Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η παρούσα υπόθεση αφορά τους περιορισμούς στην εκτροφή μελισσών, πλην των καφετιών μελισσών, στο μικρό και μακρινό δανικό νησί του Lζsψ, που βρίσκεται 22 km από την ηπειρωτική χώρα. Στην υπόθεση αυτή ανακύπτουν, ιδίως, ζητήματα σχετικά με το αν τέτοιοι περιορισμοί εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ περί των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν οι περιορισμοί αυτοί δικαιολογούνται.
2 Ο Δανός Υπουργός Γεωργίας και Αλιείας, σύμφωνα με τις εξουσίες που διαθέτει δυνάμει εξουσιοδοτήσεως της δανικής νομοθεσίας (1) περί θεσπίσεως μέτρων που αποβλέπουν στη διασφάλιση της πρόσφορης εκτροφής μελισσών, εξέδωσε στις 24 Ιουνίου 1993 την κανονιστική απόφαση 528 περί της μελισσοκομίας στο νησί Lζsψ (Bekendtgψrelse om biavl pε Lζsψ, στο εξής: κανονιστική απόφαση). Η κανονιστική αυτή απόφαση απαγορεύει την κατοχή στο νησί συλλεκτριών μελισσών που δεν ανήκουν στη φυλή Apis mellifera mellifera (καφετιά μέλισσα του Lζsψ) (2). Οι υφιστάμενες κυψέλες έπρεπε να καταστραφούν ή να απομακρυνθούν από το νησί πριν από τις 15 Αυγούστου 1993, εκτός αν η βασίλισσα αντικατασταθεί από γονιμοποιημένη ήδη βασίλισσα ανήκουσα στην εν λόγω φυλή (3). Για όλες τις ζημίες που θα προέκυπταν από την καταστροφή μιας κυψέλης σύμφωνα με την κανονιστική απόφαση θα καταβαλλόταν πλήρης αποζημίωση από το Δανικό Δημόσιο (4). Απαγορεύεται επίσης η εισαγωγή στο νησί οικόσιτων μελισσών, αναπαραγωγικών ουσιών οικόσιτων μελισσών και υλικό μελισσοκομίας που χρησιμοποιήθηκε και δεν έχει καθαριστεί (5). Οποιαδήποτε παράβαση της κανονιστικής αποφάσεως επισύρει την επιβολή προστίμου (6).
3 Κατά του Ditlev Bluhme (στο εξής: κατηγορούμενος) ασκήθηκε ποινική δίωξη ενώπιον του Kriminalretten i Frederikshavn (στο εξής: εθνικό δικαστήριο) επειδή επέμενε να έχει στην κατοχή του στο νησί κυψέλη μελισσών άλλης φυλής πλην της φυλής Apis mellifera mellifera (καφετιά μέλισσα του Lζsψ) μετά την έναρξη ισχύος της κανονιστικής αποφάσεως, χωρίς να έχει αντικαταστήσει τη βασίλισσα με γονιμοποιημένη ήδη βασίλισσα αυτής της φυλής. Ο κατηγορούμενος προέβαλε ότι η κανονιστική απόφαση συνιστούσε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την εισαγωγή, αντίθετο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (στο εξής: Συνθήκη). Εξάλλου, ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω καφετιά μέλισσα δεν ήταν μια καθαρόαιμη φυλή η οποία χαρακτήριζε ειδικά το νησί και της οποίας τα μέλη απειλούνταν με εξαφάνιση, αλλά ότι, στην πραγματικότητα, απαντάται σε ολόκληρο τον κόσμο, οπότε δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 36 της Συνθήκης προς δικαιολόγηση του περιορισμού. Η εισαγγελική αρχή υποστήριξε ότι το άρθρο 30 δεν είχε εφαρμογή δεδομένου ότι η κανονιστική απόφαση ανέπτυσσε αποτελέσματα αποκλειστικά εντός της Δανίας και ουδόλως περιόριζε τις εισαγωγές.
4 Το εθνικό δικαστήριο εξέτασε επίσης την ενδεχόμενη επίπτωση της οδηγίας 91/174/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1991, σχετικά με τους ζωοτεχνικούς και γενεαλογικούς όρους που διέπουν την εμπορία ζώων φυλής (ράτσας) και σχετικά με την τροποποίηση των οδηγιών 77/504/ΕΟΚ και 90/425/ΕΟΚ (7). Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 91/174, νοείται ως «ζώο φυλής (ράτσας)» «κάθε ζώο εκτροφής το οποίο καλύπτεται από το παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης, για την εμπορία του οποίου δεν έχουν ακόμα καθοριστεί ειδικότεροι ζωοτεχνικοί κοινοτικοί κανόνες και το οποίο εγγράφεται ή καταχωρείται σε μητρώο ή γενεαλογικό βιβλίο το οποίο τηρεί ανεγνωρισμένη οργάνωση ή ένωση κτηνοτρόφων». Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε «να μην απαγορεύεται, περιορίζεται ή παρεμποδίζεται, για ζωοτεχνικούς ή γενεαλογικούς λόγους, η εμπορία ζώων φυλής (ράτσας), καθώς και του σπέρματος, των ωαρίων ή των εμβρύων τους» και ότι τα κριτήρια εγκρίσεως και αναγνωρίσεως των οργανώσεων ή ενώσεων κτηνοτρόφων, τα κριτήρια εγγραφής ή καταχωρήσεως στα μητρώα και στα γενεαλογικά βιβλία, καθώς και τα κριτήρια αποδοχής ζώων φυλής (ράτσας) για την αναπαραγωγή, τη χρησιμοποίηση του σπέρματος, των ωαρίων ή των εμβρύων τους, να καταρτίζονται με τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις. Ωστόσο, «μέχρις ότου υλοποιηθούν οι ενδεχόμενες λεπτομέρειες εφαρμογής που προβλέπονται στο άρθρο 6 [της οδηγίας], εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι εθνικές νομοθεσίες στα πλαίσια τήρησης των γενικών διατάξεων της Συνθήκης».
5 Το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να ζητήσει από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης, την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής ερωτημάτων:
«Ι - Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ:
1) Μπορεί το άρθρο 30 της Συνθήκης να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι κράτος μέλος μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να θεσπίσει κανόνες με τους οποίους απαγορεύεται η κατοχή - και επομένως η εισαγωγή - οποιουδήποτε άλλου είδους μελισσών εκτός από μέλισσες της φυλής Apis mellifera mellifera (καφετιές μέλισσες του Lζsψ) σε ορισμένο νησί του οικείου κράτους, π.χ. σε ένα νησί 114 km2, του οποίου το ένα ήμισυ αποτελείται από χωριά, μικρά χωριά με λιμάνι, χρησιμοποιείται για τουριστική εκμετάλλευση ή για τη γεωργία, ενώ το άλλο ήμισυ αποτελείται από ακαλλιέργητες εκτάσεις, δηλαδή άγρια βλάστηση, ρεικοτόπους, λειβάδια, αλυκές και αμμοτόπους καθώς και εκτάσεις με αμμμολόφους, και το οποίο την 1η Ιανουαρίου 1997 είχε πληθυσμό 2 365 άτομα, είναι δε ένα νησί όπου οι δυνατότητες ασκήσεως δραστηριοτήτων βιοπορισμού είναι γενικώς περιορισμένες, πλην όμως η μελισσοκομία είναι μία από τις ελάχιστες δυνατές δραστηριότητες βιοπορισμού λόγω της ιδιαίτερης χλωρίδας του νησιού και μεγάλων ακαλλιέργητων εκτάσεων που αποτελούν αντικείμενο εκτατικής εκμεταλλεύσεως;
2) Αν ένα κράτος μέλος μπορεί να θεσπίσει τέτοιους κανόνες, ζητείται από το Δικαστήριο να προσδιορίσει γενικώς τις σχετικές προϋποθέσεις, συγκεκριμένα δε:
α) Μπορεί κράτος μέλος να θεσπίσει κανόνες, όπως τους εκτιθέμενους στο ερώτημα 1, καθόσον οι κανόνες αυτοί αφορούν αποκλειστικά ένα νησί, όπως αυτό που περιγράφεται, επομένως καθόσον η ισχύς των κανόνων αυτών είναι γεωγραφικώς περιορισμένη;
β) Μπορεί κράτος μέλος να θεσπίσει κανόνες όπως τους περιγραφομένους στο ερώτημα 1, όταν οι κανόνες αυτοί στηρίζονται στο γεγονός ότι είναι επιθυμητή η προστασία της φυλής μελισσών Apis mellifera mellifera από εξαφάνιση, πράγμα που μπορεί να επιτευχθεί, κατά την άποψη του κράτους μέλους, μέσω αποκλεισμού όλων των άλλων φυλών μελισσών από το εν λόγω νησί;
Στην παρούσα ποινική υπόθεση, η οποία αποτελεί την αφορμή για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος, ο κατηγορούμενος αμφισβητεί
- ότι υφίσταται καν η φυλή Apis mellifera mellifera και εξέθεσε ότι οι μέλισσες που ήδη υφίστανται στο Lζsψ αποτελούν διασταύρωση διαφόρων φυλών μελισσών,
- ότι οι καφετιές μέλισσες, που υφίστανται στο Lζsψ δεν αποτελούν μοναδικό είδος, αλλά απαντούν σε πολλά μέρη του κόσμου και
- ότι οι εν λόγω μέλισσες δεν απειλούνται από εξαφάνιση.
