Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την υπό κρίση υπόθεση δίδεται εκ νέου στο Δικαστήριο η ευκαιρία να αποφανθεί ως προς την ερμηνεία του άρθρου 7 της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις (1) (στο εξής: οδηγία). Εν προκειμένω, ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει, πρώτον, εάν ένα ταξίδι προσφερόμενο στους συνδρομητές ημερήσιας εφημερίδας σε μειωμένη τιμή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, λαμβανομένου υπόψη επίσης ότι η πληρωμή που ζητούνταν από τους μετέχοντες στο ταξίδι αφορούσε μία μόνον από τις συνιστώσες του οργανωμένου ταξιδίου. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ζητείται από το Δικαστήριο να εξετάσει, επιπλέον, αν η έλλειψη εμπρόθεσμης μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο αποκλειστικά του άρθρου 7 της οδηγίας συνιστά, αφεαυτής, κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, ικανή να θεμελιώσει την ευθύνη του κράτους μέλους, εφόσον προκάλεσε ζημία σε ιδιώτες. Τέλος, ζητείται από το Δικαστήριο να κρίνει εάν, προκειμένου να αμφισβητήσει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του και της προκληθείσας ζημίας, ένα κράτος μέλος μπορεί να επικαλεστεί, προς απαλλαγήν του, ασυνήθιστες και απρόβλεπτες καταστάσεις, καταλογιστέες στη συμπεριφορά τρίτου (εν προκειμένω, του διοργανωτή οργανωμένων ταξιδίων).
Το κανονιστικό πλαίσιο
2 Όπως έχει ήδη διευκρινίσει το Δικαστήριο (2), από το άρθρο 1 της οδηγίας προκύπτει ότι σκοπός της είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις που πωλούνται ή προσφέρονται προς πώληση στο έδαφος της Κοινότητας.
3 Το άρθρο 2 περιέχει τους ορισμούς. Λόγω της σημασίας που έχει η διάταξη αυτή για την απάντηση σε πολλά από τα προδικαστικά ερωτήματα, είναι σκόπιμο να παρατεθεί ολόκληρη. Κατά την παράγραφο 1, νοείται ως «οργανωμένο ταξίδι: ο προκαθορισμένος συνδυασμός τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα στοιχεία, εφόσον πωλείται ή προσφέρεται προς πώληση σε μια συνολική τιμή και εάν η διάρκεια της παροχής αυτής υπερβαίνει τις 24 ώρες ή περιλαμβάνει διανυκτέρευση:
α) μεταφορά·
β) διανομή·
γ) άλλες τουριστικές υπηρεσίες μη συμπληρωματικές της μεταφοράς ή της διαμονής, που αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα του οργανωμένου ταξιδίου».
Η επίμαχη διάταξη διευκρινίζει, επιπλέον, ότι «η χωριστή τιμολόγηση διαφόρων στοιχείων ενός και του αυτού οργανωμένου ταξιδίου δεν απαλλάσσει τον διοργανωτή ή τον πωλητή από τις υποχρεώσεις της παρούσας οδηγίας».
4 Οι επόμενες παράγραφοι του άρθρου 2 της οδηγίας περιέχουν περαιτέρω ορισμούς, που αφορούν τα συμβαλλόμενα μέρη. Ως «διοργανωτής» νοείται «το πρόσωπο το οποίο, κατά τρόπο μη ευκαιριακό, διοργανώνει ορισμένα ταξίδια και τα πωλεί ή τα προσφέρει προς πώληση απ' ευθείας μέσω πωλητή». «Καταναλωτής» είναι «το πρόσωπο που αγοράζει ή αναλαμβάνει να αγοράσει το οργανωμένο ταξίδι ("κύριος συμβαλλόμενος") ή κάθε πρόσωπο εξ ονόματος του οποίου ο κύριος συμβαλλόμενος αναλαμβάνει να αγοράσει το οργανωμένο ταξίδι ("άλλοι δικαιούχοι") ή κάθε άλλο πρόσωπο στο οποίο ο κύριος συμβαλλόμενος ή ένας από τους άλλους δικαιούχους εκχωρεί το οργανωμένο ταξίδι ("εκδοχεύς")».
5 Σημασία έχει επίσης το άρθρο 7 της οδηγίας, του οποίου η ερμηνεία ζητήθηκε ρητά και το οποίο προβλέπει ότι «ο διοργανωτής του ταξιδίου πρέπει να αποδεικνύει ότι διαθέτει επαρκείς εγγυήσεις κατάλληλες να εξασφαλίσουν, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτώχευσης, την επιστροφή των καταβληθέντων και τον επαναπατρισμό του καταναλωτή».
Τέλος, το άρθρο 9 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την οδηγία το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1992. Ωστόσο, στην περίπτωση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, σύμφωνα με το κείμενο της Πράξεως περί Προσχωρήσεώς της στην Ευρωπαϋκή Ένωση, η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο έληξε την 1η Ιανουαρίου 1995.
6 Η οδηγία μεταφέρθηκε στην αυστριακή έννομη τάξη με διάφορα μέτρα κανονιστικού περιεχομένου. Κρίσιμο για την απάντηση των ερμηνευτικών ερωτημάτων είναι το ότι το άρθρο 7 της οδηγίας μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με τη Reisebόro-Sicherungsverordunung (3) (κανονιστική απόφαση περί της παροχής εγγυήσεων από τα πρακτορεία ταξιδίων) της 15ης Νοεμβρίου 1994. Η εν λόγω κανονιστική απόφαση έχει εφαρμογή αποκλειστικά και μόνο στα οργανωμένα ταξίδια στα οποία οι κρατήσεις έγιναν μετά την 1η Ιανουαρίου 1995 και των οποίων η ημερομηνία αναχωρήσεως δεν είναι προγενέστερη της 1ης Μαου 1995. Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 προβλέπει ότι ο διοργανωτής ταξιδίων οφείλει, διά της συνάψεως συμβάσεως ασφαλίσεως με ασφαλιστική εταιρία έχουσα άδεια λειτουργίας στην Αυστρία, να εξασφαλίζει στον αγοραστή ταξιδίου: α) την επιστροφή των ήδη καταβληθέντων ποσών, εφόσον δεν παρασχέθηκαν εν όλω ή εν μέρει οι σχετικές με το ταξίδι υπηρεσίες λόγω αφερεγγυότητας του διοργανωτή, και β) την επιστροφή των αναγκαίων για το ταξίδι της επιστροφής δαπανών, οι οποίες οφείλονται στην αφερεγγυότητα του διοργανωτή. Κατά την παράγραφο 2, το ποσό της εγγυήσεως πρέπει να ανέρχεται σε ποσοστό τουλάχιστον 5 % του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε ο διοργανωτής κατά το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγουμένου ημερολογιακού έτους ή σε ποσοστό 10 %, αν ο διοργανωτής έχει εισπράξει προκαταβολές μεγαλύτερες από το 10 % της τιμής του ταξιδίου ή και ολόκληρη την τιμή του ταξιδίου νωρίτερα από δέκα ημέρες πριν από την αναχώρηση. Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους ασκήσεως της δραστηριότητας του διοργανωτή, το ποσό της εγγυήσεως πρέπει να καθορίζεται βάσει του κύκλου εργασιών που αυτός υπολογίζει ότι θα πραγματοποιήσει. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 4 της κανονιστικής αποφάσεως παρέχει επίσης στον διοργανωτή τη δυνατότητα να καλύψει τον κίνδυνο με τη σύσταση αμετάκλητης και ανεπιφύλακτης τραπεζικής εγγυήσεως, χορηγουμένης από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που έχει άδεια λειτουργίας στην Αυστρία ή με την παροχή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου παρόμοιας δηλώσεως εγγυήσεως, με την οποία ο εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει τις παροχές που οφείλονται στον ταξιδιώτη βάσει ασφαλιστικής συμβάσεως σύμφωνης προς το άρθρο 3.
Το ιστορικό και τα προδικαστικά ερωτήματα
7 Οι ενάγοντες των κυρίων δικών είναι όλοι συνδρομητές της αυστριακής ημερήσιας εφημερίδας Neue Kronenzeitung. Τον Νοέμβριο του 1994, η εταιρία που εκδίδει την ημερήσια εφημερίδα αποφάσισε να προσφέρει στους συνδρομητές της, σε συνεργασία με το πρακτορείο ταξιδίων Arena-Club-Reisen, ένα ταξίδι, ως ανταμοιβή για την προτίμησή τους. Επρόκειτο για παραμονή τεσσάρων ή επτά ημερών σε τουριστικές περιοχές στην αλλοδαπή. Η προσφορά περιελάμβανε τις ακόλουθες παροχές: αεροπορικό ταξίδι με γεύματα κατά τη διάρκεια της πτήσεως, μεταφορά από το αεροδρόμιο προς το ξενοδοχείο και αντιστρόφως, διανυκτερεύσεις με πρωινό, διαμονή σε δίκλινο δωμάτιο (ή σε μονόκλινο έναντι καταβολής αυξημένης τιμής για τη διανυκτέρευση), ξεναγήσεις στη γερμανική γλώσσα.
