Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Antillean Rice Mills NV, εταιρία δικαίου των Ολλανδικών Αντιλλών , με τις παρούσες προσφυγές δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ), ζητούν από το Δικαστήριο την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 304/97 του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1997, για τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως στην εισαγωγή ρυζιού καταγωγής υπερποντίων χωρών και εδαφών , και την καταδίκη του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στα δικαστικά έξοδα.
Ι - Το νομικό και δικονομικό πλαίσιο των υποθέσεων C-110/97 και C-451/98
Η Συνθήκη ΕΚ
2. Σύμφωνα με το άρθρο 3, στοιχείο ρ_, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο σ_, ΕΚ), η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει τη σύνδεση με τις υπερπόντιες χώρες και εδάφη (στο εξής: ΥΧΕ), με σκοπό την αύξηση των εμπορικών συναλλαγών και την προώθηση με κοινή προπάθεια της οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως.
3. Σύμφωνα με το άρθρο 227, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 299, παράγραφος 3, ΕΚ), για τις ΥΧΕ που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ, συμπεριλαμβανομένων των Ολλανδικών Αντιλλών, ισχύει το καθεστώς συνδέσεως.
4. Σύμφωνα με το άρθρο 131, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 182, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), σκοπός της συνδέσεως είναι η προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως των ΥΧΕ και της δημιουργίας στενών οικονομικών σχέσεων μεταξύ αυτών και της Κοινότητας στο σύνολό της.
5. Το άρθρο 132, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 183, σημείο 1, ΕΚ) ορίζει ότι τα κράτη μέλη εφαρμόζουν στις εμπορικές τους συναλλαγές με τις ΥΧΕ το καθεστώς που διέπει τις μεταξύ τους σχέσεις δυνάμει της Συνθήκης.
6. Το άρθρο 133, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 184, παράγραφος 1, ΕΚ) ορίζει ότι τα καταγόμενα από τις ΥΧΕ εμπορεύματα, κατά την εισαγωγή στα κράτη μέλη, ωφελούνται από την καθολική κατάργηση των δασμών, όπως αυτή επέρχεται σταδιακά μεταξύ των κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης.
7. Το άρθρο 134 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, άρθρο 185 ΕΚ) ορίζει ότι, αν κατα την εφαρμογή του άρθρου 133, παράγραφος 1, το ύψος των δασμών που ισχύουν κατά την εισαγωγή εντός χώρας ή εδάφους για τα εμπορεύματα που προέρχονται από τρίτη χώρα είναι ικανό να προκαλέσει εκτροπές του εμπορίου εις βάρος κράτους μέλους, το κράτος αυτό δύναται να ζητήσει από την Επιτροπή να προτείνει στα άλλα κράτη μέλη τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση της καταστάσεως αυτής.
8. Το Συμβούλιο θεσπίζει, σύμφωνα με το άρθρο 136 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 187 ΕΚ), τις διατάξεις για τους τρόπους εφαρμογής και τη διαδικασία για τη σύνδεση των ΥΧΕ με την Κοινότητα. Οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν, για τελευταία φορά, με την απόφαση 91/482/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα .
Η απόφαση ΥΧΕ
9. Κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ, τα προϊόντα καταγωγής των ΥΧΕ εισάγονται στην Κοινότητα άνευ δασμών και φόρων ισοδύναμου αποτελέσματος.
10. Δυνάμει του άρθρου 1 του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ, θεωρούνται καταγόμενα από ΥΧΕ τα προϊόντα που έχουν είτε εξ ολοκλήρου παραχθεί είτε επαρκώς μεταποιηθεί στις ΥΧΕ.
11. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ ορίζει ότι θεωρούνται ως εξ ολοκλήρου παραγόμενα στις ΥΧΕ «τα φυτικά προϊόντα που συγκομίζονται στο έδαφός τους».
12. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος παραρτήματος, οι μη καταγόμενες από ΥΧΕ ύλες θεωρούνται ως επαρκώς κατεργασμένες ή μεταποιημένες όταν το παραγόμενο προϊόν κατατάσσεται σε δασμολογική κλάση διαφορετική από εκείνη στην οποία υπάγονται όλες οι μη καταγόμενες από ΥΧΕ ύλες που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του.
13. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ περιέχει πίνακα κατεργασιών ή μεταποιήσεων που θεωρούνται ανεπαρκείς για να προσδώσουν την ιδιότητα προϊόντος καταγόμενου από τις ΥΧΕ.
14. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του εν λόγω παραρτήματος ορίζει ότι:
«Όταν προϊόντα εξ ολοκλήρου παραγόμενα στην Κοινότητα ή στα κράτη ΑΚΕ υφίστανται κατεργασίες ή μεταποιήσεις στις ΥΧΕ, θεωρούνται ότι έχουν εξ ολοκλήρου παραχθεί στις ΥΧΕ» (ο αποκαλούμενος κανόνας της «σωρεύσεως καταγωγών ΑΚΕ/ΥΧΕ»).
15. Σύμφωνα με το άρθρο 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ, αν η εφαρμογή της αποφάσεως προκαλεί σοβαρές διαταραχές σε τομέα οικονομικής δραστηριότητας της Κοινότητας ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών ή θέτει σε κίνδυνο την εξωτερική οικονομική τους σταθερότητα, ή αν ανακύπτουν δυσκολίες, οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν επιδείνωση ενός τομέα δραστηριοτήτων της Κοινότητας ή περιφέρειας αυτής, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει ή να επιτρέψει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα διασφαλίσεως. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή οφείλει να ακολουθήσει τη διαδικασία που καθορίζεται στο παράρτημα IV της αποφάσεως ΥΧΕ.
16. Σύμφωνα με το άρθρο 109, παράγραφος 2, της αποφάσεως ΥΧΕ, πρέπει να επιλέγονται κατά προτεραιότητα τα μέτρα που δημιουργούν τις ελάχιστες διαταραχές στη λειτουργία της συνδέσεως και της Κοινότητας, μέτρα που δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα απολύτως αναγκαία όρια για την αντιμετώπιση των δυσχερειών που ανακύπτουν.
17. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφοι 5 και 7, του παραρτήματος IV της αποφάσεως ΥΧΕ, κάθε κράτος μέλος μπορεί να παραπέμψει στο Συμβούλιο την απόφαση που έλαβε η Επιτροπή για τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημέρα της κοινοποιήσεως της αποφάσεως αυτής. Στην περίπτωση αυτή, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση εντός 21 εργάσιμων ημερών.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 21/97
18. Στις 8 Ιανουαρίου 1997, η Επιτροπή, ύστερα από αίτηση της Ιταλικής και της Ισπανικής Κυβερνήσεως, εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 21/97 για τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως στην εισαγωγή ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ .
19. Δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού 21/97, οι άνευ δασμών εισαγωγές ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ, το οποίο υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 1006, περιορίστηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου από 1ης Ιανουαρίου έως 30 Απριλίου 1997 στις εξής ποσότητες:
- 4 594 τόνοι ρυζιού καταγωγής Montserrat,
- 1 328 τόνοι ρυζιού καταγωγής των νήσων Turks και Caicos,
- 36 728 τόνοι ρυζιού καταγωγής άλλων ΥΧΕ. Η ποσότητα αυτή αφορά, κατά το μεγαλύτερο μέρος, τις Ολλανδικές Αντίλλες.
Ο κανονισμός 304/97
20. Ο επίδικος κανονισμός αντικαθιστά και καταργεί τον κανονισμό 21/97.
21. Εκδόθηκε από το Συμβούλιο ύστερα από προσφυγή που άσκησε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 5, του παραρτήματος IV της αποφάσεως ΥΧΕ. Με την προσφυγή, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ζήτησε την αύξηση της ποσοστώσεως για το Montserrat και για τις νήσους Turks και Caicos. Η Ολλανδική Κυβέρνηση ζήτησε και αυτή από το Συμβούλιο να λάβει νέα απόφαση.
22. Το Συμβούλιο δέχθηκε μόνον το αίτημα της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 304/97 ορίζει πράγματι ότι οι άνευ δασμών εισαγωγές προς την Κοινότητα ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ, το οποίο υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 1006, περιορίζονται κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου έως τις 30 Απριλίου 1997 στις εξής ποσότητες:
α) 8 000 τόνοι ρυζιού καταγωγής Montserrat και νήσων Turks και Caicos, εκ των οποίων:
- 4 594 καταγωγής Montserrat και
- 3 406 καταγωγής Montserrat ή νήσων Turks και Caicos
και
β) 36 728 τόνοι ρυζιού καταγωγής άλλων ΥΧΕ.
23. Σύμφωνα με το άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο, ο κανονισμός 304/97 εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου έως τις 30 Απριλίου 1997, πλην του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο α_, δεύτερη περίπτωση, που εφαρμόζεται από της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού, δηλαδή από την ημέρα της δημοσιεύσεώς του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
24. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών άσκησε, στις 17 Μαρτίου 1997, προσφυγή περί ακυρώσεως του κανονισμού 304/97.
25. αράλληλα, στις 27 Φεβρουαρίου 1997, η ARM προσέφυγε στο ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με αίτημα την ακύρωση του εν λόγω κανονισμού. Με διάταξη της 16ης Νοεμβρίου 1998, το ρωτοδικείο απεκδύθηκε της αρμοδιότητάς του για την υπόθεση αυτή υπέρ του Δικαστηρίου.
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά στις υποθέσεις C-110/97 και C-451/98
Η αγορά του ρυζιού εντός της Κοινότητας
26. Υπάρχουν τρεις κυρίως ποικιλίες ρυζιού: Το ρύζι σε στρογγυλούς κόκκους, το ρύζι σε ημίμακρους κόκκους (άλλως αποκαλούμενο japonica) και το ρύζι σε μακρείς κόκκους (άλλως αποκαλούμενο indica). Μόνον το ρύζι japonica και το ρύζι indica καταναλώνονται στην Κοινότητα.
27. Εντός της Κοινότητας, τα κράτη που παράγουν ρύζι είναι ιδίως η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία. Η καλλιεργούμενη ποικιλία ρυζιού είναι ιδίως το ρύζι japonica. Η παραγωγή αυτή είναι πλεονασματική. Αντιθέτως, η Κοινότητα δεν παράγει επαρκώς ρύζι indica ώστε να καλύπτει τις ανάγκες της. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η Κοινότητα παρότρυνε τους κοινοτικούς παραγωγούς να αναπτύξουν την καλλιέργεια του ρυζιού indica με τη χορήγηση μιας προσωρινής ενισχύσεως ανά εκτάριο.
28. Για να μπορούν να καταναλωθούν, οι διάφορες ποικιλίες ρυζιού πρέπει να υποστούν μεταποίηση. Υπάρχουν τέσσερα στάδια μεταποιήσεως. Σε κάθε στάδιο, η αξία του ρυζιού αυξάνεται. Το στάδιο μεταποιήσεως, συνεπώς, αναφέρεται πάντα μαζί με την τιμή ή με το δασμό που πλήττει το ρύζι.
29. Διακρίνονται, γενικώς, τέσσερα στάδια μεταποιήσεως:
- το ρύζι paddy: πρόκειται για το ρύζι όπως ακριβώς συγκομίζεται, ακόμη ακατάλληλο για την κατανάλωση·
- το ρύζι υπό την ονομασία brun : πρόκειται για το ρύζι του οποίου έχει αφαιρεθεί ο φλοιός, κατάλληλο για κατανάλωση, αλλά επιδεχόμενο ακόμη περαιτέρω μεταποίηση·
- το ημιλευκασμένο ρύζι : πρόκειται για το ρύζι από το οποίο έχει αφαιρεθεί μέρος του περικαρπίου. ρόκειται για ένα προϊόν ημιτελές, το οποίο πωλείται γενικώς προκειμένου να υποστεί περαιτέρω μεταποίηση και όχι να καταναλωθεί·
- το λευκασμένο ρύζι : πρόκειται για το ρύζι που έχει υποστεί πλήρη μεταποίηση, του οποίου ο φλοιός και το περικάρπιο έχουν αφαιρεθεί εντελώς.
30. Η Κοινότητα παράγει μόνο λευκασμένο ρύζι. Αντιθέτως, οι Ολλανδικές Αντίλλες παράγουν μόνο ημιλευκασμένο ρύζι. Το ημιλευκασμένο ρύζι που προέρχεται από τις Ολλανδικές Αντίλλες πρέπει επομένως να αποτελέσει αντικείμενο μιας τελικής μεταποιήσεως προκειμένου να καταναλωθεί εντός της Κοινότητας.
Οι δραστηριότητες της ARM στις Ολλανδικές Αντίλλες
31. Η ARM είναι μία εταιρία δικαίου των Ολλανδικών Αντιλλών, οι δραστηριότητες της οποίας συνίστανται στη μεταποίηση του ρυζιού στις Ολλανδικές Αντίλλες .
32. Κατά τη διάρκεια του 1992, η ARM ασχολήθηκε με τη μεταποίηση του ρυζιού brun από το Σουρινάμ και τη Γουιάνα σε ημιλευκασμένο ρύζι προκειμένου να το εξαγάγει προς την Κοινότητα .
