Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Τα προδικαστικά ερωτήματα, το κανονιστικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων στις κύριες δίκες
1 Με διατάξεις της 25ης Μαρτίου 1997, οι οποίες περιήλθαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Απριλίου 1997, το Oberlandesgericht Frankfurt am Main ζήτησε από το Δικαστήριο να του παράσχει τα αναγκαία ερμηνευτικά στοιχεία, προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσο συμβιβάζεται με τη Συνθήκη το εθνικό μέτρο που επιτρέπει στους δημόσιους ταχυδρομικούς φορείς (στο εξής: ΔΤΦ) να απαιτούν την καταβολή των ταχυδρομικών τελών εσωτερικού ή να αρνούνται, σε περίπτωση μη καταβολής των τελών αυτών, τη διανομή της αλληλογραφίας προελεύσεως εξωτερικού που έχει αποτελέσει αντικείμενο της λεγόμενης άυλης αναταχυδρομήσεως (non-physical remailing) τύπου ABA (1). Τα προδικαστικά ερωτήματα που έχουν υποβληθεί από το εθνικό δικαστήριο είναι τα εξής:
A) Στις υποθέσεις C-147/97 και C-148/97:
«1) Έχει το άρθρο 90 της Συνθήκης ΕΚ [νυν άρθρο 86 ΕΚ] την έννοια ότι ο εθνικός νόμος με τον οποίο κυρώνονται οι συμβάσεις της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ενώσεως της 14ης Δεκεμβρίου 1989 και με τον οποίο παρέχεται στην ταχυδρομική υπηρεσία του κράτους μέλους Α το δικαίωμα να απαιτεί, για τη διανομή των ταχυδρομηθέντων στο κράτος μέλος Β αντικειμένων επιστολικού ταχυδρομείου, την καταβολή των ταχυδρομικών τελών εσωτερικού ή να αρνείται, σε περίπτωση μη καταβολής των ταχυδρομικών τελών εσωτερικού, τη διανομή των αντικειμένων αυτών, όταν το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών έχει καθοριστεί από επιχείρηση του κράτους μέλους Α και διαβιβάζεται με σύστημα ηλεκτρονικής μεταφοράς δεδομένων σε επιχείρηση εδρεύουσα στο κράτος μέλος Β, προκειμένου η επιχείρηση αυτή να το αποτυπώσει επί χάρτου, να ετοιμάσει τους ταχυδρομικούς φακέλους και να τους ταχυδρομήσει από τα ταχυδρομεία του κράτους μέλους Β, αποτελεί κρατικό μέτρο με το οποίο θεσπίστηκε, κατά παράβαση του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, μέτρο που αντιβαίνει προς το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ [νυν άρθρο 82 ΕΚ] και το οποίο δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 90 της Συνθήκης ΕΚ;
2) Έχουν τα άρθρα 30 [νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ] επ. και 59 [νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ] επ. της Συνθήκης ΕΚ την έννοια ότι το δικαίωμα της ταχυδρομικής υπηρεσίας του κράτους μέλους Α να απαιτεί, για τη διανομή των αντικειμένων επιστολικού ταχυδρομείου που έχουν ταχυδρομηθεί στο κράτος μέλος Β και προορίζονται για παραλήπτες εγκατεστημένους στο κράτος μέλος Α, την καταβολή των ταχυδρομικών τελών εσωτερικού ή να αρνείται, σε περίπτωση μη καταβολής των ταχυδρομικών τελών εσωτερικού, τη διανομή των αντικειμένων αυτών είναι αντίθετο προς τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όταν το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών έχει καθοριστεί από επιχείρηση του κράτους μέλους Α και διαβιβάζεται με σύστημα ηλεκτρονικής μεταφοράς δεδομένων σε επιχείρηση εδρεύουσα στο κράτος μέλος Β, προκειμένου η επιχείρηση αυτή να το αποτυπώσει επί χάρτου, να ετοιμάσει τους ταχυδρομικούς φακέλους και να τους ταχυδρομήσει από τα ταχυδρομεία του κράτους μέλους Β;
3) Εφόσον με την απάντηση των ανωτέρω προδικαστικών ερωτημάτων γίνει δεκτό ότι υφίσταται παράβαση του κοινοτικού δικαίου για τον λόγο και μόνον ότι η ταχυδρομική υπηρεσία του κράτους μέλους Α λαμβάνει ή μπορεί να επιτύχει να λάβει, αρνούμενη να διανείμει την αλληλογραφία, τα ισχύοντα ταχυδρομικά τέλη εσωτερικού, τα οποία της καταβάλλονται πέραν των ταχυδρομικών τελών που έχουν καταβληθεί στο κράτος μέλος Β ή πέραν των καταληκτικών τελών που έχει εισπράξει σύμφωνα με τη Σύμβαση της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ενώσεως και/ή τη Σύμβαση CEPT (τη Σύμβαση της Ευρωπαϋκής Διασκέψεως Διοικήσεων Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών):
Έχει το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ [νυν άρθρο 10, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ] την έννοια ότι ο νόμος του κράτους μέλους Α με τον οποίο κυρώνονται οι συμβάσεις της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ενώσεως της 14ης Δεκεμβρίου 1989 δεν έχει εφαρμογή στο σύνολό του ή, αντίθετα, μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο παρέχει στην ταχυδρομική υπηρεσία του εν λόγω κράτους το δικαίωμα να απαιτεί ή τη δυνατότητα να επιτύχει, μέσω αρνήσεως διανομής της αλληλογραφίας, την καταβολή των ταχυδρομικών τελών εσωτερικού πέραν των ταχυδρομικών τελών που έχουν καταβληθεί στο κράτος μέλος Β και/ή των καταληκτικών τελών που έχει εισπράξει σύμφωνα με τη Σύμβαση της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ενώσεως ή τη Σύμβαση CEPT;»
B) Στην υπόθεση C-148/97:
«4) Έχει σημασία για την απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα 1 έως 3 το γεγονός ότι η εδρεύουσα στο κράτος μέλος Β επιχείρηση που προβαίνει στην εκτύπωση, την ετοιμασία και την ταχυδρόμηση των αντικειμένων επιστολικού ταχυδρομείου από ταχυδρομεία του κράτους αυτού ανήκει στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων στον οποίο ανήκει και η εγκατεστημένη στο κράτος μέλος Α επιχείρηση που καθορίζει το περιεχόμενο των αποστελλομένων;
5) Εξαρτάται η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα 1 έως 3 από το αν η εδρεύουσα στο κράτος μέλος Β επιχείρηση που προβαίνει στην εκτύπωση, την ετοιμασία και την ταχυδρόμηση από ταχυδρομεία του κράτους αυτού αναπτύσσει τις δραστηριότητές της για λογαριασμό μόνο της εδρεύουσας στο κράτος μέλος Α επιχειρήσεως που καθορίζει το περιεχόμενο των αποστελλομένων ή για λογαριασμό και πολλών άλλων ομοειδών επιχειρήσεων;»
2 Το γεγονός ότι τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει στις δύο κύριες υποθέσεις το αιτούν δικαστήριο εν μέρει συμπίπτουν οφείλεται στο ότι τα πραγματικά περιστατικά και το κανονιστικό πλαίσιο των δύο υποθέσεων είναι παρεμφερή. Η Gesellschaft fόr Zahlungssysteme mbH (GZS) (στο εξής: GZS), εφεσίβλητη στην υπόθεση C-147/97, είναι η σημαντικότερη επιχείρηση επεξεργασίας των δεδομένων που αφορούν τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται με πιστωτικές κάρτες Eurocard που έχουν εκδοθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η GZS, της οποίας εταίροι είναι πιστωτικά ιδρύματα που έχουν άδεια εκδόσεως των πιστωτικών αυτών καρτών, καταρτίζει, για τα 7 περίπου εκατομμύρια κατόχων των καρτών αυτών και για τις συμβλημένες επιχειρήσεις, μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα, τα οποία αποστέλλονται ταχυδρομικώς. Από τον Ιούνιο 1995 η GZS διαβιβάζει ηλεκτρονικώς τα αναγκαία για την κατάρτιση των εκκαθαριστικών αυτών σημειωμάτων στοιχεία σε επιχείρηση παροχής υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένη στη Δανία. Στη χώρα αυτή τα εκκαθαριστικά σημειώματα συγκεντρώνονται, εκτυπώνονται, τοποθετούνται σε φακέλους και παραδίδονται στα δανικά ταχυδρομεία, τα οποία τα διαβιβάζουν στην Deutsche Post AG (στο εξής: DP) για την περαιτέρω προώθησή τους στη Γερμανία και για τη διανομή τους στους παραλήπτες που κατοικούν εντός της τελευταίας αυτής χώρας. Για τις επιστολές προς παραλήπτες στη Γερμανία, η δανική ταχυδρομική υπηρεσία εισπράττει τα συνήθη ταχυδρομικά τέλη που ισχύουν στη Δανία για τη διεθνή αλληλογραφία και τα οποία είναι χαμηλότερα από τα τέλη που ισχύουν στη Γερμανία για την αλληλογραφία εσωτερικού, και καταβάλλει στην εφεσείουσα τα λεγόμενα «καταληκτικά τέλη», τα οποία έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο της Συμβάσεως της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ενώσεως (στο εξής: σύμβαση ΠΤΕ).
3 Η Citicorp Kartenservice GmbH (στο εξής: CKG), εφεσίβλητη στην υπόθεση C-148/97, αποτελεί επιχείρηση του ομίλου Citibank που ασχολείται με τη διαχείριση των πιστωτικών καρτών Citibank-Visa και Diners, οι οποίες εκδίδονται από τις εταιρίες του ίδιου ομίλου Citibank Privatkunden AG και Diners Deutschland GmbH αντιστοίχως. Η CKG ισχυρίζεται ότι μέχρι τις 30 Ιουνίου 1995 η επεξεργασία των δεδομένων σχετικά με τη χρέωση και την πίστωση των τρεχούμενων λογαριασμών των κατόχων των καρτών που είχαν εκδοθεί στη Γερμανία γινόταν στο κέντρο εκκαθαρίσεως λογαριασμών της CKG στη Φρανκφούρτη. Τα δεδομένα, κατόπιν της επεξεργασίας τους, διαβιβάζονταν στη συνέχεια ηλεκτρονικώς στη Citicorp European Service Center BV (στο εξής: CESC), εταιρία εδρεύουσα στις Κάτω Ξώρες, προκειμένου η εταιρία αυτή να συντάξει τα εκκαθαριστικά σημειώματα, τις βεβαιώσεις πληρωμής και τα αποσπάσματα λογαριασμών σχετικά με τους τρεχούμενους λογαριασμούς, καθώς και να υπολογίσει το ύψος των απαιτήσεων πληρωμής ή συμψηφισμού. Τα έγγραφα αυτά εκτυπώνονταν υπό μορφή τυποποιημένων επιστολών και στη συνέχεια τοποθετούνταν σε ταχυδρομικούς φακέλους, οι οποίοι αποστέλλονταν, κατόπιν γραμματοσημάνσεώς τους, ταχυδρομικώς (2). Από την 1η Ιουλίου 1995 η επεξεργασία των δεδομένων δεν πραγματοποιείται πλέον σε κέντρα εγκατεστημένα σε διάφορες χώρες, αλλά πραγματοποιείται κεντρικά, για ολόκληρο τον κόσμο. Κατά την εφεσίβλητη, τα δεδομένα σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές με τις συμβλημένες επιχειρήσεις, τα ποσά σχετικά με τη χρήση των πιστωτικών καρτών που έχουν εκδοθεί στη Γερμανία και με τις χρεώσεις των κατόχων των καρτών αυτών καταχωρίζονται στο δικό της κέντρο εκκαθαρίσεως λογαριασμών στη Φρανκφούρτη και στη συνέχεια διαβιβάζονται δορυφορικώς στο παγκόσμιο κέντρο επεξεργασίας δεδομένων της Citibank στη Νότια Ντακότα (ΗΠΑ). Στο κέντρο αυτό γίνεται η καταχώριση των πιστωτικών εγγραφών και των αντίστοιχων χρεωστικών εγγραφών στον λογαριασμό του κατόχου της πιστωτικής κάρτας. Στη συνέχεια, τα επεξεργασμένα αυτά δεδομένα διαβιβάζονται στη CESC για εκτύπωση και ταχυδρομική αποστολή, σύμφωνα με όσα περιγράφηκαν ανωτέρω. Για τα αντικείμενα επιστολικού ταχυδρομείου που αποστέλλονται σε παραλήπτες στη Γερμανία, ο ολλανδικός ΔΤΦ εισπράττει το κανονικώς προβλεπόμενο τέλος για την αλληλογραφία εξωτερικού, το οποίο ισούται με 0,55 γερμανικά μάρκα (DEM) περίπου και καταβάλλει στην εφεσείουσα, ως καταληκτικά τέλη, ποσό 0,37-0,40 DEM ανά συνήθη επιστολή.
4 Η εφεσείουσα, εταιρία ιδιωτικού δικαίου της οποίας το κεφάλαιο ανήκει πλήρως στο Γερμανικό Δημόσιο, έχει εκ του νόμου το μονοπώλιο της παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών στη Γερμανία, στις οποίες περιλαμβάνεται η διανομή της εισερχόμενης διασυνοριακής αλληλογραφίας (3). Με τις εφέσεις που άσκησε σε αμφότερες τις υπό εξέταση σήμερα υποθέσεις, η εταιρία αυτή ζήτησε τη μεταρρύθμιση των αποφάσεων που εξέδωσε στις 8 Μαου 1996 το Landgericht Frankfurt (am Main). Με τις αποφάσεις αυτές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τις αγωγές που είχε ασκήσει το 1995 η DP και με τις οποίες ζητούσε να υποχρεωθούν η GZS και η CKG να καταβάλουν τα ταχυδρομικά τέλη εσωτερικού, που ανέρχονταν σε 1 DEM ανά επιστολή, για τις επιστολές που είχαν ταχυδρομηθεί αφενός στη Δανία και αφετέρου στις Κάτω Ξώρες και που η ίδια είχε διανείμει σε παραλήπτες κατοικούντες εντός της γερμανικής επικράτειας. Συναφώς η εφεσείουσα επικαλείται το άρθρο 25, παράγραφος 3 της συμβάσεως ΠΤΕ (βλ. κατωτέρω σημείο 5), το οποίο έχει μεταφερθεί στη γερμανική έννομη τάξη με τον νόμο της 31ης Αυγούστου 1992, περί των συμβάσεων της 14ης Δεκεμβρίου 1989 της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ενώσεως (4), σε συνδυασμό με το άρθρο 9 του νόμου περί ταχυδρομείων.
5 Η προαναφερθείσα σύμβαση ΠΤΕ, η οποία συνήφθη το 1964 στο πλαίσιο του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών και στην οποία έχουν προσχωρήσει όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας, συνιστά το πλαίσιο αναφοράς για τις σχέσεις μεταξύ των ταχυδρομικών διοικήσεων ολόκληρου του κόσμου (5). Μία από τις βασικές αρχές της συμβάσεως ΠΤΕ (βλ άρθρο 1) είναι η υποχρέωση των ταχυδρομικών διοικήσεων των κρατών μελών να προωθούν και να διανέμουν τη διεθνή αλληλογραφία που τους έχουν διαβιβάσει άλλες ταχυδρομικές υπηρεσίες προς τους εγκατεστημένους στο έδαφός τους παραλήπτες, χρησιμοποιώντας προς τούτο τα ταχύτερα από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την αλληλογραφία εσωτερικού. Όσον αφορά τις αμοιβαίες ανταλλαγές ταχυδρομικών ανακοινώσεων, οι χώρες που έχουν εγκρίνει το καταστατικό της ΠΤΕ (βλ. ανωτέρω υποσημ. 5) αποτελούν ενιαίο ταχυδρομικό έδαφος εντός του οποίου διασφαλίζεται η ελευθερία διαμετακομίσεως. Εντούτοις, το προαναφερθέν άρθρο 25 της συμβάσεως ΠΤΕ («Ταχυδρόμηση αντικειμένων επιστολικού ταχυδρομείου στο εξωτερικό») προβλέπει την εξής παρέκκλιση από το προαναφερθέν άρθρο 1:
«1. Μία χώρα μέλος δεν δεσμεύεται να προωθήσει ή να παραδώσει στον παραλήπτη αντικείμενα επιστολικού ταχυδρομείου, τα οποία αποστολείς εγκατεστημένοι στην επικράτειά της ταχυδρομούν ή αναθέτουν προς ταχυδρόμηση σε ξένη χώρα, με στόχο να επωφεληθούν από τα χαμηλότερα τέλη που ισχύουν εκεί. Το ίδιο ισχύει για τα αντικείμενα που ταχυδρομούνται σε μεγάλες ποσότητες, ανεξάρτητα από το αν οι ταχυδρομήσεις αυτές γίνονται αποσκοπώντας σε όφελος από χαμηλότερα τέλη.
2. Η παράγραφος 1 ισχύει αδιακρίτως, τόσο για αλληλογραφία που έχει ετοιμαστεί στη χώρα εγκατάστασης του αποστολέα και που στη συνέχεια μεταφέρεται πέρα από τα σύνορα, όσο και σε αλληλογραφία που έχει ετοιμαστεί σε ξένη χώρα.
3. Η σχετική υπηρεσία μπορεί είτε να επιστρέψει τα αντικείμενα στον τόπο προέλευσης ή να χρεώσει ταχυδρομικό τέλος για τα αντικείμενα στο ύψος των εσωτερικών της τιμολογίων. Εάν ο αποστολέας αρνηθεί να καταβάλει το κόμιστρο, τα αντικείμενα μπορούν να διατεθούν σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία της σχετικής υπηρεσίας.
4. Το κράτος μέλος δεν δεσμεύεται σε αποδοχή, προώθηση ή διανομή στους παραλήπτες αντικειμένων επιστολικού ταχυδρομείου που οι αποστολείς ταχυδρομούν ή αναθέτουν προς ταχυδρόμηση σε μεγάλες ποσότητες σε άλλη χώρα από τη χώρα εγκατάστασής τους. Η σχετική υπηρεσία μπορεί να επιστρέφει τα αντικείμενα αυτά στον τόπο προέλευσής τους ή να τα επιστρέφει στους αποστολείς χωρίς επανακαταβολή του καταβεβλημένου τέλους» (6).
