Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1997, το tribunal de grande instance de Dijon (Γαλλία) υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αποκλείει ο κανονισμός 2081/92, της 14ης Ιουλίου 1992, από της ενάρξεως ισχύος του, κάθε εναπομένουσα αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά την τροποποίηση προϋφισταμένης ονομασίας προελεύσεως;
2) Αποτελούν οι ενδείξεις που παρατίθενται υπό μορφή παραπομπών στο κάτω μέρος της σελίδας του παραρτήματος του κανονισμού 1107/96, της 12ης Ιουνίου 1996, περιοριστική απαρίθμηση των τμημάτων των αποτελουμένων από πολλές λέξεις ονομασιών, οι οποίες αποκλείονται της προστασίας;»
2 Προτού εκθέσω τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, πρέπει να παραθέσω εν τάχει τη σχετική κοινοτική νομοθεσία.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2081/92 (1) «καθορίζει τους κανόνες περί προστασίας των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων των προοριζομένων για ανθρώπινη κατανάλωση γεωργικών προϋόντων» (2). Η προβλεπομένη από τον κανονισμό προστασία εξαρτάται από την καταχώρηση της σχετικής ονομασίας στο «Μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων». Η καταχώρηση αυτή πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που ορίζει ο ίδιος κανονισμός (3). Η αίτηση απευθύνεται στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται η οικεία γεωγραφική περιοχή (4), το οποίο ελέγχει αν η αίτηση είναι αιτιολογημένη και τη διαβιβάζει στην Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της προβαίνει σε κατά τους τύπους εξέταση προκειμένου να βεβαιωθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του κανονισμού για την καταχώρηση. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του κανονισμού, η Επιτροπή δημοσιεύει την αίτηση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων. Αν δεν υποβληθεί ένσταση από τυχόν έχοντες αντίθετα έννομα συμφέροντα, η Επιτροπή καταχωρεί την ονομασία στο προαναφερθέν μητρώο.
Σύμφωνα με το άρθρο 4, «για να δικαιούται προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης (ΠΟΠ) ή προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης (ΠΓΕ) ένα γεωργικό προϋόν ή ένα τρόφιμο, πρέπει να ανταποκρίνεται σε προδιαγραφές», οι οποίες πρέπει να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, «το όνομα του γεωργικού προϋόντος ή του τροφίμου, καθώς και την ονομασία προέλευσης ή τη γεωγραφική ένδειξη» (5).
Για τυχόν τροποποίηση των προδιαγραφών προβλέπεται στη συνέχεια ειδική διαδικασία. Σύμφωνα με το άρθρο 9, «το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει την τροποποίηση των προδιαγραφών ιδίως για να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων ή για να γίνει νέα γεωγραφική οριοθέτηση της περιοχής. Η διαδικασία του άρθρου 6 εφαρμόζεται mutatis mutandis. Ωστόσο, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 15, να μην εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 6, όταν πρόκειται για ήσσονος σημασίας τροποποίηση».
Το πεδίο της παρεχόμενης στις καταχωρηθείσες ονομασίες προστασίας ορίζεται στο άρθρο 13, σύμφωνα με το οποίο:
«1. Οι καταχωρημένες ονομασίες προέλευσης προστατεύονται από:
α) οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση εμπορική χρήση μιας καταχωρημένης ονομασίας για προϋόντα που δεν καλύπτονται από την καταχώρηση, εφόσον τα προϋοντα αυτά είναι συγκρίσιμα με τα προϋόντα που έχουν καταχωρηθεί με την ονομασία αυτή ή εφόσον η χρήση αυτή αποτελεί εκμετάλλευση της φήμης της προστατευόμενης ονομασίας·
β) κάθε αντιποίηση, απομίμηση ή υπανιγμό, ακόμη και αν αναφέρεται η πραγματική καταγωγή του προϋόντος ή εάν η προστατευόμενη ονομασία χρησιμοποιείται σε μετάφραση ή συνοδεύεται από εκφράσεις όπως: "είδος", "τύπος", "μέθοδος", "τρόπος", "απομίμηση" ή παρόμοιες·
γ) οποιαδήποτε άλλη ψευδή ή απατηλή ένδειξη τόσον όσον αφορά την προέλευση, την καταγωγή, τη φύση ή τις ουσιαστικές ιδιότητες του προϋόντος, αναγραφόμενη στη συσκευασία ή το περιτύλιγμα, στο διαφημιστικό υλικό ή σε έγγραφα που αφορούν το συγκεκριμένο προϋόν, καθώς και τη χρησιμοποίηση για τη συσκευασία του προϋόντος δοχείου που μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένη εντύπωση ως προς την καταγωγή του·
δ) οποιαδήποτε άλλη πρακτική ικανή να παραπλανήσει το κοινό όσον αφορά την πραγματική καταγωγή του προϋόντος.
