Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την παρούσα προσφυγή, το Βασίλειο του Βελγίου ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση 97/239/ΕΚ της Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο Βέλγιο στο πλαίσιο του σχεδίου «Maribel bis/ter» (1) (στο εξής: απόφαση).
Περιστατικά και εθνική νομοθεσία
2 Το αποκαλούμενο σχέδιο «Maribel» θεσπίστηκε με νόμο της 29ης Ιουνίου 1981 με τον οποίο καθιερώθηκαν οι γενικές αρχές της κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών εργαζομένων. Συνίστατο κατ' ουσία στη χορήγηση στις επιχειρήσεις που απασχολούν χειρώνακτες εργαζομένους μειώσεως των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως για κάθε έναν από αυτούς (2).
3 Στο σύστημα αυτό επήλθε μια τροποποίηση που επονομάστηκε «σχέδιο Maribel bis» με το βασιλικό διάταγμα της 14ης Ιουνίου 1993 (3): η μείωση των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως αυξανόταν - αντιστοίχως από 3 000 σε 7 200 βελγικά φράγκα (BFR) και από 1 875 σε 6 250 BFR ανά τρίμηνο - όταν ο εργοδότης ασκούσε κατά κύριο λόγο τις δραστηριότητές του σε έναν από τους τομείς που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στον διεθνή ανταγωνισμό. Με άλλα λόγια, εκτός από τη βασική μείωση, που προβλεπόταν γενικώς από τον προπαρατεθέντα νόμο της 29ης Ιουνίου 1981, χορηγήθηκε συμπληρωματική μείωση υπέρ ορισμένων κατηγοριών επιχειρηματιών. Οι επιχειρήσεις που ετύγχαναν της προσαυξημένης μειώσεως ήταν αυτές που ασκούσαν δραστηριότητες κυρίως στους τομείς της εξορύξεως και μεταποιήσεως μη ενεργειακών πρώτων υλών και παραγώγων προϋόντων, χημικής βιομηχανίας, βιομηχανίας μεταποιήσεως μετάλλων, μηχανολογίας και οπτικών οργάνων ακριβείας καθώς και ορισμένων άλλων βιομηχανιών κατεργασίας και επεξεργασίας (4).
4 Με το σχέδιο Maribel ter, που εγκρίθηκε με βασιλικό διάταγμα της 22ας Φεβρουαρίου 1994 (5), αυξήθηκε εκ νέου η μείωση των εισφορών που βαρύνουν τις επιχειρήσεις σε 9 300 και 8 437 BFR αντιστοίχως. Οι οικείοι τομείς ήταν πάντοτε αυτοί που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στον διεθνή ανταγωνισμό, πλην όμως ο κύκλος των ευνοουμένων επεκτάθηκε καλύπτοντας τους επιχειρηματίες που ασκούν δραστηριότητες στους ακόλουθους τομείς: i) των διεθνών μεταφορών (από την 1η Ιανουαρίου 1994), ii) των εναερίων και θαλασσίων μεταφορών και των συναφών με τις μεταφορές δραστηριοτήτων (από την 1η Απριλίου 1994), καθώς και στους τομείς: iii) των οπωροκηπευτικών, της δασοκομίας και εκμεταλλεύσεως δασικού πλούτου (από την 1η Ιουλίου 1994).
Η προσβαλλόμενη απόφαση
5 Η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση στις 4 Δεκεμβρίου 1996. Από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται φανερό ότι το καθού θεσμικό όργανο δεν είχε διατυπώσει αντιρρήσεις ως προς το σχέδιο Maribel I, «λόγω του γενικού και αυτόματου χαρακτήρα του». Αντιθέτως, τα σχέδια Maribel bis και ter θεωρήθηκαν ως κρατικά μέτρα ενισχύσεων, καθόσον παρέχουν συμπληρωματική μείωση στους εργοδότες που ασκούν τη δραστηριότητά τους σε έναν από τους τομείς που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στον διεθνή ανταγωνισμό. Η Επιτροπή έκρινε ότι το ύψος της ενισχύσεως αντιστοιχούσε επακριβώς προς τη διαφορά μεταξύ της βασικής μειώσεως, που είναι προσιτή σε όλους, και της αυξημένης μειώσεως, που προβλέπεται - όπως ελέχθη - για περιορισμένο κύκλο επιχειρηματιών.
Το άρθρο 1 της αποφάσεως είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Η μεγαλύτερη μείωση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, που αφορά χειρώνακτες εργαζομένους στο πλαίσιο του σχεδίου Maribel bis/ter υπέρ των εργοδοτών που ασκούν κατά κύριο λόγο τις δραστηριότητές τους σε έναν από τους τομείς που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στον διεθνή διαγωνισμό, αποτελεί παράνομη κρατική ενίσχυση, δεδομένου ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο προηγούμενης κοινοποίησης στην Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ. Εξάλλου, είναι ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ και δεν μπορεί να τύχει καμίας από τις παρεκκλίσεις από την απαγόρευση αυτή όπως προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του εν λόγω άρθρου 92.»
Με το άρθρο 2, το Βασίλειο του Βελγίου κλήθηκε να «λάβει τα κατάλληλα μέτρα ώστε να θέσει τέλος το συντομότερο δυνατό στη χορήγηση προσαυξημένων μειώσεων των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, όπως προβλέπονται στο άρθρο 1» και να «ανακτήσει εκ μέρους των αποδεκτριών επιχειρήσεων τις παρανόμως χορηγηθείσες ενισχύσεις (...) σύμφωνα με τις διαδικασίες και διατάξεις του βελγικού δικαίου, εντόκως μέχρι της ημερομηνίας πραγματικής επιστροφής συμπεριλαμβανομένης, από της ημερομηνίας της χορηγήσεως των ενισχύσεων με επιτόκιο που ισούται με το επιτόκιο αναφοράς κατά την ημερομηνία αυτή που θα χρησιμοποιηθεί ως βάση υπολογισμού του καθαρού εισοδύναμου επιχορηγήσεως των περιφερειακών ενισχύσεων στο Βέλγιο».