33. Υπάρχουν περίπου έξι ή επτά επιχειρήσεις στις Ολλανδικές Αντίλλες που ασκούν δραστηριότητες μεταποιήσεως του ρυζιού brun σε ρύζι ημιλευκασμένο.
ΙΙΙ - Το παραδεκτό της προσφυγής που άσκησε η ARM στην υπόθεση C-451/98
34. Οι λόγοι ακυρώσεως και οι ισχυρισμοί της ARM στην υπόθεση C-451/98 προσομοιάζουν με τους της Ολλανδικής Κυβερνήσεως. Δεδομένου ότι η ARM έθεσε ζήτημα παραδεκτού της προσφυγής της, θα εξετάσω πρώτα το ζήτημα αυτό.
Επιχειρήματα των διαδίκων
35. Η Ολλανδική Κυβέρνηση και η ARM υποστηρίζουν ότι η δεύτερη πρέπει να θεωρηθεί «ενδιαφερόμενη επιχείρηση» κατά την έννοια της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, ειραϊκή-ατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής .
36. Συναφώς, η ARM ισχυρίζεται ότι, πριν την έκδοση του κανονισμού 304/97, συνήψε με πελάτες εγκατεστημένους εντός της Κοινότητας διάφορες συμβάσεις πωλήσεως ημιλευκασμένου ρυζιού και έπειτα αγόρασε αποφλοιωμένο ρύζι από το Σουρινάμ προκειμένου να εκτελέσει τις συμβάσεις αυτές. Ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω συμβάσεις δεν μπόρεσαν να εκτελεστούν λόγω της εκδόσεως του επίδικου κανονισμού.
Κατά την ARM και την Ολλανδική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο γνώριζε την ιδιαίτερη κατάσταση της προσφεύγουσας πριν από την έκδοση του επίδικου κανονισμού, δεδομένου ότι είχε ασκήσει παρέμβαση επί της προσφυγής που άσκησε η ARM κατά των μέτρων διασφαλίσεως που θεσπίστηκαν το 1993 . Το Συμβούλιο δεν μπορούσε συνεπώς να αγνοεί ότι η ARM ήταν μία από τις επιχειρήσεις που ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τη μεταποίηση του ρυζιού από τα κράτη της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (στο εξής: κράτη ΑΚΕ) προκειμένου να το εξαγάγει προς την Κοινότητα. Η ARM δηλώνει ότι, με τις από 3 και 24 Δεκεμβρίου 1996 επιστολές της, κατέστησε γνωστή στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο την ιδιαίτερη κατάστασή της και ότι δήλωσε ότι τα μέτρα διασφαλίσεως την αφορούσαν. Υποστηρίζει ότι η δραστηριότητά της αφορά εξ ολοκλήρου την εξαγωγή ρυζιού προς την Κοινότητα και ότι τα εν λόγω μέτρα διασφαλίσεως συνεπάγονται αναπόφευκτα την παύση των δραστηριοτήτων της. Επομένως, η ARM θεωρεί ότι τα μέτρα διασφαλίσεως την αφορούν ως εταιρία μεταποιήσεως ρυζιού. αρατηρεί ότι, όπως οι άλλες έξι επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στις Ολλανδικές Αντίλλες, προέβη σε σημαντικές επενδύσεις προκειμένου να αυξήσει την παραγωγική της ικανότητα. Το γεγονός αυτό τη διαφοροποιεί από άλλα εργοστάσια επεξεργασίας ρυζιού, επίσης εγκατεστημένα στις Ολλανδικές Αντίλλες.
37. Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Ισπανική, η Ιταλική και η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι ο κανονισμός 304/97 δεν αφορά ατομικά την προσφεύγουσα. Επισημαίνουν ότι, με την απόφαση ARM-1, το ρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε ρητώς επί του παραδεκτού της προσφυγής της ARM, διότι η προσφυγή είχε γίνει δεκτή βάσει του παραδεκτού ενός άλλου προσφεύγοντος διαδίκου. Καταλήγουν ότι αυτό προφανώς δεν σημαίνει ότι η ARM προσφεύγει απαραδέκτως, αλλά ότι δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο μέτρο την αφορά ατομικά. Επισημαίνουν ότι, εν προκειμένω, η ARM δεν απέδειξε επαρκώς ότι αποτελεί πράγματι «ενδιαφερόμενη επιχείρηση» κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου. Συναφώς, προβάλλουν τρία επιχειρήματα.
ρώτον, όσον αφορά τις συμβάσεις πωλήσεως του ημιλευκασμένου ρυζιού που συνάφθηκαν με πελάτες εγκατεστημένους εντός της Κοινότητας, παρατηρούν ότι οι δύο συμβάσεις που προσκόμισε η προσφεύγουσα συνάφθηκαν αφού η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι θα θέσπιζε μέτρα διασφαλίσεως. Τούτο αποδεικνύει ότι, κατά τον χρόνο συνάψεως των συμβάσεων, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να αγνοεί ότι τα μέτρα διασφαλίσεως μπορούσαν να επηρεάσουν την εκτέλεση των συμβάσεων.
Δεύτερον, ισχυρίζονται ότι από τα στοιχεία που προσκόμισε η ARM προκύπτει ότι η μη εκπλήρωση των ειλημμένων υποχρεώσεων έναντι των πελατών που ήταν εγκατεστημένοι εντός της Κοινότητας δεν οφείλεται στην εφαρμογή του επίδικου κανονισμού.
Τρίτον, αμφισβητούν ότι οι δραστηριότητες της προσφεύγουσας αφορούν εξ ολοκλήρου την εξαγωγή ρυζιού προς την Κοινότητα και ότι η θέσπιση των μέτρων διασφαλίσεως προκάλεσε αιφνιδίως την παύση των δραστηριοτήτων της. Υποστηρίζουν εξάλλου ότι οι επενδύσεις της προσφεύγουσας προκειμένου να αυξήσει την παραγωγική ικανότητα του εργοστασίου της επεξεργασίας ρυζιού είναι πολύ χαμηλές σε σχέση με την αξία των τελειωμένων προϊόντων.
Εκτίμηση
38. Κατά το άρθρο 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά.
39. Δεδομένου ότι ο επίδικος κανονισμός δεν είναι απόφαση που απευθύνεται στην ARM, κατά την έννοια του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, πρέπει να εξετασθεί αν αποτελεί πράξη γενικής ισχύος ή αν πρέπει να θεωρηθεί ως απόφαση με τη μορφή κανονισμού.
40. ροκειμένου να καθορισθεί η γενική ή μη γενική ισχύς μιας πράξεως, πρέπει να ερευνάται η φύση της καί ιδίως τα έννομα αποτελέσματα που σκοπεύει να παραγάγει ή που πράγματι παράγει .
41. Με τον κανονισμό 304/97, το Συμβούλιο θέσπισε κανονιστικά μέτρα εφαρμοζόμενα αδιακρίτως και γενικώς επί των επιχειρηματιών που εμπορεύονται ρύζι καταγωγής ΥΧΕ με την Κοινότητα. Ο επίδικος κανονισμός έχει, συνεπώς, ως αντικείμενο και ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των εισαγωγών εντός της Κοινότητας ρυζιού προερχομένου απ' όλες τις ΥΧΕ. Αντιθέτως, ο κανονισμός δεν περιέχει καμία διάταξη που να επιβάλλει στους παραγωγούς ρυζιού τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας των επιχειρήσεών τους.
42. Ο κανονισμός αυτός έχει, επομένως, από τη φύση του, γενική ισχύ και δεν αποτελεί απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 249 ΕΚ).
43. Δεν αποκλείεται, εντούτοις, μια πράξη, παρά τη γενική ισχύ της, να αφορά άμεσα και ατομικά ορισμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα . Επιβάλλεται, επομένως, να εξεταστεί αν η ARM πληροί τις δύο αυτές προϋποθέσεις.
44. Κατά πάγια νομολογία , το Δικαστήριο έχει πει ότι ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να υποστηρίξει ότι μια πράξη γενικής ισχύος ενός κοινοτικού οργάνου το αφορά ατομικά όταν η εν λόγω πράξη το θίγει λόγω ορισμένων ειδικών χαρακτηριστικών του ή μιας πραγματικής καταστάσεως που το χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Υπό την έννοια αυτή, η επιχείρηση θεωρείται ως «ενδιαφερόμενη επιχείρηση», δηλαδή αποδεικνύει ότι ανήκει σ' ένα στενό κύκλο επιχειρηματιών που πλήττονται ως προς τη νομική τους θέση λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και τους εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αποδέκτη .
45. Η ARM ισχυρίζεται ότι πληροί τις δύο προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
46. ρώτον, ισχυρίζεται ότι η δραστηριότητά της αφορά εξ ολοκλήρου την εξαγωγή ρυζιού προς την Κοινότητα. Καταλήγει ότι ο λόγος αυτός αποδεικνύει, από μόνος του, ότι ο επίδικος κανονισμός τη θίγει λόγω ορισμένων ειδικών χαρακτηριστικών της.
47. Δεδομένων των στοιχείων της δικογραφίας, αμφιβάλλω αν η ARM ασκεί αποκλειστικώς τη δραστηριότητά της στον τομέα της εμπορίας ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ προς την Κοινότητα . Εντούτοις, ακόμη κι αν έτσι συμβαίνει, η απλή ιδιότητα του εξαγωγέα εμπόρου ρυζιού προς την Κοινότητα, την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα, δεν αρκεί προκειμένου να της αναγνωριστεί μία ιδιαίτερη ιδιότητα που να την εξατομικεύει ως προς κάθε άλλη επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην ίδια αγορά .
48. Έτσι έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής. Στην υπόθεση αυτή, η εταιρία Plaumann ισχυρίστηκε ότι, ως εισαγωγέας κλιμεντίνων, έπρεπε να κηρυχθεί παραδεκτή η προσφυγή της περί ακυρώσεως μιας αποφάσεως της Επιτροπής που δεν επέτρεπε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να αναστείλει μερικώς τους δασμούς που έπλητταν τα «νωπά μανταρίνια και κλιμεντίνες» που εισάγονταν από τρίτες χώρες. Το Δικαστήριο αρνήθηκε να θεωρήσει ότι απλώς και μόνον η ιδιότητα αυτή μπορούσε να εξατομικεύσει την εταιρία Plaumann, ως εξής: «η επίδικη απόφαση αφορά την προσφεύγουσα επειδή εισάγει κλιμεντίνες, δηλαδή λόγω εμπορικής δραστηριότητας που μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να ασκηθεί από οποιονδήποτε, και δεν είναι συνεπώς κατάλληλη να τη χαρακτηρίσει σε σχέση με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ανάλογο προς αποδέκτη» .
49. Δεύτερον, η ARM επικαλείται μια πραγματική κατάσταση που την ξεχωρίζει από κάθε άλλο πρόσωπο δραστηριοποιούμενο στον ίδιο τομέα. Ισχυρίζεται ότι, πριν από την έκδοση του κανονισμού 304/97, είχε συνάψει διάφορες συμβάσεις πωλήσεως ημιλευκασμένου ρυζιού με πελάτες εγκατεστημένους εντός της Κοινότητας και είχε αγοράσει αποφλοιωμένο ρύζι από το Σουρινάμ προκειμένου να εκτελέσει τις συμβάσεις αυτές . Οι εν λόγω συμβάσεις δεν μπόρεσαν να εκτελεστούν λόγω της εφαρμογής του επιδίκου κανονισμού. Η πραγματική αυτή κατάσταση αποδεικνύει ότι ο εν λόγω κανονισμός την αφορά ατομικά κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.
50. Το γεγονός ότι η Επιτροπή, προκειμένου να λάβει μια απόφαση, υποχρεούται, δυνάμει ειδικών διατάξεων, να λάβει υπόψη τις αρνητικές συνέπειες που η απόφασή της μπορεί να έχει για την οικονομία ενός κράτους ή για τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, μπορεί να τις εξατομικεύσει, υπό τον όρον ότι αυτές αποδεικνύουν ότι βρίσκονται σε μια πραγματική κατάσταση που τις ξεχωρίζει από κάθε άλλη επιχείρηση . Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το άρθρο 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ περιέχει υποχρεώσεις τέτοιας φύσεως .
51. Στο πλαίσιο των μέτρων διασφαλίσεως που θέσπισε η Επιτροπή, βάσει του άρθρου 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ, ή το Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 1, παράγραφοι 5 και 7, του παραρτήματος IV της ίδιας αποφάσεως, οι συμβάσεις πωλήσεως μπορούν, αν πληρούνται ορισμένοι όροι, να εξατομικεύσουν μια επιχείρηση και να καταστήσουν δυνατό να θεωρηθεί ως «ενδιαφερόμενη επιχείρηση» υπό την έννοια της προαναφερθείσας αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση ειραϊκή-ατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής. Σύμφωνα με την απόφαση ειραϊκή-ατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, οι όροι αυτοί είναι οι εξής:
- οι συμβάσεις πωλήσεως με πελάτες εγκατεστημένους εντός της Κοινότητας πρέπει να έχουν συναφθεί πριν τη θέσπιση της πράξεως που επιβάλλει τα μέτρα διασφαλίσεως ·
- η εφαρμογή της επίδικης πράξεως πρέπει να είναι η αιτία της μη εκτελέσεως, μερικής ή ολικής, των εν λόγω συμβάσεων.
52. Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που προσκόμισε η ARM προκύπτει ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της, οι συμβάσεις που συνήψε με πελάτες εγκατεστημένους στην Κοινότητα, στην προκειμένη περίπτωση με Ολλανδούς, για την παράδοση 4 800 τόνων ημιλευκασμένου ρυζιού, συνάφθηκαν στις 17 Δεκεμβρίου 1996, δηλαδή αφού η Επιτροπή ανακοίνωσε στην Ολλανδική Κυβέρνηση την πρόθεσή της να θεσπίσει τα επίδικα μέτρα. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επίσης ότι, κατά την ημερομηνία αυτή, η ARM γνώριζε ότι η Επιτροπή επρόκειτο να θεσπίσει μέτρα διασφαλίσεως . Δεδομένου ότι αποφάσισε να συνάψει συμβάσεις αφού η Επιτροπή γνωστοποίησε ρητώς την πρόθεσή της να θεσπίσει μέτρα διασφαλίσεως, η ARM αβασίμως της προσάπτει ότι δεν έλαβε υπόψη της μια κατάσταση η οποία, εξ ορισμού, δεν υφίστατο καθ' ον χρόνο η Επιτροπή κατάρτιζε την απόφασή της.
53. Από τα στοιχεία που προσκόμισε η ARM προκύπτει επίσης ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της, οι συμβάσεις με πελάτες εγκατεστημένους στο Σουρινάμ για την παράδοση στην Bonaire 8 400 τόνων ρυζιού brun συνάφθηκαν στις 16 Αυγούστου 1996, δηλαδή πριν τις συμβάσεις που συνάφθηκαν με πελάτες από την Κοινότητα. Η ARM δεν μπορεί, επομένως, να ισχυρίζεται ότι οι συμβάσεις που συνήψε με τους πελάτες από το Σουρινάμ αποσκοπούσαν στο να της επιτρέψουν να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της έναντι των Ολλανδών πελατών της .
54. Τέλος, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η ARM επιβεβαίωσε ότι δεν ζήτησε πιστοποιητικά που πάντως θα της καθιστούσαν δυνατό να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της έναντι των πελατών της από την Κοινότητα. Για να δικαιολογήσει τη στάση της αυτή, υποστηρίζει ότι οι πελάτες της δεν το επιθυμούσαν λόγω του ύψους της εγγυήσεως για τα πιστοποιητικά εισαγωγής, το οποίο θεωρούσαν απαγορευτικό. Ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύει ότι η εκτέλεση των συμβάσεων δεν εμποδίστηκε από την εφαρμογή των μέτρων διασφαλίσεως του κανονισμού 304/97, δηλαδή από την ποσόστωση ημιλευκασμένου ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επομένως ότι κανένα φορτίο ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ δεν βρισκόταν καθ' οδόν προς την Κοινότητα κατά τον χρόνο εφαρμογής των επίδικων μέτρων.
55. Δεδομένων των διαφόρων αυτών στοιχείων, προκύπτει ότι η ARM δεν απέδειξε ότι ο επίδικος κανονισμός την έθιξε λόγω ορισμένων ειδικών χαρακτηριστικών της ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τη χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
56. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι ο επίδικος κανονισμός την αφορά ατομικά, δεν υπάρχει λόγος να εξεταστεί αν την αφορά άμεσα.
57. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ARM δεν μπορεί να θεωρηθεί «ενδιαφερόμενη επιχείρηση» κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου. Σας προτείνω, κατά συνέπεια, να κηρύξετε την προσφυγή της απαράδεκτη.
58. Επομένως, η εξέταση του βασίμου της προσφυγής της καθίσταται άνευ αντικειμένου.
IV - Λόγοι ακυρώσεως και ισχυρισμοί της Ολλανδικής Κυβερνήσεως στην υπόθεση C-110/97
59. Η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής της. Ο πρώτος λόγος αντλείται από την παράβαση του άρθρου 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ. Ο λόγος αυτός διαιρείται σε δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει κυρίως ότι το άρθρο 132 της Συνθήκης δεν επιτρέπει στο Συμβούλιο να θεσπίζει μέτρα διασφαλίσεως για λόγους σχετικούς με τις ποσότητες ρυζιού ή με το επίπεδο των τιμών του ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ. Με το δεύτερο σκέλος, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επικουρικώς ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε ότι η ποσότητα ή το επίπεδο των τιμών του ρυζιού που προέρχεται από τις ΥΧΕ διατάραξαν ή μπορούν να διαταράξουν σημαντικά την κοινοτική αγορά.
Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 109, παράγραφος 2, της αποφάσεως ΥΧΕ, διαιρείται σε τέσσερα σκέλη. Κατά το πρώτο σκέλος, το Συμβούλιο δεν τήρησε τη σειρά προτιμήσεως του καθεστώτος συνδέσεως ΕΚ/ΥΧΕ/ΑΚΕ/τρίτες χώρες που θεσπίζει η Συνθήκη, διότι ο επίδικος κανονισμός έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά το ρύζι ΥΧΕ ακριβότερο απο το ρύζι προελεύσεως τρίτων χωρών ή χωρών ΑΚΕ. Με το δεύτερο σκέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο παρέλειψε να εξετάσει αν τα θεσπισθέντα μέτρα διασφαλίσεως μπορούσαν να έχουν αρνητικά αποτελέσματα για την οικονομία των Ολλανδικών Αντιλλών και της Αρούμπα. Σύμφωνα με το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας επιλέγοντας, ως μέτρο διασφαλίσεως, τη δασμολογική ποσόστωση αντί της κατώτατης τιμής. Τέλος, με το τέταρτο σκέλος αυτού του λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι ο επίδικος κανονισμός αγνοεί το άρθρο 109, παράγραφος 2, της αποφάσεως ΥΧΕ, καθόσον το ύψος της εγγυήσεως που ζητείται από τους εισαγωγείς καθιστά ανεφάρμοστη τη νομοθεσία περί των συγκεκριμένων τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής στον τομέα του ρυζιού.
Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή ενήργησαν κατά κατάχρηση εξουσίας, καθόσον χρησιμοποίησαν την αρμοδιότητα που αντλούν από το άρθρο 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ για σκοπό διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο αυτή τους έχει παρασχεθεί.
Σύμφωνα με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η Ολλανδική Κυβέρνηση προσάπτει στο Συμβούλιο ότι αγνόησε τη διαδικασία αναθεωρήσεως των μέτρων διασφαλίσεως που προβλέπει το παράρτημα IV της αποφάσεως ΥΧΕ. Κατ' αυτήν, το Συμβούλιο δεν εξέτασε την κατάσταση της αγοράς ρυζιού αυτοτελώς, όταν αντικατέστησε τα μέτρα διασφαλίσεως της Επιτροπής.
Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι ο κανονισμός 304/97 δεν αιτιολογήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 253 ΕΚ).
V - Συζήτηση
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ
ρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα
60. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι από τις διατάξεις του άρθρου 132 της Συνθήκης προκύπτει ότι τα πλεονεκτήματα που παρέχονται στις ΥΧΕ στο πλαίσιο της σταδιακής πραγματώσεως της συνδέσεως δεν μπορούν να τεθούν σε κίνδυνο για λόγους αναγομένους στις ποσότητες ή στο ύψος των τιμών των προϊόντων που εισάγονται από τις ΥΧΕ.
61. Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι η απόφαση ΥΧΕ αποσκοπεί, κατά το άρθρο 131 της Συνθήκης, στην προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως των ΥΧΕ και στην εγκαθίδρυση στενών οικονομικών σχέσεων μεταξύ των χωρών αυτών και της Κοινότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 133 της Συνθήκης, η ολοκληρωτική κατάργηση των δασμών υπέρ των προϊόντων καταγωγής ΥΧΕ κατά την είσοδό τους στα κράτη μέλη αποτελεί ένα από τα μέσα που καθιστούν δυνατή την επίτευξη των προαναφερθέντων στόχων.
62. Κατά την προσφεύγουσα, η επίτευξη των στόχων αυτών προϋποθέτει ότι η ποσότητα ή οι τιμές των προϊόντων καταγωγής ΥΧΕ δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως. Αν γινόταν δεκτό ότι οι λόγοι αυτοί μπορούν να δικαιολογήσουν τη θέσπιση τέτοιων μέτρων, θα διακυβευόταν οριστικά η επίτευξη των στόχων του καθεστώτος ΥΧΕ, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται, σύμφωνα με το άρθρο 3, σημείο ρ_, της Συνθήκης, η αύξηση των εμπορικών συναλλαγών. Τα μέτρα διασφαλίσεως θα είχαν, συνεπώς, ως αποτέλεσμα την εκμηδένιση της φυσικής αναπτύξεως των εμπορικών συναλλαγών, η οποία αποτελεί τον σκοπό της Συνθήκης.
63. Η προσφεύγουσα δέχεται ότι η Κοινότητα μπορεί να θεσπίζει μέτρα διασφαλίσεως, αλλά μόνον όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 134 της Συνθήκης .
Εκτίμηση
64. Η ερμηνεία των άρθρων 131 έως 134 της Συνθήκης που προτείνει η Ολλανδική Κυβέρνηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο.
65. Με την απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2000, C-17/98, Emesa Sugar , το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι, «αν και στο πλαίσιο της δυναμικής και προοδευτικής διαδικασίας, με την οποία θα πραγματοποιηθεί η σύνδεση των ΥΧΕ με την Κοινότητα, απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη από το Συμβούλιο τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί χάρη στις προηγούμενες αποφάσεις του, εντούτοις [...] το Συμβούλιο, όταν θεσπίζει μέτρα βάσει του άρθρου 136, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνον τις αρχές που διακηρύσσονται στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης, αλλά και τις άλλες αρχές του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των αρχών που αφορούν την κοινή γεωργική πολιτική».
66. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, στο πλαίσιο της ασκήσεως των εξουσιών που αντλεί από το άρθρο 136 της Συνθήκης, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει, σε δύο περιπτώσεις , να περιορίσει ορισμένα από τα πλεονεκτήματα που χορηγήθηκαν στις ΥΧΕ .
67. ροκειμένου να συμφιλιώνει τους διαφορετικούς στόχους της Συνθήκης, το Συμβούλιο έχει την, εξαιρετική και προσωρινή, εξουσία να καταργεί ή να μειώνει τα πλεονεκτήματα που χορηγήθηκαν στις ΥΧΕ στο παρελθόν, όταν διαπιστώνονται σοβαρές διαταραχές στη λειτουργία της κοινής οργανώσεως της αγοράς, οι οποίες προκαλούνται από την εφαρμογή του καθεστώτος συνδέσεως των ΥΧΕ ή όταν υπάρχουν τέτοιου είδους κίνδυνοι .
68. Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης «το επιχείρημα ότι τα μέτρα διασφαλίσεως μπορούν να θεσπίζονται μόνον υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 134 της Συνθήκης [καθόσον] τα άρθρα 134 και 136, δεύτερο εδάφιο, επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς [...]» .
69. Επιβάλλεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η Ολλανδική Κυβέρνηση, το άρθρο 132 της Συνθήκης δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα πλεονεκτήματα που παραχωρούνται στις ΥΧΕ στο πλαίσιο της σταδιακής πραγματώσεως της συνδέσεως δεν μπορούν να τίθενται σε κίνδυνο για λόγους αναγόμενους στις ποσότητες ή στο ύψος των τιμών των προϊόντων που εισάγονται από τις ΥΧΕ. Ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως είναι αβάσιμο.
Δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα
70. Με το δεύτερο σκέλος, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει κατ' ουσίαν ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε ότι οι εισαγωγές ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ δύνανται, λόγω της ποσότητας και του ύψους των τιμών τους, να προκαλέσουν σοβαρές διαταραχές στην κοινοτική αγορά του ρυζιού.
