Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1 Με τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα που απευθύνει προς το Δικαστήριο, η Cour de cassation της Γαλλίας ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 3 και του άρθρου 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (1), όπως αυτή τροποποιήθηκε, για τελευταία φορά, με την Σύμβαση της 26ης Μαου 1989, περί προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας (2).
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
2 Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως δεν προκύπτουν με ικανοποιητική σαφήνεια, ούτε από την απόφαση της παραπομπής, ούτε από τις παρατηρήσεις των μερών, ούτε από τα έγγραφα της κύριας δίκης. Από τα εν γένει στοιχεία του φακέλου, προκύπτει ότι, τον Μάιο του 1988 (3), η εταιρία γαλλικού δικαίου Brambi Fruits, με έδρα το Rungis (στο εξής: Βrambi), αγόρασε μεγάλη ποσότητα αχλαδιών από την εταιρία αυστραλιανού δικαίου F. W. Year, με έδρα την Μελβούρνη.
3 Βάσει φορτωτικής στον κομιστή, που εκδόθηκε στις 8 Μαου 1992 στο Σίδνεϋ, από την αυστραλιανή εταιρία Refrigerated Container Carriers PTY LTD, με έδρα το Σίδνεϋ (στο εξής: RCC), το εμπόρευμα, αποτελούμενο από οκτώ ψυχόμενα εμπορευματοκιβώτια που περιείχαν 5 199 χαρτοκιβώτια με αχλάδια, φορτώθηκε στο λιμάνι της Μελβούρνης επί του πλοίου Alblasgracht V002, με τόπο εκφορτώσεως και παραδόσεως το λιμάνι του Ρόττερνταμ. Το ανωτέρω πλοίο φέρεται ότι διαχειρίζεται η ολλανδική εταιρία Spliethoff's, που δεν μνημονεύεται στην φορτωτική, με έδρα το οΑμστερνταμ. Η φορτωτική ήταν απλώς κοινοποιητέα στην Brambi.
4 Από το Ρόττερνταμ, τα κιβώτια μεταφέρθηκαν οδικώς, με βάση φορτωτικές οχημάτων διεθνούς κυκλοφορίας, στο Rungis της Γαλλίας, όπου έχει την έδρα της η εταιρία Brambi. Οι φορτωτικές για το τμήμα αυτό της μεταφοράς φέρονται ότι εκδόθηκαν από την εταιρία Transeco, με την ένδειξη «Conship» στη θέση του αποστολέα.
5 αΟταν το φορτίο έφθασε στο Rungis, η Brambi το παρέλαβε με επιφύλαξη, διότι διεπίστωσε ότι είχε υποστεί αβαρίες. Οι αβαρίες συνίσταντο σε προχωρημένη ωρίμανση των αχλαδιών, λόγω πλημμελούς ψύξεως (4). Για την ζημία που υπέστη, αποζημιώθηκε από την εταιρία Rιunion europιenne και άλλες εννέα ασφαλιστικές εταιρίες, ενάγουσες-αναιρεσείουσες στην κύρια δίκη.
6 Μετά την καταβολή της αποζημιώσεως, οι ασφαλιστές, υποκατασταθέντες στα δικαιώματα της εταιρίας Brambi, άσκησαν αγωγή ενώπιον του tribunal de commerce του Crιteil, στην περιφέρεια του οποίου κείται το Rungis. Η αγωγή αυτή στρεφόταν, αφενός μεν κατά της εταιρίας RCC, η οποία είχε εκδώσει την φορτωτική για το θαλάσσιο τμήμα της μεταφοράς, και αφετέρου α) κατά της εταιρίας Spliethoff's, και β) κατά του πλοιάρχου και κυβερνήτη του πλοίου Alblasgracht, υπό την ιδιότητα των πραγματικών θαλάσσιων μεταφορέων.
7 Το Tribunal, έκρινε ότι, από την αλληλογραφία μεταξύ των εταιριών Brambi και RCC, προέκυπτε ότι η παράδοση των αχλαδιών έπρεπε να γίνει στο Rungis και ότι, επομένως, έχει δικαιοδοσία για τη «συναλλαγή» (transaction) μεταξύ των δύο εταιριών. Προς τούτο, κατ' εφαρμογήν, προφανώς, του άρθρου 4, σημείο 1, της Συμβάσεως, το tribunal εφήρμοσε το γαλλικό δίκαιο και όχι τις διατάξεις της Συμβάσεως, δεδομένου ότι η Αυστραλία δεν είναι μέλος της τελευταίας. Περαιτέρω, το tribunal έκρινε ότι η εταιρία RCC είχε παραβεί το «συμβόλαιό» της και την καταδίκασε στην πληρωμή αποζημιώσεως ύψους 400 000 περίπου γαλλικών φράγκων προς τους ασφαλιστές, καθώς και στα έξοδα της δίκης (5).
Αντιθέτως, το tribunal απέκρουσε την αρμοδιότητά του ως προς τους δύο άλλους εναγομένους, με τη σκέψη ότι, από κανένα στοιχείο δεν απεδείχθη ότι υπήρξε συνδυασμένη μεταφορά από την Μελβούρνη έως το Rungis, ότι ο τόπος στον οποίο έπρεπε να εκτελέσουν την παροχή τους οι εναγόμενοι ήταν το Ρόττερνταμ και ότι, επομένως, σύμφωνα με την Σύμβαση, αρμόδια ως προς αυτούς είναι τα δικαστήρια του Ρόττερνταμ, όπου ήταν παραδοτέο το εμπόρευμα, ή του υΑμστερνταμ, τόπου κατοικίας των εναγομένων.
8 Κατόπιν εφέσεως των ασφαλιστών, η cour d'appel de Paris επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, διευκρινίζοντας ότι η ευθύνη της εταιρίας Spliethoff's και του πλοιάρχου ερείδεται κατ' ανάγκην σε σύμβαση και ότι, επομένως, αρμόδια, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, είναι τα προαναφερθέντα ολλανδικά δικαστήρια.
9 Κατά της αποφάσεως αυτής, οι ασφαλιστές άσκησαν αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου. Με την αίτηση αυτή προέβαλαν ότι η διαφορά με τους εναγομένους δεν ήταν συμβατική, όπως εσφαλμένως έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά διαφορά εξ αδικοπραξίας, υπαγομένη στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της Συμβάσεως, με τις εντεύθεν συνέπειες ως προς το αρμόδιο δικαστήριο. Επικουρικώς, οι ασφαλιστές προέβαλαν ότι, εφόσον και οι τρεις εναγόμενοι συμμετέσχον στην ίδια επιχείρηση θαλάσσιας μεταφοράς, η διαφορά είναι αδιαίρετη. Επομένως, κατά τους αναιρεσείοντες, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αρμοδιότητά του για την πρώτη εναγομένη, όφειλε να την κάνει δεκτή και για τους δύο άλλους εναγομένους.
10 Η Cour de cassation, θεωρώντας ότι για την επίλυση της διαφοράς είναι αναγκαία η ερμηνεία της Συμβάσεως, σε σχέση ιδίως με τον αυτοτελή χαρακτήρα της εννοίας «διαφορές εκ συμβάσεως», αποστέλλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
ΙΙΙ - Τα προδικαστικά ερωτήματα
1. α) Η αγωγή με την οποία ο παραλήπτης εμπορευμάτων, τα οποία αναγνωρίστηκε ότι έχουν υποστεί αβαρίες κατά το πέρας της θαλάσσιας και κατόπιν χερσαίας μεταφοράς τους, ή ο ασφαλιστής του που υποκαταστάθηκε στα δικαιώματά του καθόσον του κατέβαλε αποζημίωση, αξιώνει, στηριζόμενος στη φορτωτική που καλύπτει τη θαλάσσια μεταφορά, την αποκατάσταση της ζημίας του όχι από εκείνον ο οποίος την εξέδωσε επί εντύπου με τον δικό του προτυπωμένο λογότυπο, αλλά από πρόσωπο το οποίο ο ενάγων θεωρεί ότι είναι ο πραγματικός θαλάσσιος μεταφορέας, ερείδεται στη σύμβαση μεταφοράς και εμπίπτει, εξ αυτού ή άλλου λόγου, στις διαφορές εκ συμβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως;
β) Σε περίπτωση που στο προηγούμενο ερώτημα δοθεί αρνητική απάντηση, πρόκειται για ενοχή εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως, ή πρέπει να τύχει εφαρμογής ο προβλεπόμενος στο άρθρο 2 της Συμβάσεως κανόνας περί της καταρχήν διεθνούς δικαιοδοσίας, βάσει του οποίου αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος;
γ) Σε περίπτωση που η υπόθεση πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά ενοχή εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ο τόπος στον οποίο ο παραλήπτης, μετά την εκτέλεση της θαλάσσιας και κατόπιν της τελικής χερσαίας μεταφοράς, απλώς διεπίστωσε την ύπαρξη αβαριών στα εμπορεύματα που του παραδόθηκαν μπορεί, και υπό ποιές προϋποθέσεις, να συνιστά τον τόπο επελεύσεως της ζημίας για τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976, υπόθεση 21/76, Bier κατά Mines de potasse d'Alsace (Συλλογή τόμος 1976, σ. 613), ότι μπορεί να είναι εκείνος «όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός», κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως;
2. Εναγόμενος κατοικών στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους, μπορεί να εναχθεί εντός άλλου συμβαλλομένου κράτους, ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο ασκήθηκε αγωγή στρεφόμενη κατά συνεναγομένου, ο οποίος δεν κατοικεί σε έδαφος συμβαλλομένου κράτους, για τον λόγο ότι η διαφορά εμφανίζεται ως αδιαίρετη και όχι απλώς συναφής;
IV - Το νομικό πλαίσιο
11 Το άρθρο 2 της Συμβάσεως ορίζει τα εξής:
«2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας συμβάσεως, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους (...)».