8 Σύμφωνα με την προσφορά που έγινε στους συνδρομητές, τους ζητήθηκε να καταβάλουν αποκλειστικά τα τέλη αεροδρομίου στην Αυστρία, που ανέρχονταν σε 40 αυστριακά σελίνια (ΦS) κατ' άτομο, και τα τέλη αεροδρομίου στην Ελλάδα, ύψους 280 ΦS κατ' άτομο. Επιπλέον, αν ένας συνδρομητής αποφάσιζε να ταξιδεύσει μόνος, όφειλε να καταβάλει αυξημένη τιμή για τη διανυκτέρευση σε μονόκλινο δωμάτιο, ύψους 500 ΦS. Αντιθέτως, τα πρόσωπα που θα συνόδευαν ενδεχομένως τον συνδρομητή όφειλαν να καταβάλουν ολόκληρη την τιμή που αναφερόταν σε φυλλάδιο που συνόδευε την προσφορά. Ο εκδότης απέστειλε λοιπόν στους συνδρομητές δελτία παραστατικά της αξίας ταξιδίου, με τα οποία αυτοί μπορούσαν να προβούν σε κράτηση για συγκεκριμένο ταξίδι, επιλέγοντας μεταξύ διαφόρων χρονικών περιόδων. Ακολούθως, ο συνδρομητής ελάμβανε επιβεβαίωση της κρατήσεως εκ μέρους της διοργανώτριας εταιρίας. Ο συνδρομητής όφειλε να προκαταβάλει στην εταιρία αυτή το 10 % του οφειλόμενου ποσού, ενώ το υπόλοιπο έπρεπε να καταβληθεί το αργότερο δέκα ημέρες πριν από την αναχώρηση.
9 Οι ενάγοντες των κυρίων δικών προέβησαν σε κρατήσεις μεταξύ της 19ης Νοεμβρίου 1994 και της 12ης Απριλίου 1995· ορισμένοι σκόπευαν να ταξιδεύσουν μόνοι, ενώ άλλοι επρόκειτο να συνοδεύονται από ένα ή περισσότερα άτομα. Σύμφωνα με τις κρατήσεις, τα ταξίδια έπρεπε να πραγματοποιηθούν μεταξύ της 10ης Απριλίου και της 23ης Ιουλίου 1995.
10 Η προσφορά σημείωσε πολύ μεγαλύτερη επιτυχία από εκείνη την οποία ανέμεναν οι διοργανωτές. Το ταξιδιωτικό γραφείο είχε προγραμματίσει την αεροπορική μεταφορά 30 000 ατόμων, ενώ έγιναν κρατήσεις για 52 260 συνδρομητές, συνοδευόμενους από 33 041 άτομα. Ως εκ τούτου, ο διοργανωτής αντιμετώπισε σοβαρές δυσχέρειες όσον αφορά την οργάνωση, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατή η ανεύρεση πρόσθετου αριθμού αεροπορικών εισιτηρίων, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε οικονομικές δυσχέρειες. Ως εκ τούτου, στις 4 Ιουλίου 1995, η εταιρία Arena-Club-Reisen κηρύχθηκε σε πτώχευση, κατόπιν αιτήσεώς της. Λόγω της αφερεγγυότητας του διοργανωτή, δύο από τους ενάγοντες δεν πραγματοποίησαν το ταξίδι τους, ενώ τα ταξίδια των τεσσάρων άλλων είχαν ματαιωθεί ήδη προγενέστερα, λόγω ελλείψεως αεροπορικών εισιτηρίων. Ωστόσο, όλοι οι ενάγοντες είχαν καταβάλει το συνολικό ποσό των εξόδων ταξιδίου.
11 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, ελλείψει σχετικής από τον νόμο προβλεπομένης υποχρεώσεως, δεν είχε παρασχεθεί καμία εγγύηση όσον αφορά τα ποσά που καταβλήθηκαν από τους ενάγοντες που είχαν προβεί σε κράτηση το 1994. Έτσι, δύο από τους τρεις ενδιαφερομένους ανήγγειλαν την απαίτησή τους στο πλαίσιο της διαδικασίας πτωχεύσεως της διοργανώτριας εταιρίας, χωρίς όμως να ικανοποιηθούν. Αντιθέτως, η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα κανονιστική απόφαση του Νοεμβρίου 1994 εγγύηση είχε παρασχεθεί όσον αφορά τους τρεις άλλους ενάγοντες, οι οποίοι είχαν προβεί σε κράτηση μετά την 1η Ιανουαρίου 1995 για ταξίδια που επρόκειτο να πραγματοποιηθούν μετά την 1η Μαου 1995. Για τους πελάτες αυτούς, είχε συσταθεί τραπεζική εγγύηση υπερβαίνουσα τα 4 000 000 ΦS, η οποία όμως δεν αρκούσε για να καλύψει παρά μόνον το 23,38 % των εξόδων ταξιδίου που είχαν καταβάλει οι ενάγοντες.
12 Έτσι, στις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, όλοι οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωριστεί η ευθύνη της Δημοκρατίας της Αυστρίας για παράβαση της επιβαλλομένης από τη Συνθήκη υποχρεώσεως για ακριβή και εμπρόθεσμη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, ζήτησαν να υποχρεωθεί το κράτος αυτό στην καταβολή αποζημιώσεως, ύψους ίσου με τα ποσά που είχαν καταβληθεί και δεν είχαν επιστραφεί συνεπεία της κηρύξεως της εταιρίας που διοργάνωνε τα ταξίδια σε πτώχευση.
13 Το Landesgericht Linz αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συμπεριλαμβάνονται στον προστατευτικό σκοπό του άρθρου 7 της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις, ταξίδια για τα οποία ο κύριος συμβαλλόμενος οφείλει να καταβάλει, βάσει της συμβάσεως,
α) αν ταξιδεύει μόνος, εκτός των τελών αεροδρομίου, μόνον το συμπλήρωμα διανυκτερεύσεως σε μονόκλινο δωμάτιο ή,
β) αν συνοδεύεται από τουλάχιστον ένα ακόμη πρόσωπο το οποίο καταβάλλει ολόκληρη την τιμή του ταξιδίου, μόνον τα τέλη αεροδρομίου,
ενώ, για την πτήση και τη διανυκτέρευση σε δωμάτιο με περισσότερες από μία κλίνες, δεν βαρύνεται με την καταβολή τιμήματος;
2) Εμπίπτουν τα ταξίδια αυτά στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ακόμη και στην περίπτωση που προσφέρονται από την ημερήσια εφημερίδα με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία σε ορισμένο κράτος μέλος, ως "δώρο", αποκλειστικά στους συνδρομητές της, στο πλαίσιο διαφημιστικής εκστρατείας που αποτελεί παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα:
3) Συνιστά εμπρόθεσμη μεταφορά του άρθρου 7 της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο η δημοσιευθείσα στις 15 Νοεμβρίου 1994 εθνική ρύθμιση η οποία ισχύει μόνο για τα οργανωμένα ταξίδια, τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις που έχουν αγοραστεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1995 και των οποίων η ημερομηνία αναχωρήσεως δεν είναι προγενέστερη της 1ης Μαου 1995, ιδίως ενόψει
α) της συμμετοχής της Δημοκρατίας της Αυστρίας στον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο από την 1η Ιανουαρίου 1994 και
β) της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση την 1η Ιανουαρίου 1995;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα:
4) Συνιστά η μη εμπρόθεσμη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο αποκλειστικά του άρθρου 7 της οδηγίας, ήδη αφεαυτής, κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου θεμελιώνουσα αξίωση αποζημιώσεως των ζημιωθέντων, εάν το κράτος μέλος έλαβε εμπροθέσμως κατάλληλα μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο όλων των λοιπών διατάξεων της οδηγίας;
5) ςΕχει το άρθρο 7 της οδηγίας την έννοια ότι οι σκοποί που επιδιώκει δεν επιτυγχάνονται σε περίπτωση που μια εθνική ρύθμιση
α) δεν προβλέπει, για την κάλυψη του κινδύνου, παρά μόνο μια ασφαλιστική σύμβαση ή μια τραπεζική εγγύηση με ασφαλισμένο ποσό (ποσό ασφαλιστικής καλύψεως) ανερχόμενο σε ποσοστό τουλάχιστον 5 % του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε ο διοργανωτής κατά το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγουμένου ημερολογιακού έτους,
β) υποχρεώνει απλώς τον διοργανωτή, κατά το πρώτο έτος ασκήσεως της δραστηριότητάς του, να λάβει ως βάση για τον προσδιορισμό του ασφαλισμένου ποσού (του ποσού της ασφαλιστικής καλύψεως) τον κύκλο εργασιών που υπολογίζει ότι θα του αποφέρει η σκοπούμενη δραστηριότητα διοργανώσεως ταξιδίων,
γ) δεν λαμβάνει υπόψη συναφώς τις αυξήσεις του κύκλου εργασιών του διοργανωτή κατά το τρέχον έτος και
δ) δεν επιβάλλει στο κράτος μέλος καμία υποχρέωση ελέγχου των αναγκαίων ασφαλισμένων ποσών;
6) Υφίσταται μεταξύ της μη εμπρόθεσμης ή ελλιπούς μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 7 της οδηγίας και της συνακόλουθης ζημίας που υπέστησαν οι καταναλωτές άμεση αιτιώδης συνάφεια, συνεπαγόμενη την ευθύνη του κράτους μέλους για την επιστροφή του συνόλου των καταβληθέντων ποσών για τα οποία δεν έχουν παρασχεθεί εγγυήσεις, στην περίπτωση που το κράτος αποδεικνύει ότι η αιτία (ή μία από τις βασικές αιτίες) επελεύσεως της ζημίας ήταν οι παράνομες ενέργειες του διοργανωτή (τρίτου) ή μια εντελώς ασυνήθιστη και απρόβλεπτη επίταση του κινδύνου;»
Επί του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
14 Με τα δύο πρώτα ερωτήματά του, το αυστριακό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν τα ταξίδια για τα οποία είχαν κρατήσει θέσεις οι ενάγοντες των κυρίων δικών εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Κατά τη διάταξη περί παραπομπής, οι αμφιβολίες που υφίστανται συναφώς οφείλονται στο γεγονός ότι, εν προκειμένω, το ταξίδι είχε προσφερθεί «ως δώρο» στους συνδρομητές της ημερήσιας εφημερίδας, με αποτέλεσμα ο κύριος συμβαλλόμενος να μην είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ένα ποσό που θα μπορούσε να θεωρηθεί, υπό τις κανονικές συνθήκες της αγοράς, αντιπαροχή για το προσφερόμενο ταξίδι.