Επομένως, ζητείται με την απάντηση να διευκρινισθεί αν αρκεί το ότι το οικείο κράτος μέλος κρίνει σκόπιμο ή αναγκαίο να θεσπίσει κανόνες ως μερικό μέτρο διασφαλίσεως του εν λόγω πληθυσμού μελισσών ή αν πρέπει συγχρόνως να θεωρηθεί ως προϋπόθεση το ότι υφίσταται η φυλή των μελισσών και/ή ότι είναι η μοναδική υφιστάμενη φυλή και/ή ότι απειλείται από εξαφάνιση στην περίπτωση κατά την οποία η επιβολή της απαγορεύσεως είναι άκυρη ή δεν μπορεί να επιβληθεί.
γ) Εάν ούτε βάσει της αιτιολογίας, που εκτίθεται στις περιπτώσεις αα ή ββ, δεν μπορεί να καταστεί νόμιμη η θέσπιση αυτών των κανόνων, μπορεί εντούτοις να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό μέσω συνδυασμού των δύο αυτών προϋποθέσεων;
ΙΙ - Όσον αφορά την οδηγία 91/174/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1991, σχετικά με τους ζωωοτεχνικούς και γενεαλογικούς όρους που διέπουν την εμπορία ζώων φυλής (ράτσας):
1) Σε ποιες περιπτώσεις αποτελεί μια μέλισσα ζώο φυλής (ράτσας) κατά την έννοια με την οποία χρησιμοποιείται η λέξη αυτή στο άρθρο 2 της οδηγίας; Αποτελεί, π.χ., μια κίτρινη μέλισσα ζώο φυλής (ράτσας);
2) Ποιοι είναι οι ζωοτεχνικοί λόγοι (άρθρο 2 της οδηγίας);
3) Ποιοι είναι οι γενεαλογικοί λόγοι (άρθρο 2 της οδηγίας);
4) Έχει η οδηγία την έννοια ότι κράτος μέλος, ανεξαρτήτως της οδηγίας, μπορεί να απαγορεύσει την εισαγωγή ή τη διατήρηση όλων των άλλων μελισσών πλην των μελισσών της φυλής Apis mellifera mellifera σ' ένα νησί όπως το περιγραφόμενο στο τμήμα Ι, ερώτημα 1;
Εάν κράτος μέλος μπορεί να το πράξει αυτό υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ζητείται να προσδιορισθούν οι προϋποθέσεις αυτές.»
Παρατηρήσεις
6 Γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις υπέβαλαν ο κατηγορούμενος, το Βασίλειο της Δανίας, η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων. Το Βασίλειο της Νορβηγίας κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις.
7 Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι πρέπει να τεκμαίρεται η ύπαρξη ενδοκοινοτικού εμπορίου μελισσών, δεδομένου ότι τούτο ρυθμίζεται ρητά με το άρθρο 8 της οδηγίας 92/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1992 (8). Επιπλέον, το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής ορίζει ότι δεν πρέπει να περιορίζεται το εμπόριο για λόγους υγειονομικού ελέγχου εκτός αυτών που αναφέρονται στην εν λόγω οδηγία ή σε άλλο κοινοτικό κείμενο. Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει επίσης ότι ακόμη και οι περιορισμοί στην εμπορία εμπορευμάτων οι οποίοι έχουν εφαρμογή μόνο στο εσωτερικό του κράτους ή ακόμη σε τμήμα μόνον της επικράτειας κράτους μέλους υπόκεινται στην απαγόρευση, προβλεπόμενη στο άρθρο 30 της Συνθήκης, των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς, πραγματικούς ή δυνητικούς, άμεσους ή έμμεσους, κατά την εισαγωγή (9). Η παρούσα υπόθεση δεν έχει χαρακτήρα καθαρά εσωτερικό δεδομένου ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος έχει άδεια εισαγωγής και εξαγωγής μελισσών και, αν ληφθεί υπόψη η μεγαλύτερη παραγωγικότητα και αντίσταση των κίτρινων μελισσών στις ασθένειες, η στροφή στην εκτροφή καφετιών μελισσών θα επηρεάσει σοβαρά το βιοτικό του επίπεδο. Ο περιορισμός δεν επιβάλλεται από την οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (10), έστω και αν το Lζsψ ορίστηκε ως οικότοπος, δεδομένου ότι η καφετιά μέλισσα δεν περιλαμβάνεται στους πίνακες που επισυνάπτονται στο παράρτημα και, εν πάση περιπτώσει, είναι οικόσιτο ζώο.
8 Ο κατηγορούμενος θεωρεί ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει την ενδεχόμενη δικαιολόγηση του περιορισμού βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης διότι δεν έγινε επίκληση της διατάξεως αυτής από το εθνικό δικαστήριο. Σε περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως αυτής, το βάρος αποδείξεως φέρει το Βασίλειο της Δανίας. Ουδόλως τίθεται ζήτημα απειλής της υγείας των μελισσών στο νησί εξαιτίας μιας ασθένειας. Ο κατηγορούμενος προσκομίζει αποδείξεις ότι η καφετιά μέλισσα δεν είναι απειλούμενη φυλή: όχι μόνον η παρουσία της δεν περιορίζεται σε μικρά τμήματα του Ηνωμένου Βασιλείου, της Σουηδίας, της Νορβηγίας και του Lζsψ, αλλά βρίσκεται σε μεγάλο αριθμό στη Νότια Αφρική, την Τασμανία και τη Νότια Αμερική. Επιπροσθέτως, μελέτες σχετικά με τον πληθυσμό της καφετιάς μέλισσας στο Lζsψ απέδειξαν ότι πρόκειται για υβριδικό μάλλον παρά καθαρό τύπο της Apis mellifera mellifera. Ακόμη και στην περίπτωση που τα θεσπισθέντα από το Βασίλειο της Δανίας μέτρα επιδοκιμάζονται από το κοινοτικό δίκαιο προκειμένου να διατηρηθεί η καφετιά μέλισσα στο Lζsψ, επιβάλλεται να θεωρηθεί ότι ο περιορισμός που επιβάλλεται με την κανονιστική απόφαση είναι δυσανάλογος, αυτό δε τόσο εξαιτίας του καταναγκαστικού μάλλον παρά εκούσιου χαρακτήρα του (όπως συμβαίνει στη Νορβηγία), όσο και λόγω του ότι αποκλείει ακόμη και την εισαγωγή γενετικώς ίδιων καφετιών μελισσών καταγωγής άλλων περιοχών πλην του Lζsψ, παρέχοντας έτσι λαβή προς δημιουργία διακρίσεων.
9 Ο κατηγορούμενος θεωρεί ότι η οδηγία 91/174 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση των μελισσών και η επιλογή, από τους καλλιεργητές, των ζώων που επιθυμούν να εκτρέφουν, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για κτήνη ή μέλισσες, δεν πρέπει να αποτελεί αντικείμενο κανενός περιορισμού.
10 Το Βασίλειο της Δανίας υποστηρίζει ότι η οδηγία 91/174 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι οι επίδικες εθνικές διατάξεις δεν αποτελούν περιορισμούς στο εμπόριο ή στην αναπαραγωγή ζώων φυλής. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη την παράλειψη θεσπίσεως λεπτομερών κανόνων σχετικά με τις μέλισσες, η ένδικη διαφορά πρέπει να επιλυθεί σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις της Συνθήκης. Το Βασίλειο της Δανίας υποστηρίζει ότι τα αποτελέσματα της κανονιστικής αποφάσεως, βάσει της οποίας μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις σε άτομο το οποίο είχε στην κατοχή του ορισμένο είδος μελισσών σε συγκεκριμένο νησί το οποίο αντιπροσωπεύει μόλις το 0,3 % της εθνικής επικράτειας, είναι καθαρά εσωτερικά (11). Το Βασίλειο της Δανίας ζητεί από το Δικαστήριο να μην ακολουθήσει τη νομολογία που διαμορφώθηκε με την απόφαση Pistre κ.λπ. (12) στο μέτρο που η απόφαση αυτή επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 30 σε καθαρά εσωτερικές καταστάσεις. Ο περιορισμός δεν συνιστά δυσμενή διάκριση. Δεδομένου ότι θίγει μόνον την εκτροφή μελισσών και όχι την εισαγωγή τους και ότι μπορεί, επομένως, να εξομοιωθεί με κανόνα διέποντα το εμπόριο, το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν έχει εφαρμογή, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου Keck και Mithouard (13). Επικουρικώς, το Βασίλειο της Δανίας προβάλλει ότι τα αποτελέσματα της κανονιστικής αποφάσεως στο ενδοκοινοτικό εμπόριο είναι πάρα πολύ έμμεσα και αβέβαια (14), δεδομένου ότι τίποτε δεν αποδεικνύει ότι η εισαγωγή άλλων ειδών θα αυξηθεί αν οι περιορισμοί σχετικά με την εκτροφή μελισσών στο Lζsψ αρθούν, και ότι μόνον ένας περιορισμένος αριθμός επαγγελματιών μελισσοκόμων θίγεται. Εν πάση περιπτώσει, κάθε περιορισμός που δεν εισάγει διακρίσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο λόγω της εφαρμογής της κανονιστικής αποφάσεως δικαιολογείται από το γενικό συμφέρον για τη διατήρηση της βιολογικής ποικιλομορφίας, όπως προκύπτει από τη θέσπιση της οδηγίας 92/43 και την απόφαση του Συμβουλίου να συνάψει τη Σύμβαση του Ρίο για τη βιολογική ποικιλομορφία, της 5ης Ιουνίου 1992 (15). Οι περιορισμοί που επιβάλλει η κανονιστική απόφαση είναι σύμφωνοι προς την αρχή της «επιτόπου διατηρήσεως», που καθιερώνει η Σύμβαση του Ρίο. Σύμφωνα με σειρά μελετών που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 1986 και 1996, η καφετιά μέλισσα του Lζsψ αποτελεί ένα πάρα πολύ καθαρό τύπο της φυλής Apis mellifera mellifera, με ένα χωριστό τμήμα DNA. Ωστόσο καθίσταται όλο και περισσότερο σπάνια στο νησί και η καθαρότητα του γενετικού της υλικού απειλείται λόγω του υπολειμματικού χαρακτήρα των γονιδίων της σε σχέση με εκείνα της κίτρινης μέλισσας, περισσότερο κοινής. Η κανονιστική απόφαση είναι ανάλογη προς τον σκοπό της, δεδομένου ότι η επιλογή αντικαταστάσεως των μελισσών με γονιμοποιημένες ήδη καφετιές βασίλισσες είναι λιγότερο περιοριστική από την απαίτηση αντικαταστάσεως όλων των κυψελών πλην εκείνων της καφετιάς μέλισσας του Lζsψ.
