Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με αίτηση αναιρέσεως της 12ης Φεβρουαρίου 1997, η Επιτροπή βάλλει κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1996 στην υπόθεση Lozano Palacios κατά Επιτροπής (1).
Αντικείμενο της πιο πάνω αιτήσεως είναι η μερική αναίρεση της αποφάσεως. Η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι κακώς ακύρωσε την απόφαση της 12ης Απριλίου 1994 κατά το μέρος που δεν χορηγήθηκε στη Lozano Palacios, υπάλληλο τοποθετημένο στη ΓΔ ΞΞΙ, η αποζημίωση εγκαταστάσεως που προβλέπει το άρθρο 5 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ).
2 Η Lozano Palacios, ισπανικής ιθαγενείας, υπάλληλος του Υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων της χώρας της, εργάστηκε στις Βρυξέλλες για περίοδο άνω των δύο ετών και εννέα μηνών (από την 1η Μαου 1991 μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου 1994) ως εμπειρογνώμονας κράτους μέλους αποσπασμένος στις υπηρεσίες της Επιτροπής. Μετά την επιτυχία της στις δοκιμασίες γενικού διαγωνισμού, διορίστηκε, στις 10 Μαρτίου 1994, δόκιμος υπάλληλος της Επιτροπής και τοποθετήθηκε στις Βρυξέλλες.
3 Με απόφαση της 12ης Απριλίου 1994, η Επιτροπή όρισε ως τόπο προσλήψεως και τόπο καταγωγής της υπαλλήλου τις Βρυξέλλες και, ως εκ τούτου, δεν της αναγνώρισε το δικαίωμα να τύχει αποζημιώσεως εγκαταστάσεως, επιστροφής εξόδων μετακομίσεως και ημερησίων αποζημιώσεων. Αντιθέτως, της χορήγησε αποζημίωση αποδημίας. Η διοικητική ένσταση που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη απορρίφθηκε με απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1994· εντούτοις, στη συνέχεια ως τόπος καταγωγής της αναιρεσίβλητης ορίστηκε το Albacete (Ισπανία). Στις 8 Δεκεμβρίου 1994, η Lozano Palacios μονιμοποιήθηκε αναδρομικώς από τις 16 Νοεμβρίου 1994.
4 Με προσφυγή που άσκησε στις 16 Φεβρουαρίου 1995, η αναιρεσίβλητη προσέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου την απόφαση της Επιτροπής της 12ης Απριλίου 1994. Η προσφυγή είχε αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως κατά το μέρος που δεν αναγνωρίστηκε στην αναιρεσίβλητη το δικαίωμα να τύχει αποζημιώσεως εγκαταστάσεως, επιστροφής εξόδων μετακομίσεως και ημερησίων αποζημιώσεων· ζητήθηκε επίσης να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει τις παροχές αυτές.
5 Με απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής κατά το μέρος που δεν χορηγήθηκε στη Lozano Palacios αποζημίωση εγκαταστάσεως. Επί πλέον, το Πρωτοδικείο υποχρέωσε την Επιτροπή να καταβάλει την αποζημίωση αυτή πλέον τόκων υπερημερίας προς 8 % ετησίως. Η προσφυγή απορρίφθηκε κατά τα λοιπά. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής στρέφεται κατά των κεφαλαίων της αποφάσεως με τα οποία έγιναν δεκτά αιτήματα της Lozano Palacios.
6 Το Πρωτοδικείο στήριξε τη μερική ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής στο γράμμα και στον σκοπό του άρθρου 5 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, διατάξεως η οποία προβλέπει την αποζημίωση εγκαταστάσεως.
7 Η διάταξη αυτή ορίζει στην παράγραφο 1 ότι: «Αποζημίωση εγκαταστάσεως ίση προς τον βασικό μισθό δύο μηνών, αν πρόκειται περί υπαλλήλου ο οποίος δικαιούται επιδόματος στέγης, ή προς τον βασικό μισθό ενός μηνός, αν πρόκειται περί υπαλλήλου μη δικαιουμένου αυτού του επιδόματος, δικαιούται ο μόνιμος υπάλληλος που πληροί τους όρους για τη χορήγηση της αποζημιώσεως αποδημίας ή αποδεικνύει ότι υποχρεώθηκε να αλλάξει κατοικία για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του άρθρου 20 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως.»
