κακός τεμαχισμός, υπερβολικά υψηλή θερμοκρασία κ.λπ.) που είχαν ως αποτέλεσμα την πλήρη ή μερική απόρριψη της παρτίδας. Αυτή η κατάσταση υπογραμμίζει τη σημασία των ανεξάρτητων επισήμων ελέγχων κατά την ανάληψη του προϋόντος από την επιχείρηση παραλαβής, ιδίως οσάκις το σφαγείο και η ψυκτική αποθήκη ανήκουν στην ίδια επιχείρηση.
60 Η Επιτροπή, στο υπόμνημά της αντικρούσεως, διευκρινίζει ότι από την εξέταση των εκθέσεων αυτών προκύπτει ότι δεν ανταποκρίνονται στις επιταγές του κοινοτικού δικαίου. Υποστηρίζει ότι το αποτέλεσμα αυτό καθίσταται σαφές κατά την εξέταση των εκθέσεων ελέγχου που παραδόθηκαν - καίτοι καθυστερημένα - στην Επιτροπή. Οι εκθέσεις αυτές αποτελούν τρεις διαφορετικές κατηγορίες:
Πρώτη κατηγορία: εκθέσεις περί των ελέγχων της αναλήψεως που πραγματοποιήθηκαν από τα ίδια τα όργανα του BALM κατά το χρονικό σημείο της παραδόσεως των παρτίδων βοείου κρέατος: στις εκθέσεις αυτές αναφέρονται συχνά συγκεκριμένες ελλείψεις· αυτό απηχεί πλήρως την τρέχουσα πρακτική και ό,τι μπορεί να αναμένεται, οπότε μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι έλεγχοι ήσαν πλήρεις και προσεκτικοί.
Δεύτερη κατηγορία: εκθέσεις περί των εκ των υστέρων ελέγχων της αναλήψεως που πραγματοποιήθηκαν από τα όργανα του BALM. Οι εκθέσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι οι οικείες παρτίδες βοείου κρέατος εξετάστηκαν ενώ ήσαν ήδη κατεψυγμένες και διαπιστώνουν ρητώς ότι σ' αυτό το στάδιο δεν είναι πλέον δυνατή η διενέργεια πλήρους ελέγχου της αναλήψεως.
Τρίτη κατηγορία: εκθέσεις περί της αναλήψεως του προϋόντος της παρεμβάσεως που πραγματοποιήθηκε από τα εντεταλμένα από το BALM πρόσωπα. Πρόκειται για το μέρος Β των «πρακτικών περί της ποιοτικής εκτιμήσεως και της αναλήψεως του βοείου κρέατος» βάσει του οποίου επιβεβαιώνεται, μετά τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το σφαγείο στο μέρος Α, η ανάληψη του βοείου κρέατος προς τον σκοπό της αποθεματοποιήσεώς του. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο εν λόγω μέρος Β των πρακτικών τα εντεταλμένα από το BALM πρόσωπα δεν διατύπωσαν καμία αρνητική παρατήρηση. Το αποτέλεσμα αυτό δεν απηχεί το συνήθως συμβαίνον στην πράξη και, εξάλλου, διαψεύδεται από το αποτέλεσμα των ελέγχων που διενήργησαν τα όργανα του BALM. Οι αντιφάσεις αυτές είναι προφανείς και ενισχύουν την εκ μέρους της Επιτροπής διαπίστωση ασθενών σημείων στο σύστημα ελέγχου τα οποία, κατά τη γνώμη της, είναι υπαρκτά.
61 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διευκρινίζει ότι εδώ πρόκειται για εσφαλμένη εκτίμηση της τεκμηριώσεως. Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, υφίστανται δύο έγγραφα: τα «πρακτικά περί της ποιοτικής εκτιμήσεως και αναλήψεως του βοείου κρέατος», που χαρακτηρίζονται από την Επιτροπή ως η έκθεση ελέγχου, και το έντυπο που επιγράφεται «έκθεση περί του ελέγχου στην επιχείρηση παραλαβής». Στο γερμανικό σύστημα μόνον τα πρακτικά αποτελούν επίσημο έγγραφο. Το δεύτερο έγγραφο είναι εσωτερικό έγγραφο του BALM.
62 Κατά συνέπεια, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι ισχυρισμοί της Επιτροπής είναι ανακριβείς, καθόσον αναφέρονται αποκλειστικά στην «έκθεση περί του ελέγχου στην επιχείρηση παραλαβής». Επιπλέον, κατά την άποψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι τα πρακτικά περί της αναλήψεως (μέρος Β) που καταρτίστηκαν από τα εντεταλμένα από το BALM πρόσωπα, στα οποία δεν περιέχονται αρνητικές παρατηρήσεις, δεν αντιστοιχούν σ' αυτό που η Επιτροπή διαπιστώνει στην πράξη. Εξάλλου, η Επιτροπή προσκόμισε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό «εκθέσεων περί του ελέγχου στην επιχείρηση παραλαβής», που περιέχουν τις διαπιστώσεις των ελεγκτών του BALM ως προς τις διαφορές που υφίστανται σε σχέση με τις κανονικές διαδικασίες ελέγχου. Επομένως, οι εκθέσεις αυτές δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως απόδειξη δήθεν γενικής ελλείψεως ελέγχου που οφείλεται στην παρέμβαση των εντεταλμένων προσώπων.
63 Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι με το υπόμνημά της αντικρούσεως περιορίστηκε στην επιλογή απλώς ορισμένων παραδειγμάτων που στηρίζουν τις θέσεις που διατύπωσε. Επομένως, στερείται σημασίας ο ισχυρισμός της κυβερνήσεως ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος παρά μόνο για «εξαιρετικά μικρό αριθμό» εκθέσεων. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ανεύρε συνολικώς, σε περίπου 15 % των εκθέσεων ελέγχου που εξετάστηκαν κατόπιν της διμερούς συζητήσεως της 20ής Ιανουαρίου 1996, μνεία ελλείψεων, μια από τις οποίες αφορούσε την ένδειξη «έλλειψη σφραγίδας του BALM».
64 Η Επιτροπή παρατηρεί περαιτέρω ότι οι ίδιες οι γερμανικές υπηρεσίες επικαλέστηκαν αυτές τις «εκθέσεις ελέγχου στην επιχείρηση παραλαβής» για να καταδείξουν τη σύννομη λειτουργία του γερμανικού συστήματος ελέγχου, αφού η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα πρακτικά αναλήψεως του προϋόντος συχνά δεν καταρτίζονταν από τις γερμανικές υπηρεσίες, σύμφωνα με τις δικές τους οδηγίες, ενίοτε δε μάλιστα στερούνταν υπογραφής. Επομένως, είναι λογικό και οι ίδιες οι υπηρεσίες της Επιτροπής να λαμβάνουν υπόψη αυτές τις «εκθέσεις ελέγχου στην επιχείρηση παραλαβής».
65 Η Γερμανική Κυβέρνηση παρατηρεί επίσης ότι, στο έντυπο «πρακτικά περί της ποιοτικής εκτιμήσεως και της αναλήψεως του βοείου κρέατος» που χρησιμοποιήθηκε κατά το οικονομικό έτος 1992 για τους ελέγχους της αναλήψεως, οι ελεγκτές του BALM, αντιστοίχως τα εντεταλμένα από αυτό πρόσωπα, δεν διέθεταν καμία ειδική στήλη στο έντυπο αυτό για να καταγράψουν ενδεχόμενες ιδιομορφίες διαπιστούμενες κατά τον έλεγχο της αναλήψεως ή ασήμαντα ελαττώματα που διαπιστώνονται επί του προς ανάληψη βοείου κρέατος. Μόνο τα ημιμόρια που αναλήφθηκαν προσηκόντως εντός της ψυκτικής αποθήκης καταχωρίστηκαν στο μέρος Β των πρακτικών αναλήψεως. Αργότερα, το BALM, κατόπιν προτάσεως του ΕΓΤΠΕ, αναμόρφωσε τα πρακτικά αυτά προκειμένου να περιληφθεί μια στήλη για τις ενδεχόμενες ιδιομορφίες.
66 Κατά την Επιτροπή, το γεγονός αυτό συνιστά μια επιπλέον απεικόνιση των τότε αδυναμιών του γερμανικού συστήματος. Η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να χαρακτηριστεί σοβαρή παράλειψη η ανυπαρξία σχετικής στήλης στα πρακτικά αυτά. Αυτό δε πολλώ μάλλον καθόσον - όπως ισχυρίζεται η Γερμανική Κυβέρνηση - τα πρακτικά αναλήψεως συνιστούν πράγματι το κύριο έγγραφο ελέγχου για το στάδιο της εισόδου στην αποθεματοποίηση. Μια τέτοια στήλη θα είχε ωθήσει το επιφορτισμένο με τον έλεγχο πρόσωπο να αναζητήσει επιμελώς τα ενδεχόμενα ελαττώματα του παραδιδόμενου κρέατος και, ενδεχομένως, να επιβεβαιώσει ρητώς, με την υπογραφή του, την καλή ποιότητα του εμπορεύματος.
67 Όσον αφορά το βόειο κρέας, ως προς το οποίο ορισμένες «εκθέσεις περί του ελέγχου στην επιχείρηση παραλαβής» τονίζουν ότι ελέγχθηκε στη σήραγγα καταψύξεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι επρόκειτο ακόμη για νωπό κρέας και όχι - όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή - για κατεψυγμένο κρέας. Οι έλεγχοι της αναλήψεως μπορούσαν να πραγματοποιηθούν προσηκόντως, διότι η διαδικασία της καταψύξεως άρχιζε μόνον όταν όλη η παραδοθείσα παρτίδα είχε μεταφερθεί στον θάλαμο καταψύξεως.
68 Κατά την Επιτροπή, από τις εν λόγω δύο εκθέσεις προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το κρέας επιθεωρήθηκε μόλις την επομένη, αντιστοίχως τη μεθεπομένη, της παραδόσεώς του. Εναπόκειται στη Γερμανική Κυβέρνηση να διευκρινίσει αν και πώς είναι δυνατόν, μετά την παρέλευση πλέον των 24 ωρών, το νωπό κρέας να έχει διατηρηθεί στην κατάστασή του νωπότητας και να μην έχει καταψυχθεί. Ανεξαρτήτως αυτού, οι εκ των υστέρων έλεγχοι δεν επιτρέπουν, σε καμία περίπτωση, να ελεγχθεί η διατήρηση της θερμοκρασίας των 7_ C που ορίζονται για την παράδοση. Καίτοι αληθεύει ότι οι εκθέσεις επιβεβαιώνουν τη θερμοκρασία αυτή, η επιβεβαίωση αυτή δεν στηρίζεται στους ελέγχους που διενήργησαν τα όργανα του BALM.
5. Έχει εφαρμογή ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2456/93;
69 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει επίσης στο δικόγραφό της προσφυγής ότι η Επιτροπή στηρίζει την αιτίασή της κατά του συστήματος εισόδου στην αποθεματοποίηση που εφαρμόζεται στη Γερμανία - βεβαίως, όχι ρητώς, αλλά κατ' ουσίαν - στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2456/93 της Επιτροπής, της 1ης Σεπτεμβρίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου όσον αφορά τα γενικά και ειδικά μέτρα παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (8). Θεωρεί ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι η ίδια η Επιτροπή παραδέχεται ότι το κανονιστικό οπλοστάσιο που διαθέτει στον εν λόγω τομέα δεν αρκεί για την αντιμετώπιση της εξαιρετικής καταστάσεως που υφίστατο το 1992 (με τα υψηλότερα από της δημιουργίας της Κοινότητας αποθέματα παρεμβάσεως ως προς το βόειο κρέας). Εντούτοις, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι ο κανονισμός αυτός άρχισε να ισχύει μόλις τον Σεπτέμβριο του 1993 και δεν είχε εφαρμογή κατά το οικονομικό έτος 1992, διότι δεν υφίστατο παρόμοια διάταξη στον κανονισμό 859/89 που ίσχυε τότε. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσάπτει στην Επιτροπή ότι εφάρμοσε αναδρομικά στο οικονομικό έτος 1992, υπό το πρόσχημα του άρθρου 8 του κανονισμού 729/70, τις επιταγές του κανονισμού 2456/93 που είναι αυστηρότερες.
