Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων ενάγει ενώπιον του Δικαστηρίου, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ, τις ιταλικές εταιρίες Cascina Laura Sas di arch. Aldo Delbς e C. (στο εξής: Cascina Laura) και Gariboldi Engineering Company Srl (στο εξής: Gariboldi ή εναγομένη), ζητώντας να υποχρεωθούν στην απόδοση του ποσού το οποίο καταβλήθηκε για την υλοποίηση ενός προγράμματος που προέβλεπε η σύμβαση, η οποία καταγγέλθηκε μονομερώς από την Επιτροπή λόγω μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθούν οι Gariboldi και Cascina Laura να αποδώσουν το ποσό των 479 134 ECU, πλέον τόκων που προβλέπει η σύμβαση και που υπολογίζονται σύμφωνα με το επιτόκιο του Ευρωπαϋκού ταμείου νομισματικής συνεργασίας για τις πληρωμές σε ECU, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα. Η Επιτροπή ζητεί, επιπλέον, να υποχρεωθούν οι δύο εταιρίες να αποκαταστήσουν τη ζημία που υπέστη η Επιτροπή λόγω της μη εκτελέσεως της συμβάσεως και να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα. Κατόπιν της πτωχεύσεως της Cascina Laura, η Επιτροπή δήλωσε ότι παραιτείται των αξιώσεών της έναντι της Cascina Laura, εμμένει όμως στο αίτημά της όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα.
Τα περιστατικά
Η συναφθείσα μεταξύ των μερών σύμβαση
2 Την 1η Ιουνίου 1990, η Ευρωπαϋκή Οικονομική Κοινότητα, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή, συνήψε με τις Cascina Laura, Gariboldi και την εταιρία Servizi Agroalimentare ed Ambiente Srl (στο εξής: SAA) τη σύμβαση BM 5/89 IT (στο εξής: σύμβαση). Στο προοίμιο της συμβάσεως διευκρινίζονταν ότι οι τρεις ιταλικές εταιρίες (στο εξής: συμβαλλόμενος) ενεργούσαν αλληλεγγύως.
3 Η σύμβαση είχε ως αντικείμενο την πραγματοποίηση ενός «προγράμματος ταυτόχρονης παραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας από βιομάζα, αποτελούμενη από υπολείμματα παραγωγής ρυζιού (άχυρο και φλοιό)», στο πλαίσιο σχεδίων επίδειξης και προτύπων βιομηχανικών σχεδίων στον ενεργειακό τομέα που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3640/85 (1) (άρθρο 1.1).
4 Με τη σύμβαση αυτή, η Κοινότητα χορηγούσε οικονομική ενίσχυση ανερχόμενη σε 40 % του πραγματικού κόστους του προγράμματος, με ανώτατο όριο το ποσό των 680 103 ECU (άρθρο 3). Ως αντιπαροχή για την υποχρέωση αυτή, ο συμβαλλόμενος ανέλαβε την τεχνική και οικονομική ευθύνη των έργων (άρθρο 4.1). Εκτός της κυρίας υποχρεώσεως για την πραγματοποποίηση του προγράμματος, ο συμβαλλόμενος ανέλαβε επίσης άλλες υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων την τήρηση ενός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος και τη διαβίβαση στην Επιτροπή περιοδικών λεπτομερών εκθέσεων σχετικά με την πρόοδο των εργασιών και τους λεπτομερείς λογαριασμούς των αναλαμβανομένων δαπανών (άρθρο 4.3.2). Οι εργασίες έπρεπε να αρχίσουν την 1η Δεκεμβρίου 1989 και να περατωθούν στις 31 Ιουλίου 1991.
5 Βάσει του άρθρου 8, η σύμβαση μπορεί να καταγγελθεί από την Επιτροπή σε περίπτωση μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων που υπέχει ο συμβαλλόμενος, «ειδικότερα σε περίπτωση μη τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 4.3». Η ίδια διάταξη διευκρινίζει ότι η καταγγελία «καθίσταται ενεργός κατόπιν οχλήσεως, που κοινοποιείται με συστημένη επιστολή με αποδεικτικό παραλαβής και δεν ακολουθείται από την εκπλήρωση της συμβάσεως εντός προθεσμίας ενός μηνός», και ότι, σε περίπτωση καταγγελίας, «ο συμβαλλόμενος οφείλει να αποδώσει αμέσως στην Επιτροπή τα καταβληθέντα ως οικονομική συνδρομή ποσά, πλέον τόκων που τρέχουν από την ημέρα λήψεως της συνδρομής αυτής (...)». Το επιτόκιο είναι εκείνο του Ευρωπαϋκού ταμείου νομισματικής συνεργασίας για τις συναλλαγές σε ECU, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων.
6 Το άρθρο 13 περιέχει ρήτρα διαιτησίας περί υποβολής στο Δικαστήριο οποιασδήποτε ενδεχόμενης διαφοράς επί του κύρους της ερμηνείας και της εκτελέσεως της συμβάσεως. Κατά το άρθρο 14, η σύμβαση διέπεται από το ιταλικό δίκαιο.
Η συμπεριφορά των συμβαλλομένων μερών
7 Στις 5 Ιουλίου 1990 η Επιτροπή μεταβίβασε το ποσό των 204 031 ECU, που αντιστοιχούσε στο 30 % του ανώτατου ποσού της οικονομικής συνδρομής, στον λογαριασμό 2007/1 στην Banca Popolare di Intra (Novara). Ο λογαριασμός ανοίχθηκε στο όνομα της Cascina Laura. Κατόπιν εντολής της τελευταίας, η τράπεζα μετέφερε εν συνεχεία σε ιταλικές λίρες το σύνολο του ποσού αυτού, συν τους δεδουλευμένους τόκους έως τις 12 Σεπτεμβρίου 1990, στις SAA και Gariboldi. Η πρώτη εταιρία έλαβε, με επιταγή της 10ης Ιουλίου 1990, το ποσό των 15 360 000 ιταλικών λιρών (LIT)· η δεύτερη, με τραπεζικό έμβασμα της 26ης Σεπτεμβρίου 1990, έλαβε το ποσό των 297 038 483 LIT.