12 Το άρθρο 3 ορίζει ότι:
«Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου συμβαλλόμενου κράτους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 6 του παρόντος τίτλου.»
13 Στο άρθρο 4 ορίζεται ότι:
«Αν ο εναγόμενος δεν έχει κατοικία στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους, η διεθνής δικαιοδοσία σε κάθε συμβαλλόμενο κράτος ρυθμίζεται από το δίκαιο του κράτους αυτού, με την επιφύλαξη του άρθρου 16.»
14 Το άρθρο 5 της Συμβάσεως ορίζει:
«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος:
1. ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή (...).
3. ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός».
15 Το άρθρο 6 της Συμβάσεως ορίζει ότι:
«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους μπορεί επίσης να εναχθεί:
1. αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός από αυτούς.»
16 Τέλος, το άρθρο 22 της Συμβάσεως ορίζει τα εξής:
«ςΟταν συναφείς αγωγές έχουν ασκηθεί ενώπιον δικαστηρίων διάφορων συμβαλλόμενων κρατών και είναι εκκρεμείς σε πρώτο βαθμό, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία.
Κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί μπορεί επίσης, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, υπό την προϋπόθεση ότι το δίκαιό του επιτρέπει την ένωση συναφών υποθέσεων και ότι το πρώτο δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία και για τις δύο αγωγές.
Είναι συναφείς κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, αγωγές που συνδέονται μεταξύ τους τόσο στενά ώστε να υπάρχει συμφέρονα να εξετασθούν και να εκδικασθούν ταυτόχρονα, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα ήταν ασυμβίβαστες αν οι υποθέσεις εκδικάζονταν χωρίστα.»
V - Επί της ουσίας
Επί του πρώτου ερωτήματος
17 Οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι, εφόσον η εναντίον τους αγωγή έχει ως βάση την φορτωτική, δηλαδή το instrumentum της συμβάσεως μεταφοράς, η διαφορά είναι συμβατικής φύσεως. Αντιθέτως, η Γαλλική και η Γερμανική κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, υποστηρίζουν ότι, εφόσον δεν υπήρξε καμμία συμβατική δέσμευση του αγοραστή με τον θαλάσσιο μεταφορέα, η διαφορά δεν είναι συμβατική.
18 Η θέση των εναγομένων δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
19 Θα πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί ότι με την Σύμβαση επιχειρείται η ενοποίηση των κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων των συμβαλλομένων κρατών. Τούτο γίνεται με σκοπό, ιδίως, να αποφευχθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο πολλαπλασιασμός των αρμοδίων δικαστηρίων για την ίδια έννομη σχέση, ο οποίος δύναται να οδηγήσει στην έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και στην δυσχέρεια εκτελέσεώς τους, και να επιτραπεί, αφενός μεν στον ενάγοντα να εντοπίζει ευχερώς το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να προσφύγει, αφετέρου δε στον εναγόμενο να προβλέπει λογικώς το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί (6). ηΕτσι, ενισχύεται η έννομη προστασία των εγκατεστημένων στην Κοινότητα προσώπων και εμπεδώνεται η ασφάλεια δικαίου.
20 Στο σύστημα της Συμβάσεως, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλομένου κράτους στο έδαφος του οποίου ο εναγόμενος έχει την κατοικία του αποτελεί τη γενική αρχή (άρθρο 2), μόνο δε κατά παρέκκλιση από την αρχή αυτή προβλέπει η Σύμβαση περιοριστικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις κατά τις οποίες ο εναγόμενος, αναλόγως της περιπτώσεως, μπορεί (επί ειδικών δικαιοδοσιών), ή οφείλει (επί αποκλειστικών δικαιοδοσιών ή επί παρεκτάσεως δικαιοδοσίας), να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου κράτους (7).
Και τούτο διότι, εν γένει, ο εναγόμενος τεκμαίρεται ότι είναι, δικονομικώς, ο πιο αδύναμος διάδικος λόγω του ότι υφίσταται την αγωγή του ενάγοντος, εκτός αν σε ειδικές περιπτώσεις πρέπει να θεωρηθεί ως πιο αδύναμος ο ενάγων, οπότε η Σύμβαση ευνοεί τον ενάγοντα (8).
21 ηΕτσι, το άρθρο 5 προβλέπει περιπτώσεις ειδικής δωσιδικίας, κατά τις οποίες ο ενάγων μπορεί να επιλέξει να εναγάγει τον εναγόμενο σε τόπο άλλον από την κατοικία του τελευταίου.
Η καθιέρωση αυτής της ευχέρειας επιλογής στηρίχθηκε στη σκέψη ότι σε σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις υπάρχει ιδιαίτερα στενός σύνδεσμος μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου που μπορεί να κληθεί να επιληφθεί αυτής, προς τον σκοπό της αποτελεσματικής εκδικάσεως της υποθέσεως και της οικονομίας της δίκης (9).
22 Μία από τις περιπτώσεις αυτές συντρέχει επί διαφορών εκ συμβάσεως. Η έννοια «διαφορές εκ συμβάσεως» δεν δίδεται στην Σύμβαση. Ωστόσο, όπως τόνισε επανειλημμένως το Δικαστήριο, προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της Συμβάσεως, η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς, με αναφορά στο σύστημα και τους στόχους της Συμβάσεως, και όχι διά παραπομπής στον νομικό χαρακτηρισμό που ο εφαρμοστέος εθνικός νόμος δίνει στην έννομη σχέση για την οποία πρόκειται ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου (10).
23 Η έννοια της διαφοράς εκ συμβάσεως διευκρινίσθηκε, ιδίως, με την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1992, Handte (11). Στην υπόθεση εκείνη, γαλλική εταιρία, εδρεύουσα στην Bonneville, αγόρασε προϋόντα από θυγατρική γερμανικής εταιρίας, εδρεύουσα στo Στρασβούργο. Διαπιστώνοντας ότι τα προϋόντα ήσαν ελαττωματικά, άσκησε αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του δικαστηρίου της Bonneville, τόσο κατά της πωλήτριας, όσο και κατά της κατασκευάστριας γερμανικής εταιρίας. Τεθέντος ζητήματος αν η σχέση μεταγοραστή και κατασκευαστή είναι συμβατική (οπότε και μόνο η κατασκευάστρια εταιρία θα μπορούσε να εναχθεί ενώπιον των δικαστηρίων του «τόπου εκπληρώσεως της παροχής»), το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε τους σκοπούς της Συμβάσεως, έκρινε ότι η έννοια της «διαφοράς εκ συμβάσεως» κατά το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως, δεν μπορεί να νοηθεί ως αφορώσα μια κατάσταση στην οποία δεν υφίσταται καμμία ελευθέρως αναληφθείσα από ένα συμβαλλόμενο δέσμευση έναντι ενός άλλου συμβαλλομένου (σκέψη 15), όπως, π.χ., η σχέση μεταγοραστή και κατασκευαστή, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλεται ενδιάμεσος πωλητής, από τον οποίο αγοράσθηκε το πράγμα (σκέψη 16).
Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι «σε περίπτωση διαδοχικών διεθνών συμβάσεων, οι συμβατικές υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ποικίλλουν από σύμβαση σε σύμβαση, οπότε τα εκ της συμβάσεως δικαιώματα που ο μεταγοραστής μπορεί να επικαλεσθεί έναντι του αμέσου πωλητή του δεν είναι κατ' ανάγκην τα ίδια με αυτά που ο πρώτος αγοραστής είχε έναντι του κατασκευαστή στο πλαίσιο της σχέσεώς τους» (σκέψη 17).
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι, μη υφισταμένου συμβατικού δεσμού μεταξύ κατασκευαστή και μεταγοραστή, του οποίου ο πρώτος θεμιτώς μπορεί να αγνοεί την ταυτότητα και την κατοικία, ο κατασκευαστής δεν μπορεί να προβλέψει ενώπιον ποίου δικαστηρίου, πλην αυτού της κατοικίας του, θα μπορούσε να εναχθεί, κατά παράβαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου που επιδιώκει η Σύμβαση (σκέψεις 18 έως 20).
24 Από την νομολογία αυτή συνάγεται ότι, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως, το οποίο, ως εισάγον παρέκκλιση από το άρθρο 2, είναι στενώς ερμηνευτέο (12), αγωγή αποζημιώσεως έχει ως βάση «διαφορά εκ συμβάσεως» εφόσον υφίσταται δέσμευση ελευθέρως αναληφθείσα, όχι μεταξύ ενάγοντος και τρίτου, ή μεταξύ εναγομένου και τρίτου, αλλά μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου και εφόσον ο ενάγων παραπονείται με την αγωγή ότι ο εναγόμενος αθέτησε τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από αυτήν ακριβώς την δέσμευση.
25 Στην προκειμένη περίπτωση, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν, υπό τις δεδομένες συνθήκες, η διαφορά μεταξύ εναγόντων και εναγομένων είναι συμβατική ως ερειδομένη στην «σύμβαση μεταφοράς». Αλλά ποία «σύμβαση μεταφοράς» και μεταξύ ποίων;
26 Επί του ζητήματος αυτού επικρατεί ασάφεια, την οποία οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι, τόσο με τα έγγραφά τους στην κύρια δίκη όσο και με τις παρατηρήσεις τους κατά την παρούσα διαδικασία, ελάχιστα έχουν διαλευκάνει, για να μην πω ότι απέφυγαν επιμελώς να διαλευκάνουν.