70 Κατά την Επιτροπή, η μομφή αυτή στερείται ερείσματος, διότι οι επικρίσεις κατά του γερμανικού συστήματος ελέγχου δεν στηρίζονται ούτε από πραγματικής ούτε από νομικής απόψεως, ως προς το οικονομικό έτος 1992 στο σύστημα που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 2456/93. Η Επιτροπή εμμένει στο ότι οι επικρίσεις της στηρίζονται πράγματι στο γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να βεβαιωθεί για το υποστατό και το σύννομο των ενεργειών που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70.
Β - Ανάλυση
71 Ενέχει το γερμανικό σύστημα ελέγχων, κατά την ανάληψη του βοείου κρέατος παρεμβάσεως, αδυναμίες που μπορούν να συνεπάγονται ασήμαντο κίνδυνο απωλειών για το ΕΓΤΠΕ;
72 Παρά τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα κυβέρνηση, θεωρώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
73 Βεβαίως, είναι αναντίρρητο ότι, κατά τους ελέγχους στο σφαγείο, τα όργανα του BALM προβαίνουν σε πλήρη εξέταση της τηρήσεως των προϋποθέσεων παρεμβάσεως. Πάντως, οι έλεγχοι αυτοί δεν μπορούν να θεραπεύσουν τις αδυναμίες που θα μπορούσαν να συνεπάγονται οι έλεγχοι κατά την ανάληψη στην ψυκτική αποθήκη. Επιβάλλεται, πράγματι, η διαπίστωση ότι το σύννομο των ελέγχων που πραγματοποιούνται στο σφαγείο δεν έχει σημασία για την εκτίμηση του συννόμου των ελέγχων κατά την ανάληψη του προϋόντος στην ψυκτική αποθήκη. Το καθοριστικό χρονικό σημείο, ιδίως για τη μεταβίβαση της κυριότητας του εμπορεύματος της παρεμβάσεως και για την πληρωμή, είναι, δυνάμει του προπαρατεθέντος άρθρου 14 του κανονισμού 859/89, η ανάληψη του προϋόντος. Επομένως, ορθώς η Επιτροπή εκθέτει ότι οι έλεγχοι στην ψυκτική αποθήκη έχουν αυτοτελή και θεμελιώδη σημασία για το κοινοτικό σύστημα πληρωμής.
74 Όμως, όσον αφορά τους ελέγχους αυτούς, είναι χαρακτηριστικό ότι, κατά την παραδοχή της ίδιας της Γερμανικής Κυβερνήσεως, μεμονωμένη εκτίμηση αυτών των ελέγχων θα συνεπαγόταν αναπόφευκτα τη συναγωγή υπάρξεως παραλείψεων (9).
75 Συναφώς, οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει η Επιτροπή βάσει των εκθέσεων ελέγχου καθιστούν σαφές ότι τα εντεταλμένα πρόσωπα δεν προβαίνουν σε επαρκώς ουσιαστικό έλεγχο. Από αυτό συνάγεται πράγματι ότι, όταν οι έλεγχοι της αναλήψεως του προϋόντος που πραγματοποιούνται από τα όργανα του BALM, στις εκθέσεις αναφέρονται συχνά συγκεκριμένες ελλείψεις, ενώ τα εντεταλμένα από το BALM πρόσωπα δεν αναγράφουν στις εκθέσεις καμία αρνητική παρατήρηση. Η αντίφαση αυτή επιβεβαιώνεται από τους μεταγενέστερους ελέγχους, που πραγματοποιήθηκαν από τα όργανα του BALM, το 15 % των οποίων αναφέρουν ελλείψεις που αφορούν τον έλεγχο που πραγματοποίησαν τα εντεταλμένα πρόσωπα.
76 Το γερμανικό επιχείρημα, κατά το οποίο οι εκθέσεις περί ελέγχων πραγματοποιηθέντων εκ των υστέρων από τα όργανα του BALM συνιστούν απλώς εσωτερικό όργανο του BALM και επίσημα είναι μόνον τα πρακτικά ελέγχου που καταρτίστηκαν κατά την ανάληψη του προϋόντος, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι ίδιες οι γερμανικές υπηρεσίες επικαλέστηκαν αυτά τα έγγραφα για να αποδείξουν τη σύννομη λειτουργία του συστήματός τους ελέγχου. Επομένως, αν από τα έγγραφα αυτά προκύπτουν επιχειρήματα που ενισχύουν τις απόψεις της Επιτροπής, η Επιτροπή δικαιούται να στηριχθεί σ' αυτά.
77 Εξάλλου, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι οι αναγκαίοι έλεγχοι δεν μπορούν να πραγματοποιούνται παρά μόνον κατά το χρονικό σημείο της παραδόσεως των παρτίδων βοείου κρέατος στην ψυκτική αποθήκη, δεδομένου ότι οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται αργότερα από τα όργανα του BALM δεν μπορούν να θεραπεύσουν ενδεχόμενες ανεπάρκειες των ελέγχων που διενεργούνται κατά την ανάληψη του προϋόντος. Ο ελεγκτής του BALM, όταν δεν είναι παρών κατά την ανάληψη του προϋόντος, θα επιθεωρήσει πράγματι τα κρέατα είτε όταν αυτά βρίσκονται στον θάλαμο καταψύξεως (Schockraum) είτε όταν έχουν ήδη αποθεματοποιηθεί.
78 Στην πρώτη περίπτωση, δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι μετά από 24 ώρες το κρέας που βρίσκεται στον θάλαμο καταψύξεως δεν έχει ήδη καταψυχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι πλέον δυνατόν να ελεγχθούν τα χαρακτηριστικά του με επαρκή ακρίβεια, για να μη μιλήσουμε καν ως προς τη θερμοκρασία του κατά την άφιξη.
79 Στη δεύτερη περίπτωση, ενδελεχής έλεγχος της καταστάσεως του κρέατος κατά την άφιξη στην επιχείρηση είναι ακόμη περισσότερο αδύνατος, διότι η κατάψυξη έχει ολοκληρωθεί και το κρέας έχει συσκευασθεί και τοποθετηθεί σε παλέτες μέσα στην αποθήκη.
80 Οι εν λόγω μεταγενέστεροι βάσει εγγράφων έλεγχοι καθώς και οι επιτόπου έλεγχοι παρουσιάζουν επομένως κατ' ανάγκη περιορισμένη χρησιμότητα όσον αφορά το σύννομο των ενεργειών.
81 Επιπλέον, καίτοι κατ' αυτόν τον τρόπο διαπιστώνεται ότι οι κύριοι έλεγχοι είναι οι πραγματοποιούμενοι κατά την ανάληψη του κρέατος, η ανυπαρξία, στα πρακτικά που χρησιμοποιήθηκαν το 1992 για τους ελέγχους της αναλήψεως του προϋόντος, ειδικής στήλης για την αναγραφή ενδεχομένων ιδιομορφιών που προκύπτουν κατά τον έλεγχο της αναλήψεως του προϋόντος ή ασήμαντων ελλείψεων που διαπιστώνονται ως προς το προς ανάληψη κρέας συνιστά πρόσθετη αδυναμία του τότε γερμανικού συστήματος. Αυτό θα ίσχυε ακόμη περισσότερο αν το εν λόγω έγγραφο ήταν πράγματι το μόνον επίσημο, όπως ισχυρίζεται η Γερμανική Κυβέρνηση. Η εν λόγω κυβέρνηση, εξάλλου, αναγνώρισε την αδυναμία αυτή και τη θεράπευσε περιλαμβάνοντας, για τα μετέπειτα οικονομικά έτη, μια τέτοια στήλη.
82 Πιο λεπτό είναι το ζήτημα των συμπερασμάτων που πρέπει να συναχθούν από τις απάτες που αποκαλύφθηκαν. Όπως είδαμε στην αρχή, το συμβιβαστικό όργανο «κλίνει να σκεφθεί» ότι οι πλημμέλειες αυτές, λόγω του εγκληματικού τους χαρακτήρα, δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν, ακόμη κι αν το BALM είχε χρησιμοποιήσει αποκλειστικά τους δικούς του ελεγκτές. Τούτο είναι δυνατόν. Εντούτοις, νομίζω, αφενός, ότι η δολία αντικατάσταση των σφραγίδων της κατηγορίας «Ο» από σφραγίδες της κατηγορίας «R», καθώς και η χρησιμοποίηση μιας νοθευμένης σφραγίδας του BALM για να γίνουν δεκτοί 92 τόνοι κρέατος στην παρέμβαση θα πρέπει να είναι πολύ πιο δύσκολο να πραγματοποιούνται, οσάκις όργανα του BALM παρευρίσκονται στην παράδοση των εμπορευμάτων στην αποθήκη. Βεβαίως, αυτές οι περιπτώσεις παραβάσεων δεν μπορούν, όπως δηλώνει η Γερμανική Κυβέρνηση, να θέτουν συνολικώς εν αμφιβόλω την ασφάλεια και το σύννομο του γερμανικού συστήματος ελέγχου. Πάντως, καθιστούν σαφή την ευπάθεια του συστήματος αυτού, η οποία οφείλεται στη χρησιμοποίηση εντεταλμένων προσώπων.
83 Το εν λόγω ευάλωτο του συστήματος καθίσταται ακόμη περισσότερο εμφανές, αν ληφθεί υπόψη ο σχετικά περιορισμένος αριθμός των ελέγχων που πραγματοποίησαν ορισμένες περιφερειακές υπηρεσίες του BALM κατά την ανάληψη του προϋόντος. Ακόμη κι αν, συνολικώς, το ποσοστό των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν άμεσα από όργανα του BALM είναι 52 %, υφίσταται ο φόβος ότι το ασθενές ποσοστό των επισήμων και ανεξαρτήτων ελέγχων των υπηρεσιών του Mόhlheim, του Mannheim και ιδίως του Μονάχου διευκόλυνε τις δόλιες ενέργειες αδίστακτων ατόμων.
84 Αντιθέτως, όσον αφορά τους κινδύνους απάτης στην περίπτωση συνδεδεμένων επιχειρήσεων, δεν με εκπλήσσει ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε μόλις με το δικόγραφό της της προσφυγής ότι οι έλεγχοι σε μια τέτοια περίπτωση διενεργούνταν πάντοτε από τα όργανα του BALM. Πράγματι, στη συνθετική έκθεση αναφέρονται σαφώς προφορικές οδηγίες που δόθηκαν στις περιφερειακές υπηρεσίες και κατά τις οποίες η ανάληψη του προϋόντος πρέπει να ελέγχεται αποκλειστικά από όργανο του BALM στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το σφαγείο και η ψυκτική αποθήκη ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων.
85 Ο καθαρά προφορικός χαρακτήρας αυτών των οδηγιών, που δεν αμφισβητείται από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δίνει αντιθέτως λαβή για την άσκηση κριτικής. Η πραγματοποίηση τέτοιων ελέγχων έχει, πράγματι, ουσιώδη σημασία για το σύννομο των ενεργειών της αναλήψεως του προϋόντος στην περίπτωση ψυκτικής αποθήκης που συνδέεται με το σφαγείο. Με τις προφορικές του οδηγίες, το BALM αναγνώρισε αυτή τη σημασία, χωρίς παρά ταύτα να τις διασφαλίσει με τη σοβαρότητα που θα είχαν οι γραπτές οδηγίες. Κατά συνέπεια, μπορεί να θεωρηθεί ότι ο προφορικός χαρακτήρας των οδηγιών του BALM δεν διασφαλίζει στις οδηγίες αυτές πλήρη αποτελεσματικότητα και, επομένως, μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη στην εκτίμηση των αδυναμιών του γερμανικού συστήματος ελέγχων.
