Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Εισαγωγή
1 Η παρούσα διαφορά αφορά κατ' ουσίαν το ζήτημα της νομιμότητας ενισχύσεων που καταβλήθηκαν ως προκαταβολή και οι οποίες πρέπει να ασφαλίζονται με εγγυήσεις. Η αποδέσμευση των εγγυήσεων μπορεί να λάβει χώρα μόνο μετά την αναγνώριση αξιώσεως για τη λήψη ενισχύσεως. Αν μια ενίσχυση καταβλήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία, το ποσό αυτό πρέπει να αναζητηθεί από τις εθνικές αρχές, διαφορετικά δεν υπάρχει αξίωση για κάλυψη από τις υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ.
2 Η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή ζητώντας τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 96/701/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 1996 (στο εξής: απόφαση), για τροποποίηση της αποφάσεως 96/311/ΕΚ (1) σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα «Εγγυήσεων», για το οικονομικό έτος 1992 καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (2). Η Ιταλική Δημοκρατία προσβάλλει την απόφαση στο μέτρο που με αυτή δεν αναγνωρίζονται ορισμένες δαπάνες για την ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο.
3 Ως αιτιολογία για τις δημοσιονομικές διορθώσεις, ύψους 11 934 331 913 ιταλικών λιρών (LIT), που πραγματοποίησε τελικώς η Επιτροπή, αναφέρεται ιδίως η μη τήρηση των διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον έλεγχο της χορηγήσεως των ενισχύσεων.
Β - Τα πραγματικά περιστατικά
4 Κατόπιν αλληλογραφίας μεταξύ του ΕΓΤΠΕ και των ιταλικών αρχών σχετικά με την τεκμηρίωση και την απόδειξη της νομιμότητας των ενισχύσεων στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο, για το οικονομικό έτος 1992, η Επιτροπή σκόπευε αρχικώς να προβεί σε δημοσιονομική διόρθωση ύψους 17 149 929 372 LIT. Στη συνέχεια, οι ιταλικές αρχές απέστειλαν περαιτέρω πληροφορίες τον Σεπτέμβριο του 1994. Με απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1995, η Επιτροπή ενημέρωσε τα κράτη μέλη ότι για την εκκαθάριση των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1992 θα λαμβάνονταν υπόψη μόνο τα στοιχεία που υποβλήθηκαν μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1995.
5 Με έγγραφο της 15ης Ιουνίου 1995, το ΕΓΤΠΕ ενημέρωσε τις ιταλικές αρχές, βάσει των πληροφοριών που εν τω μεταξύ υποβλήθηκαν επιπρόσθετα, σχετικά με τη μέλλουσα να λάβει χώρα δημοσιονομική διόρθωση ύψους 11 934 331 913 LIT, που αντιστοιχούσε στα χωρίς νόμιμη αιτία καταβληθέντα και μη αναζητηθέντα ποσά για τις ενισχύσεις στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο.
6 Κατόπιν αυτού η Επιτροπή, με έγγραφο της 6ης Ιουλίου 1995, γνωστοποίησε επίσημα στις ιταλικές αρχές ότι το επίδικο ποσό δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη για το οικονομικό έτος 1992. Εντούτοις, όπως επισημαίνεται σε έγγραφο της Επιτροπής της 17ης Ιανουαρίου 1996, θα ήταν δυνατό να ληφθούν υπόψη για το οικονομικό έτος 1995 τα αναζητηθέντα και επιστραφέντα ποσά, στο μέτρο που, μεταξύ άλλων, τα σχετικά έγγραφα θα είχαν υποβληθεί στο ΕΓΤΠΕ μέχρι τις 29 Φεβρουαρίου 1996.
7 Αφού χορηγήθηκε και στην περίπτωση αυτή παράταση της προθεσμίας, η Επιτροπή τελικώς προέβη σε θετική διόρθωση για το οικονομικό έτος 1995, ύψους περίπου 743 εκατομμυρίων LIT, κατά την οποία ελήφθησαν υπόψη και τέσσερις από τις εν προκειμένω κρίσιμες περιπτώσεις.
8 Η Επιτροπή εξέδωσε στις 20 Νοεμβρίου 1996 την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκκαθάριση των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1992 και εν μέρει για το οικονομικό έτος 1993 βάσει των στοιχείων που της είχαν υποβληθεί μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1995 και με την απόφαση αυτή επιβεβαίωσε τη δημοσιονομική διόρθωση συνολικού ύψους 11 934 331 913 LIT, που είχε ήδη ανακοινώσει.
