Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
1 Το Retten i Εlborg ζήτησε από το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, να του παράσχει τα αναγκαία ερμηνευτικά στοιχεία για την απάντηση στα ακόλουθα ερωτήματα:
«Στερούν το άρθρο 30, σε συνδυασμό με το άρθρο 36, καθώς και τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ από το πρόσωπο, στο οποίο έχει μεταβιβαστεί από τον κάτοχο αποκλειστικών δικαιωμάτων επί κινηματογραφικού έργου το αποκλειστικό δικαίωμα παραγωγής και διανομής αντιγράφων του έργου αυτού εντός κράτους μέλους, τη δυνατότητα να επιτρέπει την εκμίσθωση των δικών του προϋόντων και συγχρόνως να απαγορεύει την εκμίσθωση εισαγομένων προϋόντων που διατέθηκαν στην αγορά εντός άλλου κράτους μέλους όπου ο κάτοχος των αποκλειστικών δικαιωμάτων παραγωγής και διανομής των αντιγράφων μεταβίβασε την κυριότητα των αντιγράφων αυτών αποδεχθείς σιωπηρώς την εκμίσθωση των εν λόγω αντιγράφων εντός του τελευταίου κράτους μέλους;
Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η οδηγία 92/100/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμισθώσεως και δανεισμού καθώς και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϋόντων της διανοίας [στο εξής: οδηγία (1)], έχει τεθεί σε ισχύ, υποβάλλεται το ίδιο ερώτημα, εφόσον θεωρηθεί ότι η οδηγία αυτή έχει σημασία για την απάντηση.»
ηΕτσι, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να θέσει άλλη μία ψηφίδα στο μωσαϋκό της προβληματικής σχετικά με το δικαίωμα εκμισθώσεως - νoούμενο ως εξουσία διαθέσεως προς χρήση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, του πνευματικού δημιουργήματος που ενσωματώνεται σε υλικό υπόθεμα -, το οποίο περιλαμβάνεται μεταξύ των εξουσιών που αναγνωρίζονται σε όποιον είναι κάτοχος δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (2). Η αρχή της αναλώσεως του δικαιώματος κατόπιν της πρώτης θέσεως σε κυκλοφορία επί κοινοτικού εδάφους με την πώληση του προϋόντος στο οποίο ενσωματώνεται το προστατευόμενο έργο δεν ισχύει για το δικαίωμα εκμισθώσεως. ςΕτσι έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Warner Brothers και Metronome Video (3) και, αργότερα, η λύση αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς με την οδηγία. Με την απόφαση που σας ζητεί το Retten i Εlborg πρέπει να αποφανθείτε αν επιβάλλεται ανάλογη λύση όταν αυτή αύτη η πρώτη διάδοση του υποθέματος έγινε υπό μορφή εκμισθώσεως.
2 Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής. Η Laserdisken, εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση, είναι επιχείρηση η οποία εδρεύει στο Εlborg και διανέμει κινηματογραφικά έργα εγγεγραμμένα σε βιντεοδίσκους (δηλαδή σε δίσκους αναγνώσεως με ακτίνες laser, η οποία εγγυάται υψηλή πιστότητα αναπαραγωγής) (4). Η Laserdisken εισήγε απ' ευθείας τους βιντεοδίσκους από το Ηνωμένο Βασίλειο όπου παράγονται νομίμως από εταιρίες σύμφωνα με ισχύουσες συμβατικές άδειες. Τα εν λόγω προϋόντα δεν διετίθεντο στο εμπόριο εντός της Δανίας (πράγμα που εξακολουθεί να γίνεται μέχρι σήμερα) απ' ευθείας από τους κατόχους των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επί των σχετικών έργων ούτε από τρίτους με τη συγκατάθεσή τους (άλλωστε, τα έργα αυτά είναι διαθέσιμα σε βιντεοκασέτες, βλ. κατωτέρω το σημείο 3). Το 1987, η Laserdisken άρχισε να προσφέρει προς εκμίσθωση - επί πλέον της πωλήσεως - αντίγραφα των εισαγομένων βιντεοδίσκων. Με την εμπορική αυτή πολιτική, η επιχείρηση απέβλεπε στο να προωθήσει την πώληση των σχετικών προϋόντων, τα οποία, λόγω της υψηλής τιμής τους (ιδίως σε σχέση με την τιμή των ίδιων έργων σε βιντεοκασέτες), αγοράζονται κυρίως από καταναλωτές που έχουν ήδη δει το έργο και το εκτιμούν. Κατά τη διάταξη περί παραπομπής, οι κατέχοντες στο Ηνωμένο Βασίλειο δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επί των έργων που αναπαράχθηκαν στους εν λόγω βιντεοδίσκους όντως ανέχονταν την εκμίσθωση των έργων αυτών επί βρετανικού εδάφους, μετά την πρώτη πώληση· μάλιστα δε, και όσον αφορά τα αντίγραφα που πωλήθηκαν μετά την 1η Αυγούστου 1989, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του Copyright, Designs and Patents Act 1988 (βρετανικού νόμου του 1988 περί των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, των δικαιωμάτων επί σχεδίων και υποδειγμάτων και των δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας), ο οποίος - στο μέτρο που αφορά την παρούσα υπόθεση - καθιέρωσε αποκλειστικό δικαίωμα εκμισθώσεως υπέρ των παραγωγών κινηματογραφικών έργων (βλ. τα άρθρα 16 έως 18) (5). Ωστόσο, τούτο αμφισβητείται από τις ενάγουσες οι οποίες ισχυρίζονται ότι ουδέποτε επέτρεψαν, σιωπηρώς ή με άλλον τρόπο, την εκμίσθωση βιντεοδίσκων εντός του Ηνωμένου Βασιλείου ή άλλου κράτους μέλους (και συγχρόνως προβάλλουν ότι το περιστατικό αυτό είναι άνευ σημασίας για να εκτιμηθεί αν αναλώθηκε το αποκλειστικό δικαίωμα εκμισθώσεως επί του δανικού εδάφους: βλ. κατωτέρω το σημείο 4). Αντιστρόφως, δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η Laserdisken διέθετε προς εκμίσθωση τα εν λόγω προϋόντα εντός της Δανίας χωρίς οι ενάγουσες να της έχουν χορηγήσει προηγουμένως το δικαίωμα αυτό.
3 Τον Ιανουάριο του 1992, η Laserdisken ενήχθη από τη Foreningen af danske Videogramdistributψrer (στο εξής: FDV), ένωση των Δανών παραγωγών βιντεογραφημάτων, λόγω παραβάσεως του άρθρου 23, παράγραφος 3, του νόμου περί των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (6), κατά το οποίο: «όταν κινηματογραφικό έργο διαδίδεται διά πωλήσεως στο κοινό, τα πωλούμενα αντίγραφα μπορούν να τεθούν εκ νέου σε κυκλοφορία. αΟμως, δεν μπορούν, χωρίς τη συμφωνία του δημιουργού, να καταστούν αντικείμενο νέας διαδόσεως στο κοινό με δανεισμό ή εκμίσθωση» (ελεύθερη μετάφραση). Η FDV ενεργεί επ' ονόματι οκτώ εταιριών (7), κάθε μία από τις οποίες έχει αποκτήσει για το δανικό έδαφος άδειες σχετικές με τα αποκλειστικά δικαιώματα παραγωγής και διανομής υπό οποιαδήποτε υφιστάμενη μορφή (περιλαμβανομένων συνεπώς των βιντεοδίσκων) μεταγλωττισμένων στη δανική γλώσσα αντιγράφων του μεγαλύτερου μέρους των κινηματογραφικών έργων που η Laserdisken διένεμε υπό μορφή βιντεοδίσκων. Το αιτούν δικαστήριο τόνισε ότι οι ενάγουσες εταιρίες διαθέτουν προς εκμίσθωση εντός της δανικής αγοράς τα εν λόγω έργα σε βιντεοκασέτες (δηλαδή ενσωματωμένα σε διαφορετικό υπόθεμα). Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που η Warner υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, η FDV διαπραγματεύεται, για λογαριασμό των μελών της, με τους μεταπωλητές λιανικής τους όρους πωλήσεως των βιντεοκασετών για τις οποίες οι εταιρίες αυτές έχουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι στερεότυπες συμβάσεις που η FDV συνάπτει με τους διαφόρους μεταπωλητές περιλαμβάνουν ειδικές ρήτρες περιορίζουσες τη δυνατότητα διανομής μέσω εκμισθώσεως και ρητή απαγόρευση της «αλυσιδωτής» εκμισθώσεως. Με ασφαλιστικά μέτρα που διέταξε το fogedret τον Φεβρουάριο του 1992, τα οποία επικυρώθηκαν, σε δεύτερο βαθμό, από το Vestre Landsret τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, απαγορεύθηκε στη Laserdisken να συνεχίσει να διαθέτει προς εκμίσθωση τα εν λόγω προϋόντα και η FDV υποχρεώθηκε να καταβάλει 1 000 000 δανικές κορώνες ως εγγυοδοσία για τη ζημία που ενδέχεται να απορρεύσει από την πιο πάνω απαγόρευση. Ακριβώς στο πλαίσιο της κύριας δίκης στην υπόθεση επί της οποία διατάχθηκαν τα εν λόγω ασφαλιστικά μέτρα, το Retten i Εlborg υπέβαλε στο Δικαστήριο την παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