71. Η Ολλανδική Κυβέρνηση, στηριζόμενη σε στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή , επιδιώκει να αποδείξει ότι οι εισαγόμενες ποσότητες ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ στην Κοινότητα δεν μπορούσαν να αποτελέσουν παράγοντα κινδύνου διαταραχής της κοινοτικής αγοράς, διότι η κοινοτική παραγωγή του ρυζιού indica για το 1995/1996 δεν επαρκούσε για να καλύψει τις ανάγκες. Συναφώς προβάλλει ότι, κατά την περίοδο αυτή, το έλλειμμα υπολογιζόταν σε 365 000 τόνους ισοδυνάμου λευκασμένου ρυζιού. Σύμφωνα, όμως, με τα στοιχεία που προσκόμισε η Ιταλική Κυβέρνηση και που χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο της αιτήσεως μέτρων διασφαλίσεως, οι εισαγωγές ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ ανήλθαν για την περίοδο 1995/1996 σε 212 087 τόνους ισοδυνάμου λευκασμένου ρυζιού. Η αντιπαράθεση των αριθμών αυτών αποδεικνύει εμφανώς ότι οι εισαγωγές ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ δεν επαρκούν για να καλύψουν τις κοινοτικές ανάγκες σε ρύζι indica. Η Ολλανδική Κυβέρνηση καταλήγει ότι το Συμβούλιο εσφαλμένως ισχυρίστηκε ότι η ποσότητα των εισαγωγών ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ απειλεί να διαταράξει την αγορά ή ότι οι εισαγωγές αυτές προκάλεσαν διαταραχές στην αγορά.
72. Η Ολλανδική Κυβέρνηση, στηριζόμενη σε στοιχεία που προέρχονται από το Weekly Rice Market News , ισχυρίζεται επίσης ότι η δήλωση, στο προοίμιο του κανονισμού 304/97, ότι το ρύζι καταγωγής ΥΧΕ μπορεί να προσφέρεται στην κοινοτική αγορά σε τιμή χαμηλότερη από εκείνη του κοινοτικού ρυζιού, λαμβανομένου υπόψη του συγκεκριμένου σταδίου μεταποιήσεως, προδήλως δεν ευσταθεί. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, δεδομένου ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί δεν προσφέρουν ημιλευκασμένο ρύζι, είναι απαραίτητη, προκειμένου να επιτραπεί η σύγκριση της τιμής πωλήσεως του κοινοτικού ρυζιού με αυτήν του ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ, η αναφορά στην τιμή του ρυζιού κατά το στάδιο της τελικής του μεταποιήσεως - δηλαδή το στάδιο του λευκασμένου ρυζιού - και όχι κατά το αρχικό στάδιο που αντιστοιχεί στο ρύζι paddy.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι το κοινοτικό ρύζι διατίθεται στο εμπόριο ως ρύζι paddy και ότι οι αγοραστές - οι μυλωνάδες που είναι συνήθως εγκατεστημένοι στα κράτη μέλη όπου καλλιεργείται το ρύζι paddy - μεταποιούν αυτό το κοινοτικό ρύζι paddy σε λευκασμένο ρύζι. Εντούτοις, η μεταποίηση του αποφλοιωμένου ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ σε ημιλευκασμένο ρύζι και η μεταποίηση, κατόπιν, εντός της Κοινότητας, αυτού του ημιλευκασμένου ρυζιού σε λευκασμένο ρύζι περιλαμβάνουν ένα επιπλέον στάδιο από πλευράς κόστους της μεταποιήσεως και περιλαμβάνουν επίσης το περιθώριο κέρδους του μεσολαβούντος μυλωνά. Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι μια συγκριτική έρευνα των τιμών του ιταλικού και του ισπανικού ρυζιού κατά το 1997 και της τιμής παρεμβάσεως για το ρύζι paddy αποδεικνύει ότι το κοινοτικό ρύζι paddy υπερέβη την τιμή παρεμβάσεως, ακόμα και κατά την περίοδο εφαρμογής των μέτρων διασφαλίσεως.
73. Η Ολλανδική Κυβέρνηση εκτιμά, τέλος, ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των εισαγωγών ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ και του κινδύνου διαταραχών στην κοινοτική αγορά του ρυζιού. Υποστηρίζει ότι οι τιμές στην παγκόσμια αγορά είναι αισθητά κατώτερες από αυτές του ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ. Συνεπώς, αυτό που επιδρά καθοριστικά στην κοινοτική αγορά είναι η άνευ εισαγωγικών δασμών εισαγωγή ρυζιού προερχομένου από τρίτες χώρες (μεταξύ άλλων, από Ηνωμένες ολιτείες της Αμερικής και Αίγυπτο). Εκτιμώντας ότι απέδειξε ότι, εξεταζόμενες χωριστά, ούτε η τιμή ούτε οι ποσότητες μπορούν να επιφέρουν διαταραχή ή κίνδυνο διαταραχής στην κοινοτική αγορά, η Ολλανδική Κυβέρνηση καταλήγει ότι τα δύο αυτά στοιχεία, συνδυαζόμενα, μπορούν ακόμη λιγότερο να επιφέρουν διαταραχή ή απειλή διαταραχής της αγοράς.
74. Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Ισπανική, η Γαλλική και η Ιταλική Κυβέρνηση αντικρούουν τους ισχυρισμούς της Ολλανδικής Κυβερνήσεως. Υποστηρίζουν κατ' ουσίαν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 109 της αποφάσεως ΥΧΕ, το Συμβούλιο απολαύει μεγάλης εξουσίας εκτιμήσεως και ότι, εν προκειμένω, μπόρεσε λογικά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το συνδυασμένο αποτέλεσμα των ποσοτήτων και του ύψους των τιμών των εν λόγω εισαγωγών προκαλούν διαταραχές στην κοινοτική αγορά του ρυζιού. Υποστηρίζουν ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα είναι αμφισβητήσιμα, διότι στηρίζονται σε αποσπασματικές αναλύσεις που δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσουν τη συνολική εκτίμηση στην οποία προέβη το Συμβούλιο. Το Συμβούλιο συγκεκριμένα διευκρίνισε ότι οι αριθμοί που προσκόμισε προέρχονται από στοιχεία της Eurostat (Στατιστικής Υπηρεσίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) .
75. Όσον αφορά τις εισαγόμενες ποσότητες από τις ΥΧΕ, η Ισπανική, η Γαλλική και η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλουν ότι οι εισαγωγές ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ τριπλασιάστηκαν κατά τις τρεις τελευταίες περιόδους εμπορίας και ότι αυτή η ιλιγγιώδης αύξηση, συνδυαζόμενη με το τεράστιο παραγωγικό δυναμικό των ΥΧΕ, ιδίως λόγω εφαρμογής του κανόνα της σωρεύσεως των καταγωγών ΑΚΕ/ΥΧΕ, υπήρξε καθοριστική για τη θέσπιση των μέτρων διασφαλίσεως.
Από τα στοιχεία που προσκόμισε το Συμβούλιο προκύπτει, συγκεκριμένα, ότι οι εισαγωγές ισοδυνάμου λευκασμένου ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ ανέρχονταν κατά τις περιόδους εμπορίας:
- 1992/1993 σε 77 221 τόνους·
- 1993/1994 σε 101 022 τόνους·
- 1994/1995 σε 108 394 τόνους·
- 1995/1996 σε 212 087 τόνους .
76. Όσον αφορά τις τιμές, η Επιτροπή και η Ισπανική, η Γαλλική και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι οι συγκρίσεις πρέπει να γίνουν κατά τρόπο ομοιόμορφο, δηλαδή ως προς το ημιλευκασμένο ή το αποφλοιωμένο ρύζι, διότι ο ανταγωνισμός μεταξύ ρυζιών διαφορετικής προελεύσεως λειτουργεί στο επίπεδο αυτό. Συνεπώς, το γεγονός ότι η μεταποίηση του ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ χρειάζεται ένα επιπλέον στάδιο είναι άνευ σημασίας.
77. Υποστηρίζουν ότι, από οικονομικής απόψεως, είναι σαφές ότι το επιπλέον αυτό στάδιο μεταποιήσεως δεν είναι απαραίτητο, διότι το ημιλευκασμένο ρύζι καταγωγής ΥΧΕ υφίσταται στα εργοστάσια επεξεργασίας ρυζιού της Κοινότητας την ίδια μεταποίηση με το αποφλοιωμένο ρύζι καταγωγής κοινοτικής ή τρίτων χωρών. Διαπιστώνουν ότι, με την απόφαση ARM-1, το ρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε προφανές σφάλμα εκτιμήσεως υπολογίζοντας τις τιμές κατά το στάδιο του ημιλευκασμένου ρυζιού.
78. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι μπορεί να αποδειχθεί πολύ εύκολα ότι το αισθητά χαμηλότερο επίπεδο των τιμών του ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ σε σχέση με τις τιμές στην κοινοτική αγορά προκάλεσε διαταραχές στην κοινοτική αγορά. Η συλλογιστική της Επιτροπής στηρίζεται στις διαπιστώσεις του ρωτοδικείου στην απόφαση ARM-1.
Με τη σκέψη 130 της αποφάσεως ARM-1, το ρωτοδικείο διευκρινίζει τα εξής: «Το ρωτοδικείο φρονεί ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε προφανή πλάνη εκτιμήσεως συγκρίνοντας τις τιμές των δύο πρώτων υλών κατά το εν λόγω στάδιο μεταποιήσεως [δηλαδή κατά το στάδιο του ημιλευκασμένου ρυζιού]. ράγματι, η επιλογή αυτή αποδεικνύει καταρχάς την επιμέλεια την οποία επέδειξε η Επιτροπή συγκρίνοντας τα δύο επίμαχα προϊόντα κατά το ίδιο στάδιο μεταποιήσεως. Στη συνέχεια, δεδομένου ότι το ρύζι Αντιλλών προσφερόταν στην κοινοτική αγορά στο στάδιο του ημιλευκασμένου ρυζιού, ευλόγως η Επιτροπή συνέκρινε τα δύο ανταγωνιστικά προϊόντα στο επίπεδο αυτό και, προς τον σκοπό αυτό, υπολόγισε μία θεωρητική τιμή του ημιλευκασμένου κοινοτικού ρυζιού. _Οσον αφορά τον υπολογισμό της τιμής, το ρωτοδικείο εκτιμά ότι οι προσφεύγουσες δεν κατόρθωσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ορθότητα των υπολογισμών που πρότεινε η Επιτροπή, δεδομένου ότι περιορίστηκαν να ισχυριστούν ότι τα έξοδα μεταποιήσεως και τα πρόσθετα έξοδα ήταν υπερβολικά υψηλά και να αμφισβητήσουν τον συντελεστή μετατροπής που χρησιμοποιήθηκε μεταξύ των διαφόρων σταδίων μεταποιήσεως χωρίς, όμως, να δικαιολογήσουν την άποψή τους [...]. Τέλος, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να προσάψουν στην Επιτροπή ότι υπολόγισε θεωρητική τιμή του κοινοτικού ημιλευκασμένου ρυζιού, εφόσον η σύγκριση την οποία προτείνουν οι ίδιες στηρίζεται επίσης στον υπολογισμό θεωρητικής τιμής, ήτοι στον υπολογισμό της τιμής του λευκασμένου ρυζιού που παράγεται από το ημιλευκασμένο ρύζι Αντιλλών [...].»
Το ρωτοδικείο, με τη σκέψη 131 της ίδιας αποφάσεως, καταλήγει ότι: «η Επιτροπή ορθώς διαπίστωσε την ύπαρξη αισθητής διαφοράς μεταξύ της τιμής του κοινοτικού ρυζιού και της τιμής του ρυζιού Αντιλλών, η οποία προκάλεσε ενδεχομένως τη μεγάλη πτώση της τιμής του κοινοτικού ρυζιού μεταξύ Σεπτεμβρίου 1992 και Ιανουαρίου 1993».
79. Κατά την Επιτροπή, από τους λόγους αυτούς προκύπτει ότι το ρωτοδικείο αναγνώρισε ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι το ρύζι Αντιλλών ήταν αισθητά φθηνότερο από το κοινοτικό ρύζι. Η πραγματική κατάσταση που κατέστησε δυνατό στο ρωτοδικείο να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό περιγράφεται στη σκέψη 124 της αποφάσεως ARM-1, η οποία διευκρινίζει ότι, κατά την επίδικη περίοδο, η κατώτατη τιμή του κοινοτικού ρυζιού paddy ήταν ανώτερη από αυτήν του ημιλευκασμένου ρυζιού Αντιλλών. Δεδομένου ότι το ρωτοδικείο δέχθηκε τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποίησε η Επιτροπή , η Επιτροπή προτείνει την εφαρμογή της εν προκειμένω. Επισημαίνει ότι τον Δεκέμβριο του 1996, η κατώτατη τιμή του κοινοτικού ρυζιού paddy αυξήθηκε κατά 8,5 % σε σχέση με το 1993 και ότι αυτή του ημιλευκασμένου ρυζιού Αντιλλών μειώθηκε κατά 11 % σε σχέση με το ίδιο έτος 1993.
80. Από τα ανωτέρω η Επιτροπή καταλήγει ότι το ρύζι Αντιλλών, που το 1993 ήταν ήδη φθηνότερο από το κοινοτικό ρύζι, φθήνυνε ακόμη περισσότερο το 1996, ενώ το κοινοτικό ρύζι, το οποίο, το 1993 ήταν ακριβότερο από το ρύζι Αντιλλών, ακρίβυνε περισσότερο το 1996. Η απόσταση μεταξύ των τιμών αυξήθηκε συνεπώς εις βάρος του κοινοτικού ρυζιού.