86 Όσον αφορά τη δυνατότητα παρεισφρήσεως νοθευμένων πρακτικών στο σύστημα, όταν οι δύο επιχειρήσεις συνδέονται, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η δυνατότητα αυτή υφίσταται. Βεβαίως, ο κίνδυνος αποκαλύψεως μιας τέτοιας δόλιας ενέργειας είναι μειωμένος, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί τη δυνατότητα υπάρξεώς του. Οι ίδιες οι γερμανικές αρχές αναγνώρισαν την ύπαρξη αυτή του κινδύνου, δηλώνοντας ότι θα θέσπιζαν μια διαδικασία προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα έντυπα των πρακτικών της αναλήψεως που κατέχουν η κεντρική υπηρεσία του BALM, οι περιφερειακές του υπηρεσίες και η ψυκτική αποθήκη βρίσκονται σε απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ τους.
87 Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως με το οποίο προσάπτεται στην Επιτροπή αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 17 του προπαρατεθέντος κανονισμού 2456/93, δεν μπορώ να συμμεριστώ την άποψη της Επιτροπής. Δεν δικαιολογείται ούτε από πραγματική ούτε από νομική άποψη. Το άρθρο αυτό περιγράφει, βεβαίως, για πρώτη φορά επακριβώς τη διαδικασία της αναλήψεως του προϋόντος. Επομένως, έστω κι αν η κανονιστική ρύθμιση δεν περιείχε ακόμη διατάξεις τόσο ακριβείς ως προς το ζήτημα αυτό, γεγονός παραμένει ότι το προπαρατεθέν άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 επέβαλε ήδη στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
- εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και το σύννομο των χρηματοδοτουμένων από το ταμείο πράξεων·
και
- προλάβουν και διώξουν τις ανωμαλίες.
88 Η διάταξη αυτή, η οποία εκφράζει στον γεωργικό τομέα τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ, καθορίζει, πράγματι, τις αρχές κατά τις οποίες η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να οργανώσουν την εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων γεωργικής παρεμβάσεως με χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ, καθώς και την πάλη κατά της απάτης και των αδυναμιών σε σχέση με τις πράξεις αυτές. Η διάταξη αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του συννόμου των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, ακόμη κι αν η συγκεκριμένη κοινοτική πράξη δεν προβλέπει ρητά τη θέσπιση του τάδε ή του δείνα μέτρου ελέγχου (10).
89 Με γνώμονα, επομένως, την υποχρέωση αυτή, οι γερμανικές αρχές όφειλαν να εξασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα των ελέγχων κατά την ανάληψη του βοείου κρέατος.
90 Όμως, από την ανωτέρω ανάλυση καταδεικνύεται ότι τα επιχειρήματα βάσει των οποίων η Γερμανική Κυβέρνηση προσπάθησε να αποδείξει την ανυπαρξία των ελλείψεων στις οποίες ιδίως η Επιτροπή στήριξε την επίδικη κατ' αποκοπήν διόρθωση δεν είναι πειστικά.
91 Τέλος, ως προς την αιτίαση που αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας, αρκεί να υπομνησθεί ότι στις αποφάσεις περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών δεν απαιτείται λεπτομερής αιτιολογία, δεδομένου ότι αυτές λαμβάνονται βάσει της ή των συνθετικών εκθέσεων καθώς και της μεταξύ του κράτους μέλους και της Επιτροπής αλληλογραφίας. Αυτό συνεπάγεται ότι η ενδιαφερόμενη κυβέρνηση συνεργάστηκε στενά κατά τη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και, επομένως, γνώριζε τον λόγο για τον οποίο η Επιτροπή έκρινε ότι δεν πρέπει να επιβαρυνθεί το ΕΓΤΠΕ με τα επίμαχα ποσά (11).
IV - Επί των ελέγχων κατά τη διάρκεια της αποθεματοποιήσεως
Α - Ισχυρισμοί και επιχειρήματα
92 Στο κεφάλαιο αυτό, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας διαρθρώνεται σε τέσσερα σημεία.
1. Εγγραφή στην απογραφή
93 Το άρθρο 3 του προπαρατεθέντος κανονισμού 618/90 έχει ως εξής:
«Η λογιστική απογραφή ελέγχεται από τον πραγματοποιούντα την αποθεματοποίηση εντός των δύο τελευταίων μηνών του οικονομικού έτους.
Ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει διαπίστωση της φυσικής παρουσίας του εμπορεύματος σύμφωνα με το έντυπο του οποίου υπόδειγμα εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙ.
Ο έλεγχος πραγματοποιείται παρουσία του υπαλλήλου του οργανισμού παρεμβάσεως. Εάν, εντούτοις, δεν παρίστατο υπάλληλος του οργανισμού παρεμβάσεως, ο εν λόγω υπάλληλος προβαίνει στον έλεγχο αυτό κατά την επόμενη επίσκεψή του, λαμβάνοντας υπόψη τις διακινήσεις των εμπορευμάτων που έλαβαν εν τω μεταξύ χώρα.»
94 Στο έντυπο, το υπόδειγμα του οποίου υπάρχει στο παράρτημα ΙΙ του εν λόγω κανονισμού, υπάρχουν έξι στήλες που περιέχουν αντιστοίχως τους ακόλουθους τίτλους: «Βάρος που καταχωρήθηκε λογιστικά», «Βάρος που διαπιστώθηκε», «Βάρος που ελέγχθηκε» και «Παρατηρήσεις». Στο κάτω μέρος του εντύπου υπάρχουν οι ακόλουθες ενδείξεις: «Βάρος που διαπιστώθηκε: διαπίστωση της φυσικής παρουσίας του εμπορεύματος (άρθρο 3)» και «Βάρος που ελέγχθηκε: παρτίδες που επιλέγησαν και ζυγίστηκαν (άρθρο 4)».
95 Στη συνθετική έκθεσή της, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι στις απογραφές ουδέποτε υπήρξαν διαφορές μεταξύ του βάρους που καταχωρίστηκε και του βάρους που ελέγχθηκε. Στις αποθήκες στις οποίες πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις βεβαιώθηκε ότι τα αποθέματα δεν είχαν ελεγχθεί επιτόπου, σε αντίθεση προς τις επιταγές του άρθρου 3, αλλά είχαν απλώς μεταφερθεί από τους λογαριασμούς αποθεματοποιήσεως της αποθήκης.
96 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι το άρθρο 3 του προπαρετεθέντος κανονισμού 618/90 ουδόλως προβλέπει επαλήθευση του βάρους κατά τον έλεγχο της ετήσιας απογραφής, διότι η επιτόπου επαλήθευση πραγματοποιείται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού, μεταγενεστέρως. Κατά συνέπεια, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, καμία διαφορά βάρους δεν μπορεί να διαπιστωθεί στις δηλώσεις της ετήσιας απογραφής κατά τον έλεγχο της υλικής παρουσίας του εμπορεύματος, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής.
97 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εξαφάνιση κάθε παλέτας ή κάθε τεμαχίου συνεπάγεται κατ' ανάγκη απώλεια βάρους που πρέπει να καταχωριστεί στα πρακτικά της απογραφής. Η έλλειψη αυτού του είδους καταχωρίσεως επιβεβαιώνει αυτό που υπάλληλοι των ψυκτικών αποθηκών, τους οποίους συνάντησε η Επιτροπή κατά τις επιτόπιες επαληθεύσεις, είχαν ευθέως δηλώσει στον εκπρόσωπο της Επιτροπής, ότι η υλική παρουσία του εμπορεύματος δεν επαληθευόταν από τον πραγματοποιήσαντα την αποθεματοποίηση, αλλ' ότι αυτός ελάμβανε κατευθείαν τις ενδείξεις ποσότητας και βάρους από τους λογαριασμούς αποθεματοποιήσεως της αποθήκης. Αυτό, κατά την Επιτροπή, είναι το πραγματικό αδύνατο σημείο της διαδικασίας της απογραφής, διότι οι ετήσιες απογραφές που καταρτίζονται από τις ψυκτικές αποθήκες ουδέποτε παρουσίαζαν διαφορές μεταξύ των ποσοτήτων και του βάρους που καταχωρίζονται στα λογιστικά βιβλία και των ποσοτήτων και του βάρους που επαληθεύονται.
98 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει τους ισχυρισμούς αυτούς και προτείνει, ως απόδειξη, τη μαρτυρία ορισμένων οργάνων των περιφερειακών υπηρεσιών του BALM. Στη συνέχεια, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διευκρινίζει ότι ο πραγματοποιών την αποθεματοποίηση λαμβάνει κάθε χρόνο γραπτώς την οδηγία να τηρεί τις προδιαγραφές καταρτίσεως της ετήσιας απογραφής. Ο πραγματοποιών την αποθεματοποίηση, υπογράφοντας τη δήλωση ετήσιας απογραφής για το εμπόρευμα παρεμβάσεως, βεβαιώνει και αποδεικνύει ότι ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε προσηκόντως. Ο κανονισμός δεν προβλέπει πρόσθετες αποδείξεις ή άλλα έγγραφα που επιβεβαιώνουν την τήρηση του άρθρου 3 κατά τον έλεγχο της λογιστικής απογραφής.
99 Συναφώς, η Επιτροπή απαντά ότι η υποχρέωση απλώς επαληθεύσεως της υλικής παρουσίας του εμπορεύματος συνεπάγεται, αφεαυτής, την ανάγκη εγγράφων από τα οποία να αποδεικνύεται κατά τρόπο που να μπορεί να ελεγχθεί η εκτέλεση αυτών των ελέγχων. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι αποδείξεις που απαιτεί η Επιτροπή δεν είναι «πρόσθετες» αποδείξεις, αλλά η ίδια η απόδειξη ότι πραγματοποιήθηκε η επαλήθευση.
100 Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά το χρονικό σημείο της διαπιστώσεως της υλικής παρουσίας του εμπορεύματος, ουδόλως απαιτείται η διενέργεια επιτόπου ελέγχου του βάρους, μέσω ζυγίσεως στο πλαίσιο της επιθεωρήσεως που προβλέπει το άρθρο 3, αλλά, σύμφωνα με τον ορισμό της εκφράσεως «βάρος που διαπιστώθηκε», πρέπει να θεωρείται επαρκής η καταχώριση του βάρους που, στο πλαίσιο της διαπιστώσεως της υλικής παρουσίας του εμπορεύματος που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 3, επαληθεύθηκε επιτοπίως. Δεδομένου ότι δεν πραγματοποιείται κανένας έλεγχος του βάρους, μέσω μεταγενέστερης ζυγίσεως, το βάρος που εμφαίνεται σε στήλες του εντύπου που αφορούν το βάρος που καταχωρίζεται λογιστικώς και του βάρους που διαπιστώνεται πρέπει πάντοτε να συμπίπτουν, όταν από την επαλήθευση της αποθεματοποιήσεως που πραγματοποιήθηκε επιτόπου δεν προκύπτει κανένα σφάλμα απογραφής.
101 Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σε αντίθεση προς τα επιχειρήματα που προβάλλει σήμερα, δεν απέκλεισε το να υφίσταται στις ψυκτικές αποθήκες μια πρακτική μεταφοράς και ανέφερε, απαντώντας σε μια παρατήρηση της Επιτροπής που υπογράμμιζε αυτόν τον κίνδυνο, ότι είχε την πρόθεση «να ελέγχει στο μέλλον αυστηρότερα την τήρηση των διατάξεων από τους πραγματοποιούντες την αποθεματοποίηση». Εξάλλου, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, ενόψει αυτής της απλής λογιστικής μεταφοράς, είναι απολύτως φυσιολογικό το ότι καμία οφειλόμενη σε σφάλμα ποσότητα δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί, αλλά, κατά τη γνώμη της, δεν είναι δυνατό, όπως το επιχειρεί η Γερμανική Κυβέρνηση, να συναχθεί επ' αυτής της βάσεως το σύννομο των ελέγχων.