27 Από τις διαπιστώσεις, πάντως, του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι υπήρξε μια συνεννόηση μεταξύ RCC και Brambi περί παραδόσεως των αχλαδιών στο Rungis, η οποία ενδεχομένως έγινε στα πλαίσια συμβάσεως μεταφοράς μεταξύ των δύο εταιριών, που αφορούσε στην διακόμιση του εμπορεύματος από την Μελβούρνη έως το Rungis (13). Εν πάση περιπτώσει, όμως, η μεταφορά πραγματοποιήθηκε σε δύο διακεκριμένα και ανεξάρτητα μεταξύ τους στάδια, ήτοι ένα θαλάσσιο και ένα διά ξηράς.
28 Για το θαλάσσιο τμήμα, το οποίο και μόνο ενδιαφέρει εδώ, η εταιρία RCC εξέδωσε φορτωτική στον κομιστή, επί της οποίας αναγράφεται ως αποστολέας η εταιρία Year (δηλαδή η πωλήτρια), ενώ η εταιρία Brambi αναγράφεται στην θέση του προς όν η φορτωτική είναι κοινοποιητέα, και ότι η μεταφορά θα πραγματοποιηθεί με το πλοίο Alblasgraht. Κατά το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά το ότι η φορτωτική φέρει την προτυπωμένη ένδειξη ότι είναι συνδυασμένη φορτωτική (δηλαδή καλύπτουσα περισσότερους τρόπους μεταφοράς), στην πραγματικότητα αφορούσε μόνο το θαλάσσιο τμήμα της μεταφοράς, αφού ο λιμένας εκφορτώσεως και παραδόσεως του εμπορεύματος ήταν το Ρόττερνταμ. Από τα στοιχεία αυτά, το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνήγαγαν ότι ο πραγματικός θαλάσσιος μεταφορέας ήταν η εταιρία Spliethoff's, η οποία δεν αναγράφεται επί της φορτωτικής, αλλά έχει την διαχείριση του πλοίου με το οποίο έγινε η μεταφορά.
29 άΟσον αφορά τις σχέσεις της Βrambi με την Spliethoff's δεν υπάρχει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο. Από τους ισχυρισμούς των διαδίκων στην κύρια δίκη και τις γραπτές παρατηρήσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, όμως, δεν προκύπτει ότι υπήρξε κάποιος συμβατικός δεσμός μεταξύ των δύο εταιριών. Αντιθέτως, οι ενάγοντες προέβαλαν, χωρίς να αντικρουσθούν πειστικά από τους εναγομένους, ότι η RCC ανέθεσε υπεργολαβικώς στην Spliethoff's την εκτέλεση της θαλάσσιας μεταφοράς (14). Tούτο σημαίνει ότι, λογικώς, συνήφθη σύμβαση μεταξύ της εταιρίας RCC και της Spliethoff's (15). Η τυχόν ύπαρξη παρόμοιας συμβάσεως, όμως, είναι αδιάφορη εν προκειμένω εφόσον, πάντως, η εταιρία Brambi είναι τρίτος ως προς αυτήν. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε (ανωτέρω, παράγραφος 20), για την ύπαρξη «συμβατικής διαφοράς» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως, δεν αρκεί να υφίσταται οποιαδήποτε σύμβαση, έστω σχετική με την υπόθεση, μεταξύ ενάγοντος ή εναγομένου και τρίτου, αλλά απαιτείται σύμβαση μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου.
30 Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, ανεξαρτήτως της νομικής φύσεως της επίμαχης φορτωτικής (16) και ανεξαρτήτως του ζητήματος της σχέσεως μεταξύ των εταιριών RCC και Brambi, ένα συμπέρασμα συνάγεται με σχετική σαφήνεια από τα στοιχεία της δικογραφίας: ότι καμία συμβατική δέσμευση ελευθέρως αναληφθείσα μεταξύ της εταιρίας Brambi, αφενός, και της εταιρίας Spliethoff's και του πλοιάρχου, αφετέρου, δεν υπήρξε.
31 Εφόσον λοιπόν τα εθνικά δικαστήρια, στα οποία και μόνον εναπόκεινται οι διαπιστώσεις περί πραγμάτων, βεβαιωθούν ότι δεν υφίστατο συμβατικός δεσμός μεταξύ της εταιρίας Brambi και των εναγομένων, ακριβέστερα: μεταξύ της πρώτης και της εταιρίας Spliethoff's, η διαφορά περί της οποίας πρόκειται, δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, συμβατική διαφορά κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως (17).
Επί του δευτέρου ερωτήματος
32 ςΟλα τα μέρη συμφωνούν ότι, εφόσον τίθεται θέμα ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα και εφόσον η διαφορά δεν είναι συμβατική, η διαφορά είναι εξ αδικοπραξίας.
33 Η άποψη αυτή θα πρέπει να γίνει δεκτή.
34 ήΟπως προελέχθη, κατά παρέκκλιση από την γενική αρχή της διεθνούς δωσιδικίας του τόπου κατοικίας του εναγομένου, το άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως ορίζει ότι ο τελευταίος μπορεί να εναχθεί,
«3. ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός».
35 Κατά την νομολογία του Δικαστηρίου, όπως η έννοια «διαφορές εκ συμβάσεως» του σημείου 1, έτσι και η έννοια «διαφορές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» του σημείου 3 του άρθρου 5, πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς. Για να διασφαλισθεί δε ενιαία λύση σε όλα τα κράτη μέλη, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έννοια αυτή περιλαμβάνει «κάθε απαίτηση με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά "διαφορές εκ συμβάσεως" υπό την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1» (18).
36 Στην προκειμένη περίπτωση, αφού με την αγωγή προσάπτεται στους εναγομένους ευθύνη για την αβαρία που επήλθε στο εμπόρευμα κατά την θαλάσσια μεταφορά και εφόσον η διαφορά δεν είναι συμβατική, αναγκαίως είναι διαφορά εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως. Επομένως, εφόσον συντρέχει περίπτωση ειδικής δωσιδικίας, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 2 που καθιερώνει γενική δωσιδικία.
Επί του τρίτου ερωτήματος
37 Με το τρίτο ερώτημα πρέπει να θεωρηθεί ότι το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν, υπό συνθήκες όπως αυτές της κύριας δίκης, ο τόπος στον οποίο απλώς διαπιστώθηκε η αβαρία συνιστά τον «τόπο όπου επήλθε η ζημία», κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως, όπως η διάταξη αυτή έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.
38 Το ερώτημα αυτό θέτει δύο ζητήματα. Το πρώτο είναι, ποιος είναι ο τόπος όπου επήλθε η ζημία σε μία περίπτωση αβαρίας που συνέβη κατά την διάρκεια διεθνούς μεταφοράς, όπως αυτή στην κύρια δίκη. Το δεύτερο είναι, αν ο τόπος αυτός συμπίπτει με τον τόπο όπου απλώς διαπιστώθηκε η αβαρία.
39 Καταρχάς, όλα τα μέρη συμφωνούν ότι ο τόπος όπου απλώς διαπιστώθηκε η ζημία δεν είναι κρίσιμος εφόσον δεν συμπίπτει με τον τόπο όπου πράγματι συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ή τον τόπο όπου επήλθε η ζημία. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις παρατηρήσεις τους, οι εναγόμενοι και η Γαλλική κυβέρνηση θεωρούν ότι, υπό συνθήκες όπως αυτές της κύριας δίκης, ο τόπος όπου επήλθε η ζημία είναι το τέρμα της θαλάσσιας διαδρομής όπου οι εναγόμενοι όφειλαν να παραδώσουν το εμπόρευμα.
40 Θα πρέπει να εξετασθούν οι απόψεις αυτές.
41 ςΟπως επανειλημμένως έχει δεχθεί το Δικαστήριο, ο κανόνας περί ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5.3, η επιλογή της οποίας επαφίεται στον ενάγοντα, στηρίζεται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και άλλων δικαστηρίων, πλην αυτών του τόπου κατοικίας του ενάγοντος, σκοπεί δε στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης και στην αποτελεσματική οργάνωση της δίκης (19).
42 Η έννοια της εκφράσεως «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός», o οποίος χρησιμοποιείται στο σημείο 3 του άρθρου 5 ως κριτήριο ειδικής διεθνούς δικαιοδοσίας, δεν είναι πάντοτε σαφής. ςΗδη, στην έκθεση Jenard (20) είχε τονισθεί πως «H Επιτροπή δεν έκρινε ότι έπρεπε να προσδιορίσει ρητά αν ο τόπος αυτός είναι ο τόπος όπου έχει παραχθεί το ζημιογόνο γεγονός ή ο τόπος επελεύσεως της ζημίας και προτίμησε να παραμείνει στον τύπο που καθιερώνουν πολλές νομοθεσίες».
43 Με την προαναφερθείσα απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976, Bier κατά Mines de potasse d'Alsace (21), το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η έννοια του ανωτέρω όρου «είναι αβέβαιη στην περίπτωση που ο τόπος του γεγονότος που προκάλεσε τη ζημία βρίσκεται εκτός του κράτους όπου επήλθε η ζημία» (σκέψη 13) και έθεσε το ζήτημα αν, σε παρόμοια περίπτωση, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο τόπος του ζημιογόνου γεγονότος, ή ο τόπος όπου επήλθε η ζημία, ή να θεωρηθεί ότι ο ενάγων μπορεί να επιλέξει μεταξύ της μιας ή της άλλης από τις λύσεις αυτές (σκέψη 14).
