Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί δύο προδικαστικών ερωτημάτων που έθεσε το γερμανικό Bundesfinanzhof, τα οποία σχετίζονται με την ερμηνεία διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου «περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα» (1).
ΙΙ - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Τον Ιανουάριο του 1994, εκλάπησαν περίπου 3,2 εκατομμύρια τσιγάρα από αποθήκη ευρισκομένη στο ενσωματωθέν με την Επανένωση έδαφος της Ανατολικής Γερμανίας, τη διαχείριση της οποίας είχε ο αναιρεσείων στην κυρία δίκη (στο εξής: αναιρεσείων)· τα τσιγάρα αυτά ανήκαν ως επί το πλείστον σε τρίτους. Εν συνεχεία, η Hauptzollamt (τελωνειακή υπηρεσία), αναιρεσίβλητος στην κυρία δίκη (στο εξής: HZA) ζήτησε από τον αναιρεσείοντα, θεωρώντας τον ως οφειλέτη, να καταβάλει τους δασμούς και τις λοιπές επιβαρύνσεις που συνεπαγόταν η εισαγωγή των τσιγάρων στη Γερμανία (2). Η προσφυγή που ασκήθηκε κατά της βεβαιώσεως του φόρου απορρίφθηκε τελεσιδίκως. Περαιτέρω, το HZA απέρριψε την υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα στην κυρία δίκη αίτηση διαγραφής των εισαγωγικών δασμών για λόγους επιεικείας. Ο καθού η δασμολογική επιβάρυνση άσκησε ακόμη προσφυγή ακυρώσεως στο Finanzgericht (Φορολογικό Πρωτοδικείο) κατά της αρνήσεως διαβιβάσεως της αιτήσεως διαγραφής στην Επιτροπή, σύμφωνα με το κοινοτικό τελωνειακό δίκαιο· το ένδικο αυτό βοήθημα δεν ευδοκίμησε. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι το κοινοτικό δίκαιο εκτοπίζει πλήρως τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου περί αποκλίσεων από την επιβολή φορολογίας χάριν επιεικείας. Αποφάσισε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις διαβιβάσεως της υποθέσεως στην Επιτροπή διότι δεν υφίσταται εν προκειμένω «ειδική κατάσταση», κατά την έννοια του άρθρου 905, παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (3) (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής).
2 Ο αναιρεσείων στην κυρία δίκη υποστήριξε ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως την ανωτέρω διάταξη του κοινοτικού δικαίου, στο μέτρο που η απόφαση επί αιτήσεως διαγραφής στο πλαίσιο του άρθρου 905 του κανονισμού εφαρμογής λαμβάνεται κατόπιν ασκήσεως διακριτικής ευχέρειας, η δε αόριστη νομική έννοια «ειδική κατάσταση», την οποία χρησιμοποιεί ο κοινοτικός νομοθέτης, πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένων υπόψη των εθνικών διατάξεων που ρυθμίζουν τα της εφαρμογής της αρχής της επιεικείας. Προσθέτει επίσης ότι το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο αα του κανονισμού εφαρμογής περιλαμβάνει απλώς ενδεικτική απαρίθμηση των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες επιβάλλεται διαγραφή των εισαγωγικών δασμών. Στις εξαιρέσεις αυτές ο αναιρεσείων θεωρεί ότι πρέπει να προστεθεί, λόγω της ιδιαιτερότητάς της, και η δική του περίπτωση. Προς τούτο επικαλείται μια σειρά από ειδικές καταστάσεις οι οποίες δικαιολογούν, κατά τη γνώμη του, τη διαγραφή των βεβαιωθέντων δασμών.
3 Το δικαστήριο της παραπομπής θεωρεί ότι η ερμηνεία των κρισίμων για την επίλυση της παρούσης διαφοράς διατάξεων του κοινοτικού φορολογικού δικαίου δεν είναι προφανής και ως εκ τούτου απευθύνει στο δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα. Το πρώτο αφορά την οριοθέτηση των πεδίων εφαρμογής των άρθρων 900, παράγραφος 1, στοιχείο αα και 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα ειδικώς σε περιπτώσεις που ο αιτών επικαλείται την κλοπή των εισαχθέντων μη κοινοτικών εμπορευμάτων· το δεύτερο αφορά την ερμηνεία του όρου «ειδική κατάσταση» που χρησιμοποιεί ο κοινοτικός νομοθέτης στο προμνησθέν άρθρο 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα.
ΙΙΙ - Τα προδικαστικά ερωτήματα
«α) αΕχει το άρθρο 905, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (...) περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα - κανονισμός εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα - (ΕΕ L 253, σ. 1), την έννοια ότι η αποφασίζουσα τελωνειακή αρχή δεν πρέπει να δεχθεί ότι υφίσταται "ειδική κατάσταση που προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου" όταν, στην περίπτωση κλοπής εμπορεύματος που βρίσκεται σε αποθήκη τελωνειακής αποταμιεύσεως (μη κοινοτικά εμπορεύματα), δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 900, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα για την έγκριση της διαγραφής του δασμού υπέρ του κατόχου της αποθήκης;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1:
Ισχύει το ίδιο και σε περίπτωση χαλεπότητας, εφόσον δεν μπορούσε να συνομολογηθεί ασφάλιση κατά του κινδύνου κλοπής και η είσπραξη δασμών θα είχε ως συνέπεια την οικονομική εξουθένωση του κατόχου της αποθήκης ή, όταν υφίσταται η ενλόγω κατάσταση, πρέπει να θεωρηθεί ότι πρόκειται για "ειδική κατάσταση (...)" - άρθρο 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα -, οπότε η υπόθεση πρέπει να διαβιβαστεί στην Επιτροπή για να ληφθεί απόφαση;»
IV - Το νομικό πλαίσιο
4 Το ζήτημα της επιστροφής ή διαγραφής εισαγωγικών δασμών αντιμετωπίζεται καταρχήν στο άρθρο 239 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (4).
«Άρθρο 239
1. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε περιπτώσεις διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στα άρθρα 236, 237 και 238, οι οποίες:
- καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής,
- προκύπτουν από περιστάσεις που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου. Οι καταστάσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, καθώς και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής. Η επιστροφή ή διαγραφή είναι δυνατόν να υπόκειται σε ειδικούς όρους.
2. Η επιστροφή ή η διαγραφή δασμών για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, παραχωρείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως στο αρμόδιο τελωνείο πριν από την εκπνοή προθεσμίας δώδεκα μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης του χρέους των εν λόγω δασμών στον οφειλέτη.
Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέψουν υπέρβαση της εν λόγω προθεσμίας σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες.»
5 Οι αναγκαίες διατάξεις για τη θέση σε εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ελήφθησαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 249 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, με τον προμνησθέντα κανονισμό (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής (5). Οι σχετικές διατάξεις περιέχονται στο μέρος IV («Τελωνειακή οφειλή»), τίτλος IV («Επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών»), κεφάλαιο 3 («Ειδικές διατάξεις για την εφαρμογή του άρθρου 239 του κώδικα του κανονισμού εφαρμογής») του κανονισμού εφαρμογής. Ας σημειωθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης διακρίνει μεταξύ των αποφάσεων που λαμβάνονται από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών (τμήμα 1 του προμνησθέντος κεφαλαίου 3, ήτοι άρθρα 899 έως 904) και εκείνων που λαμβάνονται από την Επιτροπή (τμήμα 2 του προμνησθέντος κεφαλαίου 3, ήτοι άρθρα 905 έως 909). Αναλυτικότερα, οι κρίσιμες για την επίλυση του παρόντος προδικαστικού ερωτήματος διατάξεις είναι οι ακόλουθες:
«ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Ειδικές διατάξεις για την εφαρμογή του άρθρου 239 του κώδικα
Τμήμα 1
Αποφάσεις που λαμβάνονται από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών
Άρθρο 899
Με την επιφύλαξη της κατά περίπτωση εκτίμησης άλλων καταστάσεων, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 905 έως 909, και όταν η τελωνειακή αρχή απόφασης, στην οποία υποβάλλεται η αίτηση επιτροφής ή διαγραφής που αναφέρεται στο άρθρο 239, παράγραφος 2, του κώδικα διαπιστώνει:
- ότι οι λόγοι που προβάλλονται για την υποστήριξη της αίτησης αυτής αντιστοιχούν σε μια από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στα άρθρα 900 έως 903 και δεν συνεπάγονται προφανή αμέλεια ή δόλο εκ μέρους του ενδιαφερομένου, εγκρίνει την επιστροφή ή τη διαγραφή του ποσού των σχετικών εισαγωγικών δασμών.
Με τον όρο "ενδιαφερόμενος" νοείται το ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 878, παράγραφος 1, καθώς και, ενδεχομένως, κάθε άλλο πρόσωπο που έχει παρέμβει κατά τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων που συνδέονται με τα συγκεκριμένα εμπορεύματα ή που έχει δώσει τις απαραίτητες οδηγίες για τη διεκπεραίωση των ανωτέρω διατυπώσεων,
- ότι οι λόγοι που προβάλλονται για την υποστήριξη της αίτησης αυτής αντιστοιχούν σε μια από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στο άρθρο 904 δεν εγκρίνει την επιστροφή ή τη διαγραφή του ποσού των σχετικών εισαγωγικών δασμών.