2. Έλεγχοι των απογραφών
102 Το άρθρο 4 του κανονισμού 618/90 προβλέπει ότι:
«Με βάση τις λογιστικές απογραφές, ο υπάλληλος του οργανισμού παρεμβάσεως ελέγχει επιτόπου:
- τη διαδικασία κατάρτισης των απογραφών, που ακολούθησε ο πραγματοποιών την αποθεματοποίηση,
- τα λογιστικά στοιχεία της αποθήκης (έσοδα, έξοδα, υπόλοιπο των αποθεμάτων) καθώς και τα αποτελέσματα της ετήσιας απογραφής του πραγματοποιούντος την αποθεματοποίηση.
Ο υπάλληλος προβαίνει σε σύγκριση των λογιστικών στοιχείων με τα στοιχεία που αφορούν τις ποσότητες που προκύπτουν από τους δικούς του λογιστικούς υπολογισμούς, καθώς και με τις ετήσιες λογιστικές απογραφές.
Σε περίπτωση που τα εν λόγω στοιχεία συμφωνούν, προβαίνει σε επιτόπου επιθεώρηση, όσον αφορά τουλάχιστον 5 % των αποθεματοποιημένων ποσοτήτων, σύφωνα με τις μεθόδους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ για κάθε προϋόν.
Σε περίπτωση λογιστικής διαφοράς ή απόκλισης κατά την επιτόπια επιθεώρηση που δεν είναι σαφώς δικαιολογημένες, πρέπει να επιθεωρείται συμπληρωματικό ποσοστό των αποθεματοποιημένων ποσοτήτων σύμφωνα με την ίδια μέθοδο.
H επιθεώρηση αυτή πρέπει να συνεχίζεται ανά τμήματα ποσοστού 5 % μέχρις ότου διευκρινιστούν οι διαπιστωθείσες αποκλίσεις ή συγκλίσεις.
Ο οργανισμός παρέμβασης είναι δυνατόν να εκπροσωπείται από εσωτερικό λογιστή ή ελεγκτή αναγνωρισμένο από κράτος μέλος.
Ο έλεγχος πραγματοποιείται από πρόσωπο ανεξάρτητο σε σχέση με τον πραγματοποιούντα την αποθεματοποίηση.»
103 Στο παράρτημα ΙΙΙ, τμήμα VI, του ίδιου κανονισμού ορίζεται, ως προς το βόειο κρέας, η ακόλουθη διαδικασία επιτόπιου ελέγχου με σκοπό την απογραφή:
«1. Επιλογή των παρτίδων, που αντιστοιχεί στο 5 % της ολικής αποθεματοποιημένης ποσότητας, στα πλαίσια της δημόσιας παρέμβασης. Η επιλογή δύναται να καθορισθεί πριν από την επίσκεψη της αποθήκης με βάση τα λογιστικά στοιχεία του οργανισμού παρέμβασης, δεν δύναται όμως να ανακοινωθεί στον πραγματοποιούντα την αποθεματοποίηση.
2. Έλεγχος της παρουσίας των επιλεγμένων παρτίδων και της σύνθεσης των παρτίδων επιτόπου· ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει:
- για τα κρέατα σε ολόκληρα σφάγια:
- αναγνώριση των παρτίδων και έλεγχο του αριθμού των τεμαχίων,
- έλεγχο του βάρους του 20 % των τεμαχίων ανά τύπο κοπής ή/και ποιότητας,
- οπτικό έλεγχο της κατάστασης της συσκευασίας,
- για τα αποστεωμένα κρέατα:
- αναγνώριση των παρτίδων και έλεγχο του αριθμού των χαρτοκιβωτίων,
- εξακρίβωση του βάρους του 10 % των παλετών/εμπορευματοκιβωτίων,
- εξακρίβωση του 10 % των χαρτοκιβωτίων κάθε παλέτας για κάθε τύπο κοπής,
- οπτικό έλεγχο του περιεχομένου των εν λόγω χαρτοκιβωτίων, καθώς και της κατάστασης της συσκευασίας στο χαρτοκιβώτιο/εμπορευματοκιβώτιο.
Η επιλογή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους διαφόρους τύπους των αποθεματοποιημένων τεμαχίων.
3. Περιγραφή στα πρακτικά της απογραφής, των παρτίδων που επιθεωρήθηκαν επιτόπου και των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν.»
104 Στη συνθετική έκθεσή της, η Επιτροπή τονίζει ότι δεν μπόρεσε να ελέγξει παρά μόνον ότι ο επιτόπου έλεγχος, που αφορούσε τουλάχιστον το 5 % των αποθεματοποιημένων ποσοτήτων κρέατος, πραγματοποιήθηκε, όπως απαιτεί το άρθρο 4 και το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 618/90. Στην έκθεση αναφέρονται οι δυσκολίες που αντιμετώπισε το ΕΓΤΠΕ προκειμένου να προβεί στους ελέγχους των απογραφών: υπερπλήρεις εγκαταστάσεις αποθεματοποιήσεως, δυσκολίες για τη διαπίστωση των ποσοτήτων που αποτέλεσαν το αντικείμενο του ελέγχου, δυσκολίες για τον καθορισμό του αριθμού των τεμαχίων κάθε παλέτας, έλλειψη ελέγχου προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι επιλεγείσες παλέτες αντιστοιχούσαν στις παλέτες που ζυγίστηκαν κ.λπ.
105 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αντικρούει τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι οι έλεγχοι που προβλέπει το άρθρο 4 και το παράρτημα ΙΙΙ, τμήμα VI, του κανονισμού 618/90 δεν πραγματοποιήθηκαν προσηκόντως. Υποστηρίζει ότι ορισμένος αριθμός παρτίδων, που αντιστοιχεί στο 5 % τουλάχιστον της συνολικής αποθεματοποιηθείσας ποσότητας, αποτέλεσε το αντικείμενο επιλογής και ότι η σύνθεση των παρτίδων αυτών ελέγχθηκε επιτόπου. Προσθέτει ότι, κατά τον συμπληρωματικό έλεγχο που αφορούσε το 20 % της ήδη ελεγχθείσας ποσότητας (5 %), επαληθεύθηκε το βάρος από το όργανο του BALM, το οποίο επέλεξε επιτόπου το 20 % των προς έλεγχο τεμαχίων (καθορισμός των παλετών). Η υπογραφή του οργάνου του ΒΑLM και του πραγματοποιήσαντος την αποθεματοποίηση στα πρακτικά της ετήσιας απογραφής, που συνοδεύονται από τη συναφή κατάσταση αποθεματοποιήσεως και στα οποία οι αποτεθείσες παρτίδες, που ελέγχθηκαν και ζυγίστηκαν επιτόπου, αναφέρονται χωριστά, βεβαιώνει και αποδεικνύει το αποτέλεσμα της επιτόπου επιθεωρήσεως του αποθεματοποιηθέντος κρέατος. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει την επίκληση προσθέτων προϋποθέσεων.
106 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η διαπίστωση του βάρους ως προς το 20 % αυτού του μέρους του 5 % πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την κοινοτική ρύθμιση, πλην όμως επισημαίνει ότι το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί μόνο στο 1 % του συνόλου των ποσοτήτων που αποθεματοποιήθηκαν. Κατά την Επιτροπή, το τμήμα αυτό των ελέγχων δεν αποτέλεσε αντικείμενο επικρίσεως, γι' αυτό δε τον λόγο τα εκτιθέμενα συναφώς στο δικόγραφο προσφυγής της Γερμανικής Κυβερνήσεως είναι άνευ σημασίας. Κατά την Επιτροπή, σοβαρές αδυναμίες που επηρεάζουν τη λειτουργία του συστήματος ελέγχου της απογραφής υφίστανται ως προς τον επιτόπου έλεγχο του τουλάχιστον 5 % του αποθεματοποιηθέντος κρέατος. Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, την οποία αντίκρυσαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής κατά τους δικούς τους ελέγχους. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, από τις ενδείξεις βάρους καθίσταται απλώς δυνατό να διαγνωστεί σε ποια παρτίδα ή σε ποια κατηγορία εμπορευμάτων το τμήμα αυτό του 1 % του συνόλου του αποθέματος αποτέλεσε αντικείμενο επιλογής για τον έλεγχο του βάρους. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι ελεγκτές της, εξετάζοντας τους ελέγχους απογραφής που πραγματοποίησαν τα όργανα του BALM, διαπίστωσαν ότι ήταν αδύνατο να εξακριβωθεί επακριβώς ποιες ποσότητες είχαν αποτελέσει το αντικείμενο οπτικών ελέγχων. Κατά την Επιτροπή, από τα πρακτικά απογραφής δεν κατέστη δυνατόν να ελεγχθεί ποιες και πόσες παλέτες ζυγίστηκαν· δεν απαριθμήθηκαν τα τεμάχια ανά παλέτα· δεν ελέγχθηκε αν οι επιλεγείσες παλέτες για τον έλεγχο του βάρους ήταν πανομοιότυπες με αυτές που πράγματι ζυγίστηκαν· ήταν αδύνατο να εξακριβωθεί ποιες παλέτες ζύγισαν τα όργανα του BALM· κανένα τεμάχιο δεν αποσυσκευάσθηκε προκειμένου το κατεψυγμένο κρέας ή οι σφραγίδες να ελεγχθούν με τις ενδείξεις της κατατάξεως και της κατηγορίας. Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, η στήλη «Αποκλίσεις» των πρακτικών απογραφής πολλές φορές δεν είχε συμπληρωθεί ή είχε συμπληρωθεί ανεπαρκώς. Κατά την άποψη της Επιτροπής, τα πρακτικά απογραφής δεν επιτρέπουν να διαπιστωθεί η ακριβής ποσότητα που αποτέλεσε το αντικείμενο επιτόπου επιθεωρήσεως.
107 Όταν η Επιτροπή ζήτησε από το BALM δικαιολογητικά, αυτό δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει τα έγγραφα εργασίας των ελέγχων του από τα οποία θα μπορούσε να εξακριβωθεί ο ακριβής αριθμός των παλετών και των τεμαχίων που ελέγχθηκαν καθώς και το βάρος τους. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, όταν το κοινοτικό δίκαιο, σε σχέση με τη χρησιμοποίηση κοινοτικών πόρων, ορίζει συγκεκριμένους ελέγχους όπως την επιτόπου επιθεώρηση του 5 % του αποθεματοποιημένου βοείου κρέατος, οι αρμόδιες εθνικές υπηρεσίες οφείλουν να μεριμνούν ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών και μέσω κατάλληλων εγγράφων, του αν τηρήθηκε η κοινοτική αυτή υποχρέωση. Δεδομένου ότι αυτό δεν συνέβη εν προκειμένω, το βάρος αποδείξεως φέρει η Γερμανική Κυβέρνηση και, κατά την Επιτροπή, δεν αρκεί συναφώς η επίκληση των δηλώσεων οργάνων του BALM ή ελεγκτών του BALM.
108 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η πραγματική ποσότητα, που επιθεωρήθηκε επιτόπου σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 618/90, εμφαίνεται σε κάθε πρακτικό ετήσιας απογραφής, στο παράρτημα που επιγράφεται «Κατάσταση αποθέματος», στην τέταρτη στήλη, με ακριβή αναφορά του βάρους.