9 Όπως προκύπτει από τη συνοπτική έκθεση (3), η προσβαλλόμενη εν προκειμένω απόφαση της Επιτροπής στηρίζεται στο γεγονός ότι σε 82 περιπτώσεις καταβλήθηκαν αδικαιολογήτως ενισχύσεις - χωρίς αυτές να καλύπτονται και να ασφαλίζονται πλέον από εγγυήσεις -, οι οποίες δεν επεστράφησαν ακόμη από τους λήπτες στις εθνικές αρχές.
10 Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί τη νομιμότητα των γενομένων μειώσεων με κύριο επιχείρημα ότι δεν ευσταθούν τα συμπεράσματα που περιέχονται στη συνοπτική έκθεση. Στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας της η Ιταλική Κυβέρνηση κατατάσσει τις οικείες επιχειρήσεις σε πέντε ομάδες.
11 Στην ομάδα Α περιλαμβάνονται επτά επιχειρήσεις, στην περίπτωση των οποίων οι καταβληθείσες ενισχύσεις αναζητήθηκαν και καταβλήθηκαν ήδη στο ΕΓΤΠΕ. Πρόκειται για τις επιχειρήσεις Valdolio, P. I. O., Certo C., OL. F.lli de Sensi, Perilli, Vizzari και OL. Albanese.
12 Στην ομάδα Β κατατάσσεται η επιχείρηση Luccisano, στην περίπτωση της οποίας η επιστρεπτέα ενίσχυση συμψηφίστηκε με άλλες απαιτήσεις.
13 Η ομάδα Γ αφορά την επιχείρηση Valle Picentino, στην περίπτωση της οποίας η καταβληθείσα ενίσχυση ασφαλίστηκε στο μεταξύ με παραχωρηθείσα υποθήκη επί ακινήτων της εταιρίας καθώς και με τραπεζική εγγύηση. Κατά τον χρόνο αποδεσμεύσεως της εγγυήσεως δεν υφίσταντο ακόμη σημαντικές υπόνοιες για παράνομη συμπεριφορά της εν λόγω επιχειρήσεως.
14 Όσον αφορά τις επιχειρήσεις τις ομάδος Δ, η Ιταλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η αναζήτηση των καταβληθέντων ποσών δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, εξακολουθούν όμως οι ενισχύσεις να είναι ασφαλισμένες με εγγυήσεις.
15 Τέλος, υπάρχει, πέμπτον, η ειδική περίπτωση της επιχειρήσεως Caruso Rosa: στην περίπτωση αυτή η αρμόδια αρχή για τον έλεγχο της τηρήσεως των διατάξεων περί χορηγήσεως των ενισχύσεων στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο (Agecontrol) διαπίστωσε βέβαια παραβάσεις, δεν κατέστη όμως δυνατό να διαπιστωθεί το ακριβές ποσό των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία. Δεδομένου όμως ότι δεν υπήρχαν ασφαλείς διαπιστώσεις, δεν κατέστη επίσης δυνατή η δέσμευση των εγγυήσεων. Μόλις όμως ολοκληρωθούν οι συνεχιζόμενες προς το παρόν περαιτέρω έρευνες θα αναζητηθεί το χωρίς νόμιμη αιτία καταβληθέν ποσό των ενισχύσεων.
16 Η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί:
- να ακυρωθεί η απόφαση αριθ. C(96)3274 τελ. της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 1996, στο μέτρο που με αυτή δεν έγινε δεκτή, στην εκκαθάριση των λογαριασμών που υπέβαλε η Ιταλική Δημοκρατία για τις δαπάνες κατά το οικονομικό έτος 1992, η επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ με ποσό 11 934 331 913 LIT·
- να καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά έξοδα.
17 Η Επιτροπή ζητεί:
- να απορριφθεί η προσφυγή·
- να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
18 Κατά την άποψη της Επιτροπής η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή περιέπεσε σε σφάλμα κατά την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών. Η Επιτροπή αξιολόγησε ορθά όλες τις πληροφορίες που τέθηκαν στη διάθεσή της μέχρι τις 25 Φεβρουαρίου 1995 και, κατόπιν της αξιολογήσεως αυτής, εξέδωσε νόμιμα την απόφασή της σχετικά με τη μη αναγνώριση των δαπανών για τις ενισχύσεις στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο. Αυτό είναι ήδη αρκετό για να απορριφθεί η προσφυγής της Ιταλικής Δημοκρατίας ως αβάσιμη.
