Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου (1) με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως 92/428/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 1992, σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/33.542 - Σύστημα επιλεκτικής διανομής της εταιρίας Parfums Givenchy) (2) (στο εξής: επίδικη απόφαση ή απόφαση) για τον λόγο ότι η απόφαση δεν αφορούσε ατομικά την προσφεύγουσα Kruidvat BVBA (στο εξής: Kruidvat).
2 Η Kruidvat είναι θυγατρική εταιρία μιας ολλανδικής αλυσίδας 300 περίπου καταστημάτων η οποία πωλεί, μεταξύ άλλων, αρώματα πολυτελείας, μεταξύ των οποίων τα αρώματα Givenchy SA (στο εξής: Givenchy), τα οποία αγοράζει στην παράλληλη αγορά. Η Givenchy, η οποία αποτελεί μέρος του ομίλου Louis Vuitton Moλt-Hennessy, πωλεί μέσω ενός επιλεκτικού δικτύου διανομής (στο εξής: δίκτυο) το οποίο στηρίζεται σε συμβάσεις που έχουν συναφθεί με τους αποκλειστικούς της αντιπροσώπους και με ειδικευμένους μεταπωλητές.
3 Η Givenchy κοινοποίησε στην Επιτροπή το δίκτυο προκειμένου να επιτύχει είτε αρνητική πιστοποίηση βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (3), ή επικουρικώς, εξαίρεση βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Κατόπιν δημοσιεύσεως ανακοινώσεως εκ μέρους της Επιτροπής, κατά το άρθρο 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17, περί της προθέσεώς της να υιοθετήσει ευνοϋκή στάση έναντι αυτού του συστήματος συμβάσεων και της προσκλήσεώς της προς ενδιαφερόμενους τρίτους να προβούν σε παρατηρήσεις, το Raad voor het Filial- en Grootwinkelbedrijf (στο εξής: Raad FGB), ένας ολλανδικός οργανισμός που εκπροσωπεί υποκαταστήματα και υπεραγορές, υπέβαλε παρατηρήσεις με έγγραφο που κατατέθηκε στις 29 Νοεμβρίου 1991. Κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών, μια από τις μητρικές εταιρίες της Kruidvat, η ολλανδική εταιρία Kruidvat NV, ήταν μέλος του Raad FGB. Στη συνέχεια, η Επιτροπή εξέδωσε στις 24 Ιουλίου 1992 την επίδικη απόφαση, εφαρμόζοντας το άρθρο 85, παράγραφος 3, στο σύστημα επιλεκτικής διανομής Givenchy από την 1η Ιανουαρίου 1992.
4 Στις 3 Ιουλίου 1992, η Copardis SA, αποκλειστικός αντιπρόσωπος της Givenchy στο Βέλγιο, κίνησε διαδικασία κατά της Kruidvat ενώπιον του Rechtbank van koophandel te Dendermonde (Εμποροδικείο του Dendermonde) για τον λόγο ότι η πώληση προϋόντων Givenchy από μη εγκεκριμένο μεταπωλητή αντέβαινε στον βελγικό νόμο περί αθεμίτου ανταγωνισμού. Οι αμυντικοί ισχυρισμοί της Kruidvat συνίσταντο στο ότι το δίκτυο αντέβαινε προς το άρθρο 85, παράγραφοι 1 και 2, της Συνθήκης. Στις 23 Φεβρουαρίου 1993, ο πρόεδρος του Rechtbank, χωρίς να εξετάσει τη νομιμότητα του δικτύου Givenchy, απέρριψε το αίτημα της Copardis με την αιτιολογία ότι ο βελγικός νόμος δεν απαγορεύει τις εν λόγω εμπορικές πρακτικές. Η Copardis άσκησε έφεση ενώπιον του Hof van beroep te Gent (Εφετείου Γάνδης).
5 Η Kruidvat έλαβε επίσης ένα έγγραφο της 17ης Ιουλίου 1992, από την Belluco, η οποία εκπροσωπεί όλους τους εγκεκριμένους γενικούς διανομείς για το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο στον τομέα των καλλυντικών πολυτελείας, περιλαμβανομένων των προϋόντων Givenchy. Η Belluco υποστήριζε, κατόπιν μιας συσκέψεως που είχε με την Kruidvat στις 8 Ιουλίου 1992, ότι η Kruidvat δεν επιτρεπόταν να ενεργεί ως διανομέας, διότι η επωνυμία της δεν ήταν τέτοια που να μπορούσε να συνδεθεί με καλλυντικά πολυτελείας και ότι η πώληση ειδών συγκεκριμένου σήματος από μη εγκεκριμένο διανομέα ήταν παράνομη. Επιπροσθέτως, η Belluco κάλεσε την Kruidvat να διακόψει τις πωλήσεις των οικείων καλλυντικών ειδών στο σύνολο του βελγικού εδάφους εντός δύο εβδομάδων, εν εναντία δε περιπτώσει θα χρησιμοποιούσε τα παρεχόμενα από τον νόμο μέσα τα οποία διέθετε.
6 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 16 Οκτωβρίου 1992, η Kruidvat άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως. Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στις 3 Μαρτίου 1993, η Επιτροπή προέτεινε ένσταση απαραδέκτου. Στις 14 Απριλίου 1993, η Kruidvat κατέθεσε τις παρατηρήσεις της κατά της ενστάσεως αυτής. Στη Givenchy και στους δύο αντιπροσωπευτικούς οργανισμούς της ευρωπαϋκής βιομηχανίας αρωματοποιίας, ήτοι την Comitι de liaison des syndicats europιens de l'industrie de la parfumerie et des cosmιtiques (επιτροπή συνδέσμου των ευρωπαϋκών επαγγελματικών οργανώσεων της βιομηχανίας αρωματοποιίας και καλλυντικών, στο εξής: Colipa) και τη Fιdιration europιenne des parfumeurs dιtaillants (ευρωπαϋκή ομοσπονδία των εμπόρων λιανικής πωλήσεως προϋόντων αρωματοποιίας), επιτράπηκε η παρέμβαση υπέρ της Επιτροπής.
7 Η επίδικη απόφαση απευθύνεται στη Givenchy και, επομένως, είναι απόφαση που απευθύνεται «σε άλλο πρόσωπο» κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, η Kruidvat έπρεπε να αποδείξει ότι η απόφαση την αφορούσε επίσης άμεσα και ατομικά. Η Kruidvat υποστήριξε ότι η απόφαση την αφορούσε άμεσα για τρεις κύριους λόγους: διότι είχε συμμετάσχει στην διοικητική διαδικασία μέσω της μητρικής της εταιρίας που είναι μέλος του Raad FGB· διότι εκδικαζόταν συγκεκριμένη υπόθεση εν προκειμένω ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων και διότι η πλήρης δικαστική προστασία επιτάσσει επιχειρήσεις που βρίσκονται στη θέση της να μπορούν να ασκούν τέτοιες προσφυγές ακυρώσεως. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή της Kruidvat ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι η απόφαση δεν την αφορούσε ατομικά (4).
II - Η απόφαση του Πρωτοδικείου
8 Οι σκέψεις βάσει των οποίων το Πρωτοδικείο απέρριψε τους τρεις λόγους που προέβαλε η Kruidvat, ως προς το ότι η απόφαση την αφορά ατομικά, για να κρίνει ότι η προσφυγή ήταν απαράδεκτη συνοψίζονται ως ακολούθως.
Α - Το πρώτο επιχείρημα της Kruidvat
9 Το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι ούτε η Kruidvat, ούτε οι μητρικές της εταιρίες Profitmarkt BV και Kruidvat NV, ούτε ο όμιλος Evora είχαν υποβάλει καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 17. Ούτε επίσης μετέσχον στη διοικητική διαδικασία του άρθρου 19, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, ούτε ζήτησαν από τη Givenchy να τους δεχθεί στο δίκτυο της επιλεκτικής διανομής (5). Μολονότι η Kruidvat NV ήταν μέλος του Raad FGB, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν καταδεικνύεται ότι το Raad FGB ενήργησε εξ ονόματός της ή ότι η Kruidvat NV συνέβαλε κατά κάποιο τρόπο στη διαμόρφωση του περιεχομένου των αιτημάτων του Raad FGB ή ακόμη και το επηρέασε. Πράγματι, υφίσταται τουλάχιστον μια σημαντική διαφορά μεταξύ της απόψεως που εξέφρασε το Raad FGB ενώπιον της Επιτροπής και αυτής που υποστήριξε η Kruidvat ενώπιον του Πρωτοδικείου, διαφορά που συνίσταται στο ότι το Raad FGB δέχθηκε, την αρχή της επιλεκτικής διανομής υπό τον όρο αντικειμενικών κριτηρίων επιλογής που δεν ενέχουν διακρίσεις, ενώ η Kruidvat έβαλε κατ' αυτής ταύτης της αρχής του συστήματος αυτού στον οικείο τομέα. Επομένως, δεν υπήρχε επαρκής σχέση μεταξύ της Kruidvat NV και, πολλώ μάλλον, της Kruidvat και της συμμετοχής του Raad FGB στην διοικητική διαδικασία η οποία κατέληξε στην έκδοση της επίδικης αποφάσεως (6).
Β - Το δεύτερο επιχείρημα της Kruidvat
10 Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, καθόσον η Kruidvat δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσει τον εφοδιασμό της με προϋόντα Givenchy μέσω του δικτύου επιλεκτικής διανομής εντός της Κοινότητας, η κατάστασή της δεν ήταν διαφορετική από αυτήν πολλών άλλων επιχειρήσεων. Εν πάση περιπτώσει, δεν αποδείχθηκε ότι η Kruidvat δεν μπορούσε, όπως προηγουμένως, να εξασφαλίσει τον εφοδιασμό της σε προϋόντα Givenchy καθόσον δεν δεσμευόταν από τους όρους των συμβάσεων επιλεκτικής διανομής (7).
11 Το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι η διαφορά ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου είχε, το πολύ, έμμεση σχέση με το κύρος της επίδικης αποφάσεως. Η διαδικασία αυτή δεν αφορούσε την άρνηση αποδοχής στο δίκτυο Givenchy ή αίτημα αποζημιώσεως λόγω παραβάσεως του άρθρου 85 της Συνθήκης, αλλά αντιθέτως, κυρίως, την εφαρμογή του βελγικού νόμου στον τομέα του αθέμιτου ανταγωνισμού. Οποιοσδήποτε διανομέας αρωμάτων μπορεί να έχει συμφέρον να εγείρει στα πλαίσια εθνικής δίκης το ζήτημα της νομιμότητας του συστήματος διανομής, οπότε η κατάσταση της Kruidvat δεν ήταν επαρκώς εξατομικευμένη. Το ότι, η κίνηση διαδικασίας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η Kruidvat είχε τη δυνατότητα να τηρήσει την προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως ήταν, εν πάση περιπτώσει, καθαρά θέμα τύχης (8).
12 Το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι η αλληλογραφία που διεξήχθη με την επαγγελματική ένωση, την Belluco, δεν αποδείχθηκε ότι είχε επιτραπεί από τη Givenchy ή την Copardis, και δεν συνιστούσε άρνηση αποδοχής στο δίκτυο (9).
Γ - Το τρίτο επιχείρημα της Kruidvat
13 Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το ζήτημα του κύρους της επίδικης αποφάσεως μπορεί να επηρεάσει την έκβαση της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, το εν λόγω δικαστήριο θα μπορούσε, αν το έκρινε αναγκαίο, να χρησιμοποιήσει τον μηχανισμό της προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 177 της Συνθήκης, πράγμα που θα παρείχε επαρκή έννομη προστασία (10).
III - Λόγοι αναιρέσεως και αιτήματα
14 Η Kruidvat άσκησε αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση και να κρίνει ότι η προσφυγή ασκήθηκε παραδεκτώς, καθώς και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Προβάλλει τέσσερα κύρια επιχειρήματα ως προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως που αντλείται από την, όπως προβάλλεται, πεπλανημένη ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 173 της Συνθήκης. Ως προς τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Kruidvat προβάλει επτά επιχειρήματα σε σχέση με τη φερόμενη έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης.
15 Γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις διατύπωσαν επίσης η Επιτροπή, η Colipa και η Givenchy. Ζήτησαν από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως αφενός ως απαράδεκτη και, αφετέρου, ως αβάσιμη και να καταδικάσει την Kruidvat στα δικαστικά έξοδα.
Α - Πρώτος λόγος αναιρέσεως: εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 173
i) Συμμετοχή μέσω μιας ενώσεως
16 Το επιχείρημα αυτό υποδιαιρείται σε τρία σκέλη. Πρώτον, η Kruidvat ισχυρίζεται ότι η απαίτηση να αποδείξει ενεργή ανάμιξη στην κατάρτιση του εγγράφου που απέστειλε το Raad FGB συνιστά εσφαλμένη αντίληψη της λειτουργίας των κλαδικών αντιπροσωπευτικών ενώσεων. Οι οργανισμοί αυτοί πρέπει να θεωρούνται ότι ενεργούν πάντοτε με την έγκριση των μελών τους. Παραθέτει την απόφαση AITEC κ.λπ. κατά Επιτροπής κατά την οποία μια ένωση «προάσπισε (...) τα συμφέροντα ορισμένων μελών της, σύμφωνα με τις εξουσίες που της απονέμει το καταστατικό της, χωρίς τα εν λόγω μέλη να προβάλουν αντίρρηση» (11). Δεύτερον, η Kruidvat προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο δεν έπρεπε να έχει στηριχθεί σε μια υποτιθέμενη διαφορά μεταξύ των απόψεων που διατύπωσαν το Raad FGB και η Kruidvat, οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν τελικά αντιφατικές. Τέτοιου είδους οργανισμοί υιοθετούν μια γενική άποψη η οποία πρέπει να συνιστά εξισορρόπηση των συμφερόντων όλων των μελών τους. Το Πρωτοδικείο παρέβλεψε το γεγονός ότι το περιεχόμενο των παρατηρήσεων που κατατέθηκαν βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 δεν είναι καθοριστικό για τα επιχειρήματα που μπορούν να διατυπωθούν αργότερα βάσει του άρθρου 173. Τρίτον, η Kruidvat προσπαθεί να καταδείξει, αναλύοντας το περιεχόμενο του εγγράφου του Raad FGB, ότι το Πρωτοδικείο πλανήθηκε καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι υφίστατο αντίφαση μεταξύ του εγγράφου αυτού και της απόψεως που υποστήριξε η Kruidvat στο πλαίσιο της προσφυγής της.