6 Η DP ισχυρίζεται ότι η επίμαχη στις κύριες υποθέσεις αλληλογραφία πρέπει να θεωρηθεί ότι ταχυδρομήθηκε στο εξωτερικό από αποστολείς κατοικούντες στη Γερμανία. Συγκεκριμένα, στο κείμενο των εν λόγω επιστολών αναγράφονταν οι επωνυμίες εταιριών εγκατεστημένων στη Γερμανία (έστω και αν οι επωνυμίες αυτές δεν αναγράφονταν επί των αποστελλόμενων φακέλων ή στα διαφανή «παραθυράκια» των φακέλων αυτών), στις οποίες οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν να υποβάλουν ενδεχόμενες ερωτήσεις. Αποστολέας όμως, σύμφωνα με τον ορισμό που έχει δοθεί στην έννοια αυτή από τα γερμανικά δικαστήρια και στον οποίο παραπέμπει η διάταξη περί παραπομπής, είναι όποιος, βάσει της συνολικής εντυπώσεως που δημιουργεί η οικεία επιστολή στον συνήθη αποδέκτη, απευθύνεται στον αποδέκτη αυτό με την άμεση και συγκεκριμένη πρόθεση να του ανακοινώσει ορισμένο μήνυμα. Επιπλέον, οι δύο εφεσίβλητες εταιρίες ταχυδρόμησαν την αλληλογραφία αφενός στη Δανία και αφετέρου στις Κάτω Ξώρες με μοναδικό σκοπό να επωφεληθούν από τη διαφορά των τελών που επιβάλλουν οι διάφορες εθνικές ταχυδρομικές υπηρεσίες και, επομένως, με σκοπό να καταστρατηγήσουν δολίως το ταχυδρομικό μονοπώλιο που έχει η εφεσείουσα επί του γερμανικού εδάφους. Δεδομένου ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, η εκτύπωση και η τοποθέτηση σε φακέλους θα μπορούσαν να κοστίζουν το πολύ 0,05 DEM ανά επιστολή και τα καταληκτικά τέλη που έπρεπε να καταβληθούν στην DP βάσει του συστήματος CEPT ανέρχονταν σε 0,36 DΕΜ ανά επιστολή (βλ. κατωτέρω σημείο 8), η εξοικονόμηση των δαπανών διαλογής, μεταφοράς, χωριστής επεξεργασίας και διανομής που πραγματοποιούνταν χάρη στην αναταχυδρόμηση υπερέβαινε τα 0,55 DΕM ανά επιστολή. Για την κατανομή των εξοικονομηθέντων ποσών μεταξύ του δανικού ΔΤΦ και της GZS, αφενός, και μεταξύ του ολλανδικού ΔΤΦ και της CKG, αφετέρου, συνήφθησαν εξάλλου, κατά την εφεσείουσα, συμφωνίες περί εκπτώσεων.
7 Στο σημείο αυτό θα ήθελα να εξετάσω με συντομία την έννοια των καταληκτικών τελών, στην οποία αναφέρεται το τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου. Σύμφωνα με μια γενική αρχή που ισχύει από την ίδρυση της ΠΤΕ το 1874, αφού σε κάθε επιστολή πρέπει να δοθεί απάντηση, κάθε ΔΤΦ επιβαρυνόταν με το κόστος διαλογής και διανομής της εισερχόμενης διεθνούς αλληλογραφίας, χωρίς να χρεώνει αντίστοιχα τους ΔΤΦ των χωρών προελεύσεως. Εντούτοις, η εν λόγω αρχή περί ισορροπίας μεταξύ εισερχόμενης και εξερχόμενης αλληλογραφίας διαψεύστηκε, με την πάροδο του χρόνου, από τα στοιχεία της αγοράς. Για τον λόγο αυτό, οι χώρες μέλη της ΠΤΕ καθιέρωσαν το 1969 ένα σύστημα σταθερών τελών αμοιβαίας αντισταθμίσεως, ανάλογα με το είδος και το βάρος της αλληλογραφίας. Το σύστημα όμως αυτό δεν αντικατόπτριζε επαρκώς τη διάρθρωση των στοιχείων κόστους των διαφόρων φορέων ούτε την οικονομική αξία της υπηρεσίας διανομής που παρείχαν οι φορείς αυτοί. Επιπλέον, το σύστημα αυτό πρόδιδε επίσης άγνοια της πραγματικότητας σχετικά με τα έξοδα διανομής της αλληλογραφίας (για παράδειγμα, η επίδοση ενός αντικειμένου βάρους 1 χιλιογράμμου στοιχίζει λιγότερο από την επίδοση πενήντα επιστολών από τις οποίες κάθε μία ζυγίζει είκοσι γραμμάρια). Έτσι, το 1987 ορισμένοι δημόσιοι ταχυδρομικοί φορείς χωρών της Κοινότητας και τρίτων χωρών συνήψαν στη Βέρνη συμφωνία για την καθιέρωση νέας μεθόδου υπολογισμού των καταληκτικών τελών (στο εξής: συμφωνία CEPT). Βάσει της συμφωνίας CEPT, τα καταληκτικά τέλη που όφειλε ο ΔΤΦ της χώρας προελεύσεως στον ΔΤΦ της χώρας προορισμού για την υπηρεσία διανομής της εισερχόμενης διασυνοριακής αλληλογραφίας υπερέβαιναν κατά πολύ τα τέλη που ίσχυαν σύμφωνα με το προηγούμενο σύστημα και ισούνταν με το άθροισμα ενός κατ' αποκοπή ποσού ανά αντικείμενο (που ήταν ίσο το 1993 με 0,147 ΕΤΔ) (7) και ενός ποσού που υπολογιζόταν βάσει του βάρους σε χιλιόγραμμα της επιδιδόμενης αλληλογραφίας (ίσου με 1,491 ΕΤΔ το 1993). Σχετικά με το σύστημα CEPT οι υπηρεσίες της Ευρωπαϋκής Επιτροπής κίνησαν το 1993 έρευνα, προκειμένου να διαπιστώσουν αν το σύστημα αυτό αντέβαινε προς τους κανόνες της Συνθήκης περί ανταγωνισμού (8).
8 Την 1η Ιανουαρίου 1996 - δηλαδή μετά τον κρίσιμο στις υποθέσεις των κυρίων δικών χρόνο - άρχισε να ισχύει νέα συμφωνία για τα καταληκτικά τέλη, η οποία επρόκειτο να αντικαταστήσει το σύστημα CEPT και επονομάστηκε «συμφωνία Reims I» (σύστημα αμοιβής για τις παραδόσεις του διασυνοριακού ταχυδρομείου μεταξύ δημόσιων ταχυδρομικών φορέων που υποχρεούνται να παρέχουν καθολική υπηρεσία) (9). Η συμφωνία Reims I - η οποία υπογράφηκε από 16 ΔΤΦ, εκ των οποίων 14 ανήκαν σε χώρες της Κοινότητας, και διέπεται από τη νομοθεσία των Κάτω Ξωρών - προέβλεπε κατ' ουσίαν ένα σύστημα κατά το οποίο η ταχυδρομική διοίκηση της χώρας προορισμού θα εφάρμοζε, έναντι της ταχυδρομικής διοικήσεως της χώρας προελεύσεως και για όλη την αλληλογραφία που θα της διαβιβαζόταν, ένα σταθερό ποσοστό των τελών που εφαρμόζει για την αλληλογραφία εσωτερικού (10). Η συμφωνία Reims I έπαυε εξάλλου να ισχύει, όπως ρητά προέβλεπε, στις 30 Σεπτεμβρίου 1997, λόγω του ότι δεν είχε υπογραφεί από τον ισπανικό ΔΤΦ, τον Correos y Telιgrafos. Ένα νέο κείμενο της συμφωνίας αυτής, που επονομάστηκε Reims II, άρχισε να ισχύει την 1η Οκτωβρίου 1997. Επί του παρόντος στη συμφωνία αυτή μετέχουν 16 ΔΤΦ, από τους οποίους οι 14 ανήκουν σε κράτη μέλη. Ο ολλανδικός ΔΤΦ, η PTT Post BV, η οποία μετείχε εντούτοις στη συμφωνία Reims I, δεν υπέγραψε τη συμφωνία Reims II, και μάλιστα δήλωσε ότι δεν ήταν διατεθειμένη καν να διαπραγματευθεί (11). Με πρόσφατη ανακοίνωση, η Επιτροπή δήλωσε ότι προτίθεται να εγκρίνει τη συμφωνία Reims II, όπως έχει τροποποιηθεί με συμπληρωματική συμφωνία που υπογράφηκε από τους ίδιους φορείς (πλην του αυστριακού, του βελγικού, του ιρλανδικού και του ισπανικού) τον Σεπτέμβριο 1998 και άρχισε να ισχύει την 1η Οκτωβρίου 1998 (12).
Θα ήθελα να προσθέσω, χάριν πληρότητος, ότι η οδηγία 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών (13), ορίζει ότι, προκειμένου να εξασφαλισθεί η διασυνοριακή παροχή της καθολικής υπηρεσίας, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τους εθνικούς φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας να μεριμνούν ώστε στις συμφωνίες τους, όσον αφορά τα καταληκτικά τέλη, να τηρούνται οι ακόλουθες αρχές: i) τα καταληκτικά τέλη πρέπει να καθορίζονται σε συνάρτηση με τις δαπάνες διεκπεραίωσης και διανομής της εισερχόμενης διασυνοριακής αλληλογραφίας, ii) τα επίπεδα της αμοιβής πρέπει να συνδέονται με την ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας, iii) τα καταληκτικά τέλη πρέπει να είναι διαφανή και να μην εισάγουν διακρίσεις (βλ. άρθρο 13). Κατά την άποψή μου, η ανωτέρω διάταξη επιβεβαιώνει, στον προκείμενο τομέα, τη γενική αρχή της έντιμης συνεργασίας, η οποία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα για τη διασφάλιση της ισχύος και της αποτελεσματικής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (βλ. άρθρο 5 της Συνθήκης) και, στο πλαίσιο της «κοινότητας δικαίου» που έχει δημιουργήσει η Συνθήκη, διέπει ολόκληρο τον τομέα των σχέσεων μεταξύ κρατών μελών και κοινοτικών οργάνων. Βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, το προαναφερθέν άρθρο 5 συνιστά, συγκεκριμένα, τη νομοθετική βάση ακόμη και για «οριζόντια» συνεργασία μεταξύ των εθνικών διοικήσεων (14).
9 Εξάλλου, ο καθορισμός των ενδεδειγμένων καταληκτικών τελών αποτελεί επίσης αντικείμενο διμερών συμφωνιών μεταξύ ταχυδρομικών φορέων. Ένα πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία μεταξύ του σουηδικού ΔΤΦ, του Sweden Post, ο οποίος λειτουργεί υπό συνθήκες ανταγωνισμού, και του ιδιωτικού φορέα TNT Post Group, ο οποίος έχει εκ του νόμου μονοπώλιο για τη διανομή της αλληλογραφίας (εντός των προβλεπόμενων από τον νόμο ορίων σχετικά με το βάρος και την τιμή) στην ολλανδική επικράτεια. Η συμφωνία αυτή προβλέπει ότι από την έναρξη της ισχύος της δεν εφαρμόζεται το άρθρο 25 της συμβάσεως ΠΤΕ και ότι αυξάνονται βαθμιαία (κατά 15 % ετησίως) τα καταληκτικά τέλη, υπό τον όρο της επιτεύξεως των ποιοτικών στόχων που προβλέπει η ίδια αυτή συμφωνία σχετικά με την παρεχόμενη υπηρεσία, ώστε τα τέλη αυτά να φτάσουν το 70 % των ισχυόντων για την αλληλογραφία εσωτερικού τελών κατά το τέλος της μεταβατικής περιόδου (31 Δεκεμβρίου 2003)· η συμφωνία αυτή εξαιρέθηκε από την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, κατόπιν της αποφάσεως της Επιτροπής της 18ης Σεπτεμβρίου 1998 (15).
10 Δεν αμφισβητείται ότι τα καταληκτικά τέλη έχουν καθοριστεί επί του παρόντος σε τόσο χαμηλά επίπεδα, ώστε οι ΔΤΦ δεν έχουν τη δυνατότητα να καλύπτουν τις δαπάνες διαλογής και διανομής της αλληλογραφίας. Ως αιτία της καταστάσεως αυτής αναφέρεται συνήθως το γεγονός ότι οι υπό ανάπτυξη χώρες αντιτίθενται στην έγκριση υψηλότερων τελών, διότι τα τέλη εσωτερικού στις χώρες αυτές είναι χαμηλότερα από τα καταληκτικά τέλη που προβλέπει η σύμβαση ΠΤΕ. Πρόκειται πάντως για εξήγηση η οποία είναι προφανές ότι δεν ισχύει ως προς τον προσδιορισμό των καταληκτικών τελών βάσει διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ ταχυδρομικών διοικήσεων ευρωπαϋκών χωρών (βλ. ανωτέρω σημεία 8 και 9). Επιπλέον, νομίζω ότι η ίδια η έννοια της αμοιβής για την παροχή της διασυνοριακής ταχυδρομικής υπηρεσίας, παροχή που πρέπει καταρχήν να είναι ενιαία και ακριβώς ίδια για όλους τους φορείς που μετέχουν στη συμφωνία επί της οποίας στηρίζεται η παροχή αυτή, δεν συμβιβάζεται με τις σημαντικές διαφορές που παρουσιάζουν οι δαπάνες διανομής της αλληλογραφίας στις οποίες υποβάλλεται πράγματι ο παρέχων την καθολική υπηρεσία σε κάθε χώρα προορισμού ή με τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των ισχυόντων στις χώρες αυτές τελών.
Συγκεκριμένα, η εφεσείουσα υπολογίζει σε 0,40 DEM τη ζημία που υφίσταται για κάθε διανεμόμενη επιστολή εισερχόμενης διεθνούς αλληλογραφίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της DP, οι πραγματικές δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται για τη διανομή της εν λόγω αλληλογραφίας φθάνουν το 0,80 DEM ανά συνήθη επιστολή βάρους 20 γραμμαρίων. Για την κάλυψη των δαπανών αυτών, η DP δικαιούται να λάβει, σύμφωνα με τη σύμβαση ΠΤΕ, καταληκτικά τέλη ύψους 0,16 DEM για κάθε συνήθη επιστολή (ή 0,18 DEM, εφόσον ο συνολικός όγκος της εισερχόμενης αλληλογραφίας από δεδομένο κράτος μέλος υπερβαίνει τους 150 τόνους). Με τη συμφωνία CEPT τα καταληκτικά τέλη αυξήθηκαν στη συνέχεια σε 0,36 DEM για κάθε συνήθη επιστολή. Επιπλέον, κατά την DP, η μόνη εξοικονόμηση δαπανών για την εισερχόμενη διεθνή αλληλογραφία αφορά τη συλλογή των επιστολών που έχουν ταχυδρομηθεί στα ταχυδρομικά καταστήματα ή στα σημεία προσβάσεως στο δημόσιο ταχυδρομικό δίκτυο. Αντίστροφα, η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας είναι μάλιστα επαχθέστερη απ' ό,τι για την αλληλογραφία εσωτερικού, διότι: i) για την προερχόμενη από την αλλοδαπή αλληλογραφία διανύονται κατ' ανάγκη μεγαλύτερες αποστάσεις (ενώ μεγάλο μέρος της αλληλογραφίας εσωτερικού διανέμεται εντός της ίδιας πόλης ή της ίδιας μείζονος αστικής περιοχής ή μάλιστα εντός της ζώνης αρμοδιότητας του ίδιου ταχυδρομικού καταστήματος), ii) οι διευθύνσεις είναι συχνά γραμμένες στον φάκελλο με το χέρι (ή, εν πάση περιπτώσει, με τρόπο που να μην διαβάζεται από τα μηχανήματα) και iii) συχνά οι ταχυδρομικοί κώδικες είναι εσφαλμένοι ή λείπουν τελείως. Επιπλέον, η DP ισχυρίζεται ότι η διανομή της αλληλογραφίας αποτελεί έργο με μεγάλη συμμετοχή εργατικού δυναμικού, το κόστος του οποίου προσδιορίζεται κυρίως από τις αποδοχές των υπαλλήλων του ΔΤΦ. Για τον λόγο αυτό, κατά την εφεσείουσα, είναι εσφαλμένο να θεωρείται ότι τα υψηλά τέλη που ισχύουν για την αλληλογραφία εσωτερικού οφείλονται στην αναποτελεσματικότητα του παρέχοντος την υπηρεσία ΔΤΦ.
11 Εξάλλου, οι διάφορες ρυθμίσεις περί καταληκτικών τελών - που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο της ΠΤΕ, της CEPT και των συμφωνιών Reims - οπωσδήποτε δεν μεταβάλλουν τα δικαιώματα που παρέχει στους ΔΤΦ το άρθρο 25 της συμβάσεως ΠΤΕ (βλ. εντούτοις ανωτέρω υποσημ. 12). Επιπλέον, η σύμβαση ΠΤΕ δεν προβλέπει ότι ο ΔΤΦ είναι υποχρεωμένος να αφαιρεί τα καταληκτικά τέλη που έχει ενδεχομένως ήδη εισπράξει από το ποσό των τελών αλληλογραφίας εσωτερικού που έχει χρεώσει σύμφωνα με το προπαρατεθέν άρθρο 25, παράγραφος 3. Εντούτοις, η DP γνωστοποίησε με ανακοινωθέν τύπου της 17ης Απριλίου 1997 (και επιβεβαίωσε κατά την προφορική διαδικασία της παρούσας υποθέσεως) ότι έχει την πρόθεση να προβαίνει μονομερώς στην ενέργεια αυτή.
12 Σκοπός των παρατηρήσεων που ανέπτυξα ανωτέρω ήταν να γίνει σαφές ότι η αιτία του φαινομένου της αναταχυδρομήσεως (βλ. ανωτέρω υποσημ. 1) είναι, κατά γενική παραδοχή, πρώτον, οι διαφορές που υφίστανται μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών της ΠΤΕ σχετικά με τις τιμές που επιβάλλονται για την αποστολή της αλληλογραφίας (εσωτερικού και εξωτερικού) και, δεύτερον, το σχετικά χαμηλό ύψος των καταληκτικών τελών επί των οποίων έχουν συμφωνήσει οι ΔΤΦ. Οι φορείς που παρέχουν υπηρεσίες αναταχυδρομήσεως επιδιώκουν συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, να επωφεληθούν από αυτές τις διαφορές τιμών, προτείνοντας στις εμπορικές εταιρίες να παραδίδουν την αλληλογραφία τους στους ταχυδρομικούς φορείς που προσφέρουν την καλύτερη σχέση ποιότητας προς τιμή για κάθε συγκεκριμένο προορισμό.
II - Η άποψή μου επί της υποθέσεως
13 Με τα δύο πρώτα ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει κατ' ουσίαν το ερώτημα αν ο νόμος που έχει εκδώσει ένα κράτος μέλος προς εκτέλεση της συμβάσεως ΠΤΕ, στην οποία περιλαμβάνεται (μεταξύ άλλων) το προπαρατεθέν άρθρο 25, αποτελεί, εφόσον έχει εκδοθεί ή διατηρείται σε ισχύ από το οικείο κράτος σε σχέση με δημόσια επιχείρηση ή επιχείρηση στην οποία έχουν παραχωρηθεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, μέτρο το οποίο αντιβαίνει προς τις κοινοτικές διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και περί ανταγωνισμού, υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Με το πρώτο ερώτημα (προς το τέλος του ερωτήματος) το αιτούν δικαστήριο ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, ώστε να συναγάγει τα ενδεδειγμένα συμπεράσματα σχετικά με το αν η οικεία εθνική ταχυδρομική διοίκηση, έναντι της οποίας έχει θεσπιστεί το επίμαχο μέτρο, πρέπει να θεωρηθεί ως εξαιρούμενη από την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η εν λόγω διάταξη. Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται άμεσα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τις διατάξεις του άρθρου 90, παράγραφοι 1 και 2, της Συνθήκης, εφόσον αποδεικνύεται η παράβαση άλλων διατάξεων της Συνθήκης που έχουν άμεσο αποτέλεσμα (16).