II - Τα επιχειρήματα των διαδίκων
4 Η FDV και οι εταιρίες επ' ονόματι των οποίων ενεργεί παρατηρούν, παραπέμποντας στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Warner Brothers και Metronome Video, ότι ο δανικός νόμος ο οποίος προστατεύει τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, που επικαλούνται εν προκειμένω, δεν έχει σκοπό να εμποδίσει ή να περιορίσει τις εισαγωγές βιντεοδίσκων του Ηνωμένου Βασιλείου προς μεταπώληση εντός της Δανίας. Εξάλλου, κατά τις ενάγουσες, παρά το ότι οι διασυνοριακές εμπορικές ροές των εν λόγω οπτικοακουστικών υποθεμάτων διέπονται από τους σχετικούς με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κανόνες της Συνθήκης, κάθε πράξη που χρησιμεύει για την άσκηση του δικαιώματος εκμισθώσεως πρέπει να εξομοιωθεί - πράγμα που δεν διαφέρει απ' ό,τι ισχύει για το δικαίωμα δημόσιας παραστάσεως - με παροχή υπηρεσιών και αποτελεί μορφή εκμεταλλεύσεως του προστατευόμενου έργου εντελώς διαφορετική από την πράξη πωλήσεως του υλικού υποθέματός του. Το δικαίωμα ελέγχου όλων των δυνατοτήτων εκμισθώσεως των πωλουμένων αντιγράφων εμπίπτει στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, του οποίου η προστασία είναι, κατ' αρχήν, δυνατό να δικαιολογήσει, σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης, μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς, τα οποία άλλως θα ήταν ασυμβίβαστα με το άρθρο 30 της ίδιας Συνθήκης (8). Συνεπώς, κατά την FDV και τις εταιρίες επ' ονόματι των οποίων ενεργεί, το δικαίωμα εκμισθώσεως, ως εκ της φύσεώς του, δεν υπόκειται, ούτε σε εθνικό ούτε και σε κοινοτικό επίπεδο, στην αρχή της αναλώσεως του δικαιώματος κατά την πρώτη θέση σε κυκλοφορία του υλικού υποθέματος: το ζήτημα αν η πρώτη αυτή διάθεση στο εμπόριο έγινε υπό μορφή πωλήσεως ή εκμισθώσεως στερείται σημασίας εν προκειμένω. Εξ αυτού προκύπτει ότι - ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι τα σχετικά προϋόντα εισήχθησαν, και ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι διετίθεντο προς εκμίσθωση εντός του Ηνωμένου Βασιλείου με τη σιωπηρή συγκατάθεση των κατόχων των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας - ούτως ή άλλως η Laserdisken διέθετε τα προϋόντα αυτά προς εκμίσθωση εντός της Δανίας χωρίς να έχει λάβει, ρητώς ή σιωπηρώς, το δικαίωμα αυτό από τους διαφόρους νομίμους κατόχους των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
5 Κατά την FDV, είναι εντελώς άσχετο το γεγονός - που επικαλέστηκε εν προκειμένω η εναγόμενη - ότι οι εταιρίες επ' ονόματι των οποίων ενεργεί επέτρεψαν την εκμίσθωση εντός της Δανίας των ταινιών που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής, αλλά σε διαφορετικό υλικό υπόθεμα (βιντεοκασέτες). Κατ' αρχάς, δεδομένης της φύσεως των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, ο δημιουργός δύναται απλώς και μόνον να απαγορεύσει, κατά την πώληση του υλικού υποθέματος, οποιαδήποτε περαιτέρω εκμίσθωση του προστατευόμενου έργου. Στη συνέχεια, αν αποφασίσει να επιτρέψει την εκμίσθωση ορισμένων αντιγράφων, θα μπορεί να μεγιστοποιήσει τα κέρδη που αντλεί από την εμπορική εκμετάλλευση, περιορίζοντας τις σχετικές άδειες σε ορισμένο έδαφος ή επί ορισμένη περίοδο ή για ένα μόνο δικαιούχο (αποκλειστική άδεια), ή ακόμη σε συγκεκριμένο υλικό υπόθεμα. Κατά συνέπεια, όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ο δημιουργός θα μπορούσε, παραδείγματος χάριν, να επιτρέψει την εκμίσθωση ενός κινηματογραφικού έργου σε βιντεοκασέτες, αλλά όχι σε βιντεοδίσκους (9). Κατά τις ενάγουσες, υφίσταται επομένως προσβολή του αποκλειστικού δικαιώματος εκμισθώσεως κάθε φορά που αντίτυπο της βιντεοκασέτας ή του βιντεοδίσκου εκμισθώνεται χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Αν το Δικαστήριο δεχθεί τους ισχυρισμούς της Laserdisken, η σιωπηρή ή τεκμαιρόμενη συγκατάθεση του δημιουργού εντός κράτους μέλους θα έχει ως συνέπεια να στερήσει τον ενδιαφερόμενο από το δικαίωμα να αντιτάσσεται εντός του κράτους μέλους εισαγωγής στην εκμίσθωση αντιγράφων του προστατευόμενου έργου, ενώ το δικαίωμα αυτό του αναγνωρίζεται στο τελευταίο κράτος. Κατά συνέπεια, το αποτέλεσμα θα είναι να στερηθεί ο δημιουργός, σε αντίθεση με όσα έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Warner Brothers και Metronome Video, αμοιβής ύψους αναλόγου με τον αριθμό των πράγματι γενομένων εκμισθώσεων. Τα ίδια στην ουσία επιχειρήματα προβάλλονται από τη Δανική, τη Γαλλική και τη Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Επιτροπή (10).
6 Κατά τη Laserdisken, την οποία υποστηρίζουν οι ασκήσαντες παρέμβαση στην κύρια δίκη (11), ο δανικός νόμος περί των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, με το να παρέχει στους κατόχους των εν λόγω δικαιωμάτων τη δυνατότητα να αντιτάσσονται στην εκμίσθωση των βιντεοδίσκων, αφορά μόνον εισαγόμενα προϋόντα και όχι προϋόντα που παράγονται στη Δανία. Εφόσον ο νόμος αυτός αποτελεί μέσο αυθαίρετων διακρίσεων και συγκεκαλυμμένου περιορισμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το άρθρο 36 της Συνθήκης. Εξάλλου, η εναγόμενη παρατηρεί ότι ακόμη και η οδηγία - μολονότι ορίζει ρητώς ότι το δικαίωμα εκμισθώσεως δεν αναλίσκεται με την πώληση ή οποιαδήποτε άλλη πράξη διαδόσεως αντιγράφων του προστατευόμενου έργου (βλ. τα άρθρα 1, παράγραφος 4, και 9, παράγραφος 3) - δεν διευκρινίζει αν πρέπει να θεωρείται ότι το δικαίωμα απαγορεύσεως των περαιτέρω εκμισθώσεων έχει αναλωθεί όταν ο κάτοχός του έχει επιτρέψει την εκμίσθωση των σχετικών αντιγράφων. Η Laserdisken φρονεί ότι στην περίπτωση αυτή το εν λόγω δικαίωμα έχει αναλωθεί. Η οδηγία έχει σκοπό - κατά την εναγόμενη - να δημιουργήσει ενιαία αγορά χαρακτηριζόμενη από πλήρη και ελεύθερο ανταγωνισμό. Αυτός είναι ο λόγος, προσθέτει, που, όπως το δικαίωμα διανομής αναλίσκεται κατόπιν της άδειας που ο δημιουργός παρέχει για την πρώτη πώληση, έτσι και το δικαίωμα εκμισθώσεως αναλίσκεται σε ολόκληρο το κοινοτικό έδαφος κατόπιν της άδειας που παρέχεται για την πρώτη εκμίσθωση εντός οποιουδήποτε κράτους μέλους. Εξάλλου, το συμπέρασμα αυτό, κατά τη Laserdisken, στοιχεί με τη γενική αρχή που συνάγει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (12), σύμφωνα με την οποία η συγκατάθεση συνεπάγεται την ανάλωση. Η προαναφερθείσα απόφαση Warner Brothers και Metronome Video στηρίζεται, κατά την εναγόμενη, και αυτή στην εν λόγω αρχή: στην απόφαση εκείνη, το δικαίωμα απαγορεύσεως της εκμισθώσεως εντός της δανικής αγοράς των βιντεοκασετών που εισάγονταν από το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορούσε να αναλωθεί ακριβώς για τον λόγο ότι για την εκμίσθωση εντός του κράτους εξαγωγής δεν υπήρξε ποτέ συγκατάθεση (και δεν μπορούσε να υπάρξει, καθόσον η τότε ισχύουσα νομοθεσία δεν προέβλεπε συγκατάθεση) από τον κάτοχο του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή τους έλκοντες δικαιώματα από αυτόν. Εξάλλου, θα ήταν αντίθετο με τους στόχους της οδηγίας να θεωρηθεί ότι η συγκατάθεση για την εκμίσθωση μπορεί να δοθεί μόνο για ένα κράτος μέλος, κατ' αποκλεισμό όλων των άλλων κρατών μελών (ακριβώς όπως στο εσωτερικό κράτους μέλους το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να περιοριστεί σε μέρος μόνο της επικράτειας).