Άρθρο 900
1. Η επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών δασμών εγκρίνεται όταν:
α) τα μη κοινοτικά εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται πλήρη ή μερική απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς, ή τα εμπορεύματα που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλκοφορία με ευνοϋκό καθεστώς λόγω του ειδικού τους προορισμού, έγιναν αντικείμενο κλοπής, μόλις τα εν λόγω εμπορεύματα βρεθούν σύντομα και υπαχθούν εκ νέου στην κατάσταση που βρίσκονταν τη στιγμή της κλοπής, στην αρχική τελωνειακή τους κατάσταση·
(...).
Άρθρο 904
Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών δασμών δεν εγκρίνεται όταν, κατά περίπτωση, ο μόνος λόγος υποστήριξης της αίτησης επιστροφής ή διαγραφής συνίσταται:
α) στην επανεξαγωγή από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας για λόγους διαφορετικούς από αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 237 ή 238 του κώδικα ή στα άρθρα 900 ή 901, και ιδίως επειδή δεν πωλήθηκαν, εμπορευμάτων που είχαν προηγουμένως υπαχθεί σε τελωνειακό καθεστώς και συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής εισαγωγικών δασμών·
β) στην καταστροφή, για οποιοδήποτε λόγο, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται ρητά από την κοινοτική νομοθεσία, εμπορευμάτων που διασαφίστηκαν για να υπαχθούν σε τελωνειακό καθεστώς και συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής εισαγωγικών δασμών, αφού είχε εκδοθεί άδεια παραλαβής τους από τις τελωνειακές αρχές·
γ) στην προσκόμιση, έστω και με καλή πίστη, για τη χορήγηση προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης για εμπορεύματα που διασαφίστηκαν για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, εγγράφων τα οποία εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδή, πλαστογραφημένα ή δεν ίσχυαν για τη χορήγηση αυτής της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης.
Τμήμα 2
Αποφάσεις που λαμβάνονται από την Επιτροπή
Άρθρο 905
1. Όταν η τελωνειακή αρχή απόφασης, στην οποία έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής ή διαγραφής βάσει του άρθρου 239, παράγραφος 2 του κώδικα, δεν είναι σε θέση να αποφασίσει με βάση το άρθρο 899, και η αίτηση συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν ειδική κατάσταση που προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου, το κράτος μέλος, στο οποίο υπάγεται η αρχή, διαβιβάζει το φάκελο στην Επιτροπή για να ληφθεί απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 906 έως 909.
Ο όρος "ενδιαφερόμενος" θεωρείται ότι έχει την έννοια που έχει και στο άρθρο 899.
Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η τελωνειακή αρχή απόφασης απορρίπτει την αίτηση.
(...)»
V - Οι υποστηριχθείσες κατά την προδικασία θέσεις
6 Είναι, καταρχάς, χρήσιμο να παραθέσω τις απόψεις που αναπτύσσουν οι διάδικοι και οι παρεμβαίνοντες που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στην παρούσα δίκη. Προτείνονται στο Δικαστήριο τρεις διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις.
7 i) Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου 900 του κανονισμού εφαρμογής δεν εξαντλούν το ζήτημα της διαγραφής εισαγωγικών δασμών λόγω κλοπής των εμπορευμάτων· υφίστανται δηλαδή περιπτώσεις διαγραφής λόγω κλοπής οι οποίες εμπίπτουν στο άρθρο 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής. Εξάλλου, η «ειδική κατάσταση» στην οποία στηρίζεται η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής, ερμηνευομένης υπό το φως του εθνικού δικαίου, μπορεί να συνίσταται στο γεγονός ότι ο εξαναγκασμός σε αποπληρωμή των δασμών θα έχει ως συνέπεια την οικονομική καταστροφή του οφειλέτη, οπότε και οι σχετικές αξιώσεις θα πρέπει να διαγραφούν χάριν επιεικείας.
8 ii) Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει από την πλευρά της ότι η απλή κλοπή των εμπορευμάτων δεν συνιστά από μόνη της «ειδική κατάσταση» υπό την έννοια του άρθρου 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής, ικανή να οδηγήσει στην διαγραφή των εισαγωγικών δασμών, πρώτον, διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο αα του κανονισμού εφαρμογής και δεύτερον, διότι ο αιτών τη διαγραφή δεν αποδεικνύει ότι τα κλαπέντα προϋόντα δεν εισήχθησαν στην εμπορική κυκλοφορία της Κοινότητας. Περαιτέρω, ο κίνδυνος της οικονομικής του εξουθένωσης, έστω και αν οφείλεται στο γεγονός ότι αυτός δεν είχε τη δυνατότητα να ασφαλίσει το εμπόρευμά του κατά της κλοπής, δεν συνιστά «ειδική κατάσταση» κατά την έννοια του κανονισμού εφαρμογής. Επικουρικώς, η Γαλλική Κυβέρνηση πρότεινε στο Δικαστήριο, σε περίπτωση που ο κίνδυνος της οικονομικής καταστροφής θεωρηθεί ως συνιστών «ειδική κατάσταση», να αποφανθεί ότι η μη ασφάλιση κατά της κλοπής συνιστά προφανή αμέλεια εκ μέρους του βαρυνόμενου με τους δασμούς επιχειρηματία οπότε και δεν τίθεται θέμα διαγραφής δασμών. Σε παρόμοια συμπεράσματα καταλήγει και η Ιταλική Κυβέρνηση. Πρεσβεύει την άποψη ότι η κλοπή των εμπορευμάτων δεν συνιστά στην υπό κρίση υπόθεση «ειδική κατάσταση» που στοιχειοθετεί τη διαγραφή των δασμών. Αρνητική θα πρέπει να είναι, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση και η απάντηση στο αίτημα του αναιρεσείοντος στην κυρία δίκη να θεωρηθεί ως ειδική κατάσταση δικαιολογούσα τη διαγραφή ο κίνδυνος οικονομικής καταστροφής του από την ενδεχόμενη είσπραξη των δασμών, λαμβανομένης υπόψη της αδυναμίας ασφαλίσεως των κλαπέντων προϋόντων.
9 iii) Αντιθέτως, η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι, αφενός, σε περίπτωση κλοπής μη κοινοτικών εμπορευμάτων, η έλλειψη των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 900, παράγραφος 1, στοιχείο αα του κανονισμού εφαρμογής δεν εμποδίζει αυτομάτως την ενεργοποίηση του άρθρου 905, εφόσον βεβαίως συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως· αφετέρου, σε περίπτωση κλοπής εμπορευμάτων, ούτε η μη ασφάλισή τους κατά της κλοπής ούτε ο κίνδυνος οικονομικής εξουθένωσης του ενδιαφερομένου από την είσπραξη των δασμών αποδεικνύουν άνευ ετέρου ότι κατά την έννοια του άρθρου 905 δεν υπήρξε «δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου».
Πάντως, η Επιτροπή, τονίζει ότι το ζητούμενο για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής είναι η εκτίμηση κατά πόσον ορισμένα στοιχεία «μπορούν να αποτελέσουν ειδική κατάσταση που προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου» και όχι αν αυτά συνιστούν όντως ειδική κατάσταση η οποία δικαιολογεί τη διαγραφή των δασμών, όπως, εσφαλμένως κατά τη γνώμη της, υπολαμβάνει το δικαστήριο της παραπομπής. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα στοιχεία της υπό κρίση διαφοράς θα πρέπει να εκτιμηθούν υπό την κατά τα ανωτέρω ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 905, και όχι υπό το πρίσμα της αναζητήσεως αν στην περίπτωση του αιτούντος δικαιολογείται για λόγους επιεικείας η διαγραφή των βεβαιωθέντων δασμών.
VI - Η απάντησή μου στα προδικαστικά ερωτήματα
Α) Ως προς την οριοθέτηση των πεδίων εφαρμογής των άρθρων 900 και 905 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93
10 Ο κοινοτικός νομοθέτης έχει εγκαταστήσει μια ειδική και σαφή διαδικασία για την εφαρμογή του άρθρου 239 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα περί επιστροφής ή διαγραφής εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών. Σύμφωνα με το άρθρο 899 του κανονισμού εφαρμογής, η αίτηση επιστροφής ή διαγραφής υποβάλλεται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή των κρατών μελών. Το εθνικό όργανο καλείται πρώτα να λάβει αυτοδυνάμως μια θετική ή αρνητική απόφαση, σε περίπτωση που συντρέχουν οι τασσόμενες από τα άρθρα 899 έως 904 προϋποθέσεις, άλλως να εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα του άρθρου 905, εκτιμώντας αν πρέπει ή όχι να διαβιβάσει το φάκελο στην Επιτροπή, ώστε η τελευταία, η οποία διαθέτει σύμφωνα με τα άρθρα 906 έως 909 την αποφασιστική αρμοδιότητα, να κρίνει σχετικώς. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται σε επίπεδο νομοθετικής ρύθμισης μια θεμελιώδης διάκριση μεταξύ των αρμοδιοτήτων των εθνικών τελωνειακών αρχών και της Επιτροπής (6).
11 Μετά την υποβολή της αιτήσεως επιστροφής ή διαγραφής εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού, οι εθνικές τελωνειακές αρχές καλούνται να εξετάσουν την υπόθεση πρώτα υπό το πρίσμα των άρθρων 899 έως 904 και στη συνέχεια, εφόσον η περίπτωση δεν εμπίπτει στο πεδίο των ανωτέρω διατάξεων, υπό το πρίσμα του άρθρου 905 του κανονισμού εφαρμογής. Νομίζω ότι η σειρά αυτή στην εξέταση των νομικών περιπτώσεων που απαριθμούν οι οικείες διατάξεις του κανονισμού εφαρμογής, είναι η μόνη ενδεδειγμένη. Καταρχάς, η νομική λογική επιβάλλει σε ένα διοικητικό όργανο να εξετάσει πρώτα κατά πόσον ένα ζήτημα μπορεί να αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο ασκήσεως της αποκλειστικής αποφασιστικής του αρμοδιότητας προτού αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο των συντρεχουσών, επικουρικών και - εν πάση περιπτώσει - μη αποφασιστικών αρμοδιοτήτων του ιδίου οργάνου.