11 Η Ιταλική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Νορβηγίας υποστηρίζουν, γενικώς, τα επιχειρήματα του Βασιλείου της Δανίας. Το Βασίλειο της Νορβηγίας προβάλλει ότι η δημιουργία ζωνών καθαρόαιμης φυλής εντός ενός κράτους μέλους, προκειμένου να αποφεύγεται οποιαδήποτε διασταύρωση, δεν δημιουργεί διακρίσεις και δεν θίγει τη γενική ελευθερία του εμπορίου (16), παρά μόνον κατά τρόπο έμμεσο και αβέβαιο (17). Στην περίπτωση που το άρθρο 30 θα είχε εφαρμογή, η κανονιστική απόφαση δικαιολογείται τόσο βάσει του άρθρου 36, όσο και βάσει της επιτακτικής απαιτήσεως προστασίας του περιβάλλοντος. Η καφετιά συλλέκτρια μέλισσα καταγωγής Ευρώπης Apis mellifera mellifera απειλείται με εξαφάνιση· έτσι, στη Νορβηγία ο πληθυσμός της μειώθηκε κατά δύο τρίτα μεταξύ 1980 και 1997. Τα θεσπισθέντα μέτρα δεν είναι περισσότερο περιοριστικά από ό,τι είναι αναγκαίο και είναι ανάλογα προς τα θεσπισθέντα στη Νορβηγία, όπου δημιουργήθηκε επί εθελουσίας βάσεως μια περιοχή 35 000 km2 για την καθαρόαιμη φυλή της καφετιάς μέλισσας. Αυτός ο τρόπος ενεργείας είναι σύμφωνος προς το άρθρο 8 της Συμβάσεως του Ρίο.
12 Η Επιτροπή προβάλλει ότι οι περιορισμοί που θεσπίζονται για ένα μόνο τμήμα της επικράτειας κράτους μέλους μπορεί να είναι αντίθετη προς το άρθρο 30 της Συνθήκης (18). Αν χρησιμοποιηθούν οι όροι της αποφάσεις Keck και Mithouard, ο επίδικος περιορισμός είναι κανόνας που διέπει μάλλον την παραγωγή παρά την εμπορία και επηρεάζει τον ανταγωνισμό μεταξύ των μελισσοκόμων καφετιάς μέλισσας και των μελισσοκόμων κίτρινης μέλισσας στο νησί. Επομένως, τα αποτελέσματα της κανονιστικής αποφάσεως επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου δεν είναι καθαρά υποθετικού χαρακτήρα (19). Επιπροσθέτως, η εφαρμογή του άρθρου 30 δεν είναι συνάρτηση της εκτάσεως του εμποδίου στο εμπόριο (20). Η αναφορά του άρθρου 36 της Συνθήκης στην υγεία και στη ζωή των ζώων πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι σκοπεί την προστασία ολόκληρων ειδών ή υποειδών, ή ακόμη υποομάδων ενός είδους ή υποείδους, προκειμένου να αποφευχθεί η εξαφάνισή τους ή για επιστημονικές ανάγκες ή ανάγκες που συνδέονται με την εκτροφή. Ακόμη και αν η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι η καφετιά μέλισσα του Lζsψ είναι χωριστό υποείδος σε γενετικό επίπεδο, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τον βαθμό προστασίας των ειδών, υποειδών ή υποομάδων (21). Προκειμένου να τύχει εφαρμογής το άρθρο 36 της Συνθήκης, θα πρέπει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να αποδείξει (22) ότι ένα εθνικό μέτρο μπορεί όντως να επιτρέψει την επίτευξη της επιδιωκόμενης προστασίας και δεν υπάρχουν λιγότερο περιοριστικά μέτρα για την επίτευξη ενός από τους στόχους που εξειδικεύονται στο εν λόγω μέτρο. Ωστόσο, το εθνικό μέτρο εισάγει διάκριση και είναι αδικαιολόγητο εφόσον αποκλείει την εισαγωγή καφετιών μελισσών που γενετικώς είναι οι ίδιες με αυτές του Lζsψ.
13 Η Επιτροπή προβάλλει ότι, μολονότι οι μέλισσες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/174, η οποία έχει εφαρμογή σε «κάθε ζώο εκτροφής το οποίο καλύπτεται από το παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης» (23), η μη θέσπιση μέτρων, σχετικά με τις μέλισσες, βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας έχει ως συνέπεια ότι η υπόθεση πρέπει να κριθεί σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης, των οποίων έγινε ήδη επίκληση.
Ανάλυση
Μέρος II των ερωτημάτων του εθνικού δικαστηρίου
14 Με την απάντηση στο μέρος II των υποβληθέντων ερωτημάτων, δεν είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί αν οι μέλισσες θεωρούνται ως ζώα φυλής κατά την έννοια της οδηγίας 91/174. Δεδομένου ότι, όπως προβάλλει η Επιτροπή, δεν υπάρχουν διατάξεις εφαρμογής θεσπισθείσες σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας, σχετικά με τις μέλισσες, η τελευταία φράση του άρθρου 2 έχει εφαρμογή και «εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι εθνικές νομοθεσίες στα πλαίσια τήρησης των γενικών διατάξεων της Συνθήκης». Κατά συνέπεια, ακόμη και αν οι μέλισσες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/174, τα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο σχετικά με την οδηγία αυτή πρέπει να ερμηνευθούν ως να έθεταν τα ίδια προβλήματα με αυτά που θέτουν τα ερωτήματα στο μέρος Ι: πρώτον, το ζήτημα αν οι δανικοί κανόνες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης και, δεύτερον, το ζήτημα αν οι εν λόγω κανόνες μπορούν να δικαιολογηθούν είτε εν αναφορά προς το άρθρο 36 είτε ως επιτακτικές απαιτήσεις της εθνικής νομοθεσίας εξυπηρετούσες σκοπό γενικού συμφέροντος.
Μέρος I των ερωτημάτων του εθνικού δικαστηρίου
i) Άρθρο 30 της Συνθήκης
15 Από της αποφάσεως Dassonville (24), το Δικαστήριο επιβεβαιώνει σταθερά ότι «κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών που είναι ικανή να επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει να θεωρείται μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς». Το Δικαστήριο περιγράφει τους περιορισμούς κατά την εισαγωγή ως «τη μεγίστη μορφή απαγορεύσεως» (25). Σύμφωνα με την απόφαση Cassis de Dijon (26), κρίθηκε επίσης ότι «μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορευόμενα από το άρθρο 30, αποτελούν τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που δημιουργεί, ελλείψει εναρμονίσεως των νομοθεσιών, η επί των εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων κρατών μελών όπου αυτά νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εφαρμογή κανόνων που αφορούν τους όρους στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα εμπορεύματα αυτά (όπως αυτοί που αφορούν την ονομασία, τη μορφή, τις διαστάσεις, το βάρος, τη σύνθεση, την παρουσίαση, τη σήμανση, τη συσκευασία τους), ακόμη και αν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως σε όλα τα προϋόντα, εφόσον η εφαρμογή τους δεν δικαιολογείται από κάποιο στόχο ειδικού συμφέροντος ικανό να υπερισχύσει των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων» (27).
16 Προτού εξετάσω το ζήτημα αν η κανονιστική απόφαση αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την εισαγωγή και, ιδίως, αν αποτελεί περιορισμό εισάγοντα διακρίσεις ή εφαρμοζόμενο αδιακρίτως, νομίζω ότι είναι αναγκαίο να εξετάσω ορισμένες προκαταρκτικές αντιρρήσεις σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης στην παρούσα υπόθεση. Οι αντιρρήσεις αυτές σχετίζονται με το περιορισμένο εδαφικό πεδίο εφαρμογής της κανονιστικής αποφάσεως, το περιορισμένο, ως προς τον όγκο, αποτέλεσμά της στο εμπόριο, τον φερόμενο αβέβαιο και έμμεσο χαρακτήρα της ενδεχόμενης επιπτώσεως στο εμπόριο, την εφαρμογή της νομολογίας Keck και Mithouard και τον φερόμενο εσωτερικό χαρακτήρα της παρούσας διαφοράς.
17 Το Δικαστήριο έκρινε ότι εθνικός κανόνας που έχει περιορισμένο εδαφικό πεδίο εφαρμογής επειδή ισχύει μόνο σε μια κοινότητα ή τμήμα της εθνικής επικράτειας «δεν μπορεί να αποφύγει τον χαρακτηρισμό του ως μέτρου που οδηγεί σε διακρίσεις ή προστατευτισμό, κατά την έννοια των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, με τη δικαιολογία ότι πλήττει τόσο τις πωλήσεις των προϋόντων που προέρχονται από άλλα τμήματα της εθνικής επικράτειας όσο και τις πωλήσεις των προϋόντων που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη» (28). Έτσι, το γεγονός ότι η κανονιστική απόφαση περιορίζει την εισαγωγή και την εκτροφή μελισσών αποκλειστικά στο νησί Lζsψ δεν εμποδίζει, κατ' αρχήν, την εξέταση της εν λόγω κανονιστικής αποφάσεως υπό το φως των επιταγών του άρθρου 30 της Συνθήκης. Συμφωνώ με τη δήλωση στην οποία προέβη κατά την προφορική διαδικασία ο εκπρόσωπος της Επιτροπής, κατά την οποία η ορθή προσέγγιση ενός περιορισμού που επιβάλλει ένα κράτος μέλος συνίσταται στο να τεθεί το ερώτημα ποια θα ήταν η κατάσταση αν ο περιορισμός είχε εφαρμογή σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια.