19 Όσον αφορά τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις που αναφέρει η Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή επισημαίνει τα εξής:
Σχετικά με τις επιχειρήσεις της ομάδας Α, οι προβαλλόμενες δαπάνες ελήφθησαν υπόψη για την εκκαθάριση των λογαριασμών του οικονομικού έτους 1995 εκτός των δαπανών για τις επιχειρήσεις P. I. O., Certo C. και Perilli. Για τις τρεις όμως αυτές τελευταίες επιχειρήσεις τα στοιχεία είναι αντιφατικά και δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι έλαβε πράγματι χώρα επιστροφή των ενισχύσεων.
20 Ομοίως, τα στοιχεία που αφορούν την επιχείρηση Luccisano δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι πράγματι επεστράφη στο ΕΓΤΠΕ το δηλωθέν ποσό.
21 Όσον αφορά την επιχείρηση Valle Picentino, η αρχικώς συσταθείσα εγγύηση δεν εισπράχθηκε και το δηλωθέν ποσό δεν αναζητήθηκε ούτε πιστώθηκε υπέρ του ΕΓΤΠΕ.
22 Όσον αφορά τις επιχειρήσεις που ανήκουν στην ομάδα Δ, η ίδια η Ιταλική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι τα καταβληθέντα ποσά δεν έχουν ακόμη επιστραφεί και ότι οι ιταλικές αρχές δεν είναι σε θέση να αποδείξουν την ύπαρξη των εγγυήσεων. Αυτό όμως ακριβώς καταδεικνύει ότι ορθώς έγιναν οι προσβαλλόμενες μειώσεις.
23 Όσον αφορά τέλος την επιχείρηση Caruso Rosa, δεν έπρεπε να αποδεσμευθούν οι εγγυήσεις, αλλ' αντίθετα οι ιταλικές αρχές έπρεπε να απαιτήσουν την παράταση των εγγυήσεων αυτών.
Γ - Οι εφαρμοστέες νομοθετικές διατάξεις
24 Οι βασικές διατάξεις για τον τομέα του ελαιολάδου περιέχονται στον κανονισμό 136/66/ΕΟΚ (4). Το άρθρο 11, παράγραφος 1, που προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2210/88 (5), ορίζει την ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο ως εξής:
«Όταν η ενδεικτική τιμή στην παραγωγή, μειωμένη κατά την ενίσχυση στην παραγωγή, είναι μεγαλύτερη από την αντιπροσωπευτική τιμή της αγοράς για το ελαιόλαδο, χορηγείται ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο που έχει παραχθεί και έχει διατεθεί στην αγορά της Κοινότητας. Η ενίσχυση αυτή ισούται με τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών ποσών.»
25 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3089/78 (6) περιέχει τη βασική ρύθμιση για τη χορήγηση της ενισχύσεως στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού, τα κράτη μέλη καθιερώνουν «(...) ένα σύστημα ελέγχου, το οποίο εγγυάται ότι το προϋόν για το οποίο έχει ζητηθεί η ενίσχυση εκπληρώνει τους όρους για τη χορήγηση της ενισχύσεως (...)».
26 Σύμφωνα με το άρθρο 8, η ενίσχυση καταβάλλεται «(...) όταν ο οργανισμός ελέγχου που έχει ορισθεί από το κράτος μέλος, όπου πραγματοποιείται η συσκευασία διαπίστωσε την τήρηση των όρων για τη χορήγηση της ενισχύσεως.
Εντούτοις, η ενίσχυση δύναται να προκαταβάλλεται κατά την υποβολή της αιτήσεως ενισχύσεως, υπό τον όρο ότι παρέχεται επαρκής ασφάλεια.»
27 Οι γενικοί κανόνες για τη χορήγηση της ενισχύσεως στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο, όπως ισχύουν για το εξεταζόμενο εν προκειμένω οικονομικό έτος 1992, υπάρχουν στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2677/85 (7), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 571/91 (8).
28 Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, το κράτος μέλος καταβάλλει «(...) το ποσό της ενίσχυσης εντός των 150 ημερών που έπονται της ημερομηνίας κατάθεσης της αίτησης. Ωστόσο, η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί εάν οι πραγματοποιούμενοι έλεγχοι απαιτούν συμπληρωματική έρευνα, υπό τον όρο ότι η διάρκεια ισχύος της ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, παρατείνεται για την ίδια χρονική περίοδο».
29 Το άρθρο 11 αναφέρει σχετικά με την ασφάλεια τα εξής:
«1. Το ποσό της ενίσχυσης προκαταβάλλεται μόλις ο ενδιαφερόμενος υποβάλει αίτηση ενίσχυσης συνοδευόμενη από βεβαίωση που πιστοποιεί την παροχή ασφαλείας ίσης με το ποσό αυτό.