109 Ως προς τους ελέγχους που έχουν σχέση με το ζήτημα πόσες και ποιες παλέτες είχαν ζυγιστεί καθώς και ποια τεμάχια περιείχαν, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρατηρεί ότι, βάσει των καταστάσεων αποθέματος, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των πρακτικών ετήσιας απογραφής, μπορεί να καθοριστεί χωρίς δυνατότητα αμφισβητήσεως ποιες παρτίδες του αποθέματος επιθεωρήθηκαν επιτόπου σύμφωνα με το άρθρο 4 σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙΙ, τμήμα VI, του κανονισμού 618/90. Οι ελεγχθείσες παρτίδες, καθώς και το αντίστοιχο βάρος που διαπιστώθηκε, περιέχονται στις καταστάσεις αποθέματος. Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ανά πάσα στιγμή μέχρι την έξοδο αποθεμάτων του εμπορεύματος, οι επιθεωρηθείσες παλέτες μπορούν να εξατομικεύονται επιτόπου μέσω επισημάνσεων επί των παλετών, διότι, στο πλαίσιο της απογραφής, οι αρμόδιοι ελεγκτές του BALM θέτουν μια σφραγίδα του BALM και/ή μια ένδειξη αποτελούμενη από αρχικά λέξεων στις επισημάνσεις των παλετών που επιθεωρήθηκαν και ζυγίστηκαν και διότι, μετά τη ζύγιση, οι παλέτες δεν ανατοποθετούνται στον προηγούμενο χώρο τους, αλλά αποθηκεύονται χωριστά.
110 Κατά την Επιτροπή, η Γερμανική Κυβέρνηση περιγράφει μια διαδικασία που καθιστά θεωρητικά δυνατή την εξατομίκευση των παλετών που ελέγχθηκαν, της οποίας όμως η αποτελεσματική εφαρμογή ουδόλως εξασφαλίζεται. Κατά την Επιτροπή, οι εκπρόσωποι των υπηρεσιών της Επιτροπής, στο πλαίσιο των ελέγχων τους, διαπίστωσαν, παραδείγματος χάρη, ότι οι ελεγκτές του BALM δίνουν συχνά στις επιλεγόμενες παλέτες μια ειδική αρίθμηση (από 1 έως 20 κ.λπ.). Η μέθοδος αυτή καθιστούσε, κατά την άποψη της Επιτροπής, αδύνατο κάθε μεταγενέστερο έλεγχο. Η χρησιμοποίηση των δελτίων παλετών αποτελεί, κατά την Επιτροπή, ασφαλώς ένα χρήσιμο μέτρο, κατ' αρχήν, για την εξατομίκευση των παλετών, πλην όμως θα πρέπει, προκειμένου να είναι δυνατοί έλεγχοι μέσω αυτών των δελτίων, το βόειο κρέας να βρίσκεται ακόμη επί της παλέτας. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, αν αυτό δεν συμβαίνει, οφείλεται στην έλλειψη σαφών οδηγιών.
3. Έλλειψη ρητών εθνικών οδηγιών ως προς τους επιτόπου ελέγχους του 5 % του αποθεματοποιημένου κρέατος
111 Στη συνθετική έκθεσή της, η Επιτροπή εκθέτει ότι:
«Οι εθνικές οδηγίες που αφορούν την εφαρμογή του επιτόπου ελέγχου του 5 % δεν είναι ρητές, αλλά περιορίζονται σε παραπομπή στο παράρτημα του εφαρμοστέου κοινοτικού κανονισμού».
112 Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η Επιτροπή πλανάται, διότι το BALM εξέδωσε, για την εφαρμογή του κανονισμού 618/90, υπηρεσιακές οδηγίες ως προς τον έλεγχο της ετήσιας απογραφής για τα γεωργικά προϋόντα που βρίσκονται σε δημόσια αποθεματοποίηση. Το γεγονός ότι οι υπηρεσιακές οδηγίες, στον εν προκειμένω επίμαχο τομέα, παραπέμπουν στις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙΙ, τμήμα VI, του προπαρατεθέντος κανονισμού 618/90 αρκεί, διότι στο παράρτημα αυτό περιγράφονται όλα τα στάδια ελέγχου που είναι αναγκαία για τη σύννομη διενέργεια των επιτόπου επιθεωρήσεων στο πλαίσιο της ετήσιας απογραφής και, από το ίδιο το περιεχόμενό του, είναι κατανοητό για τα όργανα του BALM.
113 Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτό δεν αρκεί για να εξασφαλιστεί η ορθή διενέργεια της επιτόπου επιθεωρήσεως που επιβάλλεται από το κοινοτικό δίκαιο ούτε προς απόδειξή της.
4. Συγκεκριμένες πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο ορισμένων ελέγχων
114 Η Επιτροπή τονίζει, στο υπόμνημά της αντικρούσεως, ότι οι έλεγχοι που διενεργήθηκαν σε δύο ψυκτικές αποθήκες παρέχουν ένα καλό παράδειγμα των ανωμαλιών και των αδυναμιών που διαπιστώθηκαν στην πράξη. Στην πρώτη ψυκτική αποθήκη, διαπιστώθηκαν σοβαρές ελλείψεις σε τρεις παλέτες: ενώ στο δελτίο παλέτας αναφερόταν, για δώδεκα τεταρτημόρια κρέατος, μικτό βάρος 1 129 kg, κατά την επιθεώρηση μόνον έντεκα τεταρτημόρια που ζύγιζαν συνολικά 1 021 kg βρίσκονταν επί της παλέτας. Επί των έντεκα αυτών τεταρτημορίων είχε τεθεί μια επισήμανση, χωρίς να έχει στερεωθεί, που αφορούσε προφανώς το δωδέκατο τεταρτημόριο που έλειπε. Σύμφωνα με το δελτίο μιας άλλης παλέτας, στην παλέτα αυτή βρίσκονταν έντεκα τεταρτημόρια μικτού βάρους 1 104 kg, που στη συνέχεια περιορίστηκαν σε 1 094 kg. Σε μια παλέτα χωρίς αριθμό βρίσκονταν τρία τεταρτημόρια χωρίς ένδειξη βάρους. Επιπλέον, στη δεύτερη ψυκτική αποθήκη βρισκόταν, σε μια από τις ορατές παλέτες, ένα τεταρτημόριο απ' όπου εξερχόταν ένα μεγάλο μεταλλικό άγκιστρο το οποίο προφανώς είχε λησμονηθεί και περιελήφθη στο μικτό βάρος που προέκυψε από τη ζύγιση κατά το χρονικό σημείο της εισόδου στην αποθεματοποίηση.
115 Η Γερμανική Κυβέρνηση προβαίνει συναφώς στις ακόλουθες εξηγήσεις: στην πρώτη περίπτωση, το δωδέκατο τεταρτημόριο δεν έλειπε, αλλά είχε μεταφερθεί σε άλλη παλέτα, διότι θεωρήθηκε υπερβολικό να τοποθετηθούν δώδεκα τεταρτημόρια σε μια παλέτα. Το δελτίο παλέτας δεν διορθώθηκε εκ παραδρομής. Ως προς τη δεύτερη παλέτα που αναφέρει η Επιτροπή, η μεταβολή του βάρους αποτελεί απλώς τη διόρθωση ενός σφάλματος κατά την έκδοση του αρχικού δελτίου. Ως προς τα τρία τεταρτημόρια χωρίς ένδειξη βάρους, επρόκειτο για εμπόρευμα που δεν είχε καταστεί δυνατόν να φορτωθεί εκείνη την ημέρα. Ακόμη κι αν δεν είχε αναγραφεί ειδικό σημείο στην παλέτα, το μέρος στο οποίο είχε τοποθετηθεί καθιστούσε σαφές ότι προοριζόταν για την παράδοση της οποίας αποτελούσε μέρος. Όσον αφορά το μεταλλικό άγκιστρο, η Γερμανική Κυβέρνηση εκθέτει ότι, επί πολλών εκατοντάδων χιλιάδων τεταρτημορίων, ήταν η πρώτη φορά που αυτό συνέβη. Εν προκειμένω, κατέστη δυνατή η απομάκρυνση του αγκίστρου και το βάρος του αφαιρέθηκε.
116 Η Επιτροπή υπενθυμίζει επίσης ότι δυνάμει του άρθρου 26, παράγραφος 1, του προπαρατεθέντος κανονισμού 859/89 το κρέας πρέπει να τοποθετείται κατά τρόπο ώστε να σχηματίζει παρτίδες που μπορούν εύκολα να προσδιορίζονται. Στις ψυκτικές αποθήκες στις οποίες πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις η υποχρέωση αυτή είχε εκπληρωθεί μόνον εν μέρει με τη χρησιμοποίηση δελτίων παλετών. Πράγματι, διαπιστώθηκε ότι οι χώροι στους οποίους πραγματοποιήθηκαν οι επισκέψεις ήσαν υπερπλήρεις, ότι η οπτική επιθεώρηση είχε καταστεί δύσκολη λόγω ελλείψεως διαδρόμων προσβάσεως και ότι δεν υφίστατο προφανώς κανένα σχεδιάγραμμα αποθεματοποιήσεως εμφαίνον την τοποθέτηση των παρτίδων. Κατά συνέπεια, μόνον οι παλέτες που βρίσκονταν στο εμπρόσθιο μέρος των χώρων αποθεματοποιήσεως μπορούσαν να επιθεωρηθούν αποτελεσματικά, δηλαδή ταχέως και χωρίς δυσκολία.
117 Όσον αφορά την υπερπλήρωση των ψυκτικών αποθηκών, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θεωρεί ότι, μολονότι οι αποθήκες ήσαν εν μέρει υπερπλήρεις κατά το οικονομικό έτος 1992 λόγω εξαιρετικά υψηλού αριθμού αγορών, τα αποθέματα ελέγχθηκαν ορθώς. Οσάκις οι αποθήκες ήσαν υπερπλήρεις, αφαιρούνταν, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παλέτες προκειμένου να καταστεί δυνατός ο έλεγχος των παρτίδων που βρίσκονταν στο όπισθεν μέρος των χώρων αποθεματοποιήσεως. Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η εν προκειμένω αιτίαση της Επιτροπής ουδόλως λαμβάνει υπόψη την εξαιρετική κατάσταση που υφίστατο το 1992.
118 Τέλος, ως προς την αδυναμία προσδιορισμού των παλετών, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή στηρίζεται σε μια μεμονωμένη περίπτωση, στην οποία ο αρμόδιος ελεγκτής του BALM δεν παρακολούθησε την έξοδο από την παρέμβαση ενός μέρους των παλετών που είχε επιλέξει στον χώρο αποθεματοποιήσεως. Εντούτοις, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν μπορεί να γενικευθεί η εξαιρετική αυτή περίπτωση η οποία και δεν μπορεί να συνιστά απόδειξη της ελλείψεως ελέγχου, χαρακτηρίζουσας το σύνολο των επιθεωρήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1992 κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4 του κανονισμού.
119 Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δύο στοιχεία αποδυναμώνουν αυτή την άποψη:
- Οι διαπιστωθείσες πλημμέλειες στην πρώτη περίπτωση ήσαν τόσο προφανείς ώστε ήταν εύκολο για το ΕΓΤΠΕ να τις διαπιστώσει μέσω απλού δειγματοληπτικού ελέγχου. Επιβαρυντικό επιπλέον στοιχείο είναι ότι την ημέρα κατά την οποία το ΕΓΤΠΕ προέβη στον δειγματοληπτικό του έλεγχο υπάλληλοι του BALM είχαν προηγουμένως πραγματοποιήσει έλεγχο απογραφής κατά τον οποίο δεν αποκαλύφθηκαν οι προφανείς αυτές αδυναμίες.
- Επιπροσθέτως, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει με το υπόμνημά της απαντήσεως ούτε έγγραφα εργασίας των οργάνων του BALM που, αν οι έλεγχοι απογραφής είχαν πραγματοποιηθεί συννόμως, θα είχαν πληροφορήσει την Επιτροπή για τον ακριβή αριθμό των παλετών που ελέγχθηκαν, καθώς και για τον αριθμό των τεταρτημορίων βοείου κρέατος που είχαν αποθεματοποιηθεί επί των παλετών αυτών. Η Επιτροπή εκθέτει ότι είχε πάντοτε δηλώσει ότι, παρά τις διαπιστωθείσες ανεπάρκειες σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, θα θεωρούσε τέτοια έγγραφα ως επαρκή απόδειξη της πραγματοποιήσεως γενικώς συννόμων ελέγχων απογραφής. Εντούτοις, κανένα έγγραφο εργασίας αυτού του είδους δεν προσκομίστηκε μέχρι τούδε στην Επιτροπή.