18 Είναι επίσης σαφές ότι το περιορισμένο αποτέλεσμα, ως προς τον όγκο, της κανονιστικής αποφάσεως επί του εμπορίου δεν μπορεί, καθ' αυτό, να εμποδίσει την εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Van de Haar, «το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν διακρίνει μεταξύ των μέτρων που μπορούν να χαρακτηριστούν ως μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό αναλόγως του βαθμού κατά τον οποίο επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών» (29). Το άρθρο 30 απαγορεύει τα εθνικά μέτρα που είναι δυνατό να παρεμποδίσουν τις εισαγωγές «έστω και αν το εμπόδιο είναι μικρό ή αν υπάρχουν και άλλες δυνατότητες διαθέσεως των εισαγομένων προϋόντων» (30). Ένα νομοθετικό μέτρο γενικής εφαρμογής το οποίο επηρεάζει την άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας για όλα τα πρόσωπα και τις επιχειρήσεις σε συγκεκριμένο τμήμα της εθνικής επικράτειας είναι, κατά την άποψή μου, πάντοτε ικανό να παρεμποδίσει το εμπόριο.
19 Υπό το φως των αποφάσεων που εκδόθηκαν στην υπόθεση Peralta, καθώς και σε άλλες υποθέσεις, υποστηρίχθηκε ότι «τα περιοριστικά αποτελέσματα που [η κανονιστική απόφαση] θα μπορούσε να έχει επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων έχουν τόσο τυχαίο και έμμεσο χαρακτήρα ώστε η υποχρέωση που θεσπίζει η νομοθεσία αυτή να θεωρηθεί ως ικανή να παρεμποδίσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών» (31). Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, στο μέτρο που συγχέει τον βαθμό του αποτελέσματος του περιορισμού και την ένταση της σχέσεως αιτιότητας. Στην υπόθεση Peralta, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι επίδικοι κανόνες επηρέαζαν το σύνολο των θαλασσίων μεταφορών εμπορευμάτων· στην υπόθεση DIP, ότι παρεμπόδιζαν, γενικά, την λιανική πώληση σε ολόκληρη την Ιταλία· στην υπόθεση Krantz, ότι επηρέαζαν την πώληση αγαθών με δόσεις στις Κάτω Ξώρες και, στην υπόθεση CMC Motorradcenter, ότι παρεμπόδιζαν την παράλληλη εμπορία εμπορευμάτων που αποτελούσαν αντικείμενο εγγυήσεων τις οποίες δεν τηρούσαν οι αντιπρόσωποι της χώρας προορισμού. Ωστόσο, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των μέτρων αυτών και ενός ενδεχομένου αποτελέσματος στο ενδοκοινοτικό εμπόριο δεν ήταν παρά ζήτημα καθαρής τύχης, δηλαδή ότι, με άλλα λόγια, ήταν πολύ ασαφής. Το Δικαστήριο απλούστατα δεν ήταν έτοιμο να δεχθεί ότι οι εθνικοί κανόνες σχετικά με τις απορρίψεις που πραγματοποιούσαν τα πλοία, τον προγραμματισμό και τη χορήγηση εμπορικών αδειών, την κατάσχεση αγαθών στην κατοχή δυστροπούντων οφειλετών φόρου και στην παροχή καλοπίστως πληροφοριών κατά τη σύναψη συμβάσεων μπορούσαν να έχουν αισθητό αποτέλεσμα στο εμπόριο. Αντιθέτως, η επίδικη στην προκειμένη υπόθεση κανονιστική απόφαση έχει ευρεία και άμεση επίπτωση στο εμπόριο. Η εισαγωγή μελισσών καταγωγής άλλου κράτους μέλους σε ένα τμήμα της δανικής επικράτειας απαγορεύεται ευθέως. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο βαθμός του αποτελέσματος στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, όπως παρατηρήθηκε ήδη, δεν έχει σημασία (32).
20 Υποστηρίχθηκε επίσης ότι η κανονιστική απόφαση εξομοιώνεται απλώς με εθνική διάταξη σχετική με τους τρόπους πωλήσεως και, ως εκ τούτου, αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης, σύμφωνα με την απόφαση Keck και Mithouard. Ο ισχυρισμός αυτός φαίνεται να στηρίζεται στο γεγονός ότι η κανονιστική απόφαση δεν περιορίζει την εισαγωγή μελισσών στο δανικό έδαφος γενικά, αλλά περιορίζει απλώς τη διανομή τους σε τμήμα του εδάφους αυτού. Συναφώς, η Ιταλική Δημοκρατία πρότεινε μια συλλογιστική κατ' αναλογία επικαλούμενη την απόφαση Blesgen, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι οι περιορισμοί στον τομέα της εμπορίας ορισμένων αλκοολούχων ποτών σε χώρους ανοικτούς στο κοινό, που δεν επηρέαζαν άλλες μορφές εμπορίας των ίδιων ποτών (33), δεν ήταν αντίθετη προς το άρθρο 30. Κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Μολονότι ο περιορισμός αφορά αποκλειστικά ένα μικρό τμήμα του δανικού εδάφους, αναπτύσσει, στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής του, το αποτέλεσμα μιας πλήρους απαγορεύσεως εμπορίας των μελισσών πλην της καφετιάς μέλισσας καταγωγής του εν λόγω νησιού. Μολονότι μια απαγόρευση στον τομέα της εμπορίας μπορεί, υπό την καθαυτή έννοια του όρου, να περιγραφεί ως κανόνας «ο οποίος περιορίζει ή απαγορεύει ορισμένους τρόπους εμπορίας», μπορεί επίσης, στην παρούσα υπόθεση, να χαρακτηριστεί ως διάταξη έχουσα εφαρμογή στα προϋόντα. Μόνον τα προϋόντα, δηλαδή οι μέλισσες, ορισμένου χρώματος, μεγέθους και καταγωγής μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο ή να κατέχονται στο Lζsψ. Για να παραμεριστεί οποιαδήποτε αμφιβολία στον τομέα αυτόν, αρκεί η αναφορά στο καθοριστικό κριτήριο της αποφάσεως αυτής που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Keck και Mithouard, δηλαδή το κριτήριο προσβάσεως στην αγορά (34). Η πρόσβαση αυτή προφανώς παρεμποδίζεται όσον αφορά την αγορά του Lζsψ· κανένα άλλο μέσο εμπορίας των μελισσών που δεν προέρχονται από το Lζsψ δεν επιτρέπεται στο νησί (35).
21 Τέλος, υποστηρίχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, επειδή η διαφορά σχετίζεται με καθαρά εσωτερική υπόθεση. Δεν συμφωνώ με την άποψη αυτή. Είναι αλήθεια ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν μπορεί να έχει επίδραση στην εφαρμογή της κανονιστικής αποφάσεως επί της εμπορίας ή της εκτροφής στο Lζsψ μελισσών καταγωγής άλλων τμημάτων της Δανίας (36). Ωστόσο, από τις αγορεύσεις, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος είναι κάτοχος αδείας που του χορήγησαν οι δανικές αρχές για την εισαγωγή και εξαγωγή μελισσών. Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η κανονιστική απόφαση τον εμποδίζει να προβεί σε εισαγωγή, προελεύσεως άλλων χωρών πλην της Δανίας, μελισσών για τη μελισσοκομική του επιχείρηση στο Lζsψ, ή ότι οι βασίλισσες ή οι κυψέλες που υπήρχαν, τις οποίες οφείλει να αντικαταστήσει, ήσαν και αυτές εισαγωγής. Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι είναι σαφές ότι η κανονιστική απόφαση μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο στη Δανία προϋόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών. Υπό τις συνθήκες αυτές, κατά πάγια νομολογία εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο του συστήματος του άρθρου 177 της Συνθήκης, να εκτιμήσει, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, κατά πόσον τα ερωτήματα, για τα οποία ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, έχουν σημασία για την επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς (37). Αυτός ο τρόπος αντιμετωπίσεως των σχέσεων μεταξύ του Δικαστηρίου και του εθνικού δικαστηρίου εξακολουθεί πάντοτε να ισχύει, όπως κατέδειξε η απόφαση Giloy, με την οποία το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι ήταν έτοιμο να εξετάσει τις αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως όπου διατάξεις του κοινοτικού δικαίου χρησιμοποιούνται στο εθνικό δίκαιο «προκειμένου να προσδιοριστούν οι κανόνες που θα εφαρμοστούν σε καθαρώς εσωτερική κατάσταση του κράτους αυτού» (38).