III - Η λύση που πρέπει να δοθεί στην παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
Ανάλυση βάσει των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης
7 Με τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο οι διάδικοι όσο και η Επιτροπή και οι εθνικές κυβερνήσεις που «παρενέβησαν» στην παρούσα υπόθεση αναφέρθηκαν αδιακρίτως, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στις αρχές που το Δικαστήριο διατύπωσε στην απόφαση Warner Brothers και Metronome Video (13). ηΟπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, έτσι και στην υπόθεση Warner Brothers και Metronome Video είχε ανακύψει ζήτημα συμβιβαστού του αποκλειστικού δικαιώματος εκμισθώσεως, το οποίο προβλεπόταν από τη δανική νομοθεσία περί προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (βλ. ανωτέρω το σημείο 3), της οποίας είχε γίνει επίκληση, με τους σχετικούς με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κανόνες της Συνθήκης, όσον αφορά μια περίπτωση μη εγκεκριμένης εκμισθώσεως εντός της Δανίας βιντεογραφημάτων που είχαν νομίμως αγοραστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το Δικαστήριο εκτίμησε κατ' αρχάς ότι ο σχετικός νόμος, ο οποίος επέτρεπε στον δημιουργό ή τον παραγωγό του κινηματογραφικού έργου που αναπαράχθηκε σε βιντεοκασέτες να απαγορεύει την εκμίσθωση των εν λόγω υποθεμάτων επί του εθνικού εδάφους, «μπορεί να ασκήσει επίδραση στο εμπόριο των βιντεοκασετών εντός αυτού του κράτους και, ως εκ τούτου, να επηρεάσει έμμεσα τo ενδοκοινοτικό εμπόριο των προϋόντων αυτών». Επομένως, νομοθεσία του είδους αυτού αποτελούσε - κατά το Δικαστήριο - απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό (βλ. τη σκέψη 10 της αποφάσεως). ςΟταν στη συνέχεια προχώρησε στην ανάλυση του ζητήματος αν ο περιορισμός αυτός δικαιολογούνταν στην υπόθεση εκείνη από λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας υπό την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι επιβαλλόταν η διαπίστωση ότι η δανική νομοθεσία είχε αδιακρίτως εφαρμογή και απέκλεισε ότι ήταν δυνατό η εν λόγω νομοθεσία, αυτή καθαυτή, να δημιουργήσει αυθαίρετες διακρίσεις στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών εις βάρος των βιντεοκασετών που εισάγονταν από άλλο κράτος μέλος και υπέρ των βιντεοκασετών που παράγονταν επί τόπου (σκέψεις 11 και 12 της αποφάσεως). Νομίζω ότι είναι φανερό ότι οι αρχές που μόλις υπέμνησα ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση.
8 Η απόφαση Warner Brothers και Metronome Video έθεσε άλλες αρχές όσον αφορά τον προσδιορισμό του ειδικού δικαιώματος εκμισθώσεως, προνομίου το οποίο εμπίπτει στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, και τις συνέπειές του σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων· ακριβώς όσον αφορά τις αρχές αυτές θα προβώ σε ορισμένες διευκρινίσεις. Ωστόσο, θεωρώ ότι είναι σκόπιμο να εκθέσω προηγουμένως (βλ. κατωτέρω το σημείο 12) μερικές σύντομες σκέψεις που θα καταστήσουν δυνατό να μεταφερθεί η εν λόγω απόφαση στο ευρύτερο πλαίσιο της δικαιολογήσεως και του περιεχομένου της αρχής της αναλώσεως των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
9 ςΟπως με τα δικαιώματα επί σημάτων ή τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, ο κανόνας της (εθνικής) αναλώσεως του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας - και, ακριβέστερα, του αποκλειστικού δικαιώματος διανομής (ή θέσεως σε κυκλοφορία) - ο οποίος υπάρχει στις έννομες τάξεις πολλών κρατών μελών, δικαιολογείται βάσει του κριτηρίου ότι, όταν ο κάτοχος ενός δικαιώματος (ή άλλα πρόσωπα με τη συγκατάθεσή του) διαθέτει στο εμπόριο, μεταβιβάζοντάς τα, τα υλικά υποθέματα επί των οποίων έχει αναπαραχθεί το προστατευόμενο έργο, το πρόσωπο αυτό λαμβάνει άπαξ και διά παντός την αμοιβή που του οφείλεται για την αναπαραγωγή αυτή. Στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς, η κοινοτική νομολογία σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 36 της Συνθήκης φρόντισε, για να υπάρχει κίνητρο για εφευρέσεις και δημιουργικές δραστηριότητες ή για την παρουσίαση νέων σημάτων, να συμβιβάσει τις ανάγκες του κατόχου του αποκλειστικού δικαιώματος με το γενικό συμφέρον να υπάρχει ελεύθερη κυκλοφορία των διαφόρων προϋόντων (14). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δέχθηκε την αρχή της αυτόματης αναλώσεως του πιο πάνω δικαιώματος σε ολόκληρο το κοινοτικό έδαφος, οπότε εμποδίζεται η δυνατότητα - λόγω του εδαφικού χαρακτήρα των εθνικών νομοθεσιών περί βιομηχανικής, εμπορικής και πνευματικής ιδιοκτησίας - η αμοιβή που συνδέεται με την πρώτη θέση σε κυκλοφορία να καταβληθεί για δεύτερη φορά στον κάτοχο του αποκλειστικού δικαιώματος απλώς και μόνο λόγω του ότι το σχετικό προϋόν στο οποίο συγκεκριμενοποιήθηκαν οι προσπάθειές του για εφευρέσεις ή δημιουργία μεταπωλήθηκε εντός κράτους μέλους άλλου από εκείνο της πρώτης πωλήσεως (15). Εξάλλου, ο αντίστροφος κανόνας, με το να θεσμοθετήσει τη στεγανοποίηση των εθνικών αγορών, θα εμπόδιζε την προβλεπόμενη από τη Συνθήκη συγχώνευση των αγορών αυτών σε ενιαία αγορά (16).
10 Ωστόσο, η αρχή της αναλώσεως δεν μπορεί να ισχύει για το αποκλειστικό δικαίωμα παραστάσεως του έργου - δηλαδή το δικαίωμα γνωστοποιήσεως του προστατευόμενου έργου στο κοινό, είτε απ' ευθείας από παρόντες ερμηνευτές (όπως στην περίπτωση θεατρικής παραστάσεως) είτε μέσω του υλικού υποθέματος του έργου (π.χ. μέσω ραδιοφωνικής μεταδόσεως ενός δίσκου, τηλεοπτικής μεταδόσεως μιας ταινίας ή δημοσίας προβολής της) - και, γενικά, για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επί έργου του οποίου η γνωστοποίηση στο κοινό δεν καθιστά αναγκαία τη διάδοση υλικού υποθέματος. Εδώ, η χρησιμοποίηση του έργου δεν συγκρούεται με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων: το κριτήριο της εμπορίας δεν μπορεί, συνεπώς, να χρησιμεύσει για τον καθορισμό της εκτάσεως του αποκλειστικού δικαιώματος (17). Εφόσον οι περαιτέρω παραστάσεις του έργου είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη, η πρώτη από αυτές δεν έχει ως συνέπεια την ανάλωση του δικαιώματος. Κάθε παράσταση, από την οποία αναγεννάται η «εμπορική ουσία» του έργου (18), αποτελεί χωριστή πράξη εκμεταλλεύσεως και παρέχει δικαίωμα εισπράξεως αμοιβής. Η έννομη τάξη προστατεύει τη δυνατότητα αυτή, η οποία «αποτελεί μέρος της ουσιώδους λειτουργίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επ' αυτού του είδους λογοτεχνικών ή καλλιτεχνικών έργων», εξαρτώντας την άσκηση του δικαιώματος αυτού από τη συγκατάθεση του κατόχου του (19).
ηΟσον αφορά, ειδικότερα, τα προνόμια του κατόχου των δικαιωμάτων παραστάσεως κινηματογραφικού έργου, το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι η άσκηση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας μέσω της εισπράξεως σχετικών ποσοστών «δεν μπορεί να οργανώνεται ανεξαρτήτως των προοπτικών τηλεοπτικής μεταδόσεως του έργου». Συνεπώς, οι μεταδόσεις αυτές μπορούν νομίμως να απαγορευθούν εντός συγκεκριμένου «παραθύρου», το οποίο υπάρχει μόνο για την προβολή της ταινίας στις κινηματογραφικές αίθουσες (20). Λαμβανομένης υπόψη της «επιτακτικής ανάγκης» να δοθεί ώθηση στη δημιουργία κινηματογραφικών έργων, οι έννομες τάξεις των κρατών μελών μπορούν για τον λόγο αυτό - χωρίς να παραβούν τους κοινοτικούς κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων - να εξασφαλίσουν ότι, κατά μία αρχική περίοδο, οι ταινίες πρώτα θα προβάλλονται στις αίθουσες, καθόσον τούτο θεωρείται ουσιώδες για να διασφαλιστεί η αποδοτικότητα της κινηματογραφικής παραγωγής σε σχέση με άλλα μέσα διαδόσεως και, ιδίως, με τη διανομή των σχετικών έργων σε βιντεοκασέτες (21).