Έχουν οι εφεσίβλητες προβεί σε καταχρηστική άσκηση των ελευθεριών που διασφαλίζει η Συνθήκη, οπότε δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή τους οι διατάξεις της Συνθήκης στις οποίες παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο;
14 Κατ' αρχάς θα εξετάσω το βάσιμο ενός επιχειρήματος της DP, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί πρόκριμα και έχει πρωταρχική σημασία έναντι των άλλων. Η εφεσείουσα ισχυρίζεται - και η Επιτροπή συμφωνεί - ότι για τα αντικείμενα επιστολικού ταχυδρομείου που αποστέλλονται από κράτος μέλος σε παραλήπτες εγκατεστημένους στη Γερμανία και των οποίων το περιεχόμενο προσδιορίζεται σε τελική ανάλυση από Γερμανό επιχειρηματία ο οποίος συνδέεται με εταιρική και/ή συμβατική σχέση προς τον αναλαμβάνοντα την υλική ταχυδρόμηση αποστολέα ισχύουν κατ' ανάγκη οι διατάξεις για την αλληλογραφία εσωτερικού. Επομένως, οι εφεσίβλητες, όπως και οι αντισυμβαλλόμενοί τους και ο δανικός και ο ολλανδικός ταχυδρομικός φορέας, δεν μπορούν να επικαλεστούν την προστασία που παρέχουν οι σχετικές διατάξεις της Συνθήκης, διότι οι συναλλαγές τις οποίες αφορούν οι κύριες δίκες και με τις οποίες επιδιώκεται η καταστρατήγηση του εκ του νόμου μονοπωλίου της DP έχουν δόλιο χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, μολονότι η CKG ανήκει σε πολυεθνικό όμιλο εταιριών, η μεταφορά στις Κάτω Ξώρες των δραστηριοτήτων της σχετικά με την εκτύπωση και την αποστολή των «γερμανικών» επιστολών οφειλόταν προφανώς στην πρόθεσή της να εξοικονομήσει ταχυδρομικά τέλη. Η DP προτείνει να εφαρμοστούν εν προκειμένω οι αρχές που τέθηκαν με την απόφαση Binsbergen (17), κατά την οποία οι έλκοντες δικαιώματα από τις κοινοτικές διατάξεις δεν μπορούν να τα ασκούν καταχρηστικώς ή δολίως και, επομένως, ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να λαμβάνει μέτρα με σκοπό την αποφυγή του ενδεχομένου να ενδίδουν ορισμένοι από τους υπηκόους του στον πειρασμό να κάνουν χρήση των δυνατοτήτων που παρέχει η Συνθήκη για να αποφύγουν την εφαρμογή των εθνικών νόμων. Όσον αφορά άλλωστε τον ισχυρισμό περί παραβάσεως των άρθρων 90, παράγραφος 1, και 86 της Συνθήκης, η DP ισχυρίζεται ότι η πρόθεση της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως να αμυνθεί κατά της δόλιας συμπεριφοράς τρίτων σημαίνει ότι οι ενέργειες στις οποίες προέβη για να αντιμετωπίσει τη συμπεριφορά αυτή δεν αποτελούν καταχρηστική εκμετάλλευση.
15 Με τις προτάσεις που ανέπτυξα πρόσφατα στην υπόθεση Centros επισήμανα - πράγμα που επαναλαμβάνω και σήμερα - ότι «η καταστρατήγηση του νόμου δεν μπορεί να προβληθεί παρά μόνον όταν ο κανόνας που θεωρείται ότι παρακάμφθηκε έχει εφαρμογή κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση στην επίδικη νομική κατάσταση. Αν η προβαλλόμενη καταστρατήγηση αφορά έναν κανόνα εθνικού δικαίου, θα πρέπει προηγουμένως να διασφαλίζεται ότι ο εσωτερικός κανόνας, όπως θεωρείται ότι θα εφαρμοζόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον δικαστή, καθόσον είναι σύμφωνος προς το κοινοτικό δίκαιο» (18). Στο σημείο όμως αυτό ακριβώς νομίζω εντούτοις ότι η επιχειρηματολογία της DP εμπεριέχει απόδειξη διά του αποδεικτέου. Η επιχειρηματολογία της εφεσείουσας φαίνεται να στηρίζεται στην ακόλουθη αρχή: η επιχειρηματική δραστηριότητα γερμανικών νομικών προσώπων δεν μπορεί, εφόσον αφορά κυρίως τη γερμανική αγορά, να πραγματοποιείται με την ανάθεση παροχής υπηρεσιών σε τρίτους επιχειρηματίες, οι οποίοι είναι πράγματι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, ακόμη και αν η ανάθεση αυτή περιορίζεται σε μία μόνο φάση της όλης διαδικασίας της παραγωγής του οικείου αγαθού ή της οικείας υπηρεσίας. Κατά την άποψη αυτή, η εκ μέρους των ενδιαφερομένων άσκηση της διασφαλιζόμενης από τη Συνθήκη ελευθερίας επιλογής του καταλληλότερου για τους επιδιωκόμενους σκοπούς μέσου, μεταξύ των μέσων που τους παρέχει το εθνικό ενοχικό και εταιρικό δίκαιο, δεν μπορεί συνεπώς σε καμία περίπτωση να έχει ως αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται η εφαρμογή των γερμανικών τελών εσωτερικού σε ταχυδρομικές αποστολές όπως είναι οι επίμαχες εν προκειμένω. Δεν βλέπω όμως πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άποψη αυτή κατά την παρούσα φάση της ευρωπαϋκής ολοκληρώσεως, η οποία χαρακτηρίζεται από την πλήρη σχεδόν υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, χάρη στην κατάργηση των εθνικών εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των κεφαλαίων [βλ. άρθρο 3 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 3 ΕΚ), στοιχείο γγ]. Κατά τη γνώμη μου, εφόσον η ελευθερία εγκαταστάσεως (την οποία επικαλέστηκε η CESC, η επιχείρηση παροχής υπηρεσιών που είναι θυγατρική της CGK) και η ελευθερία παροχής υπηρεσιών (την οποία επικαλούνται τόσο οι εφεσίβλητες (19) όσο και οι αντισυμβαλλόμενοί τους) ασκούνται σύμφωνα με τη Συνθήκη, οι προσδοκίες ή τα ατομικά κίνητρα που ώθησαν τον ενδιαφερόμενο να προβεί στη συγκεκριμένη επιλογή δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε μπορούν να ελεγχθούν από το Δικαστήριο (20). Οι υπομνησθείσες εν προκειμένω γενικές αρχές επιβεβαιώθηκαν εξάλλου από το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση στην υπόθεση Centros, κατά την οποία το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 43 ΕΚ) και το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 48 ΕΚ) απαγορεύουν στα κράτη μέλη να αρνούνται την καταχώριση στα οικεία μητρώα των υποκαταστημάτων των εταιριών που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, όπου οι εταιρίες αυτές έχουν την έδρα τους, αλλά δεν ασκούν εμπορικές δραστηριότητες. Στην υπόθεση εκείνη, το υποκατάστημα στο άλλο κράτος μέλος έδινε στην εταιρία τη δυνατότητα να ασκεί επίσης το σύνολο των δραστηριοτήτων της εντός του άλλου αυτού κράτους και όχι εντός του κράτους στο οποίο είχε ιδρυθεί: το αποτέλεσμα επομένως ήταν να αποφευχθεί η ίδρυση εταιρίας διαφορετικής μορφής εντός του κράτους μέλους που είχε επιλεγεί για την εγκατάστασή της, επειδή για τη σύσταση της άλλης εταιρίας θα έπρεπε να εφαρμοστούν οι κανόνες του κράτους αυτού σχετικά με την καταβολή ενός ελάχιστου εταιρικού κεφαλαίου, οι οποίοι ήταν αυστηρότεροι από τις αντίστοιχες διατάξεις του κράτους της έδρας της μητρικής εταιρίας. Το αποτέλεσμα αυτό είναι θεμιτό, διότι δικαιολογείται από την ελευθερία εγκαταστάσεως που παρέχεται από τη Συνθήκη (21).
Ας έλθουμε στην προκειμένη υπόθεση. Αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζουν η DP και η Επιτροπής, τα στοιχεία της δικογραφίας δεν μπορούν να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό ότι οι εφεσίβλητες - οργανώνοντας κεντρικά τις λογιστικές εργασίες (επεξεργασία των δεδομένων και εκτύπωση) και την αποστολή των άλλων ανακοινώσεων στους χρήστες των πιστωτικών καρτών τις οποίες «διαχειρίζονται» οι ίδιες οι εφεσίβλητες - ενήργησαν χωρίς εύλογη αιτία και κακοβούλως, με μόνο σκοπό να αποκομίσουν, σε βάρος τρίτων, αθέμιτα πλεονεκτήματα που είναι προδήλως ξένα προς τον σκοπό που επιδιώκουν οι κοινοτικές διατάξεις περί ελευθερίας εγκαταστάσεως και περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (22). Κατά συνέπεια, οι νομικές καταστάσεις τις οποίες αφορούν οι κύριες δίκες καλύπτονται από τις διατάξεις της Συνθήκης στις οποίες αναφέρεται το Oberlandesgericht. Θα ήθελα παρεμπιπτόντως να προσθέσω ότι το περιεχόμενο των απαντήσεων που προτίθεμαι να δώσω, κατόπιν των ανωτέρω παρατηρήσεων, στα πρώτα τρία από τα σημερινά προδικαστικά ερωτήματα δεν επηρεάζεται από τις περιστάσεις που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο με το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα που υπέβαλε στην υπόθεση C-148/97 (βλ. ανωτέρω σημείο 1).
Εφαρμόζεται η Συνθήκη στην προκειμένη περίπτωση, παρά το γεγονός ότι το επίμαχο κρατικό μέτρο θεσπίστηκε με σκοπό την εκτέλεση διεθνούς συμβάσεως;
16 Δεν αμφισβητείται εξάλλου - ούτε άλλωστε είναι τυχαίο ότι το σημείο αυτό δεν αναφέρεται καν στη διάταξη περί παραπομπής - ότι, αν διαπιστωθεί ότι το επίμαχο μέτρο αντιβαίνει προς τις διατάξεις στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο για τους λόγους τους οποίους υποστηρίζουν οι εφεσίβλητες εταιρίες, η έλλειψη νομιμότητας αυτή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αναιρείται από το γεγονός και μόνο ότι οι επίδικες διατάξεις θεσπίστηκαν από τον Γερμανό νομοθέτη βάσει διεθνούς συμβάσεως, στην οποία έχουν προσχωρήσει πλέον όλα τα κράτη μέλη· ούτε έχει σημασία συναφώς αν η διεθνής αυτή σύμβαση είναι προγενέστερη ή μεταγενέστερη της Συνθήκης (βλ. ανωτέρω υποσημ. 5). Εξάλλου, το προπαρατεθέν άρθρο 25 της συμβάσεως ΠΤΕ δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση στις χώρες μέλη (23). Το άρθρο αυτό προβλέπει απλώς το δικαίωμα των εθνικών ταχυδρομικών διοικήσεων να επιστρέφουν στον τόπο προελεύσεως τα ταχυδρομικά αντικείμενα τα οποία αφορά η διάταξη αυτή ή, ως εναλλακτική λύση, να χρεώνουν για τα αντικείμενα αυτά τα ταχυδρομικά τέλη που ισχύουν για την αλληλογραφία εσωτερικού (και, σε περίπτωση αρνήσεως του αποστολέα να τα καταβάλει, να προβαίνουν στη διάθεση των ταχυδρομικών αυτών αντικειμένων σύμφωνα με την εσωτερική τους νομοθεσία).
Μπορεί η DP να χαρακτηριστεί ως επιχείρηση που εμπίπτει στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης;
17 Νομίζω ότι είναι απόλυτα σαφές ότι το επίδικο μέτρο ανήκει στην κατηγορία των μέτρων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης, αν ληφθεί υπόψη η διττή ιδιότητα του φορέα υπέρ του οποίου ελήφθη το μέτρο αυτό. Η DP πρέπει πράγματι να χαρακτηριστεί αφενός ως «δημόσια επιχείρηση» (24) και αφετέρου ως «επιχείρηση στην οποία ένα κράτος μέλος έχει χορηγήσει αποκλειστικά δικαιώματα» (25). Η εν λόγω διάταξη της Συνθήκης, η οποία περιλαμβάνεται στους κανόνες περί ανταγωνισμού, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν ούτε διατηρούν, ως προς τις επιχειρήσεις αυτές, μέτρα αντίθετα προς τις κοινοτικές διατάξεις, ιδίως (αλλ' όχι μόνο) προς τις διατάξεις του άρθρου 6 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 12 ΕΚ) και των άρθρων 85 έως 94 της Συνθήκης (που αποτελούν τους κοινούς κανόνες περί ανταγωνισμού). Κατόπιν των ανωτέρω επισημάνσεων, θα εξετάσω τα προδικαστικά ερωτήματα σύμφωνα με τη σειρά με την οποία τα έθεσε το αιτούν δικαστήριο. Καταρχάς θα εξετάσω κατά πόσον ένα κρατικό μέτρο όπως είναι η γερμανική ρύθμιση με την οποία εφαρμόστηκε η σύμβαση ΠΤΕ (περιλαμβανομένου του άρθρου 25 της διεθνούς αυτής πράξης) συμβιβάζεται με την απαγόρευση καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσης.
Απάντηση στο πρώτο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος (άρθρα 90, παράγραφος 1, και 86 της Συνθήκης)
18 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει καταρχάς ότι μια επιχείρηση όπως είναι η DP, στην οποία έχει δοθεί εκ του νόμου μονοπώλιο επί σημαντικού τμήματος της κοινής αγοράς, πρέπει να χαρακτηριστεί ως επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση, υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης. Επιπλέον, το έδαφος του κράτους μέλους που καλύπτεται από το μονοπώλιο αυτό ενδέχεται να αποτελεί ουσιώδες τμήμα της κοινής αγοράς (26). Εξάλλου, το ίδιο το Δικαστήριο έχει καθιερώσει την αρχή ότι - ενώ το γεγονός και μόνο ότι δημιουργείται δεσπόζουσα θέση με την παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 91, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν είναι καθαυτό ασυμβίβαστο προς το άρθρο 86 της Συνθήκης - το κράτος μέλος παραβιάζει τις απαγορεύσεις που επιβάλλουν οι προπαρατεθείσες δύο διατάξεις, εφόσον η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση οδηγείται, απλώς και μόνο λόγω της ασκήσεως των αποκλειστικών δικαιωμάτων που της έχουν παραχωρηθεί, σε καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της ή εφόσον τα δικαιώματα αυτά είναι ικανά να δημιουργήσουν κατάσταση στην οποία η επιχείρηση οδηγείται σε τέτοια καταχρηστική εκμετάλλευση (27).
19 Κατά το άρθρο 86 της Συνθήκης, συνιστούν καταχρηστική εκμετάλλευση, μεταξύ άλλων, η αδικαιολόγητη άρνηση της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως να παράσχει τις υπηρεσίες της σε αυτόν που της το ζητεί (28), καθώς και η εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδύναμων παροχών (29), εφόσον έχουν ως αποτέλεσμα να παραβλάπτουν το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο. Πρόκειται βέβαια για ενέργειες που δεν εμπίπτουν προφανώς στους κανόνες περί ανταγωνισμού, αν στις ενέργειες αυτές προβαίνει επιχείρηση που δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση. Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι κατέχουσες δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεις υπέχουν ιδιαίτερη ευθύνη ως προς τη διατήρηση πραγματικού και ανόθευτου ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς (30). Ας εφαρμόσουμε τώρα στην προκειμένη περίπτωση τις γενικές αρχές που υπενθύμισα ανωτέρω. Οι εφεσίβλητες εταιρίες, κατά των οποίων στράφηκε η DP λόγω του ότι τις θεώρησε ως «πραγματικούς αποστολείς» της αλληλογραφίας που ταχυδρομήθηκε από το εξωτερικό (βλ. ανωτέρω σημείο 6), υπόκεινται πάντως - εκτός αν ισχύσει η άρνηση διανομής της αλληλογραφίας - σε χρηματική επιβάρυνση που υπερβαίνει συνολικά την επιβάρυνση που υφίσταται όποιος ταχυδρομεί στη Γερμανία αλληλογραφία εσωτερικού. Η επιβάρυνση αυτή συνίσταται συγκεκριμένα στο άθροισμα: i) των τελών εσωτερικού του κράτους μέλους προορισμού και ii) των τελών αλληλογραφίας εξωτερικού του κράτους μέλους από το οποίο αποστέλλεται η αλληλογραφία, ένα μέρος των οποίων, το οποίο ισούται με τα καταληκτικά τέλη, καταβάλλεται οπωσδήποτε στον ΔΤΦ του πρώτου κράτους. Επιπλέον, η ρύθμιση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης δημιουργεί, κατά την άποψή μου, άλλη μία άνιση μεταχείριση σε βάρος των επιχειρήσεων που βρίσκονται σε ανάλογη κατάσταση με τις εφεσίβλητες και έναντι του αποστέλλοντος από τα ίδια κράτη μέλη αλληλογραφία που έχει προετοιμαστεί και ταχυδρομηθεί στο έδαφος αυτών των κρατών μελών, αλλ' όχι βάσει οδηγιών ή για λογαριασμό αποστολέων εγκατεστημένων στη Γερμανία. Συγκεκριμένα, βάσει της συμβάσεως ΠΤΕ, η DP δεν δικαιούται, για τη διανομή και την επίδοση της αλληλογραφίας αυτής, να εισπράττει, πέρα από τα καταληκτικά τέλη, τα ισχύοντα στη Γερμανία τέλη αλληλογραφίας εσωτερικού (31). Εξάλλου, κατά το Oberlandesgericht, προϋπόθεση για την προσέγγιση αυτού του προβλήματος είναι να επιβάλλει το άρθρο 86 της Συνθήκης στο εθνικό δικαστήριο να λαμβάνει επίσης υπόψη, κατά τον υπολογισμό της συνολικής αμοιβής που αξιώνει η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση, τα καταληκτικά τέλη, τα οποία όμως καταβάλλονται όχι άμεσα από τους αποστολείς που υφίστανται τη δυσμενή διάκριση, αλλά από τους αλλοδαπούς ταχυδρομικούς φορείς, οι οποίοι πιστώνουν την εν λόγω επιχείρηση με ένα μέρος των τελών διεθνούς αλληλογραφίας τα οποία τους έχουν καταβάλει η δανική και η ολλανδική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, προϋπόθεση για την εφαρμογή της απαγορεύσεως είναι, κατά το άρθρο 86, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γγ, της Συνθήκης, να μπορούν να χαρακτηριστούν η GZS κα η CKG - οι οποίες στην πραγματικότητα αποδέχονται μια συνολική υπηρεσία που τους παρέχεται από τις οικείες επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και η οποία περιλαμβάνει τη διανομή της αλληλογραφίας που ταχυδρομήθηκε για λογαριασμό τους στην αλλοδαπή - ως «εμπορικώς συναλλασσόμενες» με την DP. Οι αντιρρήσεις αυτές όμως δεν φαίνεται να λαμβάνουν επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι οι ενέργειες που μνημονεύονται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 86 της Συνθήκης μνημονεύονται ως παραδείγματα και μόνο. Κατά συνέπεια, η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση ενδέχεται να παραβιάζει την απαγόρευση που επιβάλλεται με την εν λόγω διάταξη ακόμη και όταν εκμεταλλεύεται τη δύναμή της στην αγορά προβαίνοντας σε άλλες ενέργειες, πέρα από αυτήν που εξετάζεται εν προκειμένω (32). Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι το επίμαχο μέτρο αφορά σχέση δημοσίου δικαίου μεταξύ της ταχυδρομικής διοικήσεως και του «δυνητικού» αποστολέα της αλληλογραφίας που έχει ταχυδρομηθεί στην αλλοδαπή και δεν εξαρτάται από καμία άμεση συμβατική ή εμπορική σχέση μεταξύ του ΔΤΦ και του αποδέκτη της κυρώσεως δεν αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να γίνει δεκτό ότι το μέτρο αυτό δεν εμπίπτει στην εν λόγω απαγόρευση. Τέλος, οι κοινοτικοί κανόνες περί ανταγωνισμού δεν επιτρέπουν να αποδοθεί στο πρόσωπο που καθορίζει, σε τελική ανάλυση, το περιεχόμενο της αλληλογραφίας (στην GZS και στην CKG ή στους αντισυμβαλλόμενούς τους) τέτοια σημασία, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί η άρνηση της DP να παράσχει τις υπηρεσίες της ή να αμφισβητηθεί η ισοδυναμία των παροχών επί των οποίων η DP εφαρμόζει άνισους συμβατικούς όρους είτε στη μία είτε στην άλλη από τις εξεταζόμενες εν προκειμένω περιπτώσεις.