22 Είναι δυνατόν να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η κανονιστική απόφαση επιβάλλει δυσμενή περιορισμό στο εμπόριο αν αναλυθεί υπό την έποψη της εμπορίας μελισσών του είδους Apis mellifera στο σύνολό του. Η κανονιστική απόφαση ευνοεί την εκτροφή στο Lζsψ μελισσών προελεύσεως Δανίας - δηλαδή του Lζsψ - μιας συγκεκριμένης φυλής μελισσών, της καφετιάς μέλισσας Apis mellifera mellifera, αποκλείοντας όλες τις άλλες μέλισσες, καφετιές ή κίτρινες, εισαγόμενες στο νησί προελεύσεως άλλων τμημάτων της Δανίας, άλλων κρατών μελών ή άλλων συμβαλλομένων μερών στη συμφωνία ΕΟΞ. Ελάχιστα ενδιαφέρει, κατά το επιχείρημα αυτό, ότι η κανονιστική απόφαση αποκλείει την εισαγωγή στο Lζsψ κίτρινων μελισσών Δανίας, έστω και εκείνων οι οποίες, αρχικά, είχαν εκτραφεί στο Lζsψ, όπως και οποιωνδήποτε άλλων καφετιών μελισσών Δανίας, που προέρχονται από οποιοδήποτε άλλο μέρος πλην του Lζsψ. Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται ευρέως από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η διαπίστωση της υπάρξεως δυσμενούς διακρίσεως «δεν θίγεται από το γεγονός ότι ένα τέτοιο προτιμησιακό σύστημα αναπτύσσει εξίσου τα περιοριστικά του αποτελέσματα τόσον όσον αφορά τα προϋόντα που κατασκευάζουν οι επιχειρήσεις του εν λόγω κράτους μέλους, οι οποίες δεν είναι εγκατεστημένες στην περιοχή την οποία αφορά το προτιμησιακό σύστημα, όσο και σχετικά με τα προϋόντα που κατασκευάζουν επιχειρήσεις εγκατεστημένες στα άλλα κράτη μέλη» (39). «Όμως, όλα τα προϋόντα που ευνοούνται από το προτιμησιακό σύστημα είναι εγχώρια προϋόντα (...)» (40). «Επομένως, για να χαρακτηριστεί το μέτρο αυτό ως μέτρο που οδηγεί σε διακρίσεις ή προστατευτισμό, δεν είναι αναγκαίο να έχει ως αποτέλεσμα να ευνοεί όλα τα εγχώρια προϋόντα ή να πλήττει μόνο τα εισαγόμενα προϋόντα και καθόλου τα εγχώρια» (41).
23 Επικουρικώς, είναι δυνατό, βάσει τουλάχιστον δύο στοιχείων, να υποστηριχθεί ότι η κανονιστική απόφαση δεν εισάγει διακρίσεις, στο μέτρο τουλάχιστον που θίγει τον κατηγορούμενο αλλά, αντιθέτως, συνιστά περιορισμό εφαρμοζόμενο αδιακρίτως στις εισαγωγές. Το γεγονός αυτό είναι ουσιώδες, δεδομένου ότι μόνον οι αδιακρίτως εφαρμοζόμενοι περιορισμοί μπορούν να δικαιολογούνται βάσει επιτακτικών απαιτήσεων γενικού συμφέροντος, όπως οι απορρέουσες από την προστασία του περιβάλλοντος (42). Αντιθέτως, τα εισάγοντα διακρίσεις μέτρα δεν εμπίπτουν στις διατάξεις που προβλέπει το άρθρο 36 της Συνθήκης. Πρώτον, όταν αναλύεται χωριστά το αποτέλεσμα της κανονιστικής αποφάσεως στο εμπόριο κάθε διαφορετικής φυλής μελισσών, φαίνεται ότι ασκεί δυσμενή διάκριση υπέρ της δανικής παραγωγής - και ιδίως εκείνης του Lζsψ - της καφετιάς μέλισσας Apis mellifera mellifera σε σχέση με τη μη δανική παραγωγή καφετιών μελισσών, εφαρμόζονται όμως αδιακρίτως όσον αφορά την κίτρινη μέλισσα (κυρίως την Apis mellifera ligustica). Οι κίτρινες μέλισσες απαγορεύονται στο Lζsψ, ανεξαρτήτως προελεύσεως, περιλαμβανομένων και των προελεύσεως Lζsψ. Είναι αλήθεια ότι η κανονιστική απόφαση δεν κάνει ρητή διάκριση μεταξύ των διαφόρων φυλών απαγορεύοντας την εισαγωγή οποιασδήποτε μέλισσας στο Lζsψ από μέρη εκτός του νησιού, ωστόσο οι παράγοντες που επηρεάζουν την εφαρμογή της κανονιστικής αποφάσεως υπό το φως του άρθρου 30 της Συνθήκης διαφέρουν αναλόγως του αν πρόκειται για καφετιές ή κίτρινες μέλισσες. Όσον αφορά τις πρώτες, ο αποκλεισμός μελισσών που ανήκουν στην ίδια φυλή με αυτήν της καφετιάς μέλισσας του Lζsψ μπορεί να δικαιολογηθεί από την ύπαρξη ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της καφετιάς μέλισσας του Lζsψ, χαρακτηριστικά τα οποία ωστόσο δεν κατέληξαν ακόμη σε χωριστή ταξινομική κατάταξη. Όσον αφορά τις κίτρινες μέλισσες, αντιθέτως, το γεγονός ότι ανήκουν σε διαφορετική φυλή επιτρέπει να αναγνωριστεί ευκολότερα ο αντικειμενικά διαφορετικός χαρακτήρας τους, οπότε οι κανόνες που ευνοούν μια φυλή σε σχέση με άλλη δεν πρέπει κατ' ανάγκη να θεωρούνται ως εισάγοντες διακρίσεις εφόσον αποβλέπουν σε νόμιμο σκοπό γενικού συμφέροντος, για τον οποίο η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης.
24 Ένα πρόσθετο επιχείρημα παρέχεται με την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση των αποβλήτων της Βαλονίας (43). Η υπόθεση αυτή αφορούσε τους κανόνες μιας βελγικής περιφερειακής διοικήσεως που απαγόρευαν την εισαγωγή αποβλήτων προελεύσεως άλλων περιοχών του Βελγίου ή αλλοδαπής προελεύσεως. Οι εν λόγω κανόνες έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθούν κανονικά ως εισάγοντες ευθέως διακρίσεις. Ωστόσο, με την απόφασή του το Δικαστήριο επέσυρε την προσοχή στους ειδικούς παράγοντες που μπορεί να ασκούν επιρροή όταν πρόκειται για εθνικούς κανόνες στον τομέα του περιβάλλοντος:
«Προς εκτίμηση του αν τα προκείμενα εμπόδια εισάγουν ή όχι δυσμενείς διακρίσεις, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη φύση των αποβλήτων. Πράγματι, η αρχή της αποφυγής βλαβών σε βάρος του περιβάλλοντος με ενέργειες με τις οποίες επιδιώκεται κατά προτεραιότητα η αντιμετώπιση του σχετικού προβλήματος στη βάση του, αρχή η οποία θεσπίζεται όσον αφορά τη δράση της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος με το άρθρο 130 Ρ, παράγραφος 2, της Συνθήκης, συνεπάγεται ότι εναπόκειται σε κάθε περιφέρεια, κοινότητα ή άλλη τοπική οντότητα να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την αποδοχή, την επεξεργασία και τη διάθεση των δικών τους αποβλήτων. Επομένως, τα απόβλητα αυτά πρέπει να διατίθενται σε τόπο όσο το δυνατό πλησιέστερο προς τον τόπο της παραγωγής τους, ώστε να περιορίζεται κατά το δυνατό η μεταφορά τους (...). Κατόπιν των ανωτέρω και λαμβανομένων υπόψη των διαφορών μεταξύ των παραγομένων σε κάθε τόπο αποβλήτων και της σχέσεως που έχουν προς τον τόπο παραγωγής τους, τα βαλλόμενα μέτρα δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις» (44).
25 Στην παρούσα υπόθεση, η κανονιστική απόφαση αποβλέπει στην προστασία ενός ιδιαίτερου πληθυσμού της φυλής Apis mellifera mellifera στον γεωγραφικό τομέα από τον οποίο κατάγεται και όπου αναπτύχθηκε ορισμένος αριθμός χωριστών μορφολογικών χαρακτηριστικών. Προς επίτευξη του στόχου αυτού, η εν λόγω κανονιστική απόφαση θέτει σε εφαρμογή προληπτικά μέτρα προοριζόμενα να παρεμποδίσουν τις διασταυρώσεις με την κίτρινη μέλισσα και ακόμη με άλλες καφετιές μέλισσες πλην εκείνων προελεύσεως του νησιού. Το μέτρο αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια εξαλείψεως στην πηγή της βλάβης που τέτοιες διασταυρώσεις προκαλούν στο περιβάλλον και διατηρήσεως της τοπικής βιολογικής ποικιλομορφίας. Ενόψει των στόχων αυτών, μπορεί να υποστηριχθεί ότι υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της καφετιάς μέλισσας του Lζsψ και των άλλων μελισσών, ανεξαρτήτως του αν είναι καφετιές ή κίτρινες. Αν γίνει δεκτό ότι υπάρχουν τέτοιες αντικειμενικές διαφορές μεταξύ της καφετιάς μέλισσας του Lζsψ και των άλλων μελισσών που αποκλείονται του νησιού βάσει της κανονιστικής αποφάσεως, αυτό συνεπάγεται ότι ο αποκλεισμός των τελευταίων δεν είχε χαρακτήρα δυσμενούς διακρίσεως. Όπως έχω αναφέρει, τέτοιες αντικειμενικές διαφορές είναι περισσότερο εύκολο να διαπιστωθούν όταν πρόκειται για την κίτρινη μέλισσα η οποία αποκλείεται του Lζsψ, ανεξαρτήτως προελεύσεώς της. Υπό την έποψη αυτή, ο αποκλεισμός αυτός εξακολουθεί να είναι, ασφαλώς, περιορισμός εφαρμοζόμενος αδιακρίτως στο εμπόριο μελισσών που δεν προέρχονται από το Lζsψ. Ακόμη και αν δεν υπάρχει βεβαιότητα ως προς το ζήτημα αν ο πληθυσμός των καφετιών μελισσών του Lζsψ έχει τέτοιες ιδιομορφίες ώστε να αξίζει προστασίας έναντι των διασταυρώσεων με οποιονδήποτε άλλο πληθυσμό μελισσών, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για καφετιές ή κίτρινες, νομίζω ότι, για τις ανάγκες της αναλύσεως των αποτελεσμάτων της στο εμπόριο κίτρινων μελισσών, η κανονιστική απόφαση μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο εφαρμοζόμενο αδιακρίτως.