8 Η Επιτροπή, αφού έλαβε τον Δεκέμβριο του 1990 την πρώτη ενδιάμεση τεχνική και οικονομική έκθεση που είχε συμφωνηθεί με τη σύμβαση, κατέθεσε στις 20 Φεβρουαρίου 1991, υπέρ της Cascina Laura, το ποσό των 275 103 ECU. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έλαβε τις επόμενες εκθέσεις που προέβλεπε το άρθρο 4.3.2 της συμβάσεως. Επομένως, με έγγραφα που απηύθυνε στην Cascina Laura στις 9 Ιουλίου και στις 13 Αυγούστου 1993 ζήτησε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Στις 25 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, η Επιτροπή ανακοίνωσε στην Cascina Laura ότι θα ακύρωνε τη σύμβαση αν έως τις 15 Νοεμβρίου 1991 δεν ελάμβανε την τεχνική και οικονομική έκθεση. Η Cascina Laura απάντησε με επιστολή της 12ης Νοεμβρίου 1991, με την οποία δικαιολόγησε τη μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων λόγω προβλημάτων οικονομικής φύσεως τα οποία θα τακτοποιούσε προσεχώς χάρη στην επικείμενη συμφωνία με ένα νέο εταίρο. Ωστόσο, στις διαβεβαιώσεις αυτές δεν δόθηκε καμία συγκεκριμένη συνέχεια.
9 Στις 10 Απριλίου 1992, η Gariboldi απευθύνθηκε στην Επιτροπή για να επισημάνει τη συμπεριφορά της Cascina Laura, η οποία, κατά τη γνώμη της Gariboldi, ευθυνόταν για σειρά παραλείψεων που μπορούσαν να διακυβεύσουν ανεπανόρθωτα την πραγματοποίηση του προγράμματος. Η Gariboldi ανέφερε εξάλλου ότι, μολονότι είχε εκπληρώσει πιστά και έγκαιρα τις υποχρεώσεις της, δεν είχε λάβει μέχρι τότε τίποτα από την κοινοτική χρηματοδότηση, της οποίας το ποσό είχε πιστωθεί σε τρεχούμενο τραπεζικό λογαριασμό που ανοίχθηκε αποκλειστικά στο όνομα της Cascina Laura. Κατά τη γνώμη της, όλα τα προβλήματα που ανέκυψαν στην πραγματοποίηση του προγράμματος οφείλονταν στην ανικανότητα της Cascina Laura να τηρήσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι των δανειστών και των προμηθευτών της. Ως εκ τούτου, η εν λόγω εταιρία πληροφόρησε την Επιτροπή ότι είχε καταθέσει ενώπιον του Tribunale di Milano αίτηση με την οποία ζήτησε να κηρυχθεί σε πτώχευση η Cascina Laura.
Την ανακοίνωση αυτή ακολούθησε έγγραφο της Επιτροπής στις 7 Μαου 1992, με το οποίο πληροφόρησε την Gariboldi ότι βρισκόταν σε επαφή με την Cascina Laura και, ειδικότερα, με τον αρχιτέκτονα Delbς, προκειμένου να διευκρινιστεί η εξέλιξη της συμβάσεως.
10 Στις 2 Σεπτεμβρίου 1992, η Επιτροπή απέστειλε στην Cascina Laura νέο έγγραφο οχλήσεως. Στην απάντησή της η Cascina Laura υπενθύμισε, αφενός, τις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε και, αφετέρου, επέμεινε στην ανάγκη να μην κινηθούν εναντίον της δικαστικές διαδικασίες οι οποίες θα προκαλούσαν ανεπανόρθωτες ζημίες. Στις 20 Οκτωβρίου 1992, η Gariboldi απέστειλε νέο έγγραφο στην Επιτροπή με το οποίο επαναλάμβανε τις καταγγελίες σχετικά με τη συμπεριφορά της Cascina Laura και απέρριπτε οποιαδήποτε ευθύνη όσον αφορά τη μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων.
11 Στις 21 και 22 Ιουνίου του επομένου έτους, η Επιτροπή διενήργησε έρευνα στα γραφεία της Cascina Laura και της Gariboldi. Στην από 6 Ιουλίου 1993 καταρτισθείσα έκθεση κατόπιν της έρευνας αυτής, οι υπάλληλοι της Επιτροπής ανέφεραν ότι μόνον η θερμική εγκατάσταση - την οποία, σύμφωνα με τις εσωτερικές συμφωνίες, θα εγκαθιστούσε η Gariboldi - είχε ήδη πραγματοποιηθεί, ενώ όλα τα άλλα ουσιώδη στοιχεία δεν είχαν ακόμη ετοιμαστεί. Ενόψει των εργασιών που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί, του συμφέροντος της Gariboldi να συνεχίσει την εκτέλεση της συμβάσεως και των διαβεβαιώσεων που έδωσε η Cascina Laura, οι υπάλληλοι της Επιτροπής θεώρησαν εύλογο να χορηγήσουν στα μέρη μια τελευταία μικρή προθεσμία για την πραγματοποίηση του προγράμματος. Ωστόσο, ελλείψει αποτελεσμάτων, η Επιτροπή όφειλε αναμφίβολα να προχωρήσει στην καταγγελία της συμβάσεως.