81. Τέλος, όσον αφορά τον αιτιώδη σύνδεσμο, το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Ισπανική, η Γαλλική και η Ιταλική Κυβέρνηση αντικρούουν ότι, στον τομέα εφαρμογής του άρθρου 109 της αποφάσεως ΥΧΕ, το Συμβούλιο απολαύει ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως και ότι, εν προκειμένω, μπόρεσε λογικά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το συνδυασμένο αποτέλεσμα των ποσοτήτων και του ύψους της τιμής των εν λόγω εισαγωγών προκαλούν διαταραχές στην κοινοτική αγορά ρυζιού. Αναφερόμενοι στην απόφαση ARM-1, παρατηρούν ότι το ρωτοδικείο έκρινε ότι, βάσει της σημαντικής μειώσεως της κοινοτικής τιμής, η οποία συνέπιπτε με τη σημαντική αύξηση των εισαγωγών ρυζιού Αντιλλών, η Επιτροπή δικαιολογημένα διαπίστωσε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ . Ισχυρίζονται ότι η αδικαιολόγητη αύξηση των εισαγωγών από τις Αντίλλες συνεπήχθη εκ νέου, το 1996, αιφνίδια πτώση της τιμής του κοινοτικού ρυζιού indica, η οποία ήταν κατώτερη της τιμής παρεμβάσεως και η οποία απαιτούσε επείγουσα πρωτοβουλία του Συμβουλίου προκειμένου να προστατευθεί η συνοχή της γεωργικής πολιτικής. Εκτιμούν ότι, προκειμένου να θεσπιστούν μέτρα διασφαλίσεως, αρκεί συνεπώς η ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων που να επιτρέπουν τη σκέψη ότι οι εισαγωγές από τις ΥΧΕ δημιουργούν ή δύνανται να δημιουργήσουν προβλήματα εντός της Κοινότητας και ότι η αναφορά στην έννοια του «αιτιώδους συνδέσμου» δημιουργεί μόνο σύγχυση.
82. Η Ισπανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η προσφεύγουσα, αντί να πραγματευθεί χωριστά τα θέματα της τιμής και της ποσότητας, έπρεπε να είχε ενδιαφερθεί για το ουσιαστικό στοιχείο, δηλαδή ότι το έσχατο έρεισμα για τα μέτρα διασφαλίσεως αποτελεί το συνδυασμένο αποτέλεσμα των εισαγομένων ποσοτήτων και του ύψους των τιμών.
Εκτίμηση
83. Το άρθρο 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ επιτρέπει στην Επιτροπή τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως σε δύο περιπτώσεις:
- αν η εφαρμογή της απόφασης ΥΧΕ προκαλεί σοβαρές διαταραχές σε τομέα οικονομικής δραστηριότητας της Κοινότητας ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών ή θέτει σε κίνδυνο την εξωτερική οικονομική τους σταθερότητα·
- αν δημιουργούνται δυσκολίες, οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν επιδείνωση σε τομέα δραστηριοτήτων της Κοινότητας ή περιφέρειας αυτής.
84. Στην πρώτη περίπτωση, «πρέπει να αποδεικνύεται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου διότι τα μέτρα διασφαλίσεως πρέπει να έχουν ως αντικείμενο την εξομάλυνση ή άμβλυνση των δυσχερειών που ανέκυψαν στον υπό εξέταση τομέα. Αντιθέτως, όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση, δεν απαιτείται οι δυσχέρειες που δικαιολογούν τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως να προκύπτουν από την εφαρμογή της αποφάσεως ΥΧΕ» .
85. Τα χαρακτηριστικά των δύο χωριστών περιπτώσεων που προβλέπει το άρθρο 109, παράγραφος 1, μπορούν να συνυπάρχουν στην ίδια πραγματική κατάσταση και, εντούτοις, να επιτρέπουν στην Επιτροπή τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως, σύμφωνα με την εξουσία που της παρέχει η απόφαση ΥΧΕ. Με την απόφαση στην υπόθεση ειραϊκή-ατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη κι αν τα κείμενα διαχωρίζουν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των δύο περιπτώσεων στις οποίες επιτρέπεται η Επιτροπή να θεσπίσει μέτρα διασφαλίσεως, αυτό δεν σημαίνει ότι «τα στοιχεία που αφορούν τη μία ή την άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές δεν μπορούν να ληφθούν γενικώς υπόψη προκειμένου να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δικαιολογείται η αίτηση λήψεως μέτρων διασφαλίσεως κράτους μέλους» .
86. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου , στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 109 της αποφάσεως ΥΧΕ, το Συμβούλιο απολαύει ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως.
87. ολύ πρόσφατα, το Δικαστήριο προσδιόρισε την έκταση του δικαιοδοτικού ελέγχου που μπορεί να ασκηθεί σε τέτοιες περιστάσεις ως εξής: «σε έναν τομέα όπου, όπως εν προκειμένω, τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, μόνον ο προδήλως απρόσφορος χαρακτήρας ενός μέτρου σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα του μέτρου αυτού. Ο περιορισμός του ελέγχου του Δικαστηρίου επιβάλλεται ιδιαιτέρως όταν το Συμβούλιο υποχρεούται να συμβιβάσει διιστάμενα συμφέροντα και, συνεπώς, να προβεί, κατά τη λήψη των πολιτικής φύσεως αποφάσεων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του, σε επιλογή μεταξύ διαφόρων εναλλακτικών λύσεων [...]» .
88. Η νομολογία αυτή προσεγγίζει αυτήν που ακολουθεί συστηματικά το Δικαστήριο οσάκις καλείται να ελέγξει τη νομιμότητα των πράξεων των κοινοτικών οργάνων, οι οποίες συνεπάγονται την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων . Σ' αυτήν την περίπτωση, το Δικαστήριο λαμβάνει ως δεδομένο ότι τα κοινοτικά όργανα απολαύουν ευρείας εξουσία εκτιμήσεως και ότι μόνον ο προδήλως απρόσφορος χαρακτήρας ενός μέτρου σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα του μέτρου .
89. Έτσι, ελέγχοντας τη νομιμότητα ασκήσεως αρμοδιότητας, η οποία απαιτεί από τα κοινοτικά όργανα περίπλοκη οικονομική εκτίμηση, ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να περιορίζεται στην επαλήθευση της απουσίας προδήλου σφάλματος στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, στην απουσία καταχρήσεως εξουσίας, στον έλεγχο της αιτιολογίας και στο υποστατό των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίζεται η βαλλόμενη επιλογή .
90. Εξάλλου, το Δικαστήριο τόνισε επίσης ότι η διακριτική ευχέρεια που απολαύουν τα κοινοτικά όργανα στην εκτίμηση μιας περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά στη φύση και την ισχύ των θεσπιστέων διατάξεων, αλλά επίσης, κατά ορισμένο μέτρο, στη διαπίστωση των βασικών στοιχείων, κυρίως υπό την έννοια ότι τα όργανα αυτά δύνανται να στηρίζονται, ανάλογα με την περίπτωση, σε συνολικές διαπιστώσεις .
91. Τέλος, κατά τον έλεγχο αυτόν, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τα στοιχεία που διέθετε το Συμβούλιο κατά τη θέσπιση των επίδικων μέτρων 5.
92. Τόσο από τα στοιχεία της δικογραφίας, από τις απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου και από την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όσο και από το προοίμιο του επίδικου κανονισμού προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη διάφορες παραμέτρους πριν καταλήξει στην ανάγκη θεσπίσεως μέτρων διασφαλίσεως.
93. Έτσι, όσον αφορά τις εισαχθείσες από τις ΥΧΕ ποσότητες ρυζιού, το Συμβούλιο εκτίμησε ότι οι εισαγωγές ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ αυξάνονταν σημαντικά και ταχύτατα βάσει των δεδομένων που του παρείχε η Eurostat, η οποία προβαίνει σε συνολικές αναλύσεις των οποίων η αξιοπιστία δεν αμφισβητείται από την Ολλανδική Κυβέρνηση.
94. Από την παρούσα δίκη προκύπτει επίσης ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι οι εισαγωγές ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ κατά την επίδικη περίοδο αυξήθηκαν σημαντικά, αλλά τονίζει ότι οι κοινοτικές ανάγκες σε ρύζι indica δεν ικανοποιούνται, παρά τη μαζική αυτή εισαγωγή ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ. Η Ολλανδική Κυβέρνηση συνάγει ότι τα μέτρα διασφαλίσεως κατά των ΥΧΕ δεν θα δικαιολογούνταν παρά μόνο στην περίπτωση μιας εσωτερικής πλεονασματικής παραγωγής ρυζιού indica.
95. Κατ' εμέ, η συμφωνία με τη συλλογιστική της Ολλανδικής Κυβερνήσεως συνεπάγεται, τρόπον τινά, το να της αναγνωριστεί το δικαίωμα να καθορίζει μόνη της την κοινή γεωργική πολιτική στον τομέα της αγοράς του ρυζιού indica και να αποφασίζει πώς και από ποια πηγή πρέπει να ικανοποιούνται οι σχετικές ανάγκες της Κοινότητας. Η Κοινότητα, όμως, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής στον τομέα του ρυζιού, αποφάσισε να ενθαρρύνει τους κοινοτικούς παραγωγούς να στραφούν προς την παραγωγή ρυζιού indica εγκαταλείποντας την παραγωγή ρυζιού japonica (πλεονασματική παραγωγή) . Θεωρώ ότι οι προσπάθειες αναδιαρθρώσεως του γεωργικού αυτού τομέα θα κινδύνευαν σοβαρά αν επιτρεπόταν στις ΥΧΕ να ικανοποιήσουν το σύνολο της κοινοτικής ζητήσεως σε ρύζι indica.
96. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως θεωρώντας ότι οι εισαγωγές ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ αυξήθηκαν σημαντικά και ότι η αύξηση αυτή επέβαλε τη θέσπιση επειγόντων μέτρων ελέγχου.
97. Όσον αφορά το ύψος των τιμών, οι αποκλίσεις μεταξύ των εκτιμήσεων της Ολλανδικής Κυβερνήσεως και αυτών του Συμβουλίου οφείλονται στις εκ διαμέτρου αντίθετες επιλογές τους ως προς το στάδιο μεταποιήσεως κατά το οποίο πρέπει να συγκρίνονται οι τιμές των πρώτων υλών και να επιλέγονται οι μέθοδοι υπολογισμού των τιμών, ιδίως όσον αφορά τον συντελεστή μετατροπής που πρέπει να χρησιμοποιείται μεταξύ διαφορετικών επιπέδων μεταποιήσεως.
98. Με την απόφαση ARM-1, το ρωτοδικείο ανέλυσε αυτές ακριβώς τις διαφορετικές μεθόδους υπολογισμού. Νομίζω ότι η συλλογιστική του ρωτοδικείου και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε μπορούν να εφαρμοσθούν και εν προκειμένω. ράγματι, η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε, όπως και ενώπιον του ρωτοδικείου στην υπόθεση ARM-1, να αποδείξει ότι η μέθοδος υπολογισμού την οποία εφάρμοσε το Συμβούλιο, προκειμένου να καθορίσει το ύψος των τιμών του ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ και του κοινοτικού ρυζιού, ήταν προδήλως εσφαλμένη. Δεν αμφισβητείται ότι οι μέθοδοι υπολογισμού των τιμών που πρότειναν το Συμβούλιο και η Ολλανδική Κυβέρνηση στηρίζονται σε μια θεωρητική τιμή .
99. Η Ολλανδική Κυβέρνηση, συνεπώς, δεν απέδειξε ούτε ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως κρίνοντας ότι υπάρχει σημαντική απόκλιση μεταξύ της τιμής του κοινοτικού ρυζιού και του ρυζιού Αντιλλών, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που διέθετε κατά τη θέσπιση των επίδικων μέτρων διασφαλίσεως.
100. Όσον αφορά τον αιτιώδη σύνδεσμο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την ύπαρξη σημαντικών διαταραχών στην εσωτερική αγορά του ρυζιού κατά την επίδικη περίοδο. Αναγνωρίζει ότι οι τιμές του κοινοτικού ρυζιού indica κατά την περίοδο αυτή δεν έπαυσαν να μειώνονται, παρά τον ελλειμματικό χαρακτήρα του τομέα και παρά τις βελτιωμένες συγκομιδές στην Ισπανία. Ισχυρίζεται, εντούτοις, ότι οι διαταραχές αυτές οφείλονται σε μαζικές εισαγωγές ρυζιού προερχομένου από τρίτες χώρες, ιδίως τις Ηνωμένες ολιτείες και την Αίγυπτο. Επί του σημείου αυτού, το Συμβούλιο τονίζει, χωρίς να αντικρούεται από την προσφεύγουσα, ότι καμία συμφωνία εφαρμογής κατά τον κανονισμό (ΕΚ) 1522/96 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1996, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχειρίσεως ορισμένων δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής ρυζιού και θραυσμάτων ρυζιού , δεν έχει ακόμη συναφθεί με τις Ηνωμένες ολιτείες, στις οποίες έχει χορηγηθεί σημαντικό μέρος των εν λόγω ποσοστώσεων. Για το μεγαλύτερο μέρος της, έτσι, η ποσότητα αυτή αποτελεί μόνο μία δυνατότητα ως προς την αγορά . Το Συμβούλιο διευκρινίζει επίσης ότι μόνον το ρύζι japonica καλλιεργείται στην Αίγυπτο. Το στοιχείο αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεως.