26 Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η κανονιστική απόφαση αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, το οποίο, εφόσον επηρεάζει το εμπόριο κίτρινων μελισσών, εφαρμόζεται αδιακρίτως.
ii) Αιτιολόγηση
27 Ανεξάρτητα από το ζήτημα αν η κανονιστική απόφαση εφαρμόζεται αδιακρίτως ή εισάγει δυσμενή διάκριση, επιβάλλεται να εξεταστεί η δυνατότητα παρεκκλίσεως βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης πριν από τη δυνατότητα δικαιολογήσεως από επιτακτική απαίτηση γενικού συμφέροντος (45). Το κεντρικό ζήτημα ενόψει του συμβιβαστού της κανονιστικής αποφάσεως προς τη Συνθήκη είναι, κατά συνέπεια, το ζήτημα αν μπορεί να τύχει της παρεκκλίσεως του άρθρου 36 της Συνθήκης σχετικά με τις «απαγορεύσεις ή τους περιορισμούς εισαγωγών (...) που δικαιολογούνται από λόγους (...) προστασίας της υγείας και της ζωής (...) των ζώων». Κατά τη γνώμη μου, η παρέκκλιση αυτή εκτείνεται στην προστασία, υπό την έννοια της διατηρήσεως, ενός συγκεκριμένου πληθυσμού ζώων, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για είδος, υποείδος ή άλλη υποομάδα. Επομένως, τα εθνικά μέτρα που αποβλέπουν στην παρεμπόδιση εξαφανίσεως ενός τέτοιου πληθυσμού από ασθένεια ή το κυνήγι μπορεί να τύχουν, αν αυτό αποδεικνύεται αναγκαίο, της παρεκκλίσεως που επιτρέπει το άρθρο 36. Η απειλή εξαφανίσεως ενός συγκεκριμένου πληθυσμού λόγω διασταυρώσεων και η συνακόλουθη στις διασταυρώσεις αυτές απώλεια της ιδιομορφίας που τον χαρακτηρίζει δημιουργούν μάλλον διαφορετικές εκτιμήσεις. Πρόκειται για περισσότερο αργή και πιθανόν ανώδυνη διαδικασία. Δεν θα θέσει κατ' ανάγκη σε κίνδυνο τη ζωή οποιουδήποτε ατόμου που περιλαμβάνεται στον εν λόγω πληθυσμό, μολονότι αυτό εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα με την οποία τα επιζώντα μέλη της αρχικής ομάδας και τα μέλη της ομάδας που προέρχεται από τη διασταύρωση συναγωνίζονται για τον έλεγχο του εδάφους και των ελάχιστων πόρων. Ωστόσο, είμαι της γνώμης ότι τα εθνικά μέτρα που αποβλέπουν στη διατήρηση της ιδιομορφίας ορισμένων πληθυσμών ζώων πρέπει και αυτά να εμπίπτουν στο άρθρο 36 της Συνθήκης εφόσον πληρούνται κανονικά οι άλλες προϋποθέσεις που απαιτούνται προς επίκληση της παρεκκλίσεως αυτής. Το γενικό συμφέρον περί προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων και διατηρήσεως των φυτών δεν εξυπηρετείται επίσης όταν τα είδη ή άλλες υποομάδες ενός ζωικού πληθυσμού εξαφανίζονται σταδιακά ή υφίστανται μη αναστρέψιμες τροποποιήσεις λόγω ανεξέλεγκτης αναπαραγωγής, καθώς και όταν τα ζώντα σήμερα μέλη του είδους αυτού ή άλλης υποομάδας πεθαίνουν ή υποφέρουν από ασθένειες ή υφίστανται άλλες βλάβες κατά τρόπο περισσότερο άμεσο. Η ύπαρξη ενός τέτοιου γενικού συμφέροντος, κατά το άρθρο 36, για την προστασία της υπάρξεως και στο μέλλον των διαφόρων ζωικών πληθυσμών ως τέτοιων ενισχύεται από τον κοινοτικό στόχο που προβλέπει το άρθρο 130 Ρ της Συνθήκης, δηλαδή «τη συνετή και ορθολογική χρησιμοποίηση των φυσικών πόρων».
28 Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα δεχόταν μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 36, είναι, κατά τη γνώμη μου, δυνατό ένα περιοριστικό μέτρο εφαρμοζόμενο αδιακρίτως, επιβαλλόμενο με σκοπό την προστασία ενός συγκεκριμένου ζωικού πληθυσμού, να δικαιολογείται από την επιτακτική ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος (46). Η αιτιολόγηση αυτή επιβεβαιώνεται από τη Σύμβαση του Ρίο. Τα συμβαλλόμενα μέρα διακηρύσσουν «ότι η διατήρηση της βιολογικής ποικιλομορφίας αποτελεί κοινό προβληματισμό των ανθρώπων». Το άρθρο 2 της Συμβάσεως του Ρίο επιβεβαιώνει ότι αυτή έχει επίσης εφαρμογή στα «κατοικίδια ή καλλιεργούμενα είδη», δηλαδή «τα είδη τα οποία κατά τα στάδια της εξελικτικής διαδικασίας έχουν επηρεαστεί από τον άνθρωπο κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες του».
29 Το γεγονός ότι η Κοινότητα συνήψε τη Σύμβαση του Ρίο για τους τομείς οι οποίοι καλύπτονται από τη Σύμβαση και εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της δεν σημαίνει ότι οποιοδήποτε περιοριστικό μέτρο που θεσπίζει κράτος μέλος και είναι σύμφωνο με τη σύμβαση δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36 ή του γενικού συμφέροντος περί προστασίας του περιβάλλοντος. Σχετικά με το πρόβλημα της αιτιολογήσεως στην παρούσα υπόθεση, το εθνικό δικαστήριο εφιστά ιδίως την προσοχή στο περιορισμένο εδαφικό πεδίο εφαρμογής της κανονιστικής αποφάσεως, καθώς και στο ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ως προς τον βαθμό των διασταυρώσεων που έχουν ήδη γίνει στο Lζsψ και τη φερόμενη έλλειψη ιδιομορφίας της καφετιάς μέλισσας του Lζsψ, καθώς και στην απουσία οποιουδήποτε κινδύνου εξαφανίσεως από τον κόσμο της καφετιάς μέλισσας.
30 Το Δικαστήριο έκρινε ότι, ελλείψει κοινών κανόνων, στα κράτη μέλη εναπόκειται να καθορίζουν το επιθυμητό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας βάσει του άρθρου 36, καθώς και τον τρόπο επιτεύξεως του επιπέδου αυτού, υπό την επιφύλαξη των ορίων που επιβάλλει η Συνθήκη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η αρχή της αναλογικότητας (47). Αυτό σημαίνει ότι οι περιορισμοί πρέπει να ανταποκρίνονται σε «θεμιτό στόχο της υγειονομικής πολιτικής» και «πρέπει να περιορίζονται σε ό,τι είναι πράγματι αναγκαίο για τη διασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας», λαμβάνοντας υπόψη τα διαθέσιμα επιστημονικά αποτελέσματα (48).
31 Νομίζω ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να απολαύουν ενός περιθωρίου εκτιμήσεως ως προς την προστασία της ζωής των ζώων και ότι η προστασία ενός συγκεκριμένου πληθυσμού ζώων, έστω και κάτω του επιπέδου της φυλής, αποτελεί νόμιμο σκοπό κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης ή, ενδεχομένως, της επιτακτικής ανάγκης προστασίας του περιβάλλοντος. Το άρθρο 2 της Συμβάσεως του Ρίο ορίζει τη «βιολογική ποικιλομορφία» ως την «ποικιλία των ζώντων οργανισμών πάσης προελεύσεως» περιλαμβανομένης και της «ποικιλομορφίας εντός των ειδών». Η σύμβαση αποφεύγει να περιορίσει την προστασία της στα είδη ή στις φυλές, επιλέγοντας μάλλον τις γενικότερες περιγραφές των διαφόρων τύπων των οργανισμών στους οποίους αναφέρεται. Έτσι, κατά τον ορισμό της, οι «γενετικοί πόροι» αντιστοιχούν απλώς στο «γενετικό υλικό τρέχουσας ή εν δυνάμει αξίας» (49), χωρίς αναφορά σε ταξινομικές διακρίσεις που να έγιναν μεταξύ ειδών και φυλών, παραπέμποντας αποκλειστικά στα «ιδιαίτερα χαρακτηριστικά» που έχουν αναπτύξει τα κατοικίδια ή καλλιεργούμενα είδη (50). Αυτό είναι σύμφωνο προς την προσέγγιση που υιοθετήθηκε από ορισμένα άλλα διεθνή εργαλεία περί της προστασίας των αγρίων ειδών. Το άρθρο Ι, στοιχείο a, της Συμβάσεως περί του διεθνούς εμπορίου των ειδών της άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση, η οποία υπεγράφη στην Ουάσινγκτον στις 3 Μαρτίου 1973, ορίζει τον όρο «είδος», για τους σκοπούς της εν λόγω συμβάσεως, ως «κάθε είδος, φυλή, ή έναν από τους γεωγραφικά απομονωμένους πληθυσμούς τους». Το άρθρο 1 της Συμβάσεως της Βόννης περί της προστασίας των αποδημητικών ειδών που ανήκουν στην άγρια πανίδα ορίζει το «αποδημητικό είδος» ως «το σύνολο του πληθυσμού ή κάθε γεωγραφικώς χωριστό τμήμα του πληθυσμού οποιουδήποτε είδους ή οποιασδήποτε μικρότερης υποδιαιρέσεως άγριων ζώων».