12 Εξάλλου, η κατά τα ανωτέρω πορεία στην εξέταση μιας αιτήσεως διαγραφής εισαγωγικών δασμών συνάδει σαφώς περισσότερο προς την γενικότερη οικονομία των διατάξεων του κανονισμού εφαρμογής και τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη. Ειδικότερα, δεν είναι άνευ σημασίας ότι οι διατάξεις των άρθρων 899 έως 904 προηγούνται των διατάξεων του άρθρου 905. Επίσης, στο άρθρο 899 του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο έχει τεθεί στην αρχή κεφαλαίου με τίτλο «Ειδικές διατάξεις για την εφαρμογή του άρθρου 239 του (κοινοτικού τελωνειακού) κώδικα», και το οποίο περιέχει τις γενικές οδηγίες προς τις εθνικές τελωνειακές αρχές για τον χειρισμό των υποθέσεων διαγραφής δασμών, καλεί τις αρχές αυτές να εγκρίνουν ή όχι τις σχετικές αιτήσεις, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που περιγράφονται στα άρθρα 900 έως 904, με την επιφύλαξη απλώς της «(...) κατά περίπτωση εκτίμησης άλλων καταστάσεων, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 905 έως 909 (...)». Τέλος, ρητώς αναφέρεται στο άρθρο 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, ότι τίθεται θέμα ενεργοποιήσεως της διατάξεως αυτής «όταν η τελωνειακή αρχή απόφασης (...) δεν είναι σε θέση να αποφασίσει με βάση το άρθρο 899».
13 Επομένως, οι τελωνειακές αρχές οφείλουν να εξετάσουν, καταρχάς, αν η υποβληθείσα αίτηση εμπίπτει στις περιπτώσεις των άρθρων 900 έως 903 του κανονισμού εφαρμογής οπότε, αν συντρέχουν περαιτέρω οι προϋποθέσεις του άρθρου 899 του ίδιου κανονισμού, εγκρίνουν τη διαγραφή των βεβαιωθέντων δασμών. Στη συνέχεια, αν η εξεταζόμενη υπόθεση εκφεύγει των όσων περιγράφονται στα άρθρα 900 έως 903, θα πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσον εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 904 του κανονισμού εφαρμογής, οπότε και επιβάλλεται, δυνάμει του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 899, η απόρριψη της αίτησης. Αφού περατώσει το πρώτο αυτό στάδιο της έρευνας, η εθνική αρχή εκτιμά πλέον την υποβληθείσα αίτηση υπό το πρίσμα του άρθρου 905.
14 Σε ό,τι αφορά την υπό κρίση υπόθεση, η επίκληση από τον αιτούντα τη διαγραφή της κλοπής των εμπορευμάτων για τα οποία βεβαιώθηκε ο εισαγωγικός δασμός, θα έπρεπε να οδηγήσει την HZA στην αντιμετώπιση της αιτήσεως, σε πρώτο στάδιο, από τη σκοπιά του άρθρου 900, παράγραφος 1, στοιχείο αα σε συνδυασμό με το άρθρο 899 του κανονισμού εφαρμογής. Πράγματι, η διάταξη του άρθρου 900 αναφέρεται σε επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών δασμών για μη κοινοτικά εμπορεύματα τα οποία έγιναν αντικείμενο κλοπής. Λείπει όμως μια σημαντική προϋπόθεση για την υπαγωγή των κρισίμων πραγματικών περιστατικών στο πεδίο του στοιχείου αα, της παραγράφου 1, του άρθρου 900 του κανονισμού εφαρμογής. Τα κλαπέντα εμπορεύματα, όπως συνάγεται από τα πραγματικά περιστατικά στα οποία αναφέρεται με την προδικαστική του απόφαση το δικαστήριο της παραπομπής, δεν μπόρεσαν να «βρεθούν σύντομα και (να) υπαχθούν εκ νέου, στην κατάσταση που βρίσκονταν τη στιγμή της κλοπής, στην αρχική τελωνειακή τους κατάσταση». Επομένως, η HZA ορθώς δεν έλαβε, δυνάμει των άρθρων 899 και 900, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού εφαρμογής, απόφαση με την οποία να εγκρίνει τη διαγραφή των σχετικών εισαγωγικών δασμών. Ωστόσο, η ενλόγω τελωνειακή αρχή δεν ήταν περαιτέρω σε θέση να λάβει, ασκώντας την αποφασιστική αρμοδιότητα που της παρέχει το άρθρο 899 του κανονισμού εφαρμογής, απόφαση με την οποία να μην εγκρίνει η ίδια τη διαγραφή των ανωτέρω δασμών, στο μέτρο που οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η υποβληθείσα αίτηση διαγραφής δεν απαριθμούνται στο άρθρο 904 του κανονισμού εφαρμογής.
15 Από τη στιγμή, συνεπώς, που η εθνική τελωνειακή αρχή «δεν είναι σε θέση να αποφασίσει» (7), εγκρίνοντας ή αρνούμενη την έγκριση της διαγραφής, τίθεται ζήτημα ενεργοποιήσεως της διαδικασίας των άρθρων 905 επ. του κανονισμού εφαρμογής, στο πλαίσιο της οποίας η αποφασιστική αρμοδιότητα ανήκει στην Επιτροπή και μόνον ένας επικουρικός ρόλος έχει ανατεθεί στις εθνικές τελωνειακές αρχές.
16 Στο σημείο αυτό, αξίζει να τονισθεί ότι οι διαδικασίες των άρθρων 899 έως 904 αφενός, και 905 έως 909 αφετέρου, του κανονισμού εφαρμογής, είναι απόλυτα διακριτές μεταξύ τους. Όπως ορθώς σημειώνουν ο αναιρεσείων και η Επιτροπή, η μη υπαγωγή της περίπτωσης του αιτούντος την διαγραφή σε μια από τις απαριθμούμενες στα άρθρα 900 έως 903 περιπτώσεις, ουδόλως μπορεί να επιφέρει ως συνέπεια την αυτόματη απόρριψη της αιτήσεώς του και υπό το πρίσμα του άρθρου 905 του κανονισμού εφαρμογής. Η τελευταία αυτή διάταξη εισάγει στο κοινοτικό τελωνειακό δίκαιο γενική ρήτρα επιεικείας ακριβώς για ατομικές καταστάσεις οι οποίες δεν μπορούν να υπαχθούν αυτοτελώς σε μια από τις περιπτώσεις εκείνες τις οποίες έχει λεπτομερώς προβλέψει ο κοινοτικός νομοθέτης στα άρθρα 900 έως 903 (ευνοϋκά για τον βαρυνόμενο με το δασμό) και 904 (αρνητικά για τον βαρυνόμενο με το δασμό) του κανονισμού εφαρμογής. Κατά συνέπεια, σε ό,τι αφορά την υπό κρίση υπόθεση, το γεγονός ότι η κλοπή εμπορευμάτων την οποία επικαλείται ο αιτών την διαγραφή δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 900, παράγραφος 1, στοιχείο αα του κανονισμού εφαρμογής, ώστε να εγκριθεί αυτοτελώς από την εθνική τελωνειακή αρχή η διαγραφή του βεβαιωθέντος δασμού, δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι τα ίδια αυτά στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η αίτηση του οφειλέτη του βεβαιωθέντος δασμού, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαγραφή του τελευταίου δυνάμει της διαδικασίας των άρθρων 905 επ. του κανονισμού εφαρμογής.
17 Η λύση αυτή επικράτησε και στην υπόθεση 283/82 (8), με την οποία το Δικαστήριο ασχολήθηκε με την επιστροφή ή διαγραφή χρέους εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού δυνάμει του κανονισμού 1430/79 (9). Όταν κλήθηκε να αποφανθεί επί του ζητήματος της εφαρμογής των άρθρων 3, 4 και 13 του κανονισμού 1430/79, το Δικαστήριο έκρινε ότι «υπό το φως των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού, το Δικαστήριο εκλαμβάνει το άρθρο 13 ως γενική ρήτρα επιεικείας, προοριζόμενη να καλύψει τις καταστάσεις που είναι διαφορετικές από εκείνες οι οποίες διαπιστώνοντας συνηθέστερα στην πράξη και μπορούσαν, κατά τη θέσπιση του κανονισμού, να αποτελέσουν αντικείμενο ειδικής ρυθμίσεως. Όπως συνάγεται από τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι ενδιαφερόμενοι για να τύχουν της εφαρμογής των άρθρων 3 και 4, οι ενλόγω διατάξεις δεν είχαν προφανώς διατυπωθεί κατά τρόπον ώστε να εμπίπτει σε αυτές η ιδιαίτερη κατάσταση στην οποία βρίσκεται η προσφεύγουσα. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν βλέπει κανένα λόγω να αποκλεισθεί στην προκειμένη περίπτωση η ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 13» (10).