15 Εκ προοιμίου, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά την άποψή μου, οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, κατά την οδηγία, για να εμπίπτει μια τουριστική υπηρεσία στο πεδίο εφαρμογής της πληρούνταν στην περίπτωση όλων των εναγόντων των κυρίων δικών. Πρόκειται αναμφισβήτητα για μια κατ' αποκοπήν υπηρεσία, υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας, δεδομένου ότι τα εν λόγω ταξίδια περιελάμβαναν την πτήση, τις διανυκτερεύσεις, καθώς και άλλες τουριστικές υπηρεσίες μη παρακολουθηματικές των δύο πρώτων, όπως οι επισκέψεις στα αξιοθέατα με τη συνοδεία γερμανόφωνου ξεναγού.
16 Αντιθέτως, δεν είναι εξίσου προφανές ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του πρώτου μέρους της διατάξεως αυτής και του άρθρου 1 της οδηγίας. Πράγματι, η Αυστριακή Κυβέρνηση αμφισβητεί την ύπαρξη εν προκειμένω οργανωμένου ταξιδίου που πωλείται ή προσφέρεται προς πώληση σε μια συνολική τιμή εντός του κοινοτικού εδάφους. Κατά την άποψή της, το ταξίδι στο οποίο έγιναν οι κρατήσεις των εναγόντων των κύριων δικών δεν πωλήθηκε στους συνδρομητές της εφημερίδας, αλλά τους προσφέρθηκε. Προς στήριξη της απόψεώς της, η Αυστριακή Κυβέρνηση παρατηρεί ότι από τα συμφραζόμενα και από το γράμμα της οδηγίας απορρέει ότι «οργανωμένο ταξίδι» υφίσταται μόνον εφόσον υπάρχει στενός σύνδεσμος μεταξύ της παροχής που προσφέρει ο διοργανωτής ή ο πωλητής και της αντιπαροχής που οφείλει ο καταναλωτής. Πράγματι, ακόμη και στην περίπτωση που η πληρωμή δεν καλύπτει κατ' ανάγκην όλα τα έξοδα, ο καταναλωτής οφείλει να καταβάλει τίμημα αντίστοιχο με την αξία της συνολικής παροχής και υπολογιζόμενο σε συνάρτηση προς αυτήν.
17 Δεν θεωρώ πειστική την ερμηνεία που προτείνει η Αυστριακή Κυβέρνηση, τούτο δε για διαφόρους λόγους. Κατ' αρχάς, πρέπει να υπομνηστεί ότι οι διατάξεις της οδηγίας πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως του γενικής ισχύος κριτηρίου κατά το οποίο, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται κατά τον ευνοϋκότερο δυνατό τρόπο για εκείνον τον οποίο σκοπούν να προστατεύσουν, ήτοι τον αποδέκτη τουριστικών υπηρεσιών. Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο οδηγεί η συστηματική ανάλυση του κειμένου και των σκοπών της οδηγίας, λαμβανομένου υπόψη, επίσης, του προοιμίου της (4). Από την όγδοη μέχρι και την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη, που αφορούν τις απαιτήσεις εναρμονίσεως (5), καθώς και από την εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη, που αφορά τις υποχρεώσεις του διοργανωτή που αναφέρονται στο άρθρο 7, και από την εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη, που διευκρινίζει, όσον αφορά τις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ότι πρόκειται για κανόνες που θέτουν ελάχιστες προδιαγραφές και από τους οποίους επιτρέπονται παρεκκλίσεις μόνο in melius, μπορεί να συναχθεί ότι ο βασικός σκοπός των μέτρων εναρμονίσεως είναι η προαγωγή μιας αποτελεσματικής και ευρείας προστασίας των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Ολόκληρη η οδηγία και, ειδικότερα, τα άρθρα της 3 έως 8 (6), περιέχει διατάξεις που σκοπούν σαφώς να παράσχουν ευρεία προστασία στα δικαιώματα του ασθενέστερου συμβαλλόμενου μέρους της συμβάσεως ταξιδίου. Όσον αφορά τη διάταξη στην οποία αναφέρονται τα προδικαστικά ερωτήματα, το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει ότι «ο σκοπός του άρθρου 7 της οδηγίας έγκειται στην προστασία των καταναλωτών από τους οικονομικούς κινδύνους που απορρέουν από την αφερεγγυότητα ή την πτώχευση των διοργανωτών». Σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι η νομική βάση της οδηγίας είναι το άρθρο 100 Α της Συνθήκης, του οποίου η παράγραφος 3 απαιτεί να βασίζονται τα μέτρα εναρμονίσεως στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών σε υψηλό επίπεδο προστασίας (7).
18 Τούτου δοθέντος, πρέπει επιπλέον να υπογραμμιστεί ότι το κείμενο της οδηγίας δεν περιέχει κανένα στοιχείο από το οποίο μπορεί να συναχθεί ότι μια τουριστική υπηρεσία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εφόσον το καταβληθέν από τον καταναλωτή τίμημα δεν αντιστοιχεί στην οικονομική αξία της αντιπαροχής ή εφόσον η οικονομική παροχή που απαιτείται να καταβάλει ο καταναλωτής δεν αφορά παρά ένα μόνον από τα στοιχεία του οργανωμένου ταξιδίου. Επιπλέον, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Αυστριακής Κυβερνήσεως, αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από τη διατύπωση της ένατης αιτιολογικής σκέψης της οδηγίας: η εν λόγω αιτιολογική σκέψη σκοπεί αποκλειστικά και μόνο να υπογραμμίσει τη σπουδαιότητα μιας παρεμβάσεως με σκοπό την εναρμόνιση, ενόψει των υφισταμένων διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών, όσον αφορά τους τρόπους προστασίας των αποδεκτών τουριστικών υπηρεσιών. Όπως διευκρινίζεται στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη, οι διαφορές αυτές αποθαρρύνουν τους καταναλωτές από το να αγοράζουν τα εν λόγω οργανωμένα ταξίδια εκτός του κράτους μέλους τους, και μάλιστα περισσότερο απ' ό,τι στην περίπτωση της αγοράς άλλων υπηρεσιών, δεδομένου ότι «ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των υπηρεσιών που παρέχονται στα πλαίσια οργανωμένου ταξιδίου προϋποθέτει γενικά την προκαταβολή σημαντικών ποσών». Είναι επομένως πρόδηλον ότι η διευκρίνιση στην οποία προβαίνει η αμέσως ανωτέρω παρατεθείσα αιτιολογική σκέψη δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και ότι, επομένως, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό του.
19 Αντιθέτως, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η τουριστική υπηρεσία την οποία αφορούσε η προσφορά της εφημερίδας πωλήθηκε στο πλαίσιο μιας σαφώς αμφοτεροβαρούς σχέσεως και ότι το τίμημα που απαιτήθηκε ως αντιπαροχή προκαταβλήθηκε ολόκληρο από τους καταναλωτές. Τούτο δε είναι αληθές τόσο στην περίπτωση των συνδρομητών που σκόπευαν να ταξιδεύσουν μόνοι (οι οποίοι όφειλαν να πληρώσουν, εκτός από τα τέλη αεροδρομίου, και την πρόσθετη τιμή για μονόκλινο δωμάτιο) όσο και στην περίπτωση εκείνων που είχαν προβεί σε κρατήσεις για τον εαυτό τους και για πρόσωπα που θα τους συνόδευαν (και από τους οποίους ζητήθηκε απλώς και μόνον η καταβολή των τελών αεροδρομίου). Βέβαια, το μικρό ύψος του ποσού του οποίου η καταβολή απαιτήθηκε από τους καταναλωτές θα συνεπάγεται τον περιορισμό της ζημίας σε περίπτωση αφερεγγυότητας του διοργανωτή και, κατά συνέπεια, της ενδεχόμενης ευθύνης του κράτους σε περίπτωση ολικής ή μερικής παραλείψεως μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, πλην όμως φρονώ ότι δεν είναι ορθό να συναχθεί εντεύθεν ότι οι κρίσιμες υπηρεσίες εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας. Επιπλέον, όσον αφορά τους συνδρομητές που σκόπευαν να επωφεληθούν από την προσφορά μαζί με άλλα πρόσωπα που θα τους συνόδευαν, φρονώ ότι σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι ζητήθηκε από τον συνδρομητή να καταβάλει ολόκληρη την τιμή, μολονότι αυτή αφορούσε τυπικά τους συνοδούς του (8). Οι συνοδοί αυτοί δεν θα μπορούσαν να είχαν μετάσχει στα ταξίδια που προσέφερε η εφημερίδα χωρίς τη μεσολάβηση ενός συνδρομητή, οπότε, σε τελική ανάλυση, μπορεί να γίνει δεκτό, σύμφωνα με την άποψη που διατύπωσε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, το «οργανωμένο ταξίδι» πρέπει να θεωρείται ως ενιαίο σύνολο: η τιμή που καταβάλλει ο συνδρομητής, είτε πληρώνει για τον εαυτό του είτε για το πρόσωπο που τον συνοδεύει, αποτελεί την αντιπαροχή για τη συμμετοχή και των δύο στο ταξίδι που πωλεί ο διοργανωτής. Από αυτήν την άποψη, πρόκειται αναμφίβολα για τουριστικές υπηρεσίες εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
20 Πρέπει ακόμη να προστεθεί ότι το γεγονός ότι η πληρωμή δεν αφορούσε παρά μόνο μία ή δύο από τις παρεχόμενες υπηρεσίες (αντιστοίχως, την εναέρια μεταφορά ή την εναέρια μεταφορά και τη διαμονή) δεν μεταβάλλει την κατάσταση για κανέναν από τους ενάγοντες των κύριων δικών. Στην αντίθετη περίπτωση, ο διοργανωτής του οργανωμένου ταξιδίου θα μπορούσε - όπως παρατήρησε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου - να αποφύγει την εφαρμογή των διατάξεων που προστατεύουν τους καταναλωτές απλώς και μόνον ανάγοντας την πληρωμή του τιμήματος σ' ένα μόνον από τα στοιχεία του οργανωμένου ταξιδίου.