32 Κατά συνέπεια, επιτρέπεται στις δανικές αρχές να επιδιώξουν τη διατήρηση της καφετιάς μέλισσας του Lζsψ, έστω και αν δεν πρόκειται για χωριστή φυλή, αλλά απλώς για πληθυσμό, διακριτό σε γεωγραφικό και μορφολογικό επίπεδο, της φυλής Apis mellifera mellifera, φυλής η οποία, όπως αναφέρθηκε, μπορεί να απαντά σε ορισμένο αριθμό χωρών. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, προκύπτει σαφώς ότι η καφετιά μέλισσα του Lζsψ, Apis mellifera mellifera, διακρίνεται της κίτρινης μέλισσας, την οποία προτιμά ο κατηγορούμενος, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ότι ο πληθυσμός της καφετιάς μέλισσας διατηρήθηκε σε σχετικώς καθαρόαιμη κατάσταση. Ο βαθμός διακρίσεως εντός της φυλής θα είναι καθοριστικός για την έκβαση της διαφοράς αποκλειστικά αν ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να εισαγάγει ή να εκθρέψει καφετιές μέλισσες καταγωγής άλλης περιοχής πλην του Lζsψ. Επιπλέον, το κρίσιμο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης αναλύσεως πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να είναι ο πληθυσμός καφετιών μελισσών της Δανίας, οπότε επιτρέπεται στις δανικές αρχές να αντιδράσουν ενόψει των κινδύνων που απειλούν την ύπαρξη, στο μέλλον, αυτού του πληθυσμού, έστω και αν καφετιές μέλισσες επιζούν και αναπτύσσονται σε σχετικά καθαρόαιμη κατάσταση αλλού εντός της Κοινότητας ή στον κόσμο. Δεν είναι αναγκαίο ο εν λόγω πληθυσμός να απειλείται από άμεσο κίνδυνο εξαφανίσεως, μολονότι το Βασίλειο της Δανίας φαίνεται να θεωρεί ότι ένας τέτοιος κίνδυνος υπάρχει στην παρούσα περίπτωση. Η πολιτική της ίδιας της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος υπογραμμίζει, στο άρθρο 130 Ρ της Συνθήκης, τις αρχές της προφυλάξεως και προληπτικής δράσεως. Εξάλλου, τα συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση του Ρίο σημειώνουν «ότι είναι ζωτικής σημασίας να προβλεφθούν, προληφθούν και αντιμετωπισθούν τα αίτια της σοβαρής ελάττωσης ή απώλειας της βιολογικής ποικιλομορφίας στην πηγή τους» (51), αναφέροντας ότι, αν τούτο φαίνεται αναγκαίο, πρέπει να ληφθούν προληπτικά μέτρα. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει υπό το φως της αποδείξεως της γενικής υπεροχής της κίτρινης μέλισσας και των ασκουσών επιρροή επιστημονικών αποδείξεων σχετικά με τα γενετικά χαρακτηριστικά της καφετιάς μέλισσας, ειδικότερα του υπολειπόμενου χαρακτήρα των γονιδίων της, και ενόψει του ζητήματος αν η ύπαρξη, στο μέλλον, ενός διακριτού πληθυσμού καφετιάς μέλισσας στο Lζsψ απειλείται σοβαρά ώστε να δικαιολογείται η κανονιστική απόφαση.
33 Το άρθρο 8 της Συμβάσεως του Ρίο προτείνει επίσης διάφορους τύπους πρόσφορων μέτρων που αποβλέπουν στην επίτευξη του στόχου διατηρήσεως της βιολογικής ποικιλομορφίας με την επιτόπου διατήρηση. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι «κάθε συμβαλλόμενο μέρος, κατά το μέτρο του δυνατού και του ενδεδειγμένου: α) καθιστά ένα σύστημα προστατευομένων περιοχών ή περιοχών όπου απαιτούνται ιδιαίτερα μέτρα για τη διατήρηση της βιολογικής ποικιλομορφίας» και «η) προλαμβάνει την εισαγωγή, ελέγχει ή εξαλείφει τα ξένα είδη που απειλούν τα οικοσυστήματα, τους οικοτόπους ή τα είδη». Επομένως, προκύπτει ότι τα μέτρα που αποβλέπουν στον αποκλεισμό από μια περιοχή ορισμένων ειδών ζώων που απειλούν την ύπαρξη ενός άλλου είδους ζώων εμπίπτουν, κατ' αρχήν, στο πεδίο εφαρμογής της συμβάσεως και, επομένως, αντικατοπτρίζουν την πρακτική που συνιστάται, σε διεθνές επίπεδο, στον τομέα αυτόν.
34 Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, απομένει να προσδιοριστεί η αποτελεσματικότητα και ο πρόσφορος χαρακτήρας των μέτρων που θέσπισε το Βασίλειο της Δανίας με την κανονιστική απόφαση. Επίσης, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει αν η καφετιά μέλισσα του Lζsψ εξακολουθεί να υπάρχει σε σχετικά καθαρόαιμη κατάσταση. Αν αποδειχθεί ότι ο πληθυσμός της καφετιάς μέλισσας του Lζsψ έχει υποστεί ήδη σημαντικές τροποποιήσεις λόγω διασταυρώσεων με την κίτρινη μέλισσα, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι η κανονιστική απόφαση δεν είναι ικανή να αναπτύξει αποτελέσματα επιτρέποντα την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου, δεδομένου ότι η κατάσταση έχει ήδη υποβαθμιστεί ανεπανόρθωτα. Στην περίπτωση αυτή, η διατήρηση του περιορισμού ως προς την εκτροφή κίτρινων μελισσών στο νησί μπορεί να θεωρηθεί ως δυσανάλογη. Εξάλλου, αν ο πληθυσμός μελισσών του Lζsψ είναι σχετικά καθαρόαιμος, αλλά δεν μπορεί να διακριθεί, από μορφολογική άποψη, από τους άλλους πληθυσμούς της Apis mellifera mellifera, ο περιορισμός εισαγωγής άλλων καφετιών μελισσών στο νησί δεν δικαιολογείται. Αν, όπως ανέφερε το Βασίλειο της Δανίας, η καφετιά μέλισσα του Lζsψ διακρίνεται από μορφολογική άποψη από τους άλλους πληθυσμούς της Apis mellifera mellifera, μολονότι τα διακριτικά αυτά στοιχεία απαντώνται και σε άλλες σκανδιναβικές καφετιές μέλισσες, ο αποκλεισμός των μελισσών αυτών πρέπει να θεωρηθεί ως εξαιρετικά περιοριστικός. Ωστόσο, τα δύο αυτά τελευταία σημεία αφορούν αποκλειστικά το εμπόριο καφετιών μελισσών και, καθεαυτά, δεν θίγουν κατ' ανάγκη τη διατήρηση του περιορισμού στην εισαγωγή ή στην εκτροφή κίτρινων μελισσών, πρόβλημα στο οποίο η παρούσα υπόθεση αναφέρεται ευθέως.
35 Κατά την εκτίμηση του δυσανάλογου χαρακτήρα της κανονιστικής αποφάσεως, το εθνικό δικαστήριο πρέπει επίσης να έχει υπόψη το περιορισμένο εδαφικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως αυτής. Ο περιορισμός στην άσκηση κοινοτικών δικαιωμάτων στη Δανία μειώνεται κατ' αντίστοιχο τρόπο. Το γεγονός ότι η κανονιστική απόφαση επιβάλλει υποχρεώσεις αντί να προβαίνει σε ρυθμίσεις επί εθελουσίας βάσεως δεν αποτελεί απόδειξη του δυσανάλογου χαρακτήρα της. Είναι προφανές ότι, προς επίτευξη του σκοπού προλήψεως οποιασδήποε διασταυρώσεως, είναι αναγκαίο οι μελισσοκόμοι να ευθυγραμμίζονται πλήρως προς τις προσπάθειες που αποβλέπουν στον αποκλεισμό των μελισσών που δεν προέρχονται από το νησί. Κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν η κανονιστική απόφαση δεν επιβάλλει περισσότερους από τους αναγκαίους περιορισμούς στα κοινοτικά δικαιώματα, επιβάλλεται επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι προβλέπεται αποζημίωση για τις ενδεχόμενες ζημίες που θα προκύψουν από την εφαρμογή της κανονιστικής αποφάσεως.
Πρόταση
36 Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα υποβληθέντα από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματα:
«1) Οι εθνικοί κανόνες που απαγορεύουν την κατοχή και εισαγωγή μελισσών διαφορετικών από τις μέλισσες που ανήκουν σε έναν πληθυσμό, συγκεκριμένης φυλής, ο οποίος βρίσκεται σε ορισμένο τμήμα του εθνικού εδάφους το οποίο υπόκειται στους κανόνες αυτούς συνιστούν μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης.
2) Στον βαθμό που μέλισσες άλλων φυλών αποκλείονται από ορισμένο τμήμα του εθνικού εδάφους βάσει τέτοιων εθνικών κανόνων, οι κανόνες αυτοί μπορούν να δικαιολογηθούν από λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων, σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης, αν σκοπούν την προστασία ενός διακριτού και σχετικά καθαρόαιμου πληθυσμού της οικείας φυλής που βρίσκεται σ' αυτό το τμήμα του εθνικού εδάφους, έστω και αν υπάρχουν επίσης μέλισσες αυτής της φυλής σε άλλα μέρη της Κοινότητας ή του κόσμου. Τέτοιοι κανόνες μπορούν να δικαιολογηθούν ως προληπτικά μέτρα, έστω και αν δεν υφίσταται άμεση απειλή εξαφανίσεως του προστατευόμενου πληθυσμού.»