Σύμφωνα με την ίδια απόφαση, και ο τόπος του ζημιογόνου γεγονότος και ο τόπος όπου επήλθε η ζημία μπορούν να αποτελέσουν, αναλόγως της περιπτώσεως, σημαντικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας. Πράγματι, οι δύο αυτοί τόποι μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά στοιχεία συνδέσμου της διαφοράς με το δικάζον δικαστήριο, δεδομένου ότι εκάτερος των τόπων αυτών μπορεί, αναλόγως των περιστάσεων, να παράσχει ιδιαιτέρως χρήσιμα στοιχεία όσον αφορά την απόδειξη και την οργάνωση της δίκης (σκέψεις 15 έως 17) (22).
ηΕτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι οσάκις ο τόπος όπoυ συνέβη το γεγονός που μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας δεν συμπίπτει με τον τόπο επελεύσεως της ζημίας, η φράση του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» έχει την έννοια ότι καλύπτει τόσο τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, όσο και τον τόπο όπου επήλθε η ζημία, με αποτέλεσμα να μπορεί ο εναγόμενος να εναχθεί, κατ' επιλογήν του ενάγοντος, ενώπιον του δικαστηρίου είτε του ενός είτε του άλλου τόπου (σκέψεις 24 και 25) (23).
Το Δικαστήριο επεσήμανε επίσης ότι η επιλογή μόνο του τόπου όπου συνέβη το γεγονός που αποτελεί την αιτία της ζημίας θα είχε ως αποτέλεσμα, σε πολλές περιπτώσεις, την πρόκληση συγχύσεως όσον αφορά τις βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας κατά τα άρθρα 2 και 5, σημείο 3, της Συμβάσεως, οπότε η τελευταία διάταξη θα έχανε εν μέρει την πρακτική της αποτελεσματικότητα (σκέψη 20) (24).
44 Στην υπόθεση Mines de potasse d'Alsace, ο τόπος του ζημιογόνου γεγονότος (τόπος όπου γαλλική εταιρία έρριψε απόβλητα στον Ρήνο και μόλυνε τα ύδατα) ήταν σαφώς διακεκριμένος από τον τόπο όπου επήλθε η ζημία (τόπος όπου ολλανδική ανθοκομική επιχείρηση πότισε με μολυσμένο νερό τις καλλιέργειές της, με αποτέλεσμα αυτές να καταστραφούν). Ωστόσο, η διάκριση αυτή δεν είναι πάντοτε ευχερής, ενώ εξ άλλου δυσχέρειες παρουσιάζει ο ακριβής προσδιορισμός του τόπου όπου επήλθε η ζημία. Η νομολογία του Δικαστηρίου έχει επιλύσει αρκετά συναφή ζητήματα σε παρεμφερείς περιπτώσεις.
45 Στην ήδη μνημονευθείσα απόφαση της 7ης Μαρτίου 1995, Shevill (25), το Δικαστήριο αντιμετώπισε το ζήτημα ποιο είναι το αρμόδιο δικαστήριο σε περίπτωση δυσφημίσεως διά του τύπου, όταν η εφημερίδα εκδόθηκε σε ένα κράτος, αλλά η ζημία προεκλήθη δια της κυκλοφορίας της, μεταξύ άλλων, στο κράτος κατοικίας του δυσφημισθέντος. Το Δικαστήριο, έκρινε ότι αρμόδιο είναι και το δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη το γεγονός που αποτελεί την αιτία της ζημίας, δηλαδή το δικαστήριο του τόπου εκδόσεως της εφημερίδας, και δη για το σύνολο της ηθικής βλάβης (σκέψεις 24 και 25), και το δικαστήριο του τόπου επελεύσεως της ζημίας. Ως τέτοιος δε πρέπει να νοηθεί «το μέρος όπου το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, που επισύρει την εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας ευθύνη του δράστη, παρήγαγε ζημιογόνα αποτελέσματα έναντι του παθόντος» (σκέψη 28). Με τις σκέψεις αυτές, το Δικαστήριο κατέληξε ότι τα δικαστήρια των κρατών όπου κυκλοφόρησε η εφημερίδα είναι αρμόδια για την αποζημίωση μόνον της ηθικής βλάβης που προεκλήθη διά της κυκλοφορίας της εφημερίδας στο αντίστοιχο κράτος (σκέψεις 29 έως 33).
46 Στην υπόθεση C-220/88, Dumez France & Tracoba, γαλλικές εταιρίες άσκησαν, ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων, αγωγή αποζημιώσεως κατά γερμανικών τραπεζών, για τη ζημία που υπέστησαν από την πτώχευση θυγατρικών τους εταιριών εγκατεστημένων στη Γερμανία. Κατά τις ενάγουσες, η ζημία προκλήθηκε λόγω της διακοπής ενός προγράμματος ανεγέρσεως κτιρίων που επρόκειτο να εκτελέσει στη Γερμανία ένας γερμανός εργολάβος, η οποία ήταν αποτέλεσμα της καταγγελίας από τις γερμανικές τράπεζες της συμφωνίας περί χορηγήσεως δανείου στον τελευταίο.
Με την απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1990, επί της ανωτέρω υποθέσεως (26), το Δικαστήριο, αφού επεσήμανε ότι η ζημία που επεκαλούντο οι μητρικές εταιρίες ήταν απλώς έμμεση συνέπεια της βλάβης που είχαν υποστεί οι θυγατρικές τους σε άλλον τόπο (σκέψεις 13 έως 16), και αφού απέκρουσε μία ερμηνεία της Συμβάσεως η οποία θα έδινε την δυνατότητα στον ενάγοντα, σε μη ρητώς προβλεπόμενες περιπτώσεις, να καθορίζει το αρμόδιο δικαστήριο επιλέγοντας την κατοικία του (σκέψη 19), έκρινε ότι «ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στον ενάγοντα που επικαλείται ζημία η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αποτελεί τη συνέπεια της ζημίας που υπέστησαν άλλα πρόσωπα που ζημιώθηκαν άμεσα από το ζημιογόνο γεγονός, να εναγάγει τον υπαίτιο του γεγονότος αυτού ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο διαπίστωσε ο ίδιος την περιουσιακή του ζημία» (σκέψη 22, η υπογράμμιση δική μου).
47 Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει για την παρούσα υπόθεση η απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1995, Marinari (27). Στην υπόθεση εκείνη ο Marinari, κάτοικος Ιταλίας, είχε καταθέσει προς φύλαξη χρεώγραφα σε αγγλική τράπεζα. Οι υπάλληλοι της τράπεζας, θεωρώντας τα χρεώγραφα ύποπτης προελεύσεως, παραβίασαν τον φάκελο και ειδοποίησαν την αστυνομία, με αποτέλεσμα την σύλληψη του Marinari και την συντηρητική κατάσχεση των χρεωγράφων. Αφού η αγγλική δικαιοσύνη τον απήλλαξε από κάθε κατηγορία, ο Marinari κατέθεσε αγωγή κατά της τράπεζας ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων, ζητώντας, αφενός μεν αποζημίωση ίση με την αξία των χρεωγράφων, αφετέρου δε αποζημίωση για την κράτησή του, για την ματαίωση διαφόρων συμβάσεων και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.
Τεθέντος του ζητήματος αν αρμόδια είναι τα αγγλικά ή τα ιταλικά δικαστήρια, το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε τις αρχές που συνάγονται από την νομολογία Mines de potasse d'Alsace, Dumez France και Shevill, έκρινε ότι η δυνατότητα του ενάγοντος να επιλέξει μεταξύ των δικαστηρίων του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός και του τόπου όπου επήλθε η ζημία δεν μπορεί, πάντως, να επεκταθεί πέραν των ιδιαιτέρων περιστάσεων που την δικαιολογούν, άλλως θα κινδύνευε να καταστεί άνευ περιεχομένου η γενική αρχή περί διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του συμβαλλομένου κράτους όπου κατοικεί ο εναγόμενος και θα αναγνωριζόταν τελικά διεθνής δικαιοδοσία στα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του ενάγοντος σε μη ρητώς προβλεπόμενες περιπτώσεις. Τούτο δε μολονότι η δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών δεν αντιμετωπίζεται ευμενώς από την Σύμβαση, δεδομένου ότι το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο αυτής απαγορεύει την εφαρμογή διατάξεων των εθνικών δικαίων που προβλέπουν παρόμοιες βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας έναντι εναγομένων κατοικούντων εντός του εδάφους συμβαλλομένου κράτους (σκέψη 13).
ηΕτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» δεν μπορεί να ερμηνευθεί τόσο ευρέως ώστε να καλύπτει κάθε τόπο στον οποίο θα μπορούσαν να γίνουν αισθητές οι επιζήμιες συνέπειες ενός γεγονότος που έχει ήδη προκαλέσει ζημία επελθούσα ήδη σε άλλον τόπο (σκέψη 14).
Eιδικότερα, η έννοια αυτή δεν καλύπτει τον τόπο στον οποίο ο ζημιωθείς ισχυρίζεται ότι υπέστη περιουσιακή ζημία η οποία αποτελεί την συνέπεια της αρχικώς επελθούσας ζημίας που υπέστη εντός άλλου συμβαλλομένου κράτους (σκέψη 15).