21 Επίσης, πρέπει να τονιστεί ότι η υπαγωγή της εν προκειμένω κρίσιμης τουριστικής υπηρεσίας στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας προκύπτει, ούτως ειπείν, εκ των πραγμάτων. Οι καταναλωτές υπέστησαν οικονομική ζημία, δεδομένου ότι τα ποσά που κατέβαλαν, μολονότι ήσαν μικρότερα από την οικονομική αξία του ταξιδίου, δεν επιστράφηκαν, παρά κατ' ελάχιστο μέρος. Γι' αυτόν τον λόγο, επιχείρησαν, κατ' αρχάς, να αξιοποιήσουν το καθεστώς που είχε θέσει σε εφαρμογή η Δημοκρατία της Αυστρίας ακριβώς προκειμένου να διασφαλίσει το αποτέλεσμα που αναφέρεται στο άρθρο 7 της οδηγίας και επωφελήθηκαν, έστω ελάχιστα, από το καθεστώς αυτό.
22 Τέλος, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το ταξίδι που προσφέρθηκε στους συνδρομητές της αυστριακής εφημερίδας συμπεριελήφθη σε μια ευρεία συμβατική σχέση συνδέουσα τον εκδότη με τον καταναλωτή, στο πλαίσιο της οποίας το ταξίδι αποτελεί συμπλήρωμα της συνδρομής στην εφημερίδα. Πράγματι, το ταξίδι όχι μόνον πόρρω απέχει από το να είναι είδος «δώρου προσφερομένου αφιλοκερδώς» στον καταναλωτή, αλλά επιπλέον εξυπηρετεί σημαντική διαφημιστική και, συνακόλουθα, οικονομική λειτουργία, δεδομένου ότι σκοπεί προδήλως να διατηρήσει μια ήδη υφιστάμενη συμβατική σχέση με τους συνδρομητές της εφημερίδας και να καλλιεργήσει την καλή της φήμη μεταξύ των τρίτων.
23 Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, φρονώ ότι δεν χρειάζεται να εξεταστεί διεξοδικά. Το γεγονός ότι η επίμαχη τουριστική υπηρεσία προσφέρθηκε στο πλαίσιο παραπλανητικής διαφημιστικής εκστρατείας, η οποία κρίθηκε ρητά από τα ανώτερα δικαστήρια της Δημοκρατίας της Αυστρίας ως αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, δεν επηρεάζει την απάντηση στο ερώτημα αυτό. Αντιθέτως, το γεγονός ότι η προσφορά την οποία η ημερήσια εφημερίδα παρουσίασε ως παρεχόμενη «δωρεάν», ενώ τούτο δεν ήταν αληθές, κρίθηκε παραπλανητική επιβεβαιώνει ότι η επίμαχη τουριστική υπηρεσία παρεχόταν στην πραγματικότητα έναντι αντιπαροχής, με αποτέλεσμα να εμπίπτει κατ' ανάγκην στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
24 Φρονώ ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το άλλο επιχείρημα που αντιτάσσει η Αυστριακή Κυβέρνηση ότι, δηλαδή, το εν προκειμένω προσφερθέν ταξίδι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας επειδή η προσφορά απευθυνόταν σε σαφώς καθορισμένο κύκλο αποδεκτών (στους συνδρομητές της εφημερίδας). Πράγματι, είναι πρόδηλον ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν περιορίζεται στις τουριστικές υπηρεσίες που προσφέρονται σε εν δυνάμει απεριόριστο αριθμό καταναλωτών και ότι, συναφώς, αρκεί οι υπηρεσίες αυτές, αφενός, να πωλούνται ή να προσφέρονται προς πώληση εντός του εδάφους της Κοινότητας σε κατ' αποκοπήν τιμή και, αφετέρου, να περιλαμβάνουν δύο τουλάχιστον από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1.
25 Ενόψει των προεκτεθέντων, φρονώ ότι η υπό κρίση στη διαφορά της κύριας δίκης τουριστική υπηρεσία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
Επί του τρίτου ερωτήματος
26 Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 7 της οδηγίας μεταφέρθηκε ορθώς στην αυστριακή έννομη τάξη, λαμβανομένου υπόψη ότι το εθνικό μέτρο μεταφοράς, μολονότι δημοσιεύθηκε εμπροθέσμως, δεν επιτρέπει στους καταναλωτές να προσφεύγουν στο σύστημα εγγυήσεως παρά μόνο για ταξίδια για τα οποία οι κρατήσεις είχαν γίνει μετά την 1η Ιανουαρίου 1995 και των οποίων η ημερομηνία αναχωρήσεως δεν ήταν προγενέστερη της 1ης Μαου 1995.
27 Κατ' αρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι, για την απάντηση του ερωτήματος αυτού, έχει σημασία η ημερομηνία (1η Ιανουαρίου 1995) κατά την οποία έληγε για τη Δημοκρατία της Αυστρίας, σύμφωνα με την Πράξη Προσχωρήσεώς της στην Ευρωπαϋκή Ένωση, η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Αντιθέτως, το γεγονός ότι, από την 1η Ιανουαρίου 1994 και εντεύθεν, η Δημοκρατία της Αυστρίας οφείλει να τηρεί τους ίδιους κανόνες ως συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο στερείται, προδήλως, κάθε σημασίας. Πράγματι, η ερμηνεία του κειμένου μιας οδηγίας, προκειμένου να αξιολογηθεί η συμπεριφορά της Δημοκρατίας της Αυστρίας κατά τον προ της προσχωρήσεώς της στην Ευρωπαϋκή Ένωση χρόνο, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, αλλά στο Δικαστήριο της ΕΖΕΣ. Κατά συνέπεια, η ανάλυση που ακολουθεί αφορά αποκλειστικά την αξιολόγηση των τρόπων με τους οποίους η Δημοκρατία της Αυστρίας θεώρησε ότι όφειλε να εκπληρώσει την υποχρέωση που υπείχε από την Πράξη Προσχωρήσεως για λήψη των αναγκαίων μέτρων προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1995.
28 Τούτου δοθέντος, θεωρώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Το άρθρο 9 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή τους προς όλες τις διατάξεις της οδηγίας το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992. Στην περίπτωση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, η προθεσμία έληγε, σύμφωνα με την Πράξη Προσχωρήσεως, την 1η Ιανουαρίου 1995. Επομένως, η υποχρέωση υλοποιήσεως των μέτρων περί εφαρμογής που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση στους καταναλωτές των δικαιωμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 7 βαρύνει τα κράτη μέλη από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να είχε μεταφερθεί η οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο. Πράγματι, ακριβώς από την ημερομηνία αυτή και εντεύθεν οφείλουν ο διοργανωτής και/ή ο πωλητής που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση να αποδεικνύουν επαρκώς κατά νόμον ότι διαθέτουν εγγυήσεις ικανές να εξασφαλίσουν, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως, την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών και τον επαναπατρισμό του καταναλωτή. Επομένως, η αυστριακή νομοθεσία έπρεπε να είχε θέσει στη διάθεση των καταναλωτών τις εν λόγω εγγυήσεις από την 1η Ιανουαρίου 1995, τούτο δε σε σχέση με όλες τις τουριστικές υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και των οποίων θα ήθελαν να απολαύουν οι καταναλωτές από την ημερομηνία αυτή. Επομένως, η μετάθεση του χρονικού σημείου ενάρξεως παροχής της προστασίας για την 1η Μαου 1995, ανάλογα με την ημερομηνία πραγματοποιήσεως του ταξιδίου, δεν επιτρέπεται από το κείμενο της οδηγίας.
29 Η προτεινόμενη λύση επιβεβαιώνεται επιπλέον από τη διατύπωση της προαναφερθείσας αποφάσεως Dillenkofer κ.λπ. Πράγματι, στη σκέψη 50 της αποφάσεώς του, το Δικαστήριο, από το οποίο το γερμανικό δικαστήριο είχε ζητήσει να αποφανθεί σχετικά με ερώτημα παρόμοιο με το υποβληθέν από το Landesgericht Linz, δέχθηκε ότι, «για να εξασφαλιστεί η θέση σε πλήρη ισχύ του άρθρου 7 της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνταν να θεσπίσουν, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν στους αγοραστές οργανωμένων ταξιδίων, από την ημερομηνία που προβλέπεται για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών και τον επαναπατρισμό τους σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή».