2. Η εγγύηση παρέχεται από εγκατάσταση που ανταποκρίνεται στα κριτήρια που καθορίζονται από το κράτος μέλος στο οποίο έχει υποβληθεί η αίτηση ενίσχυσης. Η εγγύηση ισχύει τουλάχιστον επί 6 μήνες.
3. Η ασφάλεια αποδεσμεύεται μόλις η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αναγνωρίσει το δικαίωμα για ενίσχυση για τις ποσότητες που αναφέρονται στην αίτηση.
Όταν δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα για ενίσχυση για το σύνολο ή για μέρος των ποσοτήτων που αναφέρονται στην αίτηση, η ασφάλεια καταπίπτει κατ' αναλογία των ποσοτήτων, για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που παρέχουν το δικαίωμα για ενίσχυση.
Ο οργανισμός που είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο του δικαιώματος για ενίσχυση ενημερώνει κάθε μήνα τον οργανισμό ο οποίος καταβάλλει τις πληρωμές σχετικά με τα αποτελέσματα της δραστηριότητάς του όσον αφορά την αναγνώριση του δικαιώματος για ενίσχυση κάθε εγκεκριμένης επιχείρησης.
(...)»
30 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, διευκρινίζει το αναφερόμενο στο άρθρο 7 του κανονισμού 3089/78 σύστημα ελέγχων, για να εξασφαλίζεται ακριβώς η αποτελεσματικότητα και η ορθή διενέργεια των ελέγχων αυτών.
31 Πέραν αυτού, το άρθρο 12 προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«1. (...)
2. Σε περίπτωση αμφιβολιών όσον αφορά την ακρίβεια των στοιχείων που αναφέρονται στην αίτηση για ενίσχυση, το κράτος μέλος αναστέλλει την πληρωμή της ενίσχυσης για την ποσότητα ελαιολάδου που αποτελεί το αντικείμενο της επαλήθευσης και υιοθετεί κάθε μέτρο που είναι αναγκαίο για την εξασφάλιση της επιστροφής των ποσών των ενισχύσεων που ενδέχεται να αποδειχθεί ότι έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως, καθώς και της πληρωμής ενδεχόμενων προστίμων.
(...)
3. Οι προκαταβολές και οι ενισχύσεις που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως επιστρέφονται μαζί με προσαύξηση που αντιστοιχεί στους τόκους (...).
Το ποσό που εισπράττεται από το κράτος μέλος αφαιρείται από τις δαπάνες του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) από τις υπηρεσίες τους οργανισμούς πληρωμής των κρατών μελών.»
32 Τέλος, στο άρθρο 29 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2220/85 (9) προβλέπονται τα εξής:
«Όταν η αρμόδια αρχή είναι σε γνώση των στοιχείων που συνεπάγονται την κατάπτωση της εγγύησης στο σύνολό της ή εν μέρει, ζητά, χωρίς καθυστέρηση από τον ενδιαφερόμενο, την πληρωμή του ποσού της εγγύησης που έχει καταπέσει· η δε πληρωμή αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί σε προθεσμία 30 ημερών από την ημέρα υποβολής της αίτησης.»
Αν όμως δεν πραγματοποιηθεί η πληρωμή εντός της προθεσμίας αυτής μπορεί, μεταξύ άλλων, να απαιτηθεί η άμεση πληρωμή από τον εγγυητή.
33 Συνοπτικά, μπορεί συνεπώς να λεχθεί ότι η ενίσχυση καταβάλλεται μόνον όταν η αρμόδια για τον έλεγχο αρχή διαπιστώσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων χορηγήσεως της ενισχύσεως. Η προκαταβολή του ποσού της ενισχύσεως εξαρτάται όμως από τη σύσταση ασφαλείας, η οποία αποδεσμεύεται μόνον όταν αναγνωριστεί το δικαίωμα για ενίσχυση. Αν όμως δεν υφίσταται δικαίωμα για ενίσχυση, τότε εισπράττεται χωρίς καθυστέρηση η συσταθείσα εγγύηση. Η οικεία επιχείρηση πρέπει επομένως να επιστρέψει την προκαταβληθείσα ενίσχυση αν η αρμόδια αρχή αρνηθεί την ύπαρξη δικαιώματος για ενίσχυση.
34 Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 (10), η Επιτροπή αποφασίζει για την εκκαθάριση των λογαριασμών βάσει των ετησίων λογαριασμών, τους οποίους της διαβιβάζουν τα κράτη μέλη συνοδευόμενους από τα αναγκαία για την εκκαθάρισή τους έγγραφα.