Η παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του ίδιου άρθρου προσθέτει ότι: «Η αποζημίωση εγκαταστάσεως καταβάλλεται, κατόπιν υποβολής εγγράφων που δικαιολογούν την εγκατάσταση του υπαλλήλου στον τόπο τοποθετήσεώς του και την εγκατάσταση της οικογενείας του, αν ο υπάλληλος δικαιούται επίδομα στέγης».
8 Το Πρωτοδικείο τόνισε ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ ορίζει ότι ο υπάλληλος, για να λάβει αποζημίωση εγκαταστάσεως, πρέπει να πληροί μία από τις ακόλουθες δύο διαζευκτικές προϋποθέσεις: είτε να πληροί τις προϋποθέσεις για να λάβει αποζημίωση αποδημίας είτε να αποδείξει ότι υποχρεώθηκε να αλλάξει κατοικία για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 20 του ΚΥΚ.
Η αποζημίωση αποδημίας για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 5 χορηγείται, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του ίδιου παραρτήματος, «στον υπάλληλο ο οποίος δεν είναι και δεν υπήρξε ποτέ υπήκοος του κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο τόπος τοποθετήσεώς του και ο οποίος δεν είχε μόνιμη διαμονή ή δεν άσκησε κατά συνήθη τρόπο, επί πέντε έτη λήγοντα έξι μήνες πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του στο ευρωπαϋκό έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους. Για την εφαρμογή της παρούσας διατάξεως δεν λαμβάνονται υπόψη οι καταστάσεις που προκύπτουν από την παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος ή διεθνή οργανισμό».
Από τη νομολογία του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι η αποζημίωση αποδημίας σκοπό έχει να αντισταθμίσει τις δυσχέρειες τις οποίες αντιμετωπίζει ο υπάλληλος που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πριν από τον διορισμό του είχε διαρκή σύνδεσμο με τη χώρα τοποθετήσεως (2). Επομένως, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, η Επιτροπή χορήγησε στη Lozano Palacios αποζημίωση αποδημίας.
9 Κατά το Πρωτοδικείο, από αυτό τούτο το κείμενο του άρθρου 5, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII προκύπτει ότι η Lozano Palacios δικαιούται να λάβει και αποζημίωση εγκαταστάσεως. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή ορίζει ότι ο υπάλληλος που δικαιούται αποζημιώσεως αποδημίας έχει αυτοδικαίως δικαίωμα να λάβει και αποζημίωση εγκαταστάσεως, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ότι υποχρεώθηκε να αλλάξει κατοικία. Επί πλέον, κατά το Πρωτοδικείο, ο εν λόγω υπάλληλος δεν οφείλει να αποδείξει ότι όντως υποβλήθηκε σε έξοδα, δεδομένου ότι η αποζημίωση χορηγείται κατ' αποκοπήν (3).
10 Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής και υπό το πρίσμα του σκοπού της αποζημιώσεως εγκαταστάσεως. Αφού τόνισε ότι η αποζημίωση αυτή χορηγείται σε μόνιμο και όχι σε δόκιμο υπάλληλο και ότι συνεπώς αυτός που τη λαμβάνει έχει, κατά κανόνα, ήδη εγκατασταθεί στον τόπο υπηρεσίας του, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η αποζημίωση εγκαταστάσεως έχει ακριβώς ως σκοπό να αντισταθμίσει τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο υπάλληλος ο οποίος, υποχρεούμενος μετά τη νομότυπη μονιμοποίησή του να μεταβεί από ένα πρόσκαιρο σε ένα οριστικό καθεστώς, οφείλει να ενταχθεί στον τόπο υπηρεσίας του κατά τρόπο μόνιμο και διαρκή για απροσδιόριστο αλλά σημαντικό χρονικό διάστημα (4). Συνεπώς, εύλογα μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο υπάλληλος που οφείλει να αποκτήσει μόνιμη διαμονή πρέπει να αντιμετωπίσει πρόσθετα έξοδα για να στεγαστεί σε οίκημα κατάλληλο για μακρά διαμονή· έξοδα τα οποία, αντιθέτως, δεν αντιμετώπιζε επί όσο χρόνο η κατάστασή του παρέμενε χωρίς σταθερότητα.