20 Κατά την άποψή μου, δεν μπορούν να υπάρχουν αμφιβολίες ούτε για το γεγονός ότι ένα μέτρο σαν το επίμαχο εν προκειμένω μπορεί να παραβλάψει σημαντικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο (33). Το μέτρο αυτό οδηγεί πράγματι την επιχείρηση στην οποία έχουν χορηγηθεί αποκλειστικά δικαιώματα να επιβάλλει κυρώσεις σε μια (εγχώρια) επιχείρηση για τον λόγο ακριβώς ότι η τελευταία αυτή επιχείρηση χαρακτηρίζεται ως ο πραγματικός αποστολέας ταχυδρομικών αντικειμένων που έχουν γραμματοσημανθεί και ταχυδρομηθεί σε άλλο κράτος μέλος από εγκατεστημένες εκεί επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και τα οποία στη συνέχεια διέβησαν τα σύνορα κατά τη μεταφορά τους από τον ΔΤΦ του εν λόγω κράτους. Όσον αφορά δε την προϋπόθεση του «αισθητού» επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών, η ίδια η DP παρατηρεί ότι ποσοστό μεγαλύτερο του 20 % της δραστηριότητάς της ως προς τη διανομή συνήθων επιστολών συνίσταται στην προώθηση τακτικών αποστολών αντικειμένων επιστολικού ταχυδρομείου με ομοιόμορφο σχήμα, τα οποία δεν απαιτούν την ιδιόγραφη υπογραφή του συντάκτη και μπορούν να καταρτίζονται από μηχανή και ότι συνεπώς το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 25 της συμβάσεως ΠΤΕ αφορά, δυνητικά τουλάχιστον, σημαντικές ποσότητες αντικειμένων επιστολικού ταχυδρομείου εξωτερικού.
21 Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να εξεταστεί, σύμφωνα με το κριτήριο που έχει θέσει η νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. ανωτέρω σημείο 18), κατά πόσον τα αποκλειστικά δικαιώματα που έχει η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση μπορούν να δημιουργήσουν τέτοια κατάσταση, ώστε να οδηγηθεί η επιχείρηση αυτή να προβεί σε καταχρηστική εκμετάλλευση όπως είναι οι πράξεις που επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο. Για να διαπιστωθεί (παρεμπιπτόντως έστω) ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει παραβεί τα άρθρα 90, παράγραφος 1, και 86 της Συνθήκης, πρέπει συνεπώς οι ανωτέρω εκτεθείσες καταχρήσεις να αποτελούν άμεση συνέπεια του επίμαχου εθνικού μέτρου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο γερμανικός εκτελεστικός νόμος, συμμορφούμενος προς τις διατάξεις του άρθρου 25 της συμβάσεως ΠΤΕ, δεν προβλέπει την υποχρέωση, αλλά το δικαίωμα του εθνικού ΔΤΦ να επιστρέψει τα ταχυδρομικά αντικείμενα στον τόπο προελεύσεως ή να επιβάλει τα ταχυδρομικά τέλη εσωτερικού. Δεν βλέπω όμως για ποιο λόγο η ταχυδρομική διοίκηση, η οποία έχει μονοπώλιο και δεν είναι εκτεθειμένη στον εμπορικό ανταγωνισμό κατά την παροχή των υπηρεσιών της, δεν θα ασκούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση το εν λόγω δικαίωμα, εν όλω ή εν μέρει, εν όψει του σαφούς και αντικειμενικού οικονομικού κινήτρου που θα αποτελούσε γι' αυτήν η έναντι του αποστολέα προβολή, υπό τις προβλεπόμενες περιστάσεις, της αξιώσεως καταβολής των υψηλότερων τελών που προβλέπουν οι ισχύοντες νόμοι. Ο καθαρά θεωρητικός χαρακτήρας της δυνατότητας αυτής της ταχυδρομικής διοικήσεως να μην ασκήσει το δικαίωμά της αποδεικνύεται εξάλλου από τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων των κύριων δικών. Το ίδιο συμπέρασμα θα επιβαλλόταν, κατά την άποψή μου, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δικαστήριο δεν θα είχε διαπιστώσει καμία πραγματική κατάχρηση εκ μέρους του γερμανικού ταχυδρομικού μονοπωλίου (34). Επομένως, μια εθνική ρύθμιση όπως αυτή που προκύπτει από τον νόμο περί εκτελέσεως της συμβάσεως ΠΤΕ πρέπει να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει καθαυτή προς το άρθρο 90, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 86 της Συνθήκης.
Απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα (άρθρα 30, 59 και 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης)
22 Η απάντηση που δίνω στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα θα απαλλάξει το Δικαστήριο - αν τη δεχθεί - από την εξέταση του δεύτερου ερωτήματος, το οποίο αφορά το ζήτημα αν ένα κρατικό μέτρο όπως ο γερμανικός νόμος για την εκτέλεση της συμβάσεως ΠΤΕ είναι αντίθετος προς τα άρθρα 30 και 59 (σε συνδυασμό με το άρθρο 90, παράγραφος 1) της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, θα περιοριστώ σε σύντομη μόνο εξέταση του εν λόγω σημείου. Καταρχάς θα ήθελα να επισημάνω ότι η προκειμένη υπόθεση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Σύμφωνα με την έννοια που έδωσε στα «εμπορεύματα» το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 30 της Συνθήκης, η απαγόρευση των κρατικών μέτρων που εμποδίζουν το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο αφορά τα αντικείμενα των οποίων η αξία μπορεί να εκφραστεί σε χρήμα και τα οποία μπορούν να μεταφερθούν υλικώς πέραν των συνόρων, ώστε να πραγματοποιηθούν αγοραπωλησίες ή άλλες νόμιμες εμπορικές συναλλαγές, ανεξάρτητα από τη φύση των συναλλαγών αυτών (35). Οι ταχυδρομούμενες επιστολές, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, δεν αποτελούν, καθεαυτές, αντικείμενο αγοραπωλησίας ή άλλης δικαιοπραξίας. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνεται λόγος ούτε για εμπορική συναλλαγή εμπορευμάτων που εξυπηρετεί παροχή υπηρεσιών και είναι συναφής προς αυτήν, αλλά διακρίνεται από την παροχή αυτή από εννοιολογική και οικονομική άποψη, ούτε για κύρια συναλλαγή, η οποία απορροφά άλλη, που είναι καθαρά παρεπόμενη και δευτερεύουσα (36). Η μόνη συναλλαγή που πραγματοποιείται στην υπόθεση της κύριας δίκης είναι η παροχή της διεθνούς υπηρεσίας μεταφοράς των επιστολών, την οποία προσφέρει στον αποστολέα ο ΔΤΦ του κράτους ταχυδρομήσεως έναντι καταβολής του ισχύοντος τέλους (37).
Το αιτούν δικαστήριο έχει ζητήσει εξάλλου από το Δικαστήριο να του παράσχει επίσης ερμηνευτικά στοιχεία σε σχέση με τα άρθρα 59 επ. της Συνθήκης. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται, πρώτον, ότι οι κανόνες περί ίσης μεταχειρίσεως απαγορεύουν όχι μόνο τις προφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας του παρέχοντος υπηρεσίες (ή λόγω της έδρας της εταιρίας) ή λόγω του ότι ο παρέχων υπηρεσίες είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος και όχι σε αυτό εντός του οποίου πρέπει να εκπληρωθεί η παροχή, αλλά και κάθε μορφή συγκαλυμμένης διακρίσεως η οποία οδηγεί στην πράξη, κατ' εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, στο ίδιο αποτέλεσμα (38). Η εθνική ρύθμιση που δημιουργεί διακρίσεις μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο μόνο στην περίπτωση κατά την οποία εμπίπτει σε μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπουν ρητά το άρθρο 55 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 45 ΕΚ: «δραστηριότητες που συνδέονται στο [οικείο κράτος μέλος], έστω και περιστασιακά, με την άσκηση δημοσίας εξουσίας») και το άρθρο 56 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 46 ΕΚ: «λόγοι δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας»), στα οποία παραπέμπει το άρθρο 66 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 55 ΕΚ) (39). Στην προκειμένη υπόθεση, το Oberlandesgericht αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο του έμμεσου περιορισμού των υπηρεσιών που προσφέρουν οι ταχυδρομικοί φορείς των άλλων κρατών μελών: η επιβολή από την DP των τελών αλληλογραφίας εσωτερικού θα μπορούσε να είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του όγκου της αλληλογραφίας που αποστέλλεται στη Γερμανία από τη Δανία και από τις Κάτω Ξώρες (40). Οι εφεσίβλητες ισχυρίστηκαν ότι η εφαρμογή του άρθρου 25 της συμβάσεως ΠΤΕ από τον γερμανικό ΔΤΦ προσβάλλει επίσης, σε προγενέστερο στάδιο, την ελευθερία των παρεχόντων την υπηρεσία προετοιμασίας και ταχυδρομήσεως της αλληλογραφίας που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη - όπως είναι π.χ. η CESC και η δανική επιχείρηση που είναι αντισυμβαλλόμενος της GZS (41) - να διατηρούν εμπορικές σχέσεις με πελάτες εγκατεστημένους στη Γερμανία. Θεωρώ ότι η επιχειρηματολογία αυτή είναι ορθή και λυσιτελής. Αντίθετα απ' ό,τι ισχυρίζεται η DP, το άρθρο 59 της Συνθήκης αντίκειται επίσης στα κρατικά μέτρα τα οποία, χωρίς να απαγορεύουν απόλυτα την παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών, την αποθαρρύνουν, καθόσον την καθιστούν λιγότερο συμφέρουσα (42). Θα ήθελα επίσης να επισημάνω ότι το επίμαχο μέτρο εφαρμόζεται μόνο στη διανομή της αλληλογραφίας που έχει ταχυδρομηθεί στο εξωτερικό (καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, σε άλλα κράτη μέλη). Τέλος, ο στόχος τον οποίο επικαλείται η DP, δηλαδή η διατήρηση συνθηκών οικονομικής ισορροπίας κατά την παροχή των επιφυλασσόμενων στους ΔΤΦ υπηρεσιών, οι οποίες να μπορούν να διασφαλίσουν την εκπλήρωση της υποχρεώσεως καθολικής υπηρεσίας, έχει οικονομικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να δικαιολογήσει το εν λόγω μέτρο βάσει των άρθρων 55 ή 56 της Συνθήκης (βλ. ανωτέρω υποσημ. 39). Κατά συνέπεια, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα - καθόσον αναφέρεται στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση: η επίμαχη εθνική ρύθμιση συνιστά μέτρο που δημιουργεί διακρίσεις και είναι ασυμβίβαστο με τα άρθρα 90, παράγραφος 1, και 59 της Συνθήκης, καθόσον αποβαίνει σε βάρος των αλλοδαπών κοινοτικών υπηκόων που παρέχουν υπηρεσίες. Στη συνέχεια (κατωτέρω στα σημεία 24 έως 30) θα εξετάσω το ζήτημα αν μια επιχείρηση που τελεί στην κατάσταση της DP και υπό περιστάσεις αντίστοιχες προς τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να επικαλεστεί την εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
Έχει σημασία για την εκτίμηση του επίμαχου εθνικού μέτρου το γεγονός ότι η DP έχει αναλάβει μονομερώς την υποχρέωση να αφαιρεί τα καταληκτικά τέλη από τα πλήρη τέλη εσωτερικού;
23 Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα ανωτέρω (βλ. σημεία 21 και 22) δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η DP έχει αναλάβει μονομερώς, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη της συμβάσεως ΠΤΕ, τη δέσμευση να αφαιρεί - είτε στο μέλλον είτε αναδρομικά, σε σχέση με τις κύριες δίκες - το ποσό των καταληκτικών τελών (τα οποία της έχουν ήδη καταβληθεί από τον ΔΤΦ του κράτους μέλους προελεύσεως της αλληλογραφίας) από τα πλήρη τέλη εσωτερικού, των οποίων την καταβολή απαιτεί από τον αποστολέα στις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 25. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύει τα άρθρα 90, παράγραφος 1, 86 και 59 της Συνθήκης και, για λόγους ασφάλειας δικαίου, πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτό που έχει ορίσει ο εθνικός νομοθέτης με τις αφηρημένες και γενικές κανονιστικές διατάξεις και όχι τον τρόπο με τον οποίο οι διατάξεις των εσωτερικών νόμων μπορούν να εφαρμόζοναι, στις συγκεκριμένες και δεδομένες περιπτώσεις, από την επιχείρηση που είναι διάδικος στην κύρια δίκη και υπέρ της οποίας ισχύουν οι διατάξεις αυτές. Αν έτσι έχουν όντως τα πράγματα, δεν υπάρχει τρίτη οδός: ή το Δικαστήριο θα αποφασίσει ότι στην προκειμένη περίπτωση ισχύει η εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης (βλ. κατωτέρω σημεία 24 έως 30), οπότε ο εθνικός νόμος περί εκτελέσεως της συμβάσεως ΠΤΕ θα συνεχίσει να εφαρμόζεται σε σχέση με όλες τις διατάξεις του άρθρου 25 (χωρίς να θίγεται φυσικά το δικαίωμα της DP να παραιτηθεί μονομερώς από ένα μέρος των αξιώσεών της), ή το Δικαστήριο θα αποφανθεί ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω εξαιρέσεως, οπότε το εθνικό δικαστήριο θα είναι υποχρεωμένο να μην εφαρμόσει την επίμαχη ρύθμιση (όπως θα εκθέσω κατωτέρω, σε σχέση με την ανάλυση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος· βλ. κατωτέρω σημείο 31).
Απάντηση στο δεύτερο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος (άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης)
24 Η DP ισχυρίστηκε επικουρικά ότι, σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 90, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 86 - ή, θα ήθελα να προσθέσω, με το άρθρο 59 - της Συνθήκης, μια επιχείρηση που τελεί στην ίδια κατάσταση θα καλυπτόταν από την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Κατά την εφεσείουσα, η εφαρμογή των προαναφερθέντων κανόνων θα την εμπόδιζε να εκπληρώνει την ειδική αποστολή που της έχει ανατεθεί από το Γερμανικό Δημόσιο. Το αιτούν δικαστήριο πάντως φαίνεται να αποκλείει το ενδεχόμενο να εξαρτάται η εφεσείουσα, όσον αφορά τη διατήρηση της καθολικής υπηρεσίας που πρέπει να παρέχεται σε κοινωνικά αποδεκτές τιμές, από το δικαίωμά της σχετικά με την καταβολή των ταχυδρομικών τελών εσωτερικού, επιπλέον των καταληκτικών τελών, δικαίωμα το οποίο η εφεσείουσα προβάλλει στις σημερινές υποθέσεις. Το αιτούν δικαστήριο αιτιολογεί την άποψή του αυτή με το σκεπτικό ότι η εφεσείουσα, στην περίπτωση της διανομής της εισερχόμενης διασυνοριακής αλληλογραφίας, αποκομίζει συνολικά μεγαλύτερα έσοδα, μολονότι η υπηρεσία που παρέχει δεν συνεπάγεται πρόσθετες δαπάνες, σε σχέση με την περίπτωση κατά την οποία διανέμεται και επιδίδεται συνήθης αλληλογραφία εσωτερικού. Το αιτούν δικαστήριο μας πληροφορεί ακόμα ότι το ύψος των ταχυδρομικών τελών εσωτερικού πρέπει, κατά το εσωτερικό δίκαιο, να εξυπηρετεί τον σκοπό διασφαλίσεως ταχυδρομικής υπηρεσίας που να καλύπτει το σύνολο της εθνικής επικράτειας και να είναι σύγχρονη και οικονομικά συμφέρουσα (43). Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι το ύψος των τελών, κατόπιν της αντισταθμίσεως, δίδει στην DP τη δυνατότητα να εκπληρώνει το έργο της, το οποίο εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον, υπό οικονομικά συμφέροντες όρους. Τέλος, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι η μείωση των εσόδων της εφεσείουσας, η οποία υπήρξε το αποτέλεσμα της άυλης αναταχυδρομήσεως, όχι μόνο δεν οδήγησε ακόμα σε αύξηση των τελών, αλλά η DP θα μπορούσε οπωσδήποτε να αντισταθμίσει το μελλοντικό διαφυγόν κέρδος της με τη σύναψη συμφωνίας για υψηλότερα καταληκτικά τέλη, τα οποία να αναλογούν στις πραγματικές δαπάνες, όπως έχει ήδη συμβεί με τη συμφωνία Reims.
25 Όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Corbeau, η συλλογή, η μεταφορά και η διανομή της αλληλογραφίας αποτελούν υπηρεσία που εξυπηρετεί το γενικό οικονομικό συμφέρον (44). Οι δημόσιες αρχές έχουν αναθέσει στην DP να διαχειρίζεται την υπηρεσία αυτή προς όφελος όλων των χρηστών, εντός ολόκληρης της γερμανικής επικράτειας, με βάση ενιαία τέλη και τους ίδιους ποιοτικούς όρους, ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες περιστάσεις και το πόσο συμφέρουσα οικονομικά είναι κάθε συγκεκριμένη πράξη (βλ. ανωτέρω υποσημ. 3 και το σχετικό τμήμα του κειμένου) (45). Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον εν προκειμένω συντρέχουν οι δύο προϋποθέσεις εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, και συγκεκριμένα: i) αν η εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου που έχει ανατεθεί στον ΔΤΦ καθίσταται αδύνατη, de jure ή de facto, από την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων (περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και περί ανταγωνισμού, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω) επί του επίμαχου στην κύρια δίκη μέτρου (46), και ii) αν, λόγω της μη εφαρμογής των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης, η ανάπτυξη του εμπορίου παρακωλύεται κατά τρόπο που αντιβαίνει προς το συμφέρον της Κοινότητας, το οποίο, κατά την άποψή μου, πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να οριστεί ως η βελτίωση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής των κρατών μελών μέσω της εγκαθιδρύσεως της εσωτερικής αγοράς στον ταχυδρομικό τομέα (47). Με άλλα λόγια, πρέπει να εξακριβωθεί - και βέβαια το βάρος αποδείξεως φέρει αυτός που επικαλείται την εν λόγω εξαίρεση (48): δηλαδή, εν προκειμένω, η εφεσείουσα - κατά πόσον τα δικαιώματα που παρέχει το κρατικό μέτρο με το οποίο εφαρμόζεται στη Γερμανία το άρθρο 25 της συμβάσεως ΠΤΕ είναι αναγκαία για να μπορεί η DP να εκπληρώνει, υπό οικονομικώς αποδεκτές συνθήκες (49), τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις της προς παροχή των υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της καθολικής υπηρεσίας. Αντίθετα, δεν αποτελεί προϋπόθεση της δυνατότητας εφαρμογής της εξαιρέσεως η ύπαρξη απειλής για την ίδια τη βιωσιμότητα της εν λόγω επιχειρήσεως, δηλαδή για τη χρηματοοικονομική ισορροπία της ή την κερδοφορία της (50).