35 Η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1723/72 (11), που προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 422/86 (12), να καθορίζει στο εκάστοτε κράτος μέλος προθεσμία για τη διαβίβαση συμπληρωματικών πληροφοριών. Αν δεν διαβιβαστούν οι συμπληρωματικές αυτές πληροφορίες μέσα στην προκαθορισμένη προθεσμία, «(...) η Επιτροπή θα λαμβάνει αποφάσεις επί τη βάσει των στοιχείων που έχει στην κατοχή της, εκτός αν η καθυστερημένη διαβίβαση των πληροφοριών δικαιολογείται λόγω εξαιρετικών περιστάσεων».
Δ - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
36 Όσον αφορά τις τέσσερις από τις επτά επιχειρήσεις της ομάδας Α, συγκεκριμένα τις Valdolio, Vizzari, OL. Albanese και OL. F.lli de Sensi, η Ιταλική Κυβέρνηση, κατά την προφορική διαδικασία, μετά σχετική επισήμανση στο υπόμνημα της Επιτροπής, παραδέχθηκε ότι η προσφυγή ως προς τα αντίστοιχα ποσά κατέστη άνευ αντικειμένου (13), διότι τα ποσά αυτά ελήφθησαν υπόψη για το οικονομικό έτος 1995. Η εξέταση που ακολουθεί μπορεί επομένως να περιοριστεί στις υπόλοιπες επιχειρήσεις που ανέφερε η Ιταλική Κυβέρνηση.
37 Οι ισχυρισμοί της Ιταλικής Κυβερνήσεως μπορούν να συνοψιστούν στο ότι τηρήθηκαν οι εφαρμοστέες διατάξεις όσον αφορά τα υποβληθέντα στοιχεία και επομένως η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να αναγνωρίσει τις δαπάνες.
38 Η Επιτροπή επικαλείται κατ' αρχάς την μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1995 καθορισθείσα προθεσμία για υποβολή των στοιχείων και απορρίπτει τα συμπληρωματικά στοιχεία που της προσκομίστηκαν μετά την καταληκτική αυτή ημερομηνία ως εκπρόθεσμα. Εξάλλου, η Επιτροπή επικαλείται ασάφειες και αντιφάσεις των υποβληθέντων στοιχείων και αιτιάται τη μη τήρηση των διατάξεων που διέπουν τη χορήγηση των ενισχύσεων.
39 Κατ' αρχάς πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οσάκις πρόκειται για προσφυγή κράτους μέλους περί ακυρώσεως αποφάσεως της Επιτροπής για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, το βάρος αποδείξεως που φέρει ο προσφεύγων είναι ιδιαίτερα αυξημένο (14).
40 Πράγματι, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό το μη σύννομο των διαβιβασθέντων από τα κράτη μέλη στοιχείων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας με την οποία αντιμετωπίζει τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν από τις εθνικές διοικητικές αρχές (15). Αυτός ο κανόνας κατανομής του βάρους αποδείξεως στηρίζεται στο γεγονός ότι τελικώς το κράτος μέλος είναι καλύτερα σε θέση να προσκομίσει και να ελέγξει τα απαραίτητα στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ. Εναπόκειται επομένως σ' αυτό να αποδείξει πλήρως την ορθότητα των στοιχείων του και ενδεχομένως να αποδείξει το εσφαλμένο των υπολογισμών της Επιτροπής (16).
41 Όσον αφορά τις υπόλοιπες επιχειρήσεις της ομάδας Α, δηλαδή τις επιχειρήσεις P. I. O., Certo C. και Perilli, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της επιτρέπουν εν μέρει το συμπέρασμα ότι υποβλήθηκαν το πρώτον μετά την ορισθείσα από την Επιτροπή καταληκτική ημερομηνία της 28ης Φεβρουαρίου 1995. Πέραν αυτού τα υποβληθέντα στοιχεία περιείχαν διαφορετικούς αριθμούς όσον αφορά τα ποσά που έπρεπε να αναζητηθούν, τα ποσά αυτά αναζητήθηκαν εν μέρει αλλά δεν έχουν ακόμη επιστραφεί και, εκτός αυτού, τα ποσά αυτά αναγράφονται σε διαφορετικά κεφάλαια, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφές σε ποιο κεφάλαιο κατατάσσονται ή αν εμπίπτουν σε περισσότερα κεφάλαια και έχει γίνει επομένως διπλή καταχώρισή τους. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν προκύπτει από τα στοιχεία αυτά για ποια συγκεκριμένα ποσά πρόκειται και σε ποιο μέτρο τα ποσά αυτά έχουν επιστραφεί.