6 Στην παρούσα υπόθεση, το Βασίλειο του Βελγίου προβάλλει προς στήριξη της προσφυγής του πέντε λόγους. Με τον πρώτο λόγο υποστηρίζει ότι τα μέτρα για τα οποία το αιτιάται η Επιτροπή είναι γενικού χαρακτήρα, οπότε δεν συνιστούν ευνοϋκή μεταχείριση «ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής», όπως απαιτείται αντιθέτως από το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Με τον δεύτερο λόγο του αμφισβητεί τις επιπτώσεις των σχεδίων bis και ter επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Με τον τρίτο λόγο του προβάλλει ότι τα σχέδια αυτά θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να τύχουν της παρεκκλίσεως που προβλέπεται από το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης, καθόσον συνάδουν με την κοινή αγορά. Η προσφεύγουσα κυβέρνηση αμφισβητεί τέλος, με τον τέταρτο και τον πέμπτο λόγο, την υποχρέωση να προβεί στην ανάκτηση των εν λόγω ενισχύσεων, καθόσον η υποχρέωση αυτή είναι δυσανάλογη και, εν πάση περιπτώσει, αδύνατο να πραγματοποιηθεί.
Επί του γενικού χαρακτήρα των επίδικων μέτρων
7 Η προσφεύγουσα κυβέρνηση υποστηρίζει μια ριζοσπαστική άποψη προς στήριξη του πρώτου λόγου της προσφυγής: συγκεκριμένα, αμφισβητεί ότι τα σχέδια Maribel bis/ter αφορούν συγκεκριμένους τομείς και τα παρουσιάζει, αντιθέτως, ως ρύθμιση γενικής φύσεως που υπαγορεύθηκε από την ανάγκη προστασίας των κατηγοριών μισθωτών τους οποίους αφορά. Κατά συνέπεια, τα κρατικά μέτρα που το Δικαστήριο καλείται να ελέγξει δεν συνιστούν ενίσχυση που εμπίπτει στις διατάξεις της Συνθήκης, ειδικότερα δε στις αναφερόμενες στο άρθρο 93, παράγραφος 3, υποχρεώσεις έγκαιρης ενημερώσεως της Επιτροπής περί των σχεδίων που αποβλέπουν στη θέσπισή τους και μη εφαρμογής των σχεδιαζομένων μέτρων πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση. Επομένως, κακώς η Επιτροπή προσάπτει στην προσφεύγουσα κυβέρνηση ότι παρέβη τις υποχρεώσεις αυτές.
Κατά συνέπεια, στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί το Δικαστήριο πρέπει, πριν από κάθε τι άλλο, να κριθεί αν, λόγω των αποτελεσμάτων που πρόκειται να παραγάγουν, τα επίμαχα μέτρα συνεπάγονται πλεονεκτήματα αποκλειστικώς υπέρ «ορισμένων επιχειρήσεων» ή «ορισμένων κλάδων παραγωγής» (6). Αυτό ακριβώς απαιτείται κατά κυριολεξία από το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, από το οποίο προκύπτει σαφώς ότι το ασυμβίβαστο της κρατικής ενισχύσεως προς την κοινή αγορά αποτελεί πάντοτε συνέπεια της επιλεκτικότητας του μέτρου (7).
8 Όμως, για να κριθεί αν βρισκόμαστε, όπως θα το επιθυμούσε η Βελγική Κυβέρνηση, προ γενικών μέτρων που δεν εμπίπτουν για τον λόγο αυτό στο πεδίο εφαρμογής του προπαρατεθέντος άρθρου 92, παράγραφος 1, πρέπει πράγματι να ληφθεί υπόψη ο κύκλος αυτών τους οποίους αφορούν τα μέτρα και να κριθεί αν το σχέδιο Maribel bis/ter αναφέρεται σε μια κατηγορία επιχειρήσεων θεωρούμενη στο σύνολό της, χωρίς να θεσπίζει εξαιρέσεις έναντι ενός γενικού συστήματος εφαρμογής, το οποίο διαφορετικά θα ίσχυε για τα ίδια αυτά πρόσωπα. Με άλλα λόγια, μπορούν οι παρεκκλίσεις ή τροποποιήσεις που επέρχονται με τα επίδικα μέτρα στο υφιστάμενο γενικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, το οποίο αφήνουν άθικτο κατά τα λοιπά, να θεωρηθούν ότι δικαιολογούνται αντικειμενικώς από την οικονομία και τη φύση αυτού του συστήματος του κοινού δικαίου, ενόψει της εσωτερικής λογικής του, ή ανταποκρίνονται στον μοναδικό στόχο να ευνοηθούν αυθαιρέτως συγκεκριμένες επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις ειδικών τομέων (8); Κατ' εμέ, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι το μέτρο είναι γενικό, όταν σκοπεί στη διασφάλιση της ισότητας μεταξύ των επιχειρηματιών. Η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως προκύπτει από το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει ειδικώς τα μέτρα με τα οποία το κράτος ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή κλάδους παραγωγής σε βάρος των άλλων επιχειρήσεων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία αποδεκτών και επί των οποίων θα μπορούσαν να εφαρμοστούν. Ένα μέτρο αυτού του είδους εξακολουθεί να υπόκειται στο σύστημα των ενισχύσεων, διότι - δημιουργώντας αδικαιολόγητες διακρίσεις, μάλιστα δε ρητώς απαγορευόμενες από τη Συνθήκη - δεν αντιστοιχεί, αλλά αντιφάσκει προς το κριτήριο του γενικού μέτρου, το οποίο η προσφεύγουσα κυβέρνηση ζητεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο.