11 Στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως που υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή αμφισβητεί την εκ μέρους του Πρωτοδικείου ερμηνεία των διατάξεων του παραρτήματος. Κατά την άποψή της, η ρύθμιση στην οποία εντάσσεται το άρθρο 5 του παραρτήματος επιβάλλει διαφορετική λύση. Το άρθρο 71 του ΚΥΚ, το οποίο παραπέμπει στο παράρτημα VII, ορίζει ότι ο υπάλληλος «δικαιούται επιστροφής των εξόδων στα οποία υπεβλήθη λόγω της αναλήψεως των καθηκόντων του». Επί πλέον, το τμήμα 3 του παραρτήματος VII, στο οποίο περιλαμβάνονται οι διατάξεις περί αποζημιώσεως εγκαταστάσεως, φέρει τον τίτλο «Επιστροφή εξόδων»: συνεπώς, πρόκειται περί κειμένων τα οποία επιβεβαιώνουν, κατά την Επιτροπή, ότι η μοναδική δυνατή ερμηνεία του άρθρου 5 είναι εκείνη κατά την οποία αποζημίωση εγκαταστάσεως μπορεί να χορηγηθεί μόνον αν ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος όντως υποβλήθηκε ή τουλάχιστον ήταν δυνατό να υποβληθεί σε έξοδα. Εν προκειμένω, εφόσον η Lozano Palacios κατοικούσε προ πολλού στις Βρυξέλλες, ουδόλως ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι υποχρεώθηκε να υποβληθεί σε έξοδα λόγω της εγκαταστάσεώς της στον τόπο υπηρεσίας της.
Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, δεν πρέπει να αναγνωρίζεται αυτομάτως δικαίωμα λήψεως αποζημιώσεως εγκαταστάσεως σε αυτόν που λαμβάνει αποζημίωση αποδημίας. Αντιθέτως, ο υπάλληλος που ζητεί αποζημίωση εγκαταστάσεως πρέπει να αποδείξει ότι υποχρεώθηκε να υποβληθεί σε έξοδα. Αυτή η ερμηνεία των διατάξεων του παραρτήματος είναι η μόνη που στοιχεί με τον σκοπό του συστήματος αυτού και που συμβιβάζεται με την αρχή της χρηστής διαχειρίσεως των δημοσίων πόρων και με την απαγόρευση του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
12 Δεν διστάζω να πω ότι τα επιχειρήματα που εξέθεσε η Επιτροπή προς στήριξη της μερικής αναιρέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν είναι πειστικά. Αντιθέτως, εκτιμώ ότι το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε ορθώς και προσηκόντως την απόφασή του: μάλιστα δε, και όσον αφορά το γράμμα των εν λόγω διατάξεων και όσον φορά τον σκοπό του συστήματος.