Β - Ανάλυση
120 Πρώτον, όσον αφορά το επίδικο σημείο της αναγραφής στην απογραφή, συμφωνώ με τη Γερμανική Κυβέρνηση ότι το άρθρο 3 του προπαρατεθέντος κανονισμού 618/90 δεν επιβάλλει τη ζύγιση του κρέατος. Η Επιτροπή παραδέχθηκε επίσης το σημείο αυτό. Επομένως, η διαφορά αφορά μόνον το ζήτημα αν, κατά την κατάρτιση της ετήσιας απογραφής, οι πραγματοποιήσαντες την αποθεματοποίηση περιορίστηκαν, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, σε απλώς και μόνο λογιστική μεταφορά από τα βιβλία αποθεμάτων ή αν προέβησαν, όπως επιτάσσει το προμνημονευθέν άρθρο 3, στη διαπίστωση της υλικής παρουσίας του εμπορεύματος.
121 Βεβαίως, η Επιτροπή ευλόγως παρατηρεί ότι η απώλεια μιας παλέτας ή ενός τεμαχίου συνεπάγεται οπωσδήποτε διαφορά μεταξύ των διαπιστώσεων που περιέχουν τα πρακτικά απογραφής και των λογιστικών βιβλίων αποθεμάτων. Πάντως, εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι, ως προς το οικονομικό έτος 1992, καμία ελλείπουσα ποσότητα δεν διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της απογραφής. Κατά συνέπεια, το γεγονός που εκπλήσσει την Επιτροπή, δηλαδή ότι στις ετήσιες απογραφές δεν εμφαίνονται αποκλίσεις μεταξύ των ποσοτήτων και του βάρους που αναγράφηκε στα λογιστικά βιβλία και των ποσοτήτων και του βάρους που ελέγχθηκαν, νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί αναντίρρητο.
122 Απομένει το ερώτημα αν οι υπάλληλοι των επιχειρήσεων αποθεματοποιήσεως διαπίστωσαν, όπως απαιτεί η κοινοτική ρύθμιση, την υλική παρουσία των εμπορευμάτων. Συναφώς, η Επιτροπή στηρίζεται στη δήλωση ορισμένων υπαλλήλων, υποστηρίζοντας ότι ο έλεγχος αυτός δεν πραγματοποιούνταν συστηματικά. Η Γερμανική Κυβέρνηση προσφέρει, ως ανταπόδειξη, τη μαρτυρία οργάνων του BALM. Τα εν λόγω όργανα δεν θα μπορούσαν να προσκομίσουν την απόδειξη αυτή παρά μόνον αποκλειστικά για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ήσαν πράγματι παρόντα κατά την κατάρτιση της απογραφής. Στις λοιπές περιπτώσεις, δεν είναι δυνατό να απορρίπτονται οι μαρτυρίες που προσκομίζει η Επιτροπή και κατά τις οποίες υπήρξαν περιπτώσεις όπου οι πραγματοποιήσαντες την αποθεματοποίηση περιορίστηκαν σε λογιστική μεταφορά των στοιχείων αποθεμάτων. Σ' ένα έγγραφο της 6ης Ιουλίου 1994 προς τον γενικό διευθυντή γεωργίας της Επιτροπής, που εμφαίνεται στο παράρτημα 6 του υπομνήματος ανταπαντήσεως της Επιτροπής, ο ομοσπονδιακός Υπουργός Οικονομικών παραδέχεται εξάλλου τα ακόλουθα:
«(...) οι ελεγκτές του BALM δεν είναι παρόντες σε όλες τις περιπτώσεις κατά την κατάρτιση της απογραφής από τον υπεύθυνο της αποθήκης. Επιπλέον, δεν απαιτείται κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, του προμνημονευθέντος κανονισμού η παρουσία εκπροσώπων των οργανισμών παρεμβάσεως. Επομένως, δεν είναι δυνατό να διατυπωθεί κρίση ως προς το αν ο υπεύθυνος αποθήκης ελέγχει την πραγματική παρουσία του εμπορεύματος ή αν μεταφέρει απλώς λογιστικώς την ποσότητα που εμφαίνεται στα βιβλία αποθέματος. Εντούτοις, στους υπευθύνους αποθηκών επισημαίνονται ετησίως, μέσω εγκυκλίων, οι διατάξεις περί της καταρτίσεως των απογραφών κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 618/90. Το BALM θα ελέγχει στο μέλλον αυστηρότερα την τήρηση των διατάξεων από τους υπευθύνους αποθηκών» (12).
123 Δεύτερον, όσον αφορά τον έλεγχο των απογραφών από τους ίδιους του εκπροσώπους του BALM, η Επιτροπή προσάπτει κυρίως στις γερμανικές αρχές ότι στα πρακτικά ετησίας απογραφής δεν πιστοποιείται η τήρηση του άρθρου 4 του κανονισμού 618/90, όσον αφορά την υποχρέωση επιτόπου επιθεωρήσεως του 5 % της αποθεματοποιημένης ποσότητας. Από τα έγγραφα αυτά θα έπρεπε να προκύπτει ότι η διαδικασία επιτόπου επιθεωρήσεως που επιβάλλει το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού ακολουθήθηκε βήμα προς βήμα σε όλες τις λεπτομέρειές της (13).
124 Τα πρακτικά ετήσιας απογραφής, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων αποθεμάτων που τα συνοδεύουν, δεν παρέχουν τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία. Όπως ορθώς ισχυρίζεται η Επιτροπή, οι ενδείξεις του βάρους, που εμφαίνονται στην τέταρτη στήλη των πρακτικών αυτών, καθιστούν απλώς γνωστό από ποια παρτίδα ή από ποια κατηγορία εμπορεύματος επελέγη για τον έλεγχο του βάρους το μέρος που αντιστοιχεί στο 1 % του συνόλου του αποθέματος.
125 Συμμεριζόμενος την άποψη της Επιτροπής, θεωρώ ότι το κοινοτικό δίκαιο, όταν σε σχέση με τη χρησιμοποίηση των πόρων της Κοινότητας, επιβάλλει συγκεκριμένους ελέγχους, όπως εν προκειμένω την επιτόπου επιθεώρηση του 5 % του αποθεματοποιημένου βοείου κρέατος, οι αρμόδιες εθνικές υπηρεσίες οφείλουν να μεριμνούν ώστε να υφίσταται η δυνατότητα επαληθεύσεως, κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών και με κατάλληλα έγγραφα ή σημειώσεις, του αν τηρήθηκε η υποχρέωση αυτή. Επομένως, η ανυπαρξία τέτοιων εγγράφων ή σημειώσεων συνιστά ακριβώς την αδυναμία. Στο έγγραφό του της 6ης Οκτωβρίου 1995, ο ομοσπονδιακός Υπουργός Τροφίμων, Γεωργίας και Δασών (14) δήλωσε εξάλλου ότι στο μέλλον «οι έλεγχοι που πρέπει να διενεργούνται κατά την αποθεματοποίηση θα είναι, σύμφωνα με τις προτάσεις σας, πλήρως τεκμηριωμένοι». Επομένως, αναγνώρισε την ύπαρξη κενού ως προς το σημείο αυτό.
126 Τρίτον, ως προς την αιτίαση της Επιτροπής που αφορά την έλλειψη εθνικών οδηγιών όσον αφορά τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθούν οι ελεγκτές κατά την επιτόπου επιθεώρηση, διαπιστώνω ότι η διαδικασία αυτή συνάγεται συναφώς από το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού. Όμως, δεδομένου ότι το παράρτημα αυτό ήταν συνημμένο στις υπηρεσιακές οδηγίες, θεωρώ ότι οι ελεγκτές ήσαν οπωσδήποτε σε θέση να κατανοήσουν αυτό που τους είχε ζητηθεί. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι γερμανικές αρχές θα έπρεπε να συμπεριλάβουν στις οδηγίες τους την υποχρέωση καταρτίσεως λεπτομερών εκθέσεων περί της επιτόπου επιθεωρήσεως του 5 % του αποθεματοποιημένου κρέατος.
V - Επί των ελέγχων κατά την έξοδο του προϋόντος από την αποθεματοποίηση
Α - Ισχυρισμοί και επιχειρήματα
127 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 147/91 της Επιτροπής, της 22ας Ιανουαρίου 1991, για τον ορισμό και τον καθορισμό ορίων ανοχής των ποσοτικών απωλειών των γεωργικών προϋόντων που αποθηκεύονται σε δημόσια παρέμβαση (15), προβλέπει ότι το όριο ανοχής που καλύπτει τις ποσοτικές απώλειες που προκύπτουν από κανονικές εργασίες αποθηκεύσεως που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κανόνες αποθηκεύσεως καθορίζεται σε ποσοστό του πραγματικού βάρους, χωρίς συσκευασία, των ποσοτήτων που έχουν αποθηκευθεί (άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2). Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, το εν λόγω ποσοστό καθορίζεται για το βόειο κρέας σε 0,6 %.
128 Στην περίπτωση μη προσδιορίσιμων απωλειών βοείου κρέατος, που υπερβαίνουν την ανοχή του 0,6 % που ορίζει ο κανονισμός 147/91, τα κράτη μέλη οφείλουν να καταχωρίζουν λογιστικώς σε πίστωση του ΕΓΤΠΕ ποσό σαφώς ανώτερο της αγοραίας αξίας των ποσοτήτων που απολέσθησαν (16).
129 Επιπλέον, το μη αποστεωμένο βόειο κρέας που προέρχεται από δημόσια αποθεματοποίηση πωλείται, δυνάμει των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 2173/79 της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1979, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 216/69 (17), σύμφωνα με το μικτό βάρος που πράγματι διαπιστώνεται.
130 Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, «η παραλαβή του εμπορεύματος πραγματοποιείται σύμφωνα με τις οδηγίες των οργανισμών παρεμβάσεως για τη ρευστοποίηση των αποθεμάτων (...)».
131 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διευκρίνισε την ανωτέρω διάταξη του κανονισμού 2173/79 με το σημείο 13.5.1 της Bekanntmachung Nr. 55/87/31 όber die Allgemeinen Bedingungen fόr den Verkauf von Rindfleisch aus Interventionen, της 8ης Σεπτεμβρίου 1987 (ανακοίνωση 55/87/31 για τους γενικούς κανόνες πωλήσεως του βοείου κρέατος παρεμβάσεως), η οποία προβλέπει ότι, για το κατεψυγμένο βόειο κρέας, το βάρος παραδόσεως κάθε κατηγορίας εμπορεύματος καθορίζεται, κατά την παράδοση, από ειδικευμένο ζυγιστή μέσω ορθώς ρυθμισμένου ζυγού.
132 Κατά το σημείο 13.5.1., δεύτερο εδάφιο, της ανακοινώσεως 55/87/31, «το ακαθάριστο βάρος πιστοποιείται μέσω δελτίων ζυγίσεως. Το σύνολο του βάρους που αναφέρεται στα δελτία στρογγυλοποιείται ως προς τα τεταρτημόρια κρέατος στο ανώτερο ή κατώτερο χιλιόγραμμο, ως προς δε τα τεμάχια στα ανώτερα ή κατώτερα εκατό γραμμάρια. Ο ζυγιστής υπογράφει τα δελτία και αποθέτει σ' αυτά τη σφραγίδα του».
133 Κατά τη συνθετική έκθεση «(...) κάθε απώλεια τεταρτημορίων θεωρείται ότι υπερβαίνει την ανοχή και συνεπάγεται πίστωση υπέρ του ΕΓΤΠΕ. Επομένως, είναι προφανές ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεριμνούν ώστε το βόειο κρέας που εξέρχεται από την αποθεματοποίηση να αποτελεί το αντικείμενο ορθής λογιστικής διαχειρίσεως, να ζυγίζεται και καταχωρίζεται για τις λογιστικές ανάγκες και την πληρωμή».