9 Πώς, επομένως, πρέπει να κριθούν τα μέτρα που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου Maribel bis/ter; Από το περιεχόμενο των μέτρων αυτών καθίσταται φανερό ότι πρόκειται για κλαδικά μέτρα - υπ' αυτή την έννοια ενέχοντα δυσμενή διάκριση -, όπως, εξάλλου, γίνεται αντιληπτό από μια απλή σύγκριση των κειμένων διατάξεων με τις διατάξεις που περιείχε προηγουμένως ο νόμος που θεσπίστηκε για το αρχικό σχέδιο Maribel και ο οποίος ανατρέχει στις 29 Ιουνίου 1981 (βλ. ανωτέρω το σημείο 2). Το άρθρο 35 του νόμου αυτού προέβλεπε μείωση του ποσού των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως για όλους τους εργοδότες που απασχολούσαν χειρώνακτες εργαζομένους. Υπ' αυτή την αντίληψη, το σχέδιο Maribel της 29ης Ιουνίου 1981 στηριζόταν σε διατάξεις που μπορούσαν να θεωρηθούν ως γενικές, εφόσον επέτρεπαν αδιακρίτως σε όλες τις επιχειρήσεις να τύχουν, υπό τις προϋποθέσεις που όριζε ο νόμος, του οφέλους που απέρρεε από τη μείωση των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως.
Γεγονός είναι, εντούτοις, ότι το σύστημα που είχε θεσπισθεί τότε τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως με το βασιλικό διάταγμα της 14ης Ιουνίου 1993 (Maribel bis, βλ. το σημείο 3 ανωτέρω), το οποίο μείωσε ακόμη περισσότερο το ύψος των επίμαχων εισφορών, αλλά, τη φορά αυτή, ρητώς και αποκλειστικώς υπέρ των επιχειρήσεων των οποίων η κύρια δραστηριότητα ασκούνταν στους τομείς στους οποίους απέβλεπε ο ίδιος ο νομοθέτης, αναφερόμενος στη στατιστική ονοματολογία που προβλεπόταν με τον κανονισμό 3037/90 (βλ. την υποσημείωση 4 ανωτέρω). Ο Βέλγος νομοθέτης επέλεξε το ίδιο κριτήριο για το σχέδιο Maribel ter που αποτέλεσε το αντικείμενο του βασιλικού διατάγματος της 22ας Φεβρουαρίου 1994 (βλ. το σημείο 4 ανωτέρω). Το σχέδιο αυτό επίσης προέβλεπε προσαυξημένη μείωση των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως, αυτό δε πάντοτε υπέρ των επιχειρήσεων που ετύγχαναν της προτιμησιακής μεταχειρίσεως που προέβλεπε το σχέδιο Maribel bis, επιχειρήσεων στις οποίες προστέθηκαν βαθμηδόν, μέσω νέων μέτρων, οι επιχειρήσεις άλλων τομέων.
10 Ειλικρινώς, δεν αντιλαμβάνομαι πώς, βάσει των διατάξεων που θεσπίστηκαν το 1993 και το 1994, μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα σχέδια Maribel bis και ter καθιερώνουν σύστημα γενικής φύσεως και γενικού περιεχομένου όπως αυτό του πρώτου σχεδίου Maribel. Πράγματι, τα εν λόγω μέτρα παρεκκλίνουν από το προηγούμενο σύστημα ή το τροποποιούν και θίγουν την ίδια την ισορροπία της βελγικής ρυθμίσεως στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως προκειμένου να εξασφαλιστεί, μέσω της κατ' επανάληψη αυξήσεως των μειώσεων, ευνοϋκή μεταχείριση υπέρ αποκλειστικά ορισμένων επιχειρηματιών. Κατ' αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε αναντιρρήτως άνιση μεταχείριση μεταξύ των επιχειρήσεων που αφορούσαν τα διατάγματα του 1993 και του 1994. Οι επιχειρήσεις ορισμένων τομέων ευνοήθηκαν, οι άλλες όχι. Η πιο πειστική απόδειξη αυτής της διαπιστώσεως προκύπτει, εξάλλου, από το κείμενο των διατάξεων που θέσπισε ο Βέλγος νομοθέτης, δυνάμει των οποίων οι μειώσεις προσαυξήθηκαν προς όφελος των τομέων που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στον διεθνή ανταγωνισμό. Αυτό επιβεβαιώνει τις παρατηρήσεις που έκανα και καθιστά με βεβαιότητα σαφή την κατ' εμέ φύση των εν λόγω μέτρων: κλαδικά μέτρα, καθόσον προορίζονταν ρητώς και αναμφιβόλως για έναν επακριβώς καθορισμένο κύκλο επιχειρηματιών με αποκλεισμό όλων των άλλων.
11 Η προσφεύγουσα κυβέρνηση δικαιολογεί, εντούτοις, τον επιλεκτικό χαρακτήρα των επίδικων μέτρων, προβάλλοντας ότι είχε την πρόθεση να θεσπίσει ένα σύστημα γενικού χαρακτήρα, εφαρμοζόμενο πάντως προοδευτικά για λόγους που συνδέονται με περιορισμούς δημοσιονομικού χαρακτήρα, και, ειδικότερα, με την υφιστάμενη στενότητα από απόψεως προϋπολογισμού. Τα μέτρα Maribel bis/ter δεν συνιστούν επομένως κλαδικά μέτρα προοριζόμενα να ευνοήσουν αποκλειστικά τις επιχειρήσεις εξαγωγών, αλλά μόνο την εφαρμογή μιας μεταρρυθμίσεως την οποία οι βελγικές αρχές προέβλεπαν να επεκτείνουν προοδευτικά σε άλλους οικονομικούς τομείς. Εντούτοις, ούτε το επιχείρημα αυτό μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, εν προκειμένω, το γενικό σύστημα είναι αυτό που θεσπίστηκε με το πρώτο σχέδιο Maribel, όπως αυτό προέκυπτε από τον νόμο της 29ης Ιουνίου 1981, ενώ οι τροποποιήσεις που επήλθαν μεταγενέστερα - ήτοι το Maribel bis και ter - εμφανίζονται ως εξαιρέσεις (ή παρεκκλίσεις) από αυτό το σύστημα προς τον σκοπό εξασφαλίσεως προτιμησιακής μεταχειρίσεως στις επιχειρήσεις που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό. Επομένως, δεν βρισκόμαστε προ μιας αναμορφώσεως του τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως που έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε διαδοχικά στάδια για λόγους δημοσιονομικής τάξεως. Αντιθέτως, πρόκειται για συγκεκριμένες παρεκκλίσεις από ένα προηγούμενο γενικό σύστημα. Οι παρεκκλίσεις αυτές συνίστανται ακριβώς στη χορήγηση συμπληρωματικών μειώσεων προς όφελος μιας περιορισμένης κατηγορίας επιχειρηματιών με αποκλεισμό των άλλων. Επιπλέον, ελάχιστη σημασία έχει ότι ο αριθμός των επιχειρήσεων που μπορούσαν να τύχουν του ευεργετήματος των νέων σημαντικότερων μειώσεων των εισφορών προοδευτικά αυξήθηκε. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει ήδη δημιουργηθεί ένα γενικό σύστημα. Απλώς διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής του κλαδικού πλεονεκτήματος, πράγμα που αναπότρεπτα έχει τον χαρακτήρα κρατικής ενισχύσεως.