30 Ωστόσο, πρέπει ακόμη να διευκρινιστεί το περιεχόμενο της υποχρεώσεως που προβλέπεται στο προαναφερθέν άρθρο 9 και στις διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως και αφορά τη θέσπιση, εντός της τασσομένης προθεσμίας, των μέτρων που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση προς την οδηγία. Επομένως, όσον αφορά το άρθρο 7, πρέπει να διευκρινιστεί αν η εν λόγω υποχρέωση πρέπει να θεωρείται εκπληρωθείσα στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος απλώς και μόνον απαιτεί από τους διοργανωτές να διασφαλίζουν την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών και τον επαναπατρισμό του καταναλωτή σε σχέση με τουριστικές υπηρεσίες - που εμπίπτουν, εννοείται, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας - για τις οποίες έχουν γίνει οι κρατήσεις και οι οποίες έχουν αγοραστεί μετά τη λήξη της προθεσμίας περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο ή αν, αντιθέτως, η προστασία του καταναλωτή πρέπει να επεκταθεί σε όλα τα ταξίδια που πραγματοποιήθηκαν ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν μετά την κρίσιμη ημερομηνία (εν προκειμένω, μετά την 1η Ιανουαρίου 1995), ανεξαρτήτως της ημερομηνίας κρατήσεως ή αγοράς του οργανωμένου ταξιδίου.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία εν προκειμένω, δεδομένου ότι ορισμένοι από τους ενάγοντες των κυρίων δικών είχαν προβεί σε κρατήσεις και είχαν αγοράσει τα ταξίδια πριν από τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, ενώ η αναχώρηση είχε προβλεφθεί για ημερομηνία μεταγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 1995.
31 Πρέπει εκ προοιμίου να τονιστεί ότι η οδηγία δεν διευκρινίζει ρητά αν το καθεστώς που προβλέπει πρέπει ή όχι να εφαρμόζεται επίσης στις συμβάσεις που είχαν ήδη συναφθεί κατά τη χρονική στιγμή της μεταφοράς του στο εσωτερικό δίκαιο. Η οδηγία προβλέπει απλώς, με τη γενική διατύπωση που χρησιμοποιείται στο άρθρο 9, την υποχρέωση των κρατών μελών να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία πριν από συγκεκριμένη ημερομηνία.
32 Φρονώ ότι η προστασία που παρέχεται στους καταναλωτές από το άρθρο 7 της οδηγίας ισχύει επίσης για τις συμβάσεις ταξιδίων που είχαν συναφθεί πριν από την προαναφερθείσα κρίσιμη ημερομηνία αλλά έπρεπε να εκτελεστούν μετά την ημερομηνία αυτή. Η θέση σε ισχύ μιας νέας ρυθμίσεως, δυνάμενης να μεταβάλει in pejus τη συμβατική θέση του διοργανωτή και/ή του πωλητή της τουριστικής υπηρεσίας, αποτελεί, από την ημερομηνία κατά την οποία η οδηγία έπρεπε να είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, ένα γενικό κανόνα συμπεριφοράς για όσους ασκούν τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.
33 Η φύση της σχετικής διατάξεως, που εκφράζει ένα συμφέρον άξιο ιδιαίτερης προστασίας εντός του πλαισίου της κοινοτικής έννομης τάξεως - συγκεκριμένα το συμφέρον παροχής εγγυήσεων στο ασθενές συμβαλλόμενο μέρος της συμβάσεως οργανωμένου ταξιδίου - συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας αυτής. Έχω ήδη εξετάσει τις διατάξεις και τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας και, ειδικότερα, τις διαφορές όσον αφορά τη συμβατική θέση των διαφόρων μερών της ενοχικής σχέσεως και έχω διευκρινίσει ότι, μολονότι, τυπικά, πρόκειται για μέτρο εναρμονίσεως δυνάμει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης, με σκοπό την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, η οδηγία έχει, προδήλως, ως βασικό σκοπό την προστασία του καταναλωτή (9). Ο σκοπός αυτός επιβεβαιώνεται εξάλλου από τη γενικότερη τάση της κοινοτικής έννομης τάξεως υπέρ του καταναλωτή. Η νομοθετική αυτή πολιτική πιστοποιείται από διάφορες διατάξεις. Συναφώς, πρέπει να γίνει παραπομπή όχι μόνο στους υπομνησθέντες ανωτέρω κανόνες της Συνθήκης (10), αλλά και στις πολυάριθμες διατάξεις του δευτερογενούς δικαίου που σκοπούν να επιτύχουν, κυρίως στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων, ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών (11).
34 Εάν η προστασία που προβλέπει το άρθρο 7 εκφράζει ένα άξιο ιδιαίτερης προστασίας εντός της κοινοτικής έννομης τάξεως συμφέρον, δικαιολογείται κάλλιστα ότι, από την τελευταία ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο η οδηγία, οι ήδη υφιστάμενες συμβάσεις - οι οποίες όμως πρόκειται να εκτελεστούν μεταγενέστερα - μεταξύ διοργανωτή και καταναλωτή μπορούν να υποστούν, όσον αφορά τις παροχές που πρόκειται ακόμη να εκπληρωθούν, αυτόματες προσαρμογές συνεπεία του νέου νομοθετικού πλαισίου. Τούτο δε, ακόμη κι αν, όπως προαναφέρθηκε, οι προσαρμογές αυτές συνεπάγονται τη μεταβολή in pejus της συμβατικής θέσεως του «ισχυρού» μέρους της ενοχικής σχέσεως. Είναι πρόδηλον ότι από τα συγκρουόμενα συμφέροντα - ήτοι το συμφέρον διατηρήσεως του αμφοτεροβαρούς χαρακτήρα της συναφθείσας συμβάσεως και το συμφέρον προστασίας του «ασθενούς» μέρους της σχέσεως - η κοινοτική έννομη τάξη ευνόησε το δεύτερο, σύμφωνα, εξάλλου, με την τάση των εθνικών εννόμων τάξεων στον τομέα αυτό.
35 Θεωρώ σκόπιμο να τονίσω εκ νέου ότι η λύση που προτείνω είναι απολύτως σύμφωνη και με το γράμμα της διατάξεως η οποία - όπως προαναφέρθηκε - επιβάλλει απλώς στους διοργανωτές και/ή πωλητές οργανωμένων ταξιδίων την υποχρέωση να εξασφαλίζουν στον αποδέκτη τουριστικών υπηρεσιών, από την ημερομηνία που αναφέρεται στην οδηγία και εντεύθεν, συγκεκριμένες εγγυήσεις, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ «νέων» και ήδη υφισταμένων συμβάσεων. Επομένως, η προστασία πρέπει να διασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση, εφόσον πρόκειται για υπηρεσίες οι οποίες, αφενός, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και, αφετέρου, πρόκειται να παρασχεθούν μετά τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη συναφώς άλλα στοιχεία, όπως είναι η ημερομηνία κατά την οποία έγινε η κράτηση ή η ημερομηνία της πληρωμής.
36 Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το προτεινόμενο συμπέρασμα δεν αντιβαίνει προς την ερμηνεία του άρθρου 7 που έγινε δεκτή με την προαναφερθείσα απόφαση Dillenkofer κ.λπ. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, «για να εξασφαλιστεί η θέση σε πλήρη ισχύ του άρθρου 7 της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνταν να θεσπίσουν, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν στους αγοραστές οργανωμένων ταξιδίων, από την ημερομηνία που προβλέπεται για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών και τον επαναπατρισμό τους σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή» (12). Επομένως, κατά το Δικαστήριο, η οικεία εγγύηση πρέπει να παρέχεται από την τελευταία ημερομηνία για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και εντεύθεν, ενώ η ημερομηνία συνάψεως της συμβάσεως ταξιδίου - η οποία μπορεί, φυσικά, να είναι προγενέστερη - δεν έχει καμία σημασία στο πλαίσιο της αιτιολογίας αυτής.
37 Κατά συνέπεια, φρονώ ότι, στο στάδιο της θέσεως σε εφαρμογή της οδηγίας, το κράτος μέλος όφειλε να διασφαλίσει την προστασία που προβλέπει το άρθρο 7 επίσης όσον αφορά τις συμβάσεις που υφίσταντο κατά τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, η Δημοκρατία της Αυστρίας όφειλε να έχει διασφαλίσει την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών και τον επαναπατρισμό του καταναλωτή, σε περίπτωση πτωχεύσεως ή αφερεγγυότητας του διοργανωτή, σε σχέση με όλα τα τουριστικά ταξίδια που είτε είχαν πραγματοποιηθεί είτε επρόκειτο να πραγματοποιηθούν στο μέλλον, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας συνάψεως της συμβάσεως.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
38 Με το τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η παράλειψη θεσπίσεως των αναγκαίων μέτρων για τη μεταφορά του άρθρου 7 της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο συνιστά, αφεαυτής, σοβαρή και πρόδηλη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, εφόσον το κράτος μέλος έχει εκπληρώσει την υποχρέωση μεταφοράς όσον αφορά όλες τις άλλες διατάξεις της οδηγίας.