42 Πρέπει, κατ' αρχάς, να παρατηρηθεί ότι δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι ως καταληκτική ημερομηνία της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του κανονισμού 1723/72 ορίστηκε από την Επιτροπή η 28η Φεβρουαρίου 1995. Εφόσον η Ιταλική Κυβέρνηση δεν επικαλέστηκε εξαιρετικές περιστάσεις, οι συμπληρωματικές πληροφορίες που προσκομίστηκαν μετά την ημερομηνία αυτή πρέπει να θεωρηθούν εκπρόθεσμες (17) και μόνο για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση που αναφέρεται στο σημείο αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εξάλλου, η Ιταλική Δημοκρατία δεν υποστήριξε κάτι συγκεκριμένο και αποφασιστικό που να μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω την ορθότητα των αποτελεσμάτων στα οποία κατέληξε η Επιτροπή ή των συμπερασμάτων που συνήγαγε από τα αποτελέσματα αυτά. Λόγω των προαναφερθέντων κανόνων για την κατανομή του βάρους αποδείξεως δεν αρκεί, για τον σκοπό αυτό, η απλή παράθεση αντίθετων ισχυρισμών.
43 Δεδομένου ότι η Ιταλική Κυβέρνηση περιορίστηκε να υποστηρίξει ότι, κατά την άποψή της, δεν υπάρχουν αντιφάσεις και ασάφειες στα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της Επιτροπής, δεν κατόρθωσε να αποδείξει με βεβαιότητα ότι η Επιτροπή έκρινε εσφαλμένα.
44 Όσον αφορά την ανήκουσα στην ομάδα Β επιχείρηση Luccisano, πρέπει εκ νέου να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη μόνο τα στοιχεία που της υποβλήθηκαν μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1995. Η αρμόδια όμως ιταλική αρχή γνωστοποίησε στην Επιτροπή, το πρώτον, με έγγραφο της 18ης Σεπτεμβρίου 1995 ότι η επιχείρηση Luccisano τον Αύγουστο 1994 ζήτησε συμψηφισμό της επιστρεπτέας ενισχύσεως με οφειλόμενες σ' αυτήν απαιτήσεις. Ο συμψηφισμός αυτός πραγματοποιήθηκε όμως με διάταγμα της 15ης Δεκεμβρίου 1995.
45 Η ίδια η Επιτροπή ανέφερε σχετικά ότι θα ελάμβανε υπόψη για το οικονομικό έτος 1995 τα στοιχεία που της υποβλήθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή, στο μέτρο που τα εν λόγω στοιχεία υποβλήθηκαν πριν τις 15 Οκτωβρίου 1995 (καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή στοιχείων για το οικονομικό έτος 1995). Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν υπέβαλε τα στοιχεία εντός της προθεσμίας που καθόρισε η Επιτροπή ούτε επικαλέστηκε εξαιρετικές περιστάσεις, ικανές να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση.
46 Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αφορώσα το σημείο αυτό αιτίαση σχετικά με τη μη αναγνώριση των δαπανών για το οικονομικό έτος 1992.
47 Όσον αφορά την ανήκουσα στη ομάδα Γ επιχείρηση Valle Picentino, η Επιτροπή στηρίζει τη μη αναγνώριση των δαπανών σε μια έκθεση της ιταλικής αρχής ελέγχου. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι, μολονότι δεν υπάρχουν αντικειμενικές αποδείξεις, θα ήταν λογικό να γίνει δεκτό ότι πιθανολογείται πραγματοποίηση τουλάχιστον εν μέρει εικονικών αγορών ελαιολάδου. Με τον τρόπο όμως αυτό επισημαίνεται η πιθανότητα απατηλών ενεργειών της επιχειρήσεως, που αποκλείουν κατ' αρχήν την αναγνώριση δικαιώματος για ενίσχυση. Έτσι και η ίδια η Ιταλική Κυβέρνηση παραδέχθηκε κατά την προφορική διαδικασία ότι μπορεί να γίνει λόγος για πιθανές παρατυπίες ως προς το ποσό που αφορά την επιχείρηση αυτή. Πρόκειται πάντως μόνο για αμφιβολίες που δεν έχουν αποδειχθεί.
48 Οι εκδοθέντες από τον κοινοτικό νομοθέτη γενικοί κανόνες που αφορούν την ενίσχυση στην κατανάλωση του ελαιολάδου θεσπίστηκαν όμως, όπως προκύπτει από τις σχετικές αιτιολογικές σκέψεις, και με σκοπό την πρόληψη των απατηλών συναλλαγών.