26 Στο πλαίσιο των ταχυδρομικών υπηρεσιών, η έννοια «υποχρέωση καθολικής υπηρεσίας» στηρίζεται σε μια θεμελιώδη αρχή περί δικαιοσύνης, και συγκεκριμένα στην αντίληψη ότι το κράτος έχει την υποχρέωση να δημιουργεί, στο μέτρο του δυνατού, ίσες ευκαιρίες και ίδιο βιοτικό επίπεδο για όλους τους πολίτες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως ενός μέσου για διαπροσωπική επικοινωνία, με σκοπό τη βελτίωση της κοινωνικής συνοχής (51). Η διαθέτουσα μονοπώλιο επιχείρηση που υπόκειται στην υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας πρέπει επομένως να απαιτεί γενικά ενιαίες τιμές για τη διανομή της αλληλογραφίας σε οποιαδήποτε γεωγραφική περιοχή της εθνικής επικράτειας, έστω και αν το κόστος της υπηρεσίας μπορεί να εμφανίζει σημαντικές διαφορές μεταξύ δύο περιοχών, λόγω των αποστάσεων και της πυκνότητας της κυκλοφορίας στα σημεία προελεύσεως ή προορισμού ή σε ορισμένο τμήμα της διαδρομής (52). Εξάλλου, σε πολλές χώρες, επιτρέπεται στον ΔΤΦ να εφαρμόζει διαφοροποιημένη εν μέρει πολιτική τιμών βάσει άλλων παραμέτρων (π.χ. του βάρους των αποστελλομένων αντικειμένων και της ταχύτητας της διεκπεραιώσεως και διανομής).
27 Με τους ισχυρισμούς της η DP εμμένει επί των δαπανών που συνεπάγεται συνήθως για τους ΔΤΦ η υποχρέωσή τους να παρέχουν καθολική υπηρεσία. Επισημαίνει για παράδειγμα ότι η διανομή της αλληλογραφίας σε μακρινούς ή αραιοκατοικημένους προορισμούς πραγματοποιείται επί ζημία των ΔΤΦ, αν ληφθούν υπόψη τα ενιαία τέλη, ενώ οι ζημίες αυτές καλύπτονται από τα κέρδη που πραγματοποιούνται κατά την παροχή της υπηρεσίας αυτής σε περιοχές (ή τομείς δραστηριοτήτων) στις οποίες η παροχή αυτή είναι λιγότερο δαπανηρή και καταβάλλεται η εξισωμένη ενιαία τιμή (53). Επιπλέον, το κόστος της εκπληρώσεως της υποχρεώσεως παροχής καθολικής υπηρεσίας εξαρτάται από τους ειδικότερους όρους που έχει επιβάλει το Δημόσιο στον ΔΤΦ, κυρίως δε σε σχέση με τις ελάχιστες ποιοτικές προδιαγραφές (χρόνος μεταξύ αποστολής και επιδόσεως της αλληλογραφίας, καθώς και τακτικότητα και αξιοπιστία της καθολικής υπηρεσίας) (54). Εξάλλου, η ανάγκη ακριβώς διασφαλίσεως της παροχής της καθολικής υπηρεσίας υπό οικονομικά ισόρροπες συνθήκες δικαιολογεί, κατά την παρούσα φάση της βαθμιαίας και ελεγχόμενης ελευθερώσεως της αγοράς, την ύπαρξη, εντός όλων σχεδόν των κρατών μελών, μιας σειράς υπηρεσιών, οι οποίες καθορίζονται βάσει ορισμένων ορίων βάρους και/ή τιμής και για τις οποίες προβλέπεται ότι παρέχονται μόνον από τον εθνικό ΔΤΦ (55). Όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Corbeau, η υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας που επιβάλλει ένα κράτος μέλος στον μονοπωλιακώς δρώντα ταχυδρομικό φορέα του προϋποθέτει τη δυνατότητα διασταυρούμενων επιδοτήσεων μεταξύ πελατών και προορισμών και επομένως δικαιολογεί τον περιορισμό του ανταγωνισμού εκ μέρους ιδιωτών επιχειρηματιών στους κερδοφόρους τομείς. Πράγματι, οι νέοι ανταγωνιστές που θα εισέρχονταν σε μια ελεύθερη αγορά θα είχαν την τάση να εφαρμόζουν το λεγόμενο cream-skimming, δηλαδή να στρέφονται προς εκείνους τους τομείς της καθολικής υπηρεσίας που είναι κερδοφόροι. Σε αυτά τα τμήματα της αγοράς θα μπορούσαν να ζητούν χαμηλότερα τέλη απ' ό,τι ο ΔΤΦ, ακόμη και αν λειτουργούσαν λιγότερο ορθολογικά, υπό την προϋπόθεση ότι το κόστος παραγωγής της υπηρεσίας τους θα υπολειπόταν από την ενιαία τιμή που ζητεί ο ΔΤΦ. Τούτο θα συνέβαινε για τον απλό λόγο ότι οι ανταγωνιστές αυτοί, αντίθετα από τον ΔΤΦ, δεν θα ήταν υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν τα κέρδη που θα πραγματοποιούσαν στους κερδοφόρους τομείς για να αντισταθμίζουν, εν όλω ή εν μέρει, τις ζημίες τους στους μη κερδοφόρους (56). Εξάλλου, η αφαίρεση κατά το μάλλον ή ήττον σημαντικών τομέων της δραστηριότητας της ταχυδρομικής διοικήσεως υπέρ των νέων ανταγωνιστών θα μείωνε τους εσωτερικούς πόρους που διαθέτει η διοίκηση αυτή για να εκπληρώσει την υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας (57).
28 Είναι βέβαια απόλυτα κατανοητό ότι η εφεσείουσα παραπονείται για τη μείωση των κερδών τα οποία αποκομίζει, σε σχέση με αυτά που θα προσδοκούσε ή θα μπορούσε να αποκομίσει, χάρη στην άσκηση μιας από τις δραστηριότητες για την οποία ο νόμος της παρέχει την αποκλειστικότητα ως αντιστάθμισμα ακριβώς της υποχρεώσεώς της για παροχή της καθολικής υπηρεσίας. Νομίζω επίσης ότι είναι ορθός ο ισχυρισμός της DP ότι η συμφωνία Reims II, η οποία άλλωστε δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση ratione temporis (βλ. ανωτέρω σημείο 8), δεν πρόκειται να επιλύσει ούτε στο μέλλον το πρόβλημα της ανεπάρκειας των καταληκτικών τελών ως προς την κάλυψη των πραγματικών δαπανών διανομής, δεδομένου ότι ο ολλανδικός ΔΤΦ δεν έχει προσχωρήσει στη συμφωνία αυτή. Εντούτοις, είναι γεγονός ότι, αν η DP είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο σε θέση να εκπληρώνει υπό οικονομικά αποδεκτές συνθήκες τις υποχρεώσεις της σχετικά με την παροχή της καθολικής υπηρεσίας, τα δικαιώματα που της παρέχει το κρατικό μέτρο με το οποίο εκτελείται στη Γερμανία το άρθρο 25 της συμβάσεως ΠΤΕ δεν μπορούν να θεωρηθούν αναγκαία από την άποψη του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (βλ. ανωτέρω σημείο 25).
29 Στις υποθέσεις που είναι παρόμοιες με την υπόθεση Corbeau, ο κίνδυνος που απειλεί τη χρηματοοικονομική ισορροπία του ΔΤΦ που υπέχει την υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας προέρχεαι από το γεγονός ότι η συμπεριφορά του τρίτου - στην οποία ο ΔΤΦ αντιδρά με συμπεριφορά που θα ήταν ασυμβίβαστη με τη Συνθήκη, αν η Συνθήκη είχε εφαρμογή - αφορά ακριβώς τους κερδοφόρους τομείς δραστηριοτήτων, δηλαδή τα τμήματα εκείνα της αγοράς στα οποία ο έχων μονοπώλιο ταχυδρομικός φορέας πρέπει, σύμφωνα με τη λογική που διέπει την υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας, να πραγματοποιεί τα αναγκαία κέρδη για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων του στα ζημιογόνα τμήματα της αγοράς. Αντίθετα απ' ό,τι συνέβαινε στην υπόθεση Corbeau, στην προκειμένη υπόθεση το επίμαχο κρατικό μέτρο δεν αποσκοπεί στον περιορισμό ή στην απαγόρευση των δυνατοτήτων επιλογής εκ μέρους των ανταγωνιστών του ΔΤΦ των κερδοφόρων μόνο τομέων των αποκλειστικών δραστηριοτήτων και στην κατ' αυτόν τον τρόπο προστασία της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Η DP, η επιχείρηση που υπέχει στη Γερμανία την υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας, δεν επικαλείται το εσωτερικό μέτρο μεταφοράς του άρθρου 25 της συμβάσεως ΠΤΕ για να προστατεύσει τα αποκλειστικά προνόμιά της από τις επιθέσεις των ανταγωνιστών της που επιδιώκουν να εισέλθουν στο οικείο τμήμα της αγοράς ούτε ισχυρίζεται ότι η εισερχόμενη διασυνοριακή αλληλογραφία αποτελεί, εντός της κατηγορίας των αποκλειστικών υπηρεσιών, έναν ακριβώς από τους κερδοφόρους τομείς από τον οποίο αποκομίζει τους εσωτερικούς πόρους που είναι αναγκαίοι για την εκπλήρωση του έργου της.
Στην προκειμένη περίπτωση ο φορέας που υπέχει την υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας ενεργεί μάλλον με σκοπό να προστατεύσει τα οικονομικά αποτελέσματά του, σε σχέση με τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις των διατάξεων της συμβάσεως περί καταληκτικών τελών, στην εκπόνηση και θέσπιση των οποίων μετέσχε εξάλλου μαζί με τους άλλους ΔΤΦ. Για τον λόγο αυτό η DP επικαλείται το δικαίωμά της να αρνείται την παροχή μιας από τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει την αποκλειστικότητα (εισερχόμενη από άλλο κράτος μέλος διασυνοριακή αλληλογραφία) ή να επιβάλλει ως προϋπόθεση της παροχής της υπηρεσίας της αυτής την καταβολή του τέλους που ισχύει για άλλη αποκλειστική υπηρεσία (αλληλογραφία εσωτερικού), πέρα από το τέλος που έχει ήδη καταβληθεί στη χώρα προελεύσεως. Η εφεσείουσα στηρίζει την αξίωσή της αυτή στον ισχυρισμό ότι το κόστος διανομής των διασυνοριακών επιστολών που έχουν ταχυδρομηθεί από άλλο κράτος μέλος υπερβαίνει τα σχετικά έσοδα (τα καταληκτικά τέλη) και ότι, λόγω του μηχανισμού της άυλης αναταχυδρομήσεως, για σημαντικό όγκο δραστηριοτήτων - που είναι μάλιστα πιθανότατο ότι θα αυξηθεί - για τον οποίο θα έπρεπε να της καταβληθεί το ενιαίο τέλος αλληλογραφίας εσωτερικού καταβάλλονται μόνο τα καταληκτικά τέλη. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας, ο ρους των εσωτερικών πόρων που διαθέτει η εφεσείουσα για να εκπληρώσει την υποχρέωσή της περί παροχής της καθολικής υπηρεσίας εκτρέπεται αμετάκλητα από τον προορισμό του (58).
30 Για να μπορεί να επικαλεστεί νομίμως τη διάταξη του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ περί εξαιρέσεως, η DP θα πρέπει επομένως να προσκομίσει, στις ενώπιον του Oberlandesgericht εκκρεμείς δίκες, μια αξιόπιστη εκτίμηση του όγκου δραστηριοτήτων για τον οποίο θα ίσχυε το εξισωμένο τέλος εσωτερικού και τον οποίο - αν ληφθεί υπόψη η γνωστή έλλειψη ισορροπίας μεταξύ κόστους διανομής (που αντανακλάται στα εσωτερικά τέλη) και καταληκτικών τελών - «ροκανίζει» η υπηρεσία της εισερχόμενης διασυνοριακής αλληλογραφίας που αποτελεί αντικείμενο άυλης αναταχυδρομήσεως. Επιπλέον, η εφεσείουσα θα πρέπει να προσκομίσει, βάσει του ενδεδειγμένου υπολογισμού των εσωτερικών δαπανών (59) και βάσει αντικειμενικών και αξιόπιστων στοιχείων της αγοράς, μια εκτίμηση της πιθανής απώλειας εσόδων (60) και να αποδείξει την αδυναμία της να εξεύρει τους πόρους αυτούς μέσω της παροχής άλλων αποκλειστικών υπηρεσιών. Το συγκριτικό στοιχείο βάσει του οποίου πρέπει να εκτιμηθεί κατά πόσον η εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης επί μιας επιχειρήσεως που βρίσκεται στην ίδια θέση με την DP θέτει σε κίνδυνο τις δυνατότητές της να διασφαλίσει την καθολική ταχυδρομική υπηρεσία υπό συνθήκες οικονομικής ισορροπίας συνίσταται στο άθροισμα των κερδών που πραγματοποιεί η επιχείρηση αυτή, εφαρμόζοντας την εξισωμένη ενιαία τιμή, στους κερδοφόρους τομείς δραστηριοτήτων τους οποίους καλύπτει η καθολική υπηρεσία. Το σημείο αφετηρίας όμως των ισχυρισμών της DP φαίνεται να είναι διαμετρικά αντίθετο, αφού η DP υποστηρίζει ότι κάθε μία από τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στον τομέα για τον οποίο προβλέπεται αποκλειστικότητα πρέπει να παρέχεται υπό συνθήκες χρηματοοικονομικής ισορροπίας. Όπως όμως έχω ήδη παρατηρήσει (βλ. σημείο 27), η δυνατότητα διασταυρούμενων επιδοτήσεων μεταξύ των κερδοφόρων δραστηριοτήτων και των μη κερδοφόρων, εντός φυσικά των υπηρεσιών για τις οποίες προβλέπεται η αποκλειστικότητα, είναι απολύτως συμφυής προς την εκπλήρωση της υποχρεώσεως παροχής της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας υπό τέτοιες ισόρροπες συνθήκες (61). Η DP θα πρέπει συνεπώς να πείσει το αιτούν δικαστήριο ότι, αν δεν της επιτραπεί να εφαρμόζει το άρθρο 25 της συμβάσεως ΠΤΕ σε αντικείμενα επιστολικού ταχυδρομείου όπως τα επίμαχα, δεν θα είναι σε θέση να αντισταθμίζει τις ενδεχόμενες ζημίες που υφίσταται εντός του τμήματος της αγοράς το οποίο συνίσταται στην εισερχόμενη διασυνοριακή αλληλογραφία και στις οποίες προστίθενται οι ζημίες που υφίστανται ενδεχομένως σε άλλους τομείς που περιλαμβάνονται στην υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας χρησιμοποιώντας τα κέρδη που πραγματοποιεί στους αποκλειστικούς ή μη τομείς που είναι οικονομικά αποδοτικοί και εμπίπτουν στην καθολική υπηρεσία.
Τέλος, για να διασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας - η οποία επιβάλλει στις δημόσιες αρχές, όσον αφορά τους τομείς στους οποίους τα κράτη μέλη διαθέτουν ακόμη διακριτική εξουσία, την υποχρέωση να επιλέγουν, εν όψει θεμιτού σκοπού δημοσίου συμφέροντος, τα μέτρα, τις διαδικασίες και τις κυρώσεις που περιορίζουν κατά το δυνατόν λιγότερο τις θεμελιώδεις ελευθερίες που εγγυάται η Συνθήκη και γενικότερα τα ατομικά δικαιώματα που παρέχονται στους ιδιώτες από την κοινοτική έννομη τάξη (62) (βλ. ανωτέρω υποσημ. 16 και 17) - το αιτούν δικαστήριο οπωσδήποτε δεν θα μπορεί να εφαρμόσει το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, αν διαπιστωθεί ότι άλλα μέτρα, λιγότερο περιοριστικά από το μέτρο που επιτρέπει στην DP να επιστρέφει την επίμαχη αλληλογραφία στον τόπο προελεύσεως ή να ζητεί την καταβολή των γερμανικών τελών αλληλογραφίας εσωτερικού, θα έδιναν στη DP τη δυνατότητα να εκτελεί υπό συνθήκες οικονομικής ισορροπίας το έργο της εξασφαλίσεως της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας στη Γερμανία (63). Θα ήθελα συναφώς να προσθέσω ότι - ακόμα και αν μπορούσε να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της εφεσείουσας ότι η αναγκαιότητα της εθνικής ρυθμίσεως πρέπει να εκτιμηθεί σε συσχετισμό με την ανάγκη παροχής της υπηρεσίας της εισερχόμενης διασυνοριακής αλληλογραφίας καθεαυτής υπό ισόρροπες συνθήκες, όσον αφορά τα εισερχόμενα και τα εξερχόμενα - η απαίτηση καταβολής του πλήρους τέλους αλληλογραφίας εσωτερικού για τα ταχυδρομικά αντικείμενα που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τα επίμαχα εν προκειμένω θα ήταν οπωσδήποτε δυσανάλογη, αφού μια επιχείρηση όπως η DP θα μπορούσε απλώς να απαιτήσει από τον «δυνητικό» αποστολέα ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ του πράγματι αποδειχθέντος κόστους της υπηρεσίας και των καταβληθέντων καταληκτικών τελών.
Απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα
31 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα ζητείται από το Δικαστήριο να προσδιορίσει τις έννομες συνέπειες που θα είχε η αναγνώριση από το εθνικό δικαστήριο του ασυμβιβάστου του επίμαχου μέτρου με τις διατάξεις της Συνθήκης που μνημονεύονται στα δύο πρώτα ερωτήματα. Συναφώς αρκεί να υπενθυμιστεί η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία το επιλαμβανόμενο εθνικό δικαστήριο έχει την υποχρέωση να εφαρμόζει στο ακέραιο το κοινοτικό δίκαιο και να προστατεύει τα δικαιώματα που απονέμει το δίκαιο αυτό στους ιδιώτες, αφήνοντας ανεφάρμοστη κάθε ενδεχομένως αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου, ανεξάρτητα από το αν η διάταξη αυτή είναι προγενέστερη ή μεταγενέστερη του οικείου κανόνα του κοινοτικού δικαίου (64). Ένα μέτρο όμως όπως το επίμαχο εν προκειμένω δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει εφαρμογή στην επίλυση της παρούσας υποθέσεως, εκτός αν το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης μπορεί - κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 90, παράγραφος 1, 86 και 59, οι οποίες έχουν άμεσο αποτέλεσμα - να εφαρμοστεί σε μια επιχείρηση που τελεί στην κατάσταση της DP.