Όταν μια καταχωρημένη ονομασία περιέχει την ονομασία ενός γεωργικού προϋόντος ή τροφίμου που θεωρείται κοινή, η χρήση αυτής της κοινής ονομασίας για το συγκεκριμένο γεωργικό προϋόν ή τρόφιμο δεν θεωρείται ότι αντιτίθεται στα στοιχεία αα ή ββ του πρώτου εδαφίου.»
Το άρθρο 17 καθορίζει την αποκαλούμενη «απλοποιημένη» διαδικασία για την καταχώρηση των ήδη υφισταμένων ονομασιών. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι:
«1. Εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή ποιες από τις νομίμως προστατευόμενες ονομασίες τους ή, στα κράτη μέλη που δεν υπάρχει σύστημα προστασίας, ποιες από τις ονομασίες που έχουν καθιερωθεί με τη χρήση επιθυμούν να καταχωρήσουν δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
2. Η Επιτροπή καταχωρεί, με τη διαδικασία του άρθρου 15, τις ονομασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 οι οποίες συμφωνούν με τα άρθρα 2 και 4. Το άρθρο 7 δεν εφαρμόζεται. Ωστόσο, οι κοινές ονομασίες δεν καταχωρούνται.
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν την εθνική προστασία των ονομασιών που ανακοινώνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 μέχρι την ημερομηνία που θα ληφθεί απόφαση για την καταχώρηση.»
Ο κανονισμός 2081/92 τέθηκε σε ισχύ στις 26 Ιουλίου 1993 και στη συνέχεια τροποποιήθηκε μερικώς με τον κανονισμό (ΕΚ) 535/97 (6).
3 Οι εθνικές διατάξεις που αφορούν την παρούσα υπόθεση μπορούν να περιγραφούν ως ακολούθως. Με διάταγμα της 14ης Μαου 1991, οι γαλλικές αρχές καθιέρωσαν την ονομασία «Ιpoisses de Bourgogne», ορίζοντας τα χαρακτηριστικά των προϋόντων στα οποία μπορεί να αναγράφεται η ονομασία αυτή. Η Γαλλική Κυβέρνηση ζήτησε την καταχώρηση της ονομασίας «Ιpoisses de Bourgogne» σύμφωνα με την απλοποιημένη διαδικασία του άρθρου 17 του κανονισμού 2081/92· η Επιτροπή, από την πλευρά της, προέβη στην καταχώρησή της στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) 1107/96 (7). Με διάταγμα της 14ης Απριλίου 1995, οι γαλλικές αρχές τροποποίησαν ωστόσο το προηγούμενο διάταγμα του 1991: σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία η προστατευόμενη ονομασία δεν είναι πλέον «Ιpoisses de Bourgogne» αλλά «Ιpoisses».
Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης εντάσσονται στο προπαρατεθέν νομοθετικό πλαίσιο. Οι Chiciak και Fol είναι Γάλλοι τυροκόμοι, οι οποίοι διώκονται ποινικώς διότι έθεσαν σε προϋόντα, τα οποία στη συνέχεια διέθεσαν στο εμπόριο, την ετικέτα με την ονομασία «Ιpoisses», χωρίς όμως τα προϋόντα αυτά να πληρούν όλες τις απαιτούμενες από το διάταγμα του 1995 προδιαγραφές ώστε να δικαιολογούν την ονομασία αυτή. Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι κατηγορούμενοι επικαλέστηκαν τον παράνομο χαρακτήρα του προμνησθέντος διατάγματος του 1995. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, από της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 2081/92, τα κράτη μέλη δεν είναι πλέον αρμόδια να τροποποιούν ονομασία καταχωρηθείσα σύμφωνα με τον κανονισμό αυτόν: η σχετική αρμοδιότητα ανήκει αποκλειστικά στην Επιτροπή. Επομένως, ο Γάλλος νομοθέτης δεν μπορούσε να τροποποιήσει την ονομασία «Ιpoisses de Bourgogne», η οποία καθιερώθηκε με το διάταγμα του 1991 και καταχωρήθηκε σε κοινοτικό επίπεδο, με τη διαφορετική ονομασία «Ιpoisses», η οποία προβλέπεται στο διάταγμα του 1995.
Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι η λύση της διαφοράς απαιτεί την προηγούμενη ερμηνεία των διατάξεων της προπαρατεθείσας κοινοτικής νομοθεσίας και γι' αυτό υπέβαλε τα προδικαστικά ερωτήματα επί των οποίων καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο.
4 Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν το Δικαστήριο αν ένα κράτος μέλος είναι ή όχι αρμόδιο να τροποποιήσει ονομασία προελεύσεως της οποίας την καταχώρηση σύμφωνα με τον κανονισμό 2081/92 ζήτησε και επέτυχε το ίδιο κράτος μέλος.
Η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι υφίσταται τέτοια αρμοδιότητα. Σπεύδω να πω ότι δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Κατά τη γνώμη μου, τα ουσιώδη στοιχεία για τη λύση της διαφοράς παρέχονται από το ίδιο το αιτούν δικαστήριο με τη διάταξη περί παραπομπής. Το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός αναγνωρίζει στην Επιτροπή κεντρικό ρόλο στη διαδικασία καταχωρήσεως, ενώ τα κράτη μέλη περιορίζονται, ούτως ειπείν, απλώς σε ρόλο αιτούντος: δηλαδή, δέχονται τις αιτήσεις που υποβάλλουν οι ενδιαφερόμενοι προκειμένου να εξετάσουν αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει η κοινοτική νομοθεσία για την καταχώρηση και κατόπιν τις διαβιβάζουν στην Επιτροπή. Η τελευταία προβαίνει στην καταχώρηση στο ειδικό μητρώο, από την οποία απορρέει η παρεχόμενη από τον κανονισμό προστασία. Στο σημείο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι σκοπός της υπό κρίση κοινοτικής νομοθεσίας είναι ακριβώς να διασφαλίσει ομοιόμορφη προστασία, ισχύουσα δηλαδή σε ολόκληρη την Κοινότητα, στις ονομασίες που πληρούν τους όρους του κανονισμού. Και αυτή η ομοιόμορφη προστασία απορρέει ακριβώς από την καταχώρηση που πραγματοποιήθηκε με βάση όλους τους κανόνες που ειδικώς προβλέπει ο προμνησθείς κανονισμός, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται προφανώς και οι κανόνες περί κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών.
Τούτου εν γένει λεχθέντος, το ειδικό πρόβλημα που ανακύπτει εν προκειμένω βρίσκει ακριβώς ρύθμιση στις διατάξεις του κανονισμού. Πράγματι, κατά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρήσεως, τα κράτη μέλη πρέπει επίσης να καταθέσουν τις αποκαλούμενες «προδιαγραφές», οι οποίες με τη σειρά τους πρέπει να περιλαμβάνουν, όπως ορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο αα, «το όνομα του γεωργικού προϋόντος ή του τροφίμου, καθώς και την ονομασία προέλευσης ή τη γεωγραφική ένδειξη» (8). Επομένως, η επιλεγείσα ονομασία περιλαμβάνεται στις προδιαγραφές. Οσάκις πρέπει να γίνει μια οποιαδήποτε τροποποίηση στις προδιαγραφές και επομένως και στην ονομασία, το άρθρο 9 του κανονισμού προβλέπει ότι πρέπει να εφαρμοστεί η ειδική διαδικασία του άρθρου 6 (9).