49 Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/85. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή η ασφάλεια αποδεσμεύεται μόνο μόλις η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αναγνωρίσει το δικαίωμα για ενίσχυση. Αν όμως υπάρχουν δικαιολογημένες αμφιβολίες, από το άρθρο 11 προκύπτει ότι δεν μπορεί να αναγνωριστεί τέτοιο δικαίωμα. Η Επιτροπή όμως ορθά επισημαίνει ότι η αρχικώς συσταθείσα εγγύηση δεν έπρεπε να αποδεσμευθεί λόγω των σημαντικών αμφιβολιών σχετικά με τη νομιμότητα των ενεργειών της οικείας επιχειρήσεως, εφόσον η ίδια η ελεγκτική αρχή επισημαίνει την πιθανή απάτη μέσω εικονικών πωλήσεων.
50 Το συμπέρασμα αυτό δεν μεταβάλλεται από τη μεταγενέστερη σύσταση νέων ασφαλειών. Δεδομένου ότι σύμφωνα με τις κρίσιμες διατάξεις προϋπόθεση για να δοθεί προκαταβολή της ενισχύσεως αποτελεί η σύσταση εγγυήσεως, δεν είναι δυνατόν, προς αποτροπήν ακριβώς της απάτης, να καταστρατηγείται η διάταξη αυτή με την αποδέσμευση των αρχικώς συσταθεισών εγγυήσεων και την ενδεχόμενη, με την πάροδο του χρόνου, σύσταση νέων ασφαλειών.
51 Στην παρούσα περίπτωση, η έκθεση ελέγχου της ελεγκτικής αρχής φέρει ημερομηνία 26 Ιανουαρίου 1993, οι νέες όμως ασφάλειες που επικαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση συστάθηκαν το πρώτον τον Σεπτέμβριο του 1993, δηλαδή εννέα μήνες αργότερα. Η αποτελεσματική όμως εφαρμογή των κανόνων περί ενισχύσεων προϋποθέτει ότι η προκαταβολή ασφαλίζεται με εγγύηση μέχρι την τελική αναγνώριση αυτού τούτου του δικαιώματος για ενίσχυση. Συνεπώς, δεν συμβιβάζεται με τις ισχύουσες διατάξεις η αποδέσμευση των συσταθεισών εγγυήσεων παρά την ύπαρξη σημαντικών αμφιβολιών και η σύσταση νέων ασφαλειών εννέα μήνες αργότερα στο πλαίσιο εκκρεμούς ποινικής δίκης. Αυτός ο τρόπος ενεργείας δεν είναι σύμφωνος με τον σκοπό και την έννοια των διατάξεων για τον έλεγχο των ενισχύσεων στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο, που συνίστανται μεταξύ άλλων στην αποτροπή πιθανών απατών. Η αρχική έλλειψη ενδοιασμών της Ιταλικής Κυβερνήσεως όσον αφορά τον τρόπο ενεργείας της επιχειρήσεως Valle Picentino αφορούσε το έτος 1990 και, επομένως, δεν είναι κρίσιμη για την παρούσα υπόθεση.
52 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί της Επιτροπής και να απορριφθεί η αιτίαση της Ιταλικής Κυβερνήσεως όσον αφορά το σημείο αυτό.
53 Ομοίως, πρέπει να απορριφθούν οι ιταλικοί ισχυρισμοί όσον αφορά τις επιχειρήσεις που ανήκουν στην ομάδα Δ. Προβάλλεται απλώς ο ισχυρισμός ότι δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η επιστροφή των ποσών και ότι μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη των εγγυήσεων, χωρίς όμως αυτό να έχει γίνει.
54 Δεδομένου, επομένως, ότι δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη των εγγυήσεων αυτών, η Ιταλική Κυβέρνηση απλώς προβάλλει έναν αντίθετο ισχυρισμό, που δεν αρκεί για να αποδειχθεί παράνομη η απόφαση της Επιτροπής. Δεδομένου ότι, πέραν αυτού, δεν αναφέρονται σχετικά περαιτέρω λεπτομέρειες, η αιτίαση που αφορά το σημείο αυτό πρέπει να απορριφθεί.
55 Η τελευταία αιτίαση που προέβαλε η Ιταλική Κυβέρνηση αφορά την επιχείρηση Caruso Rosa. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει εν προκειμένω ότι η ελεγκτική αρχή διαπίστωσε μεν την ύπαρξη παραβάσεων, δεν κατέστη όμως δυνατός ο ακριβής υπολογισμός των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία. Στη συνέχεια έγιναν περαιτέρω έρευνες, χωρίς όμως να καταλήξουν σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Στην αιτίαση της Επιτροπής ότι οι ιταλικές αρχές όφειλαν να ζητήσουν την παράταση της εγγυήσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση αντιτάσσει μόνον ότι μια τέτοια ενέργεια δεν θα είχε νόημα.
56 Διαπιστώνεται εν προκειμένω ότι, λόγω των υπαρχουσών αμφιβολιών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος για λήψη ενισχύσεως και συνεπώς δεν έπρεπε, σύμφωνα με τις κρίσιμες διατάξεις, να αποδεσμευθεί η εγγύηση. Ενόψει του προαναφερθέντος κανόνα περί του βάρους αποδείξεως, πρέπει και στην περίπτωση αυτή να επισημανθεί ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν υποστήριξε με ουσιαστικά επιχειρήματα ούτε απέδειξε ότι ορθώς αποδεσμεύθηκαν οι εγγυήσεις και ότι ήσαν παράνομες οι ενέργειες της Επιτροπής. Από τις ισχύουσες διατάξεις προκύπτει ότι, αν δεν μπορεί να αναγνωριστεί δικαίωμα για λήψη ενισχύσεως, δεν πρέπει να αποδεσμεύεται η εγγύηση που δόθηκε για την εξασφάλιση της ενισχύσεως που προκαταβλήθηκε.
57 Ως συμπέρασμα, πρέπει να επισημανθεί ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αποδείξει το εσφαλμένο των υπολογισμών της Επιτροπής. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η προσφυγή.
Επί των δικαστικών εξόδων
58 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, εδάφιο 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
Ε - Συμπέρασμα
59 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει την ακόλουθη απόφαση:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Απόφαση της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1996, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992, καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 117, σ. 19). Η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή κατά της Επιτροπής, ζητώντας τη μερική ακύρωση και της αποφάσεως αυτής. Βλ., σχετικά, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber, που αναπτύχθηκαν στις 24 Μαρτίου 1998 επί της υποθέσεως Ιταλία κατά Επιτροπής (C-242/96, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998, Συλλογή 1998, σ. Ι-5863).
(2) - ΕΕ L 323, σ. 26.
(3) - Συνοπτική έκθεση για τα αποτελέσματα του ελέγχου για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992 και εν μέρει για το οικονομικό έτος 1993 (έγγραφο της Επιτροπής της 27ης Μαρτίου 1996, VI/6355/95 τελικό).
(4) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 1966 περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33).
(5) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 1988 για τροποποίηση του κανονισμού 136/66 (ΕΕ L 197, σ. 1).
(6) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1978 περί θεσπίσεως γενικών κανόνων που αφορούν την ενίσχυση στην κατανάλωση του ελαιόλαδου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 236).
(7) - Κανονισμός της Επιτροπής της 24ης Σεπτεμβρίου 1985 για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο (ΕΕ L 254, σ. 5).
(8) - Κανονισμός της Επιτροπής της 8ης Μαρτίου 1991 για τροποποίηση του κανονισμού 2677/85 (ΕΕ L 63, σ. 19).
(9) - Κανονισμός της Επιτροπής της 22ας Ιουλίου 1985 για τον καθορισμό των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εγγυήσεως για τα γεωργικά προϋόντα (ΕΕ L 205, σ. 5).
(10) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970 περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93).
(11) - Κανονισμός της Επιτροπής της 26ης Ιουλίου 1972 περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών για το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 115).
(12) - Κανονισμός της Επιτροπής της 25ης Φεβρουαρίου 1986 για την τροποποίηση του κανονισμού 1723/72 (ΕΕ L 48, σ. 31).
(13) - Η Ιταλική Κυβέρνηση όμως δεν παραιτήθηκε στο μέτρο αυτό από την προσφυγή ούτε επικαλέστηκε τον κανονισμό.
(14) - Αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 11/76, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1979, σ. 93, σκέψη 9), και της 10ης Νοεμβρίου 1993, C-48/91, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-5611, σκέψη 16).
(15) - Απόφαση επί της υπόθεσεως C-48/91 (που αναφέρεται στην υποσημείωση 14, σκέψη 17).
(16) - Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει εκτενείς ελεγκτικές αρμοδιότητες σχετικά με τη διαχείριση των κοινοτικών μέσων από τις εθνικές αρχές, με αποτέλεσμα, από την απόψη αυτή, να φαίνεται ορθή η κατανομή του βάρους αποδείξεως. Το γεγονός αυτό επισήμανε και το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του της 13ης Απριλίου 1989 σχετικά με τη πρόληψη και την καταπολέμηση των σε βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού απατών στην «Ευρώπη του 1992» (ΕΕ C 120, σ. 279).
(17) - Βλ. σχετικά και την απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, C-54/91, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-3399, σκέψη 14).
Full & Egal Universal Law Academy