(1) - Νόμος 267, της 6ης Μαου 1993, περί της μελισσοκομίας (Lov om biavl), νυν κωδικοποιηθείς νόμος 585, της 6ης Ιουλίου 1985.
(2) - Άρθρο 1 της κανονιστικής αποφάσεως.
(3) - Άρθρο 2 της κανονιστικής αποφάσεως.
(4) - Άρθρο 7 της κανονιστικής αποφάσεως.
(5) - Άρθρο 6 της κανονιστικής αποφάσεως.
(6) - Άρθρο 9 της κανονιστικής αποφάσεως.
(7) - EE L 85, σ. 37.
(8) - Οδηγία που καθορίζει τους όρους υγειονομικού ελέγχου που διέπουν το εμπόριο και τις εισαγωγές στην Κοινότητα ζώων, σπέρματος, ωαρίων και εμβρύων που δεν υπόκεινται, όσον αφορά τους όρους υγειονομικού ελέγχου, στις ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στο τμήμα Ι του παραρτήματος Α της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ (ΕΕ L 268, σ. 54).
(9) - Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 5ης Απριλίου 1984, 177/82 και 178/82, Van de Haar και Kaveka de Meern (Συλλογή 1984, σ. 1797, στο εξής: απόφαση Van de Haar), της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 286/81, Oosthoek's Uitgeversmaatschappij (Συλλογή 1982, σ. 4575, στο εξής: απόφαση Oosthoek's), και της 20ής Μαρτίου 1990, C-21/88, Du Pont de Nemours Italiana (Συλλογή 1990, σ. I-889).
(10) - ΕΕ L 206, σ. 7.
(11) - Προπαρατεθείσα απόφαση Oosthoek's και αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94, Gebhard (Συλλογή 1995, σ. I-4165), και της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921).
(12) - Απόφαση της 7ης Μαου 1997, C-321/94, C-322/94, C-323/94 και C-324/94 (Συλλογή 1997, σ. I-2343, στο εξής: απόφαση Pistre).
(13) - Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-267/91 και C-268/91 (Συλλογή 1993, σ. I-6097).
(14) - Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1994, C-379/92, Peralta (Συλλογή 1994, σ. I-3453), και της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-140/94, C-141/94 και C-142/94, DIP κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-3257, στο εξής: απόφαση DIP).
(15) - Απόφαση του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με τη σύναψη της σύμβασης για τη βιολογική ποικιλομορφία (ΕΕ L 309, σ. 1). Η σύμβαση αυτή αποκαλείται εφεξής Σύμβαση του Ρίο.
(16) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1982, 75/81, Blesgen (Συλλογή 1982, σ. 1211).
(17) - Προπαρατεθείσες αποφάσεις Peralta και DIP.
(18) - Προπαρατεθείσα απόφαση Du Pont de Nemours Italiana· αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C-1/90 και C-176/90, Aragonesa de Publicidad Exterior et Publivνa (Συλλογή 1991, σ. I-4151, στο εξής: απόφαση Aragonesa), και της 15ης Δεκεμβρίου 1993, C-277/91, C-318/91 και C-319/91, Ligur Carni κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-6621, στο εξής: απόφαση Ligur Carni).
(19) - Προπαρατεθείσες αποφάσεις Peralta και DIP· αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1990, C-69/88, Krantz (Συλλογή 1990, σ. I-583), και της 13ης Οκτωβρίου 1993, C-93/92, CMC Motorradcenter (Συλλογή 1993, σ. I-5009).
(20) - Προπαρατεθείσα απόφαση Van de Haar και απόφαση 9ης Φεβρουαρίου 1995, C-412/93, Leclerc-Siplec (Συλλογή 1995, σ. I-179).
(21) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Μαρτίου 1987, 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1987, σ. 1227).
(22) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Νοεμβρίου 1979, 251/78, Denkavit Futtermittel (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 619, σκέψη 24).
(23) - Άρθρο 1 της οδηγίας 91/174.
(24) - Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά, σκέψη 5).
(25) - Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1979, 34/79, Henn και Darby (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 781, σκέψη 12).
(26) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral, γνωστή ως Cassis de Dijon (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321).
(27) - Βλ., για παράδειγμα, προπαρατεθείσα απόφαση Keck και Mithouard (σκέψη 15).
(28) - Προπαρατεθείσα απόφαση Aragonesa (σκέψη 24)· βλ. επίσης την προπαρατεθείσα απόφαση Ligur Carni (σκέψη 37). Αυτό προκύπτει επίσης έμμεσα από την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 1992, C-2/90, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. I-4431, στο εξής: Απόβλητα της Βαλονίας).
(29) - Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψη 13, η υπογράμμιση δική μου.
(30) - Προπαρατεθείσα απόφαση, βλ. υποσημείωση 29.
(31) - Προπαρατεθείσες αποφάσεις Peralta (σκέψη 24), DIP (σκέψη 29), Krantz (σκέψη 11), και CMC Motorradcenter (σκέψη 12).
(32) - Επιπλέον, οι εθνικοί κανόνες οι οποίοι θεωρούνται ότι έχουν έμμεσο και αβέβαιο αποτέλεσμα στο εμπόριο έχουν αδιακρίτως αμετάβλητη εφαρμογή· βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Peralta (σκέψη 24), DIP (σκέψη 29), Krantz (σκέψη 10), και CMC Motorradcenter (σκέψη 10). Όπως θα προκύψει εν συνεχεία, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η κανονιστική απόφαση εισάγει, τουλάχιστον εν μέρει, δυσμενή διάκριση.
(33) - Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψη 9.
(34) - Προπαρατεθείσα, σκέψη 17.
(35) - Μπορεί επίσης να υποστηριχθεί ότι η κανονιστική απόφαση δεν «επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο, και νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εγχωρίων προϋόντων και των προϋόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών», αντίθετα από ό,τι απαιτείται ώστε οι περιορισμοί ως προς τις μορφές πωλήσεως να εκφεύγουν από την εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης (προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψη 16). Βλ. εν συνεχεία την απόφαση σχετικά με το ζήτημα αν η κανονιστική αυτή απόφαση εισάγει δυσμενή διάκριση.
(36) - Προπαρατεθείσα απόφαση Oosthoek's (σκέψη 9)· αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1982, 314/81, 315/81, 316/81 και 83/82, Waterkeyn κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 4337, σκέψεις 11 και 12), και της 18ης Φεβρουαρίου 1987, 98/86, Mathot (Συλλογή 1987, σ. 809, σκέψη 9).
(37) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1988, 298/87, Smanor (Συλλογή 1988, σ. 4489, σκέψεις 8 και 9).
(38) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιουλίου 1997, C-130/95 (Συλλογή 1997, σ. Ι-4291). Στο σημείο 40 των προτάσεων που ανέπτυξε στην υπόθεση Pistre, προπαρατεθείσα, ο γενικός εισαγγελέας Jacobs πρότεινε στο Δικαστήριο να αρνηθεί να εξετάσει τα ερωτήματα που αφορούσαν την εφαρμογή του άρθρου 30 στο πλαίσιο καθαρά εσωτερικής καταστάσεως, αυτό δε, εν μέρει, επειδή, με τις προτάσεις του στην υπόθεση Giloy, πρότεινε διαφορετικό τρόπο προσεγγίσεως εκείνου που τελικά δέχθηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή, η οποία, τότε, δεν είχε ακόμη κριθεί. Η ερμηνεία του άρθρου 30 μπορεί να έχει σημασία σε εσωτερική υπόθεση σε ένα μόνον κράτος μέλος αν, για παράδειγμα, οι εσωτερικοί κανόνες απαγορεύουν την αντίστροφη δυσμενή διάκριση: βλ. τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στην προπαρατεθείσα υπόθεση Pistre, σκέψη 35.
(39) - Προπαρατεθείσα απόφαση Du Pont de Nemours Italiana (σκέψη 12).
(40) - Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψη 13.
(41) - Προπαρατεθείσα υπόθεση Aragonesa (σκέψη 24). Βλ. επίσης τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 5ης Δεκεμβρίου 1989, C-3/88, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1989, σ. 4035, σκέψη 9)· της 25ης Ιουλίου 1991, C-353/89, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (Συλλογή 1991, σ. I-4069, σκέψη 25), και της 3ης Ιουνίου 1992, C-360/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1992, σ. I-3401, σκέψεις 8 και 9).
(42) - Βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Ιουνίου 1981, 113/80, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1981, σ. 1625)· προπαρατεθείσες αποφάσεις Du Pont de Nemours Italiana (σκέψη 14), Pistre (σκέψη 52), Aragonesa (σκέψη 13), και Απόβλητα της Βαλονίας (σκέψη 9).
(43) - Προπαρατεθείσα.
(44) - Προπαρατεθείσα, σκέψεις 34 και 36.
(45) - Προπαρατεθείσα απόφαση Aragonesa (σκέψη 13).
(46) - Σχετικά με την ύπαρξη αυτής της επιτακτικής ανάγκης βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 302/86, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1988, σ. 4607), και Απόβλητα της Βαλονίας (προπαρατεθείσα).
(47) - Προπαρατεθείσες αποφάσεις Aragonesa (σκέψη 16), Επιτροπή κατά Γερμανίας (σκέψη 41), και απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 174/82, Sandoz (Συλλογή 1983, σ. 2445, σκέψη 16).
(48) - Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (σκέψεις 42 και 44).
(49) - Άρθρο 2 της Συμβάσεως του Ρίο.
(50) - Βλ. τον ορισμό που δίνει το άρθρο 2 της Συμβάσεως του Ρίο στις «επιτόπου συνθήκες».
(51) - Προοίμιο της Συμβάσεως του Ρίο, η υπογράμμιση δική μου.
Full & Egal Universal Law Academy