48 Aπό την ανωτέρω νομολογία συνάγεται νομίζω ότι, για τον προσδιορισμό του «τόπου όπου επήλθε η ζημία», έχει σημασία ο καθορισμός της «ζημίας» που είναι ληπτέα υπόψη. Ως «ζημία» δε, θα πρέπει να νοηθεί η βλάβη της περιουσίας ή του προσώπου του ενάγοντος, η οποία τελεί σε άμεση και αιτιώδη συνάφεια (28) προς το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή την παράνομη συμπεριφορά η οποία αποδίδεται στον εναγόμενο - όχι δε η έμμεση, ή η απώτερη, ή η εξ αντανακλάσεως ζημία που υποστηρίζει ότι υφίσταται ο ενάγων. Κατά συνέπεια, «ο τόπος στον οποίο επήλθε η ζημία» είναι ο τόπος στον οποίο το ζημιογόνο γεγονός προκάλεσε στον ενάγοντα ζημία υπό την εκτεθείσα έννοια.
49 Οι αποφάσεις αυτές παρέχουν αρκετά στοιχεία για τον προσδιορισμό του «τόπου όπου επήλθε η ζημία» σε περίπτωση αβαρίας κατά την διάρκεια διεθνούς μεταφοράς εμπορεύματος, όπως εν προκειμένω.
50 Θα πρέπει να παρατηρηθεί, καταρχάς, ότι η βασική υποχρέωση κάθε μεταφορέα είναι να παραλάβει το εμπόρευμα από ένα σημείο και να το παραδώσει ασφαλώς σε ένα άλλο σημείο. Επομένως, ο μεταφορέας ευθύνεται, καταρχήν, για κάθε ζημία την οποία υπέστη το εμπόρευμα μεταξύ των δύο άκρων της διαδρομής, δηλαδή καθόλη την διάρκεια της διαδρομής.
51 Εάν ο παραλήπτης συνεβλήθη με ένα μόνο μεταφορέα, η ευθύνη του τελευταίου έναντι του πρώτου για αβαρίες του εμπορεύματος κατά την διάρκεια της διαδρομής είναι συμβατική. Εφόσον δε και οι δύο είναι κάτοικοι της Κοινότητας, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως, ο παραλήπτης μπορεί να εναγάγει τον μεταφορέα στο δικαστήριο του τόπου όπου παραδόθηκε ή ήταν παραδοτέο το εμπόρευμα.
52 Ας υποτεθεί όμως ότι ο μεταφορέας, εν αγνοία του παραλήπτη, ανέθεσε τμήμα της μεταφοράς σε άλλον μεταφορέα (υπομεταφορέα), έστω κάτοικο της Κοινότητας, ο οποίος προκάλεσε την αβαρία στο εμπόρευμα. Στην περίπτωση αυτή, ο αρχικός μεταφορέας εξακολουθεί να ευθύνεται έναντι του παραλήπτη βάσει της μεταξύ τους συμβάσεως. Ο υπομεταφορέας ευθύνεται, έναντι μεν του αρχικού μεταφορέα βάσει της συμβάσεως που τους συνδέει, έναντι δε του παραλήπτη, με τον οποίο δεν τον συνδέει κανένας συμβατικός δεσμός, εξ αδικοπραξίας (29).
53 Στην τελευταία περίπτωση ο παραλήπτης, σύμφωνα με την νομολογία Mines de potasse d'Alsace, μπορεί να εναγάγει τον υπομεταφορέα, είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, είτε ενώπιον του δικαστηρίου όπου επήλθε η ζημία.
54 Ο τόπος όπου συνέβη η αβαρία μπορεί να είναι γνωστός στον ενάγοντα και να κείται εντός της Κοινότητας, οπότε το αρμόδιο δικαστήριο, από την άποψη αυτή, μπορεί να εντοπισθεί ευχερώς. Ενδέχεται όμως ο τόπος αυτός να μη μπορεί να εντοπισθεί, ή να κείται εκτός της Κοινότητας, οπότε δεν μπορεί να προσδιορισθεί το αρμόδιο δικαστήριο (30). Ενδέχεται ακόμη η ζημιογόνος συμπεριφορά του εναγόμενου να διήρκεσε όλο το διάστημα της μεταφοράς, οπότε θα ήταν παράλογο να υποχρεωθεί ο ενάγων να προσφύγει στο δικαστήριο όλων των τόπων από όπου διήλθε το πλοίο. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, λοιπόν, ο παραλήπτης θα πρέπει να περιορισθεί στον τόπο όπου επήλθε η ζημία. Ερωτάται επομένως, ποιος είναι ο τόπος αυτός.
55 Καταρχάς, ο τόπος όπου επήλθε η ζημία δεν μπορεί να είναι ο τόπος της «τελικής παραλαβής» του εμπορεύματος, ή άλλως ο τόπος όπου ο αρχικός μεταφορέας όφειλε να παραδώσει το εμπόρευμα στον παραλήπτη, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Οι λόγοι είναι προφανείς. Σε μία διεθνή μεταφορά η οποία, όπως αυτή στην κύρια δίκη, εκτελείται από περισσότερους διαδοχικούς μεταφορείς, υπάρχουν διαδοχικές συμβάσεις μεταφοράς, στις οποίες τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορεί να διαφέρουν σημαντικά. Ο υπομεταφορέας ενδέχεται να αγνοεί τον τόπο στον οποίο ο αρχικός μεταφορέας συμφώνησε με τον παραλήπτη να παραδώσει τα εμπορεύματα, καθώς επίσης την ύπαρξη και την διεύθυνση του τελευταίου. Ο τόπος αυτός, επομένως, δεν παρουσιάζει οργανική σχέση με την διαφορά μεταξύ παραλήπτη και υπομεταφορέα. Εξ άλλου, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, τα εμπορεύματα που διακινούνται διεθνώς ενδέχεται να αλλάξουν προορισμό καθ' οδόν, οπότε ο τόπος προορισμού τους δεν μπορεί να προσδιορισθεί ευχερώς, ή κινδυνεύει να καθορισθεί αυθαιρέτως από τον ενάγοντα, με αποτέλεσμα την ενθάρρυνση του «forum shopping». Επιπλέον, δεδομένου ότι, συνήθως, ο τόπος της τελικής παραλαβής του εμπορεύματος είναι ο τόπος της επαγγελματικής εγκαταστάσεως του ενάγοντος, όπως στην παρούσα υπόθεση, η επιλογή του τόπου αυτού θα κινδύνευε να καθιερώσει ως νέο κριτήριο διεθνούς δικαιοδοσίας τον τόπο κατοικίας ή επαγγελματικής εγκαταστάσεως του ενάγοντος προς τον οποίο η Σύμβαση διάκειται δυσμενώς (31). Τούτο όμως θα ανέτρεπε τον κανόνα που τίθεται στο άρθρο 2 της Συμβάσεως, καθώς και το σύστημα στο οποίο απέβλεψε η τελευταία.
56 Εξάλλου, ο τόπος όπου επήλθε η ζημία δεν μπορεί να είναι ο τόπος όπου αυτή απλώς διαπιστώθηκε από τον ενάγοντα.
Πράγματι, σε περίπτωση διεθνούς μεταφοράς η οποία εκτελείται από περισσότερους διαδοχικούς μεταφορείς, όπως εν προκειμένω, η διαπίστωση της ζημίας που φέρεται ότι προκάλεσε στο εμπόρευμα ένας ενδιάμεσος μεταφορέας μπορεί να γίνει είτε σε ένα από τα επόμενα ενδιάμεσα σημεία της διαδρομής, είτε στον τόπο παραλαβής του εμπορεύματος, είτε στον τόπο στον οποίο τα εμπορεύματα απεστάλησαν εν συνεχεία κ.λπ., τα οποία ουδόλως μπορούσε να προβλέψει ο εναγόμενος. ςΕτσι όμως, εάν ο τόπος όπου διαπιστώθηκε η ζημία ήταν κρίσιμος, η ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας θα εξηρτάτο από αβέβαια και τυχαία στοιχεία και θα αντέκειτο σε θεμελιώδη σκοπό της Συμβάσεως, που συνίσταται «στην καθιέρωση κανόνων βάσει των οποίων να είναι βέβαιο και προβλέψιμο σε ποιο δικαστήριο απονέμεται διεθνής δικαιοδοσία» (32). Περαιτέρω, παρόμοια ερμηνεία θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας σε δικαστήριο τόπου που δεν έχει κανένα σύνδεσμο με τα στοιχεία της διαφοράς, οπότε το δικαστήριο του τόπου αυτού δεν θα προσφερόταν καθόλου για την διεξαγωγή των αποδείξεων (33). Τέλος, ο ενάγων θα μπορούσε πάντα να ισχυρισθεί ότι διεπίστωσε τη ζημία στον τόπο της κατοικίας του ή της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως, με τα αποτελέσματα που εκτέθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο.
57 Κατά την γνώμη μου, σε μια περίπτωση όπως η επίδικη, ο τόπος στον οποίο επήλθε η ζημία δεν μπορεί να είναι άλλος από τον τόπο μέχρι τον οποίο ο υπομεταφορέας, κατά του οποίου στρέφεται ο ενάγων, είχε υπό την ευθύνη του το εμπόρευμα, δηλαδή ο τόπος στον οποίο αυτός όφειλε να το παραδώσει.
58 Καταρχάς, υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας. Οι ενάγοντες προέβαλαν ότι οι εναγόμενοι, κατά την μεταφορά, δεν τήρησαν την κανονική θερμοκρασία ψύξεως, με αποτέλεσμα την πρόωρη ωρίμανση των αχλαδιών. Η συμπεριφορά αυτή των εναγομένων, αληθής υποτιθέμενη, είναι πρόσφορη να προκαλέσει υποβάθμιση σε παρόμοιο ευαίσθητο εμπόρευμα.