17 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η διοικητική διαδικασία του κανονισμού 17 θα στερούνταν μεγάλο μέρος της αποτελεσματικότητάς της, αν οι διάδικοι που δεν είχαν διατυπώσει αιτήματα μπορούσαν παρά ταύτα να προσβάλουν ενώπιον του Πρωτοδικείου τις αποφάσεις που εκδίδονται κατόπιν της διαδικασίας αυτής. Το Raad FGB θα μπορούσε να έχει κινήσει μια διαδικασία, αν το επιθυμούσε, ακριβώς όπως στην υπόθεση AITEC. Η Colipa προβάλλει ότι η συμμετοχή της Kruidvat στη διοικητική διαδικασία θα πρέπει σαφώς να εξατομικευθεί χωριστά από αυτήν του Raad FGB. Η Επιτροπή δεν θεωρεί ουσιώδεις τις διαφορές μεταξύ των απόψεων του Raad FGB και της Kruidvat, καθόσον ακόμη και τελείως όμοια αιτήματα δεν θα αρκούσαν για να εξατομικευθεί η κατάσταση της Kruidvat, αυτό δε τελείως ανεξάρτητα από την αδυναμία μιας ολλανδικής εμπορικής ενώσεως να εκπροσωπεί τα συμφέροντα μιας βελγικής εταιρίας. Η εκτίμηση αυτών των διαφορών απόψεως (που ήταν θεμελιώδης) αποτελεί, εν πάση περιπτώσει, πραγματικό ζήτημα που δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της αναιρέσεως. Η Givenchy προσθέτει ότι οι εγκεκριμένοι της διανομείς ήταν επίσης μέλη του Raad FGB.
18 Μπορώ να δηλώσω αμέσως ότι συμφωνώ με την Επιτροπή και την Colipa ότι το τρίτο σκέλος της επιχειρηματολογίας της Kruidvat, που αφορά τη διαφορά μεταξύ των απόψεων της Kruidvat και του Raad FGB, προβάλλεται απαραδέκτως. Καίτοι η εξακρίβωση ουσιαστικών διαφορών σε έγγραφα εξαρτάται συχνά από τη συναφή εκτίμηση του εφαρμοστέου δικαίου, πράγμα που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο προσπάθησε κυρίως, κατά τη γνώμη μου, εν προκειμένω να εκτιμήσει τον βαθμό της πραγματικής αναμίξεως της Kruidvat - εφόσον υπήρχε - στη διατύπωση των παρατηρήσεων του Raad FGB προς την Επιτροπή, όπου η αντιφατική φύση των απόψεών τους αποτελούσε πραγματικό περιστατικό με αποδεικτική δύναμη. Επομένως, το τρίτο σκέλος της Kruidvat αφορά τη διαπίστωση ή την εκτίμηση των περιστατικών εκ μέρους του Πρωτοδικείου, ενώ οι αιτήσεις αναιρέσεως των αποφάσεών του περιορίζονται σε νομικά ζητήματα (12). Επιπλέον, η Kruidvat δεν απέδειξε αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων (13).
ii) Η αγωγή της Copardis
19 Η Kruidvat προβάλλει ότι κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο άσκησε την προσφυγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου εκκρεμούσε ήδη η κατ' αυτής ασκηθείσα αγωγή της Copardis, αμυνόμενη κατά της οποίας, αμφισβήτησε τη νομιμότητα του δικτύου που διαχειρίζεται η Givenchy. Παραπονείται ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να λάβει υπόψη την απόφαση Metro κατά Επιτροπής (14). Στηρίζεται ιδιαίτερα στην προφανή επιδοκιμασία στην οποία προέβη στην υπόθεση αυτή ο γενικός εισαγγελέας VerLoren van Themaat ως προς την υποθετική παραδοχή εκ μέρους της Επιτροπής, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας της, του ότι η ύπαρξη αστικής δίκης μεταξύ ενός ενάγοντος και μελών ενός καρτέλ κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως θα πρέπει να εξατομικεύει επαρκώς τον ενάγοντα, ούτως ώστε η προσφυγή του να ασκείται παραδεκτώς. Το Πρωτοδικείο ανέτρεψε αυτή την τάξη πραγμάτων, αποδίδοντας σημασία στο γεγονός ότι η εν λόγω προσφυγή ασκήθηκε μάλλον από την Copardis παρά από την Kruidvat, ότι αφορούσε το βελγικό δίκαιο του ανταγωνισμού, ότι οποιοσδήποτε διανομέας αρωμάτων είχε παρόμοιο συμφέρον να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του δικτύου και ότι αποτελούσε απλώς τυχαίο γεγονός το ότι η αγωγή υφίστατο κατά το χρονικό σημείο της εκδόσεως της αποφάσεως, οπότε η Kruidvat είχε τη δυνατότητα να τηρήσει την προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 173. Επίσης, ερμήνευσε εσφαλμένως την απόφαση στην υπόθεση Cartier (15), πράγμα που καταδεικνύει ότι η έκβαση της διαδικασίας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου σε μια τέτοια περίπτωση εξαρτάται από το κύρος της βαλλομένης αποφάσεως. Περαιτέρω, κακώς το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η Kruidvat, σε αντίθεση προς τους προσφεύγοντες σε ορισμένες προηγούμενες υποθέσεις, δεν είχε ζητήσει να γίνει δεκτή στο σύστημα επιλεκτικής διανομής, καθόσον η ύπαρξη δίκης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου δημιουργεί έναν ομοίως άμεσο σύνδεσμο. Επομένως, υφίσταται άμεσος σύνδεσμος μεταξύ της αγωγής της Copardis και της επίδικης αποφάσεως.
20 Η Επιτροπή απαντά ότι η κατάσταση μιας επιχειρήσεως στην οποία δεν επιτράπηκε η είσοδος σε ένα σύστημα διανομής συνδέεται σαφώς αμεσότερα με το κύρος μιας αποφάσεως που εγκρίνει το σύστημα αυτό, και ότι η Kruidvat ουδέποτε είχε οποιαδήποτε πρόθεση να καταστεί εγκεκριμένος διανομέας. Το ίδιο το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι η νομιμότητα του δικτύου δεν αποτελούσε ουσιώδες ζήτημα εν προκειμένω. Περαιτέρω, η απόφαση δεν θίγει το δικαίωμα της Kruidvat να πωλεί προϋόντα Givenchy, καθόσον αφορά απλώς τη συμβατική σχέση μεταξύ Givenchy και των μελών του δικτύου της. Συνεπώς, η Colipa κάνει διάκριση μεταξύ των «εσωτερικών» και «εξωτερικών» αποτελεσμάτων των συμβάσεων επιλεκτικής διανομής, καθόσον οι τελευταίες ισχύουν για όλους τους παράλληλους εμπορευομένους προϋόντα Givenchy, που δεν δεσμεύονται, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, από τους συμβατικούς όρους του δικτύου.
iii) Εσφαλμένη εκτίμηση των αποτελεσμάτων του ανταγωνισμού
21 Η Kruidvat, εφόσον αγοράζει και πωλεί προϋόντα Givenchy, είναι ανταγωνιστής των εγκεκριμένων μεταπωλητών εντός του δικτύου. Επομένως, όπως ισχυρίζεται, κατ' αναλογία προς τη θέση του ανταγωνιστή που λαμβάνει κρατική ενίσχυση και βάσει των αποφάσεων Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής (16), απόφαση της Επιτροπής εκδοθείσα βάσει του κανονισμού 17 την αφορά κατά τον ίδιο τρόπο ατομικώς όπως αφορούσε τους προσφεύγοντες στις υποθέσεις αυτές η απόφαση που είχε εκδοθεί βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Προς αποδυνάμωση της αναφοράς του Πρωτοδικείου στην έλλειψη οποιασδήποτε αιτήσεως να γίνει δεκτή στο σύστημα επιλεκτικής διανομής, η Kruidvat επικαλείται την αγωγή της Copardis και το έγγραφο της Belluco ως απόδειξη περί του ότι είχε εκ των προτέρων απορριφθεί από τη Givenchy και τους εκπροσώπους της. Επιπλέον, η Kruidvat αμφισβητεί την ορθότητα του συμπεράσματος του Πρωτοδικείου ως προς το ότι η επίδικη απόφαση δεν θα την εμπόδιζε να εφοδιάζεται, όπως και προηγουμένως, από την παράλληλη αγορά. Το κριτήριο το οποίο θα έπρεπε να είχε εφαρμόσει το Πρωτοδικείο ήταν το αν η απόφαση κατέστησε δυσκολότερο τον εφοδιασμό της. Στην πραγματικότητα, η απόφαση σημαίνει ότι η Kruidvat μπορεί να εφοδιάζεται μόνον εκτός του δικτύου. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο παρέλειψε να λάβει υπόψη το επιχείρημα της Kruidvat ότι τα αποτελέσματα της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (17), λόγω εισαγωγής της αρχής της κοινοτικής αντί της διεθνούς αναλώσεως των δικαιωμάτων, θα συνίσταντο στη στέρηση της δυνατότητας της Kruidvat να εφοδιάζεται έξω από την Κοινότητα (18).
22 Η Kruidvat προβάλλει συναφώς ένα ειδικότερο επιχείρημα που αφορά την φερόμενη αντιφατικότητα μεταξύ της θέσεως που υιοθέτησε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και της θέσεως που υιοθέτησε με την απόφασή του Mιtropole tιlιvision κ.λπ. κατά Επιτροπής (19). Στην υπόθεση αυτή η προσφυγή ακυρώσεως κρίθηκε παραδεκτή, καίτοι οι δύο από τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις, οι οποίες ήταν τρίτοι ενδιαφερόμενοι κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17, δεν είχαν συμμετάσχει ενεργώς στη διοικητική διαδικασία.
23 Η Επιτροπή αφήνει κατά μέρος τη νομολογία που αφορά το άρθρο 93, παράγραφος 2, υποστηρίζοντας ότι η ανταγωνιστική θέση της Kruidvat δεν είχε ουσιωδώς επηρεαστεί από την έγκριση του δικτύου Givenchy (20). Η Colipa προσθέτει ότι οι αποφάσεις Matra και Cook αφορούσαν προσφυγές ακυρώσεως αποφάσεων περί μη κινήσεως κατ' αντιδικία διαδικασίας και ότι η άρνηση αυτή των διαδικαστικών δικαιωμάτων των εμπλεκομένων μερών τα αφορούσε ατομικώς. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το ζήτημα των αποτελεσμάτων της αποφάσεως επί του εφοδιασμού της Kruidvat αποτελεί πραγματικό ζήτημα. Η αλληλογραφία της Belluco δεν μπορεί να εκληφθεί υπό την έννοια αρνήσεως αδείας συμμετοχής στο δίκτυο στο οποίο η Kruidvat δεν είχε καμία πρόθεση να ανήκει. Η περί του παραδεκτού κρίση στην απόφαση Mιtropole ήταν εσφαλμένη.
24 Η Colipa εκφράζεται υπέρ μιας σταθμίσεως των συμφερόντων, αφενός, της Επιτροπής και των αποδεκτών της αποφάσεως όσον αφορά την ασφάλεια δικαίου και, αφετέρου, άλλων ενδιαφερομένων όσον αφορά την παροχή δυνατότητας προασπίσεως των συμφερόντων τους. Τα συμφέροντα αυτά μπορούν να προστατευθούν μέσω συμμετοχής στη διοικητική διαδικασία. Υφίσταται επίσης η δυνατότητα αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στο πλαίσιο δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Τα αποτελέσματα της οδηγίας 89/104 μπορούν να μη ληφθούν υπόψη, καθόσον η οδηγία αυτή μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών της Μπενελούξ μόλις την 1η Ιανουαρίου 1996.
iv) Έλλειψη προσήκουσας δικαστικής προστασίας
25 Με τον τελευταίο της λόγο αναιρέσεως που αναφέρεται στο άρθρο 173, η Kruidvat βάλλει κατά της κρίσεως του Πρωτοδικείου ότι η δυνατότητα επικλήσεως της κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως παρέχει προσήκουσα δικαστική προστασία. Η Kruidvat αναφέρεται στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση Extramet Industrie κατά Συμβουλίου (21) και υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο είναι κατ' εξοχήν σε θέση να εξετάζει πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα στο πλαίσιο άμεσων προσφυγών, ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να κρίνουν το κύρος αποφάσεων της Επιτροπής, ότι οι διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων είναι χρονοβόρες και ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει μόνο συγκεκριμένα ζητήματα που υποβάλλονται σ' αυτό.
26 Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι το Δικαστήριο έκρινε εμμέσως, με την απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf (22), ότι η παρεχόμενη με τη διαδικασία του άρθρου 177 προστασία σε επιχειρήσεις τις οποίες δεν αφορά άμεσα και ατομικά μια απόφαση είναι η προσήκουσα.