101. Κατά συνέπεια, η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι οι σοβαρές διαταραχές που διαπίστωσε το Συμβούλιο στην αγορά του ρυζιού οφείλονται στη μαζική εισαγωγή ρυζιού προερχομένου από τρίτες χώρες.
102. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Συμβούλιο, υποχρεωμένο να εφαρμόζει ανταγωνιστικές μεταξύ τους πολιτικές βάσει των διατάξεων των άρθρων 131 επ. της Συνθήκης, αφενός, και των άρθρων 40 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 34 επ. ΕΚ), αφετέρου, εκτίμησε θεμιτώς, δεδομένης της ανισορροπίας που υπάρχει ήδη στην εσωτερική αγορά μεταξύ της συνεχούς αυξήσεως των εισαγωγών ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ και της μειώσεως των τιμών του ρυζιού ΥΧΕ, ότι:
- λόγω του συνδυασμένου αποτελέσματος της ποσότητας και του ύψους των τιμών, το ρύζι καταγωγής ΥΧΕ ήταν η αιτία των διαταραχών στην κοινοτική αγορά ρυζιού·
- αν δεν θεσπίζονταν μέτρα διασφαλίσεως, η κατάσταση δεν μπορούσε παρά να επιδεινωθεί.
103. Δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, σας προτείνω να κρίνετε το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως αβάσιμο.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 109, παράγραφος 2, της αποφάσεως ΥΧΕ
104. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος διαιρείται σε τέσσερα διαφορετικά σκέλη, η Ολλανδική Κυβέρνηση προσάπτει στο Συμβούλιο ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 109, παράγραφος 2, της αποφάσεως ΥΧΕ. Η διάταξη αυτή ορίζει - το υπενθυμίζω - ότι «πρέπει κατά προτεραιότητα να επιλεγούν τα μέτρα που δημιουργούν τις ελάχιστες διαταραχές στη λειτουργία της συνδέσεως και της Κοινότητας. Τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα απολύτως αναγκαία όρια για την αντιμετώπιση των δυσχερειών που προκύπτουν.»
105. Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα μέτρα διασφαλίσεως που θέσπισε το Συμβούλιο εν προκειμένω:
- παραβιάζουν τη σειρά προτιμήσεως ΕΚ/ΥΧΕ/ΑΚΕ/τρίτα κράτη (πρώτο σκέλος)·
- έχουν αρνητικές συνέπειες στην οικονομία των Ολλανδικών Αντιλλών και της Αρούμπα (δεύτερο σκέλος)·
- είναι απρόσφορα για τον επιδιωκόμενο σκοπό καθόσον η θέσπιση μιας κατώτατης τιμής θα ήταν καταλληλότερη (τρίτο σκέλος)·
- είναι υπερβολικά επαχθή και προδήλως δυσανάλογα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό (τέταρτο σκέλος).
106. Η Ολλανδική Κυβέρνηση επιδιώκει, συνεπώς, να αποδείξει ότι τα μέτρα διασφαλίσεως που προβλέπει ο κανονισμός 304/97 είναι προδήλως απρόσφορα για τον σκοπό που επιδιώκει ο κοινοτικός νομοθέτης, ότι δεν είναι απαραίτητα προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός και ότι η προσφυγή σε λιγότερο επαχθή μέτρα ήταν δυνατή.
107. Τα διαφορετικά αυτά επιχειρήματα αντιστοιχούν στην επίκληση της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του καταλλήλου και του αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η οικεία ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, οσάκις υφίσταται επιλογή μεταξύ πλειόνων καταλλήλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και ότι τα προξενούμενα μειονεκτήματα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς .
ρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα
108. Με το πρώτο αυτό σκέλος, η Ολλανδική Κυβέρνηση προσάπτει στο Συμβούλιο ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας καθόσον τα μέτρα διασφαλίσεως που θεσπίστηκαν βάσει του κανονισμού 304/97 είχαν ως αποτέλεσμα να θέσουν τις ΥΧΕ σε δυσμενέστερη θέση απ' ό,τι τα κράτη ΑΚΕ και τις τρίτες χώρες. Επέτρεψαν σ' αυτές τις χώρες να εισάγουν στην Κοινότητα ποσότητες ρυζιού μεγαλύτερες από αυτές που επιτρέπονταν για τις ΥΧΕ. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, συνεπώς, ότι το Συμβούλιο δεν τήρησε τη σειρά προτιμήσεως ΕΚ/ΥΧΕ/ΑΚΕ/τρίτες χώρες που προβλέπει το ειδικό καθεστώς συνδέσεως του τέταρτου μέρους της Συνθήκης .
109. Η Ολλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου 1997, τα μέτρα διασφαλίσεως που θέσπισε ο κανονισμός 304/97 είχαν ως συνέπεια να περιορίσουν την άνευ δασμών εισαγωγή αποφλοιωμένου ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ σε 44 728 τόνους, ενώ παράλληλα η εφαρμογή του κανονισμού 1522/96 επέτρεπε την άνευ δασμών εισαγωγή στην Κοινότητα 69 488 τόνων ισοδυνάμου αποφλοιωμένου ρυζιού προελεύσεως τρίτων χωρών .
110. Η προσφεύγουσα καταλήγει ότι το Συμβούλιο με τον τρόπο αυτό έθεσε τις ΥΧΕ σε μειονεκτική οικονομική θέση ως προς τις τρίτες χώρες.
111. Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση αντικρούουν τους ισχυρισμούς αυτούς.
Εκτίμηση
112. Λαμβανομένων υπόψη των αρχών που προαναφέρθηκαν , το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει κυρώσεις στο Συμβούλιο επειδή αυτό δεν σεβάστηκε τη σειρά προτιμήσεως ΕΚ/ΥΧΕ/ΑΚΕ/τρίτες χώρες, αλλά μόνον αν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως. Αυτό θα συνέβαινε αν, σύμφωνα με τα στοιχεία που διέθετε κατά τη θέσπιση των μέτρων διασφαλίσεως, προέκυπτε προφανώς ότι η εφαρμογή των κανονισμών 304/97 και 1522/96 θα κατέληγε αναπόφευκτα στο να θέσει τα κράτη ΑΚΕ και τις τρίτες χώρες σε θέση αναμφισβήτητα πιο ανταγωνιστική από αυτήν των ΥΧΕ.
113. Από τα προσκομισθέντα στοιχεία προκύπτει ότι, όταν το Συμβούλιο θέσπισε τα επίδικα μέτρα διασφαλίσεως, ο κανονισμός 1522/96 που επιτρέπει στα τρίτα κράτη να εξάγουν προς την Κοινότητα, άνευ εισαγωγικών δασμών, ρύζι indica δικής τους προελεύσεως δεν ετύγχανε, κατά μεγάλο μέρος, εφαρμογής. Συγκεκριμένα, καμία συμφωνία εφαρμογής βάσει του κανονισμού αυτού δεν είχε συναφθεί με τις Ηνωμένες ολιτείες . Το κράτος αυτό, όμως, διαθέτει ένα σημαντικό μέρος των ποσοστώσεων. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1522/96 ορίζει ότι, όσον αφορά τις ποσότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του εν λόγω κανονισμού - δηλαδή 63 000 τόνους ρύζι του κωδικού ΣΟ 1006 30 άνευ δασμών -, οι Ηνωμένες ολιτείες διαθέτουν 38 721 τόνους. Επιπλέον, λόγω του προσωρινού χαρακτήρα των επίδικων μέτρων διασφαλίσεως, τα οποία είναι εφαρμοστέα μόνο για τέσσερις μήνες, το Συμβούλιο θεμιτώς θεώρησε ότι οι εισαγωγές ρυζιού από τρίτες χώρες άνευ δασμών δεν μπορούσαν εύκολα να ανταγωνιστούν το ρύζι καταγωγής ΥΧΕ.
Επιβάλλεται επίσης να τονιστεί ότι, επί των εναπομενόντων 24 279 τόνων, τα τρίτα κράτη δεν μπορούν να εκμεταλλευθούν το ευνοϊκό καθεστώς του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του κανονισμού 1522/96, κατά την επίδικη περίοδο παρά μόνο μέχρι ποσότητας 19 000 τόνων .
114. Επιπλέον, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, αντιθέτως προς τις εισαγωγές από τις ΥΧΕ, οι εισαγωγές από τρίτες χώρες και κράτη ΑΚΕ πλήττονται κατά κανόνα με δασμούς. Εξάλλου, οι χώρες αυτές, αντιθέτως προς τις ΥΧΕ, ουδέποτε ωφελούνται από τον κανόνα της σωρεύσεως των καταγωγών, γεγονός που δεν τους επιτρέπει να αυξήσουν τεχνητώς την παραγωγική τους ικανότητα.
115. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εφαρμογή του κανονισμού 304/97 δεν έθεσε τελικά τα κράτη ΑΚΕ και τις τρίτες χώρες σε θέση εμφανώς ανταγωνιστικότερη από αυτήν των ΥΧΕ.
Δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα
116. Η Ολλανδική Κυβέρνηση προσάπτει στο Συμβούλιο ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά την έκδοση του κανονισμού 304/97, τις επιπτώσεις των μέτρων διασφαλίσεως στην οικονομία και την ανάπτυξη των Ολλανδικών Αντιλλών και της Αρούμπα.
117. Συναφώς, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η εφαρμογή της προϋποθέσεως αυτής χρειάζεται πραγματική συνεννόηση μεταξύ κοινοτικών οργάνων και των κρατών που θίγονται από τα θεσπιζόμενα μέτρα. Η συνάντηση, όμως, που οργανώθηκε με την Επιτροπή κατά τον Δεκέμβριο του 1997 ήταν απολύτως τυπική, καθόσον αυτή είχε ήδη αποφασίσει επί της αναγκαιότητας της λήψεως των μέτρων διασφαλίσεως.
118. Αυτός ο τρόπος δράσεως παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Οι επιχειρήσεις που, κατά τη θέσπιση των εν λόγω μέτρων, είχαν φορτία με ρύζι καταγωγής ΥΧΕ καθ'οδόν προς την Κοινότητα «προδόθηκαν».
119. Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση αντικρούουν τους ισχυρισμούς αυτούς.
Εκτίμηση
120. Θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί της Ολλανδικής Κυβερνήσεως είναι αβάσιμοι.
121. Η προσφεύγουσα δεν προσκομίζει, εν προκειμένω, καμία απόδειξη στηρίζουσα τον ισχυρισμό της ότι η Επιτροπή οργάνωσε συναντήσεις κατά τον Δεκέμβριο του 1996 σχετικές με την αναγκαιότητα θεσπίσεως μέτρων διασφαλίσεως, ενώ η απόφασή της ήταν προειλημμένη.
122. Επίσης, η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η κατάσταση στις Ολλανδικές Αντίλλες δεν ερευνήθηκε σοβαρά ως προς τις επιπτώσεις που μπορούσαν να έχουν τα μέτρα διασφαλίσεως στην οικονομία τους.
123. Όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι, κατά πάγια νομολογία, δεν δικαιολογούνται οι επιχειρηματίες να τρέφουν εμπιστοσύνη προς διατήρηση μιας υφιστάμενης καταστάσεως η οποία μπορεί να μεταβληθεί με αποφάσεις που τα όργανα εκδίδουν εντός των ορίων της εξουσίας εκτιμήσεώς τους .
124. Το Δικαστήριο, εντούτοις, έκρινε ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν μπορεί, χωρίς να παραβιάσει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, να θεσπίσει μέτρα που στερούν από έναν επιχειρηματία νόμιμα δικαιώματα, παρά μόνο για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος . Η διαπίστωση της παραβιάσεως της αρχής αυτής συντρέχει ιδίως όταν τα επίδικα μέτρα έχουν αναδρομικά αποτελέσματα .
125. Από τα σημεία 53 έως 55 των προτάσεών μου προκύπτει ότι αυτό δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση.
126. Το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως είναι, συνεπώς, αβάσιμο.
Τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα
127. Με το τρίτο σκέλος, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα μέτρα διασφαλίσεως που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 304/97 είναι ακατάλληλα για τον σκοπό που επιδιώκει ο κοινοτικός νομοθέτης. Η επιλογή κατώτατης τιμής θα ήταν προσφορότερη. Συγκεκριμένα, θα επέτρεπε την επίτευξη ενός διπλού στόχου - δηλαδή να αποφευχθεί η υπερπαραγωγή ρυζιού Αντιλλών και να καλυφθεί το έλλειμμα παραγωγής ρυζιού indica εντός της κοινοτικής αγοράς. Η Επιτροπή είχε, άλλωστε, επιλέξει τέτοιο μέτρο το 1993.
128. Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Ισπανική, η Γαλλική και η Ιταλική Κυβέρνηση αντικρούουν τους ισχυρισμούς αυτούς.
Εκτίμηση
129. Λαμβανομένων υπόψη των αρχών που προαναφέρθηκαν , η αιτίαση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή παρά μόνον αν αποδειχθεί ότι το επίδικο μέτρο δεν μπορούσε να εκπληρώσει τον επιδιωκόμενο σκοπό, ότι δεν ήταν απαραίτητο και ότι ήταν δυνατή η προσφυγή σε άλλα μέσα λιγότερο επαχθή, αλλά εξίσου αποτελεσματικά.
130. Ο κανονισμός 304/97 αφορά τον περιορισμό των άνευ δασμών εισαγωγών του ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ του κωδικού ΣΟ 1006. Δεν έχει ούτε ως αποτέλεσμα ούτε ως στόχο την απαγόρευση των εισαγωγών αυτών των προϊόντων καθ' υπέρβαση της ποσοστώσεως, άπαξ οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες καταβάλλουν τους απαιτητούς δασμούς . Επιβάλλεται επίσης η υπενθύμιση ότι ο επίδικος κανονισμός εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ. Επομένως, πρέπει να τηρεί τις αρχές και τους σκοπούς που θέτει η απόφαση αυτή.
131. Οι στόχοι της αποφάσεως ΥΧΕ είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης, η προώθηση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ ΥΧΕ και της Κοινότητας, η σταδιακή κατάργηση των εισαγωγικών δασμών μεταξύ ΥΧΕ και Κοινότητας και η προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως των ΥΧΕ.
132. Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, τα επίδικα μέτρα διασφαλίσεως σχετικά με τη θέσπιση δασμολογικών ποσοστώσεων είναι κατάλληλα για τον σκοπό που επιδιώκει ο κοινοτικός νομοθέτης, όπως τον ορίζουν ο κανονισμός 304/97 και η απόφαση ΥΧΕ.
133. Κατ' εφαρμογή των μέτρων αυτών, επιτρέπεται στις Ολλανδικές Αντίλλες να εισάγουν στην Κοινότητα ορισμένη ποσότητα ρυζιού indica άνευ δασμών, αφενός, και πρόσθετη ποσότητα κατόπιν καταβολής των απαιτητών δασμών, αφετέρου.
134. Ουδαμώς αποδεικνύεται ότι η επιβολή κατώτατης τιμής θα συνεπαγόταν λιγότερες διαταραχές για την οικονομία των ΥΧΕ και θα ήταν εξίσου αποτελεσματική για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει ο κοινοτικός νομοθέτης. Επί πλέον, στην απόφαση ARM-1, το βαλλόμενο μέτρο διασφαλίσεως συνίστατο συγκεκριμένα στην επιβολή κατώτατης τιμής. Οι επιχειρηματίες, όμως, που ήταν εγκατεστημένοι στις Ολλανδικές Αντίλλες προσήψαν στα μέτρα αυτού του είδους ότι καθιστούσαν το ρύζι Αντιλλών ακριβότερο στην κοινοτική αγορά από το ρύζι προελεύσεως τρίτων χωρών ή των χωρών ΑΚΕ . Συνεπώς, ζήτησαν από το ρωτοδικείο να βεβαιώσει ότι το μέτρο υπερέβαινε τα απολύτως αναγκαία όρια για την αντιμετώπιση των δυσχερειών που είχαν διαπιστωθεί στην κοινοτική αγορά του ρυζιού. Το ρωτοδικείο δικαίωσε τις προσφεύγουσες επ' αυτού .
135. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως είναι αβάσιμο.
Τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα
136. Με το τέταρτο σκέλος, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το ύψος της εγγυήσεως που ζητείται από τους εισαγωγείς καθιστά ανεφάρμοστη τη νομοθεσία περί των ειδικών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής στον τομέα του ρυζιού .
137. ρος υποστήριξη της αιτιάσεως αυτής, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το ποσό της ζητουμένης εγγυήσεως είναι δυσανάλογο προς τον σκοπό που επιδιώκει η απόφαση ΥΧΕ. Εκτιμά, συγκεκριμένα, ότι είναι απολύτως αφύσικο το ποσό της εγγυήσεως για τις εισαγωγές από τις ΥΧΕ να είναι ίσο με τους δασμούς που πλήττουν τις τρίτες χώρες.
138. Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση αντικρούουν τους ισχυρισμούς αυτούς.
Εκτίμηση
139. Σκοπός του επίδικου μέτρου είναι η αποφυγή κερδοσκοπικών συμπεριφορών. Στοχεύει στην αποτροπή των επιχειρηματιών που δεν έχουν την πραγματική πρόθεση να εισάγουν στην Κοινότητα ρύζι καταγωγής ΥΧΕ από το να ζητήσουν πιστοποιητικά εισαγωγής. Συγκεκριμένα, ελλείψει εγγυήσεως για τα πιστοποιητικά εισαγωγής, μεγάλος αριθμός επιχειρηματιών θα ζητούσε την έκδοση των πιστοποιητικών αυτών για να έχουν απλώς τη δυνατότητα ασκήσεως του δικαιώματος αυτού.
Δεδομένης της περιορισμένης ποσότητας ρυζιού που μπορεί να εισαχθεί άνευ δασμών, τέτοια κερδοσκοπική συμπεριφορά θα είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει τη δυνατότητα εισαγωγής ρυζιού από τους επιχειρηματίες που πράγματι επιθυμούν να το πράξουν. Ελλείψει μέτρων αυτού του είδους, η ποσόστωση θα εξαντλούνταν ταχύτατα χωρίς να υπάρχει η βεβαιότητα ότι τα πιστοποιητικά θα χορηγούνταν στους επιχειρηματίες που πράγματι θα τα χρησιμοποιούσαν. Η εγγύηση αυτή που συνοδεύει τη χορήγηση του πιστοποιητικού εισαγωγής αποσκοπεί στο να επιτρέψει στους οικείους επιχειρηματίες να αποκτήσουν ευκολότερα μέρος της ποσοστώσεως.
140. Εξάλλου, ένα τέτοιο μέτρο δεν στερεί από τους επιχειρηματίες που επιθυμούν σοβαρά να ασκήσουν την οικονομική δραστηριότητα της εμπορίας ρυζιού με την Κοινότητα τη δυνατότητα να το πράξουν. Μπορούν πράγματι να καταβάλουν το ποσό της εγγυήσεως προκειμένου να αποκτήσουν πιστοποιητικά εισαγωγής. Η εγγύηση αυτή θα τους επιστραφεί όταν προσκομίσουν την απόδειξη περατώσεως της πράξεως.
141. Επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το επίδικο μέτρο είναι απαραίτητο και κατάλληλο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
142. Τέλος, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν προτείνει κανένα μηχανισμό δυνάμενο να πραγματοποιήσει τους προαναφερθέντες στόχους. Συνάγεται επομένως ότι η αρχή του πρόσφορου και του απαραίτητου χαρακτήρα της επικρινομένης διατάξεως δεν αμφισβητείται από την Ολλανδική Κυβέρνηση. Ως προς την αιτίαση ότι το ποσό της εγγυήσεως είναι ιδιαιτέρως υψηλό, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν αποδεικνύει ότι ένα χαμηλότερο ποσό θα ήταν εξίσου αποτελεσματικό. Δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.
143. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι το Συμβούλιο, θεσπίζοντας το επίδικο μέτρο, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Σας προτείνω, συνεπώς, να κρίνετε τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως αβάσιμο.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την κατάχρηση εξουσίας
Επιχείρημα
144. Η Ολλανδική Κυβέρνηση προσάπτει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή ότι έκαναν χρήση της εξουσίας που αντλούν από το άρθρο 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ για σκοπό διαφορετικό από αυτόν για τον οποίον θεσπίστηκε το άρθρο.
145. Εκτιμά ότι το άρθρο 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ δεν παρέχει στον κοινοτικό νομοθέτη το δικαίωμα να σταματήσει ή να μειώσει ουσιαστικά τις εισαγωγές ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ. Μόνον η τροποποίηση της αποφάσεως ΥΧΕ, σύμφωνα με την οριζόμενη διαδικασία - δηλαδή τον κανόνα της ομοφωνίας στο Συμβούλιο -, θα μπορούσε να επιτρέψει στον κοινοτικό νομοθέτη να επιτύχει το στόχο αυτό.
Εκτίμηση
146. Μία πράξη έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας όταν εμφανίζεται, βάσει αντικειμενικών, λυσιτελών και συνεκτικών ενδείξεων, ότι εκδόθηκε με αποκλειστικούς ή, τουλάχιστον, πρωταρχικούς σκοπούς διαφορετικούς από αυτούς που επικαλείται το καθού όργανο ή με σκοπό την καταστρατήγηση μιας διαδικασίας που προβλέπει ειδικά η Συνθήκη για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων .
Τέλος, αυτός ο λόγος ακυρώσεως καθιστά δυνατή μόνον την προσβολή των πράξεων των οποίων ο συντάκτης κινήθηκε με παράνομο κίνητρο ή με τις οποίες καταστρατήγησε μια ειδικά επιτασσόμενη διαδικασία, εκτός αν οι πράξεις αυτές στηρίζονται σε αντικειμενικές σκέψεις ή θεσπίζονται κατά την άσκηση δέσμιας αρμοδιότητας .
147. Αυτός ο λόγος ακυρότητας, συνεπώς, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει παρά μόνον αν αποδειχθεί ότι ο επίδικος κανονισμός δεν εκδόθηκε για να αντιμετωπισθούν οι διαταραχές που διαπιστώθηκαν στην κοινοτική αγορά του ρυζιού, αλλά για άλλο σκοπό, ή ότι το άρθρο 109 της αποφάσεως ΥΧΕ δεν παρέχει στο Συμβούλιο το δικαίωμα να αναστέλλει ή να μειώνει τις εισαγωγές προϊόντων καταγωγής ΥΧΕ για λόγους που οφείλονται στις διαπιστούμενες ή πιθανές διαταραχές εντός της εσωτερικής αγοράς, τις συνδεόμενες με τις εισαγωγές ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ προς την Κοινότητα.
148. Δεν αμφισβητείται ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι ο επίδικος κανονισμός εκδόθηκε για λόγους διαφορετικούς από την αντιμετώπιση των διαταραχών που διαπιστώθηκαν στην κοινοτική αγορά του ρυζιού ή για να αποφευχθούν σοβαρότερες διαταραχές από τις ήδη υπάρχουσες . Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο επίδικος κανονισμός εκδόθηκε για να επιτευχθεί ο σκοπός του κοινοτικού νομοθέτη.
149. Όσον αφορά την επιλογή της διαδικασίας του άρθρου 109 της αποφάσεως ΥΧΕ, εξέθεσα ήδη, κατά την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ότι το άρθρο αυτό επιτρέπει στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο να θεσπίζουν μέτρα διασφαλίσεως, όπως δασμολογικές ποσοστώσεις, τα οποία καθιστούν δυνατή την ουσιώδη μείωση των εισαγωγών ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ. Δεν μπορεί, συνεπώς, να προσαφθεί εγκύρως στο Συμβούλιο ότι έκανε χρήση του δικαιώματος αυτού και ότι, έτσι, καταστρατήγησε τη διαδικασία.
150. Σας προτείνω συνεπώς να κρίνετε τον τρίτο λόγο ακυρώσεως αβάσιμο.
Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την παράβαση της διαδικασίας αναθεωρήσεως των μέτρων διασφαλίσεως του παραρτήματος IV της αποφάσεως ΥΧΕ
Επιχειρήματα
151. ρώτον, με τον λόγο αυτό, η Ολλανδική Κυβέρνηση προσάπτει στο Συμβούλιο ότι, όταν αποφάσισε να καταργήσει τα μέτρα που είχε θεσπίσει η Επιτροπή στο πλαίσιο του κανονισμού 21/97 και να τα αντικαταστήσει με τα μέτρα που προβλέπει ο κανονισμός 304/97, δεν εξέτασε αυτοτελώς τις συνθήκες στην αγορά ρυζιού.
152. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η φύση της διαδικασίας αναθεωρήσεως του παραρτήματος IV προϋποθέτει ότι το Συμβούλιο, όταν αποφασίζει να λάβει απόφαση διαφορετική από αυτήν που έλαβε προηγουμένως η Επιτροπή, κινείται ανεξάρτητα από τις διαπιστώσεις της Επιτροπής· δεν μπορεί, ιδίως, να αναφέρεται σ' αυτές.
153. Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο δεν έδρασε αυτόνομα, αλλά περιορίστηκε σε μια μερική εκτίμηση της νομιμότητας του μέτρου στηριζόμενο στους ισχυρισμούς της Επιτροπής ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 109 της αποφάσεως ΥΧΕ.
154. Δεύτερον, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας τα μέτρα διασφαλίσεως του κανονισμού 21/97, παρέβη τις διατάξεις του παραρτήματος IV της αποφάσεως ΥΧΕ, δεδομένου ότι τα εν λόγω μέτρα δεν ήταν εφαρμοστέα παρά μόνον από 1ης Ιανουαρίου 1997.