11 πΟταν αντιθέτως, η δημόσια παράσταση του σχετικού έργου καθιστά αναγκαία τη χρησιμοποίηση υλικού υποθέματος (π.χ. επί διαδόσεως εντός discothθque μουσικών έργων που έχουν εγγραφεί σε δίσκους), «ο συμβιβασμός των επιταγών που απορρέουν από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και εκείνων που επιβάλλονται από τον οφειλόμενο σεβασμό στα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι κάτοχοι δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (...) να έχουν τη δυνατότητα να επικαλούνται τα αποκλειστικά τους δικαιώματα για να ζητούν την καταβολή δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως», έστω και αν η εμπορία του εν λόγω ηχητικού υποθέματος δεν μπορεί να παράσχει, εντός της χώρας διαδόσεως στο κοινό, τη δυνατότητα εισπράξεως δικαιωμάτων για την αναπαραγωγή του έργου, καθότι ο δημιουργός έχει ήδη εισπράξει τα δικαιώματα αυτά εντός του κράτους μέλους εξαγωγής (22). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι το δικαίωμα του δημιουργού να ελέγχει την εκ μέρους του κοινού χρησιμοποίηση των προοριζομένων μόνο για ιδιωτική χρήση υποθεμάτων των έργων, με σκοπό την άντληση οφέλους από τη δευτερεύουσα χρήση των έργων αυτών, δεν συγκρούεται με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, τουλάχιστον στο μέτρο που το δικαίωμα αυτό τυγχάνει επικλήσεως για να επιβληθούν σε εκείνον που αγοράζει τα αντίγραφα περιορισμοί χρήσεως που δεν είναι ικανοί να εμποδίσουν την κυκλοφορία των αντιγράφων (23).
12 Ανάλογη διάκριση υφίσταται μεταξύ του δικαιώματος θέσεως σε κυκλοφορία του υλικού υποθέματος κινηματογραφικού έργου (βιντεογράφημα) και του δικαιώματος εκμισθώσεως του έργου που αναπαράγεται στο ίδιο υπόθεμα, όπως τόνισε το Δικαστήριο στην υπόθεση Warner Brothers και Metronome Video. Το Δικαστήριο ανέλυσε λεπτομερώς τη σταδιακή αλλά τετελεσμένη «εμφάνιση» ειδικής αγοράς εκμισθώσεως, η οποία είναι χωριστή από την αγορά πωλήσεως βιντεοκασετών: το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η αγορά εκμισθώσεως, «η οποία αφορά (...) ευρύτερο κοινό απ' αυτή των πωλήσεων[,] αποτελεί σήμερα (...) σημαντική δυνητική πηγή εισοδήματος για τους δημιουργούς ταινιών» (βλ. τις σκέψεις 13 και 14) (24). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ειδική προστασία του δικαιώματος εκμισθώσεως των υποθεμάτων αυτών είναι αναγκαία και δικαιολογημένη, για να διασφαλιστεί στους δημιουργούς ταινιών αμοιβή ανάλογη με τον αριθμό των εκμισθώσεων που έχουν όντως γίνει και εξασφαλίζουσα γι' αυτούς ικανοποιητικό μερίδιο στην αγορά εκμισθώσεως. ςΟμως - κατά το Δικαστήριο -, για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός, η λύση που συνίσταται στο «να επιτρέπεται η είσπραξη δικαιωμάτων του δημιουργού μόνο για τις πωλήσεις που γίνονται με τη συναίνεσή του τόσο στους απλούς ιδιώτες όσο και στους εκμισθωτές βιντεοκασετών» (βλ. τη σκέψη 15) δεν είναι επαρκής: η λύση αυτή τιμωρεί βαρύτατα τον δημιουργό, επιβάλλοντάς του να καθορίσει, κατά την αρχική εμπορία του έργου του, όλες τις χρήσεις που μπορούν να γίνουν αργότερα (25). Εξ αυτού πρέπει να συναχθεί ότι - εφόσον η δυνατότητα εισπράξεως δικαιωμάτων είναι δεδομένη κατά την πρώτη θέση του υλικού υποθέματος σε κυκλοφορία - το δικαίωμα εισπράξεως royalty για κάθε πράξη εκμισθώσεως εμπίπτει στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας που έχει ο δημιουργός ταινίας ενσωματωμένης σε βιντεογράφημα (όπως η δυνατότητα να απαιτεί αμοιβή για κάθε δημόσια παράσταση του σχετικού έργου) (26). Κατά συνέπεια, στην προαναφερθείσα απόφαση το Δικαστήριο απέκλεισε τη δυνατότητα όπως το αποκλειστικό δικαίωμα εκμισθώσεως, το οποίο προβλέπεται από τη νομοθεσία κράτους μέλους (στην περίπτωση εκείνη, της Δανίας), αναλωθεί όταν ο κάτοχος του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επιλέξει να πωλήσει για πρώτη φορά τις βιντεοκασέτες, οι οποίες ενσωματώνουν ένα από τα έργα του, εντός άλλου κράτους μέλους (στην περίπτωση εκείνη, του Ηνωμένου Βασιλείου), του οποίου η έννομη τάξη - όπως συνέβαινε στην προαναφερθείσα υπόθεση - δεν του παρέχει ανάλογο δικαίωμα. Αφιστάμενο από τη λύση που πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας G. F. Mancini (27), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η απόκτηση από τρίτον της κυριότητας του αγαθού εντός του οποίου ενσωματώνεται το έργο (δηλαδή το corpus mecanicum) δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε την απώλεια οποιουδήποτε προνομίου του κατόχου δικαιώματος επί προϋόντος της διανοίας. ςΟταν «εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει στους δημιουργούς ειδικό δικαίωμα εκμισθώσεως των βιντεοκασετών, το δικαίωμα αυτό θα καθίστατο άνευ περιεχομένου σε περίπτωση που ο δικαιούχος δεν μπορούσε να παρέχει την άδειά του για τις εκμισθώσεις», ή να αντιτάσσεται σ' αυτές (σκέψεις 17 και 18) (28).
13 Κατ' εμέ, πρέπει να εξεταστεί αν οι αρχές που μόλις υπέμνησα μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιες στη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον του Retten i Εlborg ή αν, αντιθέτως, η διαφορά αυτή επιβάλλει διαφορετική λύση, λαμβανομένων υπόψη δύο περιστατικών που επικαλέστηκε η Laserdisken. Κατ' αυτήν, οι κατέχοντες στο Ηνωμένο Βασίλειο δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επί των έργων που ενσωματώνονται σε βιντεοδίσκους παρέλειψαν να ασκήσουν το δικαίωμά τους εκμισθώσεως κατά την περίοδο που προβλέπει προς τούτο η βρετανική έννομη τάξη, για να αντιταχθούν στις μη εγκεκριμένες συμβάσεις που συνήψαν νΑγγλοι μεταπωλητές· και, κατά συνέπεια - κατά την εναγόμενη -, η σιωπηρή συγκατάθεση για την εκμίσθωση των υποθεμάτων επί βρετανικού εδάφους και όχι η πρώτη πώληση των υποθεμάτων αυτών είναι εκείνη που έχει καθοριστική σημασία για την ανάλωση του δικαιώματος εκμισθώσεως και εντός των άλλων κρατών μελών.
14 Κατ' εμέ, τα στοιχεία που μόλις υπέμνησα, τα οποία διαφοροποιούν το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως από εκείνο της υποθέσεως Warner Brothers και Metronome Video, αν και ασκούν αναμφισβήτητα επιρροή, δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα να δεχθεί το Δικαστήριο την άποψη της Laserdisken. Τα δεδομένα από τα οποία πρέπει να ξεκινήσει η αναζήτηση της λύσεως που πρέπει να δοθεί στην παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν μπορεί να είναι άλλα παρά μόνον οι αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο εδώ και δέκα χρόνια: το δικαίωμα εκμισθώσεως, ακόμη και αν αποτελεί δυνητικώς εμπόδιο για την κυκλοφορία των βιντεογραφημάτων μεταξύ κρατών μελών, δεν αναλίσκεται με τη θέση σε κυκλοφορία των προϋόντων αυτών στο κοινοτικό έδαφος. ςΕχω ήδη αναλύσει τη ratio του κανόνα αυτού. Το δικαίωμα του δημιουργού να ελέγχει τις χρήσεις των έργων του στη δευτερεύουσα αγορά δεν του παρέχει τη δυνατότητα να παρεμβάλλει εμπόδια στην εισαγωγή ή τη μεταπώληση των εμπορευμάτων· ωστόσο, κατά τη στάθμιση των συγκρουομένων συμφερόντων, το συμφέρον του να λάβει εύλογη αμοιβή, που αποτελεί τη βάση της περαιτέρω δημιουργικής και καλλιτεχνικής δραστηριότητάς του, υπερισχύει του γενικού συμφέροντος προς ελεύθερη κυκλοφορία - η οποία νοείται ακόμη και ως δυνατότητα εκμισθώσεως σε τιμή σημαντικά κατώτερη της τιμής πωλήσεως - των βιντεογραφημάτων που προέρχονται από κράτη μέλη.