12 Επειδή η τελευταία προθεσμία που τάχθηκε στον συμβαλλόμενο έληξε χωρίς αποτέλεσμα, η Επιτροπή απηύθυνε στις 26 Οκτωβρίου 1993 στις Cascina Laura και Gariboldi επίσημη όχληση· σύμφωνα με το άρθρο 8 της συμβάσεως, η όχληση συνεπαγόταν την αυτοδίκαιη καταγγελία της συμβάσεως, λόγω μη εκπληρώσεως, εντός προθεσμίας ενός μηνός από της λήψεως. Η Gariboldi απάντησε προβάλλοντας ότι εκπλήρωσε πιστά τις συμβατικές υποχρεώσεις που υπείχε, ενώ δεν υπήρξε καμία αντίδραση εκ μέρους της Cascina Laura. Στις 27 Απριλίου 1994, η Επιτροπή βεβαίωσε τις Cascina Laura και Gariboldi ότι η σύμβαση είχε καταγγελθεί και ανέφερε τα ποσά που αυτές έπρεπε να αποδώσουν, αποτελούμενα από το κεφάλαιο και τους τόκους, ήτοι 608 647 ECU. Η πληρωμή του ποσού αυτού ζητήθηκε, εν συνεχεία, επανειλημμένως με διαδοχικά έγγραφα στις 2 Μαου, 26 Μαου και 16 Νοεμβρίου 1994. Μόνον η Gariboldi απάντησε στις οχλήσεις αυτές επαναλαμβάνοντας ότι δεν είχε ευθύνη για τη μη εκπλήρωση της συμβάσεως, που καταλογιζόταν αποκλειστικά στη συμπεριφορά της Cascina Laura.
13 Όσον αφορά τη νομική κατάσταση των συμβαλλομένων, η SAA κηρύχθηκε σε πτώχευση με απόφαση του Tribunale di Novara στις 18 Ιανουαρίου 1994. Η Cascina Laura τέθηκε υπό προληπτικό πτωχευτικό συμβιβασμό στις 29 Νοεμβρίου 1994 και κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 23 Ιουνίου 1997 από το ίδιο αυτό δικαστήριο. Η Gariboldi τέθηκε υπό εκούσια εκκαθάριση με την από 2 Ιουνίου 1994 απόφαση της γενικής της συνελεύσεως.
Τα αιτήματα των διαδίκων
14 Στην αγωγή που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Φεβρουαρίου 1997, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
«1) να υποχρεώσει την Cascina Laura και την Gariboldi εις ολόκληρον να επιστρέψουν το ποσόν των 479 134 ECU, συν τόκους από της πραγματικής καταβολής του ποσού αυτού, ήτοι, για κάθε μήνα, 1 742 ECU από τις 31 Ιουλίου 1990 και 2 464 ECU από τις 20 Απριλίου 1991, ήτοι αθροιστικώς 4 206 ECU από τις 20 Απριλίου 1991, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως·
2) να υποχρεώσει την Cascina Laura και την Gariboldi εις ολόκληρον να καταβάλουν στην Επιτροπή αποζημίωση ανερχόμενη σε 100 000 ECU ή σε κάποιο άλλο ποσό οριζόμενο κατά την κρίση του Δικαστηρίου·
3) να καταδικάσει την Cascina Laura και την Gariboldi εις ολόκληρον στα δικαστικά έξοδα».
15 Η παρισταμένη Gariboldi υπέβαλε υπόμνημα αντικρούσεως στις 12 Μαου 1997. Ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Κυρίως και επί της ουσίας:
να κρίνει ότι η σύμβαση BM 5/89 IT δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ ως προς την εναγομένη, διότι η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε τη σύμβαση, πιστώνοντας τη χρηματοδοτική συνδρομή σε πρόσωπο στερούμενο της ικανότητας δικαίου προς λήψη αυτής και ότι, κατά συνέπεια, η εναγομένη ουδέν οφείλει στην Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων βάσει της συμβάσεως αυτής·
επικουρικώς, να κρίνει ότι η υπογραφή της συμβάσεως BM 5/89 IT από την εναγομένη ισοδυναμούσε, το πολύ, με εγγύηση, όπως η ενάγουσα επιβεβαίωσε τούτο, και, επομένως, η εναγομένη εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 1955 του ιταλικού Αστικού Κώδικα·
να αναγνωρίσει ότι η υποχρέωση εγγυήσεως της εναγομένης αποσβέστηκε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1955 του ιταλικού Αστικού Κώδικα, από υπαιτιότητα της ενάγουσας·
κατά συνέπεια, να απορρίψει και να κρίνει αβάσιμα κατ' ουσίαν και κατά νόμο τα αιτήματα της ενάγουσας έναντι της Gariboldi.
2) Επικουρικότερον:
σε περίπτωση, την οποία δεν αποδέχεται η εναγομένη, που το Δικαστήριο αναγνωρίσει οποιαδήποτε ευθύνη της εναγομένης ως προς τη σχετική σύμβαση, να κρίνει από τώρα (μόνον παρεμπιπτόντως) ότι η εταιρία Orzya Srl δεν έχει σχέση με την υπόθεση και δεν ευθύνεται καθόσον δεν ήταν ο μοναδικός μέτοχος της εναγομένης κατά την περίοδο κατά την οποία γεννήθηκε η εν λόγω υποχρέωση.
3) Να καταδικάσει την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα».
16 Η Επιτροπή και η Gariboldi κατέθεσαν στις 10 Ιουλίου 1997 και στις 8 Οκτωβρίου 1997, αντιστοίχως, υπόμνημα απαντήσεως και υπόμνημα ανταπαντήσεως με τα οποία εμμένουν στα προηγούμενα αιτήματά τους.
17 Η Cascina Laura δεν παρέστη. Κατόπιν της αποφάσεως του Tribunale di Novara με το οποίο η Cascina Laura κηρύχθηκε σε πτώχευση, η Επιτροπή, με δικόγραφο που κατέθεσε στις 21 Απριλίου 1998, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 78 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, παραιτείται εν μέρει της αγωγής, όσον αφορά αποκλειστικά τα αιτήματά της που στρέφονται κατά της Cascina Laura. Ωστόσο, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 5, του ίδιου αυτού κανονισμού, να καταδικάσει την Cascina Laura στα δικαστικά έξοδα που τη βαρύνουν, διευκρινίζοντας ότι εμμένει στα αιτήματά της έναντι της Gariboldi.