Η υποβάθμιση αυτή του εμπορεύματος συνιστά αυτοδικαίως και αμέσως βλάβη της περιουσίας εν ευρεία εννοία του παραλήπτη ή δικαιούχου του εμπορεύματος (34). Το γεγονός ότι η υποβάθμιση του εμπορεύματος επιτάθηκε εν συνεχεία (είτε λόγω της φύσεώς του, είτε λόγω της αμέλειας των λοιπών μεταφορέων), δεν έχει σημασία από την άποψη που ενδιαφέρει εδώ και δεν αναιρεί το γεγονός ότι η βλάβη επήλθε κατά την διάρκεια της κρίσιμης μεταφοράς και το αργότερο στο τέρμα αυτής (35).
59 Εξάλλου, ο τόπος αυτός είναι συγκεκριμένος και προβλέψιμος από τον εναγόμενο και, επομένως, δημιουργεί ασφάλεια δικαίου. Δεύτερον, έχει ως εκ της φύσεώς του στενή σχέση με την διαφορά μεταξύ του παραλήπτη και του εναγομένου και διευκολύνει την συλλογή των αποδείξεων. Επομένως εξυπηρετεί τον σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, ευνοεί σε ορισμένο βαθμό και τον ενάγοντα, εφόσον του επιτρέπει, σε περίπτωση που ο τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός είναι δύσκολο ή αδύνατο να προσδιορισθεί, ή ευρίσκεται πολύ μακριά, να επιλέξει ένα τόπο που κείται, ενδεχομένως, πλησιέστερα προς την κατοικία του από ό,τι ο τόπος κατοικίας του εναγομένου. Εάν μάλιστα ο αρχικός μεταφορέας ανέθεσε την μεταφορά σε έναν μόνο υπομεταφορέα, ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής του αρχικού μεταφορέα και ο τόπος όπου επήλθε η ζημία συμπίπτουν, με αποτέλεσμα τον περιορισμό των κατά τόπον αρμοδίων δικαστηρίων, επωφελεία της ορθής εκδικάσεως του συνόλου της διαφοράς. Επομένως, η λύση αυτή λαμβάνει υπόψη όλα τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και δεν καταλήγει να ευνοεί μόνο τον ένα διάδικο.
60 Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον με την αγωγή προσάπτεται στους εναγομένους ότι ευθύνονται για την αβαρία κατά την διάρκεια της θαλάσσιας μεταφοράς των εμπορευμάτων από την Μελβούρνη έως το Ρόττερνταμ, το λιμάνι αυτό ήταν το τελευταίο σημείο στο οποίο τα εμπορεύματα ήσαν υπό την ευθύνη των εναγομένων και υπέστησαν τις βλαπτικές συνέπειες της παράνομης συμπεριφοράς που αποδίδεται στους τελευταίους (36). Επομένως, το σημείο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως ο τόπος όπου συνέβη η ζημία κατά την έννοια του άρθρου 5.3 της Συμβάσεως.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
61 Ενόψει του ήδη εκτεθέντος ιστορικού, πρέπει να θεωρηθεί ότι με το τελευταίο προδικαστικό ερώτημα, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η Σύμβαση επιτρέπει, κάτοικοι συμβαλλομένου κράτους κατά των οποίων στρέφεται κεφάλαιο αγωγής αποζημιώσεως ερειδομένης στο άρθρο 5.3 της Συμβάσεως, να εναχθούν ενώπιον του δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου κράτους, στο οποίο εκκρεμεί άλλο κεφάλαιο της ίδιας αγωγής, το οποίο στρέφεται κατά εναγομένου μη κατοίκου συμβαλλομένου κράτους και επιπλέον ερείδεται στο εθνικό δίκαιο, για τον λόγο ότι η διαφορά στις δύο υποθέσεις παρουσιάζεται «αδιαίρετη» και όχι απλώς συναφής.
62 Το προδικαστικό ερώτημα δεν αναφέρει συγκεκριμένες διατάξεις των οποίων ζητεί την ερμηνεία. Εξάλλου, ενώ ο όρος «συνάφεια» επεξηγείται στο άρθρο 22 της Συμβάσεως, o όρος «αδιαίρετο» της διαφοράς, ο οποίος μνημονεύεται στο προδικαστικό ερώτημα, ως πιθανό κριτήριο διεθνούς δικαιοδοσίας, δεν απαντάται στην Σύμβαση (37).
63 Με τα δεδομένα αυτά, θα πρέπει να υπομνησθεί, καταρχάς, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 της Συμβάσεως, ο κάτοικος συμβαλλομένου κράτους μπορεί να εναχθεί σε δικαστήριο άλλου συμβαλλομένου κράτους μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται ρητώς και περιοριστικώς στα τμήματα 2 έως 6 του τίτλου ΙΙ (38).
64 Το άρθρο 22, το οποίο αναφέρεται στη συνάφεια, ανήκει στο τμήμα 8 του ανωτέρω τίτλου ΙΙ. Επομένως, το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω.
ωΟπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1981, 150/80, Elephanten Schuh (39), «Το άρθρο 22 της συμβάσεως έχει ως αντικείμενο την ρύθμιση της τύχης συναφών αιτήσεων, των οποίων έχουν επιληφθεί τα δικαστήρια διαφορετικών κρατών μελών. Δεν απονέμει αρμοδιότητες· ειδικότερα, δεν καθιερώνει την αρμοδιότητα ενός δικαστηρίου συμβαλλομένου κράτους να αποφανθεί επί αγωγής που είναι συναφής με άλλη, της οποίας επελήφθη το δικαστήριο αυτό κατ' εφαρμογή των κανόνων της συμβάσεως» (σκέψη 19).
«Κατά συνέπεια, (...) το άρθρο 22 της συμβάσεως έχει εφαρμογή μόνο όταν ασκούνται συναφείς αγωγές ενώπιον των δικαστηρίων δύο ή περισσοτέρων συμβαλλομένων κρατών» (σκέψη 20).
Στην προκειμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως αν υπάρχει «συνάφεια», κατά την έννοια του άρθρου 22 της Συμβάσεως, μεταξύ του κεφαλαίου της αγωγής κατά της RCC και του κεφαλαίου που στρέφεται κατά των εναγομένων, δεν έχουν ασκηθεί ξεχωριστές αγωγές ενώπιον των δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών. Επομένως, εν πάση περιπτώσει, δεν συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 22.
65 Ας επιστρέψουμε τώρα στο άρθρο 3 της Συμβάσεως. Από τα τμήματα 2 έως 6 του τίτλου ΙΙ, τα τμήματα 3 έως 5 δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω. Δεδομένου δε ότι το άρθρο 5 δεν παρέχει δυνατότητα αλλαγής αρμοδίου δικαστηρίου, μόνη διάταξη σχετική με το αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος είναι αυτή του άρθρου 6, σημείο 1. Θα περιορισθώ επομένως στην εξέταση της διατάξεως αυτής.
66 ςΟπως προκύπτει από το γράμμα της, απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή αυτής της διατάξεως είναι, πρώτον, η διαφορά να φέρεται ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός των συνεναγομένων (40). Οίκοθεν δε νοείται ότι η κατοικία του ενλόγω εναγομένου πρέπει να ευρίσκεται στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους και, επομένως, ο εναγόμενος αυτός πρέπει να είναι κάτοικος συμβαλλομένου κράτους. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη νομολογία, θα πρέπει να υπάρχει, δεύτερον, συνάφεια, υπό την έννοια του άρθρου 22, μεταξύ των αιτημάτων που αφορούν τους εναγομένους (41).
67 αΟσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, υπενθυμίζεται ότι η εταιρία RCC, προς την οποία επιχειρείται να συνδεθεί η διαφορά με τους εναγομένους, δεν έχει έδρα στην περιφέρεια του Tribunal de Commerce του Crιteil, όπου ασκήθηκε κατ' αυτής αγωγή, αλλά σε μη συμβαλλόμενο κράτος. Κατά συνέπειαν, προεχόντως για το λόγο αυτόν, οι εναγόμενοι δεν επιτρέπεται να εναχθούν ενώπιον του Tribunal βάσει του άρθρου 6, σημείο 1, της Συμβάσεως.
68 ςΟσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, παρατηρείται ότι το Δικαστήριο έχει ήδη ερωτηθεί, στην υπόθεση Καλφέλης, αν κριτήριο εσωτερικού δικαίου όπως η απλή ή η αναγκαστική ομοδικία μπορεί να χρησιμεύσει για τον προσδιορισμό της εννοίας της «συναφείας» κατά το άρθρο 6, σημείο 1, της Συμβάσεως σε περίπτωση ασκήσεως περισσοτέρων αγωγών κατά του ίδιου εναγομένου.
69 Το Δικαστήριο, υπογράμμισε ότι το άρθρο 6, σημείο 1, συνιστά εξαίρεση από την αρχή του άρθρου 2 και δεν πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να την θίγει (σκέψη 8). Τούτο θα συνέβαινε αν ο εναγόμενος μπορούσε, στρεφόμενος κατά πλειόνων εναγομένων, να αποσπάσει έναν από αυτούς από την δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του· ως εκ τούτου πρέπει να υπάρχει συνάφεια μεταξύ των αγωγών που στρέφονται κατά εκάστου των εναγομένων (σκέψη 9), η οποία πρέπει να ορισθεί κατά τρόπο αυτοτελή (σκέψη 10).
Ακολούθως, το Δικαστήριο, αφού υπογράμμισε ότι σκοπός του άρθρου 6.1, όπως άλλωστε και του άρθρου 22, είναι η αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων στα συμβαλλόμενα κράτη (σκέψη 11), έκρινε ότι «ο κανόνας του άρθρου 6, παράγραφος 1, εφαρμόζεται όταν οι ασκούμενες κατά των διαφόρων εναγομένων αγωγές είναι συναφείς κατά το χρόνο ασκήσεώς τους, όταν δηλαδή υπάρχει συμφέρον να εξετασθούν και να κριθούν από κοινού προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες αν οι υποθέσεις εκρίνοντο χωριστά. Στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να κρίνουν, σε κάθε περίπτωση, αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή» (σκέψη 12).
70 Αυτά, σε περίπτωση ασκήσεως περισσσοτέρων αγωγών κατά διαφορετικών εναγομένων. Στην ίδια υπόθεση, όμως, ετέθη ζήτημα αν, σε περίπτωση αγωγής που στηρίζεται, σωρευτικώς, επί της ευθύνης εξ αδικοπραξίας, της μη εκπληρώσεως συμβατικής υποχρεώσεως και του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για ένα κεφάλαιο της αγωγής, δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 3, μπορεί να κρίνει τα κεφάλαια της αγωγής που δεν στηρίζονται σε ενοχές εξ αδικοπραξίας.
Επ' αυτού, το Δικαστήριο, υπενθύμισε καταρχάς ότι οι ειδικές δωσιδικίες που απαριθμούνται στα άρθρα 5 και 6 της Συμβάσεως συνιστούν αποκλίσεις από την αρχή της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους της κατοικίας του εναγομένου και, συνεπώς, πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς. Κατ' ακολουθίαν τούτου, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι «το δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 3, να κρίνει το κεφάλαιο μιας αγωγής που στηρίζεται σε ενοχή εξ αδικοπραξίας δεν έχει δικαιοδοσία να κρίνει τα υπόλοιπα κεφάλαια της ιδίας αγωγής που δεν στηρίζονται σε ενοχές εξ αδικοπραξίας» (σκέψη 19) (42).
Και ναι μεν, συνέχισε το Δικαστήριο, η λύση αυτή παρουσιάζει το μειονέκτημα να κρίνονται οι διάφορες πλευρές της ίδιας διαφοράς από διαφορετικά δικαστήρια, πλην το μειονέκτημα αυτό ισοφαρίζεται από την δυνατότητα του ενάγοντος να προσφύγει για το σύνολο της διαφοράς ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του εναγομένου, και από την δυνατότητα που παρέχει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το άρθρο 22, να κρίνεται το σύνολο της διαφοράς από το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο (σκέψη 20).
71 Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι δύο κεφάλαια της ίδιας αγωγής αποζημιώσεως, στρεφόμενα κατά διαφορετικών εναγομένων και ερειδόμενα, το ένα σε ευθύνη εκ συμβάσεως και το άλλο σε ευθύνη εξ αδικοπραξίας, δεν είναι συναφή μεταξύ τους.
72 Για την ταυτότητα του λόγου, η λύση αυτή θα πρέπει να γίνει δεκτή και στην προκειμένη περίπτωση. Εφόσον το δικαστήριο που επιλαμβάνεται του κεφαλαίου της αγωγής με το οποίο επιδιώκεται αποζημίωση εξ αδικοπραξίας δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του κεφαλαίου αυτής με το οποίο επιδιώκεται αποζημίωση εκ συμβατικής διαφοράς, ούτε το δικαστήριο που επελήφθη του τελευταίου αυτού κεφαλαίου (και μάλιστα κατ' εφαρμογήν διατάξεων εκτός της Συμβάσεως) δύναται να επιληφθεί του πρώτου ως άνω κεφαλαίου. Συνεπώς, το άρθρο 6, σημείο 1, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί εν προκειμένω.
VI - Πρόταση
Ενόψει τούτων, προτείνω να δοθούν στα προδικαστικά ερωτήματα οι εξής απαντήσεις:
1) α. Σε μια περίπτωση όπως αυτή στην κύρια δίκη, η αγωγή με την οποία ο παραλήπτης εμπορεύματος ζητεί αποζημίωση από τον μεταφορέα που φέρεται ότι εξετέλεσε το θαλάσσιο τμήμα της μεταφοράς, λόγω αβαρίας που υπέστη το εμπόρευμα κατά το τμήμα αυτό, δεν προκαλεί «διαφορά εκ συμβάσεως», κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1 της Συμβάσεως, εφόσον δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός ελευθέρως αναληφθείς μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου.
β. Εφόσον με την αγωγή αυτή αποδίδεται ευθύνη στον μεταφορέα για την αβαρία και εφόσον δεν υφίσταται συμβατικός δεσμός μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου, η διαφορά είναι εξ αδικοπραξίας, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3 της Συμβάσεως.
γ. Ο τόπος στον οποίο ο ενάγων απλώς διαπίστωσε την ζημία δεν είναι κρίσιμος για τον καθορισμό του «τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός», κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.
2) Τα άρθρα 3 και 6, σημείο 1 της Συμβάσεως έχουν την έννοια ότι, κάτοικος συμβαλλομένου κράτους δεν δύναται να εναχθεί ενώπιον του δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου κράτους, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή στρεφομένη κατά συνεναγομένου ο οποίος δεν κατοικεί στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους, για τον λόγο ότι η διαφορά εμφανίζεται ως αδιαίρετη και όχι ως απλώς συναφής.
(1) - ΕΕ 1982, L 388, σ. 7.
(2) - ΕΕ 1989, L 285, σ. 1.
(3) - Η ημερομηνία αυτή αναφέρεται σε δικόγραφα της κύριας δίκης. ςΙσως πρόκειται περί παραδρομής, διότι είναι κατά τέσσερα έτη προγενέστερη της επίδικης μεταφοράς.
(4) - Βλ. υπόμνημα των καθών ενώπιον της cour d'appel και το πόρισμα πραγματογνωμόνων που αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση.
(5) - Σημειώνεται ότι η εταιρία RCC δεν παρέστη ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων, ούτε άλλωστε έχει καταθέσει παρατηρήσεις κατά την παρούσα διαδικασία.
(6) - Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1997, C-269/95, Benincasa (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 25 και 26) και απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, C-295/95, Farrell (Συλλογή 1997, σ. Ι-1683, σκέψη 13).
(7) - Βλ., απόφαση της 17ης Ιουνίου 1992, C-26/91, Handte (Συλλογή 1992, σ. Ι-3967, σκέψη 13) και προαναφερθείσες, στην υποσημείωση 6, αποφάσεις Benincasa (σκέψη 13) και Farrell (σκέψη 18).
(8) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση Farrell (σκέψη 19).
(9) - Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976, 21/76, Bier κατά Mines de potasse d'Alsace (Συλλογή τόμος 1976, σ. 613, σκέψη 11), της 29ης Ιουνίου 1994, C-288/92, Custom made commercial (Συλλογή 1994, σ. Ι-2913, σκέψη 12), κ.ά.
(10) - Αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1983, 34/82, Peters (Συλλογή 1983, σ. 987, σκέψεις 9 και 10), της 8ης Μαρτίου 1988, 9/87, Arcado (Συλλογή 1988, σ. 1539, σκέψεις 10 και 11), προαναφερθείσα, στην υποσημείωση 7, απόφαση Handte (σκέψη 10) κ.ά.
(11) - Αναφερθείσα στην υποσημείωση 7.
(12) - Βλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, υπόθεση 189/87, Καλφέλης (Συλλογή 1988, σ. 5565, σκέψη 19).
(13) - Βλ. ανωτέρω παράγραφο 7.
(14) - Οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν, μάλιστα, και σχετική φορτωτική την οποία φέρεται ότι εξέδωσε η εταιρία Spliethoff's κατά την φόρτωση του εμπορεύματος (βλ. πχ υπόμνημά τους επί της αιτήσεως αναιρέσεως), χωρίς όμως να προσκομίσουν σχετικά στοιχεία.
(15) - Για τον λόγο αυτό, ίσως, η cour d'appel θεώρησε ότι υφίστατο «συμβατική διαφορά» εν προκειμένω, με τόπο εκτελέσεως της συμβατικής υποχρεώσεως το Ρόττερνταμ. Για τις ποικίλες μορφές που μπορεί να λάβει η σχέση μεταφορέα και υπομεταφορέα, βλ. Ph. Delebeque, Sous-traitance et transport, Le droit maritime franηais, 1995 (47, σ. 245 επ.).
(16) - Η Επιτροπή εξετάζει διά μακρών το ζήτημα αν στην φορτωτική ενσωματούται σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς, ή αν δι' αυτής αποδεικνύεται η σύναψη παρόμοιας συμβάσεως ή μεταβιβάζονται εμπράγματα δικαιώματα επί των εμπορευμάτων. Δεν νομίζω ότι η επίλυση των ζητημάτων αυτών είναι της παρούσης [βλ. σχετικώς την απόφαση της 19ης Ιουνίου 1984, υπόθεση 71/83, Tilly Russ και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn (Συλλογή 1984, σ. 2417) καθώς και τις παρατηρήσεις του R. Roland, Le connaissement et le droit europιen, Jurispudence du port d'Anvers, 1983-1984, σ. 403 επ.]. Αρκεί η διαπίστωση ότι μία φορτωτική προϋποθέτει σύμβαση μεταφοράς. Παρόμοια διαπίστωση, πάντως, δεν βοηθεί εν προκειμένω, διότι, σύμβαση μεταφοράς η οποία συνήφθη, τυχόν, μεταξύ RCC και Brambi είναι αδιάφορη, ενώ σύμβαση μεταξύ Brambi και Spliethoff's, η οποία θα ήταν κρίσιμη, δεν απεδείχθη ούτε φαίνεται να υπήρξε.