134 Η Επιτροπή τονίζει επιπλέον στη συνθετική έκθεση τα ακόλουθα:
«- Το ΕΓΤΠΕ δεν διαπίστωσε την παρουσία οιουδήποτε οργάνου του BALM κατά το χρονικό σημείο των εργασιών εκφορτώσεως από την αποθεματοποίηση, διότι ούτε οι ημερήσιες καταστάσεις κινήσεως των αποθεμάτων (Tagesmeldungen) ούτε οι εκθέσεις ζυγίσεως φέρουν την υπογραφή επιθεωρητών του BALM. Το BALM εξέθεσε ότι χρησιμοποίησε μερικές φορές τους λεγόμενους εκπροσώπους του BALM για να ελέγξει τις εκφορτώσεις από την αποθεματοποίηση, διότι, για λόγους προσωπικού, οι επιθεωρητές του BALM δεν μπορούν να είναι παρόντες σε κάθε εκφόρτωση.
- Το ΕΓΤΠΕ διαπίστωσε, κατά τον βάσει εγγράφων έλεγχό του, ότι η αποθήκη και ο αγοραστής ανήκουν συχνά στην ίδια εταιρία. Σε μια περίπτωση που διαπιστώθηκε κατά ένα βάσει εγγράφων έλεγχο, το ΕΓΤΠΕ συνήγαγε κατ' αρχάς ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί ζύγιση μιας συγκεκριμένης παρτίδας βοείου κρέατος που είχε εκφορτωθεί από συγκεκριμένη αποθήκη. Όμως, από τα έγγραφα που ελήφθησαν υπόψη προκύπτει ότι είχε ακριβώς (δηλαδή μέχρι χιλιογράμμου) εκφορτωθεί η ίδια ποσότητα με αυτή που είχε εισέλθει το προηγούμενο έτος.
Οι γερμανικές αρχές, καίτοι εξέθεσαν ότι το σύνολο του βοείου κρέατος που είχε εξέλθει από τα αποθέματα παραμβάσεως ζυγίζεται, παραδέχθηκαν ότι σημειώθηκαν ορισμένα σφάλματα λογιστικής καταχωρίσεως ως προς δύο διαφορετικές κατηγορίες βοείου κρέατος που κακώς καταχωρίστηκαν λογιστικώς από κοινού και ότι δεν υπήρξε απώλεια βάρους στην περίπτωση αυτή. Άλλες περιπτώσεις που διαπίστωσε το ΕΓΤΠΕ και για τις οποίες δεν υπήρχε ούτε κατά χιλιόγραμμο διαφορά μεταξύ της εισόδου και της εξόδου του προϋόντος επεξηγήθηκαν με τον ίδιο τρόπο.
Ελλείψει διαδικασιών ζυγίσεως δεόντως ελεγχομένων από το BALM, το ΕΓΤΠΕ δεν πείστηκε από τα εν προκειμένω επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία. Είναι βέβαιο ότι μια σημαντική αναλογία κρέατος παρεμβάσεως εξήλθε από την αποθεματοποίηση απόντος του BALM.»
135 Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, έχουν τηρηθεί οι επιταγές του κοινοτικού δικαίου ως προς την έξοδο από την αποθεματοποίηση του βοείου κρέατος. Για την πραγματοποίηση των ελέγχων της εξόδου από την αποθεματοποίηση χρησιμοποιήθηκαν επίσης, εκτός από τους επιθεωρητές του BALM, υπάλληλοι της ψυκτικής αποθήκης που επελέγησαν, εκπαιδεύτηκαν και επιφορτίστηκαν με την εκτέλεση καθηκόντων από το BALM. Ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία παρεμβαίνουν εντεταλμένα πρόσωπα, πρέπει να διασφαλίζεται η νομότυπη και προσήκουσα έξοδος από την αποθεματοποίηση. Εξάλλου, οι αγοραστές μεριμνούν ώστε το κατακυρούμενο και πληρωνόμενο κρέας να παραδίδεται προσηκόντως από απόψεως τόσο ποιότητας όσο και ποσότητας, διότι οι προϋποθέσεις πωλήσεως του BALM αποκλείουν κάθε εκ των υστέρων απαίτηση. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η έξοδος από την αποθεματοποίηση πραγματοποιείται στις επιχειρήσεις καταψύξεως που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τον αγοραστή, οι έλεγχοι πραγματοποιούνται αποκλειστικά από τους ελεγκτές του BALM.
136 Κατά την Επιτροπή, είναι αληθές ότι καμία νομική υποχρέωση δεν επιβάλλει οι έλεγχοι που αφορούν την έξοδο από την αποθεματοποίηση να πραγματοποιούνται αποκλειστικά από υπαλλήλους των οργανισμών παρεμβάσεως. Εντούτοις, μια γενική νομική υποχρέωση επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν για την ακρίβεια των ποσοτήτων του κρέατος που εξέρχεται από τα αποθέματα παρεμβάσεως, δεδομένου ότι τα προς πίστωση υπέρ του ΕΓΤΠΕ ποσά στηρίζονται στις ποσότητες αυτές. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αν οι εν λόγω έλεγχοι δεν πραγματοποιούνται από όργανα του BALM, το σύστημα ελέγχου, στο σύνολό του, μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο δολίων ενεργειών και καταχρήσεων.
137 Ακόμη κι αν - όπως ισχυρίζεται η Γερμανική Κυβέρνηση - οι συμβάσεις αποθεματοποιήσεως που συνάπτονται με τις ψυκτικές αποθήκες επιβάλλουν υποχρεώσεις ελέγχου, η ύπαρξη μιας τέτοιας υποχρεώσεως δεν σημαίνει, κατά την Επιτροπή, ότι η υποχρέωση αυτή τηρείται πάντοτε στο απαιτούμενο μέτρο. Επιπλέον, η Γερμανική Κυβέρνηση ουδόλως απέδειξε ότι οι υποχρεώσεις που περιέχει η σύμβαση αποθεματοποιήσεως ανταποκρίνονται πλήρως στις κοινοτικές επιταγές ελέγχου. Επιπλέον, όσον αφορά τους μετέπειτα ελέγχους που πραγματοποίησε το BALM, η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι πρόκειται για απλό έλεγχο εγγράφων που δεν αρκεί για να αντικαταστήσει τους απαιτούμενους επιτόπου ελέγχους. Ως προς το ειδικότερο πρόβλημα των συνδεδεμένων επιχειρήσεων, η Επιτροπή παραπέμπει στους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που προέβαλε σε σχέση με τους ελέγχους της εισόδου στην αποθεματοποίηση.
138 Όσον αφορά τους κινδύνους δολίων ενεργειών, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι δεν διαφαίνεται τέτοιος κίνδυνος, διότι δεν υφίσταται κοινοτική αγορά για τα κατεψυγμένα τεταρτημόρια νεαρών μόσχων, οπότε ενδεχόμενη διάθεση στην αγορά θέτει ζητήματα ως προς την προέλευση του κρέατος. Επιπλέον, δεν θα είχε έννοια, από οικονομικής απόψεως, να αντικατασταθεί το κρέας αυτό με κρέας αγελάδας. Συγκεκριμένα, η τιμή των κατεψυγμένων τεταρτημορίων νεαρών μόσχων σε καμία περίπτωση δεν είναι ανώτερη της τιμής των τεταρτημορίων νωπού κρέατος αγελάδας. Η διαδικασία καταψύξεως συνεπάγεται μείωση της αξίας του κρέατος νεαρών μόσχων, η οποία είναι πάντοτε μεγαλύτερη από τη διαφορά τιμής μεταξύ της τιμής του καταψυγμένου κρέατος μόσχου και της τιμής του κρέατος αγελάδας. Εξάλλου, είναι εύκολη η διάκριση μεταξύ του κρέατος αγελάδας και του κρέατος μόσχου. Κάθε αγοραστής κρέατος παρεμβάσεως θα έβλεπε τη διαφορά. Επιπλέον, οι αγοραστές αποθεμάτων του BALM δεν διατύπωσαν τέτοιου είδους παράπονα.
139 Ως προς τη λεπτομερή περιγραφή των ελέγχων κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση, στην οποία προβαίνει η Γερμανική Κυβέρνηση με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εν λόγω κυβέρνηση περιορίζεται ουσιαστικώς σε γενικές παρατηρήσεις επί της «κανονικής» διενέργειας της διαδικασίας ελέγχου, χωρίς εντούτοις να διατυπώνει σχόλια επί των συγκεκριμένων ανεπαρκειών στις οποίες στηρίζονται οι διαπιστώσεις της Επιτροπής.
140 Η Επιτροπή υπενθυμίζει τις διαπιστώσεις που περιέχει η συνθετική έκθεση και κατά τις οποίες, σε πολλές περιπτώσεις, το ΕΓΤΠΕ διαπίστωσε ότι το αναφερόμενο βάρος κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση αντιστοιχούσε μέχρι χιλιογράμμου προς το βάρος του εμπορεύματος που είχε εισέλθει στην αποθεματοποίηση το προηγούμενο έτος, πράγμα που είναι ασύνηθες στην αποθεματοποίηση υπό κατάψυξη, όπου οι απώλειες βάρους είναι συνήθεις. Αυτό επιτρέπει να υποτεθεί, κατά την Επιτροπή, ότι, ελλείψει ελέγχου, οι απώλειες ή αυξήσεις βάρους δεν δηλώθηκαν ορθώς.
141 Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αφότου το BALM εξέτασε τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρθηκε η Επιτροπή, και στις οποίες, κατά τη γνώμη του, κατ' εξαίρεση, καμία διαφορά βάρους δεν προέκυψε μεταξύ της εισόδου στην αποθεματοποίηση και της εξόδου από την αποθεματοποίηση, διαπιστώθηκε, σε δύο μόνο περιπτώσεις, ότι το βάρος κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση αντιστοιχούσε στο βάρος κατά την είσοδο σ' αυτήν. Για τις ιδιαίτερες αυτές περιπτώσεις παρασχέθηκαν διευκρινίσεις στην Επιτροπή. Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ο λόγος ήταν ότι η ανωμαλία αυτή δεν προέρχεται από δόλιες ενέργειες κατά τη διαπίστωση του βάρους ή από έλλειψη ζυγίσεως, αλλά από το γεγονός ότι δύο διαφορετικές κατηγορίες βοείου κρέατος καταγράφηκαν λογιστικώς εκ πλάνης, οπότε δεν σημειώθηκε καμία απώλεια βάρους. Κατά την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, είναι απολύτως δυνατό, σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, το βάρος κατά την είσοδο στην αποθεματοποίηση να αντιστοιχεί στο βάρος κατά την έξοδο από αυτήν.
142 Κατά την Επιτροπή, η προσπάθεια αυτή δικαιολογήσεως δεν είνα πειστική και, εξάλλου, δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί. Η Επιτροπή εξακολουθεί επομένως να θεωρεί τις περιπτώσεις που προέκυψαν ως βασική ένδειξη περί του ότι στη Γερμανία υφίστανται ελλείψεις κατά τον έλεγχο της εξόδου από την αποθεματοποίηση, χωρίς οι ιδιαίτερες αυτές περιπτώσεις να αποτελούν, αφεαυτών, τη βάση της κατ' αποκοπήν διορθώσεως του 2 % των δαπανών.
Β - Ανάλυση
143 Όσον αφορά τους ελέγχους κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση, νομίζω ότι τα κατωτέρω εκτιθέμενα στοιχεία είναι καθοριστικά για τον σχηματισμό κρίσεως.