18 Σύμφωνα με τα ανωτέρω, παρέχεται μια γενική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα που έχει θέσει στο Δικαστήριο το Bundesfinanzhof. Ωστόσο, η αδυναμία της εθνικής τελωνειακής αρχής «να αποφασίσει», δυνάμει των άρθρων 899 έως 904 του κανονισμού εφαρμογής, δεν αποτελεί και την μόνη προϋπόθεση για τη διαβίβαση του φακέλου της αιτήσεως στην Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής. Η εθνική αρχή καλείται να εκτιμήσει κατά πόσον «(...) η αίτηση συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν ειδική κατάσταση που προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου (...)» προτού διαβιβάσει το φάκελο στην Επιτροπή. Ο καθόλα δικαιολογημένος προβληματισμός του δικαστηρίου της παραπομπής, απόρροια του οποίου είναι η αποστολή των υπό εξέταση προδικαστικών ερωτημάτων, εντοπίζεται ακριβώς στην ερμηνεία της προϋποθέσεως αυτής. Το ενλόγω ζήτημα αναπτύσσω στη συνέχεια της αναλύσεώς μου.
Β) Ως προς την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών τελωνειακών αρχών και της Επιτροπής στο πλαίσιο του άρθρου 905 επ. του κανονισμού εφαρμογής
α) Τα περιθώρια εκτιμήσεως των εθνικών τελωνειακών αρχών στο πλαίσιο του άρθρου 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής
19 Φρονώ ότι θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στην πτυχή αυτή της ερμηνείας του άρθρου 905 του κανονισμού εφαρμογής, ώστε να παρασχεθεί στο δικαστήριο της παραπομπής η χρησιμότερη δυνατή απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα για την επίλυση της εκκρεμούσης ενώπιόν του διαφοράς. Όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, ο ρόλος που ο κοινοτικός νομοθέτης αναθέτει στις εθνικές τελωνειακές αρχές στο πλαίσιο της εφαρμογής της γενικής ρήτρας επιεικείας του άρθρου 905 του κανονισμού εφαρμογής, δεν συνίσταται στην εξαντλητική επιλογή των περιπτώσεων για τις οποίες δικαιολογείται, χάριν επιεικείας, η διαγραφή των βεβαιωθέντων δασμών αλλά σε μια αρχική διαλογή των αιτήσεων εκείνων για τις οποίες εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να τεθεί θέμα υπαγωγής τους στη γενική ρήτρα επιεικείας. Οι αιτήσεις αυτές στη συνέχεια διαβιβάζονται στην Επιτροπή· η τελευταία είναι και η μόνη αρμόδια να αποφασίζει επί του θέματος. Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, προβλέπεται ρητώς στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 905 του κανονισμού εφαρμογής ότι η εθνική τελωνειακή αρχή διαβιβάζει τον φάκελο στην Επιτροπή εφόσον «(...) η αίτηση συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν (11) να αποτελέσουν ειδική κατάσταση που προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του εδιαφερομένου (...)».
20 Επομένως, η εθνική αρχή δεν καλείται να εξετάσει την υποβληθείσα αίτηση με το σκοπό να καταλήξει σε οριστική θετική ή αρνητική κρίση ως προς το κατά όσον η περίπτωση του αιτούντος συνιστά «ειδική κατάσταση» η οποία δικαιολογεί, χάριν επιεικείας, τη διαγραφή των δασμών· η αρμοδιότητά της εξαντλείται στην εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλείται ο αιτών, ως προς το αν αυτά αναφέρονται σε «περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου» και οι οποίες μπορούν ενδεχομένως να αξιολογηθούν ως «ειδική κατάσταση»· το ζήτημα κατά πόσον η κατάσταση αυτή δικαιολογεί τη διαγραφή των δασμών θα κριθεί από την Επιτροπή, στο πλαίσιο της εφαρμογής των άρθρων 905 έως 909 του κανονισμού εφαρμογής.
21 Όπως ορθώς, κατά τη γνώμη μου, παρατηρεί η Επιτροπή, το δικαστήριο της παραπομπής, όταν επιχειρεί μια πρώτη προσέγγιση των διατάξεων του άρθρου 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής, φαίνεται να εκκινεί από εσφαλμένη ερμηνευτική αφετηρία, θεωρώντας ότι το ζητούμενο στην εκτίμηση των εθνικών τελωνειακών αρχών είναι η δημιουργία πεποίθησης ως προς το αν οι περιστάσεις που επικαλείται ο αιτών την διαγραφή συνιστούν ή όχι «ειδική κατάσταση» κατά την έννοια του άρθρου αυτού. Στην ίδια εσφαλμένη ερμηνευτική βάση φαίνεται να στηρίχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
22 Καθίσταται επομένως απαραίτητο, στο πλαίσιο της απαντήσεως των εκκρεμών προδικαστικών ερωτημάτων, να τονισθεί ότι η εκτίμηση από την εθνική τελωνειακή αρχή (HZA) των πραγματικών και νομικών στοιχείων που επικαλέσθηκε ενώπιόν της ο αναιρεσείων στην κυρία δίκη, ήτοι το γεγονός αυτό καθεαυτό της κλοπής και ο τόπος στον οποίο συντελέσθηκε, το ανασφάλιστο του εμπορεύματος και ο κίνδυνος οικονομικής καταστροφής σε περίπτωση εξοφλήσεως των δασμών, δεν πρέπει, κατά την έννοια του άρθρου 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, να στοχεύει σε οριστική κρίση ως προς το αν αυτά συνιστούν ειδική κατάσταση δικαιολογούσα τη διαγραφή δασμών· εξεταστέο είναι, αντιθέτως, το αν τα στοιχεία αυτά αναφέρονται σε περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου και οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως «ειδική κατάσταση» που θα εκτιμηθεί στη συνέχεια από την Επιτροπή υπό το πρίσμα του αν δικαιολογεί τη δασμολογική διαγραφή (12).
β) Ιστορική και συστηματική ερμηνεία των άρθρων 905 επ. του κανονισμού εφαρμογής
Το ανωτέρω συμπέρασμα ενισχύουν ακόμη η ιστορική και η συστηματική ερμηνεία των κρισίμων κοινοτικών διατάξεων.
i) Ιστορική προσέγγιση
23 Είναι καταρχάς σκόπιμο να εξετασθεί η εξέλιξη της κοινοτικής νομοθεσίας μέχρι την εισαγωγή του ισχύοντος σήμερα άρθρου 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής. Όπως προαναφέρθηκε (13), γενική ρήτρα επιεικείας υπήρχε και παλαιότερα στο άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 του Συμβουλίου (14), στο οποίο αναφέρεται ότι «επιτρέπεται επιστροφή ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή διαγραφή χρέους εισαγωγικών δασμών σε καταστάσεις που ανακύπτουν από ιδιαίτερες συνθήκες για τις οποίες δεν υπήρξε καμία αμέλεια ή δόλος από μέρους του ενδιαφερομένου». Σημειωτέον ότι στο προοίμιο του κανονισμού αυτού αναφέρεται ότι «στο παρόν στάδιο, μόνο ιδιαίτερες καταστάσεις που το συνηθέστερο ανακύπτουν στην πράξη είναι δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο ρυθμίσεως επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή διαγραφή εισαγωγικών δασμών· ότι πρέπει να προβλεφθεί προσφυγή σε κοινοτική διαδικασία (15) με σκοπό να προσδιορίζονται ενδεχομένως άλλες καταστάσεις που δικαιολογούν ομοίως την επιστροφή ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή τη διαγραφή χρέους εισαγωγικών δασμών». Η διάταξη του άρθρου 13 τροποποιήθηκε εν συνεχεία με τον κανονισμό 3069/86 του Συμβουλίου (16). Στο προοίμιο του τροποποιητικού κανονισμού αναφέρεται ότι «η πείρα κατέδειξε πως η αρμοδιότητα για λήψη απόφασης σχετικά με τέτοιου είδους αιτήσεις για επιστροφή ή διαγραφή είναι δυνατό, χωρίς να προκύπτουν ανωμαλίες, να ανατίθενται στα ίδια κράτη μέλη (17), εφόσον διαπιστώνεται ότι οι διαδικαστικές διατάξεις δεν έχουν μεν τηρηθεί, οι βασικές όμως προϋποθέσεις για την έγκριση της επιστροφής ή της διαγραφής πληρούνται δεόντως και ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνάγεται βαριά αμέλεια ή δόλος εκ μέρους του ενδιαφερομένου· ότι συνεπώς πρέπει να τροποποιηθεί το άρθρο 13». Το νέο άρθρο 13, παράγραφος 1 ανέφερε ότι «η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε ειδικές περιπτώσεις (...), οι οποίες προκύπτουν από περιστάσεις κατά τις οποίες δεν υπήρξε ούτε προφανής αμέλεια ούτε δόλος εκ μέρους του ενδιαφερομένου» (18).
24 Μετά την εισαγωγή του κοινοτικού δασμολογικού κώδικα, ο κοινοτικός νομοθέτης επανήλθε στο ζήτημα της γενικής ρήτρας επιεικείας καταργώντας τις προμνησθείσες διατάξεις και εισάγοντας τις κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 905 επ. του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα. Με το οικείο κεφάλαιο του κανονισμού εφαρμογής, επιχειρείται πλέον μια σαφής κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών τελωνειακών αρχών και Επιτροπής με πρόθεση ενισχύσεως του ρόλου της τελευταίας, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου η επεξεργασία του φακέλου της αιτήσεως περί διαγραφής εισαχθέντων δασμών προϋποθέτει υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη γενική ρήτρα επιείκειας και παρέχεται ευρύ πεδίο εκτιμήσεως στο αποφασίζον διοικητικό όργανο.