(17) - Αξίζει να σημειωθεί ότι, η τυχόν ύπαρξη συμβατικού δεσμού της Brambi με την Spliethoff's και, επομένως, ο χαρακτηρισμός της διαφοράς τους ως «συμβατικής» ουδόλως σημαίνει ότι και η διαφορά με τον πλοίαρχο είναι διαφορά εκ συμβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως. Η Brambi δεν μπορεί, λογικώς, να συνήψε σύμβαση με τον πλοίαρχο ατομικώς. Αυτός υπήρξε, απλώς, υπάλληλος του πραγματικού μεταφορέα και, επομένως, αν υπέχει ευθύνη έναντι του παραλήπτη, η ευθύνη αυτή μπορεί να είναι μόνον ευθύνη εξ αδικοπραξίας. Συνέπεια τούτου είναι, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, ότι, για κάθε ένα κεφάλαιο της αγωγής με το οποίο ζητείται αποζημίωση, αφενός μεν από την Spliethoff's, αφετέρου δε από τον πλοίαρχο, έχει δικαιοδοσία διαφορετικό δικαστήριο σύμφωνα με την Σύμβαση, ανεξαρτήτως αν οι απαιτήσεις των εναγόντων πηγάζουν από την ίδια εν ευρεία εννοία αιτία (βλ. κατωτέρω, παράγραφος 70).
(18) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση Καλφέλης (Συλλογή 1988, σ. 5565, σκέψεις 16 και 17) και απόφαση της 26ης Μαρτίου 1992, C-261/90, Reichert ΙΙ (Συλλογή 1992, σ. Ι-2149, σκέψη 16).
(19) - Βλ. προαναφερθείσα, στην υποσημείωση 9, απόφαση Mines de potasse d'Alsace (σκέψη 11) και αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-364/93, Marinari (Συλλογή 1995, σ. Ι-2719, σκέψεις 10 κ.ε.), της 7ης Μαρτίου 1995, C-68/93, Shevill (Συλλογή 1995, σ. Ι-415, σκέψεις 19 κ.ε.), κ.ά.
(20) - ΕΕ C 298/24 11 1986, σ. 29.
(21) - Ανωτέρω, υποσημείωση 9.
(22) - Βλ. και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Shevill (σκέψη 21).
(23) - Βλ. και προαναφερθείσες, στην υποσημείωση 19, αποφάσεις Marinari (σκέψη 11) και Shevill (σκέψη 20).
(24) - Βλ και προμνημονευθείσες, στην υποσημείωση 19, αποφάσεις Marinari (σκέψη 12) και Shevill (σκέψη 22).
(25) - Ανωτέρω, υποσημείωση 19.
(26) - Συλλογή 1990, σ. 49.
(27) - Μνημονευθείσα ήδη, στην υποσημείωση 19.
(28) - Σημειωτέον ότι η περίπτωση ευθύνης εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας δεν αντιμετωπίζεται παρά μόνο αν αποδεικνύεται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και του γεγονότος που την προκάλεσε (βλ. προαναφερθείσα, στην υποσημείωση 9, απόφαση Mines de potasse d'Alsace, σκέψη 16).
(29) - Βλ. ανωτέρω, παράγραφο 32 επ. Για το ακανθώδες πρόβλημα της ευθύνης των διαδοχικών μεταφορέων επί συνδυασμένης μεταφοράς, βλ. M. Remond-Gouilloud: Droit maritime, Pedone, Paris 1993, § 601 επ.
(30) - Κατά την γνώμη μου, εν όψει της δυσχέρειας προσδιορισμού του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, δεν είναι νοητό ο τόπος επελεύσεως της ζημίας να συμπίπτει με τον «τόπο» αυτόν, όπως προτείνει η Γερμανική Κυβέρνηση.
(31) - Βλ. απόφαση Dumez France (σκέψεις 16 έως 18) και απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1993, C-76/91, Hutton (Συλλογή 1993, σ. Ι-139, σκέψη 17).
(32) - Προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Marinari, σκέψη 19.
(33) - Βλ. ίδια απόφαση, σκέψη 20.
(34) - Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ποιον ανήκουν κατά κυριότητα τα εμπορεύματα κατά την μεταφορά. Τούτο, όμως, θα στένευε αδικαιολόγητα τον κύκλο των δυναμένων να επικαλεσθούν το άρθρο 5.3 της Συμβάσεως. Εξάλλου, η διευκρίνιση του ζητήματος αυτού, θα δυσχέραινε υπερβολικά την έρευνα της δικαιοδοσίας του επιλαμβανομένου δικαστηρίου. Επομένως, το κριτήριο αυτό είναι απρόσφορο εν προκειμένω.
(35) - Βλ. προς αυτή την κατεύθυνση H. Gaudemet-Tallon, Les Conventions de Bruxelles et de Lugano, LGDJ, Paris 1993, § 191.
(36) - Το αν αυτοί ευθύνονται όντως για την αβαρία ή όχι, δεν έχει σημασία από την άποψη που ενδιαφέρει εδώ, δηλαδή ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση. Το ζήτημα αυτό συνάπτεται με την ουσία της υποθέσεως, την οποία δεν ερευνά το επιλαμβανόμενο δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί επί της δικαιοδοσίας του [πρβλ. μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9, απόφαση Custom made (σκέψη 20)] και θα κριθεί από το δικαστήριο που θα αναδειχθεί αρμόδιο βάσει των κανόνων της Συμβάσεως. ςΕτσι, αν αποδειχθεί ότι το ζημιογόνο γεγονός συνέβη πράγματι κατά την θαλάσσια μεταφορά και ότι ο μεταφορέας έχει ευθύνη γι' αυτό, το δικαστήριο θα κάνει δεκτή την αγωγή και θα καταδικάσει τον εναγόμενο. Αν δεν αποδειχθεί η πραγματική βάση της αγωγής, ή αν η ζημία δεν μπορεί να αποδοθεί στον υπομεταφορέα (διότι, π.χ., ο φορτωτής είχε επιλέξει ακατάλληλα εμπορευματοκιβώτια), ή αν συντρέχει λόγος απαλλαγής του υπομεταφορέα (π.χ. η ζημία οφείλεται σε ανωτέρα βία), το δικαστήριο θα απορρίψει την αγωγή και θα καταδικάσει, ενδεχομένως, τον ενάγοντα στα έξοδα μιας περιττής δίκης. Για την εφαρμογή του άρθρου 5.3 της Συμβάσεως, σημασία έχει η πραγματική βάση της αγωγής του ενάγοντος, δηλαδή ο τόπος στον οποίο, σύμφωνα με την αγωγή, εν συνδυασμώ με τα στοιχεία που επικαλείται ο ενάγων, συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ή επήλθε η ζημία. Ο προσδιορισμός του τόπου αυτού, βεβαίως, προϋποθέτει κρίση περί πραγμάτων από το επιλαμβανόμενο δικαστήριο, σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες του εθνικού δικαίου (βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Shevill, σκέψεις 36 και 41). Η κρίση αυτή είναι αναγκαία προκειμένου το επιληφθέν δικαστήριο να αποφανθεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως (πρβλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 31 απόφαση Hutton, σκέψη 10), περί της ιδίας αυτού δικαιοδοσίας.
(37) - Ισως το παραπέμπον δικαστήριο έχει κατά νουν την αναγκαστική ομοδικία (indivisibilitι ή connexitι renforcιe) του γαλλικού δικαίου (βλ. παράγραφο 8 και υποσημείωση 12 των προτάσεων Darmon στην υπόθεση Καλφέλης, η οποία μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 18 των παρουσών προτάσεων). νΟπως θα εκτεθεί κατωτέρω (βλ. παράγραφο 68 των παρουσών προτάσεων), το Δικαστήριο, με την απόφαση Καλφέλης, απέκρουσε το ενλόγω κριτήριο ως κριτήριο διεθνούς δικαιοδοσίας.
(38) - Ξωρίς την θέλησή του, τουλάχιστον. Δεν τίθεται θέμα στην προκειμένη υπόθεση, ούτε παρεκτάσεως δικαιοδοσίας διά συμφωνίας των διαδίκων κατά το άρθρο 17 της Συμβάσεως, ούτε σιωπηράς παρεκτάσεως δικαιοδοσίας κατά το άρθρο 18, αφού πάντως οι εναγόμενοι, καταρχήν, παρέστησαν και αντέλεξαν.
(39) - Συλλογή 1981, σ. 1671.
(40) - Βλ. P. Gothot-D.Holleaux, La convention de Bruxelles du 27 9 1968, Paris 1985, § 114 και H. Gaudemet-Tallon, έ.α., § 223.
(41) - Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση Καλφέλης. Σύμφωνη και η θεωρία (βλ. Gaudemet-Tallon, έ.α., § 224, Gothot-Holleaux, έ.α., § 111).
(42) - Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν ακολούθησε τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα κ. Darmon, σύμφωνα με την οποία η συμβατική διαφορά, ως βασική, παρασύρει όλες τις παρεπόμενες διαφορές οι οποίες γεννώνται με αφορμή την σύμβαση, με αποτέλεσμα η δωσιδικία να καθορίζεται μόνο βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1 (βλ. προτάσεις, παράγραφοι 28 κ.ε.).
Full & Egal Universal Law Academy