144 Θα ήθελα κατ' αρχάς να υπενθυμίσω το γεγονός, που δεν αμφισβητείται, ότι ούτε η εφαρμοστέα το 1992 κοινοτική ρύθμιση ούτε η ρύθμιση που την αντικατέστησε προβλέπουν την παρουσία υπαλλήλων του εθνικού οργανισμού παρεμβάσεως κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση των προϋόντων που είχαν αποθηκευθεί. Επομένως, δεν είναι δυνατό να συναχθεί αυτομάτως από την πλήρη ή μερική απουσία των εν λόγω υπαλλήλων κενό στο σύστημα ελέγχου δυνάμενο να δικαιολογεί άρνηση της αναλήψεως από το ΕΓΤΠΕ του 2 % των δαπανών.
145 Εντούτοις, δεν μπορεί παρά να τύχει επιδοκιμασίας η άποψη της Επιτροπής ότι υπάλληλοι του BALM έπρεπε να ήσαν πάντοτε παρόντες στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ψυκτική αποθήκη και ο αγοραστής του κρέατος ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων. Η αρχή αυτή, εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αντέταξε απλώς ότι, σε τέτοιες καταστάσεις, ήταν πάντοτε παρόν ένα όργανο του BALM. Εξάλλου, το συμβιβαστικό όργανο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα έγγραφα που του είχαν κοινοποιηθεί από τις γερμανικές αρχές επιβεβαίωναν τον ισχυρισμό αυτό «βάσει περιορισμένου αριθμού συγκεκριμένων παραδειγμάτων».
146 Ενόψει των ισχυρισμών στους οποίους προβαίνει κατηγορηματικώς η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και της ανυπαρξίας πλήρους ελέγχου εκ μέρους των υπηρεσιών της Επιτροπής επί όλων των περιπτώσεων αυτού του είδους, μπορεί λογικά να θεωρηθεί ότι τα όργανα του BALM ήσαν παρόντα κατά την παράδοση κρέατος σε επιχειρήσεις συνδεδεμένες με την εταιρία στην οποία ανήκει η αποθήκη.
147 Εντούτοις, όπως διαπίστωσα ανωτέρω σε σχέση με την ανάληψη του κρέατος από τις αποθήκες, η γερμανική άποψη αποδυναμώνεται από το γεγονός ότι οι γραπτές οδηγίες που δόθηκαν στους ελεγκτές δεν επιτάσσουν ρητώς την παρουσία αυτή. Υπ' αυτήν την έννοια, το σύστημα ελέγχου περιέχει κάποιο κενό.
148 Όσον αφορά όλες τις λοιπές περιπτώσεις, δηλαδή αυτές κατά τις οποίες η έξοδος από την αποθεματοποίηση πραγματοποιήθηκε υπό τον έλεγχο εντεταλμένων προσώπων του BALM (άρα εν απουσία οργάνου αυτού του οργανισμού), η Επιτροπή επισημαίνει περιπτώσεις κατά τις οποίες το βάρος του παραδοθέντος εμπορεύματος ήταν ακριβώς το ίδιο με το βάρος του εμπορεύματος που αναλήφθηκε. Ένα παράδειγμα περιέχει η έκθεση των ελεγκτών του ΕΓΤΠΕ, που διαβιβάστηκε από την Επιτροπή στις γερμανικές αρχές με έγγραφο της 13ης Απριλίου 1994 (VI/014852, παράρτημα 3 του δικογράφου της προσφυγής), όπου στη σελίδα 10 αναφέρεται ότι 273 τεμάχια κρέατος ζύγιζαν κατά την είσοδο 26 591 kg και κατά την έξοδο είχαν ακριβώς το ίδιο βάρος. Εντούτοις, από τη ρύθμιση προκύπτει ότι κατά την είσοδο στις αποθήκες τα τεμάχια κρέατος πρέπει να ζυγίζονται πριν συσκευασθούν, ενώ κατά την έξοδο πρέπει να ζυγίζονται με αναφορά στο μικτό τους βάρος, δηλαδή συμπεριλαμβανομένης της συσκευασίας. Όμως, είναι ελάχιστα πιθανό ότι η απώλεια βάρους, που υφίσταται γενικά το αποθεματοποιημένο κρέας, αντισταθμίζεται επακριβώς από το βάρος της συσκευασίας. Επομένως, η Επιτροπή δικαιολογημένα υποθέτει ότι τα κρέατα που εξήλθαν από την αποθεματοποίηση δεν ζυγίστηκαν σε όλες τις περιπτώσεις.
149 Επιπλέον, οι κοινοτικοί κανόνες προβλέπουν ότι, για κάθε μη προσδιορίσιμη απώλεια βοείου κρέατος, που υπερβαίνει την ανοχή του 0,6 %, τα κράτη μέλη οφείλουν να καταχωρίζουν λογιστικώς σε πίστωση του ΕΓΤΠΕ ποσό σαφώς ανώτερο της αγοραίας αξίας των ποσοτήτων που απολέσθηκαν. Επομένως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προβαίνουν σε αυστηρούς ελέγχους για να βεβαιώνονται αν, ναι ή όχι, έχει σημειωθεί υπέρβαση αυτού του ορίου. Οι έλεγχοι αυτοί μπορούν να διενεργούνται από άλλα πρόσωπα πλην των οργάνων του οργανισμού παρεμβάσεως, πλην όμως πρέπει να πραγματοποιούνται με όλη την αναγκαία αυστηρότητα.
150 Οι βάσει εγγράφων έλεγχοι που πραγματοποιούνται εκ των υστέρων από το BALM, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτό χρησιμοποιεί εντεταλμένα πρόσωπα για να προβεί στους ελέγχους της εξόδου από την αποθεματοποίηση, δεν μπορούν να θεραπεύσουν τις πλημμέλειες που ενδεχομένως διαπράχθηκαν κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση.
151 Συναφώς, ο ισχυρισμός και μόνον ότι οι αγοραστές δεν προέβαλαν καμία απαίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καθοριστικό στοιχείο, έστω και λόγω του γεγονότος ότι οι προϋποθέσεις πωλήσεως του BALM αποκλείουν κάθε εκ των υστέρων απαίτηση.
152 Συνεπώς, διαπιστώνω ότι η Γερμανική Κυβέρνηση μόνο σε πολύ περιορισμένη έκταση απέδειξε ότι δεν υφίστανται οι παραλείψεις στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή όσον αφορά τους ελέγχους που πρέπει να πραγματοποιούνται κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση του βοείου κρέατος παρεμβάσεως.
VI - Τελικές παρατηρήσεις
153 Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς που περιέχει το δικόγραφο προσφυγής της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η συνθετική έκθεση, η οποία είχε ως συνέπεια την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής, δεν χαρακτηρίζει τις διαπιστωθείσες παραλείψεις ως σημαντικές (betrδchtlich).
154 Εξάλλου, η Επιτροπή υπογράμμισε, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η απόφασή της δεν στηριζόταν στις παραλείψεις που διαπιστώθηκαν σε κάθε ένα από τα τρία στάδια της διαδικασίας, θεωρούμενα μεμονωμένως, αλλά σε εκτίμηση της όλης διαδικασίας που εφάρμοσε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
155 Όμως, κατά τη γνώμη μου, τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αποδεικνύουν ότι η διαδικασία αυτή δεν παρουσιάζει αδυναμίες οι οποίες, θεωρούμενες συνολικώς, μπορούν να έχουν ως συνέπεια «κίνδυνο ασήμαντων απωλειών για το ΕΓΤΠΕ». Εξάλλου, από πολλά στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεσμεύθηκε να αντιμετωπίσει τις παραλείψεις αυτές, πράγμα που αποδεικνύει ότι πράγματι υφίσταντο.
156 Ενόψει της εκτιμήσεως των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν σε κάθε ένα από τα τρία στάδια, καταλήγω επομένως στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής δεν ευσταθούσαν.
157 Επιπλέον, διαπιστώνω ότι η Γερμανική Κυβέρνηση περιορίστηκε, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας της, να αμφισβητήσει την ύπαρξη των παραλείψεων στις οποίες στηρίχθηκε η κατ' αποκοπήν μείωση. Αντιθέτως, δεν προέβαλε κανένα λόγο προς αμφισβήτηση της δυνατότητας εφαρμογής της εν λόγω μειώσεως ως προς τις διαπιστωθείσες παραλείψεις.
158 Όμως, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, το Δικαστηρίο περιορίζεται στην εξέταση των λόγων του προσφεύγοντος και, κατά συνέπεια, δεν οφείλει εν προκειμένω να εξετάσει το ζήτημα αν οι διαπιστωθείσες αδυναμίες δικαιολογούν την εφαρμογή της κατ' αποκοπήν διορθώσεως.
159 Κατά συνέπεια, το μόνο που απομένει είναι να ζητήσω την απόρριψη της προσφυγής.
160 Εντούτοις, θα ήθελα ακόμη να προσθέσω ότι, αν η προσφεύγουσα είχε θέσει το ζήτημα αν οι εν λόγω πλημμέλειες ήταν απ' αυτές που κατ' ανάγκη συνεπάγονται, κατ' εφαρμογήν της θεσπισθείσας από την Επιτροπή κλίμακας, κατ' αποκοπήν διόρθωση κατά 2 %, το συμπέρασμά μου δεν θα ήταν διαφορετικό. Πράγματι, μια τέτοια διόρθωση εφαρμόζεται «αν η παράλειψη περιορίζεται σε ορισμένα στοιχεία του συστήματος ελέγχου που είναι μικρής σημασίας ή στην εφαρμογή ελέγχων που δεν είναι ουσιώδεις για τη διασφάλιση του συννόμου της δαπάνης, οπότε μπορεί λογικώς να συναχθεί ότι ο κίνδυνος απωλειών για το ΕΓΤΠΕ ήταν ασήμαντος». Όμως, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οι παραλείψεις που διαπιστώθηκαν με την περάτωση της παρούσας αναλύσεως μπορούν να έχουν ως συνέπεια ασήμαντο κίνδυνο απωλειών για το ΕΓΤΠΕ.
161 Εξάλλου, το ζήτημα αν η εφαρμογή, σε τέτοιες περιπτώσεις, διορθώσεως που αφορά το 2 % των δαπανών αντιφάσκει ή όχι προς την αρχή της αναλογικότητας δεν αποτέλεσε το αντικείμενο αντιπαραθέσεων στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.
VII - Πρόταση
162 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) Να απορρίψει την προσφυγή.
2) Να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
(1) - EE L 323, σ. 26.
(2) - Βλ. έγγραφο VI/6355/95, της 27ης Μαρτίου 1996, και έγγραφο VI/5112/96, της 14ης Ιουνίου 1996.
(3) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 93.
(4) - ΕΕ L 67, σ. 21.
(5) - ΕΕ L 182, σ. 45.
(6) - Υπόθεση C-242/96, Ιταλία κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 58 και 59).
(7) - ΕΕ L 91, σ. 5.
(8) - ΕΕ L 225, σ. 4.
(9) - Βλ. σημείο 35 ανωτέρω.
(10) - Βλ. την απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-209/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 43).
(11) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 60).
(12) - Σ. 14 του εγγράφου.
(13) - Βλ. το σημείο 103 ανωτέρω.
(14) - Παράρτημα 7 του δικογράφου της προσφυγής.
(15) - ΕΕ L 17, σ. 9.
(16) - Βλ. τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 3492/90 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, για τον καθορισμό των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη στους ετήσιους λογαριασμούς για τη χρηματοδότηση των μέτρων παρεμβάσεως με τη μορφή δημόσιας αποθεματοποίησης από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 337, σ. 3), και (ΕΟΚ) 3597/90 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με τους κανόνες λογιστικής καταχώρισης για τα μέτρα παρεμβάσεως που συνεπάγεται η αγορά, η αποθεματοποίηση και η πώληση γεωργικών προϋόντων από τους οργανισμούς παρεμβάσεως (ΕΕ L 350, σ. 43).
(17) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 142.
Full & Egal Universal Law Academy