155. Σύμφωνα με την Ολλανδική Κυβέρνηση, το άρθρο 1, παράγραφος 4, του παραρτήματος IV της αποφάσεως ΥΧΕ ορίζει ότι η απόφαση «εφαρμόζεται αμέσως» και δεν έχει αναδρομική ισχύ.
156. Το Συμβούλιο δεν αντιμετώπισε το ασυμβίβαστο που διαπιστώνεται στο σημείο αυτό μεταξύ του κανονισμού 21/97 και του παραρτήματος IV της αποφάσεως ΥΧΕ.
157. Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση αντικρούουν τους ισχυρισμούς αυτούς.
Εκτίμηση
158. Επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι, κατά την άσκηση των εξουσιών που το άρθρο 109 της αποφάσεως ΥΧΕ παρέχει στα κοινοτικά όργανα, αυτά διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως . Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις για την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών παρά μόνον αν προκύπτει προδήλως ότι οι θεσπισθείσες πράξεις είναι απρόσφορες για τον σκοπό που επιδιώκει ο κοινοτικός νομοθέτης, ή αν διαπιστωθεί πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών ή σφάλμα σχετικό με την ακρίβειά τους .
159. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου ακυρώσεως, δεν συμφωνώ με την ανάλυση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ότι το Συμβούλιο, όταν επιλαμβάνεται θέματος με βάση τη διαδικασία αναθεωρήσεως του παραρτήματος IV της αποφάσεως ΥΧΕ, οφείλει να το «ερευνήσει αυτοτελώς», υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να αναφερθεί στον φάκελο βάσει του οποίου η Επιτροπή αποφάσισε να θεσπίσει τα μέτρα διασφαλίσεως.
160. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναθεωρήσεως, η αποστολή του Συμβουλίου συνίσταται στην επανεξέταση, δηλαδή, όπως δηλώνει ο όρος, στην επαλήθευση του αν τα μέτρα που είχαν θεσπιστεί προηγουμένως δεν έχουν καταστεί απρόσφορα. Είναι, συνεπώς, απολύτως λογικό, θεμιτό και χρήσιμο για το Συμβούλιο να λαμβάνει υπόψη του τα στοιχεία που δικαιολόγησαν τη θέσπιση των μέτρων διασφαλίσεως από την Επιτροπή.
161. Εξάλλου, όσον αφορά το επιχείρημα ότι το Συμβούλιο περιορίστηκε στην παρουσίαση της οικονομικής καταστάσεως που έκανε η Επιτροπή, δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν αποδεικνύει τους ισχυρισμούς αυτούς.
162. Τέλος, είναι αδικαιολόγητος ο ισχυρισμός ότι το Συμβούλιο δεν προέβη σε πραγματική επανεξέταση της αποφάσεως της Επιτροπής, ενώ προέβη στην αναθεώρηση της αποφάσεώς της.
163. Το επιχείρημα ότι το Συμβούλιο δεν τήρησε το άρθρο 1, παράγραφος 4, του παραρτήματος IV της αποφάσεως ΥΧΕ, που του επιβάλλει τη θέσπιση μέτρων που «[εφαρμόζονται] αμέσως» και «δεν [έχουν] αναδρομική ισχύ» δεν είναι λυσιτελές. Από το κείμενο του άρθρου 8, δεύτερο εδάφιο, του επίδικου κανονισμού προκύπτει ρητώς ότι το Συμβούλιο φρόντισε ώστε να νέα μέτρα που θεσπίστηκαν μετά τη διαδικασία αναθεωρήσεως να εφαρμοστούν αμέσως, χωρίς αναδρομική ισχύ.
164. Εξάλλου, το εξέτασα ήδη , κανένα στοιχείο, εν προκειμένω, δεν στηρίζει τον ισχυρισμό ότι οι συμβάσεις πωλήσεως εκτελούνταν όταν η Επιτροπή και το Συμβούλιο αποφάσισαν να εκδώσουν τον κανονισμό 21/97 και τον επίδικο κανονισμό.
165. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την παράβαση της διαδικασίας αναθεωρήσεως του παραρτήματος IV της αποφάσεως ΥΧΕ είναι αβάσιμος.
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης
Επιχειρήματα
166. Η Ολλανδική Κυβέρνηση προσάπτει στο Συμβούλιο ότι περιορίστηκε να αναπαραγάγει σχεδόν αυτολεξεί την αιτιολογία που συνήθως προβάλλουν τα κοινοτικά όργανα όταν αποφασίζουν να θεσπίσουν μέτρα διασφαλίσεως βάσει του άρθρου 109 της αποφάσεως ΥΧΕ.
167. Ισχυρίζεται ότι ο επίδικος κανονισμός δεν περιέχει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο ούτε καμία διευκρίνιση επί των κριτηρίων και των στοιχείων που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο προκειμένου να αιτιολογήσει το βάσιμο των μέτρων που θέσπισε εν προκειμένω. Έτσι, με την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 304/97, το Συμβούλιο περιορίστηκε να ισχυριστεί ότι το ρύζι καταγωγής ΥΧΕ προσφέρεται στην κοινοτική αγορά σε τιμή σαφώς κατώτερη από αυτήν του κοινοτικού ρυζιού, δεδομένου του σταδίου μεταποιήσεως, χωρίς να υποδείξει ποιο είναι το στάδιο μεταποιήσεως που χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να υπολογιστούν οι τιμές ή να προσδιορίσει ποιο ήταν το ύψος των τιμών που προέκυψαν από τον υπολογισμό αυτόν.
168. Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση αντικρούουν τους ισχυρισμούς αυτούς.
Εκτίμηση
169. Κατά πάγια νομολογία , το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξαρτάται από τη φύση της επίδικης πράξεως και, ιδίως, προκειμένου για πράξεις γενικής ισχύος, η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται στην εμφάνιση της εν γένει καταστάσεως που οδήγησε στη θέσπιση του μέτρου και των γενικών σκοπών που αυτό επιδιώκει .
170. Ομοίως, το Δικαστήριο επανειλημμένως έκρινε ότι η αιτιολογία πρέπει να αποτυπώνει σαφώς και απεριφράστως τη συλλογιστική της κοινοτικής αρχής, εκδότη της πράξεως, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη θέσπιση του μέτρου και το Δικαστήριο να είναι σε θέση να ασκεί τον έλεγχό του .
171. Επί πλέον, κατά πάγια νομολογία , «δεν μπορεί να απαιτείται να διευκρινίζονται λεπτομερώς με την αιτιολογία τα διάφορα πραγματικά και νομικά στοιχεία που αποτελούν το αντικείμενό της, εφόσον η πράξη αυτή εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο του συστήματος του οποίου αποτελεί μέρος [...]» .
172. Με τούτο, το Δικαστήριο θέλει να υποδείξει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η επίδικη πράξη αποτελεί μέρος σειράς κανονισμών και ότι εντάσσεται στο σύνολο αυτό. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο εκτιμά ότι ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να περιοριστεί στην παραπομπή σε άλλους κανονισμούς και στην αιτιολογία τους προκειμένου να εξηγήσει τους λόγους που τον οδήγησαν να θεσπίσει το επίδικο μέτρο.
173. Δεδομένου ότι τα μέτρα που εντάσσονται σ' ένα σύνολο είναι συχνά τεχνικές διατάξεις που απευθύνονται σε επαγγελματίες, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η αιτιολογία που παρέχεται κατ' αυτόν τον τρόπο - «διά παραπομπής» σε προγενέστερους κανονισμούς - μπορεί να είναι κάλλιστα κατανοητή στους αποδέκτες .
174. Τέλος, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι στους τομείς στους οποίους ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την επιλογή των αναγκαίων μέσων για την υλοποίηση μιας περίπλοκης πολιτικής, αρκεί η αμφισβητούμενη πράξη να αποκαλύπτει το ουσιώδες του επιδιωκόμενου από το κοινοτικό όργανο σκοπού. Στην περίπτωση αυτή, θα ήταν υπερβολικό να απαιτηθεί ειδική αιτιολογία για καθεμία από τις τεχνικές επιλογές στις οποίες προέβη .
175. Έτσι, σε παρεμφερή υπόθεση , το Δικαστήριο εξέθεσε τις συνέπειες των αρχών αυτών διευκρινίζοντας ότι, στο πλαίσιο της θεσπίσεως μέτρων για την εφαρμογή της κοινής εμπορικής πολιτικής , «εναπόκειται στο Συμβούλιο να εκτιμά αν, σε συνάρτηση με τα αποτελέσματα της εφαρμογής της θεσπιζομένης κανονιστικής ρυθμίσεως, πρέπει να τροποποιήσει συναφώς ορισμένα στοιχεία. Επομένως, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η [προσφεύγουσα] κυβέρνηση, το Συμβούλιο δεν υποχρεούνταν να αναφέρει στην αιτιολογία την αλλαγή των συνθηκών που είχαν οδηγήσει στον καθορισμό της πρώτης ποσοστώσεως» . Το Δικαστήριο υπογράμμισε επίσης ότι «το Συμβούλιο, αφού εξέθεσε τους επιδιωκόμενους στόχους, δεν υποχρεούνταν να δικαιολογήσει τις πραγματοποιηθείσες τεχνικής φύσεως επιλογές και ιδίως τη σημασία της αυξήσεως της επίδικης ποσοστώσεως» .
176. Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι ο επίδικος κανονισμός είναι πράξη γενικής ισχύος και ότι εντάσσεται σε σειρά κανονισμών που έχουν εκδώσει τα κοινοτικά όργανα προκειμένου να εφαρμόσουν και να συμφιλιώσουν δύο περίπλοκες πολιτικές, αυτήν της κοινής γεωργικής πολιτικής για την αγορά του ρυζιού και αυτήν της οικονομικής πολιτικής που καταρτίζεται στο πλαίσιο του καθεστώτος συνδέσεως με τις ΥΧΕ.
177. Εξάλλου, η αιτιολογία του επίδικου κανονισμού προσδιορίζει τη γενική κατάσταση που οδήγησε στην έκδοσή του.
Έτσι, η πρώτη αιτιολογική σκέψη διαλαμβάνει ότι η Ιταλική και η Ισπανική Κυβέρνηση προκάλεσαν τη θέσπιση των μέτρων διασφαλίσεως. Γίνεται αναφορά στις επιστολές τους, το περιεχόμενο των οποίων βεβαίως δεν αποκαλύπτεται, αλλά δεν αμφισβητείται ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση μπορούσε να λάβει γνώση αυτού, δηλαδή να έχει πρόσβαση στις αιτιάσεις και στα στοιχεία επί των οποίων οι κυβερνήσεις στηρίχτηκαν για να τις διατυπώσουν. Εξάλλου, διευκρινίζεται ότι, λόγω του συνδυασμένου αποτελέσματος των τιμών και των ποσοτήτων που προσέφεραν οι ΥΧΕ, το ρύζι καταγωγής ΥΧΕ προκαλεί διαταραχές στην κοινοτική αγορά ρυζιού . Επιπλέον, εξηγείται ότι η κοινοτική αγορά ρυζιού χαρακτηρίζεται ως ευαίσθητη λόγω της ξηρασίας κατά τις περιόδους εμπορίας 1994/1995 και 1995/1996 και της ελλειμματικής παραγωγής ρυζιού indica .
178. Η αιτιολογία του επίδικου κανονισμού εξηγεί επίσης τους γενικούς στόχους που αυτός επιδιώκει.
Συγκεκριμένα, εκτίθεται ότι οι διαταραχές που παρατηρούνται στην κοινοτική αγορά του ρυζιού indica, οι οποίες προκαλούνται από εισαγωγές ρυζιού καταγωγής ΥΧΕ, μπορούν να καταστρέψουν τις προσπάθειες του κοινοτικού νομοθέτη, οι οποίες συνίστανται στην παρότρυνση των κοινοτικών παραγωγών, μέσω της χορηγήσεως προσωρινών ενισχύσεων ανά εκτάριο, να παράγουν ρύζι indica και ότι προσήκει, συνεπώς, να θεσπιστούν μέτρα διασφαλίσεως προκειμένου να αποφευχθεί η επιδείνωση της καταστάσεως και η αποτυχία των προσπαθειών αναδιαρθρώσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής στον τομέα του ρυζιού.
179. Επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο εξέθεσε με σαφή και αδιαμφισβήτητο τρόπο τη συλλογιστική που ακολούθησε για να εκδώσει τον επίδικο κανονισμό.
180. Επομένως, ο τελευταίος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
181. Για τους προαναφερθέντες λόγους προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει τα εξής:
1) Στην υπόθεση C-110/97
- απορρίπτει την προσφυγή·
- το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα καθώς και τα έξοδα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως·
- το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική και η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
2) Στην υπόθεση C-451/98
- απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
- η Antillean Rice Mills NV φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και τα έξοδα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως·
- το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική και η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy