Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Εισαγωγή
1 Η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από το cour du travail de Liθge (Βέλγιο). Αφορά την ερμηνεία των άρθρων 12, παράγραφος 2, 46 και 46β του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (1), σε σχέση με τον υπολογισμό της συντάξεως εργάτη ανθρακωρυχείου η οποία αυξάνεται κατά ένα συμπλήρωμα δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας, καθώς και την ενδεχόμενη μείωση του συμπληρώματος αυτού κατά ποσό αντίστοιχο των παροχών συντάξεως που έχουν αποκτηθεί σε άλλα κράτη μέλη.
2 Η υπόθεση της κύριας δίκης εμφανίζεται, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ως εξής: ο ενάγων και εφεσίβλητος (στο εξής: ενάγων), ο οποίος γεννήθηκε στην Ιταλία, απασχολήθηκε, στο πλαίσιο της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, καταρχάς στη χώρα του και μετά στη Γερμανία ως μισθωτός. Στη συνέχεια εργάστηκε επί 26 έτη στο Βέλγιο ως εργάτης ανθρακωρυχείου.
3 Ο υπολογισμός της συντάξεως των εργατών ανθρακωρυχείου γίνεται βάσει της πλήρους σταδιοδρομίας 30 ετών, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, του βελγικού νόμου της 20ής Ιουλίου 1990, περί καθιερώσεως ελαστικού ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών και περί προσαρμογής των συντάξεων των μισθωτών στο γενικό επίπεδο ζωής (2).
Το άρθρο 3, παράγραφος 6, πρώτο εδάφιο, ορίζει τα εξής: «Η σύνταξη του μισθωτού που δεν συμπληρώνει μεν τριάντα ημερολογιακά έτη εργασίας κατά συνήθη και κύρια απασχόληση ως εργάτης ανθρακωρυχείου ή υπογείου λατομείου, αλλά συμπληρώνει τουλάχιστον είκοσι πέντε έτη, αυξάνεται κατά ένα συμπλήρωμα.»
Το άρθρο 3, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, έχει ως εξής: «Το συμπλήρωμα αυτό ισούται προς τη διαφορά μεταξύ του ύψους της συντάξεως την οποία θα ελάμβανε αν είχε πράγματι εργαστεί κατά συνήθη και κύρια απασχόληση ως εργάτης ανθρακωρυχείου ή υπόγειου λατομείου επί τριάντα ημερολογιακά έτη και του συνολικού ύψους των συντάξεων ή αντιστοίχων παροχών τις οποίες μπορεί να αξιώσει δυνάμει ενός ή πλειόνων εκ των αναφερομένων στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο a, συστημάτων.»
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο a, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στη «σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου ή σύνταξη επιζώντος ή τις αντίστοιχες παροχές, οι οποίες χορηγούνται (...) δυνάμει αλλοδαπού συνταξιοδοτικού συστήματος».
4 Ο οργανισμός Office national des pensions, εναγόμενος και εφεσείων στην κύρια δίκη (στο εξής: ONP), χορήγησε στον ενάγοντα, με διοικητική απόφαση, σύνταξη ανθρακωρύχου από 1ης Ιανουαρίου 1991, ετησίου ύψους 449 417 βελγικών φράγκων (BFR). Η απόφαση αυτή διευκρίνιζε, επιπλέον, ότι ο ενδιαφερόμενος δικαιούνταν συμπλήρωμα ανερχόμενο ετησίως σε 40 591 BFR και προσέθετε: «το συμπλήρωμα αυτό θα μειωθεί κατά το ποσό των λοιπών συντάξεων ή αντιστοίχων παροχών τις οποίες ενδεχομένως δικαιούσθε δυνάμει βελγικού ή αλλοδαπού [ασφαλιστικού] συστήματος (...)».
5 Το συμπλήρωμα αυτό μειώθηκε στο μηδέν λόγω των συντάξεων μισθωτού τις οποίες ο ενάγων ελάμβανε από άλλες πηγές: της μιας από την Ιταλία, από 1ης Νοεμβρίου 1989, ύψους 101 619 ιταλικών λιρών (LIT) μηνιαίως, της δε άλλης από τη Γερμανία, από 1ης Ιανουαρίου 1991, ύψους 3 208,80 γερμανικών μάρκων (DM) ετησίως. Ο ενάγων προσέβαλε δικαστικώς την εν λόγω μείωση του συμπληρώματος.
6 Ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων, ο ενάγων υποστήριξε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, περιέχει ρήτρα μειώσεως της οποίας η εφαρμογή, δυνάμει των άρθρων 12, παράγραφος 2, και 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, καθώς και του άρθρου 46β του ιδίου κανονισμού, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1992, πρέπει να αποκλεισθεί κατά τον υπολογισμό του ποσού της συντάξεως την οποία ο ενάγων δικαιούται βάσει της βελγικής νομοθεσίας.
Μέχρι την τροποποίησή του, το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού όριζε τα εξής:
«Οι διατάξεις περί μειώσεως (...) που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ή με άλλα εισοδήματα εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, ακόμη και αν πρόκειται περί παροχών που εκτήθησαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή περί εισοδημάτων που εκτήθησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει όταν ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές της ίδιας φύσεως για αναπηρία, γήρας, θάνατο (συντάξεις) ή επαγγελματική ασθένεια που καταβάλλονται από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 50, 51 ή του άρθρου 60, παράγραφος 1, περίπτωση ββ).»
7 Ο ενάγων δικαιώθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο ONP άσκησε έφεση. Υποστήριξε ότι η επίδικη βελγική ρύθμιση συνιστούσε καθαρά κανόνα υπολογισμού της οφειλομένης παροχής, εφαρμοστέο προτού αποτελέσει η παροχή «αντικείμενο μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως».
8 Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει ο όρος "ρήτρα μειώσεως" που περιέχεται στα άρθρα 12, παράγραφος 2, 46, παράγραφος 3, και 46β του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 την έννοια ότι καλύπτει τη διάταξη νόμου κράτους μέλους η οποία, προβλέποντας ότι το ποσό της συντάξεως μισθωτού ο οποίος δεν συμπληρώνει τριάντα έτη απασχολήσεως, αλλά μόνον είκοσι πέντε έτη, προσαυξάνεται κατά ένα συμπλήρωμα, ορίζει ότι το συμπλήρωμα αυτό ισούται προς τη διαφορά μεταξύ του ποσού της συντάξεως την οποία ο εργαζόμενος θα ελάμβανε αν είχε όντως εργαστεί επί τριακονταετία και του συνολικού ποσού των συντάξεων τις οποίες μπορεί ο ενδιαφερόμενος να αξιώσει δυνάμει συνταξιοδοτικού συστήματος του εν λόγω κράτους μέλους ή συνταξιοδοτικού συστήματος άλλου κράτους μέλους;»
9 Ο ONP και η Επιτροπή μετέσχαν στην έγγραφη διαδικασία. Εξάλλου, στην επ' ακροατηρίου συζήτηση έλαβε μέρος και η Σουηδική Κυβέρνηση. Στο πλαίσιο της αναλύσεως θα επανέλθω στις λεπτομέρειες των ισχυρισμών των μερών.
Β - Ανάλυση
10 Πρέπει καταρχάς να υπενθυμιστεί ότι οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού 1408/71 τροποποιήθηκαν από 1ης Ιουνίου 1992, γεγονός το οποίο ο ενάγων - όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής - είχε ήδη επισημάνει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, και επί του οποίου και η Επιτροπή, ορθώς, στήριξε την επιχειρηματολογία της.
11 Συνεπώς, έχουν εφαρμογή δύο διαφορετικές κοινοτικές ρυθμίσεις· αφενός, αυτή που ίσχυε κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 1991, πρώτη ημέρα της συνταξιοδοτήσεως, έως τις 31 Μαου 1992· αφετέρου, η τροποποιημένη ρύθμιση, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1992. Ωστόσο, μπορεί ήδη να θεωρηθεί ότι η έννοια του όρου «ρήτρα μειώσεως» εις τις εν λόγω ρυθμίσεις δεν μεταβλήθηκε ως προς την ουσία.
12 Κατά την έγγραφη διαδικασία - όπως και ήδη στο πλαίσιο της κύριας δίκης -, ο ONP υποστήριξε ότι η επίδικη βελγική ρύθμιση αποτελούσε ρήτρα υπολογισμού της παροχής. Προσέθεσε ότι ο υπολογισμός του ύψους της παροχής γίνεται αναγκαστικά πριν από τυχόν εφαρμογή κανόνα περί μειώσεως. Επιπλέον, κατά τον ONP, η διάταξη αυτή δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, καθόσον, κατά τον υπολογισμό του συμπληρώματος, λαμβάνονται υπόψη και οι παροχές βελγικών συντάξεων που έχουν χορηγηθεί βάσει άλλων διατάξεων.
Τέλος, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος του ONP ανέφερε ότι το επίδικο συμπλήρωμα αντιστοιχούσε στο ποσό της διαφοράς που απαιτείτο για τη συμπλήρωση της ελάχιστης παροχής κατά τη βελγική νομοθεσία, στον υπολογισμό του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 50 του κανονισμού 1408/71, λαμβάνονται υπόψη οι παροχές συντάξεως που οφείλονται δυνάμει του περί συντάξεων κεφαλαίου του κανονισμού (3).
13 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Σουηδική Κυβέρνηση υποστήριξε ουσιαστικά την άποψη ότι η επίμαχη βελγική διάταξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ρήτρα μειώσεως υπό την έννοια του άρθρου 1408/71, αλλά ότι θα έπρεπε να θεωρηθεί απλώς ως ρήτρα υπολογισμού. Η εν λόγω κυβέρνηση προσέθεσε ότι, ακόμα και αν το Δικαστήριο θεωρήσει τις διατάξεις περί του προσδιορισμού του ποσού του συμπληρώματος ως ρήτρα μειώσεως, τα άρθρα 12, παράγραφος 2, 46, παράγραφος 3, και 46β του κανονισμού δεν θα έπρεπε να εφαρμοστούν, γιατί αυτό θα είχε αρνητικές επιπτώσεις.
14 Η Επιτροπή υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η επίδικη βελγική διάταξη πρέπει να θεωρηθεί ως ρήτρα μειώσεως υπό την έννοια του κανονισμού. Κατά την Επιτροπή, αυτό θα οδηγούσε, δυνάμει του κανονισμού 1408/71, τόσο στην προ της 1ης Ιουνίου 1992 διατύπωσή του όσο και στη μεταγενέστερη διατύπωσή του, στην υποχρέωση να μη λαμβάνονται υπόψη, κατά τον υπολογισμό του συμπληρώματος, οι παροχές συντάξεως που οφείλονται δυνάμει των συστημάτων άλλων κρατών μελών.
Προς δικαιολόγηση της απόψεώς της, η Επιτροπή επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου (4) και προβάλλει τη διαφορά προσεγγίσεως μεταξύ των εξωτερικών και των εσωτερικών κανόνων κατά της σωρεύσεως. Κατά την Επιτροπή, στην υπό κρίση υπόθεση συντρέχει περίπτωση εξωτερικού κανόνα κατά της σωρεύσεως, η εφαρμογή του οποίου πρέπει να αποκλείεται κατά τον υπολογισμό παροχής οφειλομένης δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους.
Η νομική κατάσταση σύμφωνα με τον κανονισμό 1408/71, όπως αυτός ίσχυε έως τις 31 Μαου 1992
15 Οι κρίσιμες διατάξεις του κανονισμού 1408/71, όπως αυτός ίσχυε έως τις 31 Μαου 1992, είναι το άρθρο 12, παράγραφος 2, όπως αυτό παρατέθηκε ανωτέρω, και το άρθρο 46, παράγραφος 3, το οποίο είχε ως εξής: «Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται το συνολικό ποσό των παροχών που υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, με ανώτατο όριο το μεγαλύτερο από τα θεωρητικά ποσά παροχών που υπολογίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2, περίπτωση αα.
Εφόσον το ποσό που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο υπερβαίνει το όριο, κάθε φορέας ο οποίος εφαρμόζει την παράγραφο 1 προσαρμόζει την παροχή του στο ποσό που αντιστοιχεί στη σχέση μεταξύ του ποσού της εν λόγω παροχής και του συνολικού ποσού των παροχών που προσδιορίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1.»
16 Το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση Romano (5) ενόσω ίσχυαν ακόμα οι διατάξεις αυτές. Σ' εκείνη την προδικαστική υπόθεση, ετέθη το ζήτημα αν οι τότε ισχύουσες βελγικές διατάξεις περί λήψεως ή μη λήψεως υπόψη πλασματικών ετών απασχολήσεως, κατά τον υπολογισμό της συντάξεως εργάτη ορυχείου, έπρεπε να χαρακτηριστούν ως ρήτρα μειώσεως υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2. Υπό ορισμένες περιστάσεις (6), στους εργάτες του συγκεκριμένου βιομηχανικού κλάδου αναγνωρίζεται πλασματική περίοδος απασχολήσεως προς συμπλήρωση πλήρους σταδιοδρομίας - υπολογιζόμενη με βάση τα 30 έτη απασχολήσεως. Τα εν λόγω πλασματικά έτη υφίστανται κατά κανόνα, κατά τον υπολογισμό του ποσού της συντάξεως των διακινουμένων εργαζομένων, μείωση αντιστοιχούσα στα έτη πραγματικής απασχολήσεως που έχουν συμπληρωθεί σε άλλο κράτος μέλος.
17 Το εθνικό δικαστήριο που επιλήφθηκε της διαφοράς ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς ως προς το αν οι επίδικες βελγικές διατάξεις συνιστούσαν κανόνα κατά της σωρεύσεως υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71, με τις συναφείς συνέπειες όσον αφορά τον υπολογισμό του ποσού της συντάξεως.
18 Με την απόφαση της 4ης Ιουνίου 1985, το Δικαστήριο απάντησε ως εξής:
«Ο εθνικός κανόνας που μειώνει τα πρόσθετα έτη πλασματικής απασχολήσεως που μπορούν να αναγνωριστούν στον εργαζόμενο, αναλόγως του αριθμού των ετών για τα οποία ο τελευταίος μπορεί να αξιώσει σύνταξη σε άλλο κράτος μέλος, αποτελεί ρήτρα μειώσεως κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 (...) η εφαρμογή της οποίας αποκλείεται δυνάμει της τελευταίας περιόδου της εν λόγω διατάξεως κατά τον υπολογισμό του ποσού της συντάξεως βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.» (7)
19 Το ζήτημα που τίθεται συναφώς στην υπό κρίση υπόθεση είναι αν η εκτίμηση αυτή μπορεί να ισχύσει κατ' ανάλογο τρόπο και για τις τροποποιημένες βελγικές διατάξεις, οι οποίες ίσχυαν κατά την περίοδο από 1ης Ιουνίου 1991 έως τις 31 Μαου 1992.
20 Ο ONP υποστηρίζει την άποψη ότι ο τρόπος υπολογισμού που καθιερώθηκε με τον νόμο της 20ής Ιανουαρίου 1990 είναι ριζικά διαφορετικός από αυτόν στον οποίο αναφερόταν η προδικαστική παραπομπή που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως Romano και, επομένως, η απάντηση που δόθηκε τότε από το Δικαστήριο δεν προδικάζει την εκτίμηση της παρούσας νομικής καταστάσεως.
21 Η Επιτροπή, αντιθέτως, εκτιμά ότι η νομική κατάσταση που ίσχυε στο συγκεκριμένο κράτος την εποχή της αποφάσεως Romano είναι, ουσιαστικά, όμοια με αυτή που ισχύει όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης.
22 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η βελγική ρύθμιση περί των συντάξεων των εργατών ανθρακωρυχείου - τόσο στη διατύπωση που αφορούσε η υπόθεση Romano όσο και στη νυν ισχύουσα διατύπωση - προβλέπει ιδιαίτερα πλεονεκτήματα για τους μισθωτούς αυτού του κλάδου απασχολήσεως. Τα πλεονεκτήματα αυτά συνίστανται, αφενός, στο ότι η σταδιοδρομία θεωρείται πλήρης με την συμπλήρωση 30 ετών εργασίας, ήτοι μετά από χρονικό διάστημα σαφώς βραχύτερο από το γενικώς ισχύον. Αφετέρου, η ρύθμιση αυτή, η οποία προβλέπεται γι' αυτήν την ομάδα ατόμων, χαρακτηρίζεται από το ότι, με την συμπλήρωση τουλάχιστον εικοσιπενταετούς περιόδου πραγματικής απασχολήσεως, η καταβλητέα σύνταξη αναβαθμίζεται εκ του νόμου στο επίπεδο της πλήρους συντάξεως. Αυτό ισχύει και στις δύο νομικές καταστάσεις που εξετάζονται εν προκειμένω. Το μόνο που διαφέρει είναι η τεχνική της αναβαθμίσεως. Ενώ, υπό το κράτος του προϋσχύσαντος δικαίου, οι περίοδοι που λαμβάνονταν υπόψη συμπληρώνονταν με την αναγνώριση πλασματικών περιόδων, το νέο δίκαιο χορηγεί ένα συμπλήρωμα, σε σχέση προς τη σύνταξη αναφοράς η οποία υπολογίζεται βάσει τριακονταετούς απασχολήσεως.
23 Οι παροχές συντάξεως τις οποίες ο ενδιαφερόμενος μπορεί να απαιτήσει βάσει άλλων συστημάτων αφαιρούνται από το ποσό της διαφοράς μεταξύ των συντάξεων που έχουν αποκτηθεί βάσει των συμπληρωθεισών πραγματικών περιόδων απασχολήσεως και της πλήρους παροχής. Αυτό ισχύει υπό το κράτος αμφοτέρων των ρυθμίσεων, ήτοι, σύμφωνα με τη χρησιμοποιούμενη τεχνική της αναβαθμίσεως της παροχής στο επίπεδο της πλήρους παροχής, είτε με μείωση των πλασματικών περιόδων που λαμβάνονται υπόψη σε πρώτη φάση, είτε με τη μείωση του υπολογιζομένου ποσού του συμπληρώματος. Στο μέτρο που η αναβάθμιση, έως το επίπεδο της πλήρους παροχής, για μια ιδιαίτερη ομάδα μισθωτών - ανεξαρτήτως των λόγων -, των παροχών συντάξεως που έχουν αποκτηθεί με συνεισφορά διαμορφώνει ένα ευνοϋκότερο καθεστώς που αποκλίνει από τους γενικούς κανόνες, η προγενέστερη και η μεταγενέστερη νομική κατάσταση είναι συγκρίσιμες. Στο πλαίσιο αυτό, οι παροχές συντάξεως που μπορούν να απαιτηθούν βάσει άλλων συστημάτων είναι επίσης συγκρίσιμες. Υπό το κράτος αμφοτέρων των ρυθμίσεων, οι παροχές που προβλέπονται από τις εθνικές νομοθεσίες, όπως και οι παροχές που οφείλονται δυνάμει αλλοδαπών συστημάτων, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη (8).
24 Το Δικαστήριο χαρακτήρισε την «εξωτερική» διάταξη κατά της σωρεύσεως που περιεχόταν στην παλαιά ρήτρα (του εθνικού δικαίου) περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως ως «ρήτρα μειώσεως» υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Λόγω της συγκρίσιμης δομής και του συγκρίσιμου αντικειμένου, ο χαρακτηρισμός αυτός θα πρέπει να ισχύσει και για τη νέα ρύθμιση.
25 Η άποψη αυτή επιβάλλεται τοσούτο μάλλον καθόσον οι περίοδοι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εκκαθάριση της συντάξεως αποτελούν εξ ορισμού αντικείμενο άλλων διατάξεων (9). Ωστόσο, αν η λήψη υπόψη ή η μείωση των πλασματικών περιόδων θεωρηθεί ως ρήτρα μειώσεως υπό την έννοια της ρυθμίσεως αυτής, αυτό θα έπρεπε κατά μείζονα λόγο να ισχύσει για τη χορήγηση συμπληρωματικών παροχών ή τη μείωσή τους. Έτσι, στις σχετικές διατάξεις γίνεται λόγος περί «σωρεύσεως παροχών» (10) και περί «εκκαθαρίσεως παροχών» (11).
26 Εάν, συνεπώς, θεωρηθεί η μείωση του συμπληρώματος κατά ένα ποσό αντιστοιχούν στις παροχές που οφείλονται από αλλοδαπά συστήματος ως ρήτρα μειώσεως υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71, η εφαρμογή της ρήτρας αυτής μπορεί να αποκλειστεί, δυνάμει των ρητών διατάξεων του άρθρου 12, παράγραφος 2, τελευταία φράση, κατά τον υπολογισμό του ποσού της συντάξεως σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού. Αυτή η άποψη ισχύει, εν πάση περιπτώσει, εφόσον ληφθεί υπόψη ο κανονισμός 1408/71 όπως αυτός ίσχυε έως τα τέλη του Μαου 1992.
Η νομική κατάσταση σύμφωνα με τον κανονισμό, όπως αυτός ισχύει από 1ης Ιουλίου 1992
27 Η τροποποίηση των συναφών διατάξεων του κανονισμού έγινε επ' ευκαιρία της κωδικοποιήσεώς του, στο πλαίσιο της οποίας ελήφθη υπόψη και συστηματοποιήθηκε η μέχρι τότε νομολογία του Δικαστηρίου (12). Οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού 1408/71, όπως αυτός ισχύει από 1ης Ιουλίου 1992, έχουν ως εξής:
Άρθρο 12, παράγραφος 2: «Οι ρήτρες μειώσεως (...) που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφάλισης ή με άλλα εισοδήματα πάσης φύσεως εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, ακόμα και αν πρόκειται περί παροχών που αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή περί εισοδημάτων που αποκτήθηκαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους» (13).
28 Παρατηρείται ευθύς εξαρχής ότι η δεύτερη φράση του άρθρου 12, παράγραφος 2, η οποία περιόριζε τη γενική αρχή της πρώτης φράσεως και απέκλειε τη μείωση όταν ο ενδιαφερόμενος ελάμβανε παροχές της ιδίας φύσεως για αναπηρία, γήρας, θάνατο ή επαγγελματική ασθένεια καταβαλλόμενες από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, καταργήθηκε. Αντ' αυτής, εμφανίζεται στο κείμενο η φράση «εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό». Οι άλλες αυτές διατάξεις, όπως, μεταξύ άλλων, οι περιεχόμενες στα άρθρα 46α έως 46γ του κανονισμού, επαναλαμβάνουν και συγκεκριμενοποιούν το περιεχόμενο του χωρίου που απαλείφθηκε από το άρθρο 12. Οι ειδικές διατάξεις περί σωρεύσεως των παροχών, οι οποίες περιέχονται στο κεφάλαιο 3 του κανονισμού, έχουν ως εκ τούτου εφαρμογή.
29 Το άρθρο 46 αναδιατυπώθηκε εκ βάθρων. Η κοινοτική διάταξη περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, η οποία περιεχόταν στην παλαιά διατύπωση της παραγράφου 3 του άρθρου 46, καταργήθηκε. Σήμερα, το άρθρο 46, παράγραφος 3, ορίζει τα εξής:
«Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται, από τον αρμόδιο φορέα κάθε κράτους μέλους, το υψηλότερο ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, με την επιφύλαξη, ενδεχομένως, της εφαρμογής των ρητρών μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας οφείλεται η παροχή αυτή
Στην περίπτωση αυτή, η σύγκριση που πραγματοποιείται αφορά τα ποσά που καθορίζονται μετά την εφαρμογή των εν λόγω ρητρών.»
30 Στον κανονισμό προστέθηκε ένα νέο άρθρο 46β που αφορά τις «ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση σωρεύσεως παροχών της ιδίας φύσεως οι οποίες οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών». Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
«1) Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που προβλέπονται από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, δεν εφαρμόζονται σε παροχή που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2.
2) Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που προβλεπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους, εφαρμόζονται για παροχή που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 1, στοιχείο αα, σημείο i, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται:
α) είτε για παροχή της οποίας το ποσό είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που έχουν πραγματοποιηθεί, και η οποία αναφέρεται στο παράρτημα IV, μέρος Δ·
β) είτε για παροχή της οποίας το ποσό καθορίζεται σε συνάρτηση με πλασματική περίοδο (...)».
31 Τίθεται τώρα το ερώτημα αν η τροποποίηση της νομικής καταστάσεως υπαγορεύει άλλη εκτίμηση της εθνικής ρήτρας μειώσεως κατά το κοινοτικό δίκαιο.
32 Στο μέτρο που οι παροχές συντάξεως που χορηγούνται από αλλοδαπά συστήματα πρέπει να αφαιρούνται κατά την εκκαθάριση των παροχών συντάξεως δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, πρόκεται για εξωτερικό κανόνα κατά της σωρεύσεως. Η τροποποίηση του κανονισμού 1408/71, εν πάση περιπτώσει, δεν αφαίρεσε από την εθνική διάταξη τον χαρακτήρα της ρήτρας μειώσεως. Το γεγονός ότι η ρήτρα αυτή ενσωματώθηκε σε μια εσωτερική διάταξη κατά της σωρεύσεως, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 3, μπορεί να εφαρμοστεί κατά τον υπολογισμό τόσο μιας αυτοτελούς παροχής, υπό την έννοια του άρθρου 46, παράγραφος 1, στοιχείο αα, σημείο i, του κανονισμού 1408/71, όσο και μιας κατ' αναλογίαν των περιόδων ασφαλίσεως οφειλομένης παροχής κατά το κοινοτικό δίκαιο, υπό την έννοια του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού, ουδόλως μεταβάλλει τη φύση της ως εξωτερικού κανόνα κατά της σωρεύσεως.
33 Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίδικη εθνική διάταξη συνιστά ρήτρα μειώσεως υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71. Επομένως, έχει εν προκειμένω εφαρμογή δυνάμει των κανόνων του κανονισμού.
34 Το άρθρο 12, παράγραφος 2, καθιερώνει την αρχή του αντιταξίμου των εθνικών, έστω και εξωτερικών, διατάξεων κατά της σωρεύσεως, «εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό». Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές απορρέουν από τους ειδικούς κανόνες περί συντάξεων που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο 3 του κανονισμού. Οι ισχύοντες στο πλαίσιο αυτό γενικοί κανόνες για «τις ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που εφαρμόζονται στις παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, δυνάμει των νομοθεσιών των κρατών μελών» περιλαμβάνονται στο άρθρο 46α του κανονισμού.
35 Το άρθρο 46α, παράγραφος 3, στοιχείο αα, ορίζει τα εξής:
«οι παροχές που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή άλλα εισοδήματα που αποκτώνται σε άλλο κράτος μέλος λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους προβλέπεται ότι λαμβάνονται υπόψη οι παροχές ή τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν στο εξωτερικό».
36 Η εφαρμοστέα ρύθμιση σε περίπτωση σωρεύσεως παροχών της ιδίας φύσεως που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, η οποία υπερισχύει της ανωτέρω παρατεθείσας διατάξεως, περιλαμβάνεται στο άρθρο 46β. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι παροχές συντάξεως του Βασιλείου του Βελγίου, της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αποτελούν αναμφισβήτητα «παροχές της ιδίας φύσεως», τις οποίες το άρθρο 46α, παράγραφος 1, ορίζει ως «[παροχές] αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων που υπολογίζονται ή χορηγούνται βάσει των περιόδων ασφαλίσεως ή/και κατοικίας που έχουν πραγματοποιηθεί από ένα και το αυτό πρόσωπο». Το άρθρο 46β, παράγραφος 1, αποκλείει εντελώς την εφαρμογή, στις κατ' αναλογίαν χορηγηθείσες παροχές που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2, των ρητρών μειώσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους.
37 Η Επιτροπή εκκινεί από την αρχή ότι η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση και στηρίζει επ' αυτής το συμπέρασμα που υποστηρίζει, ήτοι το μη αντιτάξιμο των ρητρών μειώσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία των κρατών μελών.
38 Ωστόσο, εν προκειμένω, θα πρότεινα να ληφθεί υπόψη ο υπολογισμός μιας αυτοτελούς παροχής κατά το άρθρο 46, παράγραφος 1, στοιχείο αα, σημείο i, καθόσον τα 26 έτη απασχολήσεως που ελήφθησαν υπόψη από τον φορέα του κράτους μέλους συμπληρώθηκαν αποκλειστικά υπό το κράτος της βελγικής νομοθεσίας. Βάσει αυτού του δεδομένου, έχει εφαρμογή το άρθρο 46β, παράγραφος 2, που προβλέπει ότι οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως εφαρμόζονται μόνον υπό πολύ συγκεκριμενες προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι, αφενός, το ανεξάρτητο της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που έχουν συμπληρωθεί και, αφετέρου, το να εμπίπτουν στο παράρτημα IV, μέρος Δ, του κανονισμού. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις δεν πληρούνται στην υπό κρίση περίπτωση, οπότε η εφαρμογή της επίδικης ρήτρας μειώσεως πρέπει να αποκλειστεί.
39 Θα φθάναμε τότε σε όμοιο αποτέλεσμα με εκείνο το οποίο υποστηρίζει η Επιτροπή, οπότε, τελικά, δεν είναι απαραταίτητο να καθοριστεί, στην υπό κρίση υπόθεση, αν η διαφορά της κύριας δίκης εμπίπτει στο άρθρο 46β, παράγραφος 1, ή στο άρθρο 46β, παράγραφος 2.
40 Το αποτέλεσμα αυτό φαίνεται εξίσου δίκαιο. Ασφαλώς, είναι νοητό, σε καθαρά θεωρητικό επίπεδο, το ενδεχόμενο να τεθεί ο διακινούμενος εργαζόμενος, κατά τον υπολογισμό της συντάξεως δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας, σε κάπως ευνοϋκότερη θέση απ' ό,τι ένας μισθωτός που έχει συμπληρώσει την επαγγελματική σταδιοδρομία του αποκλειστικά υπό το κράτος του βελγικού δικαίου. Ωστόσο, δεν πρόκειτια για ευνοϋκή μεταχείριση, διότι και ένας Βέλγος διακινούμενος εργαζόμενος θα εξαιρείτο, δυνάμει των κοινοτικών διατάξεων, από τις ρήτρες μειώσεως που προβλέπονται από την νομοθεσία των κρατών μελών. Επιπλέον, ο υπολογισμός της παροχής δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας συνιστά ένα από τα στάδια του υπολογισμού, σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις, της συντάξεως την οποία δικαιούται ο διακινούμενος εργαζόμενος. Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν πρόκειται για τον καθορισμό του τελικού αποτελέσματος που θα προκύψει από την εφαρμογή όλων των σταδίων του υπολογισμού σύμφωνα με το πολύπλοκο σύστημα που καθιερώνει το κεφάλαιο 3 του κανονισμού.
41 Είναι βέβαιο ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, επεξεργαζόμενος εκ νέου τον κανονισμό 1408/71, ιδίως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 (14), θέλησε να δημιουργήσει ένα σαφώς καθορισμένο πλαίσιο για την εφαρμογή των εθνικών κανόνων κατά της σωρεύσεως όσον αφορά τον υπολογισμό των συντάξεων δυνάμει των κοινοτικών κανόνων και ότι, στο πλαίσιο αυτό, θέσπισε το άρθρο 46β, το οποίο είναι κρίσιμο στην υπό κρίση υπόθεση. Έτσι, λαμβάνει ρητώς υπόψη του τη συνέχεια που υφίσταται στη νομολογία του Δικαστηρίου.
42 Οι σκέψεις που υπαγόρευσαν την τροποποίηση του κανονισμού 1408/71 αναφέρεονται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1248/92. Η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη έχει ως εξής: «σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το Συμβούλιο δεν είναι αρμόδιο να καθορίζει κανόνες περιορισμού της σώρευσης δύο ή περισσότερων συντάξεων που έχουν αποκτηθεί σε διάφορα κράτη μέλη, μέσω μείωσης του ποσού της σύνταξης που έχει αποκτηθεί δυνάμει μόνον της εθνικής νομοθεσίας (...)· σύμφωνα με το Δικαστήριο, η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στον εθνικό νομοθέτη, δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αρμόδιος να καθορίζει τα όρια μέσα στα οποία μπορούν να εφαρμόζονται οι εθνικές ρήτρες μείωσης, αναστολής ή κατάργησης (...)» (15).
Η δέκατη έκτη και η δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη συνεχίζουν ως εξής: «για να προστατεύονται οι διακινούμενοι εργαζόμενοι και οι επιζώντες τους κατά την υπερβολικά αυστηρή εφαρμογή των εθνικών ρητρών μείωσης, αναστολής ή κατάργησης, είναι απαραίτητη [η] προσθήκη μιας διάταξης στον κανονισμό (...) η οποία θα θέτει αυστηρούς όρους για την εφαρμογή αυτών των ρητρών·
(...) για τους ίδιους λόγους πρέπει να προστεθεί μια διάταξη (...) που θα επιτρέπει, σε περίπτωση σώρευσης παροχών της ιδίας φύσεως, την εφαρμογή αυτών των ρητρών για ορισμένα μόνο είδη παροχών και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις» (16).
Η δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψει ορίζει τέλος ότι «συντρέχει λόγος να εγγραφούν στο παράρτημα IV, μέρος Δ, τα είδη παροχών σχετικά με τα οποία μπορούν να εφαρμοστούν αυτές οι ρήτρες σε περίπτωση σώρευσης παροχών της ιδίας φύσεως».
43 Οι διατάξεις που θέσπισε ο κοινοτικός νομοθέτης στο πλαίσιο αυτό δεν είναι ενδοτικού δικαίου.
44 Πρέπει, τέλος, να εξεταστεί η επιχειρηματολογία την οποία προέβαλε ο ONP κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση και σύμφωνα με την οποία έχει εφαρμογή το άρθρο 50 του κανονισμού.
45 Το άρθρο 50 ρυθμίζει τη «χορήγηση συμπληρώματος όταν το ποσό των παροχών που οφείλονται κατά τις νομοθεσίες των διαφόρων κρατών μελών δεν φθάνει το κατώτατο όριο που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο δικαιούχος».
Η διάταξη αυτή έχει ως εξής: «Ο δικαιούχος παροχών, επί του οποίου εφαρμόστηκε το παρόν κεφάλαιο, δεν δύναται, στο κράτος στου οποίου το έδαφος κατοικεί και κατά τη νομοθεσία του οποίου του οφείλεται παροχή, να εισπράξει ποσό παροχών μικρότερο από την ελάχιστη παροχή που ορίζεται από την εν λόγω νομοθεσία για περίοδο ασφαλίσεως ή κατοικίας ίση με το σύνολο των περιόδων που ελήφθησαν υπόψη για την εκκαθάριση σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Ο αρμόδιος φορέας του κράτους αυτού του καταβάλλει, ενδεχομένως, καθόλη τη διάρκεια της κατοικίας του στο έδαφος του κράτους αυτού, συμπλήρωμα ίσο με τη διαφορά μεταξύ του ποσού των παροχών που οφίλονται δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου και του ποσού της ελάχιστης παροχής.»
46 Ο ONP επικαλείται την απόφαση Browning (17) για να υποστηρίξει ότι το συμπλήρωμα για τους εργάτες ανθρακωρυχείου, το οποίο προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, αποτελεί συμπλήρωμα υπό την έννοια του άρθρου 50 και ότι, κατά συνέπεια, οι παροχές που οφείλονται από τα συστήματα άλλων κρατών μελών πρέπει αναγκαστικά να περιληφθούν στον υπολογισμό του συμπληρώματος.
47 Δεν μπορώ να παρακολουθήσω τη συλλογιστική του ONP, και τούτο για πολλούς λόγους. Αφενός, δεν πρόκειται για «ελάχιστη παροχή» υπό την έννοια του κανονισμού. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Browning ορίζει αυτή την ελάχιστη παροχή ως «ειδική εξασφάλιση, συνισταμένη στο να εξασφαλίζει στους δικαιούχους παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ένα ελάχιστο εισόδημα, υπερβαίνον το επίπεδο των παροχών τις οποίες θα ηδύναντο να απαιτήσουν βάσει μόνον των περιόδων ασφαλίσεως και των εισφορών τους». Αντιθέτως, το επίδικο συμπλήρωμα που προβλέπει η βελγική νομοθεσία έχει ως αποτέλεσμα να θέτει, υπό αυστηρά καθορισμένες προϋποθέσεις, αυξάνοντας την αποκτηθείσα σύνταξη στο επίπεδο της πλήρους παροχής, μια ορισμένη ομάδα ατόμων σε ευνοϋκότερη θέση. Ακριβώς, η εν λόγω παροχή δεν εξαρτάται από την πραγματική διάρκεια της υπαγωγής στο σύστημα.