Κατά τη διατύπωση όμως του υπό εξέταση ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερμηνεύει διαφορετικά τα νομοθετικά κείμενα βάσει των οποίων καλείται να ασκήσει τον δικαστικό έλεγχο: το επίμαχο μέτρο εξουσιοδοτεί γενικά και αφηρημένα την DP να εισπράττει το πλήρες τέλος ή, σε αντίθετη περίπτωση, να μη διανέμει την αλληλογραφία· ακόμη και αν η επιχείρηση υπέρ της οποίας θεσπίστηκε το μέτρο απέδιδε τα ταχυδρομικά τέλη που έχουν ήδη καταβληθεί στο κράτος μέλος της ταχυδρομήσεως ή τα καταληκτικά τέλη, η συμπεριφορά της αυτή θα είχε άμεση σχέση με το εν λόγω μέτρο και θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της επίμαχης ρυθμίσεως. Η άποψη αυτή, εντούτοις, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, διότι δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στο άρθρο 5, παράγραφος 2, ούτε σε καμία άλλη διάταξη της Συνθήκης ΕΚ. Αν εκλείψει η «προστατευτική ασπίδα» της κρατικής νομοθεσίας, το ζήτημα κατά πόσον είναι θεμιτή από άποψη ανταγωνισμού η συμπεριφορά επιχειρήσεως που έχει αποκλειστικά δικαιώματα, και συγκεκριμένα το δικαίωμα να επιβάλλει ως προϋπόθεση της διανομής της αλληλογραφίας που έχει ταχυδρομηθεί σε άλλο κράτος μέλος την καταβολή επιπλέον τελών, πέραν των καταβληθέντων από τον αποστολέα στο κράτος μέλος προελεύσεως, θα πρέπει να εξεταστεί άμεσα βάσει του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ και μόνο (65), και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν ο ενδιαφερόμενος ΔΤΦ επιβάλλει την καταβολή του πλήρους τέλους αλληλογραφίας εσωτερικού ή αφαιρεί τα ήδη εισπραχθέντα καταληκτικά τέλη. Το ζήτημα όμως αυτό βαίνει προφανώς πέραν των ορίων των σημερινών προδικαστικών ερωτημάτων.
Απάντηση στο τέταρτο και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-148/97 (παραπομπή)
32 Τέλος, όσον αφορά τα εναπομένοντα δύο προδικαστικά ερωτήματα που έθεσε το Oberlandesgericht μόνο στην υπόθεση C-148/97, φρονώ ότι στα ερωτήματα αυτά πρέπει, για τους λόγους που εξέθεσα ανωτέρω (βλ. σημείο 15), να δοθεί αρνητική απάντηση.
ΙΙΙ - Πρόταση
Για τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα του Oberlandesgericht:
Α - Στις υποθέσεις C-147/97 και C-148/97:
«1) Οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 90 της Συνθήκης ΕΚ [νυν άρθρου 86 ΕΚ], παράγραφος 1, του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΚ [νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 49 ΕΚ] και του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ [νυν άρθρου 82 ΕΚ] έχουν την έννοια ότι αντίκεινται προς τον εθνικό νόμο με τον οποίο κυρώνονται οι συμβάσεις της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ενώσεως της 14ης Δεκεμβρίου 1989 και με τον οποίο παρέχεται στην ταχυδρομική υπηρεσία του κράτους μέλους Α το δικαίωμα να απαιτεί, για τη διανομή των ταχυδρομηθέντων στο κράτος μέλος Β αντικειμένων επιστολικού ταχυδρομείου, την καταβολή των ταχυδρομικών τελών εσωτερικού ή να αρνείται, σε περίπτωση μη καταβολής των ταχυδρομικών τελών εσωτερικού, τη διανομή των αντικειμένων αυτών, όταν το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών έχει καθοριστεί από επιχείρηση του κράτους μέλους Α και έχει διαβιβαστεί με σύστημα ηλεκτρονικής μεταφοράς δεδομένων σε επιχείρηση εδρεύουσα στο κράτος μέλος Β, προκειμένου η επιχείρηση αυτή να το αποτυπώσει επί χάρτου, να ετοιμάσει τους ταχυδρομικούς φακέλους και να τους ταχυδρομήσει από τα ταχυδρομεία του κράτους μέλους Β. Κατά συνέπεια, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόζει καμία διάταξη του εν λόγω εθνικού νόμου.
2) Το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε μια επιχείρηση που έχει αποκλειστικά δικαιώματα και στην οποία έχει ανατεθεί η παροχή της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας εντός του κράτους μέλους Α να επικαλείται ένα κρατικό μέτρο όπως είναι το επίμαχο στις κύριες δίκες, με σκοπό να απαιτεί, για τη διανομή των αντικειμένων επιστολικού ταχυδρομείου που έχουν ταχυδρομηθεί στο κράτος μέλος Β, την καταβολή των ταχυδρομικών τελών εσωτερικού ή να αρνείται, σε περίπτωση μη καταβολής των ταχυδρομικών τελών εσωτερικού, τη διανομή των αντικειμένων αυτών, όταν το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών έχει καθοριστεί από επιχείρηση του κράτους μέλους Α και έχει διαβιβαστεί με σύστημα ηλεκτρονικής μεταφοράς δεδομένων σε επιχείρηση εδρεύουσα στο κράτος μέλος Β, προκειμένου η επιχείρηση αυτή να το αποτυπώσει επί χάρτου, να ετοιμάσει τους ταχυδρομικούς φακέλους και να τους ταχυδρομήσει από τα ταχυδρομεία του κράτους μέλους Β, εκτός αν η επιχείρηση στην οποία έχει ανατεθεί η παροχή της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας εντός του κράτους μέλους Α αποδεικνύει, βάσει εσωτερικής λογιστικής που χαρακτηρίζεται από διαφάνεια, είναι λεπτομερής και εξακριβώσιμη και βάσει αντικειμενικών και αξιόπιστων στοιχείων της αγοράς, ότι: i) η εφαρμογή των άρθρων 90, παράγραφος 1, 59 και 86 της Συνθήκης επί του επίμαχου κρατικού μέτρου θα την εμπόδιζε να διασφαλίσει την παροχή της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας υπό οικονομικώς ισόρροπες συνθήκες και ii) ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να διασφαλιστεί με άλλα, λιγότερο περιοριστικά μέτρα».
Β - Στην υπόθεση C-148/97 μόνο:
«3) Οι απαντήσεις στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα δεν εξαρτώνται από το αν η εδρεύουσα στο κράτος μέλος Β επιχείρηση που προβαίνει στην εκτύπωση, στην ετοιμασία και στην ταχυδρόμηση των αντικειμένων επιστολικού ταχυδρομείου από ταχυδρομεία του κράτους αυτού ανήκει στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων στον οποίο ανήκει και η εγκατεστημένη στο κράτος μέλος Α επιχείρηση που καθορίζει το περιεχόμενο των αποστελλομένων. Ομοίως, δεν έχει καμία σημασία, σε περίπτωση που οι δύο αυτές επιχειρήσεις είναι μεταξύ τους ανεξάρτητες, αν η εδρεύουσα στο κράτος μέλος Β επιχείρηση αναπτύσσει τις δραστηριότητές της για λογαριασμό μόνο της εδρεύουσας στο κράτος μέλος Α επιχειρήσεως ή και για λογαριασμό πολλών άλλων ομοειδών επιχειρήσεων».
(1) - Οι υπηρεσίες αναταχυδρομήσεως χωρίζονται συνήθως σε τρεις κατηγορίες:
- την «αναταχυδρόμηση ΑΒΓ», όπου η αλληλογραφία με προέλευση τη χώρα Α μεταφέρεται και διοχετεύεται από ιδιωτικές εταιρίες στο ταχυδρομικό σύστημα της χώρας Β, για να προωθηθεί, μέσω του παραδοσιακού διεθνούς ταχυδρομικού συστήματος, προς τη χώρα Γ, όπου κατοικεί ο τελικός παραλήπτης της αλληλογραφίας,
- την «αναταχυδρόμηση ΑΒΒ», όπου η αλληλογραφία με προέλευση τη χώρα Α μεταφέρεται και διοχετεύεται από ιδιωτικές εταιρίες στο ταχυδρομικό σύστημα της χώρας Β, για να προωθηθεί προς τον τελικό παραλήπτη της αλληλογραφίας, ο οποίος κατοικεί στη χώρα Β,
- την «αναταχυδρόμηση ΑΒΑ», όπου η αλληλογραφία με προέλευση τη χώρα Α μεταφέρεται και διοχετεύεται από ιδιωτικές εταιρίες στο ταχυδρομικό σύστημα της χώρας Β, για να προωθηθεί, μέσω του παραδοσιακού διεθνούς ταχυδρομικού συστήματος, προς τη χώρα Α, όπου κατοικεί ο τελικός παραλήπτης της αλληλογραφίας.
Στις τρεις αυτές κατηγορίες αναταχυδρομήσεως πρέπει να προστεθεί η λεγόμενη «άυλη αναταχυδρόμηση». Στην περίπτωση της άυλης αναταχυδρομήσεως, ορισμένα στοιχεία με προέλευση τη χώρα Α προωθούνται ηλεκτρονικά προς τη χώρα Β, όπου τυπώνονται, αυτούσια ή κατόπιν επεξεργασίας, και μεταφέρονται στη συνέχεια και διοχετεύονται στο ταχυδρομικό σύστημα της χώρας Β ή της χώρας Γ, για να προωθηθούν στη συνέχεια, μέσω του κλασσικού διεθνούς ταχυδρομικού συστήματος, προς τη χώρα Α, Β ή Γ, στην οποία κατοικεί ο τελικός αποδέκτης της αλληλογραφίας. Όπως παρατήρησαν οι εφεσίβλητες των κύριων δικών, η έννοια της άυλης αναταχυδρομήσεως, μολονότι χρησιμοποιείται πλέον ευρέως στην πρακτική, είναι ανακριβής από τεχνική άποψη, αφού δεν υπάρχει κανένα αντικείμενο που να διέρχεται δύο φορές εθνικά σύνορα, αλλά μόνο ένα αντικείμενο που παράγεται σε αλλοδαπό κράτος βάσει των δεδομένων που έχουν διαβιβαστεί από το κράτος προορισμού.
(2) - Οι επιστολές αυτές, στις οποίες ως αποστολέας αναφερόταν η «Citicorp European Service Center P.O. Box 5411, 6802 EK Arnhem, The Netherlands» ή η «Citicorp European Service Center BV P.O. Box 5200, 7570 GE Oldenzaal, The Netherlands», παραδίδονταν στη συνέχεια στον ολλανδικό ΔΤΦ, ο οποίος τις προωθούσε στην DP για να τις διανείμει στους εγκατεστημένους στη Γερμανία αποδέκτες. Από τις γραπτές παρατηρήσεις της CKG προκύπτει ότι στις κεντρικές εγκαταστάσεις παραλαβής, επεξεργασίας, εκτυπώσεως και αποστολής δεδομένων της CESC απευθύνονταν, πέρα από την ίδια την εφεσίβλητη, επιχειρήσεις και δίκτυα υποκαταστημάτων του ομίλου Citibank της Γαλλίας, του Βελγίου, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ελλάδας· στις επιχειρήσεις αυτές επρόκειτο στη συνέχεια να προστεθούν και επιχειρήσεις από άλλα ευρωπαϋκά κράτη, εφόσον ο αριθμός κατόχων πιστωτικών καρτών στα κράτη αυτά έφθανε ορισμένα επίπεδα. Η CESC απασχολεί επί του παρόντος 22 υπαλλήλους και καταρτίζει ετησίως 42 εκατομμύρια επιστολές προς παραλήπτες κατοικούντες ή εγκατεστημένους εντός του κοινοτικού εδάφους.
(3) - Κατά το άρθρο 2 του Gesetz όber das Postwesen (του γερμανικού νόμου περί ταχυδρομείων), της 3ης Ιουλίου 1989, δικαίωμα ιδρύσεως και διαχειρίσεως επιχειρήσεων για την αντί αμοιβής προώθηση γραπτών ανακοινώσεων ή λοιπών πληροφοριών από ιδιώτη σε ιδιώτη έχει μόνο η επιχείρηση που διαδέχθηκε την Deutsche Bundespost Postdienst [τον δημόσιο οργανισμό που μετατράπηκε στην ανώνυμη εταιρία DP, εν όψει της σχεδιαζόμενης για το 2000 ιδιωτικοποιήσεώς του, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του Gesetz zur Neuordnung des Postwesens und der Telekommunikation (νόμου για την αναδιάρθρωση των ταχυδρομικών υπηρεσιών και των τηλεπικοινωνιών, στο εξής: PTNeuOG), της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, BGBl. μέρος I, σ. 2325]. Επιπλέον, κατά το άρθρο 7 του PTNeuOG, στο οποίο περιέχεται ο Gesetz όber die Regulierung der Telekommunikation und des Postwesens [νόμος για τη ρύθμιση των τηλεπικοινωνιών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (στο εξής: PTRegG), BGBl. 1994, μέρος I, σ. 2371], η DP έχει την υποχρέωση παροχής της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας: συγκεκριμένα, οι πάντες έχουν δικαίωμα να κάνουν χρήση των ταχυδρομικών υπηρεσιών της οι οποίες, κατ' εφαρμογή παρεκκλίσεως από το προαναφερθέν άρθρο 2 του νόμου περί ταχυδρομείων, δεν έχουν ελευθερωθεί. Από την 1η Ιανουαρίου 1998 η DP είναι αποκλειστικά αρμόδια για την προώθηση: i) αντικειμένων επιστολικού ταχυδρομείου και καταλόγων με συγκεκριμένη διεύθυνση των οποίων το μεν βάρος δεν υπερβαίνει τα 200 γραμμάρια, το δε κόστος αποστολής το πενταπλάσιο των βασικών τελών που ίσχυαν στις 31 Δεκεμβρίου 1997, καθώς και ii) των διαφημιστικών εντύπων που αποστέλλονται ταχυδρομικώς και των οποίων το βάρος δεν υπερβαίνει τα 50 γραμμάρια και ο συνολικός αριθμός αντιτύπων το 50. Τα αποκλειστικά αυτά δικαιώματα θα παύσουν να υφίστανται την 1η Ιανουαρίου 2003 (βλ. άρθρο 51 του Postgesetz της 22ας Δεκεμβρίου 1997, BGBl. 1997, μέρος I, σ. 3294).
(4) - Βλ. BGBl., μέρος II, σ. 749.
(5) - Το πρώτο κείμενο της συμβάσεως χρονολογείται από το 1874. Διάταξη αντίστοιχη με το σημερινό άρθρο 25 (βλ. κατωτέρω στο κείμενο) θεσπίστηκε για πρώτη φορά με τη σύμβαση του 1924 (βλ. άρθρο IV του τελικού πρωτοκόλλου). Από την 1η Ιουλίου 1948 η ΠΤΕ αποτελεί ειδικευμένο οργανισμό του ΟΗΕ που είναι αρμόδιος για: να διασφαλίζει την οργάνωση και την ανάπτυξη των ταχυδρομικών υπηρεσιών, να προωθεί την ανάπτυξη της επικοινωνίας μεταξύ των λαών χάρη στην αποτελεσματική λειτουργία των υπηρεσιών αυτών, να συμβάλλει στην πολιτιστική, κοινωνική και οικονομική συνεργασία και να μετέχει στην παροχή τεχνικής στηρίξεως σύμφωνα με τα αιτήματα των χωρών μελών (που ανέρχονται σήμερα σε 189). Το καταστατικό της ΠΤΕ (που περιλαμβάνει τις γενικές και ειδικές διατάξεις, καθώς και τη σύμβαση ΠΤΕ) αποτελεί διπλωματική σύμβαση που υπόκειται σε κύρωση εκ μέρους των αρμόδιων αρχών κάθε χώρας μέλους. Το καταστατικό εγκρίθηκε το 1964 στη Βιέννη από το XV Παγκόσμιο Ταχυδρομικό Συνέδριο, άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1996 και τροποποιήθηκε από τα συνέδρια του Τόκιο (1969), της Λωζάνης (1974), του Αμβούργου (1984), της Ουάσινγκτον (1989) και της Σεούλ (1994). Το κείμενο της συμβάσεως που έχει κρίσιμη σημασία για την επίλυση των διαφορών στις κύριες δίκες είναι το κείμενο του 1989, το τελευταίο δηλαδή κείμενο που είχε κυρώσει η Γερμανία κατά τον χρόνο των επίδικων περιστατικών. Θα ήθελα εξάλλου να παρατηρήσω ότι, στο πλαίσιο της ΠΤΕ, έχει δημιουργηθεί η Ευρωπαϋκή Διάσκεψη Διοικήσεων Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (στο εξής: CEPT).
(6) - Η μετάφραση του άρθρου 25 στο ιταλικό πρωτότυπο κείμενο έχει γίνει από τον γενικό εισαγγελέα.
(7) - Τα ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (Special Drawing Rights) συνίστανται σε ένα «πανέρι» των κυριότερων νομισμάτων, το οποίο χρησιμοποιείται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το 1997 ένα ΕΤΔ ισούνταν με 0,824 ECU.
(8) - Η διαδικασία IV/32.791, την οποία κίνησε η Επιτροπή (κατ' εφαρμογή του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης) κατόπιν καταγγελίας της International Express Carrier Conference (IECC), κατέληξε στην έκδοση τριών πράξεων. Στις 17 Φεβρουαρίου 1995 η Επιτροπή γνωστοποίησε στην IECC, οργάνωση που εκπροσωπεί τα συμφέροντα επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες κατεπείγοντος ταχυδρομείου και αναταχυδρομήσεως, την απόφασή της να απορρίψει τελικά την καταγγελία της σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81 ΕΚ: απαγόρευση των συμφωνιών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό) επί της συμφωνίας CEPT. Με απόφαση της 6ης Απριλίου 1995, η Επιτροπή πληροφόρησε την IECC για την απόρριψη του τμήματος της καταγγελίας που αφορούσε την εφαρμογή εκ μέρους ορισμένων δημόσιων ταχυδρομικών φορέων συστήματος με το οποίο επιδιωκόταν η κατανομή των εθνικών ταχυδρομικών αγορών, μέσω της παρεμποδίσεως, βάσει του άρθρου 23 (νυν άρθρου 25) της συμβάσεως ΠΤΕ, «της φυσικής αναταχυδρομήσεως ABA (εμπορικού ή μη εμπορικού χαρακτήρα), της άυλης αναταχυδρομήσεως και της συνήθους διασυνοριακής αλληλογραφίας». Η Επιτροπή έκρινε ότι η αναταχυδρόμηση ΑΒΑ εμπορικού χαρακτήρα συνιστούσε - επειδή εμποδίζει τον ΔΤΦ της χώρας προορισμού να καλύψει τα έξοδά του για τη διανομή της αλληλογραφίας, καθόσον τα καταληκτικά τέλη δεν βασίζονται στις πραγματικές δαπάνες για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας - καταστρατήγηση του εκ του νόμου ταχυδρομικού μονοπωλίου των δημόσιων ταχυδρομικών φορέων και αποφάσισε ότι η παρεμπόδιση αυτού του είδους της αναταχυδρομήσεως δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ως καταχρηστική εκμετάλλευση υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης. Τέλος, στις 14 Αυγούστου 1995 η Επιτροπή εξέδωσε οριστική απορριπτική απόφαση για την καταγγελία της IECC σχετικά με την παρεμπόδιση της αναταχυδρομήσεως ΑΒΓ εκ μέρους ορισμένων ΔΤΦ. Εξάλλου, με έγγραφο της 20ής Φεβρουαρίου 1997 (στο οποίο παραπέμπει η DP με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου), η Επιτροπή πληροφόρησε τους ΔΤΦ που έχουν προσχωρήσει στη συμφωνία Reims I (βλ. κατωτέρω σημείο 8) ότι δεν έπρεπε να θεωρούν ως ικανές εναλλακτικές λύσεις - εκτός αν η ίδια αποφασίσει να χορηγήσει αρνητική πιστοποίηση ή ατομική εξαίρεση από την εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης - ούτε τη διατήρηση σε ισχύ του συστήματος καταληκτικών τελών CEPT ούτε την επαναφορά του συστήματος αυτού ή του συστήματος ΠΤΕ, το οποίο είχε ακόμα μικρότερη σχέση με το πραγματικό κόστος της παροχής της υπηρεσίας διανομής της εισερχόμενης διεθνούς αλληλογραφίας. Τέλος, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η προαναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής της 6ης Απριλίου 1995 σχετικά με την IECC (βλ. ανωτέρω) ακυρώθηκε, όσον αφορά το τμήμα στο οποίο το κοινοτικό όργανο αποφαίνεται επί της νομιμότητας της παρεμποδίσεως της φυσικής αναταχυδρομήσεως εμπορικού χαρακτήρα τύπου ABA, με την απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Σεπτεμβρίου 1998 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-133/95 και T-204/95,IECC κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3645, σημείο 2 του διατακτικού και σκέψεις 94 έως 106).