39 Φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Η συμπεριφορά του κράτους μέλους όσον αφορά την τήρηση της υποχρεώσεως μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας δεν μπορεί να αξιολογηθεί βάσει αμιγώς ποσοτικών κριτηρίων. Κατά την άποψή μου, δεν πρέπει να γίνεται «διαβάθμιση» των διατάξεων μιας οδηγίας προκειμένου να εκτιμάται η σοβαρότητα της διαπραχθείσας από το κράτος παραβάσεως. Άπαξ κι έχει διαπιστωθεί η εκ μέρους του κράτους μέλους παράβαση της υποχρεώσεώς του για μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, έστω κι αν πρόκειται για παράλειψη μεταφοράς μιας μόνο διατάξεως της οδηγίας, σημασία έχει αποκλειστικά και μόνον το αν συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου προς απόδειξη της υποχρεώσεως του κράτους μέλους για αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε στους ιδιώτες η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Κατ' αρχάς, η μη μεταφερθείσα στο εσωτερικό δίκαιο διάταξη της οδηγίας πρέπει να σκοπεί στην παροχή δικαιωμάτων στους ιδιώτες· ακολούθως, το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών πρέπει να μπορεί να προσδιοριστεί βάσει των διατάξεων της οδηγίας· τέλος, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το κράτος και της βλάβης που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (13). Μολονότι είναι αληθές ότι, με τη μεταγενέστερη της αποφάσεως Francovich κ.λπ. νομολογία του, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι, για να μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη του κράτους, η οικεία παραβίαση του κοινοτικού δικαίου πρέπει να είναι επαρκώς σοβαρή και πρόδηλη (14), στην προαναφερθείσα απόφαση Dillenkofer κ.λπ., το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «όταν (...) ένα κράτος μέλος δεν λαμβάνει, κατά παράβαση του άρθρου 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, κανένα από τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη του επιδιωκομένου από μια οδηγία αποτελέσματος, εντός της προθεσμίας που έταξε η οδηγία, το εν λόγω κράτος μέλος υπερβαίνει, κατά πρόδηλο και σοβαρό τρόπο, τα όρια που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του» (15). Επομένως, η παράλειψη θεσπίσεως των αναγκαίων μέτρων για τη μεταφορά οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο αποτελεί, ήδη αφεαυτής, σοβαρή και πρόδηλη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
40 Βέβαια, στην προαναφερθείσα απόφαση, το Δικαστήριο επισήμανε το γεγονός ότι το κράτος μέλος δεν είχε θεσπίσει κανένα από τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη του αποτελέσματος που επέβαλλε η οικεία οδηγία. Στην υπό κρίση υπόθεση, το κράτος μέλος του οποίου η συμπεριφορά πρέπει να αξιολογηθεί παρατηρεί ότι, αντιθέτως, έλαβε εμπροθέσμως τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο όλων των άλλων διατάξεων της οδηγίας, πλην του άρθρου 7. Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι από το γεγονός αυτό μπορούν να συναχθούν τα συμπεράσματα που αντλεί η Αυστριακή Κυβέρνηση. Πράγματι, προς αντίκρουση της αντιρρήσεως αυτής, αρκεί να παρατηρηθεί ότι, μολονότι είναι αληθές ότι, κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν είχε λάβει σε εθνικό επίπεδο κανένα μέτρο για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, η υπόθεση Dillenkofer κ.λπ. αφορούσε αποκλειστικά και μόνον την ευθύνη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας για τις ζημίες που είχαν προκληθεί στους ιδιώτες λόγω της μη θέσεως σε εφαρμογή του άρθρου 7. Κατά συνέπεια, όταν στο παρατεθέν χωρίο της αποφάσεως γίνεται λόγος για παράλειψη θεσπίσεως οποιουδήποτε μέτρου μεταφοράς, νοούνται τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος, ήτοι για τη χορήγηση στους καταναλωτές του δικαιώματος για επιστροφή των καταβληθέντων ποσών και για επαναπατρισμό σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή και/ή του πωλητή του ταξιδίου.
41 Επομένως, για τη θεμελίωση της ευθύνης του κράτους μέλους αρκεί (φυσικά, μόνον εφόσον συντρέχουν όλες οι λοιπές προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν) να έχει προκληθεί ζημία από την παράλειψη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο έστω και μιας μόνο διατάξεως της οδηγίας. Το γεγονός ότι το κράτος μέλος εκπλήρωσε ορθώς και εμπροθέσμως τις υποχρεώσεις που επέβαλλαν άλλες διατάξεις της οδηγίας δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να είναι η καταλογιστέα στο κράτος παραβίαση του κοινοτικού δικαίου σοβαρή και πρόδηλη και, επομένως, ικανή να θεμελιώσει δικαίωμα των ιδιωτών για αποζημίωση. Πράγματι, οι λοιπές διατάξεις της οδηγίας θα μπορούσαν να μη συνδέονται καθόλου με το δικαίωμα που αναγνωρίζει στον ιδιώτη η μη μεταφερθείσα στο εσωτερικό δίκαιο διάταξη, γεγονός που θα κατέληγε στο παράδοξο αποτέλεσμα να μπορεί να εξαρτηθεί το δικαίωμα αποζημιώσεως των ιδιωτών από τη συμπεριφορά του κράτους μέλους όσον αφορά άλλες διατάξεις, που είναι εντελώς άσχετες προς τη νομική τους κατάσταση και, συνακόλουθα, προς το αντικείμενο της διαφοράς.
42 Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την ευθύνη του κράτους μέλους λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου σκοπεί να διασφαλίζει στους ιδιώτες, σε περιπτώσεις παραβάσεως της υποχρεώσεως εμπρόθεσμης και ακριβούς μεταφοράς μιας κοινοτικής οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν επειδή δεν είχαν τη δυνατότητα, λόγω της μη μεταφοράς της οδηγίας, να ασκήσουν ένα δικαίωμα που τους παρείχαν οι διατάξεις της οδηγίας. Επομένως, για την εκτίμηση της σοβαρότητας της συμπεριφοράς του κράτους, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη άλλα στοιχεία, όπως αυτά που ανάγονται στην εν γένει συμπεριφορά του κράτους μέλους σε σχέση με την υποχρέωση μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του συνόλου των διατάξεων της οδηγίας. Πράγματι, πρόκειται για εκτιμήσεις που αφορούν τη σχέση μεταξύ των κρατών μελών και της Κοινότητας, οι οποίες όμως δεν έχουν καμία σχέση με την προστασία του ιδιώτη έναντι μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς του κράτους, η οποία θίγει τα δικαιώματά του.
43 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο τέταρτο ερώτημα του Landesgericht Linz την απάντηση ότι η παράλειψη εμπρόθεσμης μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο αποκλειστικά του άρθρου 7 της οδηγίας αποτελεί, αφεαυτής, σοβαρή και πρόδηλη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, παρέχουσα δικαίωμα αποζημιώσεως στους ιδιώτες που υπέστησαν ζημία λόγω αυτής της παραλείψεως του κράτους μέλους.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
44 Το πέμπτο ερώτημα αφορά τους συγκεκριμένους τρόπους μεταφοράς στο αυστριακό δίκαιο του άρθρου 7 της οδηγίας. Πρέπει να υπομνηστεί ότι ορισμένοι από τους ενάγοντες των κύριων δικών μπόρεσαν, λόγω της ημερομηνίας της κρατήσεως θέσεων και της προβλεφθείσας ημερομηνίας αναχωρήσεως, να αξιοποιήσουν το σύστημα εγγυήσεως που προβλέπει η κανονιστική απόφαση περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, επιτυγχάνοντας, ωστόσο, σε ελάχιστο μόνο βαθμό την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Έτσι, ο εθνικός δικαστής διερωτάται εάν ο επιδιωκόμενος από την επίμαχη διάταξη σκοπός επιτυγχάνεται όταν οι μόνες υποχρεώσεις που επιβάλλει μια εθνική νομοθεσία στους διοργανωτές ταξιδίων είναι αυτές που προβλέπει η αυστριακή νομοθεσία.
45 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί, κατ' αρχάς, ότι το Δικαστήριο είχε ήδη στο παρελθόν την ευκαιρία να παρατηρήσει ότι από αυτό τούτο το γράμμα του άρθρου 7 της οδηγίας προκύπτει «ότι, ως αποτέλεσμα της θέσεώς της σε ισχύ, η διάταξη αυτή επιβάλλει στον διοργανωτή την υποχρέωση να διαθέτει επαρκείς εγγυήσεις, κατάλληλες να εξασφαλίσουν, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως, την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών και τον επαναπατρισμό του καταναλωτή» (16). Επομένως, για να εξασφαλιστεί η θέση σε ισχύ της διατάξεως αυτής, το κράτος μέλος είχε την υποχρέωση να θεσπίσει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητά της και, συνακόλουθα, την υλοποίηση του αποτελέσματος που επιβάλλει η διάταξη αυτή (17). Με άλλα λόγια, από το γράμμα του άρθρου 7, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη έχουν υποχρέωση επιτεύξεως ορισμένου αποτελέσματος: οφείλουν εν πάση περιπτώσει να διασφαλίσουν στους αγοραστές οργανωμένων ταξιδίων, ανεξαρτήτως των χρησιμοποιουμένων μέσων, την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών και τον επαναπατρισμό τους σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως των διοργανωτών. Επομένως, προς απάντηση του ερωτήματος αυτού, αρκεί να παρατηρηθεί ότι ο σκοπός του άρθρου 7 της οδηγίας δεν επιτεύχθηκε, δεδομένου ότι οι καταναλωτές (εναγόμενοι των κυρίων δικών), μολονότι αξιοποίησαν το σύστημα εγγυήσεως που προέβλεψε ο αυστριακός νομοθέτης στο πλαίσιο της (φερομένης) μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, δεν πέτυχαν την επιστροφή του συνόλου των καταβληθέντων ποσών.