15 Κατόπιν αυτού, πρέπει να υπομνησθεί ότι το αποκλειστικό δικαίωμα διαθέσεως προς χρήση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, των διαφόρων αντιγράφων του έργου που ενσωματώνεται σε βιντεογράφημα είναι, ως εκ της φύσεώς του, δεκτικό εκμεταλλεύσεως μέσω επαναλαμβανομένων και δυνητικώς απεριορίστων πράξεων, κάθε μία από τις οποίες συνεπάγεται δικαίωμα αμοιβής. Κατά συνέπεια, όταν ο δημιουργός αποφασίζει να διαθέσει το δικαίωμα εκμισθώσεως, βάσει συμβατικής αδείας, δύναται νομίμως να περιορίσει την άδεια αυτή σε συγκεκριμένο υλικό υπόθεμα, επί συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή για συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο και, έτσι, να μεγιστοποιήσει τα κέρδη από την εκμετάλλευση του σχετικού έργου με εκμίσθωση. ηΟμως, δεν βλέπω κατά ποιο τρόπο οι δημιουργοί και οι παραγωγοί θα εισέπρατταν δίκαιη αμοιβή, αντιστοίχως για την πνευματική εργασία και τις επενδύσεις τους, αν τρίτοι επιχειρηματίες (η περίπτωση της Laserdisken στην υπόθεση της κύριας δίκης) ήσαν ελεύθεροι, αρκούμενοι στην επίκληση της αναλώσεως του δικαιώματος εκμισθώσεως, και ελλείψει συμβατικής αδείας, να επιτρέπουν έναντι πληρωμής τη χρησιμοποίηση των βιντεογραφημάτων από το κοινό, και ιδίως από τους καταναλωτές κράτους μέλους άλλου από εκείνο της πρώτης εκμισθώσεως. Το αποτέλεσμα θα ήταν να στερηθούν ανεπανόρθωτα οι δικαιούχοι το κέρδος που απορρέει από την πνευματική τους δημιουργία και που προβλέπεται μόνο γι' αυτούς. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το δικαίωμα εκμισθώσεως αναλίσκεται με την πρώτη εκμίσθωση, καθότι τότε οι διαδοχικές εκμισθώσεις του σχετικού υποθέματος θα διέφευγαν από τον έλεγχο του δικαιούχου, ακόμη και εντός των κρατών μελών όπου δεν δόθηκε άδεια για την εκμίσθωση του υποθέματος. Και δεν χρειάζεται να σημειώσω ότι, στο κοινοτικό επίπεδο, η πρώτη εκμίσθωση δεν επιφέρει αυτομάτως την ανάλωση του δικαιώματος εκμισθώσεως κυρίως για τον λόγο ότι τούτο δεν συμβαίνει - εκτός αν υφίσταται αντίθετη νομοθετική διάταξη - στην εθνική έννομη τάξη του κράτους μέλους της πρώτης εκμισθώσεως (29)· κατά συνέπεια, ο κάτοχος του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δύναται να αντιταχθεί στις μη επιτραπείσες από αυτόν εκμισθώσεις του έργου του, έστω και αν προέβη στην πρώτη εκμίσθωση του έργου του επί του εθνικού εδάφους. Τέλος, το να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα της Laserdisken θα είχε ως συνέπεια ο δημιουργός να στερηθεί της δυνατότητας - της οποίας η ύπαρξη συνάγεται από τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου Coditel κ.λπ. και Cinιthθque κ.λπ. (30) - να καθορίσει τη μελλοντική αντικατάσταση των διαφόρων τρόπων διανομής ενός κινηματογραφικού έργου, δυνατότητας με την οποία συνδέεται το δικαίωμα απαγορεύσεως, μέχρι να παύσει να υφίσταται το «παράθυρο» που προβλέπεται μόνο για τη διανομή μέσω κινηματογραφικών προβολών, της εμπορίας με εκμίσθωση βιντεοκασετών της ίδιας ταινίας που εισάγονται εξ άλλων κρατών μελών όπου έχει ήδη παύσει να υφίσταται το εν λόγω «παράθυρο».
Ανάλυση βάσει της οδηγίας
16 ςΟπως ήδη παρατήρησαν οι ενάγουσες, οι εθνικές κυβερνήσεις που «παρενέβησαν» και η Επιτροπή, η λύση που προτείνω εδώ όχι μόνο δεν αντικρούεται αλλά και ενισχύεται από τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας (βλ. κατωτέρω), η οποία προέβη ακριβώς στην εναρμόνιση των εσωτερικών νομοθεσιών των κρατών μελών περί του δικαιώματος εκμισθώσεως (καθώς και δανεισμού) κατά το πρότυπο της δανικής ρυθμίσεως. Θα υπενθυμίσω τα δεδομένα αυτά, τονίζοντας συγχρόνως ότι η λύση που επέλεξε ο κοινοτικός νομοθέτης, κατά την άποψή μου, δεν ασκεί, τουλάχιστον από τεχνικής απόψεως, επιρροή στην παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως: κατ' εφαρμογήν του άρθρου 13 της οδηγίας, οι διατάξεις που περιέχει ισχύουν από 1ης Ιουλίου 1994, δηλαδή μετά την έκδοση από δανικό δικαστήριο της αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων κατά της Laserdisken. Ως γνωστόν, η οδηγία διακρίνει μεταξύ των αποτελεσμάτων του συγκεκριμένου δικαιώματος εκμισθώσεως (βλ. το άρθρο 1, παράγραφος 4) και των αποτελεσμάτων του δικαιώματος διανομής (δηλαδή του «αποκλειστικού δικαιώματος διάθεσης στο κοινό των αντικειμένων αυτών, συμπεριλαμβανομένων και των αντιγράφων τους, μέσω πωλήσεως ή με άλλους τρόπους»), τα οποία καθορίζονται στο άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 3 (31). Μόνο το δικαίωμα διανομής μπορεί να αναλωθεί σε περίπτωση πρώτης πωλήσεως εντός της Κοινότητας ενός των σχετικών αντικειμένων από τον κάτοχο του δικαιώματος ή με συγκατάθεσή του. Αντιθέτως, η πώληση ή οποιαδήποτε άλλη πράξη διαδόσεως του αντικειμένου αυτού δεν έχει ως συνέπεια την ανάλωση του δικαιώματος εκμισθώσεως. Ακριβώς για τον λόγο ότι το αντικείμενο και το πεδίο εφαρμογής των δύο πιο πάνω δικαιωμάτων διαφέρουν, το Δικαστήριο απέκλεισε - με την πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση Metronome Musik - τη δυνατότητα να αποτελεί η καθιέρωση από την οδηγία αποκλειστικού δικαιώματος εκμισθώσεως παραβίαση της αρχής της αναλώσεως του δικαιώματος διανομής (32).
Ανάλυση βάσει των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης
17 Για να συμπληρωθεί η νομική ανάλυση που είναι αναγκαία για τη λύση που πρέπει να δοθεί στην παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, απομένει σε αυτό το στάδιο της αναλύσεως να εξακριβωθεί αν στην παρούσα υπόθεση υπήρξε ενδεχομένως παράβαση των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης. Ωστόσο, νομίζω ότι η εξακρίβωση αυτή είναι αδύνατη λόγω της ελλείψεως, στο σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής, έστω και σύντομης περιγραφής της συμπεριφοράς των εναγουσών, της οποίας οι συνέπειες επί του ανταγωνισμού ζητείται από το αιτούν δικαστήριο να εκτιμηθούν. Δεν εντοπίστηκαν συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές που φέρεται ότι περιορίζουν τον ανταγωνισμό (συμφωνίες αδείας μεταξύ εναγουσών και παραγωγών; Ενδεχόμενες οριζόντιες συμφωνίες μεταξύ των εναγουσών οι οποίες είναι μέλη της FDV;) καθώς και συμπεριφορά με την οποία οι ενάγουσες προβαίνουν σε καταχρηστική εκμετάλλευση της φερόμενης συλλογικής δεσπόζουσας θέσεώς τους (απλώς άρνηση να επιτρέψουν στη Laserdisken να διαθέτει προς εκμίσθωση εισαγόμενους βιντεοδίσκους; ςΗ η φερόμενη άρνηση να της διαθέσουν προς χρήση, σύμφωνα με συμβατικές άδειες, ακόμη και τις βιντεοκασέτες που παράγουν οι ενάγουσες;) Το δανικό δικαστήριο, με το ζήτημα που έθεσε, αναφέρθηκε σ' αυτές τις συμπράξεις και/ή μορφές συμπεριφοράς κατά τρόπο άκρως ασαφή: αυτές συνίστανται στο ότι οι ενάγουσες επιτρέπουν την εκμίσθωση των δικών τους προϋόντων (βιντεοκασέτες) και συγχρόνως απαγορεύουν την εκμίσθωση εισαγομένων προϋόντων (βιντεοδίσκοι), τα οποία διατίθενται προς εκμίσθωση εντός άλλου κράτους μέλους από τρίτον (ο οποίος δεν είναι ο εισαγωγέας) με τη σιωπηρή συγκατάθεση του κατόχου των αποκλειστικών δικαιωμάτων παραγωγής και διανομής: πράγμα που, όμως, είναι - τουλάχιστον ελλείψει άλλων διευκρινίσεων - ακριβώς αυτό που τα δικαιώματα αποκλειστικότητας, τα οποία διαθέτουν ο δημιουργός και οι έλκοντες δικαιώματα από αυτόν, τους επιτρέπουν νομίμως να πράττουν στις περιστάσεις που έχουν περιγραφεί (απόκτηση αποκλειστικού δικαιώματος εκμισθώσεως μέσω συμβατικής αδείας). Οφείλω να διευκρινίσω ότι, με την παρατήρηση αυτή, δεν έχω πρόθεση να αρνηθώ την επιρροή των κανόνων ανταγωνισμού για την εξέταση - η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου - του συμβιβαστού του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου της παρούσας υποθέσεως με το κοινοτικό δίκαιο. Παραδείγματος χάριν, νομίζω ότι είναι σαφέστατο, η δε Laserdisken μας το υπενθύμιζε καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ότι, αν οι ενάγουσες ασκούν αρνητικώς τα αποκλειστικά τους δικαιώματα εκμισθώσεως μόνο και μόνο για να εμποδίσουν την ανάπτυξη στη Δανία αγοράς εκμισθώσεως βιντεοδίσκων - με αποτέλεσμα οι ενδιαφερόμενοι Δανοί καταναλωτές να αναγκάζονται να αποκτούν σε υψηλή τιμή προϋόντα που θα προτιμούσαν να νοικιάσουν -, η συμπεριφορά αυτή είναι ικανή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό στην αγορά (33). Ωστόσο, εκτιμώ ότι, εν προκειμένω, το Retten i Εlborg δεν εξήγησε αρκούντως σε ποια πραγματικά περιστατικά στηρίζεται το πρώτο χωρίο του πρώτου ερωτήματος και, κατά συνέπεια, δεν παρέσχε στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να του δώσει χρήσιμη ερμηνεία των προαναφερθέντων άρθρων 85 και 86 (34). Ωστόσο, το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζει τη δυνατότητα του αιτούντος δικαστηρίου να ζητήσει εκ νέου, αν το κρίνει σκόπιμο, τη βοήθεια του Δικαστηρίου σε θέματα ερμηνείας, υποβάλλοντάς του νέα προδικαστικά ερωτήματα στο πλαίσιο της ίδιας υποθέσεως.
IV - Πρόταση
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Retten i Εlborg την εξής απάντηση:
«Η περί προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας νομοθεσία κράτους μέλους, η οποία παρέχει στον κατόχο των δικαιωμάτων παραγωγής και διανομής κινηματογραφικού έργου, ή στο πρόσωπο προς το οποίο εκχώρησε με τη χορήγηση αδείας τα αποκλειστικά δικαιώματα εντός του εν λόγω κράτους μέλους, τη δυνατότητα να αντιτάσσεται στην εκμίσθωση βιντεογραφημάτων εισαγομένων εξ άλλου κράτους μέλους από μη αδειούχο τρίτον, έστω και αν ο κάτοχος του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας τα έθεσε σε κυκλοφορία με πώληση εντός του κράτους εξαγωγής και επέτρεψε σιωπηρώς την εκμίσθωση εντός του κράτους αυτού των πωληθέντων αντιγράφων, συμβιβάζεται με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ. Το συμβιβαστό αυτό διατηρείται ακόμη και μετά την 1η Ιουλίου 1994, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να ισχύει η οδηγία 92/100/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμισθώσεως, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϋόντων της διανοίας.»
(1) - EE L 346, σ. 61.
(2) - Ως γνωστόν, το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας συντίθεται από πληθώρα εξουσιών ή δικαιωμάτων περιουσιακού ή ηθικού χαρακτήρα, ανεξάρτητων μεταξύ τους. Κατά συνέπεια, η άσκηση ενός από τα δικαιώματα αυτά δεν αποκλείει την αποκλειστική άσκηση κάθε ενός από τα άλλα (βλ. Fabiani, M.: «Normativa CEE e diritto di autore sul noleggio di videocassette», στο Diritto d'autore, 1990, σ. 433, και συγκεκριμένα σ. 440, και Rφttinger, M.: «L'ιpuisement du droit d'auteur», στη Revue internationale du droit d'auteur, 1993, σ. 50, και συγκεκριμένα σ. 53 έως 55).
(3) - Απόφαση της 17ης Μαου 1988, 158/86 (Συλλογή 1988, σ. 2605, σκέψεις 7 και 12).
(4) - Ο βιντεοδίσκος ορίζεται στο Ztek Co. Catalog Multimedia Glossary ως εξής: «Κυκλικό υλικό υπόθεμα οπτικής αναγνώσεως που καθιστά δυνατή την απομνημόνευση [πληροφοριών], διαμέτρου 8 ή 12 ιντσών, το οποίο δύναται να περιέχει τόσο οπτικά όσο και ακουστικά σήματα. Οι βιντεοδίσκοι διατίθενται σε δύο μορφότυπους: CLV [Constant Linear Velocity, μορφότυπος μακράς διαρκείας (μέχρι 60 λεπτά ταινίας βίντεο ανά όψη, ο οποίος χρησιμοποιείται συνηθέστερα για γραμμικές εφαρμογές, όπως ταινίες και συναυλίες] και CAV [Constant Angular Velocity, ο κοινός μορφότυπος αναγνώσεως, ο οποίος χρησιμοποιείται συνηθέστερα για εφαρμογές με αλληλεπίδραση και καθιστά δυνατή την απομνημόνευση 54 000 περίπου φωτογραμμάτων, στα οποία υπάρχει χωριστή πρόσβαση, και την εγγραφή ταινιών βίντεο με ήχο, διάρκειας μέχρι 30 λεπτών ανά όψη]. Οι εικόνες απομνημονεύονται στον βιντεοδίσκο σε αναλογικό μορφότυπο και τα ακουστικά σήματα σε αναλογικούς ή ψηφιακούς διαύλους εγγραφής. Σε σχέση με τη βιντεοκασέτα, ο βιντεοδίσκος έχει πολλά πλεονεκτήματα, όπως υψηλότερη ποιότητα και μεγαλύτερη διάρκεια των εικόνων, καθώς και δυνατότητα ταχύτερης αναζητήσεως [ειδικά στον μορφότυπο CAV]· επί πλέον, οι πληροφορίες που εγγράφονται στον βιντεοδίσκο δεν μπορούν να σβηστούν» (ελεύθερη μετάφραση).
(5) - Πριν από την ημερομηνία αυτή, ο Copyright Act 1956 «δεν [αναγνώριζε] στο δημιουργό ή τον παραγωγό κανένα δικαίωμα όσον αφορά την κυκλοφορία του έργου στο Ηνωμένο Βασίλειο και, κατά συνέπεια, ο αγοραστής μιας εγγεγραμμένης σε βιντεοκασέτα ταινίας [μπορούσε] να την εκμισθώνει στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς την έγκριση του αποκλειστικού δικαιούχου» - και χωρίς αυτός να έχει δικαίωμα για οποιαδήποτε αμοιβή -, εκτός αν στη σύμβαση πωλήσεως προβλεπόταν ρητώς σχετική απαγόρευση (βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Warner Brothers και Metronome Video, σ. 2606 και 2619). ιΟπως η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατήρησε στην παρούσα υπόθεση, από τον Αύγουστο του 1989 οι κάτοχοι δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας παρέχουν στους μεταπωλούντες βιντεογραφήματα στη λιανική αγορά τα προοριζόμενα ειδικώς για εκμίσθωση αντίγραφα σε υψηλότερη τιμή από την τιμή στην οποία τους παρέχουν τα προοριζόμενα για μεταπώληση αντίγραφα.
(6) - Βλ. τον νόμο 158 της 31ης Μαου 1961, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 274 της 16ης Ιουνίου 1985. Τώρα, η σχετική διάταξη είναι το άρθρο 19, σημεία 1 και 2, του νόμου 395 της 14ης Ιουνίου 1995.
(7) - Ακριβέστερα, η Warner Home Video (στο εξής: Warner), κλάδος της καλιφορνέζικης εταιρίας Time Warner Entertainment, καθώς και οι εταιρίες δανικού δικαίου Egmont Film, Buena Vista Home Entertainment, Scanbox Danmark, Polygram Records, Nordisk Film Video, Irish Video και Metronome Video (κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η τελευταία εταιρία κατείχε αποκλειστικές άδειες για την παραγωγή και διανομή εντός της Δανίας βιντεοκασετών με τις ταινίες για τις οποίες η Warner κατέχει δικαιώματα διανομής «home video»· στα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνεται η πώληση των παραχθέντων υποθεμάτων μετά από ένα «παράθυρο» 18 μηνών από τότε που άρχισαν να διατίθενται στη δανική αγορά βιντεοκασέτες μόνο για εκμίσθωση).
(8) - Βλ. την απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1981, 58/80, Dansk Supermarked (Συλλογή 1981, σ. 181, σκέψη 11).
(9) - Η δυνατότητα αυτή είναι ανάλογη με εκείνη που επιτρέπει στον δημιουργό ταινίας να καθορίσει ο ίδιος τον αριθμό και τη σειρά των αφηγηματικών ενοτήτων της ταινίας, το υπόθεμα, τον χρόνο και τόπο κάθε δημόσιας παραστάσεως (καθορίζοντας π.χ. διαφορετικές προθεσμίες και προϋποθέσεις για την προβολή στις κινηματογραφικές αίθουσες και για τις αναμεταδόσεις από συνδρομητικούς ή δωρεάν τηλεοπτικούς σταθμούς). Η νομιμότητα και η σημασία των «παραθύρων» αυτών τα οποία έχουν διαφορετική διάρκεια για τα διάφορα κράτη μέλη (για να ληφθούν υπόψη, για κάθε ένα από αυτά, οι περίοδοι μεταγλωττίσεως και προσθήκης υποτίτλων, η αιχμή της κινηματογραφικής περιόδου καθώς και το πολυάριθμο των ανταγωνιστικών μέσων διαδόσεως) αναγνωρίστηκαν από το Δικαστήριο στις αποφάσεις Coditel κ.λπ. και Cinιthθque κ.λπ. (βλ., αντιστοίχως, τις αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1982, 262/81, Συλλογή 1982, σ. 3381, και της 11ης Ιουλίου 1985, 60/84 και 61/84, Συλλογή 1985, σ. 2605).
(10) - Για λόγους συντομίας, στα προηγούμενα σημεία - όπως και στη συνέχεια κατά την περιληπτική έκθεση των παρατηρήσεων της Laserdisken (βλ. κατωτέρω το σημείο 6) - επίτηδες παρέλειψα να παραθέσω τα επιχειρήματα ως προς την αίτηση ερμηνείας των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, εκτιμώ ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να δώσει στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμη απάντηση στο σημείο αυτό της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, καθόσον το αιτούν δικαστήριο δεν εξήγησε, ούτε διά βραχέων ούτε διά παραπομπής σε άλλα στοιχεία, τους ακριβείς λόγους που το έκαναν να διερωτηθεί ως προς την ερμηνεία των προαναφερθέντων κανόνων εντός του πραγματικού πλαισίου της διαφοράς και του εθνικού κανονιστικού πλαισίου (βλ. κατωτέρω το σημείο 17). Δεν είναι τυχαίο ότι η περιεχόμενη στη διάταξη περί παραπομπής αναφορά στους κανόνες ανταγωνισμού κατανοήθηκε διαφορετικά από τους διαδίκους της κύριας δίκης, τις εθνικές κυβερνήσεις και την Επιτροπή, όπως τούτο προκύπτει σαφώς από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν αντιστοίχως στο Δικαστήριο, με τις οποίες ανέλυσαν είτε τη μία είτε την άλλη μορφή συμπράξεως ή συμπεριφοράς που έχει θεωρητικά σχέση με την παρούσα υπόθεση (ενώ η Γαλλική Κυβέρνηση ήγειρε επίσης το χωριστό ζήτημα του συμβιβαστού του δανικού κανόνα με τους κανόνες ανταγωνισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της Συνθήκης).
(11) - Δηλαδή η Sammenslutningen af Danske Filminstruktψrer (η ένωση των Δανών παραγωγών), ο Michael Viuf Christiansen (ενεργών ως κληρονόμος του πατέρα του Erik Viuf Christiansen, εναγόμενου στην προαναφερθείσα υπόθεση Warner Brothers και Metronome Video), ο O. Jensen, μεταπωλητής βιντεογραφημάτων που κηρύχθηκε σε πτώχευση κατόπιν της λύσεως, το 1991, από την FDV προηγούμενης συμφωνίας με την οποία παρέσχε σ' αυτόν την άδεια να διαθέτει προϋόντα προς εκμίσθωση, και η Pioneer Electronics Denmark, εταιρία που δρα στον τομέα της διανομής των συσκευών που καθιστούν δυνατή τη χρησιμοποίηση των βιντεοδίσκων.
(12) - Βλ., ιδίως, την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση Dansk Supermarked.
(13) - Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 3.
(14) - Βλ. Castell, B.: L'«ιpuisement» du droit intellectuel en droits allemand, franηais et communautaire, Παρίσι, 1989, συγκεκριμένα σ. 131.
(15) - Βλ. Doutrelepont, C.: «Les arrκts Coditel face au droit interne et au droit europιen», στο Journal des Tribunaux, 1984, σ. 397, και συγκεκριμένα σ. 407.
(16) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1971, 78/70, Deutsche Grammophon (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 839), και την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση Dansk Supermarked.
(17) - Βλ. Benabou, V.-L.: Droits d'auteur, droits voisins et droit communautaire, Βρυξέλλες, 1997, συγκεκριμένα σ. 100.
(18) - Βλ. Edelman, B.: σχολιασμός της αποφάσεως Warner Brothers και Metronome Video, στο JCP, ι.g., 1989, II, σ. 21173.
(19) - Βλ. τις αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1980, 62/79, Coditel κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 477, σκέψεις 12 έως 14), και της 13ης Ιουλίου 1989, 395/87, Tournier (Συλλογή 1989, σ. 2521, σκέψη 12).
(20) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση Coditel κ.λπ., σκέψεις 13 και 14. Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι μπορεί να συμφωνηθεί ότι η εκχώρηση του δικαιώματος παραστάσεως μέσω τηλεοπτικής μεταδόσεως θα περιορίζεται στο έδαφος κράτους μέλους, χωρίς ο περιορισμός αυτός να είναι ασυμβίβαστος με τους σχετικούς με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών κανόνες της Συνθήκης. Ωστόσο, η εν λόγω απόφαση αναφέρει σαφέστατα ότι η λύση που ακολουθεί το Δικαστήριο αφορά την κατάσταση - η οποία είναι εκείνη που υφίσταταο τότε στα κράτη μέλη - όπου «η οργάνωση της τηλεοράσεως στα κράτη μέλη βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε νόμιμα μονοπώλια προβολής, πράγμα που συνεπάγεται ότι ο διαφορετικός περιορισμός του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής μιας εκχωρήσεως συχνά δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί».
(21) - Υπό τη διττή προϋπόθεση ότι: i) η απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως των βιντεοκασετών κατά την αρχική περίοδο, η οποία απαγόρευση προβλέπεται μόνον υπέρ των προβολών στις κινηματογραφικές αίθουσες, ισχύει αδιακρίτως για τα προϋόντα που παράγονται στην ημεδαπή και για τα προϋόντα που εισάγονται και ii) τα εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο που ενδέχεται να παρεμβάλλει η εφαρμογή της απαγορεύσεως αυτής δεν υπερβαίνουν τα αναγκαία όρια για να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Cinιthθque κ.λπ.).
(22) - Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Tournier, σκέψη 13, και την απόφαση της 9ης Απριλίου 1987, 402/85, Basset (Συλλογή 1987, σ. 1747).
(23) - Βλ. Desurmont, T.: «Le droit de l'auteur de contrτler la destination des exemplaires sur lesquels son oeuvre se trouve reproduite», στη Revue internationale du droit d'auteur, 1987, σ. 3, και συγκεκριμένα σ. 61.
(24) - Κατά το Δικαστήριο, οι καθοριστικοί παράγοντες για την εμφάνιση της ειδικής αυτής αγοράς είναι στην ουσία «η βελτίωση των μεθόδων κατασκευής των βιντεοκασετών η οποία αύξησε την αντοχή και τη διάρκεια χρησιμοποιήσεώς τους, η συνειδητοποίηση από τους θεατές του γεγονότος ότι δεν βλέπουν παρά σπάνια τις βιντεοκασέτες που έχουν αγοράσει και, τέλος, το σχετικά υψηλό επίπεδο της τιμής πωλήσεώς τους» (βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Warner Brothers και Metronome Video, σκέψη 14).
(25) - Βλ. Benabou (προαναφερθέν την υποσημείωση 17, σ. 131), κατά τον οποίο η δυσκολία να γίνει η πρόβλεψη αυτή μεγαλώνει καθόσον η τεχνολογική εξέλιξη συντελεί στην εκθετική αύξηση των νέων δυνατοτήτων διαδόσεως.
(26) - Βλ. Bonet, G., σχολιασμός της αποφάσεως Warner Brothers και Metronome Video, στη Revue trimestrielle de droit europιen, 1988, σ. 647, και συγκεκριμένα σ. 652.
(27) - Κατά τον γενικό εισαγγελέα, δεν είναι δυνατό να εξομοιωθεί η εκμίσθωση - ως δραστηριότητα εμπορικής εκμεταλλεύσεως επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα - με τη δημόσια παράσταση του έργου που ενσωματώνεται στη βιντεοκασέτα. Αντιθέτως, υπογράμμισε τις αναλογίες που υφίστανται μεταξύ μισθώσεως και πωλήσεως: και οι δύο αποτελούν πράξεις εμπορικής εκμεταλλεύσεως οι οποίες συνεπάγονται «κατ' ανάγκη τη διάθεση στο εμπόριο του προϋόντος προς όφελος των καταναλωτών». Ο γενικός εισαγγελέας παρατήρησε ότι «ο δημιουργός μιας ταινίας, εφόσον έχει πωλήσει την κασέτα σε τρίτο μεταβιβάζοντας, έτσι, κατά τρόπο οριστικό το δικαίωμά του κυριότητας επ' αυτού του εμπορεύματος και επιτρέποντας στον εν λόγω τρίτο την ελεύθερη κυκλοφορία του, δεν μπορεί, στη συνέχεια, να επικαλεστεί τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους για να υπερισχύσει το αποκλειστικό του δικαίωμα επί του εγγεγραμμένου στην κασέτα έργου, απαγορεύοντας κατ' ουσία στον τρίτο την εισαγωγή του έργου στο εν λόγω κράτος. Πράγματι, η αξίωση αυτή αιτιολογείται από το ίδιο οικονομικό συμφέρον με αυτό που είχε αποτελέσει τη βάση της πρώτης πράξεως διαθέσεως του έργου και, εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα, η αξίωση αυτή δεν μπορεί παρά να υποχωρεί προ του κανόνα του άρθρου 30, [καθότι] αντίθετος ισχυρισμός θα ισοδυναμούσε με στέρηση των καταναλωτών, εν προκειμένω των Δανών, αυτού που μπορούν να αποκτούν κατά κυριότητα δυνάμει της Συνθήκης». Ωστόσο, στη λύση που πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας, η ανάλωση του δικαιώματος του δημιουργού της ταινίας να αντιτάσσεται στην εκμίσθωση των βιντεοκασετών που έθεσε σε κυκλοφορία επί κοινοτικού εδάφους μετριάζεται από την αναγνώριση του δικαιώματός του να λάβει εύλογη αμοιβή ή να τύχει άλλου είδους περιουσιακής προστασίας, καθόσον διατηρεί τη δυνατότητα να προστατευθεί «θέτοντας ειδικές ρήτρες στη σύμβαση πωλήσεως» (βλ. τις προτάσεις της 26ης Ιανουαρίου 1988 που αναπτύχθηκαν στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Warner Brothers και Metronome Video, Συλλογή 1988, σ. 2618, και συγκεκριμένα σ. 2622 έως 2624).
(28) - Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «Τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης δεν εμποδίζουν την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας με την οποία παρέχεται στον δημιουργό η δυνατότητα να εξαρτά από την άδειά του την εκμίσθωση βιντεοκασετών, όταν πρόκειται για βιντεοκασέτες που έχουν ήδη τεθεί με τη συναίνεσή του σε κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος, του οποίου η νομοθεσία επιτρέπει στον δημιουργό να ελέγχει την πρώτη πώληση, χωρίς να του παρέχει τη δυνατότητα να απαγορεύει την εκμίσθωση».
(29) - Βλ. Marenco, G., και Banks, K.: «Intellectual Property and the Community Rules on Free Movement: Discrimination Unearthed», στο European Law Review, 1990, σ. 224, και συγκεκριμένα σ. 248 και 249. Στην πραγματικότητα οι συγγραφείς αναφέρονται στο γεγονός ότι δεν υφίσταται ανάλωση του αποκλειστικού δικαιώματος εκμισθώσεως κατόπιν της πρώτης διανομής μέσω πωλήσεως του υλικού υποθέματος, αλλά ανάλογη συλλογιστική ισχύει και στην παρούσα υπόθεση.
(30) - Βλ. ανωτέρω τις υποσημειώσεις 20 και 21. Βλ. Pollaud-Dulian, V. F.: Le droit de destination: le sort des exemplaires en droit d'auteur, Παρίσι, 1989, σ. 464, και Benabou, προαναφερθέν στην υποσημείωση 17, σ. 117, όπου όμως γίνεται παραπομπή στην απόφαση του tribunal de Charleroi της 27ης Μαρτίου 1986 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 48.587 και 51.363, GPFI κ.λπ. κατά DGD και VRP (Revue internationale du droit d'auteur, 1986, IV, σ. 128), κατά την οποία, «αν γίνει δεκτό ότι μια ταινία μπορεί να γίνει αντικείμενο αποκλειστικής εδαφικής εκχωρήσεως για τη διανομή στις κινηματογραφικές αίθουσες αλλά ότι η εκχώρηση αυτή δεν μπορεί να τύχει επικλήσεως κατά τρίτων στον τομέα των βιντεοκασετών, είναι φανερό ότι η αποκλειστική εκχώρηση για την εκμετάλλευση στις αίθουσες θα καταστεί κενή περιεχομένου, καθότι, στην περίπτωση αυτή, η εθνική αγορά θα κατακλυστεί από βιντεοκασέτες οι οποίες θα θέσουν σε κίνδυνο την εκμετάλλευση της ταινίας στις κινηματογραφικές αίθουσες την οποία η αποκλειστική εκχώρηση είχε ακριβώς ως σκοπό να προστατεύσει».
(31) - Το άρθρο 1 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο της εναρμόνισης», ορίζει ότι: «1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, τα κράτη μέλη παρέχουν (...) δικαίωμα συναίνεσης ή απαγόρευσης για την εκμίσθωση και το δανεισμό πρωτοτύπων και αντιγράφων έργων που προστατεύονται από την πνευματική ιδιοκτησία και άλλων αντικειμένων που μνημονεύονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1. 2. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η "εκμίσθωση" έχει την έννοια της διάθεσης προς χρήση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα και για άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή εμπορικό όφελος. (...) 4. Τα δικαιώματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν εξαντλούνται από οποιαδήποτε πώληση, ή άλλη πράξη διανομής πρωτοτύπων και αντιγράφων έργων που προστατεύονται από την πνευματική ιδιοκτησία και άλλων αντικειμένων που μνημονεύονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1.» Κατά το άρθρο 2 («Δικαιούχοι και αντικείμενο του δικαιώματος εκμίσθωσης και δανεισμού»), παράγραφος 4: «Τα δικαιώματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να μεταβιβάζονται, να εκχωρούνται ή να αποτελούν αντικείμενο συμβατικών αδειών». Τέλος, το άρθρο 9 («Δικαίωμα διανομής»), που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο ΙΙ της οδηγίας το οποίο αφορά την προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων ορίζει ότι: «(...) 2. Το δικαίωμα διανομής δεν εξαντλείται εντός της Κοινότητας (...) εκτός από την περίπτωση πρώτης πώλησης στην Κοινότητα του αντικειμένου αυτού από το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του. 3. Το δικαίωμα διανομής δεν θίγει τις ειδικές διατάξεις του κεφαλαίου Ι, και ιδίως του άρθρου 1, παράγραφος 4».
(32) - Βλ. την απόφαση της 28ης Απριλίου 1998, C-200/96 (Συλλογή 1998, σ. I-1953, σκέψεις 13 έως 20), καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro της 22ας Ιανουαρίου 1998 στην ίδια υπόθεση, σημεία 13, 14, 25 και 26.
(33) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Coditel κ.λπ., σκέψεις 17 έως 20, κατά την οποία, ναι μεν το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επί ταινίας και το εξ αυτού απορρέον δικαίωμα προβολής της δεν εμπίπτουν στις απαγορεύσεις του άρθρου 85, «εντούτοις, η άσκησή τους δύναται να εμπίπτει στις ανωτέρω απαγορεύσεις όταν συντρέχουν οικονομικές ή νομικές περιστάσεις που έχουν ως αποτέλεσμα τον αισθητό περιορισμό της διανομής ταινιών ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στην αγορά κινηματογραφικών ταινιών, λαμβανομένων υπόψη των ιδιομορφιών της αγοράς αυτής». Κατά συνέπεια, στα εθνικά δικαστήρια απόκειται - κατέληξε το Δικαστήριο - να προβαίνουν, αν παρίσταται ανάγκη, στις εξακριβώσεις αυτές «και, ειδικότερα, να εξακριβώνουν κατά πόσον η άσκηση του αποκλειστικού δικαιώματος προβολής κινηματογραφικής ταινίας ή η ενδεχομένη καταβολή δικαιωμάτων που υπερβαίνουν την εύλογη αντιπαροχή των πραγματοποιουμένων επενδύσεων ή η αποκλειστικότης επί υπερβολικό χρόνο σε σχέση με τις απαιτήσεις αυτές δημιουργεί τεχνητά και αδικαιολόγητα εμπόδια σε σχέση με τις ανάγκες της κινηματογραφικής βιομηχανίας, και κατά πόσον, γενικώς, η άσκηση αυτή εντός ορισμένου γεωγραφικού χώρου είναι ικανή να εμποδίζει, περιορίζει ή νοθεύει τον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς». Πιο πρόσφατα, ο γενικός εισαγγελέας G. Tesauro ήταν εκείνος που υπογράμμισε ότι, υπό το πρίσμα της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου, ανακύπτουν ορισμένες αμφιβολίες σχετικά με το ζήτημα αν «οι γενικού συμφέροντος απαιτήσεις που δικαιολόγησαν την παροχή αυτού του δικαιώματος θα μπορούσαν επίσης να δικαιολογήσουν έναν τρόπο ασκήσεως αυτού του δικαιώματος που θα αντέβαινε προφανώς στις διατάξεις του άρθρου 86 της Συνθήκης» (βλ. τις προτάσεις της 22ας Ιανουαρίου 1998 στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 32 υπόθεση Metronome Musik, σημείο 33).
(34) - Η απαίτηση αυτή, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ισχύει ειδικά για τον τομέα του ανταγωνισμού, ο οποίος χαρακτηρίζεται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις (βλ., π.χ., μεταξύ πολλών άλλων, τις αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90, C-321/90 και C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. I-393, σκέψεις 6 και 7), και της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-387/93, Banchero (Συλλογή 1995, σ. I-4663, σκέψεις 18 έως 21).
Full & Egal Universal Law Academy