(9) - Το τελικό κείμενο της εν λόγω συμφωνίας υπογράφηκε και κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή τον Δεκέμβριο 1995 σύμφωνα με τον προαναφερθέντα κανονισμό 17, προκειμένου να χορηγηθεί αρνητική πιστοποίηση ή ατομική εξαίρεση [βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την κοινοποίηση συμφωνίας για τα καταληκτικά τέλη (Reims) μεταξύ ταχυδρομικών φορέων, ΕΕ 1996, C 42, σ. 7].
(10) - Το ποσοστό αυτό, ως σημείο αφετηρίας του οποίου ελήφθη το ισχύον τότε τιμολόγιο CEPT, θα αυξανόταν σταδιακά κατά τη μεταβατική περίοδο (η ανώτατη διάρκεια της οποίας ορίστηκε σε πέντε έτη από την 1η Ιανουαρίου 1997), για να φθάσει κατά την τελική φάση, κατόπιν της επιτεύξεως των ειδικών στόχων σε σχέση με την ποιότητα της υπηρεσίας, το 80 % των τελών εσωτερικού. Η προβλεπόμενη από τη συμφωνία Reims I μέθοδος στηριζόταν σε τέσσερις ετήσιες σταθερές ποσοστιαίες αυξήσεις (15 ή 20 %) των καταληκτικών τελών, με αφετηρία τα ανώτατα ήδη ισχύοντα τέλη. Αν κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου τα καταληκτικά τέλη δεν είχαν ακόμη φθάσει το 80 % των εσωτερικών τελών, θα αυξάνονταν μέχρι το 80 % διά μιας (βλ. την προπαρατεθείσα ανωτέρω στην υποσημ. 9 ανακοίνωση της Επιτροπής, σ. 7 και 9).
(11) - Βλ. την ανακοίνωση της Επιτροπής για εκ νέου κοινοποίηση συμφωνίας για τα καταληκτικά τέλη (Reims II) μεταξύ των ταχυδρομικών φορέων (ΕΕ 1998, C 53, σ. 3).
(12) - Βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής για την κοινοποίηση συμφωνίας για τα καταληκτικά τέλη μεταξύ των φορέων εκμετάλλευσης ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΕΕ 1998, C 371, σ. 7). Η συμφωνία Reims II επιτρέπει την ομαλότερη αύξηση των καταληκτικών τελών κατά τη μεταβατική περίοδο (τετραετούς διάρκειας), ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να χρειαστεί την 1η Δεκεμβρίου 2001 σημαντική προσαρμογή των καταληκτικών τελών, τα οποία πρέπει να φθάσουν τελικά το επίπεδο του 80 % των εσωτερικών τελών (βλ. ανωτέρω υποσημ. 10). Με βάση τα ισχύοντα τιμολόγια CEPT, το ποσοστό των εσωτερικών τελών αυξήθηκε στο 55 % το 1998 και θα αυξηθεί στο 65 % το 1999 και στο 70 % το 2000. Εντούτοις, κατόπιν των τροποποιήσεων του 1998, οι αυξήσεις αυτές δεν θα πραγματοποιηθούν σε περίπτωση χειροτερεύσεως της ποιότητας της υπηρεσίας που παρέχει ένας ΔΤΦ, εφόσον η ποιότητα αυτή υπολείπεται των ειδικών στόχων που έχουν τεθεί με τη συμφωνία. Η χειροτέρευση αυτή πρέπει να προκύπτει από σύγκριση της αποδόσεως του οικείου ΔΤΦ κατά το συγκεκριμένο έτος και της μέσης αποδόσεώς του κατά τα προηγούμενα έτη, αρχής γενομένης από το 1997. Όπως ήδη προβλεπόταν από τη συμφωνία Reims I, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν επίσης να απόσχουν από την εφαρμογή του άρθρου 25 της συμβάσεως ΠΤΕ, όσον αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.
(13) - ΕΕ 1998, L 15, σ. 14. Κατά το άρθρο 13, η εφαρμογή των αρχών που παρατίθενται στο κείμενο μπορεί να συνοδεύεται από «μεταβατικές ρυθμίσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην αποφυγή αδικαιολόγητων διαταραχών των αγορών ή δυσμενών επιπτώσεων στους οικονομικούς παράγοντες, υπό τον όρο ότι υφίσταται συμφωνία μεταξύ των οικονομικών παραγόντων του κράτους αποστολής και του κράτους παραλαβής· οι ρυθμίσεις αυτές θα πρέπει, ωστόσο, να περιορίζονται στο ελάχιστο μέτρο που είναι απαραίτητο για την επίτευξη των στόχων αυτών» (η υπογράμμιση δική μου). Η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας 97/67 στις εθνικές νομοθεσίες έληξε στις 10 Φεβρουαρίου 1999 (βλ. άρθρο 24).
(14) - Βλ., τηρουμένων των αναλογιών, απόφαση της 11ης Ιουνίου 1991, C-251/89, Αθανασόπουλος κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-2797, σκέψη 57· η Επιτροπή και το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικεί το πρόσωπο που ζητεί συμπλήρωμα παροχών βάσει του κανονισμού 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, υπέχουν υποχρέωση έντιμης συνεργασίας με τους φορείς των άλλων κρατών μελών που είναι επιφορτισμένοι να μεριμνούν για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον εν λόγω κανονισμό).
(15) - Βλ. Agence Europe, αριθ. 7316, 7 Οκτωβρίου 1998, σ. 14.
(16) - Βλ., μεταξύ άλλων πολλών σχετικών αποφάσεων, τις αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, EΡT (Συλλογή 1991, σ. I-2925, σκέψη 34), και της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C-179/90, Merci convenzionali porto di Genova (Συλλογή 1991, σ. I-5889, σκέψη 23).
(17) - Βλ. απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, 33/74 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 513, σκέψη 13), κατά την οποία ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να λαμβάνει μέτρα για να εμποδίζει τον παρέχοντα υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, αλλά αναπτύσσει τις δραστηριότητές του εξ ολοκλήρου ή κυρίως στο εδαφός του, να επικαλείται την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, προκειμένου να μην εφαρμόζονται στην περίπτωσή του οι επαγγελματικοί κανόνες του πρώτου κράτους και που θα εφαρμόζονταν, αν ήταν εγκατεστημένος στο κράτος αυτό. Με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο αναγνώρισε επίσης το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 59 της Συνθήκης.
(18) - Βλ. τις προτάσεις που ανέπτυξα στις 16 Ιουλίου 1998 στην υπόθεση C-212/97, Centros (απόφαση της 9ης Μαρτίου 1999, Συλλογή 1999, σ. Ι-1459, και συγκεκριμένα σ. Ι-1461, σημείο 20).
(19) - Ως αποδέκτες διασυνοριακών υπηρεσιών (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1984, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 286/82 και 26/83, Luisi και Carbone, Συλλογή 1984, σ. 377, σκέψη 16).
(20) - Βλ., τηρουμένων των αναλογιών, απόφαση της 23ης Μαρτίου 1982, 53/81, Levin (Συλλογή 1982, σ. 1035, σκέψεις 20 έως 22), σύμφωνα με την οποία, αν ένας εργαζόμενος ασκεί ή προτίθεται να ασκήσει γνήσια και πραγματική μισθωτή δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος, οπότε ανήκει στην κατηγορία των προσώπων στα οποία παρέχονται τα δικαιώματα που διασφαλίζουν το άρθρο 48 της Συνθήκης EΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ), παράγραφος 3, και η σχετική παράγωγη νομοθεσία, δεν έχουν σημασία και δεν λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά το δικαίωμα προσβάσεως και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, τα συγκεκριμένα κίνητρα που τον ώθησαν ενδεχομένως να αναζητήσει εργασία στο άλλο αυτό κράτος μέλος.
(21) - Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Centros. Το Δικαστήριο δέχθηκε έμμεσα ότι η άποψη που είχε υποστηρίξει στην υπόθεση εκείνη η δανική διοίκηση - ότι δηλαδή πρέπει κατ' ανάγκη να εφαρμόζονται οι διατάξεις του εσωτερικού δικαίου περί του ελάχιστου εταιρικού κεφαλαίου που πρέπει να διαθέτουν οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης κατά τον χρόνο της ιδρύσεώς τους - αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο, διότι στηρίζεται στην αντίληψη ότι η εκ μέρους των Δανών πολιτών άσκηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που προορίζονται κυρίως για τη δανική αγορά πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιείται από την κύρια εγκατάστασή τους εντός της εθνικής επικράτειας. Το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε την προαναφερθείσα απόφαση Binsbergen (βλ. ανωτέρω υποσημ. 17), δέχθηκε τα εξής: «Ωστόσο, ναι μεν σε τέτοιες περιπτώσεις τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να λαμβάνουν υπόψη κατά περίπτωση, βασιζόμενα σε αντικειμενικά στοιχεία, την καταχρηστική ή απατηλή συμπεριφορά των ενδιαφερομένων ώστε να μην εφαρμόσουν, ενδεχομένως, υπέρ αυτών τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου τις οποίες αυτοί επικαλούνται, οφείλουν όμως επίσης, κατά την εκτίμηση μιας τέτοιας συμπεριφοράς, να λαμβάνουν υπόψη τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκουν οι οικείες διατάξεις. Στην υπόθεση της κύριας δίκης εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί ότι οι εθνικές διατάξεις των οποίων την εφαρμογή επιχείρησαν να αποφύγουν οι ενδιαφερόμενοι είναι κανόνες διέποντες τη σύσταση εταιριών και όχι κανόνες περί της ασκήσεως ορισμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Όμως, οι διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως έχουν ακριβώς ως σκοπό την παροχή της δυνατότητας στις εταιρίες, οι οποίες συστήνονται σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους και οι οποίες έχουν την καταστατική τους έδρα, την κεντρική τους διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή τους εντός της Κοινότητας, να ασκούν δραστηριότητες εντός άλλων κρατών μελών μέσω πρακτορείου, υποκαταστήματος ή θυγατρικής. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι υπήκοος κράτους μέλους που επιθυμεί να συστήσει εταιρία επιλέγει να τη συστήσει εντός του κράτους μέλους του οποίου τη νομοθεσία περί εταιριών θεωρεί ως λιγότερο αυστηρή και να ιδρύσει υποκαταστήματα εντός άλλων κρατών μελών δεν μπορεί να αποτελεί αυτό καθαυτό καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως. Πράγματι, το δικαίωμα συστάσεως εταιρίας σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους και ιδρύσεως υποκαταστημάτων σε άλλα κράτη μέλη είναι συμφυές προς την άσκηση, εντός μιας ενιαίας αγοράς, της ελευθερίας εγκαταστάσεως που εγγυάται η Συνθήκη» (όπ.π., σκέψεις 25 έως 27· έχουν παραλειφθεί οι παραπομπές· η υπογράμμιση δική μου). Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι η ερμηνεία που προσέδωσε στα άρθρα 52 και 58 της Συνθήκης δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορεί το οικείο κράτος μέλος να λάβει μέτρα προλήψεως ή πατάξεως της απάτης, είτε έναντι της ίδιας της εταιρίας, ενδεχομένως σε συνεργασία με το κράτος μέλος στο οποίο αυτή έχει συσταθεί, είτε έναντι των εταίρων οι οποίοι αποδεδειγμένα επιδιώκουν στην πραγματικότητα, με τη σύσταση εταιρίας, να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους έναντι των ανηκόντων στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα πιστωτών που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους.
(22) - Όπως συμβαίνει π.χ. στις περιπτώσεις στις οποίες ο παρέχων υπηρεσίες ασκεί με βάση ένα κράτος μέλος επιχειρηματική δραστηριότητα που κατευθύνεται εξ ολοκλήρου ή κυρίως προς το έδαφος του κράτους μέλους καταγωγής, προκειμένου να αποφύγει την εφαρμογή των επαγγελματικών κανόνων που θα εφαρμόζονταν στην περίπτωσή του, αν ήταν εγκατεστημένος στο έδαφος του εν λόγω κράτους (βλ. αποφάσεις της 3ης Φεβρουαρίου 1993, C-148/91, Veronica Omroep Organisatie, Συλλογή 1993, σ. I-487, σκέψεις 9 έως 14, και της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-23/93, TV10, Συλλογή 1994, σ. I-4795, σκέψεις 18 έως 26, οι οποίες αφορούσαν τους εθνικούς ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και όχι στο κράτος μέλος για το οποίο προορίζονται τα προγράμματά τους, με σκοπό να αποφύγουν, κάνοντας καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων τους, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που επιβάλλει η νομοθεσία του τελευταίου αυτού κράτους σε σχέση με το περιεχόμενο των προγραμμάτων).
(23) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1962, 10/61, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 657). Βλ. επίσης την απόφαση της 28ης Μαρτίου 1995, C-324/93, Evans Medical και Macfarlan Smith (Συλλογή 1995, σ. I-563, σκέψεις 23, 32 και 33), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 234 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 307 ΕΚ) εφαρμόζεται μόνον εφόσον επιβάλλεται σε κράτος μέλος, βάσει διεθνούς συμβάσεως που έχει συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης, υποχρέωση ασυμβίβαστη προς τη Συνθήκη. Επομένως, αν μια τέτοια σύμβαση «επιτρέπει σε κράτος μέλος τη λήψη μέτρου προφανώς αντιθέτου προς το κοινοτικό δίκαιο, χωρίς όμως να το υποχρεώνει, το κράτος μέλος οφείλει να μην λάβει αυτό το μέτρο». Εν πάση δε περιπτώσει, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εφόσον δεν διακυβεύονται τα δικαιώματα τρίτων χωρών, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση, στις ενδοκοινοτικές σχέσεις, των διατάξεων μιας συμβάσεως που έχει συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ή πριν από την προσχώρηση ενός κράτους μέλους (βλ. απόφαση της 6ης Απριλίου 1995, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-241/91 P και C-242/91 P, RTE και ITP κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. I-743, σκέψη 84).
(24) - Βλ. απόφαση της 6ης Ιουλίου 1982, 188/80 έως 190/80, Γαλλία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 2545, σκέψεις 24 έως 26, και συγκεκριμένα σκέψη 25), με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ως δημόσια επιχείρηση «νοείται κάθε επιχείρηση στην οποία το Δημόσιο δύναται να ασκήσει άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή (...). Τεκμαίρεται ότι υπάρχει αποφασιστική επιρροή, όταν το Δημόσιο έχει, άμεσα ή έμμεσα, την πλειοψηφία του κεφαλαίου, διαθέτει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου ή δύναται να ορίζει άνω του ημίσεος του αριθμού των μελών των οργάνων διοικήσεως, διευθύνσεως ή εποπτείας της δεδομένης επιχειρήσεως», σύμφωνα με τον ορισμό που δίδει το άρθρο 2 της οδηγίας 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουνίου 1980, περί της διαφανείας των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 205, όπως έχει τροποποιηθεί έκτοτε). Υπενθυμίζω ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια «επιχείρηση» καλύπτει, στο πλαίσιο ιδίως του δικαίου του ανταγωνισμού, οποιονδήποτε φορέα ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς του και από τον τρόπο λειτουργίας του.
(25) - Βλ. ανωτέρω υποσημ. 3 και το σχετικό μέρος του κειμένου, καθώς και απόφαση της 19ης Μαου 1993, C-320/91, Corbeau (Συλλογή 1993, σ. I-2533, σκέψη 8· ο φορέας στον οποίο έχει χορηγηθεί το αποκλειστικό δικαίωμα συλλογής, μεταφοράς και διανομής της αλληλογραφίας πρέπει να θεωρηθεί ως επιχείρηση στην οποία το οικείο κράτος μέλος έχει χορηγήσει αποκλειστικά δικαιώματα, υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης).
(26) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, την προπαρατεθείσα στην υποσημ. 16 απόφαση Αθανασόπουλος κ.λπ., σκέψη 31.
(27) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Hφfner και Elser (Συλλογή 1991, σ. I-1979, σκέψη 29), ΕΡΤ (όπ.π., υποσημ. 16), σκέψη 37, Merci convenzionali porto di Genova (όπ.π., υποσημ. 16), σκέψη 17, της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-323/93, Centre d'insιmination de la Crespelle (Συλλογή 1994, σ. I-5077, σκέψη 18), της 12ης Φεβρουαρίου 1998, C-163/96, Raso κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-533, σκέψη 27), και της 18ης Ιουνίου 1998, C-266/96, Corsica Ferries France (Συλλογή 1998, σ. I-3949, σκέψη 40).
(28) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 2ας Μαρτίου 1983, 7/82, GLV κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 483, σκέψη 56), κατά την οποία αντιβαίνει προς το άρθρο 86 της Συνθήκης η άρνηση επιχειρήσεως που έχει de facto μονοπώλιο να παρέχει τις υπηρεσίες της σε όλους αυτούς που μπορεί να τις έχουν ανάγκη, αλλά δεν εμπίπτουν σε ορισμένη κατηγορία που η επιχείρηση αυτή έχει καθορίσει με κριτήριο την ιθαγένεια ή την κατοικία.