13 Πρώτον, δεν μπορεί να μη τονιστεί η απόλυτη σαφήνεια της διατυπώσεως του άρθρου 5, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι ο μόνιμος υπάλληλος που πληροί τις προϋποθέσεις για να λάβει αποζημίωση αποδημίας δικαιούται αποζημιώσεως εγκαταστάσεως. Εφόσον η Επιτροπή αναγνώρισε ότι στην περίπτωση της Lozano Palacios πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής της αποζημιώσεως αποδημίας, είναι αυτονόητο ότι πρέπει να της αναγνωριστεί και δικαίωμα λήψεως αποζημιώσεως εγκαταστάσεως. Ούτε νομίζω ότι το συμπέρασμα αυτό μπορεί να αναιρεθεί από το περιεχόμενο της παραγράφου 3 του άρθρου 5, η οποία περιορίζεται να καθορίσει ορισμένες λεπτομέρειες σχετικά με τη λήψη της εν λόγω αποζημιώσεως. Αντιθέτως, νομίζω ότι το ίδιο το κείμενο της τελευταίας διατάξεως επιβεβαιώνει τον αυτόματο χαρακτήρα της καταβολής της αποζημιώσεως εγκαταστάσεως, καθότι η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται απλώς «κατόπιν υποβολής εγγράφων που δικαιολογούν την εγκατάσταση του υπαλλήλου στον τόπο τοποθετήσεώς του». Συνεπώς, η σαφήνεια του κειμένου δεν αφήνει περιθώριο για καμία αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο του άρθρου 5, παράγραφος 1.
14 Δεύτερον, εκτιμώ ότι το Πρωτοδικείο ορθώς έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η μετάβαση από το στάδιο της πρόσκαιρης εγκαταστάσεως, στάδιο στο οποίο εξ ορισμού βρισκόταν η Lozano Palacios ως εμπειρογνώμονας κράτους μέλους αποσπασμένος στην Επιτροπή, στο στάδιο της σταθερής και δυνητικά οριστικής εγκαταστάσεως μετά την πρόσληψη της Lozano Palacios ως κοινοτικού υπαλλήλου δεν μπορούσε να μη προκαλέσει πρόσθετα έξοδα, ενόψει της στεγάσεως σε οίκημα κατάλληλο για μακρά διαμονή. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 και 5 του παραρτήματος VII προκύπτει σαφώς ότι η εν λόγω αποζημίωση χρησιμεύει για να καλυφθούν τα πρόσθετα αυτά έξοδα, ακόμη και στις περιπτώσεις που η εγκατάσταση του υπαλλήλου δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην αλλαγή κατοικίας (5).
15 Τέλος, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Πρωτοδικείο είναι σύμφωνο με τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία ο σκοπός της αποζημιώσεως εγκαταστάσεως έγκειται στο να παρασχεθεί στον υπάλληλο η δυνατότητα να αντιμετωπίσει τα αναπόφευκτα βάρη που είναι σύμφυτα με την ένταξή του σε νέο κύκλο για απροσδιόριστη αλλά σημαντική περίοδο (6). Σχετικά με την περίπτωση που μας αφορά, είναι φανερό ότι μόνον από τότε που μονιμοποιήθηκε η υπάλληλος βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο απροσδιόριστης διαμονής στον τόπο όπου ασκεί τα καθήκοντά της.
16 Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε η Επιτροπή κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1996 στην υπόθεση Τ-33/95, Lozano Palacios κατά Επιτροπής· προτείνω επίσης να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
(1) - Υπόθεση Τ-33/95 (Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. ΙΙ-1535).
(2) - Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1995, Τ-43/93, Lo Giudice κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. ΙΙ-189, σκέψη 36).
(3) - Προς στήριξη της απόψεως αυτής, το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει την απόφασή του της 30ής Ιανουαρίου 1990, Τ-42/89, Yorck von Wartenburg κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-31, σκέψεις 21 έως 23).
(4) - Βλ. την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1978, 140/77, Verhaaf κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1978, σ. 635, σκέψη 18).
(5) - Μάλιστα δε, η αποζημίωση αποδημίας, η οποία, άπαξ ληφθεί, παρέχει αυτοδικαίως δικαίωμα λήψεως αποζημιώσεως εγκαταστάσεως, χορηγείται και στον υπάλληλο που κατοίκησε λιγότερο από πέντε χρόνια στο κράτος όπου βρίσκεται ο τόπος υπηρεσίας του· χορηγείται επίσης στον υπάλληλο που κατοίκησε επί μακρότερον στο κράτος αυτό, αλλά λόγω της παροχής υπηρεσιών προς άλλο κράτος ή άλλο διεθνή οργανισμό.
(6) - Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Verhaaf κατά Επιτροπής, σκέψη 18.
Full & Egal Universal Law Academy