25 Από τις διαδοχικές κανονιστικές μεταβολές της τελωνειακής νομοθεσίας φρονώ ότι συνάγεται η βούληση των συντακτών του κανονισμού εφαρμογής να προτάξουν την Επιτροπή σε βάρος των εθνικών τελωνειακών αρχών. Για την ακρίβεια, ο κανονισμός εφαρμογής καθιερώνει διάκριση μεταξύ δυο κατηγοριών υποθέσεων:
- αφενός, εκείνες που έχουν τύχει εξαντλητικής κανονιστικής ρυθμίσεως, δεν πρόκειται να αντιμετωπισθούν δηλαδή υπό το πρίσμα της γενικής αρχής της επιεικείας. Στις περιπτώσεις αυτές, η αόριστη έννοια της επιεικείας έχει μετουσιωθεί σε συγκεκριμένες ειδικές διατάξεις (19), οπότε τα περιθώρια εκτιμήσεως του αποφασίζοντος οργάνου είναι ιδιαιτέρως περιορισμένα· η επεξεργασία των ενλόγω αιτήσεων ανατίθενται στις εθνικές τελωνειακές αρχές·
- αφετέρου, εκείνες τις οποίες ο νομοθέτης δεν μπορούσε να προβλέψει εκ των προτέρων ώστε να τις ρυθμίσει με τρόπο εξαντλητικό. Οι περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να εξετασθούν υπό το πρίσμα της γενικής αρχής της επιεικείας - οπότε η διακριτική ευχέρεια του αρμοδίου διοικητικού οργάνου είναι ευρύτατη· ανατίθενται επομένως στην Επιτροπή, χάριν της καλύτερης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
ii) Συστηματική προσέγγιση
26 Ιδιαίτερη σημασία έχει, περαιτέρω, το επιχείρημα που αντλείται από τη συστηματική ερμηνεία του κανονισμού εφαρμογής. Στο κοινοτικό τελωνειακό σύστημα, η οριστική απόφαση ως προς την εφαρμογή της γενικής ρήτρας επιεικείας σε περιπτώσεις οι οποίες δεν έχουν προβλεφθεί ρητώς από τα άρθρα 900 έως 904 του κανονισμού εφαρμογής, επαφίεται στην Επιτροπή· στο όργανο αυτό θα πρέπει άρα να καταλήγει ο φάκελος προς εκτίμηση, εκτός αν ο αιτών τη διαγραφή επικαλείται περιστάσεις για τις οποίες μπορεί να του καταλογισθεί δόλος ή προφανής αμέλεια ή η αίτηση του είναι εντελώς αστήρικτη· όταν όμως η αίτηση συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν «ειδική κατάσταση», κατά την έννοια του άρθρου 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής, ο φάκελος πρέπει να διαβιβάζεται στην Επιτροπή. Η χρήση της εκφράσεως «μπορούν να αποτελέσουν ειδική κατάσταση» από το συντάκτη της διατάξεως έχει την έννοια ότι οι εθνικές τελωνειακές αρχές οφείλουν να απορρίψουν τις αιτήσεις που είναι προφανώς απαράδεκτες ή αναπόδεικτες, τις οποίες, ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να κάνει δεκτές ακόμη και αν εξαντλούσε τα όρια της δυνατότητας εκτιμήσεως που διαθέτει προς την κατεύθυνση της πλέον ευνοϋκής για τους αιτούντες εφαρμογής της γενικής ρήτρας επιεικείας. Αν όμως υφίσταται και ένα μικρό ενδεχόμενο η αίτηση του βαρυνόμενου με τους δασμούς να γίνει δεκτή, επιβάλλεται τότε η διαβίβαση του φακέλου από τις εθνικές τελωνειακές αρχές στην Επιτροπή.
27 Άλλως, αν δηλαδή οι εθνικές τελωνειακές αρχές ερμηνεύουν και εφαρμόζουν τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 905 κατά τρόπο ώστε να εισέρχονται σε βάθος στην ουσία της υποθέσεως, κρίνοντας οι ίδιες κατά πόσον αξίζει να ενεργοποιηθεί η γενική ρήτρα επιεικείας υπέρ του αιτούντος τη διαγραφή, υφίσταται ο κίνδυνος συστηματικής απορρίψεως των ενλόγω αιτήσεων όχι πλέον από το όργανο στο οποίο έχει ανατεθεί η αποφασιστική αρμοδιότητα (ήτοι, την Επιτροπή), αλλά από τα όργανα εκείνα τα οποία, κατά την αληθή έννοια της κοινοτικής διατάξεως, οφείλουν να αρκούνται σε μια πρώτη διαλογή των αιτήσεων χωρίς να εξετάζουν πλήρως την υπόθεση ως προς την ουσία της.
28 Η ανατροπή της ηθελημένης από τον κοινοτικό νομοθέτη ισορροπίας στην κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών τελωνειακών αρχών και Επιτροπής επιφέρει γενικότερης εκτάσεως αλλοιώσεις στο κοινοτικό τελωνειακό σύστημα. Ιδανικό παράδειγμα των συνεπειών αυτών αποτελεί η παρούσα υπόθεση. Η εθνική τελωνειακή αρχή (ήτοι, η HZA) απορρίπτει αίτηση διαγραφής εισαγωγικού δασμού κρίνοντας ότι τα προβαλλόμενα από τον αιτούντα περιστατικά δεν συνιστούν «ειδική κατάσταση» που να δικαιολογεί την εφαρμογή της γενικής ρήτρας επιεικείας μέσα από τη διαδικασία των άρθρων 905 έως 909 του κανονισμού εφαρμογής· στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και το πρωτοβάθμιο εθνικό δικαστήριο. Από την πλευρά του, ο αναιρετικός δικαστής, δηλαδή το Bundesfinanzhof, εκκινώντας από την ίδια ερμηνευτική αφετηρία των διατάξεων του άρθρου 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής, ερωτά το Δικαστήριο τι συνιστά «ειδική κατάσταση», κατά την έννοια του άρθρου αυτού, η οποία δικαιολογεί τη διαγραφή δασμών χάριν επιεικείας. Αν το Δικαστήριο απαντήσει επί του ερωτήματος αυτού, επιλύει την υπόθεση στην ουσία της, στερώντας την από τον «φυσικό κριτή» της, δηλαδή την Επιτροπή.
29 Εντούτοις, το ζήτημα που θα έπρεπε να κριθεί από την HZA, να ελεγχθεί εν συνεχεία από τα εθνικά δικαστήρια και να αποτελέσει ενδεχομένως αντικείμενο προδικαστικού ερωτήματος ενώπιον του Δικαστηρίου, θα έπρεπε να αφορά το τι δύναται να αποτελεί «ειδική κατάσταση που προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου». Η αναζήτηση της δυνατότητας και όχι της βεβαιότητας υπάρξεως ειδικής καταστάσεως μετατοπίζει σημαντικά το αντικείμενο της νομικής κρίσης της εθνικής τελωνειακής αρχής και περιορίζει αντίστοιχα την εξουσία της τελευταίας να απορρίπτει μια αίτηση διαγραφής δασμού δυνάμει του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 905 του κανονισμού εφαρμογής. Αντιθέτως, για την ουσία της υποθέσεως, ως για το αν δηλαδή συντρέχουν λόγοι ενεργοποιήσεως της ρήτρας επιεικείας σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, αρμόδια να αποφασίσει σε διοικητικό επίπεδο είναι η Επιτροπή· κατά της αποφάσεώς της χωρεί προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου και ενδεχομένως αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
Γ) Ως προς το τι μπορεί να αποτελέσει «ειδική κατάσταση που προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου», κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 905 του κανονισμού εφαρμογής
30 Από την προηγηθείσα ανάλυση συνάγεται, νομίζω, σαφώς το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο θα πρέπει να αναζητηθεί η εφαρμογή της διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 905 του κανονισμού εφαρμογής σε κάθε ειδική περίπτωση. Επαναλαμβάνω απλώς ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ζητούμενο είναι να εκτιμηθεί όχι αν οι περιστάσεις που επικαλείται ο αιτών τη διαγραφή συνιστούν ειδική κατάσταση που δικαιολογεί την εφαρμογή της γενικής ρήτρας επιεικείας αλλά αν οι περιστάσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν in concreto ειδική κατάσταση η οποία δεν δημιουργήθηκε με δόλο ή προφανή αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου.
α) Εν γένει
31 Στο σημείο αυτό, θεωρώ απαραίτητο να παραθέσω τρεις επιπλέον παρατηρήσεις.
32 Πρώτον, οι διατάξεις του άρθρου 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής θέτουν έναν αμιγώς κοινοτικό κανόνα για την ερμηνεία του οποίου δεν είναι λυσιτελής, αντιθέτως προς όσα πρεσβεύει ο αναιρεσείων στην κυρία δίκη, η παραπομπή στις εθνικές διατάξεις που καθιερώνουν στη Γερμανία τη γενική αρχή της επιεικείας σε φορολογικές υποθέσεις. Οι κοινοτικές διατάξεις περί διαγραφής δασμών χάριν επιεικείας, οι οποίες περιλαμβάνονται στα άρθρα 905 επ. του κανονισμού εφαρμογής, παρουσιάζουν εννοιολογική αυτάρκεια και αυτονομία σε σχέση με τους αντίστοιχους κανόνες του εθνικού δικαίου.
33 Δεύτερον, η θεωρητική διάκριση μεταξύ «προσωπικών» και «πραγματικών» λόγων που δικαιολογούν την εφαρμογή της ρήτρας επιεικείας, δηλαδή η κατανομή των καταστάσεων που δύναται να επικαλεσθεί ο βαρυνόμενος με τους δασμούς για να επιτύχει τη διαγραφή τους σε «υποκειμενικές» και «αντικειμενικές», δεν έχει πρακτική σημασία για τον ερμηνευτή και τον εφαρμοστή των διατάξεων των άρθρων 905 επ. του κανονισμού εφαρμογής. Ο κοινοτικός νομοθέτης χρησιμοποιεί ιδιαιτέρως αόριστες έννοιες κατά την διατύπωση των κρισίμων κοινοτικών διατάξεων, παρέχοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα στον αιτούντα τη διαγραφή να επικαλεσθεί κάθε είδους περίσταση που θα μπορούσε ενδεχομένως να θεμελιώσει το αίτημά του.