Η επίπτωση επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών
12 Το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει με τον δεύτερο λόγο της προσφυγής του ότι τα σχέδια Maribel bis και ter δεν μπορούν εν πάση περιπτώσει να χαρακτηρισθούν ως κρατικές ενισχύσεις, καθόσον δεν μπορούν να επηρεάσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Από κάθε άποψη, η απόφαση δεν είναι κατάλληλα αιτιολογημένη ως προς το επίμαχο σημείο: ειδικότερα, δεδομένου ότι το άρθρο 92 της Συνθήκης καθορίζει τις ενισχύσεις σε συνάρτηση με τα αποτελέσματά τους, η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει τα συγκεκριμένα αποτελέσματα του επίδικου σχεδίου επί του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών. Το καθού θεσμικό όργανο παρέβη επομένως την υποχρέωση αιτιολογήσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ.
Εντούτοις, ούτε η θέση αυτή με πείθει. Η Επιτροπή, πράγματι, όπως προκύπτει από τη δεύτερη παράγραφο του τίτλου ΙV της προσβαλλομένης αποφάσεως - αφού παρατήρησε ότι το σύστημα που θεσπίστηκε με τα σχέδια Maribel bis και ter συνεπαγόταν για ευνοούμενες επιχειρήσεις μείωση ενός μέρους του κόστους τους, παρέχοντάς τους οικονομικά πλεονεκτήματα που βελτίωναν την ανταγωνιστική τους θέση -, διευκρίνισε τους λόγους που την ώθησαν στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω σχέδιο θίγει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών: «Το πλεονέκτημα που προβλέπεται από το σχέδιο Maribel bis/ter, που συνίσταται στη χορήγηση για ορισμένες ειδικές δραστηριότητες του πλεονεκτήματος της προσαυξημένης μείωσης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης (...) στις επιχειρήσεις που ασκούν κατά κύριο λόγο τις δραστηριότητές τους στους τομείς που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στον διεθνή ανταγωνισμό, εξ ορισμού οι παραγωγές των εν λόγω επιχειρήσεων είναι ανταγωνιστικές προς εκείνες αντίστοιχων αλλοδαπών επιχειρήσεων, ιδίως προέλευσης άλλων κρατών μελών, και οι εν λόγω ενισχύσεις επηρεάζουν κατά τον τρόπο αυτό τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές». Το χωρίο αυτό της αιτιολογίας σκιαγραφεί σαφώς, κατ' εμέ, την επίπτωση του Maribel bis/ter επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών: το γεγονός καθεαυτό ότι η επίμαχη ενίσχυση ευνοεί τις επιχειρήσεις που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό ώθησε ακριβώς την Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση επηρεάζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «μπορεί μεν να προκύψει από τις ίδιες τις περιστάσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η ενίσχυση ότι αυτή μπορεί να επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών» (9). Προς τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή - πάντοτε σύμφωνα με τη νομολογιακή κατεύθυνση που υπενθύμισα - μπορεί να περιοριστεί στην εξέταση των χαρακτηριστικών της ενισχύσεως προκειμένου να κρίνει αν, λόγω των «(...) λεπτομερειών που το εν λόγω πρόγραμμα προβλέπει, (...) μπορεί να ευνοήσει κυρίως τις επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο» (10). Επομένως, εύκολα διαπιστώνεται, ως προς την υπό κρίση περίπτωση, ότι μια ενίσχυση που χορηγείται στις επιχειρήσεις που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό ευνοεί, εξ ορισμού, τους επιχειρηματίες που «συμμετέχουν στο μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο». Η θέση αυτή επιρρωννύεται από την πάγια νομολογία κατά την οποία «όταν κρατική ενίσχυση καθιστά ισχυρότερη τη θέση μιας επιχειρήσεως σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις που την ανταγωνίζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, πρέπει να θεωρείται ότι οι επιχειρήσεις αυτές επηρεάζονται από την ενίσχυση» (11).
13 Επιπλέον, η αιτίαση της Βελγικής Κυβερνήσεως ως προς την έλλειψη αιτιολογήσεως αποδεικνύεται και αβάσιμη. Πράγματι, κατά τη νομολογιακή κατεύθυνση του Δικαστηρίου, ακόμη και όταν είναι δυνατό να προκύπτει, από τις ίδιες τις συνθήκες υπό τις οποίες χορηγήθηκε η ενίσχυση, ότι αυτή είναι ικανή να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο και να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, η Επιτροπή οφείλει τουλάχιστον να αναφερθεί στις συνθήκες αυτές στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεώς της (12). Πάντως, εφόσον η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους ήταν προφανής η επίπτωση επί του μεταξύ κρατών μελών εμπορίου, δεν οφείλει να προχωρήσει σε εξαιρετικά εμπεριστατωμένη ανάλυση στηριζομένη σε αριθμητικά στοιχεία (13). Όμως νομίζω ότι οι ενδείξεις στις οποίες αναφέρεται το Δικαστήριο περιέχονται σαφώς στην αιτιολογία του προσβαλλομένου μέτρου, ειδικότερα δε καθόσον στην αιτιολογία αυτή διευκρινίζεται ότι η ενίσχυση ευνοεί τις επιχειρήσεις που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό, και, επομένως, τους επιχειρηματίες που συμμετέχουν, εξ ορισμού, στις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Εξάλλου, δεδομένου ότι πρόκειται για ενίσχυση που δεν κοινοποιήθηκε, η Επιτροπή δεν ήταν καν υποχρεωμένη να αποδείξει τις συνέπειες που είχε στην πράξη η ενίσχυση (14). Επομένως, θεωρώ ότι ούτε η αιτίαση αυτής της προσφεύγουσας κυβερνήσεως μπορεί να γίνει δεκτή.