Β - Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως: παράβαση του άρθρου 190
27 Η Kruidvat προβάλλει ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου συνιστά παράβαση της γενικής αρχής του δικαίου που ισχύει για κάθε δικαστήριο επιβάλλοντάς του την υποχρέωση να αιτιολογεί τις αποφάσεις του και να εκθέτει ιδίως τους λόγους που το ώθησαν να μη δεχθεί ισχυρισμούς που προβλήθηκαν ρητά ενώπιόν του (23).
i) Το πρώτο επιχείρημα της Kruidvat: ανεξήγητες αντιφάσεις με τη νομολογία
28 Η Kruidvat ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να αιτιολογήσει τις αντιφάσεις που υφίστανται μεταξύ της αποφάσεώς του και της νομολογίας του σε τρία επίπεδα. Πρώτον, υποστηρίζεται ότι η απόφαση αντιφάσκει προς την απόφαση AITEC, καθόσον απαιτεί μέλη μιας ενώσεως να έχουν εγκρίνει ή ζητήσει την παρέμβασή της σε διοικητική διαδικασία προκειμένου να τα αφορά ατομικώς η απόφαση που εκδίδεται κατόπιν της διαδικασίας αυτής (24). Δεύτερον, η κρίση του Πρωτοδικείου ότι μια δίκη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου δημιουργεί ασθενέστερο σύνδεσμο με μια απόφαση της Επιτροπής αφορώσας δίκτυο επιλεκτικής διανομής παρά η άρνηση εισδοχής σ' αυτό το δίκτυο (25) αντιφάσκει προς την απόφαση Cartier. Τρίτον, το Πρωτοδικείο παρέλειψε να λάβει υπόψη την προηγούμενη απόφασή του στην υπόθεση Mιtropole, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η Kruidvat δεν εξατομικεύεται έναντι οποιουδήποτε άλλου επιχειρηματία στην αγορά (26).
ii) Το δεύτερο επιχείρημα της Kruidvat: άλλα ελαττώματα αιτιολογίας
29 Το Πρωτοδικείο φέρεται ότι παρέλειψε να αιτιολογήσει επαρκώς το συμπέρασμά του ότι υφίσταντο σημαντικές διαφορές μεταξύ της θέσεως της Kruidvat και του Raad FGB (27), ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη την ιδιότητα της Kruidvat ως του «αδιαμφισβήτητου πρώτου ονόματος» στον τομέα της πωλήσεως αρωμάτων στις Κάτω Ξώρες συνάγοντας το συμπέρασμα ότι η Kruidvat δεν διαφέρει από τους άλλους επιχειρηματίες στον τομέα αυτόν (28), ότι παρέλειψε να απαντήσει στα επιχειρήματα της Kruidvat όσον αφορά το απρόσφορο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων της Kruidvat στο πλαίσιο εθνικών διαδικασιών που αφορούν το δίκτυο (29) και ότι παρέλειψε να εξετάσει τα αποτελέσματα της οδηγίας 89/104 επί της διατηρήσεως της ικανότητας της Kruidvat να εφοδιάζεται εκτός δικτύου, παρά τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν συναφώς κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση (30).
30 Η Επιτροπή, η Colipa και η Givenchy υποστηρίζουν από κοινού την άποψη ότι το επιχείρημα της Kruidvat όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως δεν προσθέτει τίποτε στα ουσιαστικά επιχειρήματα που αφορούν τον πρώτο της λόγο αναιρέσεως.
IV - Ανάλυση των λόγων αναιρέσεως που προβάλλει η Kruidvat
Α - Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως: πεπλανημένη ερμηνεία του άρθρου 173
31 Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Plaumann κατά Επιτροπής (31) παραμένει το σημείο εκκινήσεως της αναλύσεως του ζητήματος αν μια απόφαση αφορά ατομικά άλλα πρόσωπα εκτός από τον αποδέκτη της κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης. Όσον αφορά το ζήτημα της σημασίας των λέξεων «άλλο πρόσωπο», το Δικαστήριο αποφάνθηκε δεχόμενο την «πιο ευρεία ερμηνεία» (32). Είναι σαφές ότι το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 173 παρέχεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (33).
32 Απεναντίας, η εκ μέρους του Δικαστηρίου προσέγγιση του ζητήματος αν μια απόφαση αφορά άμεσα τον ενδιαφερόμενο παραμένει συνεπής και σχετικά αυστηρή, ειδικότερα ως προς αιτήματα που αφορούν τα οικονομικά αποτελέσματα αποφάσεων. Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Plaumann, με μια έκτοτε συχνά επαναλαμβανόμενη, διατύπωση ότι:
«Υποκείμενα άλλα από τους αποδέκτες μιας αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι τα αφορά ατομικά, παρά μόνον αν τα θίγει λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη» (34).
33 Η κρίση αυτή εξακολουθεί, όπως παρατήρησε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 62 της αποφάσεώς του, να αποτελεί πάγια νομολογία. Το γεγονός και μόνον ότι υφίσταται δραστηριότητα σε συγκεκριμένη αγορά, ακόμη και αν συνδέεται με αποδεδειγμένη σοβαρή βλάβη σε οικονομικά συμφέροντα, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος. Εξακολουθεί να είναι αναγκαία η διαφοροποίηση από κάθε άλλο άτομο (35). Θα εξετάσω τώρα τη νομολογία του Δικαστηρίου και, πιο πρόσφατα, του Πρωτοδικείου όσον αφορά τη διαφοροποίηση των προσφευγόντων βάσει της άμεσης ή κατόπιν εξουσιοδοτήσεως συμμετοχής τους κατά νόμο, σε διοικητικές διαδικασίες που καταλήγουν στη θέσπιση επίμαχων αποφάσεων, αυτό δε με την άμεση πρόθεση να εξετάσω το πρώτο επιχείρημα της Kruidvat, πράγμα που είναι όμως επίσης ουσιώδες για την απάντηση στο τρίτο της επιχείρημα σε σχέση με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως.
i) Το πρώτο επιχείρημα της Kruidvat: συμμετοχή μέσω μιας ενώσεως
34 Το Δικαστήριο αναγνώρισε προοδευτικά την ύπαρξη ατομικού συμφέροντος ή διαφοροποιήσεως αναφορικά με συμμετέχοντες ενεργώς στη διοικητική διαδικασία που καταλήγει στην έκδοση αποφάσεως στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, των κρατικών ενισχύσεων και του αντιντάμπινγκ. Στην απόφαση Metro κατά Επιτροπής (36), η προσφυγή ακυρώσεως κρίθηκε παραδεκτή, εφόσον διαπιστώθηκε ότι η προσφεύγουσα είχε υποβάλει την αρχική καταγγελία στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 17, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, είχε προβεί σε γραπτά σχόλια και είχε εξασφαλίσει ορισμένες τροποποιήσεις στο σύστημα διανομής κατά του οποίου έβαλλε και το οποίο εξακολουθούσε να μη δέχεται την είσοδό του σ' αυτό. Το Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή παραδεκτή για δύο στενά αλληλοσυνδεόμενους, αλλά παρά ταύτα διαφορετικούς λόγους. Συγκεκριμένα, ότι, όταν φυσικά ή νομικά πρόσωπα νομιμοποιούνται να απευθύνουν καταγγελία σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, είναι προς το συμφέρον «της δίκαιης παροχής εννόμου προστασίας και της ορθής εφαρμογής των άρθρων 85 και 86» της Συνθήκης τέτοια πρόσωπα να «έχουν τη δυνατότητα, σε περίπτωση ολικής ή μερικής απορρίψεως της καταγγελίας τους, να ασκήσουν προσφυγή προς προστασία του εννόμου συμφέροντός τους» (37). Η Κοινότητα έχει συμφέρον να λαμβάνει τα όσο πιο δυνατόν ακριβή και συγκεκριμένα στοιχεία στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που καταλήγει στην έκδοση οιασδήποτε αποφάσεως από θεσμικό όργανο και αυτό το συμφέρον της Κοινότητας βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με την προστασία των συμφερόντων των προσώπων που είναι ικανά να παράσχουν τα στοιχεία αυτά. Ένα πρόσωπο που έχει ορισμένη θέση στο πλαίσιο της διαδικασίας που καταλήγει στην έκδοση αποφάσεως διαφοροποιείται επομένως από άλλους επιχειρηματίες στην αγορά ώστε η απόφαση να το αφορά ατομικώς.
35 Αποτελεί πάγια νομολογία ότι ένα μέτρο που θίγει τα γενικά συμφέροντα μιας κατηγορίας προσώπων ή επιχειρήσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά άμεσα μια ένωση υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου αυτής της κατηγορίας προσώπων ή επιχειρήσεων (38). Πάντως, είναι σαφές ότι το συμφέρον της Κοινότητας να λαμβάνει πλήρη και ακριβή στοιχεία κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας μπορεί κάλλιστα να εξυπηρετείται μέσω της συμμετοχής ενώσεων ενδιαφερομένων προσώπων ή επιχειρήσεων. Το δικαίωμά τους συμμετοχής σε ορισμένες διοικητικές διαδικασίες αναγνωρίζεται ρητώς ή σιωπηρώς από την κοινοτική νομοθεσία (39). Στην πραγματικότητα, η οικονομία της διαδικασίας θα εξυπηρετούνταν ακόμη καλύτερα με την ενεργό συμμετοχή ενώσεων εμπόρων ή παραγωγών, καθόσον οι οργανισμοί αυτοί μπορεί να είναι καλύτερα πληροφορημένοι και να διαθέτουν γνώσεις και εξειδίκευση για να παρέχουν αρωγή στις έρευνες των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας και, κατ' αυτόν τον τρόπο, να αποφεύγονται περιττές και ανωφελείς επαναλήψεις (40). Κοινοτικές πράξεις που προκύπτουν από τέτοιες διοικητικές διαδικασίες αναγνωρίζονται, κατ' επέκταση της συλλογιστικής της αποφάσεως Metro I, ότι αφορούν ατομικώς τέτοιου είδους ενώσεις. Στο πλαίσιο της αποφάσεως Fediol (41), η Fιdιration de l'industrie de l'huilerie de la CEE είχε υποβάλει καταγγελία ως προκαταρκτική πράξη μιας έρευνας αντιντάμπινγκ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν βέβαιο «ότι δικαίωμα προσφυγής πρέπει να αναγνωρίζεται στους καταγγέλλοντες σε περίπτωση που προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι κοινοτικές αρχές δεν έλαβαν υπόψη τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζει ειδικά ο κανονισμός [3017/79]», όπως «το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας [και] το δικαίωμα - που ενυπάρχει στο πρώτο - να εξετάζεται η καταγγελία αυτή από την Επιτροπή με τη δέουσα φροντίδα» (42). Το Δικαστήριο έκρινε ότι «πρέπει να αναγνωρίζεται στους καταγγέλλοντες, στο πνεύμα των αρχών που διαπνέουν τα άρθρα 164 και 173 της Συνθήκης, το δικαίωμα να αξιώνουν ένα δικαστικό έλεγχο προσιδιάζοντα στη φύση των εξουσιών που επιφυλάσσονται σχετικά στα όργανα της Κοινότητας» (43). Επομένως «μπορεί κανείς να αρνηθεί στους καταγγέλλοντες το δικαίωμα να υποβάλουν σε δικαστική κρίση όλα τα στοιχεία που καθιστούν δυνατή την εξακρίβωση αν η Επιτροπή τήρησε τις διαδικαστικές εγγυήσεις που χορηγεί στους καταγγέλλοντες ο κανονισμός 3017/79» (44). Φυσικά, πρέπει να σημειωθεί ότι στην απόφαση Fediol, ο ασκήσας την προσφυγή ακυρώσεως και ο καταγγέλλων στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ήταν ο ίδιος ο οργανισμός και, επομένως, η υπόθεση δεν παρουσίαζε τη διάσταση ταυτότητας και συμφερόντων που τίθενται εν προκειμένω.
36 Το ίδιο μπορεί να λεχθεί για την υπόθεση Van der Kooy, την πιο πρόσφατη από δύο σχετικές αποφάσεις που αφορούν προσφυγές κατά αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία διαπιστώθηκε ότι οι τιμές του φυσικού αερίου που εφάρμοζε η NV Nederlandse Gasunie, ιδιωτική εταιρία ελεγχόμενη κατά 50 % από το Ολλανδικό Δημόσιο, συνιστούσαν παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Πρώτον, το Landbouwschap ήταν το υπεύθυνο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου για τη διαπραγμάτευση των τιμών αερίου και τη σύναψη συμβάσεων με την Gasunie εξ ονόματος των οργανισμών καλλιεργητών και ήταν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη στις συμβάσεις αυτές. Δεύτερον, συμμετείχε ενεργώς, υπό την ιδιότητά του αυτή, στην κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης διοικητική διαδικασία. Καίτοι ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn υποστήριξε ότι το Landbouwschap δεν χρειαζόταν να έχει την ικανότητα διαδίκου κατά το άρθρο 173 προκειμένου να προασπίσει τα συμφέροντα των μελών του, επειδή αυτά μπορούσαν να ενεργήσουν εξ ιδίου ονόματος ως πρόσωπα τα οποία έθιγε η επίμαχη απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω απόφαση το αφορούσε άμεσα και ατομικά λόγω του συνδυασμού των δύο αυτών στοιχείων (45).
37 Στην υπόθεση Timex κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (46), το Δικαστήριο εξέτασε τη θέση στην οποία βρισκόταν μια ατομική επιχείρηση συνεπεία της κινήσεως διοικητικής διαδικασίας στον τομέα του αντιντάμπινγκ κατόπιν αιτήσεως μιας ενώσεως της οποίας η επιχείρηση ήταν μέλος. Η Timex Corporation ζητούσε την ακύρωση ενός μέτρου αντιντάμπινγκ το οποίο είχε ληφθεί κατόπιν καταγγελίας της British Clock and Watch Manufacturers' Association, της οποίας ήταν μέλος. Πάντως, προέκυψε ότι η ένωση προέβη σε ενέργειες μόνον αφού μια προηγούμενη καταγγελία της Timex απορρίφθηκε από την Επιτροπή με την αιτιολογία ότι προερχόταν από ένα μόνον κατασκευαστή. Το Δικαστήριο δέχθηκε, επίσης, ως απόδειξη ότι το μέτρο αφορούσε ατομικά την Timex, το γεγονός ότι είχαν ακουστεί οι παρατηρήσεις της κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, ότι η εξέλιξη της διαδικασίας καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις παρατηρήσεις της και ότι ο δασμός θεσπίστηκε βάσει των συνεπειών που είχε το ντάμπινγκ ως προς την Timex (47). Επομένως, το επίμαχο μέτρο «στηριζόταν στην ατομική κατάσταση της προσφεύγουσας» (48). Κατά συνέπεια, είχε εφαρμογή η αρχή που τέθηκε με την απόφαση Fediol, όσον αφορά την προστασία των διαδικαστικών εγγυήσεων που παρέχονται στους καταγγέλλοντες από τον κανονισμό 3017/79 (49).