46 Κατά τη γνώμη μου, προς δικαιολόγηση της συμπεριφοράς της Δημοκρατίας της Αυστρίας, δεν μπορεί να προβληθεί ούτε ότι η παράβαση του άρθρου 189 της Συνθήκης, που είναι καταλογιστέα εν προκειμένω στη Δημοκρατία της Αυστρίας και έγκειται στην παράλειψη προβλέψεως αποτελεσματικών μέσων για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 7 της οδηγίας, δεν συνιστά επαρκώς σοβαρή και πρόδηλη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ευθύνη του κράτους για τις ζημίες που προκλήθηκαν στους ιδιώτες (18). Η Αυστριακή Κυβέρνηση παρατηρεί συναφώς ότι, ενόψει των στοιχείων που είχε στη διάθεσή της κατά τη χρονική στιγμή της μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, μπορούσε καλοπίστως να θεωρήσει ότι μέτρα όπως τα προβλεφθέντα με την κανονιστική απόφαση του 1994 θα αρκούσαν για να διασφαλίσουν το αποτέλεσμα του άρθρου 7 της οδηγίας.
47 Μολονότι η εκτίμηση του ζητήματος αυτού εναπόκειται, κατ' αρχήν, στο εθνικό δικαστήριο, φρονώ, παρά ταύτα, ότι το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία για να προτείνει μια λύση επί της ουσίας. Πράγματι, αρκεί να παρατηρηθεί ότι το αποτέλεσμα που επιβάλλει στα κράτη το άρθρο 7 της οδηγίας είναι σαφές και συγκεκριμένο: έγκειται στην εγγύηση της επιστροφής του συνόλου των ποσών που κατέβαλε ο καταναλωτής για την πραγματοποίηση οργανωμένου ταξιδίου. Βέβαια, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την επιλογή των μέσων, τα οποία όμως θα πρέπει να αποδειχθούν αποτελεσματικά για την επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού. Με άλλα λόγια, από το γράμμα του άρθρου 7, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση Dillenkofer κ.λπ., προκύπτει ότι το κράτος μέλος διαθέτει διακριτική ευχέρεια αποκλειστικά και μόνο σε σχέση με την επιλογή των συγκεκριμένων τρόπων επιτεύξεως ενός σκοπού που προσδιορίζεται ρητά στο κείμενο της διατάξεως. Οι επιλεγέντες τρόποι θα θεωρηθούν σύμφωνοι με τον σκοπό μόνον εφόσον παρέχουν in concreto στους καταναλωτές τη δυνατότητα να επιτύχουν την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών ή τον επαναπατρισμό τους.
48 Όμως, οι συγκεκριμένοι τρόποι που προέβλεψε ο Αυστριακός νομοθέτης ήσαν προδήλως ανεπαρκείς και, πράγματι, τούτο κατέστη φανερό όταν οι καταναλωτές επιχείρησαν να προβάλουν τα δικαιώματα που τους αναγνώριζε το άρθρο 7 της οδηγίας. Τούτο προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι, όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, η Αυστριακή Κυβέρνηση απαιτεί μια περιορισμένη εγγύηση, όσον αφορά τόσο το ύψος της όσο και τη βάση υπολογισμού της, δεδομένου ότι το ασφαλισμένο ποσό υπολογίζεται σε συνάρτηση προς τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε το πρακτορείο κατά το προηγούμενο έτος ή, στην περίπτωση επιχειρηματιών που άρχισαν πρόσφατα την άσκηση της δραστηριότητάς τους, βάσει του κύκλου εργασιών που προβλέπει ότι θα έχει ο ίδιος ο επιχειρηματίας. Επομένως, στο πλαίσιο του συστήματος που εγκαθίδρυσε η αυστριακή κανονιστική απόφαση, είναι αδύνατο, από διαρθρωτικής απόψεως, να λαμβάνονται υπόψη απολύτως φυσιολογικά και προβλέψιμα γεγονότα που συντελούνται στον οικείο οικονομικό τομέα, όπως είναι μια σημαντική αύξηση του αριθμού των κρατήσεων σε σχέση με τον κύκλο εργασιών του προηγουμένου έτους.
49 Επιπλέον, σημασία έχει επίσης η έλλειψη μέτρων εποπτείας της συμπεριφοράς των διοργανωτών ταξιδίων, λαμβανομένου υπόψη ότι, στην απόφαση Dillenkofer κ.λπ., το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «η θέση σε ισχύ του άρθρου 7 δεν θα ήταν πλήρης αν, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ο εθνικός νομοθέτης περιοριζόταν στη θέσπιση του αναγκαίου νομικού πλαισίου για την επιβολή στον διοργανωτή της εκ του νόμου υποχρεώσεως να αποδεικνύει ότι διαθέτει εγγυήσεις» (19).
50 Επομένως, φρονώ ότι στο πέμπτο ερώτημα που υπέβαλε το αυστριακό δικαστήριο μπορεί να δοθεί χωρίς επιφύλαξη η απάντηση ότι ο επιδιωκόμενος από το άρθρο 7 σκοπός δεν επιτυγχάνεται παρά μόνον οσάκις ο αγοραστής οργανωμένου ταξιδίου επιτυγχάνει την επιστροφή ολοκλήρων των καταβληθέντων ποσών, χωρίς να έχουν συναφώς οποιαδήποτε σημασία - υπό την επιφύλαξη, πάντως, ότι είναι συναφώς αποτελεσματικά - τα συγκεκριμένα μέτρα που έχει θεσπίσει ο εθνικός νομοθέτης, κατά το στάδιο της θέσεως σε εφαρμογή του άρθρου αυτού, με σκοπό να διασφαλίσει την υλοποίηση του εν λόγω σκοπού.
Επί του έκτου ερωτήματος
51 Με το έκτο και τελευταίο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο εάν η ευθύνη του κράτους μέλους λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου μπορεί να αποκλειστεί ή να περιοριστεί οσάκις το κράτος αυτό αποδεικνύει τη συνδρομή παρανόμων ενεργειών τρίτου - στη συγκεκριμένη περίπτωση του διοργανωτή του οργανωμένου ταξιδίου - ή μια εντελώς ασυνήθιστη και απρόβλεπτη επίταση του κινδύνου. Επομένως, πρέπει να διευκρινιστεί αν η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του κράτους και της ζημίας που υπέστησαν οι ιδιώτες μπορεί να διακοπεί συνεπεία των προαναφερθέντων παραγόντων.
52 Συναφώς, πρέπει εκ προοιμίου να τονιστεί ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει αν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη θεμελίωση υποχρεώσεως του κράτους προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, στο εθνικό δικαστήριο, που έχει άμεση γνώση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, εναπόκειται να κρίνει αν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς που καταλογίζεται στο κράτος μέλος και της ζημίας που υπέστησαν οι ιδιώτες.
53 Τούτου δοθέντος, η Αυστριακή Κυβέρνηση διατείνεται ότι η ζημία που υπέστησαν οι καταναλωτές οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην απερίσκεπτη συμπεριφορά υποκειμένων δικαίου άσχετων προς τη Δημοκρατία της Αυστρίας και, συγκεκριμένα, των διοργανωτών του ταξιδίου και του εκδότη της ημερήσιας εφημερίδας. Κατά συνέπεια, η Αυστριακή Κυβέρνηση φρονεί ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, επειδή ο νομοθέτης δεν μπορούσε να προβλέψει ασυνήθιστα περιστατικά συνδεόμενα με τη συμπεριφορά τρίτου, όπως είναι το γεγονός της αποδοχής αριθμού κρατήσεων που υπερέβαινε τις οικονομικές δυνατότητες του πρακτορείου Arena-Club-Reisen.
54 Δεν μπορώ να δεχθώ την άποψη αυτή. Πράγματι, εάν η μέριμνα που διαπνέει την οδηγία είναι η επιβολή στα κράτη μέλη της υποχρεώσεως να προβλέψουν ένα σύστημα προστασίας των καταναλωτών, ικανό να τους παράσχει εγγυήσεις σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως των διοργανωτών ή των πωλητών οργανωμένων ταξιδίων, είναι πρόδηλον ότι η οδηγία σκοπεί ακριβώς να προστατεύσει τους καταναλωτές, που είναι τα ασθενή συμβαλλόμενα μέρη της συμβάσεως, ακριβώς από συμπεριφορές όπως αυτή του Arena-Club-Reisen. Η περιγραφείσα αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως μεταφοράς ή της μη προσήκουσας μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και της ζημίας που υπέστησαν οι ιδιώτες δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να διακοπεί εξαιτίας της παράνομης ή απερίσκεπτης συμπεριφοράς του διοργανωτή του ταξιδίου. Πράγματι, η οδηγία επιβάλλει το ειδικό αυτό προστατευτικό καθεστώς που αναφέρεται στο άρθρο 7 ακριβώς για το ενδεχόμενο απερίσκεπτων συμπεριφορών ή, ακόμη, ασυνήθιστων ή απρόβλεπτων περιστατικών. Επομένως, η Δημοκρατία της Αυστρίας όφειλε να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των καταναλωτών ακριβώς από συμπεριφορές όπως αυτή του Arena-Club-Reisen· το προκριθέν σύστημα δεν αποδείχθηκε, όμως, ικανό να διασφαλίσει το αποτέλεσμα που επιβάλλει η οδηγία.