48 Ούτε η μνεία, εκ μέρους του εκπροσώπου του ONP, στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn μπορεί να μεταβάλει τη γνώμη μου. Ασφαλώς, είναι αληθές ότι ο γενικός εισαγγελέας ανέφερε ότι «[η] ελάχιστη παροχή δύναται να μην εκφράζεται κατ' ανάγκην στη νομοθεσία ως συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Αποτελεί ενδεχομένως ποσό δεκτικό υπολογισμού με αναφορά σε ορισμένο τύπο.» Ωστόσο, αν η φράση αυτή ληφθεί υπόψη μαζί με τα συμφραζόμενά της, δεν μπορεί παρά να παρατηρηθεί ότι ο γενικός εισαγγελέας συνεχίζει ως εξής: «Δεν πρέπει, πάντως, να εξαρτάται από όρους διαφορετικούς από εκείνους που ανέφερα», θεωρεί δε ότι οι όροι αυτοί συνίστανται στη «συμπλήρωση περιόδου ασφαλίσεως» (18).
49 Κατά συνέπεια, η βελγική νομοθεσία περί συντάξεων που ισχύει για τους εργάτες ανθρακωρυχείου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως χορηγούσα «ελάχιστη παροχή».
50 Το άρθρο 50 του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να εφαρμοστεί και για έναν άλλο λόγο. Προϋποθέτει αναγκαστικά την εκκαθάριση, δυνάμει των κοινοτικών διατάξεων, παροχών συντάξεως υπό την έννοια του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού (19). Όμως, όπως ήδη ανέφερα σχετικά με το άρθρο 46β, η υπό κρίση υπόθεση αφορά τον υπολογισμό αυτοτελούς παροχής αποκλειστικά βάσει περιόδων απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν στο πλαίσιο του βελγικού συστήματος.
Πρόταση
51 Οι σκέψεις που εξέθεσα ανωτέρω με οδηγούν να δώσω καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως:
«Ο όρος "ρήτρα μειώσεως" στα άρθρα 12, παράγραφος 2, 46, παράγραφος 3, και 46β του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αναφέρεται σε νομική διάταξη κράτους μέλους η οποία, προβλέποντας ότι το ποσό της συντάξεως μισθωτού ο οποίος δεν συμπληρώνει 30 έτη απασχολήσεως αλλά έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 25 έτη αυξάνεται κατά ένα συμπλήρωμα, ορίζει ότι το συμπλήρωμα αυτό ισούται με τη διαφορά μεταξύ του ποσού της συντάξεως την οποία ο εργαζόμενος θα ελάμβανε αν είχε όντως εργαστεί επί τριακονταετία και του συνολικού ποσού των συντάξεων τις οποίες μπορεί ο ενδιαφερόμενος να αξιώσει δυνάμει συνταξιοδοτικού συστήματος του εν λόγω κράτους μέλους ή συνταξιοδοτικού συστήματος άλλου κράτους μέλους.»
(1) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το κείμενο που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 1992, C 325, σ. 1· βλ., επίσης, τον κανονισμό 1408/71 όπως αυτός διατυπώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6).
(2) - Moniteur belge της 15ης Αυγούστου 1990.
(3) - Βλ. το κεφάλαιο 3: «Γήρας και θάνατος (συντάξεις)».
(4) - Αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 1985, 58/84, Romano (Συλλογή 1985, σ. 1679)· της 11ης Ιουνίου 1992, C-90/91 και C-91/91, Di Crescenzo και Casagrande (Συλλογή 1992, σ. Ι-3851)· και της 21ης Οκτωβρίου 1975, 24/75, Petroni (Συλλογή τόμος 1975, σ. 347).
(5) - Που μνημονεύθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 4.
(6) - Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. την προμνησθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Romano.
(7) - Προμνησθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Romano.
(8) - Βλ. το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο a, του νόμου της 20ής Ιουλίου 1990 και το άρθρο 10, παράγραφος 2, σημείο 1, του βασιλικού διατάγματος 50 της 24ης Οκτωβρίου 1967, όπως αυτό ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1981.
(9) - Βλ. το άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71.
(10) - Βλ. το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71.
(11) - Βλ. την επικεφαλίδα του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71.
(12) - Βλ., π.χ., την προμνησθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Petroni.
(13) - Η υπογράμμιση δική μου.
(14) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού 1408/71 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ L 136, σ. 7).
(15) - Η υπογράμμιση δική μου.
(16) - Η υπογράμμιση δική μου.
(17) - Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981 στην υπόθεση 22/81 (Συλλογή 1981, σ. 3357).
(18) - Προτάσεις στην προμνησθείσα στην υποσημείωση 17 υπόθεση Browning (Συλλογή 1981, σ. 3372, συγκεκριμένα σ. 3378).
(19) - Βλ. τη διατύπωση του άρθρου 50: «(...) περίοδο ασφαλίσεως ή κατοικίας ίση με το σύνολο των περιόδων (...)» (η υπογράμμιση δική μου)· βλ. επίσης τα άρθρα 46, παράγραφος 2, και 45 του κανονισμού.
Full & Egal Universal Law Academy