Το συμβατό του σχεδίου Maribel bis/ter με την κοινή αγορά
14 Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει επιπλέον ότι, ακόμη και αν το σχέδιο Maribel bis/ter δικαίως κριθεί ως κρατική ενίσχυση, θα πρέπει εντούτοις, να χαρακτηρισθεί συμβατό προς την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης. Επιπλέον, και πάντοτε ως προς αυτή την πτυχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προσφεύγουσα κυβέρνηση επικαλείται έλλειψη αιτιολογίας.
Η διάταξη που επικαλείται το Βασίλειο του Βελγίου περιλαμβάνεται στις διατάξεις που διευκρινίζουν ποιες ενισχύσεις μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Η περίπτωση στην οποία αναφέρεται το προπαρατεθέν άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, αφορά τις ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων (ή οικονομικών περιοχών), εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον. Το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι το Maribel bis/ter σκοπεί στην προώθηση της «δημιουργίας θέσεων εργασίας», ευνοώντας αποκλειστικά τον τομέα της βιομηχανίας και, ειδικότερα, τον δευτερογενή τομέα, στον οποίο ήταν δυνατό, όπως υποστηρίζει, να παρακινηθούν οι επιχειρήσεις στη δημιουργία θέσεων εργασίας ελάχιστα ειδικευμένων εργαζομένων. Η Επιτροπή αντιτείνει ότι - όπως είχε εκθέσει στην αιτιολόγηση της προσβαλλομένης αποφάσεως - το σχέδιο Maribel bis/ter δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες ενισχύσεων στις οποίες θεωρεί ότι μπορούν να εφαρμόζονται οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 92 της Συνθήκης. Ιδίως, όμως, - και εδώ, κατ' εμέ, βρίσκεται η βασική σκέψη της αποφάσεως, την οποία η Επιτροπή επαναλαμβάνει στα υπομνήματά της - τα μέτρα της Βελγικής Κυβερνήσεως συνιστούν απλές ενισχύσεις λειτουργίας των ευνοουμένων επιχειρήσεων. Πράγματι, δεδομένου ότι η αυξημένη μείωση παρεχόταν συνεχώς για όλους τους χειρώνακτες εργαζομένους που απασχολούσαν οι επιχειρήσεις, χωρίς να διασφαλισθεί ή να επιβληθεί η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας ή η διατήρηση του υφισταμένου επιπέδου απασχολήσεως, τα απαγορευόμενα μέτρα στερούνται οποιασδήποτε κοινωνικής ή οικονομικής αντισταθμίσεως εκ μέρους των επιχειρήσεων. Το καθού θεσμικό όργανο αναφέρεται συναφώς στην πάγια νομολογία κατά την οποία «οι ενισχύσεις λειτουργίας, δηλαδή οι ενισχύσεις που αποβλέπουν στο να απαλλάξουν μια επιχείρηση από τις δαπάνες στις οποίες θα έπρεπε η ίδια να υποβληθεί στο πλαίσιο της τρέχουσας διαχειρίσεως ή των συνήθων δραστηριοτήτων της, δεν εμπίπτει κατ' αρχήν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 3 (...). Πράγματι, κατά τη νομολογία, οι ενισχύσεις αυτές νοθεύουν, κατ' αρχήν, τους όρους του ανταγωνισμού στους τομείς στους οποίους χορηγούνται, χωρίς ωστόσο να καθιστούν, ως εκ της φύσεώς τους, δυνατή την επίτευξη ενός από τους στόχους που καθορίζουν οι προμνησθείσες εξαιρετικές διατάξεις» (15). Ως προς την υπό κρίση περίπτωση, είναι εύκολο να παρατηρηθεί ότι ο πρωταρχικός σκοπός των επίδικων ενισχύσεων συνίσταται ακριβώς στη μείωση του κόστους των επιχειρήσεων εξαγωγής ή, εν πάση περιπτώσει, των επιχειρήσεων που βρίσκονται σε ανταγωνισμό με αλλοδαπές επιχειρήσεις και, επομένως, ειδικότερα άλλων κρατών μελών, τα προϋόντα ή οι υπηρεσίες των οποίων εισάγονται στο Βέλγιο. Από την ίδια τη φύση τους, οι ενισχύσεις αυτού του είδους ζημιώνουν τους ανταγωνιστές που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, οπότε, κατά την καθής, κανένα κοινοτικό συμφέρον δεν μπορεί να τις δικαιολογήσει. Επομένως, δεν συμβιβάζονται προς την κοινή αγορά. Με άλλα λόγια, όταν η χορηγούμενη από το κράτος ενίσχυση ενισχύει τη θέση των εθνικών επιχειρήσεων σε σχέση με άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου, υπερβαίνει τα όρια που καθορίζονται με το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης, επειδή εγκυμονεί αυτομάτως τον κίνδυνο αλλοιώσεως της καταστάσεως στην οποία βρίσκονται οι ανταγωνίστριες επιχειρήσεις και, επομένως, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το κοινό συμφέρον.
15 Κατά τη γνώμη μου η άποψη της Επιτροπής είναι ορθή. Κυρίως, περιττεύει σχεδόν να υπογραμμιστεί ότι, όσον αφορά τη φερόμενη έλλειψη αιτιολογήσεως, η επίδικη απόφαση εκθέτει αναλυτικά και εμπεριστατωμένως τους λόγους που ώθησαν το καθού θεσμικό όργανο να μη χορηγήσει την παρέκκλιση που προβλέπεται από το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης.
16 Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, προκειμένου να κηρυχθεί συμβατή μια ενίσχυση κατά παρέκκλιση από την απαγόρευση την οποία αφορά το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, σύμφωνα με την παράγραφο 3 αυτής της διατάξεως, το Δικαστήριο αναγνωρίζει παγίως στην Επιτροπή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως της οποίας η άσκηση προϋποθέτει εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως που πρέπει να γίνονται σε κοινοτικό πλαίσιο (16). Επομένως, είναι βέβαιο ότι αποκλείεται ο κοινοτικός δικαστής να μπορεί να υποκαταστήσει την Επιτροπή στην οικονομική ανάλυση. Δεδομένου ότι ο δικαστικός έλεγχος αφορά απόφαση θεσπισθείσα σ' αυτό το πλαίσιο, πρέπει να περιορίζεται στην επαλήθευση της τηρήσεως των κανόνων διαδικασίας και αιτιολογήσεως, του υποστατού των πραγματικών περιστατικών που ελήφθησαν υπόψη για την αμφισβητούμενη επιλογή, της υπάρξεως πρόδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ή καταχρήσεως εξουσίας (17). Κατά τη γνώμη μου, η προσβαλλομένη απόφαση φαίνεται να συνιστά ορθή εφαρμογή της γραμμής που ακολουθεί εν προκειμένω η Επιτροπή, λαμβάνοντας, εξάλλου, υπόψη τη νομολογία κατά την οποία οι ενισχύσεις στη λειτουργία των επιχειρήσεων δεν μπορούν να τύχουν της παρεκκλίσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης. Η Βελγική Κυβέρνηση δεν προέβαλε αντιθέτως κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως, όταν έκρινε ότι οι επίδικες ενισχύσεις δεν μπορούσαν να τύχουν της παρεκκλίσεως αυτής. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι και ο τρίτος λόγος της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ανακτήσεως της ενισχύσεως
17 Ο τέταρτος και πέμπτος λόγος της προσφυγής αφορούν την υποχρέωση ανακτήσεως των ενισχύσεων και μπορούν να εξεταστούν από κοινού.
Πρώτον, το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι η απαίτηση της Επιτροπής να προβεί στην ανάκτηση των εν λόγω ποσών από τις ευνοηθείσες επιχειρήσεις είναι δυσανάλογη σε σχέση με την παράβαση που του προσάπτεται, καθόσον η έννοια του γενικού μέτρου δεν είναι επαρκώς σαφής. Κατ' αυτό, η δυσκολία κατανοήσεως της διαφοράς μεταξύ κρατικής ενισχύσεως και γενικού μέτρου δικαιολογεί την ενδεχόμενη παράβαση, οπότε η ανάκτηση των καταβληθέντων παρανόμως ποσών συνιστά κύρωση υπερβολικά αυστηρή σε σχέση με τη βαρύτητα της διαπραχθείσας παραβάσεως. Η Επιτροπή παρέβη, εξάλλου, το άρθρο 190 της Συνθήκης, καθόσον δεν αιτιολόγησε την αξίωσή της περί ανακτήσεως των παρανόμων ενισχύσεων. Τέλος, κατά την προσφεύγουσα κυβέρνηση, η Επιτροπή όφειλε, ενόψει των γενικών αρχών της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοικήσεως, να κάνει χρήση λιγότερο περιοριστικών μέσων, όπως της εντολής της διακοπής της (μη κοινοποιηθείσας) ενισχύσεως κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας εξετάσεως.
Δεύτερον, η προσφεύγουσα κυβέρνηση παρατηρεί ότι η ανάκτηση των εν λόγω ποσών είναι αδύνατη λόγω ανυπέρβλητων διοικητικών δυσχερειών. Συγκεκριμένα, η ανάκτηση θα πρέπει να πραγματοποιηθεί χωριστά σε περίπου 2 000 επιχειρήσεις και θα απαιτήσει έλεγχο αναδρομικώς τόσο του αριθμού των χειρωνάκτων εργαζομένων που απασχολούνται από κάθε ευνοηθείσα επιχείρηση κατά τα τριμηνιαία χρονικά διαστήματα εφαρμογής του κριθέντος ως παρανόμου σχεδίου όσο και του ύψους της χορηγηθείσας μειώσεως σε κάθε μία από αυτές. Επιπλέον, πολλές επιχειρήσεις θα έχουν εν τω μεταξύ κλείσει ή θα έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση.
18 Οι απόψεις που διατυπώνει η προσφεύγουσα κυβέρνηση με αφήνουν αμήχανο. Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, παρατηρώ κυρίως ότι η προβαλλόμενη δυσκολία διακρίσεως μεταξύ γενικού μέτρου και απαγορευόμενης κρατικής ενισχύσεως δεν φαίνεται ανυπέρβλητη. Αναγνωρίζω βεβαίως ότι η διάκριση αυτή μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να αποδειχθεί όχι εύκολο έργο. Πρόκειται πάντως για οριακές καταστάσεις που διακρίνονται, εν πάση περιπτώσει, από την υπό κρίση, στην οποία ο κλαδικός χαρακτήρας προκύπτει, πράγματι όπως είδαμε, από τη διατύπωση των διατάξεων που προβλέπουν τα επίδικα μέτρα τα οποία παρέχουν το ευεργέτημα της μειώσεως σε ορισμένες μόνο επιχειρήσεις και όχι σε άλλες. Εν πάση περιπτώσει, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι, δεδομένου ότι οι βελγικές αρχές παρέλειψαν να κοινωποιήσουν το μελετώμενο μέτρο βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, ανέλαβαν πλήρως τον κίνδυνο που συνδέεται με τις συνέπειες του νομικού χαρακτηρισμού τον οποίο έκριναν ότι έπρεπε να προσδώσουν μονομερώς στα σχέδια Maribel bis και ter.
Εν πάση περιπτώσει, είναι τελείως εκτός τόπου να προβάλλεται εν προκειμένω μια δήθεν δυσαναλογία μεταξύ κυρώσεως και παραβάσεως: όπως έχει ήδη από πολλού χρόνου διευκρινίσει το Δικαστήριο, η αναζήτηση των εισπραχθέντων ποσών από τους λήπτες ενισχύσεως αποτελεί πράγματι τη λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα αυτής της ενισχύσεως. Επομένως, η αναζήτηση αυτή δεν είναι κύρωση, αλλά μέτρου προς τον σκοπό αποκαταστάσεως της ισορροπίας ανταγωνισμού που διαταράχθηκε με τη χορήγηση της παράνομης ενισχύσεως. Για τον λόγο αυτό, κατά τη νομολογία, «η με σκοπό επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση αναζήτηση παρανόμως χορηγηθείσας κρατικής ενισχύσεως δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να θεωρηθεί μέτρο δυσανάλογο προς τους στόχους των διατάξεων της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων» (18).
Δεν είναι, εξάλλου, αναγκαίο να εξεταστεί κατά βάθος το ζήτημα προκειμένου να δοθεί απάντηση στο άλλο επιχείρημα της Βελγικής Κυβερνήσεως που αφορά τη φερόμενη παράβαση της υποχρεώσεως της αιτιολογήσεως. Αρκεί, και ως προς αυτό επίσης το σημείο, να υπομνησθεί η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία «η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να εκθέτει συγκεκριμένους λόγους για να δικαιολογεί την άσκηση εξουσίας» να διατάσσει την ανάκτηση των ενισχύσεων που χορηγούνται παρανόμως (19). Συμφωνώ, κατά συνέπεια, με την Επιτροπή ότι δεν είναι αναγκαία ρητή αιτιολόγηση παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν, λόγω ιδιαιτέρων περιστάσεων, η ανάκτηση αποδεικνύεται αδύνατη ή όχι σκόπιμη.
Ούτε η φερόμενη υποχρέωση της Επιτροπής να επιφέρει αμέσως την αναστολή της χορηγήσεως των ενισχύσεων μέσω προσωρινής αποφάσεως, στην οποία αναφέρθηκε εν προκειμένω η προσφεύγουσα κυβέρνηση, στηρίζεται, εξάλλου, από τη νομολογία. Καίτοι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να διατάσσει τέτοια συντηρητικά μέτρα κατά την εξέταση ενισχύσεως που δεν έχει κοινοποιηθεί, ουδόλως της έχει επιβάλει αντίστοιχη υποχρέωση (20).
19 Τέλος, ως προς τον δεύτερο λόγο που αναφέρεται στην ανάκτηση των ενισχύσεων, περιορίζομαι να υπενθυμίσω ότι - ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι, προς τον σκοπό της ανακτήσεως αυτής, δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται οι ίδιες πληροφορίες με αυτές που συλλέχθηκαν προηγουμένως και εξετάστηκαν ενόψει της χορηγήσεως των επίμαχων ποσών - ενδεχόμενες διαδικαστικής ή άλλης φύσεως δυσχέρειες αναφορικά με την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξεως δεν μπορούν, κατά το Δικαστήριο, να έχουν επίδραση επί της νομιμότητάς της, κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (21). Εξάλλου, στην κρίση της Επιτροπής και όχι του Δικαστηρίου υποβάλλονται ενδεχόμενες δυσχέρειες, που δεν είχαν προβλεφθεί και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, οι οποίες ανέκυψαν κατά την εκτέλεση αποφάσεως σχετικής με κρατικές ενισχύσεις, ή οι ενδεχόμενες συνέπειες που δεν είχε υπολογίσει το θεσμικό όργανο όταν ελάμβανε το μέτρο (22). Θεωρώ ότι πρέπει συνταχθώ με τη νομολογιακή αυτή κατεύθυνση του Δικαστηρίου. Πρόκειται για πάγια νομολογία που με ωθεί να προτείνω την απόρριψη του τελευταίου αυτού λόγου της προσφυγής.
Πρόταση
20 Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - ΕΕ 1997, L 95, σ. 25.
(2) - Η μείωση αυτή είχε αρχικώς καθορισθεί σε 6,17 % επί του ποσού της αμοιβής των εν λόγω εργαζομένων. Με βασιλικό διάταγμα της 12ης Φεβρουαρίου 1993, καθορίσθηκε σε 1 875 βελγικά φράγκα (BFR) ανά τρίμηνο και ανά απασχολούμενο εργαζόμενο. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 20 εργαζομένους, η σχετική μείωση για τους πέντε πρώτους εργαζομένους τους καθορίστηκε σε 2 825 βελγικά φράγκα (BFR) (3 000 BFR από την 1η Ιουλίου 1993) ανά τρίμηνο.
(3) - Βασιλικό διάταγμα περί τροποποιήσεως του βασιλικού διατάγματος της 12ης Φεβρουαρίου 1993, για την εφαρμογή του άρθρου 35, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του νόμου της 29ης Ιουνίου 1981 για την καθιέρωση των γενικών αρχών κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών εργαζομένων (βλ. άρθρο 1).
(4) - Για τον καθορισμό των οικείων τομέων ο Βέλγος νομοθέτης αναφέρθηκε στα τμήματα 13 έως 22 και 24 έως 36 της στατιστικής ονοματολογίας που περιέχεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3037/90 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1990, για τη στατιστική ονοματολογία των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Κοινότητα (ΕΕ L 293, σ. 1).
(5) - Βασιλικό διάταγμα περί τροποποιήσεως του βασιλικού διατάγματος 12ης Φεβρουαρίου 1993 (βλ. τα άρθρα 2 και 3).
(6) - Η σαφής κατεύθυνση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η έννοια της απαγορευόμενης κρατικής ενισχύσεως στηρίζεται, εκτός της «επιλεκτικότητας» του μέτρου, στα αποτελέσματά της επί του ανταγωνισμού: βλ. ιδίως την απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 350, σκέψεις 26 έως 28), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι «το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ αποσκοπεί στην πρόληψη του επηρεασμού του μεταξύ κρατών μελών εμπορίου με πλεονεκτήματα χορηγούμενα από τις δημόσιες αρχές, τα οποία, υπό διάφορες μορφές, νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, ευνοώντας ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής. Το άρθρο 92 δεν προβαίνει σε διάκριση των εξεταζομένων παραβάσεων ανάλογα με τις αιτίες ή τους σκοπούς, αλλά τις ορίζει σε συνάρτηση με τα αποτελέσματά τους. Συνεπώς, ούτε ο φορολογικός χαρακτήρας ούτε ο ενδεχόμενος σκοπός του ένδικου μέτρου επαρκούν για να το αποκλείσουν από το πεδίο εφαρμογής του κανόνα του άρθρου 92». Επομένως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μερική απαλλαγή από τα δημόσια βάρη που βαρύνουν τις επιχειρήσεις ενός ιδιαίτερου βιομηχανικού τομέα αποτελεί μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης, εφόσον το μέτρο αυτό αποβλέπει στο να απαλλάξει μερικώς τις επιχειρήσεις ειδικού βιομηχανικού τομέα από τις οικονομικές επιβαρύνσεις που απορρέουν από την κανονική εφαρμογή του γενικού συστήματος των υποχρεωτικών εισφορών που επιβάλλονται από τον νόμο (βλ. τις σκέψεις 33 έως 35).
(7) - Μπορεί ασφαλώς να υφίστανται μέτρα που αφορούν συγκεκριμένους τομείς και τα οποία, εντούτοις, δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις, όταν δεν συνεπάγονται μεταβιβάσεις, άμεσες ή έμμεσες, κρατικών πόρων στις επιχειρήσεις: βλ. την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1993, C-189/91, Kirsammer-Hack (Συλλογή 1993, σ. I-6185), που αφορούσε τον αποκλεισμό μικρών επιχειρήσεων από το πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως για την προστασία από τις παράνομες απολύσεις, η οποία προβλέπεται στο πλαίσιο της γερμανικής έννομης τάξεως.
(8) - «Ο εξαιρετικός χαρακτήρας του μέτρου σε σχέση με την οικονομία του γενικού συστήματος στο οποίο εντάσσεται» προτάθηκε ως κριτήριο, το οποίο επιτρέπει τη διάκριση μεταξύ των μέτρων που αφορούν συγκεκριμένο τομέα και των γενικών μέτρων, από τον γενικό εισαγγελέα Darmon στις προτάσεις που ανέπτυξε επί της υποθέσεως C-72/91 και C-73/91, Sloman Neptun (απόφαση της 17ης Μαρτίου 1993, Συλλογή 1993, σ. I-887, σημείο 50).
(9) - Απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 1987, 248/84, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4013, σκέψη 18).
(10) - Απόφαση παρατεθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση, σκέψη 18.
(11) - Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, C-278/92 έως C-280/92, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-4103, σκέψη 40).
(12) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-329/93, C-62/95 και C-63/95, Γερμανία κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-5151, σκέψη 52).
(13) - Βλ. την απόφαση της 30ής Απριλίου 1998, Τ-214/95, Vlaams Gewest κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-717, σκέψη 67).
(14) - «Πράγματι, αν η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει, με την απόφασή της, τις πραγματικές επιπτώσεις των ήδη χορηγηθεισών ενισχύσεων, αυτό θα είχε ως συνέπεια να ευνοηθούν τα κράτη μέλη που χορηγούν ενισχύσεις κατά παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως που επιβάλλεται από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, εις βάρος των κρατών που κοινοποιούν τις ενισχύσεις κατά το στάδιο του σχεδιασμού τους» (βλ. την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-307, σκέψη 33).
(15) - Βλ. την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1995, Τ-459/93, Siemens κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1675, σκέψη 48). Βλ., επίσης, την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση Vlaams Gewest κατά Επιτροπής, σκέψεις 42 και 43, και την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1990, C-86/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-3891, σκέψη 18).
(16) - Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79, Philip Morris Holland κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 15, σκέψεις 17 και 24), και της 21ης Μαρτίου 1991, C-303/88, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-1433, σκέψη 34).
(17) - Βλ, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 25ης Ιουνίου 1998, Τ-371/94 και Τ-394/94, British Airways κ.λπ. και British Midland Airways κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2405, σκέψεις 71 έως 81), και της 5ης Νοεμβρίου 1997, Τ-149/95, Ducros κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-2031, σκέψη 63).
(18) - Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 75. Βλ., επίσης, την απόφαση της 4ης Απριλίου 1995, C-350/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. Ι-699, σκέψεις 21 και 22), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «η υποχρέωση του κράτους να καταργήσει την ενίσχυση την οποία η Επιτροπή έκρινε ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά σκοπεί, κατά πάγια νομολογία, στην επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται εφόσον οι επίμαχες ενισχύσεις, αυξημένες ενδεχομένως με τόκους υπερημερίας, επιστραφούν από τον λαβόντα τις ενισχύσεις (...). Με την επιστροφή αυτή, ο λαβών χάνει πράγματι το πλεονέκτημα του οποίου απολάμβανε στην αγορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές του και επανέρχονται τα πράγματα στην προ της καταβολής κατάσταση».
(19) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 78.
(20) - Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14 απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 19, και την απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1995, Τ-49/93, SIDE κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2501, σκέψη 83). Ομοίως, η Επιτροπή, μέχρις ότου εξετάσει ένα μέτρο ενισχύσεως, μπορεί αλλά δεν οφείλει να αξιώσει την απόδοση των ήδη καταβληθέντων ποσών ελλείψει προηγούμενης κοινοποιήσεως, αυτό δε καθόσον το Δικαστήριο δεν της έχει αναγνωρίσει την εξουσία να κηρύσσει παράνομες τις ενισχύσεις για τον λόγο και μόνο ότι δεν τηρήθηκε η υποχρέωση κοινοποιήσεως από το οικείο κράτος μέλος και χωρίς να εξετάζει το κατά πόσον η επίμαχη ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση SIDE κατά Επιτροπής, σκέψη 84).
(21) - Βλ. τις αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1990, C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-959, σκέψη 63), της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, C-42/93, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-4175, σκέψη 33).
(22) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 4ης Απριλίου 1995, C-348/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. Ι-673, σκέψη 17). Δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή και το οικείο κράτος μέλος οφείλουν να συνεργάζονται καλοπίστως για να υπερνικήσουν τις δυσκολίες που ανέκυψαν, τηρώντας πλήρως τις διατάξεις της Συνθήκης και, ειδικότερα, αυτές που αφορούν τις ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη.
Full & Egal Universal Law Academy