34 Τρίτον, θα πρέπει να τονισθεί ότι το ζήτημα της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα δεν έχει ακόμη απασχολήσει επαρκώς τη διοικητική πρακτική και τη νομολογία. Επιπλέον, για την εξέταση των στοιχείων που επικαλείται κάθε φορά ο αιτών τη διαγραφή υπό το πρίσμα του αν αυτά ενδέχεται να συνιστούν «ειδική κατάσταση που προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος η προφανής αμέλεια», επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι η μέχρι σήμερα εμπερία από την εφαρμογή αντίστοιχων δασμολογικών κανόνων (20) καθώς και η διαμορφωθείσα σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, μπορεί μεν να αποτελούν χρήσιμα στοιχεία αναφοράς, δεν έχουν ωστόσο αποφασιστική σημασία για την επίλυση του ειδικού ζητήματος της υπαγωγής στον κανόνα του άρθρου 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής. Το Δικαστήριο έχει μέχρι σήμερα αποφανθεί επί υποθέσεων όπου το κρινόμενο ζήτημα συνίστατο στο αν μια ειδική περίπτωση δικαιολογεί ή όχι τη διαγραφή δασμού και όχι εάν μια περίσταση κατά την οποία δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια του ενδιαφερομένου μπορεί να συνιστά ειδική κατάσταση (21). Κατά συνέπεια, η αξία της νομολογίας για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 905, παράγραφος 1 του κρισίμου κανονισμού είναι σχετική.
35 Ενόψει των ανωτέρω, δύο είναι οι θεμελιώδεις αρχές του μηχανισμού αξιολογήσεως των αιτήσεων διαγραφής δασμών που έχει τεθεί με τα άρθρα 905 επ. του κανονισμού εφαρμογής
- αφενός, ο αιτών έχει τη δυνατότητα να επικαλεσθεί κάθε είδους περίσταση από την οποία συνάγεται ότι αυτός ευρίσκεται ενδεχομένως σε «ειδική κατάσταση», υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια από μέρους του· δεν μπορεί δηλαδή να υποστηριχθεί ότι μια κατηγορία περιστάσεων, επί παραδείγματι, εκείνες που συνδέονται περισσότερο με το πρόσωπο του αιτούντος, δεν μπορούν ab definitio να αποτελέσουν «ειδική κατάσταση», παρά το ότι δεν μπορεί να καταλογισθεί στον ενδιαφερόμενο δόλος ή προφανής αμέλειαθ
- αφετέρου, κάθε αίτηση πρέπει να εξετάζεται ad hoc. Ο συγκεκριμένος και ειδικός χαρακτήρας της έρευνας καθιερώνεται σαφώς με το άρθρο 907, πρώτο εδάφιο του κανονισμού εφαρμογής: «μετά από διαβουλεύσεις με ομάδα εμπειρογνωμόνων που απαρτίζεται από αντιπροσώπους όλων των κρατών μελών που συνέρχονται στο πλαίσιο της Επιτροπής για να εξετάσουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή αποφασίζει είτε ότι η εκάστοτε εξεταζόμενη περίπτωση δικαιολογεί την επιστροφή ή τη διαγραφή, είτε ότι δεν την δικαιολογεί». Αντίστοιχο χαρακτήρα θα πρέπει να έχει, νομίζω, και η προκαταρκτική έρευνα που διενεργούν οι εθνικές αρχές δυνάμει του άρθρου 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής (22).
β) Στην υπό κρίση υπόθεση
Σε ό,τι αφορά την υπό κρίση υπόθεση και σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, θεωρώ απαραίτητο να αναφέρω τα ακόλουθα.
36 Φρονώ ότι η προδικαστική διάταξη του δικαστηρίου της παραπομπής δεν περιέχει εξαντλητική περιγραφή των νομικών και πραγματικών πτυχών της κυρίας διαφοράς ώστε να παρέχεται πλήρης εικόνα σχετικά με τις περιστάσεις που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για να επιτύχει τη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών που βεβαιώθηκαν σε βάρος του· κατά συνέπεια δεν μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα ότι η περίπτωση του αναιρεσείοντος στην κυρία δίκη μπορεί ή όχι να αποτελέσει «ειδική κατάσταση» κατά την έννοια της παραγράφου 1, του άρθρου 905 του κανονισμού εφαρμογής. Δεν ανήκει, εξάλλου, στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της ουσίας της υποθέσεως, η οποία παραμένει αποκλειστικά στο πεδίο κρίσεως του εθνικού δικαστή· το Δικαστήριο αρκείται μόνο στην ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων που είναι χρήσιμες για την επίλυση της κυρίας διαφοράς. Υπό το πρίσμα αυτό, πιστεύω ότι το έργο του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση έχει σε μεγάλο μέρος ολοκληρωθεί, παρά το ότι η νομική ανάλυση των κρίσιμων κοινοτικών διατάξεων δεν οδήγησε σε ρητή απάντηση των όσων εκ πρώτης όψεως απασχολούν το δικαστή της παραπομπής. Πάντως, για λόγους πληρότητας της έρευνας και αναζήτησης της χρησιμότερης για τον εθνικό δικαστή απάντησης των προδικαστικών ερωτημάτων, κρίνω απαραίτητο να προχωρήσω στις ακόλουθες συμπληρωματικές σκέψεις.
37 Σύμφωνα με όσα παρατίθενται στη διάταξη του δικαστηρίου της παραπομπής, ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι βρίσκεται σε ειδική κατάσταση που δικαιολογεί την ενεργοποίηση του άρθρου 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής διότι, πρώτον, τα προϋόντα που αφορούσαν οι δασμοί είχαν κλαπεί, δεύτερον, δεν μπορούσαν να τύχουν ασφαλίσεως, τρίτον, είχαν αποθηκευθεί σε χώρο ευρισκόμενο σε γεωγραφική περιοχή που εγκυμονεί ιδιαίτερους κινδύνους και, τέταρτον, η καταβολή των επιβληθέντων δασμών θα συνεπαγόταν την οικονομική του καταστροφή.
38 Καταρχάς, η κλοπή των εμπορευμάτων συνιστά περίσταση η οποία, εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε να αποτελεί «ειδική κατάσταση» κατά την έννοια του άρθρου 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής, στο μέτρο που ο πληγείς επιχειρηματίας περιέρχεται σε κατάσταση διαφορετική και διακριτή από εκείνη των επιχειρηματιών που ασκούν την ίδια δραστηριότητα και δεν υπέστησαν κλοπή. Προϋπόθεση βεβαίως είναι η ανυπαρξία, όχι μόνον δόλου, αλλά ούτε προφανούς αμελείας εκ μέρους του ενδιαφερομένου. Πάντως, δύσκολα θα μπορούσε να γίνει δεκτό, σύμφωνα με τη μέχρι σήμερα νομολογία του Δικαστηρίου (23), ότι η κλοπή αρκεί για να δικαιολογήσει τη διαγραφή του δασμού που βαρύνει τον αιτούντα. Ωστόσο, όπως εκτενώς εξηγήθηκε ανωτέρω, το ζητούμενο στην υπό κρίση διαφορά δεν είναι η εκτίμηση του τι συνιστά λόγο διαγραφής δασμού αλλά τι μπορεί να θεωρηθεί δυνάμει του άρθρου 905 του κανονισμού εφαρμογής, ειδική κατάσταση μη οφειλόμενη σε δόλο ή προφανή αμέλεια των ενδιαφερομένων.
39 Υπό την οπτική αυτή, είναι κατά τη γνώμη μου ενισχυτικό της θέσεως του αναιρεσείοντα στην κυρία δίκη το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο, λόγω της φύσεως των εμπορευμάτων - τα τσιγάρα είναι χύδην εμπορεύματα μη επιδεκτικά προσδιορισμού - αυτά ήταν αδύνατο να εντοπισθούν με βεβαιότητα μετά την κλοπή, κατά τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 900 του κανονισμού εφαρμογής (24). Κατά συνέπεια, λόγω του χαρακτήρα των εμπορευμάτων ως προϋόντων μη επιδεκτικών προσδιορισμού και αντικειμενικής αδυναμίας εφαρμογής της ευνοϋκής διατάξεως του άρθρου 900, παράγραφος 1, στοιχείο αα του κανονισμού εφαρμογής, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι οι κρίσιμες διατάξεις της παραγράφου 1, του άρθρου 905, του ιδίου κανονισμού θα πρέπει να ερμηνευθούν με λιγότερη αυστηρότητα και να οδηγήσουν σε αποδοχή της αιτήσεώς του και διαβίβασή της στην Επιτροπή. Η θέση αυτή του αναιρεσείοντος δεν στερείται, εκ πρώτης όψεως, λογικής.
40 Αντιθέτως σαφώς δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι μετά την κλοπή τους, τα απολεσθέντα τσιγάρα κατέστησαν μη εμπορεύσιμα, λόγω αδυναμίας διαθέσεώς τους στην αγορά και δεν τίθεται συνεπώς θέμα απωλείας δασμών. Όπως ορθώς επισημαίνουν τόσο οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας όσο και η Επιτροπή, η κλοπή δεν μετατρέπει αυτομάτως το κλαπέν εμπόρευμα σε προϋόν εκτός συναλλαγής, δικαιολογώντας συνεπώς την απόσβεση της τελωνειακής οφειλής. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ρητώς ότι «στην περίπτωση της κλοπής, μπορεί να υποτεθεί ότι το εμπόρευμα εισέρχεται στο εμπορικό κύκλωμα της Κοινότητας» (25).
