Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως, που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο της Ισπανίας ότι δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορύπανση γεωργικής προέλευσης (1) (στο εξής: οδηγία).
2 Ειδικότερα, η Επιτροπή προσάπτει στην καθής κυβέρνηση:
- ότι δεν προέβη στον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων ζωνών και ότι δεν της κοινοποίησε τους χαρακτηρισμούς αυτούς, όπως προβλέπει το άρθρο 3 της οδηγίας,
καθώς και, δεύτερον,
- ότι δεν θέσπισε τους κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής και ότι δεν της τους κοινοποίησε, όπως προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας.
3 Συγκεκριμένα, το άρθρο 3 της οδηγίας προβλέπει, στην παράγραφο 2, ότι εντός δύο ετών από την κοινοποίηση της οδηγίας τα κράτη μέλη χαρακτηρίζουν ευπρόσβλητες ζώνες όλες τις γνωστές περιοχές ξηράς που βρίσκονται στο έδαφός τους, των οποίων τα ύδατα απορρέουν στα ύδατα που έχουν προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 και οι οποίες συμβάλλουν στη ρύπανση. Κοινοποιούν στην Επιτροπή αυτό τον αρχικό χαρακτηρισμό εντός έξι μηνών.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν, εντός δύο ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας, έναν ή περισσότερους κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής και υποβάλλουν τους σχετικούς λεπτομερείς κανόνες στην Επιτροπή.
5 Από μία υποσημείωση του άρθρου 12, παράγραφος 1, προκύπτει ότι η οδηγία κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη στις 19 Δεκεμβρίου 1991. Συνεπώς, η προθεσμία για τον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων ζωνών και για τη θέσπιση των κωδίκων ορθής γεωργικής πρακτικής έληξε στις 18 Δεκεμβρίου 1993. Η προθεσμία για την κοινοποίηση των ευπρόσβλητων ζωνών έληξε στις 18 Ιουνίου 1994.
6 Από την προσφυγή προκύπτει ότι μέχρι τις 17 Φεβρουαρίου 1997, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν είχε κοινοποιήσει στην Επιτροπή τους χαρακτηρισμούς που προβλέπονται στο άρθρο 3 της οδηγίας και τους κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής.
7 Η Ισπανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η εφαρμογή της οδηγίας καθυστέρησε λόγω, καταρχάς, τεχνικών δυσχερειών και, επίσης, λόγω του ότι, στον τομέα αυτό, το κράτος και οι Περιφερειακές Διοικήσεις διαθέτουν συντρέχουσες αρμοδιότητες.
8 Συναφώς, αρκεί να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, αφενός, «η δεσμευτική φύση των οδηγιών συνεπάγεται την υποχρέωση όλων των κρατών μελών να τηρούν τις προθεσμίες που αυτές καθορίζουν, ώστε να εξασφαλίζεται η ομοιόμορφη εκτέλεσή τους σε ολόκληρη την Κοινότητα» (2), και ότι, αφετέρου, «ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης του, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που τάσσει μια οδηγία» (3).
9 Ομοίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει (4) ότι «οι κυβερνήσεις των κρατών μελών συμμετέχουν στις προπαρασκευαστικές εργασίες των οδηγιών και οφείλουν συνεπώς να είναι σε θέση να εκπονήσουν εντός της τασσόμενης προθεσμίας τις αναγκαίες για την εφαρμογή τους νομοθετικές διατάξεις. Αν εντούτοις η προθεσμία για την εφαρμογή της οδηγίας αποδεικνύεται υπερβολικά βραχεία, το μόνο μέσο που συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο συνίσταται στην εκ μέρους του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ανάληψη των κατάλληλων πρωτοβουλιών, μέσα στα κοινοτικά πλαίσια, ώστε να επιτευχθεί η ενδεχόμενη παράταση της προθεσμίας από το αρμόδιο κοινοτικό όργανο».
10 Η καθής κυβέρνηση παρατηρεί επίσης ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παράβαση εφόσον, κατ' αυτήν, η παράβαση προϋποθέτει τη βούληση να μην εκπληρωθεί αυτό που πρέπει να εκπληρωθεί.