38 Η πρώτη από τις δύο ολλανδικές υποθέσεις φυσικού αερίου που αναφέρθηκαν ανωτέρω ήταν η Cofaz (50), η οποία αποτελεί παράδειγμα εταιριών που είναι μέλη μιας ενώσεως, που συμμετείχε στην κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης διοικητική διαδικασία, τα οποία επικαλέστηκαν επιτυχώς το δικαίωμά τους να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως. Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ασαφής όσον αφορά την έκταση της συμμετοχής των προσφευγουσών επιχειρήσεων στη διαδικασία αυτή. Τόσο στην απόφαση όσο και στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα VerLoren van Themaat εκτίθεται ότι μια επαγγελματική ένωση, η syndicat professionnel de l'industrie des engrais azotιs, προέβη σε καταγγελία προς την Επιτροπή όσον αφορά τον προτιμησιακό χαρακτήρα των τιμών φυσικών αερίου. Η ένωση είχε ως σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων των Γάλλων παραγωγών αζωτούχων λιπασμάτων. Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθεται ότι έγιναν όλες οι ουσιώδεις ενέργειες από την ένωση στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, καίτοι επίσης εκτίθεται, όπως και στην απόφαση, ότι η ένωση υπέβαλε την καταγγελία «μεταξύ άλλων, για λογαριασμό των προσφευγουσών» (51). Στην συνέχεια της αποφάσεως, το Δικαστήριο το αντιμετωπίζει αυτό απλώς ως καταγγελία που «υπέβαλαν» οι προσφεύγουσες (52) και συνεχίζει εκθέτοντας ότι οι προσφεύγουσες «ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση της Επιτροπής και της υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2». Απεναντίας, ο γενικός εισαγγελέας φαίνεται να αποδίδει κάθε ενέργεια αυτού του είδους στην ένωση. Τελικά, καίτοι οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι η Επιτροπή «βρισκόταν σε στενή επαφή» με αυτές και «τις πληροφόρησε για την απόφασή της πριν μάλιστα κοινοποιηθεί με πανομοιότυπη διατύπωση στην Ολλανδική Κυβέρνηση», η μόνη αλληλογραφία που μνημονεύεται στην έκθεση ακροατηρίου, τις προτάσεις και την απόφαση είναι αυτή που διεξήχθη μεταξύ της Επιτροπής και της ενώσεως. Το Δικαστήριο θεωρεί την κοινοποίηση της αποφάσεως ως παραληφθείσα από τις προσφεύγουσες «μέσω του SPIEA» (53).
39 Παρά την ασάφεια αυτών των λεπτομερειών, είναι δυνατό να συναχθούν ορισμένα συμπεράσματα όσον αφορά τη συλλογιστική του Δικαστηρίου στην απόφαση Cofaz, η οποία εκδόθηκε στην υπόθεση που παρουσιάζει τη στενότερη σχέση με την παρούσα υπόθεση. Πρώτον, το Δικαστήριο παρέθεσε τις αποφάσεις Metro I, Fediol και Demo-Studio Schmidt, στις οποίες έχω ήδη αναφερθεί, καθόσον από αυτές καθίσταται σαφές ότι «στις περιπτώσεις όπου κάποιος κανονισμός παρέχει στις καταγγέλλουσες επιχειρήσεις διαδικαστικές εγγυήσεις δυνάμει των οποίων νομιμοποιούνται να ζητήσουν από την Επιτροπή να διαπιστώσει παράβαση των κοινοτικών κανόνων, οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να προσφύγουν δικαστικώς προς προστασία των εν λόγω συμφερόντων τους» (54). Δεύτερον, το Δικαστήριο πρόσθεσε, εξομοιώνοντας τη θέση των προσφευγουσών με αυτή της Timex, ότι «πρέπει να εξετάζεται ο ρόλος που έπαιξε η επιχείρηση κατά τη διοικητική διαδικασία» (55), ιδίως ως λαβούσα την πρωτοβουλία για την υποβολή της καταγγελίας και εφόσον είχε διατυπώσει τις παρατηρήσεις της οι οποίες και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της διαδικασίας. Τρίτον, το Δικαστήριο εφάρμοσε τη συλλογιστική που είχε ακολουθήσει στην απόφαση Metro I, που εκδόθηκε σε μια υπόθεση ανταγωνισμού, και στην Timex, που εκδόθηκε σε μια υπόθεση αντιντάμπινγκ, όπου και στους δύο τομείς οι διαδικαστικές εγγυήσεις διέπονται από κανονισμούς, σε μια έρευνα που διενήργησε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, το οποίο «αναγνωρίζει γενικώς τη δυνατότητα στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους στην Επιτροπή, χωρίς ωστόσο να δίνει περισσότερες λεπτομέρειες» (56). Η ευχέρεια αυτή πάντως εξαρτήθηκε από την προϋπόθεση ότι οι οικείες επιχειρήσεις υφίστανται σημαντικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστική τους κατάσταση. Τέταρτο, η Cofaz, σε αντίθεση προς την Timex, είχε περιβληθεί την ιδιότητα του καταγγέλλοντος (57).
40 Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας προτίθεμαι απλώς να εξετάσω, υπό το φως της νομολογίας αυτής, τα αποτελέσματα επί του locus standi επιχειρήσεων από τη συμμετοχή επαγγελματικών ενώσεων, στις οποίες οι επιχειρήσεις αυτές είναι μέλη, σε διοικητικές διαδικασίες, όπως αυτές που προβλέπονται από τον κανονισμό 17, τη νομοθεσία περί αντιντάμπινγκ και ενισχύσεων και το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, που καταλήγουν στην έκδοση αποφάσεων που αποτελούν το αντικείμενο ενδίκων προσφυγών. Θα εξετάσω κατωτέρω, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο τρίτο επιχείρημα της Kruidvat, το ζήτημα αν μια τέτοια άμεση ή κατ' εξουσιοδότηση συμμετοχή είναι καν αναγκαία, υπό το φως αυτής της νομολογίας καθώς και της μετέπειτα νομολογίας, προκειμένου ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, οι οποίες νομιμοποιούνταν κατ' αυτόν τον τρόπο να συμμετάσχουν, δικαιούνται να προσβάλουν τέτοιες αποφάσεις.
41 Τα προφανή διοικητικά πλεονεκτήματα ενεργούς συμμετοχής επαγγελματικών ενώσεων ή οργανισμών, στα οποία έχω ήδη αναφερθεί, συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να απαιτεί ρητή συμμετοχή μελών τέτοιων οργανισμών ως προϋπόθεση για τη συναγωγή υπάρξεως ατομικού συμφέροντος. Μια τέτοια απαίτηση θα αντιστρατευόταν τον σκοπό της οικονομίας της διαδικασίας ενθαρρύνοντας κατ' επανάληψη καταβολή προσπαθειών. Όταν μια ένωση σαφώς ενεργεί εξ ονόματος συγκεκριμένων επιχειρηματιών ή παραγωγών, χρησιμοποιεί στοιχεία που παρέχονται από αυτούς, οργανώνει συνεδριάσεις ή επιτρέπει τη συμμετοχή τους σ' αυτές ή κατ' άλλο τρόπο τους εμπλέκει στη διαδικασία, θα πρέπει να θεωρούνται ότι έχουν συμμετάσχει. Παρά ορισμένες επιφυλάξεις που διατύπωσε συναφώς ο γενικός εισαγγελέας VerLoren van Themaat (58), δεν νομίζω ότι υφίσταται οποιοδήποτε έρεισμα για να γίνεται διάκριση μεταξύ συμμετεχόντων στη διοικητική διαδικασία ανάλογα με το αν έχουν ρητώς ή όχι την ιδιότητα του καταγγέλλοντος (59). Η έρευνα θα πρέπει να εστιάζεται και στις δύο περιπτώσεις στην ύπαρξη πραγματικής συμμετοχής.
42 Επιπλέον, το πρώτο μέρος της αποφάσεως Plaumann του Δικαστηρίου επιβάλλει μια ερμηνεία του όρου «άλλο πρόσωπο». Στην υπόθεση αυτή, η βαλλόμενη απόφαση απευθυνόταν σε κράτος μέλος και η Επιτροπή υποστήριζε ότι δεν απευθυνόταν σε «άλλο πρόσωπο». Στην υπό κρίση αναίρεση, η επίδικη απόφαση απευθύνεται αναμφισβήτητα σε άλλο πρόσωπο, δηλαδή στη Givenchy. Υπ' αυτή την έννοια η υπό κρίση αναίρεση αφορά το αντίστροφο της υποθέσεως Plaumann. Πάντως, οι λόγοι που εξέθεσε το Δικαστήριο προκειμένου να υιοθετήσει «την πιο ευρεία ερμηνεία» συνίσταντο στο ότι «διατάξεις της Συνθήκης περί δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής δεν πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά» (60). Εφαρμόζοντας την αρχή αυτή σε μια περίπτωση όπου ο επιχειρηματίας έχει επαφεθεί στην επαγγελματική ένωση στην οποία ανήκει προκειμένου να προασπίσει τα συμφέροντά του, συνάγω ότι, όταν αποδεικνύεται ακόμη και η παραμικρή ανάμιξη, αυτό αρκεί για να καταδειχθεί ότι ένας επιχειρηματίας μέλος της ενώσεως συμμετείχε μέσω της ενώσεως προκειμένου να συντρέχει το κριτήριο του ατομικού συμφέροντος σε σχέση με κάθε επακολουθούσα απόφαση. Η Kruidvat, πάντως, προχωρεί μακρύτερα και υποστηρίζει ότι δεν είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται οποιαδήποτε ανάμιξη στην κατάρτιση του εγγράφου που υποβλήθηκε εν προκειμένω από το Raad FGB ή οποιαδήποτε έγκριση του περιεχομένου του. Αρκεί, πράγματι, η απλή ιδιότητα του μέλους του Raad FGB. Δεν συμφωνώ. Καθόσον απαιτείται κάποιο είδος συμμετοχής στη διοικητική διαδικασία, θεωρώ, ελλείψει άλλων κριτηρίων διαφοροποιήσεως ενός καταγγέλλοντος, ότι πρέπει να ισχύουν ορισμένα όρια, αν μη τι άλλο χάρη άμυνας κατά του κινδύνου καταχρήσεων. Η απλή ιδιότητα μέλους ενός εθνικού ή πολυεθνικού εμπορικού επιμελητηρίου, π.χ., μπορεί να ανοίξει τις θύρες μέχρι τέτοιου σημείου ώστε να καταστήσει κενή περιεχομένου την έννοια του «προσωπικού συμφέροντος» και να στερήσει το άρθρο 173 από την ουσιαστική του λειτουργία, η οποία συνίσταται στον καθορισμό, χάριν της ασφαλείας δικαίου, της εκτάσεως του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.
43 Η άποψη αυτή συνάδει απολύτως προς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Timex και Cofaz και προς την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση AITEC. Στην υπόθεση Timex, η Timex Corporation είχε καταθέσει τις δικές της παρατηρήσεις, όπως επίσης και είχε σαφώς την ευθύνη για την καταγγελία της επαγγελματικής ενώσεως. Στην υπόθεση Cofaz, οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις συνδέονταν τόσο στενά με την ένωση που προέβη σε καταγγελία ώστε, όπως φαίνεται, να εξομοιώνονται προς αυτήν.
44 Στην υπόθεση AITEC, το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι η προσφεύγουσα ένωση είχε συμμετάσχει σε διοικητική διαδικασία κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης και, με αυτό τον τρόπο, «προάσπιζε (...) τα συμφέροντα ορισμένων μελών της, σύμφωνα με τις εξουσίες που της απονέμει το καταστατικό της, χωρίς τα εν λόγω μέλη να προβάλουν αντίρρηση» (61). Πάντως, το Πρωτοδικείο είχε ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη απόφαση αφορούσε ατομικά τα εν λόγω μέλη ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι είχαν ειδικά μνημονευθεί στις παρατηρήσεις της AITEC προς την Επιτροπή (62). Προφανώς, το Πρωτοδικείο επιδίωξε να συναγάγει ότι, σε αντίθεση προς τη γενική απαγόρευση που επιβάλλεται στις επαγγελματικές ενώσεις να ασκούν προσφυγές ακυρώσεως για την προάσπιση των γενικών και ταυτόσημων συμφερόντων των μελών τους, η AITEC μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε υποκατασταθεί στη θέση ορισμένων των μελών της τα οποία θα μπορούσαν να είχαν ασκήσει τα ίδια παραδεκτώς προσφυγή. Η δυνατότητα μιας τέτοιας συλλογικής προσφυγής παρουσίαζε διαδικαστικά πλεονεκτήματα (63). Πάντως, η εκ μέρους μιας επαγγελματικής ενώσεως εκπροσώπηση όλων των μελών της, χωρίς αυτά να προβάλουν αντίρρηση, σε μια διοικητική διαδικασία δεν μπορεί να διαφοροποιεί τη θέση κάθε μεμονωμένου μέλους, χωρίς να υφίσταται κάποιο πιο συγκεκριμένο στοιχείο εξατομικεύσεως είτε μέσω αναφοράς σ' αυτό το μέλος με τις παρατηρήσεις της ενώσεως είτε μέσω θετικής αποδείξεως περί του ότι το μέλος ζήτησε, ενέκρινε ή συνέπραξε στην προετοιμασία και την παρουσίαση των απόψεων της ενώσεως.
45 Βάσει αυτών των εκτιμήσεων, πιστεύω ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε με πνεύμα ευρείας ερμηνείας την απόδειξη της προβαλλόμενης συμμετοχής της Kruidvat στις διαβουλεύσεις της Επιτροπής μέσω του Raad FGB, πριν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «η έμμεση σχέση που μπορεί να υπάρχει μεταξύ της εθνικής δίκης και του κύρους της αποφάσεως δεν αρκεί καθ' εαυτήν για να εξατομικευθεί η προσφεύγουσα κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης» στο πλαίσιο της επίδικης αποφάσεως.
46 Η ουσία της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου ανευρίσκεται στη σκέψη 64:
«Όσον αφορά τη δυνάμει του εγγράφου του Raad FGB της 29ης Νοεμβρίου 1991 συμμετοχή του στη διαδικασία του άρθρου 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17, μολονότι αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο εκείνο μία από τις μητρικές εταιρίες της προσφεύγουσας, ήτοι η Kruidvat ΝV, ήταν μέλος του Raad FGB, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν καταδεικνύεται ότι το έγγραφο αυτό απεστάλη κατόπιν αιτήσεως της Kruidvat ΝV ή ότι αυτή μετέσχε στην προετοιμασία του ή επέτρεψε ή έστω επηρέασε το περιεχόμενό του.»
47 Τα περιστατικά, όπως διαπιστώθηκαν από το Πρωτοδικείο, δεν παρέχουν κανένα στοιχείο που να προκύπτει πραγματική συμμετοχή της Kruidvat. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση λαμβάνει υπόψη τόσο τη θέση της Kruidvat, προσφεύγουσας, ήτοι της βελγικής εταιρίας Kruidvat BVBA, όσο και της ολλανδικής μητρικής εταιρίας Kruidvat NV. Πάντως, η απόφασή του δεν αφορά ούτε το ότι η μητρική εταιρία - και όχι η Kruidvat - ήταν μέλος του Raad FGB ούτε το γεγονός ότι η Kruidvat είναι εγκατεστημένη σε διαφορετικό κράτος μέλος από ό,τι το Raad FGB. Όπως εκτίθεται στη σκέψη 66 της αποφάσεως «αν το έγγραφο αυτό του Raad FGB (...) δεν αρκεί για να "εξατομικεύσει" την Kruidvat NV, το αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο όσον αφορά την προσφεύγουσα». Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα της Kruidvat που αφορούν τους φορολογικούς λόγους της εγκαταστάσεώς της στο Βέλγιο και ο ρόλος του Raad FGB στην προάσπιση των συμφερόντων μιας μακράς αλυσίδας καταστημάτων στις Κάτω Ξώρες είναι άσχετα. Τα στοιχεία αυτά δεν ελήφθησαν υπόψη εις βάρος της Kruidvat. Αν είχε καταδειχθεί ότι η Kruidvat NV είχε αναμιχθεί ενεργώς συμπράττοντας με το Raad FGB, εξ ονόματος της θυγατρικής της, στην προετοιμασία του εγγράφου της 29ης Νοεμβρίου 1991 ή είχε κατ' άλλο τρόπο συμπράξει στην αποστολή του, θα μπορούσαν εγκύρως να έχουν γίνει διαφορετικές εκτιμήσεις. Δεν επιθυμώ να διατυπώσω αυστηρούς κανόνες ως προς τον βαθμό της αναγκαίας αναμίξεως, εφόσον δεν είναι αναγκαίο στην παρούσα υπόθεση, φρονώ όμως ότι ένας προσφεύγων σε μια υπόθεση όπως η παρούσα θα πρέπει να είναι σε θέση να προσκομίζει ορισμένη απόδειξη ότι η επαγγελματική ένωση επεδίωκε την υλοποίηση των συμφερόντων του είτε ρητώς είτε, τουλάχιστον, εν γνώσει του και με την έγκρισή του.
48 Ως δεύτερο σκέλος του επιχειρήματός της που αφορά τις παρατηρήσεις του Raad FGB, η Kruidvat διατυπώνει αιτιάσεις κατά της σκέψεως 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όπου το Πρωτοδικείο τονίζει ότι «υφίσταται τουλάχιστον μία σημαντική διαφορά μεταξύ της απόψεως που εξέφρασε το Raad FGB στο έγγραφό του της 29ης Νοεμβρίου 1991 και εκείνης που υποστηρίζει η προσφεύγουσα με την παρούσα προσφυγή (...)». Υποστηρίζει ότι μια ένωση όπως το Raad FGB πρέπει να σταθμίζει τα συμφέροντα των διαφόρων μερών της. Πρώτον, νομίζω ότι η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε αναμίξεως στη διοικητική διαδικασία εξ ονόματος της Kruidvat ή της μητρικής της εταιρίας, όπως συνοψίζεται στη σκέψη 64 της αποφάσεως, αποτελεί το αποφασιστικό στοιχείο της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Δεύτερον, η αναφορά, στη σκέψη 65, στη διαφορά μεταξύ των απόψεων που διατύπωσαν η Kruidvat και το Raad FGB πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ως αναφορά σε ένα άλλο πραγματικό αποδεικτικό στοιχείο για την έλλειψη αναμίξεως της Kruidvat (64) και όχι ως ένδειξη απαιτήσεως πλήρους συμπτώσεως των απόψεων που προέβαλαν η ένωση και όλα τα μέλη τα οποία εκπροσωπεί. Ανεξαρτήτως πάντως εκτιμήσεως, συμφωνώ με την Επιτροπή, όσον αφορά το τελευταίο αυτό σημείο, ότι μια τέτοια σύμπτωση απόψεων δεν είναι αναγκαία και δεν καταλαβαίνω γιατί το Πρωτοδικείο διατύπωσε αντίθετη κρίση.
49 Για τους λόγους αυτούς δεν μπορώ να δεχθώ το πρώτο επιχείρημα της Kruidvat όσον αφορά τον πρώτο της λόγο αναιρέσεως.
ii) Το δεύτερο επιχείρημα της Kruidvat: η αγωγή της Copardis
50 Η Kruidvat υποστηρίζει επίσης ότι υφίσταται ατομικό συμφέρον λόγω του ότι η έκδοση της επίδικης αποφάσεως συνέπεσε χρονικώς με την αγωγή της Copardis. Νομίζω ότι αυτό είναι λανθασμένο. Αν η Kruidvat δεν διαφοροποιείται λόγω ειδικών και προσιδιαζόντων σ' αυτήν ατομικώς αποτελεσμάτων στην αγορά, επειδή συμμερίζεται την τύχη άλλων πραγματικών ή δυνητικών επιχειρηματιών στην παράλληλη αγορά, η ύπαρξη εκκρεμοδικίας σε σχέση με τις δραστηριότητές της, ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους, δεν μεταβάλλει το συμπέρασμα αυτό. Η αναφορά της Kruidvat στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση Metro II δεν αρκεί για να με πείσει περί του αντιθέτου. Οι προτάσεις αναφέρονται το πολύ στην άποψη της Επιτροπής ως προς μια υποθετική περίπτωση, δηλαδή την ταυτόχρονη ύπαρξη εκκρεμοδικίας, πράγμα για το οποίο δεν πρόκειται στην παρούσα υπόθεση. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στην απόφαση εκείνη που να παρέχει συναφώς έρεισμα στην άποψη της Kruidvat.
51 Απόφαση με την οποία εγκρίνεται ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής μπορεί να θέσει τους μη συμμετέχοντες, όπως η Kruidvat, σε δυσμενή θέση από εμπορικής απόψεως σε σχέση με τους συμμετέχοντες. Είναι νοητή η άσκηση αγωγών από τον διανομέα ή άλλα μέλη του δικτύου κατά οιουδήποτε παράλληλου επιχειρηματία όπως η Kruidvat. Ομοίως, τέτοιου είδους επιχειρηματίες είναι ενδεχόμενο να κινήσουν διαδικασίες ενώπιον εθνικών δικαστηρίων υποστηρίζοντας ότι το δίκτυο είναι παράνομο. Αυτά πάντως αποτελούν απλές επιπτώσεις της γενικής σχέσεως που υπάρχει μεταξύ αυτών που είναι εντός και αυτών που είναι εκτός του συστήματος. Αν θεωρούνταν ότι ασκούν επιρροή, κάθε τρίτος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι μια απόφαση τον αφορά ατομικώς απλώς και μόνον καταφεύγοντας στο μέσο της ασκήσεως αγωγής αφορώσας το ίδιο ουσιαστικό αντικείμενο ενώπιον εθνικού δικαστηρίου εντός της προθεσμίας που ορίζεται με το άρθρο 173. Επομένως, το Πρωτοδικείο, ορθώς, κατά τη γνώμη μου, θεώρησε καθαρά τυχαίο γεγονός ότι ασκήθηκε αγωγή κατά ενός επιχειρηματία από διάδικο που αποκομίζει όφελος από την οργάνωση του δικτύου ή είναι υπεύθυνος γι' αυτήν κατά το χρονικό διάστημα εντός του οποίου μπορεί να προσβληθεί η σχετική απόφαση.
52 Τέτοιες διαδικασίες μπορούν να κινηθούν από τους μεν ή τους δε βάσει μιας μεγάλης ποικιλίας λόγων αντλουμένων από το εθνικό δίκαιο και που μπορούν να συνδέονται κατά το μάλλον ή ήττον άμεσα με το αντικείμενο της επίμαχης αποφάσεως. Όπως παρατήρησε το Δικαστήριο σε μια παρόμοια αλληλουχία στην απόφαση Cartier, «το ζήτημα του κύρους της συμβάσεως από πλευράς του άρθρου 85 της Συνθήκης εμφανίζεται ως πρόκριμα» (65). Πάντως, με την επιφύλαξη ότι τηρούνται οι επιταγές του κοινοτικού δικαίου, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να καθορίζουν πώς εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο. Αποφάσεις επί άλλων προκριματικών ζητημάτων, αποκλειστικά εθνικού χαρακτήρα, μπορεί να συνεπάγονται την απόρριψη της αγωγής και, κατ' αυτόν τον τρόπο, να αποκλείουν οποιαδήποτε εξέταση όσον αφορά το κύρος, από απόψεως κοινοτικού δικαίου τέτοιων συμβάσεων (66). Αυτή ήταν πράγματι η τύχη της αγωγής της Copardis πρωτοδίκως ενώπιον του Rechtbank van koophandel te Dendermonde. Το άρθρο 177 της Συνθήκης παρέχει στα εθνικά δικαστήρια την ευχέρεια να αποφασίζουν πότε μια απόφαση περί του κύρους ή της ερμηνείας κοινοτικών πράξεων είναι αναγκαία προκειμένου αυτά να μπορούν να αποφαίνονται σε υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον τους. Επομένως, αθεμίτως το Δικαστήριο θα επιχειρούσε να καθορίσει, ελλείψει αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, πότε ή εάν, στο πλαίσιο αγωγής ασκηθείσας βάσει του εθνικού δικαίου, απαιτείται λύση τέτοιων ζητημάτων. Ενόψει της ποικιλίας νομικών και πραγματικών περιστάσεων υπό τις οποίες το ουσιαστικό αντικείμενο μιας αποφάσεως μπορεί να φθάσει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, το γεγονός και μόνο ότι έχει ασκηθεί μια τέτοια αγωγή βάσει του εθνικού δικαίου δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ότι δημιουργείται το ίδιο ατομικό συμφέρον με αυτό που προκύπτει από μια απόφαση επί ενός δικτύου επιλεκτικής διανομής όπως η απόρριψη μιας αιτήσεως προσχωρήσεως σε ένα τέτοιο δίκτυο.
53 Η επέκταση της ιδιότητας του έχοντος ατομικό συμφέρον σε διαδίκους εκκρεμουσών συγχρόνως εθνικών διαδικασιών δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, αναγκαία προκειμένου οι διάδικοι αυτοί να μπορούν, εφόσον είναι αναγκαίο, να προσβάλουν τη σχετική κοινοτική απόφαση. Το εθνικό δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους της αποφάσεως. Αυτό, από διαδικαστικής απόψεως, είναι πολύ περισσότερο αποτελεσματικό και πολύ περισσότερο σύμφωνο με τη διαφύλαξη της ασφαλείας δικαίου παρά η αυτόματη αναγνώριση του ατομικού συμφέροντος των διαδίκων σε τέτοιες διαδικασίες, οσοδήποτε ασθενώς και αν συνδέονται τα συναφή νομικά ζητήματα εθνικού δικαίου με το ζήτημα του κύρους.
54 Το επιχείρημα της Kruidvat είναι επίσης δύσκολο να εναρμονιστεί με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση TWD Textilwerke Deggendorf. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ένα πρόσωπο το οποίο δικαιούται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κοινοτικής αποφάσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν επιτρέπεται, εφόσον δεν έχει ασκήσει μια τέτοια προσφυγή και είχε γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, αυτής της αποφάσεως, να επικαλεστεί την έλλειψη κύρους της αποφάσεως αυτής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου (67). Είναι σχεδόν αδύνατο να θεωρηθεί ως επιχείρημα για την ύπαρξη δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής κατά το άρθρο 173 μέσω αναφοράς στην ύπαρξη σχετικής εκκρεμούσας ταυτοχρόνως δίκης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου το ότι ένας διάδικος της δίκης αυτής, αν παρέλειψε να κινήσει διαδικασία εγκαίρως ενώπιον του Πρωτοδικείου, αποκλείεται από τη δυνατότητα να θέσει το ζήτημα του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου που επελήφθη της υποθέσεώς του, καθώς και να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του ζητήματος αυτού. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να εξωθούνται οι διάδικοι τέτοιων διαδικασιών να κινούν διαδικασίες ενώπιον του Πρωτοδικείου αν φρονούν ότι η κρίση του κύρους κοινοτικής αποφάσεως θα είχε έστω και την πλέον οριακή ή ως εκ τύχης σημασία για τις υποθέσεις τους ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Αυτό θα ήταν τελείως ανακόλουθο προς την έννοια της οικονομίας της διαδικασίας και θα ήταν τελείως περιττό από απόψεως δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων τους.
55 Η άποψή μου επιρρωννύεται εμμέσως από την απόφαση του Δικαστηρίου στην απόφαση Greenpeace Council κ.λπ. κατά Επιτροπής (68). Στην υπόθεση αυτή, η προσφυγή ακυρώσεως ορισμένων αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες χορηγήθηκε χρηματοδότηση κατασκευαστικών σχεδίων στην Ισπανία, με βάση το ότι τα σχέδια αυτά συνιστούσαν παράβαση του κοινοτικού δικαίου περί του περιβάλλοντος, κρίθηκε απαράδεκτη από το Πρωτοδικείο (69) και, κατόπιν αναιρέσεως, από το Δικαστήριο, λόγω ελλείψεως ατομικού συμφέροντος. Ορισμένοι από τους προσφεύγοντες είχαν επίσης κινήσει διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων της Ισπανίας σε σχέση με τις χορηγηθείσες διοικητικές άδειες για τα εν λόγω σχέδια και τις δηλώσεις για τις επιπτώσεις των κατασκευαστικών σχεδίων στο περιβάλλον (70). Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι προσφυγές αυτές, όπως και η ασκηθείσα ενώπιον του Πρωτοδικείου, επιδίωκαν διαφορετικούς σκοπούς, στηρίζονταν όμως στα ίδια δικαιώματα που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δικαιώματα αυτά προστατεύονταν πλήρως από τα εθνικά δικαστήρια τα οποία μπορούσαν, αν χρειαζόταν, να υποβάλουν προδικαστικό ερώτημα βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης (71). Από κανένα στοιχείο της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω προσφυγές ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, οι οποίες εντάσσονται στον ίδιο τομέα, αρκούν για να διαφοροποιηθούν οι προσφεύγοντες από το κάθε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη ατομικού συμφέροντος.
56 Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο επιχείρημα της Kruidvat όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως.
iii) Το τρίτο επιχείρημα της Kruidvat: εσφαλμένη εκτίμηση των αποτελεσμάτων του ανταγωνισμού
57 Θα εξετάσω πρώτα τους ισχυρισμούς της Kruidvat που αφορούν την αλληλογραφία της Belluco και στη συνέχεια θα στραφώ στα γενικότερα επιχειρήματά της που αφορούν τα αποτελέσματα της επίδικης αποφάσεως στην κατάστασή της ως εμπορευομένης προϋόντα Givenchy και ως ενδιαφερομένου τρίτου κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17.
58 Το Πρωτοδικείο εξέθεσε, όσον αφορά το έγγραφο της Belluco προς την Kruidvat της 17ης Ιουλίου 1992, ότι «από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται επαρκώς κατά νόμο ότι η αποστολή του είχε επιτραπεί από τη Givenchy ή την Copardis. Επιπλέον, το έγγραφο αυτό δεν συνιστά απάντηση σε αίτηση της Kruidvat περί εισδοχής στο δίκτυο Givenchy» (72). Πρόκειται για διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών τα οποία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναιρέσεως. Εν πάση περιπτώσει, η απειλή δίκης, αν η Kruidvat εξακολουθούσε να εμπορεύεται προϋόντα Givenchy, δεν μπορεί να εξατομικεύσει τη θέση της, όπως ακριβώς δεν μπορούσε και η εθνική διαδικασία που πράγματι κίνησε η Copardis.
59 Η Kruidvat δεν προβάλλει ατομικό συμφέρον στηριζόμενο σε αποτελέσματα που τη διακρίνουν από κάθε άλλον επιχειρηματία στην αγορά, όπως φαίνεται να απαιτείται από το κριτήριο που εφαρμόζεται με τόση συνέπεια βάσει του προπαρατεθέντος χωρίου της αποφάσεως Plaumann. Η Kruidvat βρίσκεται σε διαφορετική κατάσταση από οποιονδήποτε άλλον ενδεχόμενο μεταπωλητή προϋόντων Givenchy που βρίσκεται εκτός του δικτύου επιλεκτικής διανομής. Η αναφορά της στη σημασία της θέσεώς της στην αγορά είναι άσχετη εν προκειμένω. Το ίδιο άσχετη είναι και η αναφορά της στις πιθανές επιπτώσεις από τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 89/104 επί της ικανότητάς της να προμηθεύεται εκτός της Κοινότητας, διότι όλοι οι επιχειρηματίες που βρίσκονται εκτός του δικτύου θα συναντούν, αν η πρόβλεψη αυτή είναι ορθή, τις ίδιες δυσκολίες. Πάντως, η Kruidvat στηρίζεται στις αποφάσεις Cook και Matra για να αποδείξει ότι υφίσταται αναλογία ανάμεσα στους «ενδιαφερομένους», οι οποίοι ενδεχομένως δικαιούνται να τύχουν ακροάσεως στο πλαίσιο έρευνας που διενεργεί η Επιτροπή βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, και «τρίτους ενδιαφερομένους», οι οποίοι δικαιούνται, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17, να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους στην Επιτροπή στο πλαίσιο μελετώμενης από την Επιτροπή αποφάσεως περί χορηγήσεως αρνητικής πιστοποιήσεως ή περί εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ενδιαφερόμενοι της δεύτερης αυτής κατηγορίας μπορούν να ασκούν προσφυγές ακυρώσεως. Κατά τη γνώμη μου, αυτό αποτελεί εσφαλμένη ερμηνεία των αποφάσεων Cook και Matra.
60 Τόσο στην απόφαση Cook όσο και στην απόφαση Matra, οι προσφεύγουσες είχαν υποβάλει καταγγελίες στην Επιτροπή για μια, κατ' αυτές, παράνομη κρατική ενίσχυση (73). Και στις δύο υποθέσεις, η Επιτροπή αρνήθηκε να κινήσει τη διαδικασία βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης (74), πλην όμως οι προσφεύγουσες ζήτησαν την ακύρωση των σχετικών αποφάσεων που απηύθυνε η Επιτροπή στα κράτη μέλη. Το Δικαστήριο τόνισε ότι:
«Πρέπει να γίνεται διάκριση, μεταξύ, αφενός, της προκαταρκτικής φάσεως εξετάσεως των ενισχύσεων, που καθιερώνει το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, η οποία έχει ως μοναδικό σκοπό να δώσει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να σχηματίσει μια πρώτη γνώμη ως προς το αν η συγκεκριμένη ενίσχυση συμβιβάζεται εν μέρει ή απολύτως με την κοινή αγορά και, αφετέρου, της φάσεως ελέγχου του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Μόνο στο πλαίσιο αυτής της φάσεως ελέγχου, που έχει ως σκοπό να επιτρέψει στην Επιτροπή να διαφωτιστεί πλήρως επί του συνόλου των στοιχείων της υποθέσεως, προβλέπει η Συνθήκη υποχρέωση της Επιτροπής να τάξει στους ενδιαφερομένους προθεσμία για την υποβολή των παρατηρήσεών τους» (75).
Τό Δικαστήριο προσέθεσε:
«Όταν η Επιτροπή, χωρίς να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, διαπιστώνει, βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, ότι μια ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, εκείνοι υπέρ των οποίων έχουν τεθεί αυτές οι διαδικαστικές εγγυήσεις μπορούν να επιτύχουν την τήρησή τους μόνον αν έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την απόφαση αυτή της Επιτροπής ενώπιον του Δικαστηρίου» (76).
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο δεν περιόρισε το locus standi για μια τέτοια προσφυγή στα πρόσωπα τα οποία είχαν κατά κάποιο τρόπο προβεί μονομερώς σε καταγγελία ή σε κάποια μορφή επεμβάσεως. Το Δικαστήριο υπόμνησε ότι οι ενδιαφερόμενοι, κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 2, είναι «τα πρόσωπα, οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις των οποίων τα συμφέροντα θίγονται, ενδεχομένως, από τη χορήγηση της ενισχύσεως, ιδίως δε οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και οι επαγγελματικές οργανώσεις» (77).
61 Είναι προφανές από την ευρεία κατηγορία των προσώπων που μπορεί να έχουν δικαίωμα προσφυγής βάσει των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις αυτές, όπως και βάσει των αναφορών του Δικαστηρίου τόσο στις περιορισμένες περιστάσεις υπό τις οποίες σε ορισμένα πρόσωπα πρέπει να ταχθεί προθεσμία για την υποβολή των παρατηρήσεών τους στην Επιτροπή όσο και στο ότι η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου συνιστά το μόνο μέσο των ενδιαφερομένων ελλείψει μιας τέτοιας διαδικασίας, ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι μια προσέγγιση του ατομικού συμφέροντος η οποία στηρίζεται στην έννοια της συμμετοχής παρέχει ανεπαρκή προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων τέτοιων προσώπων βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Τα εν λόγω πρόσωπα δεν θα γνωρίζουν υπό κανονικές συνθήκες ότι πραγματοποιήθηκε η προκαταρκτική εξέταση της ενισχύσεως παρά μόνο μετά την ολοκλήρωσή της (78). Η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, περιλαμβανομένης της κλήσεως των ενδιαφερομένων να υποβάλουν παρατηρήσεις είναι υποχρεωτική, οσάκις η Επιτροπή αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες για να κρίνει αν μια ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, οπότε οι εν λόγω ενδιαφερόμενοι δικαίως πρέπει να έχουν τη βεβαιότητα ότι η απόφαση περί μη κινήσεως μιας τέτοιας έρευνας λαμβάνεται νομοτύπως (79).
62 Υπό το φως αυτών των παραγόντων δεν υπάρχει γνήσια αναλογία με μια υπόθεση όπως η παρούσα, στην οποία έχει ασκηθεί προσφυγή, έχει υπάρξει πρόσκληση για την υποβολή παρατηρήσεων και έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας. Τα ενδιαφερόμενα μέρη συμπεριλαμβανομένης της Kruidvat, είχαν την ευκαιρία να ασκήσουν το δικαίωμά τους γνωστοποιήσεως των απόψεών τους στην Επιτροπή. Επομένως, μπορεί να γίνει κατάλληλη εξισορρόπηση των συμφερόντων τους με τα συμφέροντα της Επιτροπής και του αποδέκτη της επίδικης αποφάσεως από απόψεως ασφαλείας δικαίου, όπως προτείνει η Colipa, θεωρώντας ότι η απόφαση αφορά άμεσα μόνον αυτούς που έκαναν χρήση της σχετικής δυνατότητας και, επομένως, δικαιούνται να προσβάλουν την απόφαση.
63 Η Kruidvat στηρίζεται επίσης στην απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Mιtropole. Στην υπόθεση αυτή, το Πρωτοδικείο έπρεπε να κρίνει αν δύο τηλεοπτικές εταιρίες είχαν δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως μιας αποφάσεως της Επιτροπής την οποία αυτή απηύθυνε στην Ευρωπαϋκή Ένωση Ραδιοτηλεοπτικών Εκπομπών (ΕΕΡΕ) εφαρμόζοντας το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης στο ευρωπαϋκό σύστημα παραχωρήσεως τηλεοπτικών δικαιωμάτων για τη μετάδοση αθλητικών συναντήσεων. Η αίτηση μιας από αυτές τις εταιρίες, δηλαδή της Antena 3, να προσχωρήσει στην ΕΕΡΕ απορρίφθηκε πριν εκδοθεί η απόφαση. Το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι το στοιχείο αυτό επιβεβαίωνε την ικανότητά της να ασκήσει προσφυγή (80). Η άλλη εταιρία, η RTI, συμμετείχε στην ακρόαση στην οποία προέβη η Επιτροπή αλλά δεν υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις ούτε έλαβε συγκεκριμένη θέση. Το Πρωτοδικείο έκρινε εντούτοις ότι «το προβλεπόμενο στο άρθρο 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 διαδικαστικής φύσεως δικαίωμα δεν εξαρτάται από καμία προϋπόθεση αναγομένη στον τρόπο ασκήσεώς του» (81).
64 Το Πρωτοδικείο διατύπωσε τα συμπεράσματά του αυτά ως συμπληρωματικού απλώς χαρακτήρα σε σχέση με μια γενικότερη θεώρηση της ικανότητας ασκήσεως προσφυγής των δύο εταιριών. Οι δύο εταιρίες ήταν ενδιαφερόμενοι τρίτοι κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 και, επομένως, δικαιούνταν να συμμετάσχουν στη διοικητική διαδικασία που κίνησε η Επιτροπή για τη λήψη της επίμαχης αποφάσεως. «Υπό την ιδιότητα (...) αυτή, η εν λόγω απόφαση αφορά την [Antena 3] ατομικώς κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης» (82). Το Πρωτοδικείο συνέχισε ως ακολούθως:
«Kανένα επιχείρημα περί του αντιθέτου δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι η Antena 3 δεν έκανε χρήση εν προκειμένω των διαδικαστικής φύσεως δικαιωμάτων που της παρείχε το άρθρο 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 και δεν υπέβαλε γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις κατά τη διοικητική διαδικασία εκδόσεως της αποφάσεως. Συγκεκριμένα, η εξάρτηση της νομιμοποιήσεως προς άσκηση προσφυγής τρίτων που απολαμβάνουν των διαδικαστικής φύσεως δικαιωμάτων στα πλαίσια διοικητικής διαδικασίας από την πραγματική συμμετοχή τους στη διαδικασία αυτή ισοδυναμεί με πρόσθετη προϋπόθεση ως προς το παραδεκτό, και συγκεκριμένα με μια μορφή διαδικασίας που προηγείται της ασκήσεως της προσφυγής, η οποία δεν προβλέπεται στο άρθρο 173 της Συνθήκης» (83).
65 Το Πρωτοδικείο παρέθεσε προς στήριξη της τελευταίας αυτής κρίσεως τις αποφάσεις του σε δύο συνεκδικασθείσες υποθέσεις, δηλαδή τη CCE de la Sociιtι gιnιrale des grandes sources κ.λπ. κατά Επιτροπής (84) και CCE de Vittel κ.λπ. κατά Επιτροπής (85). Στις υποθέσεις αυτές, το Πρωτοδικείο υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση με την αμέσως προαναφερθείσα όσον αφορά τη μη συμμετοχή αναγνωρισμένων ενώσεων εκπροσωπήσεως εργαζομένων στη διοικητική διαδικασία που αφορούσε ένα σχέδιο συγκεντρώσεως βάσει του κανονισμού 4064/89. Το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού ρητά αναφέρεται στο δικαίωμα τέτοιων εκπροσώπων να τύχουν ακροάσεως, όταν η Επιτροπή προβαίνει σε οικονομική εκτίμηση της οικείας συγκεντρώσεως, πράγμα που μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να συνεπάγεται εκτιμήσεις κοινωνικής φύσεως. Το δικαίωμα ακροάσεως, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο, «εμφαίνει τη βούληση να εξασφαλιστεί ότι λαμβάνονται υπόψη τα συλλογικά συμφέροντα των εν λόγω εργαζομένων κατά τη διοικητική διαδικασία» (86).
66 Δεν καλούμαι να διατυπώσω τη γνώμη μου επί της ορθότητας αυτών των αποφάσεων του Πρωτοδικείου. Επιπλέον, η ίδια η απόφαση Mιtropole αποτελεί το αντικείμενο εκκρεμούσας αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου (87). Δεν συνάδει με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και, ειδικότερα, με την τήρηση του δικαιώματος των διαδίκων να ακουστούν στο πλαίσιο εκκρεμουσών υποθέσεων να εξετάζει το Δικαστήριο ρητώς εκ των προτέρων την ορθότητα των αποφάσεων του Πρωτοδικείου υπό τις περιστάσεις αυτές. Εν πάση περιπτώσει, τα περιστατικά στις υποθέσεις Mιtropole, Grandes sources και Vittel, και το νομικό πλαίσιο στις δύο τελευταίες από τις υποθέσεις αυτές διαφέρουν μέχρι τέτοιου σημείου ώστε οι γενικές εκτιμήσεις που ισχύουν για τις υποθέσεις αυτές να μη μπορούν εύκολα να εφαρμοστούν στα περιστατικά της παρούσας υποθέσεως.
67 Επιθυμώ απλώς να καταστήσω σαφή την άποψή μου ως προς την καθεαυτή εφαρμογή σε έναν ενδιαφερόμενο τρίτο, που βρίσκεται στη θέση της Kruidvat, της νομολογίας του Δικαστηρίου επί του άρθρου 173, ειδικότερα όσον αφορά πρόσωπα που έχουν διαδικαστικά δικαιώματα στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που καταλήγει στην έκδοση αποφάσεων. Έχω ήδη διατυπώσει την άποψη ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Cook και Matra δεν παρουσιάζουν καμία χρησιμότητα για την Kruidvat. Στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Plaumann ορίζεται ότι μια απόφαση που θίγει ένα πρόσωπο λόγω του ότι το πρόσωπο αυτό ασκεί δραστηριότητα στην οικεία αγορά, δηλαδή λόγω εμπορικής δραστηριότητας που μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να ασκηθεί από οποιονδήποτε και δεν είναι συνεπώς κατάλληλη να τον χαρακτηρίσει σε σχέση με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ανάλογο προς αποδέκτη, δεν το αφορά ατομικώς (88). Τέτοια πρόσωπα θα είναι πάντως κατά κανόνα ενδιαφερόμενοι τρίτοι κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17, όπως εν προκειμένω η Kruidvat. Συμφωνώ με την άποψη που διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs, στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Extramet, ότι υποθέσεις που αφορούν συμμετοχή σε διοικητική διαδικασία - οι υποθέσεις Metro, Demo-Studio Schmidt, Cofaz και Timex - καθιστούν σαφές ότι μάλλον το γεγονός και μόνον μιας τέτοιας συμμετοχής παρά η ικανότητα ή το δικαίωμα συμμετοχής καθιστά δυνατό στις επιχειρήσεις να πληρούν το κριτήριο του προσωπικού συμφέροντος, πράγμα που διαφορετικά δεν θα ήταν δυνατό επειδή τα επίμαχα μέτρα δεν τις θίγουν κατ' ουσία περισσότερο άμεσα απ' ό,τι άλλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον ίδιο τομέα (89). Ο γενικός εισαγγελέας Lenz προέβη επίσης, με τις προτάσεις του στην υπόθεση CIRFS, σε μια χρήσιμη επισκόπηση, εκθέτοντας ότι η συμμετοχή μιας επιχειρήσεως σε μια διοικητική διαδικασία και ο επηρεασμός εκ μέρους της της διαδικασίας αυτής έχουν ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται η επακόλουθη απόφαση ως μια περίπτωση εφαρμογής των σχετικών κανόνων του ανταγωνισμού στην επιχείρηση αυτή (90).
68 Η ουσία του τρίτου επιχειρήματος της Kruidvat συνίσταται στο ότι το δίκτυο επιλεκτικής διανομής της καθιστά δυσχερή τον εφοδιασμό της. Αν πράγματι αυτό συμβαίνει, η Kruidvat βρίσκεται στην ίδια θέση όπως κάθε ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας που δεν είναι μέλος του δικτύου. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να ευδοκιμήσει αν δεν τύχει μιας σημαντικής προσαρμογής ισοδυναμούσας με ανατροπή της αποφάσεως Plaumann, που ουδόλως μπορεί να στηριχθεί στη μετέπειτα νομολογία του Δικαστηρίου. Δεν διακρίνω κανένα λόγο για να προτείνω κάτι τέτοιο στην παρούσα υπόθεση.
69 Επομένως, προτείνω να απορριφθεί το τρίτο επιχείρημα της Kruidvat όσον αφορά τον πρώτο της λόγο αναιρέσεως.
iv) Το τέταρτο επιχείρημα της Kruidvat: έλλειψη προσήκουσας δικαστικής προστασίας
70 Είναι χρήσιμο, ενόψει της οποιασδήποτε συζητήσεως ως προς την αποτελεσματική δικαστική προστασία, να παρατεθεί η γενική κρίση στην οποία προέβη συναφώς το Δικαστήριο με την απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου (91):
«[Η] Ευρωπαϋκή Οικονομική Κοινότητα συνιστά κοινότητα δικαίου υπό την έννοια ότι ούτε τα κράτη μέλη της ούτε τα θεσμικά της όργανα διαφεύγουν τον έλεγχο της συμφωνίας των πράξεών τους προς τον βασικό καταστατικό χάρτη που αποτελεί η Συνθήκη. Ειδικότερα, τόσο με τα άρθρα 173 και 184, αφενός, όσο και με το άρθρο 177, αφετέρου, της Συνθήκης καθιερώνεται πλήρες σύστημα ενδίκων μέσων και διαδικασιών, το οποίο αποσκοπεί να αναθέσει στο Δικαστήριο τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων.»
71 Η Kruidvat επικαλείται μετ' επιτάσεως, προς στήριξη του τετάρτου της επιχειρήματος, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση Extramet. Ο γενικός εισαγγελέας τόνισε ορισμένα από τα μειονεκτήματα της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως εναλλακτικής δυνατότητας σε σχέση προς την ευθεία προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου σε ένα πλαίσιο που αφορούσε μέτρα αντιντάμπινγκ. Επισήμανε την έλλειψη πείρας εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων όσον αφορά εξειδικευμένα θέματα και την ενδεχομένως συνακόλουθη έλλειψη ομοιομορφίας, τον περιορισμό των αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σε ειδικά σημεία, το ενδεχόμενο υποβολής αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως με υπερβολικά γενική διατύπωση, τις συνακόλουθες καθυστερήσεις και έξοδα, τους ουσιαστικούς και εδαφικούς περιορισμούς ως προς τη δυνατότητα επιβολής προσωρινών μέτρων και στην πλέον περιορισμένη ανταλλαγή υπομνημάτων στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177 (92).
72 Έχει σημασία να σημειωθεί ότι ο γενικός εισαγγελάς Jacobs προέβη στις παρατηρήσεις αυτές απαντώντας σε ένα επιχείρημα κατά το οποίο η ύπαρξη ενδίκων μέσων ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, περιλαμβανομένης της δυνατότητας υποβολής αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, θα απέκλειε τη δυνατότητα ευθείας προσφυγής βάσει του άρθρου 173 (93). Αυτό είναι, κατά κάποιο τρόπο το αντίστροφο του επιχειρήματος που διατύπωσε η Kruidvat σε σχέση με την αγωγή της Copardis. Ο γενικός εισαγγελέας Jacobs ορθώς, κατά τη γνώμη μου, κατέληξε στο συμπέρασμα, όπως ο γενικός εισαγγελέας Reischl στην υπόθεση Roquette Frθres κατα Συμβουλίου (94) και το Πρωτοδικείο στην υπόθεση Air France (95), ότι το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως δεν εξαρτάται από την έλλειψη άλλων ειδικών βοηθημάτων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων των κρατών μελών (96).
73 Οι ατέλειες της διαδικασίας του άρθρου 177, οι οποίες αναγνωρίζω ότι υφίστανται, δεν συνεπάγονται κατ' ανάγκη ότι η δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου μέσου ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων όσον αφορά το κύρος κοινοτικής αποφάσεως θα πρέπει πάντοτε να υφίσταται παράλληλα με τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατά το άρθρο 173. Αυτό θα αντέβαινε προς την οικονομία της διαδικασίας και τη λογική που υπαγόρευσε τη δημιουργία δύο διαφορετικών διαδικασιών, προς τον περιορισμό του δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής βάσει του άρθρου 173, χάριν της ασφάλειας δικαίου, στα πρόσωπα τα οποία αφορούν άμεσα και ατομικά αποφάσεις που δεν απευθύνονται σ' αυτά και προς τη συλλογιστική του Δικαστηρίου στην απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf, με την οποία αποκλείστηκε για τις περισσότερες των περιπτώσεων η δυνατότητα μιας τέτοιας παραλληλίας (97). Στο προπαρατεθέν χωρίο της αποφάσεως Les Verts κατά Κοινοβουλίου, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και η ακυρωτική διαδικασία αποτελούν δύο πτυχές ενός δυαδικού συστήματος νομικής προστασίας που έχει δημιουργηθεί από την ίδια τη Συνθήκη. Δεν επιτρέπεται το Δικαστήριο, του οποίου το καθήκον είναι να ερμηνεύει και να εφαρμόζει τον καταστατικό χάρτη της Κοινότητας, να θέτει εν αμφιβόλω την θεμελιώδη αυτή επιλογή όσον αφορά τον δυαδικό χαρακτήρα των μέσων παροχής δικαστικής προστασίας.
74 Εν πάση περιπτώσει, τα ενδεχόμενα προβλήματα που έθιξε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs, παρόλο που είναι συμφυή με τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, μπορούν να αντιμετωπίζονται μέσω μιας έντιμης και ευσυνείδητης συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν επίσης να ζητούν από την Επιτροπή να τους παρέχει αρωγή σε πολύπλοκους τομείς όπως σ' αυτόν του δικαίου του ανταγωνισμού (98). Δεν υπάρχει εν προκειμένω κανένα αποδεικτικό στοιχείο ως προς το ότι η Kruidvat δεν έτυχε αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας είτε στο πλαίσιο της εκκρεμούσας διαδικασίας που κινήθηκε από την Copardis ή συνεπεία μη παροχής δυνατότητας σ' αυτήν να προσφύγει ενώπιον των εθνικών της δικαστηρίων προκειμένου να ζητήσει να αναγνωριστεί ο παράνομος χαρακτήρας του δικτύου και η έλλειψη κύρους της επίδικης αποφάσεως. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Greenpeace συνεπάγεται ότι το Δικαστήριο θα εξετάζει τη δυνατότητα επεκτάσεως του συνήθους προσωπικού πεδίου εφαρμογής του άρθρου 173 μόνον εφόσον αποδεικνύεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ότι δεν παρασχέθηκε ή δεν μπορεί να διασφαλιστεί πλήρης δικαστική προστασία από τα εθνικά δικαστήρια (99).
75 Για τους λόγους αυτούς προτείνω να απορριφθεί το τέταρτο επιχείρημα της Kruidvat όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως.
Β - Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως: παράβαση του άρθρου 190
76 Υπό το φως των συμπερασμάτων όσον αφορά τα ουσιαστικά επιχειρήματα της Kruidvat που διατυπώνονται στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να ευδοκιμήσει. Η απόφαση του Πρωτοδικείου δεν αντιφάσκει προς τις αποφάσεις στις υποθέσεις AITEC και Cartier. Δεδομένου ότι η απόφασή του όσον αφορά το παραδεκτό ήταν ορθή και σαφώς συνεπής προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθεί το Πρωτοδικείο στην απόφαση Mιtropole. Το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε αυτή την κρίση του όσον αφορά τις διαφορές μεταξύ του Raad FGB και της Kruidvat, παραθέτοντας τις παρατηρήσεις του Raad FGB προς την Επιτροπή. Τόσο το μερίδιο αγοράς της Kruidvat όσο και τα αποτελέσματα της οδηγίας 89/104 στερούνται σημασίας και δεν υπάρχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, από κοινού με τη δυνατότητα προσφυγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, δεν κατέστησε δυνατή την προσήκουσα προστασία των δικαιωμάτων της Kruidvat.
77 Επομένως, προτείνω να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της Kruidvat.
V - Πρόταση
78 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και
- να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, T-87/92, Kruidvat κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. II-1931, στο εξής: απόφαση Kruidvat).
(2) - ΕΕ L 236, σ. 11.
(3) - ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25, στο εξής: κανονισμός 17.
(4) - Στη συζήτηση που ακολουθεί αναφέρομαι κατά περίσταση στο locus standi ή ικανότητα διαδίκου των προσφευγουσών. Αυτό δεν πρέπει φυσικά να εκληφθεί υπό την έννοια ότι η λύση του προβλήματος του αν η απόφαση τις αφορά ατομικά, το οποίο έχει βασική σημασία για το ζήτημα της ικανότητας διαδίκου εν προκειμένω, καθιστά περιττή την ανάγκη συνδρομής των άλλων προϋποθέσεων του άρθρου 173, δηλαδή την ύπαρξη αποφάσεως που μπορεί να προσβληθεί και η οποία αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα.
(5) - Σκέψη 63.
(6) - Σκέψεις 64 έως 66.
(7) - Σκέψεις 69 έως 71. Βλ. τις αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 1996, C-226/94, Grand garage albigeois κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-651), και C-309/94, Nissan France κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-677).
(8) - Σκέψεις 72 έως 74.
(9) - Σκέψη 76.
(10) - Σκέψη 75.
(11) - Απόφαση της 6ης Ιουλίου 1995, T-447/93 έως T-449/93 (Συλλογή 1995, σ. II-1971, σκέψη 62, στο εξής: απόφαση AITEC).
(12) - Άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου.
(13) - Βλ. τις αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 1994, C-53/92 P, Hilti κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-667, σκέψεις 10 και 43), και της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψη 48). Για μια πρόσφατη εφαρμογή της αρχής αυτής βλ. τη διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 1997, C-55/97 P, AIUFFASS και AKT κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-5383).
(14) - Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1986, 75/84 (Συλλογή 1986, σ. 3021, στο εξής: απόφαση Metro II).
(15) - Απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1994, C-376/92 (Συλλογή 1994, σ. I-15, σκέψη 24).
(16) - Αποφάσεις της 19ης Μαου 1993, C-198/91 (Συλλογή 1993, σ. I-2487, σκέψη 24, στο εξής: απόφαση Cook), και της 15ης Ιουνίου 1993, C-225/91 (Συλλογή 1993, σ. I-3203, σκέψη 18, στο εξής: απόφαση Matra).
(17) - ΕΕ 1989, L 40, σ. 1.
(18) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 29ης Ιανουαρίου 1998 στην υπόθεση C-355/96, Silhouette International Schmied (Συλλογή 1998, σ. Ι-4802).