55 Ενόψει όλων των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Landesgericht Linz ερωτήματα ως εξής:
«1) Τα ταξίδια για τα οποία ο κύριος συμβαλλόμενος οφείλει να καταβάλει,
α) αν ταξιδεύει μόνος, εκτός των τελών αεροδρομίου, το συμπλήρωμα διανυκτερεύσεως σε μονόκλινο δωμάτιο ή
β) αν συνοδεύεται από τουλάχιστον ένα ακόμη πρόσωπο το οποίο καταβάλλει ολόκληρη την τιμή του ταξιδίου, μόνον τα τέλη αεροδρομίου,
συμπεριλαμβάνονται στον προστατευτικό σκοπό του άρθρου 7 της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις.
2) Τα ταξίδια αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 90/314, ακόμη και στην περίπτωση που προσφέρονται από εφημερίδες με μεγάλη κυκλοφορία σε ορισμένο κράτος μέλος αποκλειστικά στους συνδρομητές τους, στο πλαίσιο παραπλανητικής διαφημιστικής εκστρατείας.
3) Το άρθρο 7 της οδηγίας 90/314 απαγορεύει σε κράτος μέλος να απαιτεί, κατά τη μεταφορά του άρθρου αυτού στο εσωτερικό δίκαιο, να εξασφαλίζονται τα δικαιώματα των καταναλωτών που προβλέπονται στο άρθρο αυτό αποκλειστικά και μόνο σε σχέση με τα ταξίδια στα οποία οι κρατήσεις έχουν γίνει μετά την 1η Ιανουαρίου 1995 και των οποίων η ημερομηνία αναχωρήσεως δεν είναι προγενέστερη της 1ης Μαου 1995.
4) Η μη εμπρόθεσμη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο αποκλειστικά του άρθρου 7 της οδηγίας 90/314 συνιστά, ήδη αφεαυτής, κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, θεμελιώνουσα αξίωση αποζημιώσεως των ιδιωτών που υπέστησαν οικονομική ζημία λόγω της παραβιάσεως αυτής.
5) Ο σκοπός που επιδιώκει το άρθρο 7 της οδηγίας 90/314 δεν επιτυγχάνεται παρά μόνον εφόσον ο αγοραστής οργανωμένων ταξιδίων επιτυγχάνει την επιστροφή ολόκληρων των καταβληθέντων ποσών, ανεξαρτήτως των συγκεκριμένων μέτρων που έχει θεσπίσει ο εθνικός νομοθέτης κατά το στάδιο της μεταφοράς του άρθρου αυτού στο εσωτερικό δίκαιο.
6) Μεταξύ της εκπρόθεσμης ή της ελλιπούς μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 7 της οδηγίας 90/314 και της ζημίας που υπέστη ο καταναλωτής υφίσταται αιτιώδης συνάφεια ακόμη κι αν ο διοργανωτής του ταξιδίου προέβη σε απερίσκεπτες ενέργειες ή αν επήλθε μια ασυνήθιστη επίταση του κινδύνου.»
(1) - ΕΕ L 158, σ. 59. Η οδηγία και, ειδικότερα, το άρθρο της 7 έχουν μέχρι τώρα ερμηνευθεί από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 8ης Οκτωβρίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-178/94, C-179/94, C-188/94 έως C-190/94, Dillenkofer κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-4845), και της 14ης Μαου 1998, C-364/96, Verein fόr Konsumenteninformation (Συλλογή 1998, σ. Ι-2949).
(2) - Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Dillenkofer κ.λπ., σκέψη 3.
(3) - BGBl. αριθ. 881, της 15ης Νοεμβρίου 1994, σ. 6501.
(4) - Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Dillenkofer κ.λπ. (σκέψεις 33 έως 39) και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro, παράγραφοι 11 έως 14. Φρονώ ότι η αρχή της ερμηνείας κατά τον ευνοϋκότερο δυνατό τρόπο για τους καταναλωτές επιβεβαιώνεται επίσης από την προαναφερθείσα απόφαση Verein fόr Konsumenteninformation, στο μέτρο που, ιδίως στις σκέψεις 18 έως 23, το Δικαστήριο ερμήνευσε ευρέως το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος των καταναλωτών για επιστροφή των καταβληθέντων ποσών και για επαναπατρισμό «λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της οδηγίας, ιδίως δε του άρθρου της 7» (σκέψη 20).
(5) - Η όγδοη αιτιολογική σκέψη υπογραμμίζει τις διαφορές μεταξύ των εθνικών ρυθμίσεων όσον αφορά τους «κανόνες για την προστασία του καταναλωτή»· στην ένατη αιτιολογική σκέψη τονίζονται οι ιδιαιτερότητες των υπηρεσιών που παρέχονται στους καταναλωτές στο πλαίσιο οργανωμένων ταξιδίων και, ειδικότερα, το γεγονός ότι οι καταναλωτές καταβάλλουν γενικώς σημαντικά ποσά· η δέκατη αιτιολογική σκέψη απαιτεί να μπορεί ο καταναλωτής να απολαύει της προστασίας που προβλέπει η οδηγία, ανεξάρτητα από το αν είναι συμβαλλόμενο μέρος, εκδοχέας ή μέλος ομάδας για λογαριασμό της οποίας ένα άλλο πρόσωπο συνήψε τη σύμβαση για οργανωμένο ταξίδι. Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη αφορά την υποχρέωση ενημερώσεως την οποία επιβάλλει η οδηγία στον διοργανωτή ή τον πωλητή.
(6) - Τα άρθρα 3 και 4 αφορούν τις υποχρεώσεις που βαρύνουν τον διοργανωτή του ταξιδίου ή τον πωλητή κατά τον προγενέστερο της συνάψεως της συμβάσεως χρόνο, καθώς και τις περιστάσεις που μπορούν να μεταβάλουν τη συμβατική σχέση. Και στις δύο περιπτώσεις, η νομική ρύθμιση της αμφοτεροβαρούς σχέσεως εκφράζει σαφώς εύνοια για τη συμβατική θέση του καταναλωτή. Το ίδιο ισχύει για τα άρθρα 5 και 6, τα οποία αφορούν τις υποχρεώσεις του διοργανωτή του ταξιδίου και του πωλητή στο στάδιο της εκτελέσεως της συμβάσεως.
(7) - Σε τούτο πρέπει να προστεθεί ότι το άρθρο 3, στοιχείο σσ, της Συνθήκης προβλέπει ότι η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει τη συμβολή στην ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών και ότι το άρθρο 129 Α της Συνθήκης διευκρινίζει ότι η Κοινότητα συμβάλλει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, μεταξύ άλλων, με μέτρα θεσπιζόμενα κατ' εφαρμογήν του άρθρου 100 Α. Οι διατάξεις αυτές δεν ίσχυαν κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας. Ωστόσο, εμφαίνουν ότι η κοινοτική έννομη τάξη αποδίδει ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στα συμφέροντα των καταναλωτών.
(8) - Στη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, στην περίπτωση αυτή, οι συνδρομητές «προφανώς χρηματοδότησαν το "δωρεάν ταξίδι" τους πληρώνοντας για το ταξίδι του συνοδού/των συνοδών τους».
(9) - Βλ. ανωτέρω, παράγραφος 17.
(10) - Βλ. την υποσημείωση 5 και το αντίστοιχο κείμενο.
(11) - Βλ. οδηγία 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση (ΕΕ L 250, σ. 17)· οδηγία 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη (ΕΕ L 42, σ. 48)· οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ L 95, σ. 29)· οδηγία 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαου 1997, για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις (ΕΕ L 144, σ. 19), και οδηγία 97/55/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση προκειμένου να συμπεριληφθεί η συγκριτική διαφήμιση (ΕΕ L 290, σ. 18).
(12) - Απόφαση Dillenkofer κ.λπ., σκέψη 50.
(13) - Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-5357, σκέψεις 38 έως 46). Πρέπει να υπομνηστεί ότι, με την προαναφερθείσα απόφαση Dillenkofer κ.λπ., το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι το άρθρο 7 της οδηγίας πληροί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
(14) - Αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-46/93 και C-48/93, Brasserie du pκcheur και Factortame (Συλλογή 1996, σ. Ι-1029, σκέψεις 50 έως 55), και της 26ης Μαρτίου 1996, C-392/93, British Telecommunications (Συλλογή 1996, σ. Ι-1631, σκέψεις 38 έως 42).
(15) - Το Δικαστήριο κατέληξε έτσι ότι η προϋπόθεση της επαρκώς σοβαρής και πρόδηλης παραβιάσεως, μολονότι δεν είχε μνημονευθεί στην απόφαση Francovich κ.λπ., ενυπήρχε, πάντως, στις περιστάσεις της υποθέσεως (σκέψη 23).
(16) - Προαναφερθείσα απόφαση Dillenkofer κ.λπ., σκέψη 34.
(17) - Προαναφερθείσα απόφαση Dillenkofer κ.λπ., σκέψεις 50 έως 52.
(18) - Προαναφερθείσα απόφαση British Telecommunications (σκέψεις 40 έως 46). Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το άρθρο 8 της οδηγίας 90/531/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1990 (ΕΕ L 297, σ. 1), σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων στους καλούμενους «αποκλειστικούς τομείς», «δεν διαθέτει ακρίβεια και δικαιολογούσε, εκτός από την ερμηνεία την οποία έδωσε το Δικαστήριο με την παρούσα απόφαση, και την ερμηνεία την οποία - καλοπίστως - του έδωσε το Ηνωμένο Βασίλειο, στηριζόμενο σε επιχειρήματα που δεν είναι εντελώς αβάσιμα» (σκέψη 43).
(19) - Προαναφερθείσα απόφαση, σκέψη 51.
Full & Egal Universal Law Academy