11 Δεν μπορώ να συμμεριστώ την άποψη αυτή διότι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο (5), «το παραδεκτό μιας προσφυγής που στηρίζεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης εξαρτάται από την απλή αντικειμενική διαπίστωση της παραβάσεως και όχι από την απόδειξη οιασδήποτε αδράνειας ή αντιθέσεως εκ μέρους του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους». Συγκεκριμένα, η εκτίμηση οιουδήποτε ηθικού ή σχετικού με την πρόθεση στοιχείου είναι άσχετη προς την εκ μέρους του Δικαστηρίου διαπίστωση ότι ένα κράτος παρέβη τις υποχρεώσεις του.
12 Όσον αφορά την υποχρέωση θεσπίσεως κωδίκων ορθής γεωργικής πρακτικής, η Ισπανική Κυβέρνηση αναφέρει στο υπόμνημα αντικρούσεως ότι έξι από τις δεκαεπτά Περιφερειακές Διοικήσεις έχουν θεσπίσει τέτοιους κώδικες και ότι οι έξι αυτοί κώδικες έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.
13 Η Επιτροπή αναγνωρίζει με το υπόμνημα απαντήσεως ότι έλαβε πράγματι τους έξι αυτούς κώδικες που αφορούν τις Περιφερειακές Διοικήσεις της Ανδαλουσίας, της Καντάβριας, της Μαδρίτης, της Mourcia, της Ναβάρας και της Βαλένθιας. Συνεπώς φρονεί ότι δεν είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της τηρήσεως της υποχρεώσεως θεσπίσεως και κοινοποιήσεως στην Επιτροπή των κωδίκων ορθής γεωργικής πρακτικής όσον αφορά τις εν λόγω Περιφερειακές Διοικήσεις.
14 Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση ζητεί εκ νέου την απόρριψη της προσφυγής, τη φορά αυτή με το αιτιολογικό ότι, εν τω μεταξύ, δεκατέσσερις Περιφερειακές Διοικήσεις θέσπισαν και κοινοποίησαν κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής. Ομοίως, επτά Περιφερειακές Διοικήσεις χαρακτήρισαν τις ευπρόσβλητες ζώνες, πέντε άλλες δήλωσαν ότι τέτοιες ζώνες δεν υφίστανται επί του αντιστοίχου εδάφους τους και η Περιφερειακή Διοίκηση της Ανδαλουσίας προέβη μεν στον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων ζωνών αλλά δεν έχει ακόμη κοινοποιήσει τον χαρακτηρισμό αυτό στην Επιτροπή.
15 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου (6) προκύπτει ωστόσο ότι τα μέτρα που θέσπισε ένα κράτος μέλος για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του μετά την άσκηση της προσφυγής λόγω παραβάσεως δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Τα μέτρα αυτά τα οποία ελήφθησαν καθυστερημένα θα μπορούσαν το πολύ να οδηγήσουν την Επιτροπή να περιορίσει το πεδίο των αιτιάσεων, ή ακόμη να παραιτηθεί της προσφυγής. Εν προκειμένω όμως τούτο δεν συνέβη όσον αφορά τα μέτρα τα οποία αναφέρει η Ισπανική Κυβέρνηση στο υπόμνημα ανταπαντήσεως.
16 Προτείνω κατά συνέπεια στο Δικαστήριο να δεχθεί τα αιτήματα της Επιτροπής όπως αυτά διατυπώνονται στο υπόμνημα απαντήσεως.
Πρόταση
17 Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μην έχοντας θεσπίσει και κοινοποιήσει στην Επιτροπή τους κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής που προβλέπονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορύπανση γεωργικής προέλευσης, όσον αφορά τις Περιφερειακές Διοικήσεις πλην εκείνων της Ανδαλουσίας, της Καντάβριας, της Μαδρίτης, της Mourcia, της Ναβάρας και της Βαλένθιας, και μην έχοντας προβεί στον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων ζωνών ούτε έχοντας κοινοποιήσει τους χαρακτηρισμούς αυτούς στην Επιτροπή όπως προβλέπει το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία·
- να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
(1) - EE L 375, σ. 1.
(2) - Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1976, 10/76, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1976, σ. 519, σκέψη 10).
(3) - Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 6ης Ιουλίου 1995, C-259/94, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1995, σ. Ι-1947, σκέψη 5).
(4) - Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 1ης Μαρτίου 1983, 301/81, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1983, σ. 467, σκέψη 11).
(5) - Ibid., σκέψη 8.
(6) - Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1987, 291/84, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (Συλλογή 1987, σ. 3483).
Full & Egal Universal Law Academy