41 Πάντως, θεωρώ ότι στο πλαίσιο των εκκρεμών προδικαστικών ερωτημάτων, με τα οποία αναζητείται η ορθή ερμηνεία του άρθρου 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, αλυσιτελώς μεν ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η κλοπή που υπέστη δικαιολογεί, άνευ ετέρου, τη διαγραφή των επιβληθέντων σε αυτόν δασμών· εσφαλμένη είναι όμως και η θέση των κυβερνήσεων της Γαλλίας και της Ιταλίας ότι η κλοπή εμπορεύματος, ακόμη και αν δεν οφείλεται σε δόλο ή προφανή αμέλεια του ενδιαφερομένου, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως «ειδική κατάσταση» κατά την έννοια του άρθρου 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, διότι, σύμφωνα με την μέχρι σήμερα νομολογία και πρακτική, τέτοιου είδους περιστάσεις δεν δικαιολογούν τη διαγραφή επιβληθέντων δασμών χάριν επιεικείας. Το αν τελικά η κλοπή που υπέστη ο αναιρεσείων στην παρούσα υπόθεση δικαιολογεί ή όχι τη διαγραφή των δασμών που του επιβλήθηκαν θα κριθεί από την Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 907 του κανονισμού εφαρμογής. Ωστόσο, η κρίση της εθνικής τελωνειακής αρχής ως προς το αν τα ίδια περιστατικά μπορούν να συνιστούν ειδική κατάσταση που δεν οφείλεται σε δόλο ή προφανή αμέλεια του αναιρεσείοντος στην κυρία δίκη, δεν εξαρτάται από το αν τα ίδια περιστατικά δικαιολογούν τη δασμολογική διαγραφή από την Επιτροπή. Αυτός ο νομικός συλλογισμός είναι μεθοδολογικά εσφαλμένος. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος στην κυρία δίκη περί κλοπής των εμπορευμάτων του παραμένει προς κρίση από τις εθνικές τελωνειακές αρχές, οι τελευταίες οφείλουν όμως να εξετάσουν την περίπτωση αυτή υπό το πρίσμα της ορθής ερμηνείας του άρθρου 905, παράγραφος 1 της Συνθήκης, όπως αυτή συνάγεται από την ανάλυση που προηγήθηκε.
42 Ο αναιρεσείων επικαλείται ακόμη το γεγονός ότι τα κλαπέντα προϋόντα δεν μπορούσαν να ασφαλισθούν κατά του κινδύνου της κλοπής. Δεν είμαι σε θέση, με βάση τα όσα στοιχεία περιλαμβάνονται στη διάταξη του δικαστηρίου της παραπομπής, να εκφέρω σαφή άποψη επί του αν το επιχείρημα αυτό του αναιρεσείοντος στην κυρία δίκη πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, του άρθρου 905, του κανονισμού εφαρμογής, ώστε να θεμελιώσει τη διαβίβαση του φακέλου στην Επιτροπή για περαιτέρω κρίση· δεν έχω εξάλλου την πρόθεση να υποκαταστήσω τη δική μου προσέγγιση σε εκείνη των εθνικών αρχών, οι οποίες είναι εκ του νόμου αρμόδιες να αποφασίζουν επί των ζητημάτων αυτών. Κρίσιμο είναι πάντως να διερευνηθεί από τις αρχές αυτές αν το ανασφάλιστο των εμπορευμάτων μπορεί να καταλογισθεί σε δόλο ή προφανή αμέλεια του ενδιαφερομένου οπότε η σχετική αίτηση είναι αυτομάτως απορριπτέα. Αντιθέτως, η απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ως λόγου που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διαβίβαση του φακέλου του στην Επιτροπή, δεν νομίζω ότι μπορεί να θεμελιωθεί, άνευ ετέρου, στο γεγονός ότι, όπως ορθώς εντοπίζουν οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας και η Επιτροπή, το επιχείρημα αυτό έχει λίγες πιθανότητες να δικαιολογήσει τη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών, όταν η αίτηση εξετασθεί από την Επιτροπή, ως προς το βάσιμό της, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 907 του κανονισμού εφαρμογής (26).
43 Ασθενέστερος είναι κατά τη γνώμη μου ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί υπάρξεως «ειδικής κατάστασης» η οποία οφείλεται στους ιδιαίτερους κινδύνους που συνεπάγεται φύλαξη προϋόντων σε αποθήκες που ευρίσκονται στο έδαφος της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Το επιχείρημα αυτό, το οποίο αναφέρεται στη σχέση μιας δραστηριότητας με ορισμένη γεωγραφική περιοχή, θα μπορούσε να αφορά ακαθόριστο αριθμό επιχειρηματιών που ασκούν την ίδια δραστηριότητα, γεγονός που φαίνεται να αποκλείει ab definitio τη δημιουργία «ειδικής» καταστάσεως συνεδόμενης μόνο με το πρόσωπο του αιτούντος (27).
44 Τέλος, φρονώ ότι, όπως ορθώς σημειώνουν οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας και η Επιτροπή, η επίκληση της ενδεχόμενης οικονομικής καταστροφής που θα επιφέρει η πληρωμή των επιβληθέντων δασμών δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ιδιαίτερη περίσταση ικανή να δικαιολογήσει τη διαγραφή των δασμών· είναι απλώς δυνατόν να δοθούν στον βαρυνόμενο με το δασμό ευκολίες πληρωμής, όπως προβλέπεται στα άρθρα 229 επ. του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (28). Η διαπίστωση όμως αυτή δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, στο συμπέρασμα ότι οι οικονομικές δυσχέρειες του αιτούντος δεν μπορούν να συνιστούν «ειδική κατάσταση» η οποία να μην οφείλεται σε δόλο ή αμέλειά του, κατά την έννοια του άρθρου 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής· επομένως, το ζήτημα της διαβιβάσεως του φακέλου από τις εθνικές τελωνειακές αρχές στην Επιτροπή, δυνάμει της διατάξεως αυτής, παραμένει ανοικτό.
45 Εν κατακλείδι, μόνο γενικές κατευθύνσεις μπορούν να δοθούν στο δικαστήριο της παραπομπής ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της εκκρεμούσης ενώπιόν του υποθέσεως στις διατάξεις του άρθρου 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τονισθεί ότι κατά την εξέταση από τις εθνικές τελωνειακές αρχές των αιτήσεων περί διαγραφής δασμών στο πλαίσιο του άρθρου 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, το ενδεχόμενο της υπάρξεως «ειδικής καταστάσεως» μπορεί να συναχθεί από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και περιστάσεων που επικαλείται ο αιτών, ο δε φάκελος πρέπει να διαβιβάζεται στην Επιτροπή σε περίπτωση αμφιβολίας.
VII - Πρόταση
46 Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως στα τεθέντα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Η μη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσουν τόσο το άρθρο 900, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, για την επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών δασμών σε περίπτωση κλοπής εμπορευμάτων, όσο και εν γένει, τα άρθρα 899 έως 904 του ενλόγω κανονισμού, καθιστά απαραίτητη την εξέταση της αιτήσεως διαγραφής από τις εθνικές τελωνειακές αρχές υπό το πρίσμα του άρθρου 905, παράγραφος 1 του ιδίου κανονισμού.
2) Παρά την αδυναμία υπαγωγής της περιπτώσεως του αιτούντος τη διαγραφή, ο οποίος επικαλείται κλοπή των βαρυνομένων με το δασμό εμπορευμάτων, στο πεδίο του άρθρου 900, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού εφαρμογής, δεν αποκλείεται de jure τα ίδια πραγματικά περιστατικά να θεωρηθούν ότι "μπορούν να αποτελέσουν ειδική κατάσταση που προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου", κατά την έννοια του άρθρου 905, παράγραφος 1 του ιδίου κανονισμού.
3) Οι εθνικές τελωνειακές αρχές, όταν εξετάζουν μια αίτηση περί διαγραφής δασμών στο πλαίσιο του άρθρου 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, οφείλουν να εκτιμούν τα προβαλλόμενα στοιχεία για να διαπιστώσουν αν αυτά "μπορούν να αποτελέσουν ειδική κατάσταση που προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου", οπότε και διαβιβάζουν τον φάκελο στην Επιτροπή. Καταστάσεις μη ειδικές, μη πλήρως αποδεδειγμένες ή οφειλόμενες σε δόλο ή προφανή αμέλεια του ενδιαφερομένου δεν δικαιολογούν τη διαβίβαση του φακέλου στην Επιτροπή αλλά την απόρριψη της αιτήσεως. Σε κάθε περίπτωση, οι εθνικές τελωνειακές αρχές δεν μπορούν να στηρίξουν την απόρριψη της αιτήσεως στο γεγονός και μόνο ότι, κατά τη δική τους εκτίμηση, η περίπτωση του αιτούντος δεν συνιστά κατάσταση δικαιολογούσα τη διαγραφή ή την επιστροφή των επιβληθέντων σε αυτόν εισαγωγικών δασμών.»
(1) - ΕΕ L 253, σ. 1.
(2) - Ήτοι δασμούς ύψους 58 206,87 γερμανικών μάρκων (DM) και συνολική επιβάρυνση της τάξεως των 485 703,99 DM.
(3) - Προμνησθέντος στην υποσημείωση 1.