Κατά τη γνώμη μου, η προαναφερθείσα διάταξη απαντά ορθώς στο ερώτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο. Πράγματι, στην υπό κρίση περίπτωση δεν πρόκειται - όπως φαίνεται να υποστηρίζουν αντιθέτως οι κυβερνήσεις που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις - να κριθεί αν υφίσταται αυτοτελής σφαίρα εθνικής προστασίας των ονομασιών προελεύσεως, η οποία υφίσταται, ούτως ειπείν, σε παράλληλο και χωριστό επίπεδο από αυτό που εγγυάται η κοινοτική νομοθεσία. Στο σημείο αυτό βρισκόμαστε ενώπιον ενός διαφορετικού και πιο ειδικού προβλήματος: πρέπει να εξεταστεί αν ένα κράτος μέλος, το οποίο μερίμνησε για την καταχώρηση ονομασίας σύμφωνα με τον κανονισμό, μπορεί κατόπιν να τροποποιήσει την ονομασία αυτή έξω από το διαδικαστικό πλαίσιο που ειδικώς προβλέπεται στον ίδιο κανονισμό, προδήλως κατά παράβαση των διατάξεών του. Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. ήΟταν ένα κράτος, αναφορικά με μια ονομασία προελεύσεως, επιλέγει να επωφεληθεί από την παρεχομένη από τον κανονισμό προστασία και κατά συνέπεια ζητεί και επιτυγχάνει την καταχώρησή της, πρέπει κατόπιν να ακολουθήσει συναφώς και για τις τυχόν τροποποιήσεις τους προβλεπομένους από τον κανονισμό διαδικαστικούς τύπους. Αυτό ορίζει σαφώς το προαναφερθέν άρθρο 9 και δεν βλέπω πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί διαφορετική λύση.
Συνεπώς, το γαλλικό διάταγμα του 1995, αλλάζοντας την ονομασία «Ιpoisses de Bourgogne» σε «Ιpoisses», εισήγαγε παράτυπη τροποποίηση ονομασίας προελεύσεως η οποία έχει καταχωρηθεί σύμφωνα με όλες τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις. Επομένως, οι γαλλικές αρχές προέβησαν στην τροποποίηση εκδίδοντας μονομερή πράξη, ενώ όφειλαν να ακολουθήσουν την προβλεπομένη στο άρθρο 9 ειδική διαδικασία.
5 Ακολούθως, δεν φρονώ ότι πρέπει να δεχθώ την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη γαλλικό διάταγμα βρίσκει δικαιολογία στον κανονισμό 535/97. Ειδικότερα, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται τη διάταξη η οποία έχει εισαγάγει τη δυνατότητα κράτους μέλους που ζήτησε μια καταχώρηση «στο εθνικό επίπεδο να χορηγήσει στη διαβιβαζόμενη ονομασία προστασία κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού», προστασία η οποία μπορεί να χορηγηθεί «στο πλαίσιο αίτησης τροποποίησης της συγγραφής υποχρεώσεων». Ακριβώς αυτήν την τελευταία διάταξη φαίνεται να επικαλείται η Γαλλική Κυβέρνηση.
Αλλά, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, κατά τον χρόνο εκδόσεως του επίμαχου διατάγματος οι γαλλικές αρχές δεν είχαν εισαγάγει καμιά αίτηση τροποποιήσεως των προδιαγραφών, στο σχετικό τμήμα της ονομασίας. Επομένως, το διάταγμα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί προσωρινά χορηγηθείσα εθνική προστασία «στο πλαίσιο αίτησης τροποποίησης της συγγραφής υποχρεώσεων»: και τούτο για τον απλό λόγο ότι δεν υποβλήθηκε τέτοιου είδους αίτηση. Επιπλέον, ο κανονισμός που επικαλείται η Γαλλική Κυβέρνηση δεν είχε ακόμη τεθεί σε ισχύ όταν εκδόθηκε το διάταγμα του 1995. Επομένως, το διάταγμα αυτό δεν μπορεί να βρει καμιά δικαιολογία στις μη ακόμη ισχύουσες κατά τον χρόνο της εκδόσεώς του διατάξεις (10).
6 Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να πληροφορηθεί ποια αξία πρέπει να αναγνωριστεί στις ευρισκόμενες στο κάτω μέρος της σελίδας του παραρτήματος του κανονισμού 1107/96 υποσημειώσεις, με τις οποίες αποκλείονται από το πεδίο της προστασίας τμήματα σύνθετων ονομασιών. Ειδικότερα, ο εν λόγω κανονισμός περιέχει κατάλογο των ονομασιών που έχουν καταχωρηθεί σύμφωνα με την προβλεπομένη στο άρθρο 17 του κανονισμού 2081/92 διαδικασία. Στις υποσημειώσεις στο κάτω μέρος της σελίδας παρατίθενται εκείνα τα τμήματα των σύνθετων ονομασιών για τα οποία δεν έχει ζητηθεί (και επομένως δεν μπορεί να χορηγηθεί) η προστασία. Στην προκειμένη περίπτωση, η καταχωρηθείσα ονομασία είναι «Ιpoisses de Bourgogne». Πάντως, δεν υπάρχει καμιά υποσημείωση στο κάτω μέρος της σελίδας με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεση να αποκλειστεί ο όρος «Ιpoisses» από την παρεχόμενη με τον κανονισμό προστασία. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο ποια σημασία έχει η νομοθετική τεχνική των υποσημειώσεων στο κάτω μέρος της σελίδας. Ειδικότερα, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αν ο κατάλογος τέτοιων υποσημειώσεων πρέπει ή όχι να θεωρηθεί περιοριστικός υπό την έννοια ότι τα τμήματα των ονομασιών που αποκλείονται της προστασίας είναι μόνον εκείνα που ρητώς παρατίθενται στην ίδια υποσημείωση, με συνέπεια - αν μπορεί να προστεθεί - ότι τα τμήματα των ονομασιών που δεν παρατίθενται στις υποσημειώσεις πρέπει επομένως, σύμφωνα με το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα, να θεωρηθούν προστατευόμενα.
Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση στο ερώτημα πρέπει να είναι αρνητική και τούτο για διαφόρους λόγους. Προπάντων, το προμνησθέν εξ αντιδιαστολής επιχείρημα δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να έχει αποφασιστική σημασία. Το ίδιο το αιτούν δικαστήριο στη διάταξη περί παραπομπής αναφέρει ότι, ακολουθώντας τη συλλογιστική αυτή, είναι δυνατόν να καταλήξουμε σε αντίθετα συμπεράσματα. Πράγματι, στο παράρτημα του κανονισμού παρατίθενται ορισμένες σύνθετες ονομασίες για τις οποίες προβλέφθηκε - απευθείας στο κείμενο και όχι σε υποσημείωση - προστασία είτε για την ονομασία στο σύνολό της είτε χωριστά για τις λέξεις που την αποτελούν: για παράδειγμα, «Cantal ou fourme de Cantal ou cantalet», «Reblochon ou reblochon de Savoie», «Crottin de Chavignol ou chavignol» και άλλες. Από αυτό επομένως συνάγεται - σύμφωνα και με το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα - ότι όπου ο νομοθέτης ήθελε να χορηγήσει προστασία και σε όλες τις λέξεις που αποτελούν τη σύνθετη ονομασία, το προέβλεψε ρητά και απευθείας στο κείμενο· και στην προκειμένη περίπτωση έγινε αυτό, με αναγκαία συνέπεια τα μη παρατιθέμενα τμήματα των ονομασιών να εξακολουθούν να αποκλείονται της προστασίας.
Επομένως, δεν μου φαίνεται ότι το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα έχει αποφασιστική σημασία ως προς τη μία ή την άλλη λύση. Για να το πω καλύτερα: όλες οι υποσημειώσεις στο κάτω μέρος της σελίδας του παραρτήματος του κανονισμού 1107/96 μπορούν να έχουν μόνον περιορισμένη σημασία. αΟπως προκύπτει από την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, «ορισμένα κράτη μέλη κοινοποίησαν ότι για ορισμένα τμήματα ονομασιών δεν ζητήθηκε προστασία και ότι αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη» (11), και τούτο, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, διότι τα κράτη μέλη συμφώνησαν ως προς τον κοινό χαρακτήρα τέτοιων εκφράσεων και επομένως για τη χρησιμότητα να προβλεφθεί, άπαξ διά παντός στον κανονισμό, ότι δεν εμπίπτουν στο πεδίο της παρεχομένης από την κοινοτική νομοθεσία προστασίας. Αυτό επιτεύχθηκε ακριβώς χάρη στην τεχνική της υποσημειώσεως στο κάτω μέρος της σελίδας. Αν ισχύει αυτό, η υποσημείωση έχει αποφασιστική σημασία μόνον όταν έχει προβλεφθεί: πράγματι, στην περίπτωση αυτή, εκφράζεται κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο η βούληση να μην προστατεύεται το τμήμα της ονομασίας που αποτελεί αντικείμενο της υποσημειώσεως. Αντιστρόφως, όταν - όπως στην παρούσα περίπτωση - δεν έχει προστεθεί καμιά υποσημείωση, το πρόβλημα της προστασίας χωριστών στοιχείων των σύνθετων ονομασιών δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να αντιμετωπιστεί και να επιλυθεί παρά μόνον υπό το φως των γενικών κανόνων των άρθρων 3 και 13 του κανονισμού 2081/92. ύΕτσι, η προστασία ενός χωριστού στοιχείου της ονομασίας θα πρέπει να απορρίπτεται, έστω και ελλείψει υποσημειώσεως στο κάτω μέρος της σελίδας, αν έχει πάντως κοινό χαρακτήρα (12)· στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στην τελευταία αυτή εκτίμηση με βάση εμπεριστατωμένη ανάλυση των πραγματικών περιστατικών που μόνον αυτό μπορεί να γνωρίζει.
Τέλος, φρονώ ότι δεν είναι δυνατό να συνάγονται αυτομάτως συμπεράσματα από την έλλειψη υποσημειώσεως στο κάτω μέρος της σελίδας. Αντιθέτως, μου φαίνεται ορθότερο ότι ενδεχόμενη προστασία χωριστού τμήματος της καταχωρηθείσας ονομασίας απορρέει από τους σχετικούς κανόνες του κανονισμού, και ιδίως από τα άρθρα 3 και 13: αφενός μεν η υπό κρίση έκφραση δεν πρέπει να έχει κοινό χαρακτήρα, αφετέρου δε θα πρέπει - όπως ορίζει το προμνησθέν άρθρο 13 - να ενέχει αντιποίηση, υπαινιγμό ή απομίμηση, σε σχέση με τη σύνθετη ονομασία, ή πάντως να είναι ικανή να παραπλανήσει το κοινό ως προς την πραγματική καταγωγή των προϋόντων.
Πρόταση
7 Τέλος, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
«1) Αν ένα κράτος μέλος έχει καταχωρήσει ονομασία προελεύσεως στο πλαίσιο του κανονισμού 2081/92, η τροποποίηση της προαναφερθείσας ονομασίας πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με την προβλεπομένη στον ίδιο κανονισμό διαδικασία και δεν μπορεί, αντιθέτως, να γίνει με εθνική νομοθετική πράξη.
2) Ο κατάλογος των υποσημειώσεων στο κάτω μέρος της σελίδας του παραρτήματος του κανονισμού 1107/96 δεν έχει περιοριστικό χαρακτήρα ως προς τα τμήματα των σύνθετων ονομασιών τα οποία αποκλείονται της προστασίας.»
(1) - Κανονισμός (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϋόντων και τροφίμων (ΕΕ L 208, σ. 1).
(2) - Βλ. άρθρο 1. Οι έννοιες «ονομασία προέλευσης» και «γεωγραφική ένδειξη» ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχεία αα και ββ.
(3) - Βλ. άρθρα 4 έως 7.
(4) - Σύμφωνα με το άρθρο 5: «1. Αίτηση καταχώρησης μπορεί να υποβάλλει μόνο μία ομάδα ή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που θα καθοριστούν με τη διαδικασία του άρθρου 15, ένα νομικό ή φυσικό πρόσωπο. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως "ομάδα" νοείται, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή ή σύνθεση, κάθε οργάνωση παραγωγών ή/και μεταποιητών τους οποίους αφορά το ίδιο γεωργικό προϋόν ή τρόφιμο. Στην ομάδα μπορούν να συμμετέχουν και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. 2. Μια ομάδα, ή ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δεν μπορεί να υποβάλει αίτηση καταχώρησης παρά μόνο για τα γεωργικά προϋόντα ή τρόφιμα που παράγει ή επιτυγχάνει κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχεία αα ή ββ. 3. Η αίτηση καταχώρησης περιλαμβάνει ιδίως τις προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 4.(...)»
(5) - Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο αα. Τα άλλα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνουν οι προδιαγραφές είναι τα ακόλουθα: «β) την περιγραφή του γεωργικού προϋόντος ή του τροφίμου, που περιλαμβάνει, ενδεχομένως, τις πρώτες ύλες και τα κυριότερα φυσικά, χημικά, μικροβιολογικά ή/και οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του γεωργικού προϋόντος ή του τροφίμου· γ) τη γεωγραφική οριοθέτηση και, ενδεχομένως, τα στοιχεία που καταδεικνύουν την τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 4· δ) τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το γεωργικό προϋόν ή το τρόφιμο κατάγεται από τη γεωγραφική περιοχή, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο αα ή ββ, κατά περίπτωση· ε) την περιγραφή της μεθόδου παραγωγής του γεωργικού προϋόντος ή του τροφίμου και, ενδεχομένως, τις τοπικές, θεμιτές και συνήθεις μεθόδους· στ) τα στοιχεία που αποδεικνύουν τον δεσμό με το γεωγραφικό περιβάλλον ή με τη γεωγραφική καταγωγή κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο αα ή ββ, κατά περίπτωση· ζ) τα σχετικά στοιχεία του ή των δομών ελέγχου που προβλέπονται στο άρθρο 10· η) τα ειδικά στοιχεία της επισήμανσης που συνδέονται με την ένδειξη "ΠΟΠ" ή "ΠΓΕ", κατά περίπτωση, ή τις ισοδύναμες εθνικές παραδοσιακές ενδείξεις· θ) τις τυχόν προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται δυνάμει των κοινοτικών ή/και εθνικών διατάξεων».
(6) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1997, για την τροποποίηση του κανονισμού 2081/92 (ΕΕ L 83, σ. 3).
(7) - Κανονισμός της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 1996, σχετικά με την καταχώρηση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού 2081/92 (ΕΕ L 148, σ. 1).
(8) - Η υπογράμμιση δική μου.
(9) - Το κείμενο του άρθρου 9 προβλέπει ότι, όταν πρόκειται για ήσσονος σημασίας τροποποίηση, η Επιτροπή «μπορεί να αποφασίσει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 15, να μην εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 6».
(10) - Εν πάση περιπτώσει, είναι χρήσιμο να διευκρινίσω ότι ο κανονισμός 535/97 δεν έχει καθιερώσει τη συνύπαρξη, αυτή καθαυτή, εθνικών και κοινοτικών προδιαγραφών. Πράγματι, η εθνική προστασία χορηγείται μόνο για τις καθυστερήσεις της διαδικασίας για την καταχώρηση ονομασίας ή την τροποποίηση των προδιαγραφών αντιστοίχως. Προφανώς, η προστασία αυτή αποβλέπει στην κάλυψη κενού στη νομική προστασία της ονομασίας, ενόσω δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η προαναφερθείσα διαδικασία. Επομένως, υπό το πρίσμα του κανονισμού 535/97, δεν διαψεύδεται η απλώς προσωρινή φύση της παρεχόμενης από την εθνική νομοθεσία προστασίας, η οποία δικαιολογείται μόνον όταν υποβάλλεται αίτηση καταχωρήσεως ή τροποποιήσεως των προδιαγραφών.
(11) - Η υπογράμμιση δική μου.
(12) - Η προστασία θα πρέπει ομοίως να απορρίπτεται, σύμφωνα με το άρθρο 13, όταν, έστω και ελλείψει κοινού χαρακτήρα, η σχετική έκφραση δεν συνιστά αντιποίηση, απομίμηση, υπαινιγμό, απατηλή ένδειξη ή δεν είναι πάντως ικανή να παραπλανήσει το κοινό ως προς την πραγματική καταγωγή των προϋόντων. Πρόκειται πάντως για υπόθεση που μου φαίνεται αρκετά θεωρητική, διότι η χρησιμοποίηση τμήματος της καταχωρηθείσας ονομασίας, κατά τη γνώμη μου, θα εμπίπτει στο πεδίο μιας των περιπτώσεων που προβλέπει το προμνησθέν άρθρο 13.
Full & Egal Universal Law Academy