Επί της ουσίας
18 Το αίτημα της Επιτροπής που αποβλέπει στην επιστροφή εντόκως του επίδικου ποσού είναι βάσιμο και πρέπει να γίνει δεκτό. Αντιθέτως, το σχετικό με την αποκατάσταση της ζημίας πρέπει να απορριφθεί.
19 Όσον αφορά το αίτημα περί αποδόσεως του ποσού, επιβάλλεται κατ' αρχάς να παρατηρηθεί ότι η εναγομένη δεν αμφισβητεί ότι η πραγματοποίηση του προγράμματος που προέβλεπε η σύμβαση δεν έγινε εντός των προθεσμιών και σύμφωνα με τις απαιτούμενες προδιαγραφές. Η μη πραγματοποίηση του προγράμματος προκύπτει άλλωστε σαφώς από την έκθεση ελέγχου που διενεργήθηκε στις 21 και 22 Ιουνίου 1993, η οποία επισυνάπτεται στην αγωγή. Επομένως, η Επιτροπή εφάρμοσε ορθά το άρθρο 8 της συμβάσεως, κατά το οποίο «μπορεί να καταγγελθεί αυτοδικαίως από την Επιτροπή σε περίπτωση μη εκπληρώσεως, από τον συμβαλλόμενο, μιας από τις υποχρεώσεις που υπέχει από την παρούσα σύμβαση», και ειδικότερα σε περίπτωση μη τηρήσεως των διατάξεων σχετικά με την κατάρτιση και την κοινοποίηση προς την Επιτροπή εκθέσεων ως προς την εξέλιξη των εργασιών και τους λεπτομερείς λογαριασμούς των πραγματοποιηθέντων εξόδων (άρθρο 4.3 της συμβάσεως).
Σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως για τους προαναφερθέντες λόγους, το ίδιο άρθρο 8 επιβάλλει στον συμβαλλόμενο την άμεση απόδοση στην Επιτροπή των ποσών τα οποία έχουν καταβληθεί ως χρηματοδοτική συνδρομή για την πραγματοποίηση του προγράμματος, πλέον τόκων που τρέχουν από την ημέρα λήψεως των εν λόγω ποσών. Το εφαρμοζόμενο επιτόκιο είναι εκείνο του Ευρωπαϋκού ταμείου νομισματικής συνεργασίας για τις συναλλαγές του σε ECU.
20. Ωστόσο, η εναγομένη αμφισβητεί ότι ευθύνεται. Ισχυρίζεται ότι δεν υποχρεούται να αποδώσει τα ποσά τα οποία η Επιτροπή κατέβαλε απ' ευθείας και αποκλειστικά στην Cascina Laura, ενώ με τη σύμβαση δεν δόθηκε σ' αυτήν ή στον νόμιμο εκπρόσωπό της καμία εντολή να εισπράξει τα ποσά για λογαριασμό άλλων εταιριών. Επιπλέον, κατά την εξέλιξη των συμβατικών σχέσεων και έως τη στιγμή της οχλήσεως, η Gariboldi ήταν καθ' όλα ξένη προς οποιαδήποτε ανακοίνωση σχετικά με την τήρηση των υποχρεώσεων που ορίζει η σύμβαση. Η εναγομένη συνάγει από αυτό ότι η παθητική εις ολόκληρον ενοχή ουδέποτε δημιουργήθηκε λόγω της συμπεριφοράς της Επιτροπής, αφού η τελευταία διαχειριζόταν εξ αρχής τις συμβατικές σχέσεις αποκλειστικά με την Cascina Laura.
21. Εξάλλου, η εναγομένη υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, καθιστά προφανή την πρόθεσή της να θεωρεί τη θέση της Gariboldi ως περιοριζόμενη στον ρόλο του απλού εγγυητή για την εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως (δηλαδή, την πραγματοποίηση του προγράμματος) από την Cascina Laura, που είναι ο πραγματικός αποδέκτης της χρηματοδοτήσεως. Επομένως, στο νομικό αυτό πλαίσιο έχει εφαρμογή το άρθρο 1955 του ιταλικού Αστικού Κώδικα, βάσει του οποίου η προσωπική εγγύηση αίρεται όταν η υπαίτια συμπεριφορά του δανειστή καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε αναγωγή κατά του πρωτοφειλέτη. Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν επέδειξε την αναγκαία επιμέλεια στον έλεγχο τηρήσεως των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της Cascina Laura, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις και καταγγελίες της Gariboldi. Κατά συνέπεια, η τελευταία δεν ήταν σε θέση να προστατεύσει τα δικαιώματά της αναλαμβάνοντας τον χορηγηθέντα εξοπλισμό και βρίσκοντας άλλον εταίρο ικανό να περατώσει το αναληφθέν έργο. Ως συμπέρασμα, η εγγύηση του εγγυητή (Gariboldi) σχετικά με την εκπλήρωση της υποχρεώσεως από τον πρωτοφειλέτη (Cascina Laura) έχει αρθεί λόγω γεγονότος που καταλογίζεται στον δανειστή (Επιτροπή), του οποίου η συμπεριφορά κατέστησε αδύνατη την αναγωγή του εγγυητή κατά του πρωτοφειλέτη.
Η εναγομένη προσθέτει ότι η ίδια η Επιτροπή δέχθηκε σιωπηρά αυτή τη λύση, ειδικότερα στο κεφάλαιο της αγωγής όπου, παρουσιάζοντας τη ratio του θεσμού της εις ολόκληρον παθητικής ενοχής στις συμβατικές υποχρεώσεις, ανέφερε ότι η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό «να ενδυναμώσει το δικαίωμα του δανειστή, παρέχοντας εγγύηση και διευκολύνοντας την είσπραξη της απαιτήσεως». Η εναγομένη συνάγει από αυτό ότι η Επιτροπή δέχθηκε ότι η συμμετοχή της Gariboldi είχε στην πραγματικότητα ως μόνο λόγο την εξασφάλιση στον χορηγήσαντα τη χρηματοδότηση οργανισμό εγγυήσεως για την εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως που υπείχαν οι άλλες εταιρίες. Κατά συνέπεια, αφού η αλληλέγγυα σχέση είχε ως σκοπό την εγγύηση, επιβάλλεται να εφαρμοστούν στη σχέση αυτή οι κανόνες περί εγγυήσεως του ιταλικού Αστικού Κώδικα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ο προαναφερθείς κανόνας του άρθρου 1955, που παρέχει στον εγγυητή την ευχέρεια να ελευθερωθεί από την υποχρέωση που ανέλαβε έναντι του δανειστή όταν, λόγω υπαιτιότητας του τελευταίου, η αναγωγή κατά του πρωτοφειλέτη στερείται αποτελέσματος.
22. Η επιχειρηματολογία της εναγομένης δεν με πείθει. Στο προοίμιο της συμβάσεως που αφιερώνεται στον καθορισμό των μερών, η σύμβαση ορίζει ως «συμβαλλόμενο» τις τρεις εταιρίες Cascina Laura, Gariboldi και SAA, διευκρινίζοντας ότι αυτές ενεργούν «αλληλεγγύως και εις ολόκληρον». Η ρητή και αδιαμφισβήτητη βούληση των συμβαλλομένων μερών είναι, επομένως, οι τρεις προαναφερθείσες εταιρίες να δεσμεύονται εις ολόκληρον από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του ιταλικού Αστικού Κώδικα περί των «ενοχών εις ολόκληρον» (άρθρα 1292 επ.) έχουν εφαρμογή και, ειδικότερα, το άρθρο 1292, το οποίο, όσον αφορά την παθητική ενοχή εις ολόκληρον, ορίζει ότι «οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει όταν περισσότεροι οφειλέτες έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν την ίδια παροχή, οπότε καθένας από αυτούς μπορεί να υποχρεωθεί στην εκπλήρωση ολόκληρης της παροχής και η εκπλήρωση της παροχής από έναν οφειλέτη απαλλάσσει και τους λοιπούς». Όπως διευκρίνισε το Corte Suprema di cassazione (ιταλικό ακυρωτικό), «σε περίπτωση περισσοτέρων συνοφειλετών εις ολόκληρον έναντι ενός και μόνον δανειστή, υπάρχει πολλαπλότητα σχέσεων οφειλής-απαιτήσεως που είναι χωριστές μεταξύ τους και αυτοτελείς, οι οποίες έχουν μόνο κοινό την παροχή, οπότε ο δανειστής έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει ολόκληρη την παροχή από οποιονδήποτε συνοφειλέτη, με συνέπεια ότι η γενική περιουσιακή εγγύηση που αναφέρει το άρθρο 2740 βαρύνει την περιουσία κάθε συνοφειλέτη, χωριστά και για το σύνολο της οφειλής» (2). Συνοπτικά, στην παθητική εις ολόκληρον ενοχή, όπως αυτή ορίζεται στα προαναφερθέντα άρθρα του ιταλικού Αστικού Κώδικα, κάθε οφειλέτης είναι επίσης εγγυητής για την τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων από τους άλλους συνοφειλέτες.
23. Η μη πραγματοποίηση του προγράμματος που προβλέπει η σύμβαση συνεπάγεται αναπόφευκτα την υποχρέωση για τον «συμβαλλόμενο» να επιστρέψει τα ληφθέντα από την Επιτροπή ποσά (άρθρο 8 της συμβάσεως). Η Επιτροπή μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά της απευθυνόμενη σε όλες τις συμβαλλόμενες εταιρίες ή σε μία ή δύο από αυτές, καθόσον όλες ευθύνονταν εις ολόκληρον για την πραγματοποίηση του προγράμματος. Επομένως, η αγωγή ασκήθηκε κατά των δύο εταιριών οι οποίες ασκούσαν ακόμα δραστηριότητα κατά τον χρόνο καταγγελίας της συμβάσεως (ήτοι, των Cascina Laura και Gariboldi), για να περιοριστεί εν συνεχεία στη δεύτερη εταιρία, κατόπιν της πτωχεύσεως της πρώτης.
24. Θα εξετάσω τώρα τις αντιρρήσεις που προέβαλε η Gariboldi. Επιβάλλεται ευθύς εξ αρχής να διευκρινιστεί ότι η εις ολόκληρον ευθύνη της εταιρίας αυτής, γεννηθείσα κατά τον χρόνο υπογραφής της συμβάσεως, δεν εξαφανίζεται από το απλό γεγονός ότι η Επιτροπή κατέβαλε το ποσό της χρηματοδοτήσεως σε τρεχούμενο λογαριασμό που ανοίχθηκε αποκλειστικά στο όνομα της Cascina Laura ούτε από το γεγονός ότι οι ανακοινώσεις σχετικά με την εκπλήρωση της συμβάσεως απευθύνθηκαν, αρχικά, μόνο στην εταιρία αυτή. Πράγματι, η σύμβαση δεν υποχρέωνε την Επιτροπή να καταθέσει το ποσό της χρηματοδοτήσεως σε λογαριασμό που ανοίχθηκε στο όνομα των τριών συνυποχρέων: στο παράρτημα ΙΙ, περί των «χρηματοδοτικών διατάξεων», προβλέπεται μόνον ότι το ποσό πρέπει να κατατεθεί «σε τοκοφόρο τραπεζικό λογαριασμό που θα ανοίξει προς τούτο ο συμβαλλόμενος» (3). Εν πάση περιπτώσει, τα ποσά που κατέθεσε η Επιτροπή μεταφέρθηκαν εν συνεχεία στην Gariboldi, όπως και η ίδια η εταιρία, αναιρώντας την προηγούμενη θέση της, δέχθηκε τούτο με το υπόμνημα ανταπαντήσεως: αυτό δείχνει ότι, στις εσωτερικές σχέσεις, το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού μάλλον στο όνομα μιας των συνυποχρέων εταιριών, παρά στο όνομα όλων, δεν είχε καμία σημασία και, εν πάση περιπτώσει, η Gariboldi γνώριζε ότι ο λογαριασμός στο όνομα της Cascina Laura είχε χρησιμοποιηθεί για την κατάθεση των εσόδων που προέρχονταν από τη χρηματοδοτική συνδρομή. Στην πραγματικότητα, η επιλογή χρησιμοποιήσεως ενός λογαριασμού που είχε ανοιγεί στο όνομα ενός μόνον των συνυποχρέων μπορεί να εξηγηθεί, απλούστατα, από λόγους ευκολίας. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός αυτό, και ελλείψει άλλων σαφών ενδείξεων που να απορρέουν από τη σύμβαση, δεν είναι ικανό να μεταβάλει την εις ολόκληρον ενοχή.
25. Η ίδια συλλογιστική ισχύει και για τις σχέσεις που η Επιτροπή ανέπτυξε αποκλειστικά με την Cascina Laura. Ελλείψει ρητών αντιθέτων ενδείξεων στις διατάξεις της συμβάσεως, η Επιτροπή μπορούσε να απευθύνεται επίσης σε μια από τις εταιρίες για να απαιτήσει την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων. Επρόκειτο, εν πάση περιπτώσει, όπως και η ίδια η εναγομένη υπογράμμισε επανειλημμένως, ακριβώς για την εταιρία η οποία δυστροπούσε στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, όπως αυτές προέκυπταν από τις εσωτερικές σχέσεις, οπότε δεν βλέπω πώς διαφορετική συμπεριφορά της Επιτροπής, που θα συνίστατο και στην όχληση της Gariboldi, μπορούσε να έχει διαφορετικό αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα θα ήταν σε κάθε περίπτωση η καταγγελία της συμβάσεως και η υποχρέωση αποδόσεως των ποσών από τις εταιρίες οι οποίες υποχρεούνται εις ολόκληρον.
26. Η συμπεριφορά που επέδειξε η Επιτροπή στη διαχείριση των συμβατικών σχέσεων δεν είναι επομένως ικανή να αποκλείσει τη δημιουργία μιας παθητικής εις ολόκληρον ενοχής. Ούτε είναι δυνατόν να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ίδια αυτή συμπεριφορά είχε ως αποτέλεσμα να μεταβάλει τη φύση της ενοχικής σχέσεως, καθιστώντας την παθητική εις ολόκληρον ενοχή, απλή nomen juris της σχέσεως αυτής, σχέση έχουσα χαρακτήρα εγγυήσεως.
27. Συναφώς, αρκεί η υπόμνηση ότι το άρθρο 1937 του ιταλικού Αστικού Κώδικα ορίζει ότι «η βούληση περί εγγυήσεως πρέπει να είναι ρητή». Η ίδια η εναγομένη αναγνωρίζει με το υπόμνημα αντικρούσεως ότι «για την ύπαρξη εγγυήσεως απαιτείται η βούληση των μερών να είναι σαφής και ρητή». Είναι όμως προφανές ότι οι τρεις εταιρίες ανέλαβαν υποχρεώσεις έναντι της Κοινότητας αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, όπως αναμφισβήτητα προκύπτει από το γράμμα της συμβάσεως. Καθεμία από αυτές δεσμεύθηκε εκουσίως έναντι της Κοινότητας να εγγυηθεί πλήρως την εκπλήρωση της υποχρεώσεως, αφού η κατανομή των καθηκόντων μεταξύ συνυποχρέων, όπως αυτή μπορεί να προκύπτει από τις εσωτερικές σχέσεις, δεν έχει επίπτωση στις σχέσεις τους προς τα έξω. Η συμπεριφορά της Επιτροπής, η οποία διαχειρίστηκε τις συμβατικές σχέσεις σχεδόν αποκλειστικά με την Cascina Laura, δεν μπορεί να μεταβάλει ριζικά την τόσο ρητή βούληση των μερών. Επιβάλλεται εξάλλου να διευκρινιστεί ότι η συμβολή της Gariboldi, όχι μόνον δεν περιορίζεται στην απλή παροχή εγγυήσεως για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των άλλων εταιριών, αλλά ήταν στην πραγματικότητα πάρα πολύ συγκεκριμένη: η Gariboldi προμήθευσε τον απαραίτητο μηχανικό εξοπλισμό για την πραγματοποίηση του προγράμματος που προέβλεπε η σύμβαση. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να υποτεθεί ότι, στις εσωτερικές τους σχέσεις, οι τρεις συνυπόχρεοι ανέλαβαν διαφορετικά καθήκοντα προς επίτευξη ενός κοινού στόχου.
Ασφαλώς, η Gariboldi μπορούσε να διαχειρίζεται διαφορετικά τη θέση της στις συμβατικές σχέσεις, περιοριζόμενη στον απλό ρόλο του προμηθευτή του αναγκαίου υλικού για την πραγματοποίηση του προγράμματος. Αυτό όμως δεν συνέβη. Εκουσίως δέχθηκε να συμμερισθεί με άλλα πρόσωπα τις αβεβαιότητες της υποχρεώσεως, εμφανιζόμενη στην Επιτροπή ως εις ολόκληρον συνυπόχρεος. Αν εν συνεχεία, στην εξέλιξη των συμβατικών σχέσεων, οι με πλήρη αυτονομία επιλεγέντες για την πραγματοποίηση ενός κοινού προγράμματος δεν αποδείχθηκαν αξιόπιστοι όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις εσωτερικές σχέσεις, η Gariboldi δεν μπορεί ασφαλώς να παραπονείται στην Επιτροπή.
28. Ως προς την φερόμενη αναγνώριση, εκ μέρους της Επιτροπής, ως εγγυήσεως της υποχρεώσεως που ανέλαβε η Gariboldi, αρκεί η παρατήρηση ότι κανένας από τους ισχυρισμούς που περιέχουν τα υπομνήματα της Επιτροπής δεν μπορεί να κατανοηθεί υπό την έννοια που αναφέρει η εναγομένη. Συγκεκριμένα, είναι αναμφισβήτητο ότι η παθητική εις ολόκληρον ενοχή έχει ως αντικείμενο την παροχή εγγυήσεως στον δανειστή, υπό την έννοια ότι η αλληλέγγυα σχέση αποβλέπει στο να καταστήσει περισσότερο βέβαιη και ευχερή την ικανοποίηση του δικαιώματος του δανειστή. Η εις ολόκληρον ενοχή που προβλέπει το άρθρο 1292 του ιταλικού Αστικού Κώδικα λειτουργεί ως εγγύηση στο μέτρο που ο οφειλέτης δεσμεύεται επίσης για το μέρος των άλλων συνυποχρέων.
29. Δεδομένου ότι αποκλείστηκε η ύπαρξη σχέσεως εγγυήσεως, δεν συντρέχει λόγος να εξεταστεί η περίπτωση εφαρμογής, εν προκειμένω, των διατάξεων που επικαλείται η Gariboldi για να υποστηρίξει ότι η εγγύηση αποσβέστηκε από υπαιτιότητα του δανειστή. Οι αιτιάσεις που αντλούνται από τη φερόμενη βραδύτητα με την οποία η Επιτροπή, παρά τις προειδοποιήσεις της Gariboldi, προέβη στον έλεγχο εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της Cascina Laura, και εν συνεχεία κατήγγειλε τη σύμβαση, δεν είναι επομένως λυσιτελείς. Πράγματι, η Gariboldi επικαλείται τις περιστάσεις αυτές με μοναδικό σκοπό να αποδείξει ότι, λόγω της παράνομης συμπεριφοράς του δανειστή, η εγγύηση αποσβέστηκε βάσει του άρθρου 1955 του ιταλικού Αστικού Κώδικα.
30. Ενόψει του συνόλου των προαναφερθέντων, θεωρώ ότι το αίτημα της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτό. Η Gariboldi πρέπει, κατά συνέπεια, να υποχρεωθεί να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 479 134 ECU, ως κεφάλαιο, πλέον τόκων που υπολογίζονται με το επιτόκιο του Ευρωπαϋκού ταμείου νομισματικής συνεργασίας για τις συναλλαγές του σε ECU, που δημοσιεύεται την πρώτη ημέρα κάθε μήνα. Οι ασκούσες επιρροή ημερομηνίες για τον υπολογισμό των τόκων είναι η 31η Ιουλίου 1990, για την πρώτη κατάθεση των 204 031 ECU με επιτόκιο 10,25 % ετηρίως (4), και εκείνη της 20ής Απριλίου 1991, για τη δεύτερη κατάθεση των 275 103 ECU με επιτόκιο 10,75 % ετησίως (5). Επομένως, στο κεφάλαιο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, προστίθενται οι τόκοι οι οποίοι ανέρχονται σε 1 742 ECU ανά μήνα από 31 Ιουλίου 1991 και σε 2 464 ECU ανά μήνα από 20 Απριλίου 1991, μέχρις εξοφλήσεως.
Επί της αποζημιώσεως
31. Η Επιτροπή ζητεί επίσης να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη η Επιτροπή λόγω μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση. Το αίτημα αυτό βασίζεται στις διατάξεις του άρθρου 1453 του ιταλικού Αστικού Κώδικα, κατά το οποίο «στις ετεροβαρείς συμβάσεις, όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, ο άλλος μπορεί, κατ' εκλογήν, να ζητήσει την εκπλήρωση ή την καταγγελία της συμβάσεως, υπό την επιφύλαξη, εν πάση περιπτώσει, αποκαταστάσεως της ζημίας». Εξάλλου, για τον προσδιορισμό της ζημίας έχει εφαρμογή το άρθρο 1226 του ίδιου αυτού κώδικα, κατά το οποίο «αν το ακριβές ποσό της ζημίας δεν μπορεί να αποδειχθεί, τούτο εκτιμάται από τον δικαστή κατά δίκαιη κρίση».
32. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, υπέστη ζημία λόγω της μη εκπληρώσεως της συμβάσεως από τον συμβαλλόμενο, για τρεις διαφορετικούς λόγους, συγκεκριμένα δε διότι: α) η Επιτροπή κατέβαλε σημαντικά ποσά για ένα πρόγραμμα το οποίο δεν άρχισε καν· τα ποσά αυτά μπορούσαν να διατεθούν σε άλλες επιχειρήσεις στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος· β) η Επιτροπή κατασπατάλησε ασκόπως πόρους στην ατυχή διαχείριση των συμβατικών σχέσεων με τον συμβαλλόμενο· οι καταβληθείσες προσπάθειες την κατέστησαν πτωχότερη στο μέτρο που ήταν υποχρεωμένη να εκτρέψει ανθρώπινους και υλικούς πόρους από περισσότερο επωφελείς χρήσεις προς το γενικό συμφέρον και εκείνο του κοινοτικού οργάνου· γ) η Επιτροπή υπέστη ζημία υπό την έννοια της απώλειας της αξιοπιστίας του κοινοτικού οργάνου έναντι των άλλων κοινοτικών οργάνων, των κρατών μελών και των μελλοντικών συμβαλλομένων.
Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή ζητεί αποζημίωση ανερχόμενη σε 100 000 ECU, υπό την επιφύλαξη διαφορετικής εκτιμήσεως κατά τη δίκαιη κρίση του Δικαστηρίου.