(19) - Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, T-528/93, T-542/93, T-543/93 και T-546/93 (Συλλογή 1996, σ. II-649, στο εξής: απόφαση Mιtropole).
(20) - Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1986, 169/84, Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 391, στο εξής: απόφαση Cofaz).
(21) - Απόφαση της 16ης Μαου 1991, C-358/89 (Συλλογή 1991, σ. I-2501, σκέψεις 73 και 74, στο εξής: απόφαση Extramet).
(22) - Απόφαση της 9ης Μαρτίου 1994, C-188/92 (Συλλογή 1994, σ. I-833).
(23) - Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1991, C-283/90 P, Vidrαnyi κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-4339, σκέψη 29).
(24) - Απόφαση Kruidvat, σκέψεις 64 και 76.
(25) - Απόφαση Kruidvat, σκέψεις 73 και 74.
(26) - Απόφαση Kruidvat, σκέψεις 69 και 70.
(27) - Σκέψη 65.
(28) - Σκέψεις 1 και 70.
(29) - Σκέψη 75.
(30) - Σκέψη 71.
(31) - Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937, στο εξής: απόφαση Plaumann).
(32) - Σελίδα 941 της αποφάσεως.
(33) - Εδώ μπορούν να περιλαμβάνονται και ενώσεις που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, όπως στην απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1983, 191/82, Fediol κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 2913, στο εξής: απόφαση Fediol). Το πρόβλημα αυτό αντιμετωπίζεται με τη «θεωρία της πραγματικότητας ή της λειτουργικότητας», όπως εξέθεσε η γενική εισαγγελέας Rozθs, σ. 2939 των προτάσεών της. Βλ. ομοίως την απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982, 135/81, Groupement des Agences de Voyages κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3799, σκέψεις 8 έως 11).
(34) - Ibidem.
(35) - Βλ., π.χ., τις αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1969, 10/68 και 18/68, Eridania κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 159), και της 14ης Φεβρουαρίου 1989, 206/87, Lefebvre Frθre et Soeur κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 275).
(36) - Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1977, 26/76 (Συλλογή τόμος 1977, σ. 567, στο εξής: απόφαση Metro I). Βλ. επίσης την απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1983, 210/81, Demo-Studio Schmidt κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3045, σκέψεις 14 και 15, στο εξής: απόφαση Demo-Studio Schmidt), και την προπαρατεθείσα απόφαση Cartier (σκέψη 22).
(37) - Ibidem, σκέψη 13, με δική μου υπογράμμιση.
(38) - Αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 16/62 και 17/62, Confιdιration nationale des producteurs de fruits et lιgumes κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 829, ιδίως σ. 835), και της 7ης Οκτωβρίου 1982, 250/81, Greek Canners Association κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3535).
(39) - Το δικαίωμα που έχει «κάθε ένωση χωρίς νομική προσωπικότητα που ενεργεί επ' ονόματι ενός παραγωγού της Κοινότητος που θεωρεί ότι θίγεται ή απειλείται από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων» να προβαίνει σε έγγραφη καταγγελία προς την Επιτροπή αναγνωρίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 459/68 του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1968, για την άμυνα κατά των πρακτικών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, πριμοδοτήσεων ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας (JO L 93, σ. 1), έχει ήδη αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 209, σ. 1). Η χρήση του δικαιώματος αυτού, όπως ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3017/79 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1979, περί της άμυνας κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/017, σ. 67) αποτελεί έρεισμα στο οποίο στηρίχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Fediol, που θα αναλυθεί αμέσως κατωτέρω. Ενώσεις προσώπων αναγνωρίζονται έμμεσα ότι νομιμοποιούνται να κινούν ή να συμμετέχουν σε διοικητικές διαδικασίες κατά τον κανονισμό 17 λόγω του ότι είναι «πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων που επικαλούνται έννομο συμφέρον» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, ή «τρίτοι ενδιαφερόμενοι» κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 3.
(40) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn, για την έκδοση της αποφάσεως στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής (απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, Συλλογή 1988, σ. 219, ιδίως σ. 246, στο εξής: απόφαση Van der Kooy), και τη σκέψη 60 της προπαρατεθείσας αποφάσεως AITEC.
(41) - Προπαρατεθείσα.
(42) - Σκέψη 28, με δική μου υπογράμμιση. Βλ. επιπλέον, όσον αφορά τα δικαιώματα κινήσεως διοικητικής διαδικασίας, κατωτέρω την ανάλυση των αποφάσεως Cook και Matra.
(43) - Ibidem, σκέψη 29.
(44) - Ibidem, σκέψη 30.
(45) - Ως άλλο παράδειγμα της ικανότητας διαδίκου ενώσεων που υποβάλλουν καταγγελίες στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων προκειμένου να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 173, βλ. την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1993, C-313/90, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-1125, σκέψεις 29 και 30, στο εξής: απόφαση CIRFS).
(46) - Απόφαση της 20ής Μαρτίου 1985, 264/82 (Συλλογή 1985, σ. 849, στο εξής: απόφαση Timex).
(47) - Ibidem, σκέψεις 13 έως 15.
(48) - Ibidem, σκέψη 15.
(49) - Ibidem, σκέψη 16.
(50) - Προπαρατεθείσα.
(51) - Ibidem, σκέψη 3.
(52) - Ibidem, σκέψη 26.
(53) - Ibidem, σκέψη 9.
(54) - Ibidem, σκέψη 23.
(55) - Ibidem, σκέψη 24.
(56) - Ibidem, σκέψη 25. Η ίδια συλλογιστική, όπως αναπτύχθηκε περαιτέρω στις αποφάσεις Cook και Matra, επεκτάθηκε έκτοτε από το Πρωτοδικείο στον τομέα των συγκεντρώσεων που διέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ L 395, σ. 1), με την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1994, T-3/93, Air France κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. II-121, σκέψη 81, στο εξής: απόφαση Air France), καίτοι φαίνεται, κατ' εξαίρεση, ότι στην υπόθεση αυτή εφαρμόστηκε για την εξακρίβωση αμέσου μάλλον παρά ατομικού συμφέροντος.
(57) - Αυτή ήταν προφανώς και η άποψη του γενικού εισαγγελέα. Καίτοι επισήμανε τους κινδύνους από την επέκταση του locus standi πέρα από «τρίτους που έχουν υποβάλει καταγγελία», θεώρησε ότι οι προσφεύγουσες πληρούσαν αυτό το κριτήριο (βλ. σ. 405 και 407 των προτάσεων). Βλ. επίσης την παρατήρηση του Πρωτοδικείου στην προπαρατεθείσα απόφαση AITEC, σκέψη 59, ότι ορισμένες επιχειρήσεις των οποίων η ανταγωνιστική θέση είχε μνημονευθεί στις παρατηρήσεις της αντίστοιχης ενώσεώς τους επιχειρήσεων, στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης διοικητικής διαδικασίας, χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση εκ μέρους τους, «μετέσχον στη διοικητική διαδικασία μέσω της Confindustria και της AITEC».
(58) - Προπαρατεθείσα απόφαση Cofaz, σ. 405 των προτάσεών του.
(59) - Αυτό επίσης προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Timex και του Πρωτοδικείου στην υπόθεση AITEC.
(60) - Σελίδα 941.
(61) - Προπαρατεθείσα, σκέψη 62, με δική μου υπογράμμιση.
(62) - Ibidem, σκέψεις 58 και 59.
(63) - Ibidem, σκέψη 60.
(64) - Υπενθυμίζεται ότι θεωρώ την αιτίαση της Kruidvat κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ως προς την ύπάρξη αυτής της διαφοράς απαράδεκτη για τον ίδιο λόγο.
(65) - Προπαρατεθείσα, σκέψη 24.
(66) - Αυτό μπορεί μάλιστα να αποτελεί την παραδεδεγμένη πρακτική των εθνικών δικαστηρίων: βλ., π.χ., τα σχόλια του Henchy J., του Irish Supreme Court, στην υπόθεση Doyle κατά An Taoiseach (1986, Irish Law Reports Monthly σ. 693), και την απόφαση του δικαστηρίου αυτού στην υπόθεση Attorney General κατά X (1992, 1 Irish Reports 1· 1992, Irish Law Reports Monthly, σ. 401).
(67) - Σκέψεις 17, 18 και 24.
(68) - Απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C-321/95 P (Συλλογή 1998, σ. Ι-1651, στο εξής: απόφαση Greenpeace).
(69) - Διάταξη της 9ης Αυγούστου 1995, T-585/93, Greenpeace κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II-2205).
(70) - Σκέψη 32 της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
(71) - Ibidem, σκέψη 33.
(72) - Απόφαση Kruidvat, σκέψη 76.
(73) - Αποφάσεις Cook, σκέψη 6, και Matra, σκέψη 4.
(74) - Αποφάσεις Cook, σκέψη 8, και Matra, σκέψη 5.
(75) - Απόφαση Cook, σκέψη 22, με δική μου υπογράμμιση. Βλ. ομοίως την απόφαση Matra, σκέψη 16.
(76) - Απόφαση Cook, σκέψη 23, με δική υπογράμμιση. Βλ. επίσης την απόφαση Matra, σκέψη 17.
(77) - Αποφάσεις Cook, σκέψη 24, και Matra, σκέψη 18. Βλ. την απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984, 323/82, Intermills κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 3809, σκέψη 16).
(78) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην υπόθεση Cook, σημείο 43.
(79) - Απόφαση Cook, σκέψη 29. Βλ. την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1984, 84/82, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1451, σκέψη 13).
(80) - Σκέψη 63. Το Πρωτοδικείο παρέθεσε τις αποφάσεις Metro I, σκέψη 13, και Metro II, σκέψεις 18 έως 23.
(81) - Σκέψη 76, με δική μου υπογράμμιση. Δεν είναι απολύτως σαφές αν το Πρωτοδικείο στο χωρίο αυτό εξέθεσε την άποψη ότι η παράσταση στην ακρόαση στην οποία προβαίνει η Επιτροπή χωρίς ο ενδιαφερόμενος να λάβει συγκεκριμένη θέση συνιστά μια μορφή συμμετοχής από την οποία προκύπτει δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής σύμφωνα με τη νομολογιακή κατεύθυνση που εγκαινιάστηκε με την απόφαση Metro I, ή αν αναφέρθηκε στην προηγούμενη κρίση του ότι η απλή ιδιότητα του ενδιαφερομένου τρίτου παρέχει άνευ εταίρου δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η μητρική εταιρία της RTI υπέβαλε παρατηρήσεις που περιείχαν αιτιάσεις, κατόπιν προσκλήσεως της Επιτροπής, πριν από τη γνωστοποίηση της προθέσεως της Επιτροπής να εκδώσει απόφαση βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης όσον αφορά τους κανόνες που της είχε γνωστοποιήσει η ΕΕΡΕ.
(82) - Σκέψη 61, όσον αφορά την Antena 3· χωρίο στο οποίο παραπέμπει η σκέψη 75, όσον αφορά την RTI. Το Πρωτοδικείο παρέθεσε τις αποφάσεις Cook, σκέψεις 24 έως 26, Matra, σκέψεις 18 έως 20, καθώς και τη διάταξη της 30ής Σεπτεμβρίου 1992, C-295/92, Landbouwschap κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I-5003, σκέψη 12).
(83) - Σκέψη 62.
(84) - Απόφαση της 27ης Απριλίου 1995, T-96/92 (Συλλογή 1995, σ. II-1213, σκέψεις 35 και 36, στο εξής: απόφαση Grandes sources).
(85) - Απόφαση της 27ης Απριλίου 1995, T-12/93 (Συλλογή 1995, σ. IΙ-1247, σκέψεις 46 και 47, στο εξής: απόφαση Vittel).
(86) - Αποφάσεις Grandes sources, σκέψη 29, και Vittel, σκέψη 39.
(87) - C-320/96 P. Η έγγραφη διαδικασία δεν έχει ακόμη περατωθεί. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από την ΕΕΡΕ η οποία παρενέβη ενώπιον του Δικαστηρίου προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής μόνον σε σχέση με την προσφυγή ακυρώσεως της επίμαχης αποφάσεως της Επιτροπής την οποία άσκησε μια άλλη εταιρία και όχι η Antena 3 ή η RTI. Επομένως δεν θέτει το ζήτημα του παραδεκτού, πλην όμως η Επιτροπή διατύπωσε παρατηρήσεις επ' αυτού με τα υπομνήματά της απαντήσεως λόγω του ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να τεθεί από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
(88) - Σελίδα 942.
(89) - Σκέψη 63.
(90) - Σκέψη 88.
(91) - Απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, 294/83 (Συλλογή 1986, σ. 1339, σκέψη 23).
(92) - Σημεία 72 έως 74. Βλ. επίσης τα σχόλια του γενικού εισαγγελέα Reischl στην υπόθεση Metro I, σ. 597, και του γενικού εισαγγελέα VerLoren van Themaat στην υπόθεση Cofaz, σ. 403.
(93) - Σημείο 69.
(94) - Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 138/79 (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 313).
(95) - Σκέψη 69.
(96) - Σημείο 70 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs.
(97) - Το Δικαστήριο αναγνώρισε οπωσδήποτε ότι θα ήταν επιτρεπτή η άσκηση παραλλήλων ενδίκων μέσων εντός των ισχυουσών προθεσμιών, αναφερόμενο, στη σκέψη 19, στην απόφαση της 21ης Μαου 1987, 133/85 έως 136/85, Rau κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 2289).
(98) - Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-234/89, Δηλιμίτης (Συλλογή 1991, σ. I-935, σκέψη 53). Βλ. επίσης τη διάταξη της 13ης Ιουλίου 1990, C-2/88 Imm., Zwartveld κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-3365, σκέψη 18), και την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1998, T-83/96, Van der Wal κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-545). Βλ. επίσης την ανακοίνωση της Επιτροπής 93/C 39/05 σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων για την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης, ειδικότερα τα σημεία 33 έως 42, καθώς και το σημείο 16, όσον αφορά τα πλεονεκτήματα που παρουσιάζουν οι διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένων, π.χ., των δυνατοτήτων αποζημιώσεως και συνδυασμού απαιτήσεων βάσει του κοινοτικού δικαίου και απαιτήσεων βάσει του εθνικού δικαίου.
(99) - Σκέψη 33.
Full & Egal Universal Law Academy