(4) - Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, ΕΕ L 302, σ. 1.
(5) - Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 1.
(6) - Βλ., κατωτέρω σημεία 19 επ. των προτάσεών μου.
(7) - Την έκφραση αυτή χρησιμοποιεί ο κοινοτικός νομοθέτης στο άρθρο 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής.
(8) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1983, υπόθεση 283/82, Schoellershammer κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 4219).
(9) - Με τον κανονισμό αυτό, ο κοινοτικός νομοθέτης είχε εισαγάγει πριν από την κατάρτιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ένα σύστημα επιστροφής ή διαγραφής δασμών αντίστοιχο με εκείνο που απαντάται στους υπό κρίση κανονισμούς 2913/92 και 2454/93. Ειδικότερα, στα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 1430/79 απαριθμούνται ειδικές περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η επιστροφή ή διαγραφή χρέους· οι ενλόγω διατάξεις καταλαμβάνουν στο σύστημα του κανονισμού 1430/79 την ίδια θέση με εκείνη των άρθρων 899 έως 904 του κανονισμού 2454/93. Παράλληλα, ο κοινοτικός νομοθέτης κατοχυρώνει στο άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 τη γενική ρήτρα επιείκιας· επομένως, το άρθρο 13 του ενλόγω κανονισμού αντιστοιχεί στις διατάξεις των άρθρων 905 επ. του κανονισμού εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
(10) - Σκέψη 7 της προμνησθείσας αποφάσεως Schoellershammer.
(11) - Η υπογράμμιση δική μου. Η σαφής βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να μην απαιτεί για τη διαβίβαση του φακέλου στην Επιτροπή τη δημιουργία πεποιθήσεως των εθνικών τελωνειακών αρχών περί της υπάρξεως «ειδικής καταστάσεως» αλλά την απλή διαπίστωση ότι τέτοια «ειδική κατάσταση» ενδέχεται να υφίσταται, συνάγεται και από τις υπόλοιπες γλωσσικές αποδόσεις της κρίσιμης αυτής διατάξεως: «(...) the application is supported by evidence which might constitute a special situation (...)», «(...) la demande (soit) assortie de justification susceptible de constituer une situation particuliθre (...)», «(...) die Begrόndung des Antrags auf einem besonderen Fall schlieίen (lδίt) (...)».
(12) - Εξάλλου, αν η Επιτροπή θεωρήσει τα διαβιβασθέντα σε αυτή στοιχεία ως ανεπαρκή, μπορεί να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες από τις εθνικές τελωνειακές αρχές, σύμφωνα με τα όσα ρητώς προβλέπονται στο άρθρο 905, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο του κανονισμού εφαρμογής.
(13) - Βλ., ανωτέρω, σημείο 17 των προτάσεών μου.
(14) - Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162.
(15) - Η υπογράμμιση δική μου.
(16) - Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1430/79 περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή τη διαγραφή χρέους των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, ΕΕ L 286, της 9ης Νοεμβρίου 1986, σ. 1.
(17) - Η υπογράμμιση δική μου.
(18) - Ας σημειωθεί ότι ο εφαρμοστής του άρθρου 13, του κανονισμού 1430/79, πριν και μετά την τροποποίησή τους, καλείται να εκτιμήσει αν μια ειδική περίπτωση δικαιολογεί τη διαγραφή δασμού, και όχι αν μια περίσταση μπορεί να συνιστά ειδική περίπτωση. Με άλλα λόγια, το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 αντιστοιχεί στο άρθρο 907 του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα και όχι στο άρθρο 905 που μας απασχολεί στην υπό κρίση υπόθεση. Το άρθρο 905, παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής θέτει ένα προστάδιο εκτιμήσεως της αιτήσεως περί διαγραφής, το οποίο προηγείται του σταδίου εκτιμήσεως στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 και το άρθρο 907 του κανονισμού εφαρμογής.
(19) - Πρόκειται για τα άρθρα 900 έως 904 του κανονισμού εφαρμογής.
(20) - Όπως εκείνων του προμνησθέντος άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, πριν και μετά την τροποποίησή του με τον κανονισμό 3069/86.
(21) - Βλ., αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1984, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 98/83 και 230/83, Van Gend & Loos (Συλλογή 1984, σ. 3763), συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-121/91 και C-122/91, CT Control (Ρότερνταμ) και GCT (Benelux) (Συλλογή 1993, σ. Ι-3875). Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1983, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 186/82 και 187/82, Ministero delle Finanze κατά Esercizio Magazzini Generali SpA και Mellina Agosta Srl (Συλλογή 1983, σ. 2951, σκέψη 14), απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Απριλίου 1993, υπόθεση C-250/91, Hewlett Packard France (Συλλογή 1993, σ. Ι-1822), απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Ιανουαρίου 1996, C-446/93, SEIM (Συλλογή 1996, σ. Ι-73). Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει συνήθως με αυστηρότητα τους λόγους που προβάλλουν οι αιτούντες τη διαγραφή δασμών για να δικαιολογήσουν την εφαρμογή της ρήτρας επιεικείας· έχει όμως δεχθεί σε μια περίπτωση το ενδεχόμενο της συνδρομής καταστάσεως η οποία μπορεί να δικαιολογεί τη διαγραφή δασμών. Στην προμνησθείσα υπόθεση Hewlett Packard το Δικαστήριο έκρινε πως το γεγονός ότι ένας επιχειρηματίας βασίστηκε σε εσφαλμένη πληροφορία παρασχεθείσα σε εταιρία ανήκουσα στον ίδιο όμιλο από αρμόδια τελωνειακή αρχή κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό όπου ευρίσκεται η αρμόδια για την είσπραξη τελωνειακή αρχή, μπορεί να στοιχειοθετεί ιδιαίτερη κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79 (σκέψη 47).
(22) - Για την ανάγκη ad hoc αντιμετωπίσεως κάθε υποβαλλόμενης αίτησης, βλ. ακόμη το σημείο 75 των προτάσεών μου της 25ης Ιουνίου 1995 στην προμνησθείσα στην υποσημείωση 21, υπόθεση SEIM.
(23) - Βλ., την αυστηρή ερμηνεία που ακολούθησε το Δικαστήριο στην προμνησθείσα στην υποσημείωση 21, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1983, Esercizio Magazzini Generali SpA και Mellina Agosta Srl.
(24) - Ο αναιρεσείων πιθανολογεί εξάλλου ότι ανάμεσα σε μεγάλες ποσότητες παρανόμων τσιγάρων που ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν στη Γερμανία περιλαμβάνεται και η κλαπείσα από αυτόν ποσότητα.
(25) - Βλ., προαναφερθείσα στην υποσημείωση 21, απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 1983, Esercizio Magazzini Generali SpA και Mellina Agosta Srl (σκέψη 14).
(26) - Πράγματι, σε αντίστοιχες περιπτώσεις, γίνεται δεκτό ότι τέτοιου είδους περιστάσεις συνδέονται με τον επιχειρηματικό κίνδυνο που προσιδιάζει στη φύση της δραστηριότητας που ασκεί ο βαρυνόμενος με τους δασμούς επιχειρηματίας. Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφερθούν τρεις αποφάσεις του Δικαστηρίου: πρώτον η προμνησθείσα, στην υποσημείωση 8, απόφαση Schoellershammer, για αίτηση διαγραφής χρέους λόγω πεπλανημένης δηλώσεως των εμπορευμάτων ως προοριζομένων να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία· δεύτερον, η προμνησθείσα στην υποσημείωση 21, απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Απριλίου 1993, υπόθεση Hewlett Packard France, για αίτηση επιστροφής δασμών που επιβλήθηκαν λόγω λάθους των ιδίων των αρμοδίων αρχών που δεν μπορούσε λογικά να ανακαλυφθεί από τον υπόχρεο· τρίτον, στην προμνησθείσα στην υποσημείωση 21, απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Ιουλίου 1993, υποθέσεις CT Control (Ρότερνταμ) και GCT (Benelux), για αίτηση επιστροφής δασμών λόγω της εκ των υστέρων ανάκλησης των πιστοποιητικών εισαγωγής από την αρμόδια τελωνειακή αρχή.
Πάντως, το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση Hewlett Packard (σκέψη 47), ότι οι ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες δημιουργήθηκε η πλάνη στον αιτούντα μπορούσαν να δικαιολογήσουν ενδεχομένως την επιστροφή των δασμών (βλ., ανωτέρω υποσημείωση 21).
(27) - Βλ. στο σημείο αυτό την απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Μαρτίου 1987, υπόθεση 58/86, Coopιrative Agricole d'approvisionement des avirons (Συλλογή 1987, σ. 1525, ιδιαίτερα σκέψη 22)· στην υπόθεση αυτή ο αιτών την επιστροφή εισαγωγικών δασμών είχε επικαλεσθεί τις ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιούνται οι εισαγωγές αραβοσίτου στην νήσο Rιunion· το Δικαστήριο απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό.
(28) - Όπως ορθώς παρατηρούν η Επιτροπή και οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας, αντίστοιχο ζήτημα είχε τεθεί και παλαιότερα στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της προμνησθείσας στην υποσημείωση 21, αποφάσεως της 13ης Νοεμβρίου 1984, Van Gend & Loos. Στο πλαίσιο της απόφασης αυτής κρίθηκε ότι δεν συνιστά λόγο διαγραφής επιβληθέντος δασμού το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο οι αιτούντες τη διαγραφή δεν είναι σε θέση να μετακυλίσουν τη ζημία στους εντολείς τους, λόγω της πτωχεύσεώς τους (σκέψη 16).
Full & Egal Universal Law Academy