33. Το αίτημα της Επιτροπής δεν πρέπει να γίνει δεκτό. Έστω και αν υποτεθεί ότι οι μόλις προηγουμένως αναφερθείσες καταστάσεις είναι θεωρητικά ικανές να δημιουργήσουν ευθύνη για τον συμβαλλόμενο, θεωρώ ότι η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση περί του βάρους αποδείξεως που, κατά τους σχετικούς κανόνες περί αδικοπραξιών στην ιταλική έννομη τάξη, φέρει ο αιτών την αποζημίωση (6). Υπενθυμίζω συγκεκριμένα ότι, κατ' εφαρμογήν της σχετικής αρχής του άρθρου 1223 του ιταλικού Αστικού Κώδικα, το δικαίωμα αποκαταστάσεως της ζημίας λόγω παραβάσεως συμβατικής υποχρεώσεως μπορεί να αναγνωριστεί, ελλείψει ρητής ειδικής ρήτρας στη σύμβαση, αποκλειστικά όταν ο διάδικος που θεωρεί ότι υπέστη βλάβη αποδείξει ότι, λόγω μη εκπληρώσεως, υπέστη περιουσιακή ζημία (damnum emergens) ή έχασε ευκαιρίες κέρδους (lucrum cessans) και ότι πρόκειται για την άμεση και ευθεία συνέπεια του παράνομου γεγονότος (πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια).
34. Οι ισχυρισμοί της Επιτροπής οι οποίοι, στην πραγματικότητα, είναι μάλλον γενικοί δεν επιτρέπουν να αποδειχθεί αν, εν προκειμένω, τα προαναφερθέντα στοιχεία συντρέχουν. Πράγματι, δεν είναι δυνατόν από τους ισχυρισμούς αυτούς να αντληθούν επαρκείς ενδείξεις προκειμένου να εκτιμηθεί τόσο η ύπαρξη της ζημίας που η Επιτροπή θεωρεί ότι υπέστη όσο και η σχέση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας αυτής και της εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους του συμβαλλομένου. Γενικότερα, όσον αφορά το πρώτο αναφερθέν στοιχείο, δεν διευκρινίστηκε για ποιον λόγο η μη πραγματοποίηση του προγράμματος και, επομένως, η αδυναμία διαθέσεως των πόρων σε άλλες επιχειρήσεις στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος προκάλεσαν ζημία στην Επιτροπή. Άλλωστε, η επιλογή του συμβαλλομένου ανταποκρίνεται σε αξιολόγηση στην οποία προέβη η ίδια η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τις εγγυήσεις αξιοπιστίας που προσφέρει ο συμβαλλόμενος για την ακριβόχρονη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων. Όσον αφορά το δεύτερο στοιχείο, η Επιτροπή δεν διευκρινίζει ποιοι πόροι έχουν «σπαταληθεί» για τη διαχείριση των συμβατικών σχέσεων με τις Cascina Laura και Gariboldi ούτε με ποιον τρόπο οι καταβληθείσες «προσπάθειες» για την εκ μέρους του συμβαλλομένου εκπλήρωση των υποχρεώσεών του προκάλεσαν ζημία στο κοινοτικό όργανο. Τέλος, έστω και αν υποτεθεί ότι το κοινοτικό όργανο μπορεί να υποστεί μη περιουσιακή ζημία λόγω μη εκπληρώσεως μιας συμβάσεως, δεν έχει προσκομιστεί καμία απόδειξη ως προς τη ζημία που υπέστη η Επιτροπή, υπό την έννοια της «απώλειας της αξιοπιστίας» έναντι τόσο των κρατών μελών όσο και των ιδιωτών, λόγω της μη πραγματοποιήσεως του προγράμματος που προέβλεπε η εν λόγω σύμβαση. Εν πάση περιπτώσει, ο κίνδυνος ότι ένας από τους συμβαλλομένους δεν θα τηρήσει τις υποχρεώσεις που υπέχει είναι συμφυής με οποιαδήποτε ετεροβαρή σύμβαση χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να συναχθεί, ως άμεση συνέπεια, προσβολή της αξιοπιστίας του αντισυμβαλλομένου.
35. Θεωρώ, τέλος, ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε την απόδειξη όσον αφορά το αίτημα περί αποκαταστάσεως της ζημίας που υπέστη λόγω μη εκπληρώσεως εκ μέρους του συμβαλλομένου και, επομένως, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
36. Επειδή η Gariboldi ηττήθηκε και η Επιτροπή είχε υποβάλει σχετικό αίτημα, η εναγομένη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Όσον αφορά την Cascina Laura, εφόσον η μερική παραίτηση οφείλεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά της τελευταίας, θεωρώ βάσιμο το αίτημα της Επιτροπής περί καταδίκης και της εταιρίας αυτής στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69, παράγραφος 5, του ίδιου αυτού κανονισμού.
37. Υπό το φως των προαναφερθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
«1) να υποχρεώσει την Gariboldi Engineering Company Srl να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 479 134 ECU ως κεφάλαιο, πλέον τόκων που ανέρχονται σε 1 742 ECU ανά μήνα από 31 Ιουλίου 1991 και σε 2 464 ECU ανά μήνα από 20 Απριλίου 1991, μέχρις εξοφλήσεως·
2) να απορρίψει το αίτημα της Επιτροπής περί αποζημιώσεως·
3) να καταδικάσει την Gariboldi Engineering Company Srl και την Cascina Laura Sas di arch. Aldo Delbς e C. στα δικαστικά έξοδα εις ολόκληρον.»
(1) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προαγωγή, μέσω χρηματοδοτικής ενίσχυσης, σχεδίων επίδειξης και προτύπων βιομηχανικών σχεδίων στον ενεργειακό τομέα (ΕΕ L 350, σ. 29).
(2) - Cass. civ., απόφαση της 13ης Μαρτίου 1987, αριθ. 2623.
(3) - Βλ. το σημείο Ι του παραρτήματος ΙΙ, με τίτλο «Τρόποι πληρωμής».
(4) - ΕΕ 1990, C 163, σ. 1.
(5) - ΕΕ 1991, C 86, σ. 1.
(6) - Κατά την πάγια νομολογία του Corte suprema di cassazione, «η εκκαθάριση της αποζημιώσεως, έστω και αν γίνεται κατά δίκαιη κρίση, προϋποθέτει ότι έχει προηγουμένως αποδειχθεί, από τον διάδικο που φέρεται ότι υπέστη βλάβη, η ύπαρξη ζημίας». Βλ., ιδίως, Cass. Civ., απόφαση της 19ης Μαρτίου 1990, αριθ. 1837.
Full & Egal Universal Law Academy