(29) - Βλ., τηρουμένων των αναλογιών, αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1978, 27/76, United Brands κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1978, σ. 207, σκέψεις 233 και 234), και της 21ης Οκτωβρίου 1997, T-229/94, Deutsche Bahn κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-1689, σκέψη 78). Βλ. επίσης απόφαση της 20ής Μαρτίου 1985, 41/83, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 873), με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως που είχε ασκήσει η Ιταλία κατά της αποφάσεως 82/861/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1982, που εκδόθηκε για την British Telecommunications [στο εξής: «BT»], βάσει του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (ΕΕ L 360, σ. 36), με την οποία η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η BT, δηλαδή ο οργανισμός που είχε εκ του νόμου μονοπώλιο για τη διαχείριση των συστημάτων τηλεπικοινωνιών, είχε εκμεταλλευθεί καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση της, επειδή είχε εκδώσει κανονιστικές διατάξεις κατά την άσκηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της. Με την απόφαση της Επιτροπής επικρινόταν, μεταξύ άλλων, η επιβολή στους πελάτες - σε περίπτωση που αναλάμβαναν για λογαριασμό τρίτων την αναμετάδοση τηλετυπικών μηνυμάτων που προέρχονταν από και προορίζονταν για σημεία εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου - της υποχρεώσεως να μη χρεώνουν στον αποστολέα τιμή χαμηλότερη απ' ό,τι θα κατέβαλλε ο αποστολέας αυτός αν διαβίβαζε το μήνυμά του κατευθείαν. Κατά την Επιτροπή, η απαγόρευση αυτή συνιστούσε παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης για τους εξής λόγους: i) περιόριζε τις δραστηριότητες των φορέων αναμεταδόσεως μηνυμάτων σε βάρος πελατών εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη, ii) επέβαλλε άνισους όρους για τις ισοδύναμες παροχές που πρόσφεραν οι φορείς αναμεταδόσεως, διότι για τη συνέχιση της παροχής των υπηρεσιών επέβαλλε την προϋπόθεση ότι όσα από τα μηνύματα που περιέρχονταν στην BT έπρεπε να διαβιβαστούν περαιτέρω σε προορισμό εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου έπρεπε να προέρχονται από το Ηνωμένο Βασίλειο ή να κοστίζουν τόσο πολύ, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν θα στοίχιζαν λιγότερο στον αποστολέα από ό,τι αν τα είχε αποστείλει κατευθείαν, πράγμα που είχε ως συνέπεια να περιάγει τους φορείς αυτούς σε μειονεκτική από άποψη ανταγωνισμού θέση έναντι των διοικήσεων και των εθνικών φορέων τηλεπικοινωνιών που ήσαν εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη και δεν υπέκειντο σε τέτοιους περιορισμούς, και iii) επέβαλλε στους φορείς αναμεταδόσεως, ως προϋπόθεση για τη χρήση των τηλεφωνικών και τηλετυπικών υπηρεσιών, την υποχρέωση να ζητούν τιμές που δεν είχαν καμία σχέση με το είδος και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών, αλλά οφείλονταν στην πρόθεση της ΒΤ να προστατεύσει τα έσοδα άλλων εθνικών δημόσιων φορέων τηλεπικοινωνιών.
(30) - Βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Nederlandsche Banden-Industrie Michelin (Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 57).
(31) - Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω ανωτέρω δεν αποκλείει φυσικά τη δυνατότητα υπάρξεως άλλων λόγων ασυμβιβάστου του επίμαχου μέτρου με το άρθρο 86 της Συνθήκης. Το Oberlandesgericht επισήμανε το γεγονός ότι το μέτρο αυτό φαίνεται να επιτρέπει στην DP να επιβάλλει έμμεσα στον αποστολέα υπερβολικές τιμές σε σχέση με την οικονομική αξία της παροχής της (βλ. άρθρο 86, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο αα, της Συνθήκης ΕΚ). Η εφεσείουσα δηλαδή δικαιούται να αξιώνει την καταβολή των πλήρων τελών εσωτερικού, παρά το γεγονός ότι: i) το κόστος διανομής της εισερχόμενης αλληλογραφίας εξωτερικού είναι κατά τεκμήριο χαμηλότερο από το κόστος διανομής της αλληλογραφίας εσωτερικού και ii) ο ΔΤΦ του κράτους μέλους στο οποίο έχει ταχυδρομηθεί η επίμαχη στην κύρια δίκη αλληλογραφία καταβάλλει στην DP, αφού έχει εισπράξει τα προβλεπόμενα για την αλληλογραφία εξωτερικού τέλη, τα ποσά που προβλέπουν οι ισχύουσες συμφωνίες ως καταληκτικά τέλη. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται στη συνέχεια κατά πόσον το επίμαχο μέτρο δεν αντιβαίνει στην απαγόρευση των καταχρήσεων που συνίστανται στον περιορισμό της τεχνολογικής αναπτύξεως επί ζημία του καταναλωτή (βλ. άρθρο 90, παράγραφος 1, και άρθρο 86, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο ββ, της Συνθήκης). Η παροχή των υπηρεσιών της υλικής παραγωγής επιστολών με προκαθορισμένο περιεχόμενο - όπως είναι οι υπηρεσίες που παρέχονται στην GZS και στην CKG από τους αντισυμβαλλόμενούς τους, οι οποίοι είναι σε θέση να τις παρέχουν μόνο χάρη στη σύγχρονη τεχνολογία της πληροφορικής και της επεξεργασίας δεδομένων - θα μπορούσε να καταστεί ασύμφορη, αν στον αποδέκτη της συνολικής υπηρεσίας επιβαλλόταν η υποχρέωση καταβολής των ταχυδρομικών τελών εσωτερικού της χώρας μέλους προορισμού, πέρα από την καταβολή των τελών αλληλογραφίας εξωτερικού που ισχύουν στη χώρα προελεύσεως.
(32) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1973, 6/72, Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 445).
(33) - Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 86 της Συνθήκης δεν απαιτεί να αποδεικνύεται ότι η καταχρηστική εκμετάλλευση όντως παρέβλεψε σημαντικά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Για να θεμελιωθεί παράβαση της εν λόγω διατάξεως, αρκεί αντίθετα να μπορεί να προβλεφθεί ευλόγως, βάσει ενός συνόλου αντικειμενικών πραγματικών και νομικών στοιχείων, ότι η οικεία συμπεριφορά μπορεί να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο κατά τρόπο ώστε να παρακωλύεται η επίτευξη των σκοπών της εγκαθιδρύσεως ενιαίας αγοράς μεταξύ των κρατών (βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, προπαρατεθείσα στην υποσημ. 30, σκέψη 104, και απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-250/92, DLG, Συλλογή 1994, σ. Ι-5641, σημείο 4 του διατακτικού).
(34) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1998 (προπαρατεθείσα στην υποσημ. 27), σκέψη 31.
(35) - Βλ., αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1968, 7/68, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 805), της 9ης Ιουλίου 1992, C-2/90, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-4431, σκέψη 26), και της 28ης Μαρτίου 1995 (όπ.π., υποσημ. 23), σκέψη 20.
(36) - Όπως π.χ. η προμήθεια λαδιών, ανταλλακτικών και άλλων εμπορευμάτων που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της παροχής της υπηρεσίας τεχνικού ελέγχου (βλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-55/93, Van Schaik, Συλλογή 1994, σ. I-4837, σκέψη 14).
(37) - Βλ. απόφαση της 24ης Μαρτίου 1994, C-275/92, Schindler (Συλλογή 1994, σ. Ι-1039), με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι λαχειοφόρες αγορές που διοργάνωναν οι καθών στην κύρια δίκη δεν είχαν ως αντικείμενο «εμπορεύματα» υπό την έννοια των άρθρων 30 επ. της Συνθήκης. Η εισαγωγή και η διανομή διαφημιστικών εντύπων, δελτίων παραγγελίας και λαχνών για λογαριασμό διοργανωτή άλλου κράτους μέλους δεν αποτελούσαν αυτοσκοπό, κατά το Δικαστήριο, αλλά «συγκεκριμένες πράξεις διοργανώσεως και λειτουργίας της λαχειοφόρου αγοράς [οι οποίες δεν μπορούν], από πλευράς Συνθήκης, να θεωρηθούν ανεξάρτητες από τη δραστηριότητα της λαχειοφόρου αγοράς με την οποία συνδέονται». Το Δικαστήριο κατέληξε συνεπώς στο συμπέρασμα ότι η δραστηριότητα των Schindler συνδεόταν με δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών και ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 59 της Συνθήκης (βλ. σκέψεις 21 έως 30 της αποφάσεως, και ειδικότερα τη σκέψη 22).
(38) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 3ης Ιουνίου 1992, C-360/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1992, σ. I-3401, σκέψη 11). Εξάλλου, κατά το Δικαστήριο, είναι επίσης ασυμβίβαστα με τη Συνθήκη (στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης) τα κρατικά μέτρα τα οποία δεν δημιουργούν μεν διακρίσεις, αλλά είναι ικανά να εμποδίσουν την άσκηση εκ μέρους των πολιτών (ή των εταιριών) της Κοινότητας των θεμελιωδών ελευθεριών τις οποίες εγγυάται το κοινοτικό δίκαιο ή είναι ικανά να τους αποθαρρύνουν από την άσκηση των ελευθεριών αυτών (βλ., μεταξύ πολλών άλλων, την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, C-19/92, Kraus, Συλλογή 1993, σ. I-1663, σκέψη 32). Ένα περιοριστικό μέτρο που δεν δημιουργεί διακρίσεις μπορεί να δικαιολογηθεί επίσης, ελλείψει κοινοτικών μέτρων εναρμονίσεως, από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, υπό την προϋπόθεση ότι οι ανάγκες που το υπαγορεύουν δεν καλύπτονται ήδη από τους κανόνες στους οποίους υπόκεινται οι παρέχοντες υπηρεσίες εντός του κράτους εγκαταστάσεως και ότι ο περιορισμός που επιβάλλεται στην ελευθερία που εγγυάται το άρθρο 59 της Συνθήκης είναι αναγκαίος και ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (βλ., μεταξύ πολλών άλλων, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola, της 4ης Μαρτίου 1999, στην υπόθεση C-124/97, Lδδrδ κ.λπ., σημείο 31, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση του Δικαστηρίου στις 21 Σεπτεμβρίου 1999, Συλλογή 1999, σ. Ι-6067).
(39) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, 352/85, Bond van Adverteerders κ.λπ. (Συλλογή 1988, σ. 2085, σκέψεις 32 και 33). Το άρθρο 56 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνεύεται στενά, διότι προβλέπει παρέκκλιση από θεμελιώδη αρχή της Συνθήκης. Αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής του είναι επομένως η ύπαρξη ενεστώσας και αρκετά σοβαρής απειλής για ένα από τα θεμελιώδη συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου (βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1998, C-114/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1998, σ. I-6717, σκέψη 46). Κατά συνέπεια, δεν επιτρέπεται η επίκληση της εν λόγω διατάξεως για την επίτευξη οικονομικής φύσεως σκοπών (βλ., μεταξύ πολλών άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Bond van Adverteerders, σκέψη 34). Επιπλέον, τα μέτρα που θεσπίζονται για την προστασία των εν λόγω συμφερόντων πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και να είναι σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 18ης Μαου 1982, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 115/81 και 116/81, Adoui και Cornouaille, Συλλογή 1982, σ. 1665, σκέψη 9, και την προπαρατεθείσα απόφαση Bond van Adverteerders κ.λπ., σκέψη 36).
(40) - Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, στην προκειμένη υπόθεση, πληρούται η προϋπόθεση περί διασυνοριακού χαρακτήρα των υπηρεσιών που παρέχουν τα δανικά και τα ολλανδικά ταχυδρομεία στους ταχυδρομούντες την αλληλογραφία που πρόκειται να διανεμηθεί στη Γερμανίας. Δεν αμφισβητείται δηλαδή ότι τα δανικά και τα ολλανδικά ταχυδρομεία προωθούν την αλληλογραφία αυτή όχι μόνο μέχρι τα σύνορα, αλλ' επιπλέον, υπό την ευθύνη τους και με δικές τους δαπάνες, μέχρι τα ταχυδρομικά καταστήματα αποστολής που βρίσκονται στη γερμανική επικράτεια (στο Αμβούργο και στο Oberhausen αντίστοιχα). Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 59 της Συνθήκης εφαρμόζεται όχι μόνον όταν ο παρέχων τις υπηρεσίες και ο αποδέκτης των υπηρεσιών είναι εγκατεστημένοι σε διαφορετικά κράτη μέλη, αλλά και σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες οι υπηρεσίες παρέχονται εντός άλλου κράτους μέλους και όχι εντός του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο παρέχων τις υπηρεσίες αυτές, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκαταστάσεως των αποδεκτών των υπηρεσιών αυτών (απόφαση της 5ης Ιουνίου 1997, C-398/95, SETTG, Συλλογή 1997, σ. Ι-3091, σκέψη 8).
(41) - Όπως παρατήρησε η CKG, το γεγονός ότι η CESC, δηλαδή η ολλανδική επιχείρηση παροχής των επίμαχων στην υπόθεση C-148/97 υπηρεσιών, αποτελεί εταιρία συνδεδεμένη με την εφεσίβλητη δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να μην ισχύουν στην περίπτωσή της οι ευεργετικές διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Το άρθρο 59 της Συνθήκης έχει εξάλλου εφαρμογή ακόμα και στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών σε αποδέκτες εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη χωρίς να υπάρχει μετακίνηση του παρέχοντος τις υπηρεσίες από το κράτος μέλος εντός του οποίου είναι εγκατεστημένος (βλ., απόφαση της 10ης Μαου 1995, C-384/93, Alpine Investments, Συλλογή 1995, σ. I-1141, σκέψεις 21 και 22).
(42) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-76/90, Sδger (Συλλογή 1991, σ. I-4221, σκέψη 12), και της 1ης Δεκεμβρίου 1998, C-410/96, Ambry (Συλλογή 1998, σ. Ι-7875, σκέψεις 28 και 29).
(43) - Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 2, σημείο 1, και άρθρο 4, παράγραφος 2, του TRegG (όπ.π., υποσημ. 3).
(44) - Βλ. προπαρατεθείσα ανωτέρω στην υποσημ. 25 απόφαση της 19ης Μαου 1993, σκέψη 15.
(45) - Σύμφωνα με πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου, το προαναφερθέν άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ «αποσκοπεί στον συγκερασμό του συμφέροντος των κρατών μελών να χρησιμοποιούν ορισμένες επιχειρήσεις, ιδίως του δημόσιου τομέα, ως όργανο οικονομικής ή φορολογικής πολιτικής με το συμφέρον της Κοινότητας προς τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού και προστασία της ενότητας της κοινής αγοράς. Ενόψει του ως άνω οριζομένου συμφέροντος των κρατών μελών, δεν μπορεί να τους απαγορευθεί να λαμβάνουν υπόψη, οσάκις καθορίζουν τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος τις οποίες αναθέτουν σε ορισμένες επιχειρήσεις, σκοπούς που αφορούν την εθνική πολιτική τους και να προσπαθούν να τους επιτύχουν μέσω υποχρεώσεων και δεσμεύσεων που επιβάλλουν στις εν λόγω επιχειρήσεις» [βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1997, C-157/94, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών, Συλλογή 1997, σ. Ι-5699, σκέψεις 39 και 40 (η υπογράμμιση δική μου). Βλ. επίσης απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, C-202/88, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I-1223, σκέψη 12].
(46) - Ο σύνδεσμος μεταξύ των δύο πρώτων παραγράφων του άρθρου 90 της Συνθήκης διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Corbeau (όπ.π., υποσημ. 25), σκέψεις 13 και 14. Κατά συνέπεια, το κρατικό μέτρο που αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο, υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης, μπορεί να θεωρηθεί εντούτοις ότι συμβιβάζεται με τη Συνθήκη, αν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, και συγκεκριμένα αν το μέτρο αυτό είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση του έργου που έχει ανατεθεί στην οικεία επιχείρηση και που εξυπηρετεί το γενικό οικονομικό συμφέρον.
(47) - Βλ. δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/67 (όπ.π., υποσημ. 13).
(48) - Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (όπ.π., υποσημ. 45), σκέψη 51.
(49) - Βλ. απόφαση Corbeau (όπ.π., υποσημ. 25), σκέψη 16.
(50) - Όπ.π., σκέψη 52.
(51) - Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το άρθρο 16 ΕΚ (το οποίο προστέθηκε στη Συνθήκη με το άρθρο 7 Δ της Συνθήκης του Άμστερνταμ που τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή Ένωση, τις Συνθήκες περί ιδρύσεως των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και ορισμένες συναφείς πράξεις) ορίζει τα εξής: «Με την επιφύλαξη των άρθρων [77 και 90 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 73 και 86 ΕΚ) και 92 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87 ΕΚ] και εν όψει της θέσης που κατέχουν οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος στα πλαίσια των κοινών αξιών της Ένωσης καθώς και της συμβολής τους στην προώθηση της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη, εντός των πλαισίων των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους και εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας Συνθήκης, μεριμνούν ώστε οι υπηρεσίες αυτές να λειτουργούν βάσει αρχών και προϋποθέσεων οι οποίες να επιτρέπουν την εκπλήρωση του σκοπού τους». Η δήλωση σχετικά με το άρθρο 7 Δ, η οποία έχει προσαρτηθεί στην τελική πράξη της Συνθήκης του Άμστερνταμ, προβλέπει επίσης ότι οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου «εφαρμόζονται τηρουμένης μέχρι κεραίας της νομολογίας του Δικαστηρίου της σχετικής, μεταξύ άλλων, με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της ποιότητας και της συνέχειας [των δημόσιων υπηρεσιών]». Συναφώς έχει διατυπωθεί η παρατήρηση ότι, ελλείψει ουσιωδών τροποποιήσεων των κανόνων της Συνθήκης περί ανταγωνισμού, το άρθρο 16 ΕΚ - που προστέθηκε στο πρώτο μέρος της Συνθήκης, το οποίο περιλαμβάνει τις διατάξεις περί αρχών - αποσκοπεί στην εξισορρόπηση των διατάξεων του άρθρου 3 Α της Συνθήκης ΕΚ (που προστέθηκε με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή Ένωση και αποτελεί πλέον το άρθρο 4 ΕΚ), το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη και στην Κοινότητα την υποχρέωση να θεσπίσουν οικονομική πολιτική που να ασκείται σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό [βλ. L. Flynn, Review of Article 90 EC Caselaw of the Court of Justice of the European Communities (παρέμβαση στο συνέδριο Postal Services, Liberalisation and EC Competition Law, Βρυξέλλες, 12 Ιουνίου 1998), σ. 27 του δακτυλογραφημένου κειμένου].
(52) - Θα ήθελα να επισημάνω ότι η παροχή της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, ακόμη και κατά την προπαρατεθείσα (βλ. ανωτέρω υποσημ. 13) οδηγία 97/67, πρέπει να εξυπηρετεί, μεταξύ άλλων, την ανάγκη μόνιμης προσφοράς στους χρήστες, σε όλα τα σημεία της επικράτειας και με ανάλογες συνθήκες, της ίδιας μεταχειρίσεως, η οποία να μη δημιουργεί διακρίσεις (βλ. άρθρα 3, παράγραφος 1, και 5). Όσον αφορά τα τιμολόγια των υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της καθολικής υπηρεσίας, το άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει απλώς ότι οι τιμές πρέπει να είναι εύλογες, ώστε να καθιστούν δυνατή την πρόσβαση του συνόλου των χρηστών στις προσφερόμενες υπηρεσίες, να αντικατοπτρίζουν το κόστος και να μην δημιουργούν διακρίσεις. Μόνον ως εξαίρεση από την αρχή της αντιστοιχίας των τιμών προς το κόστος προβλέπεται ότι «τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι θα ισχύει ενιαίο τιμολόγιο σε ολόκληρη την επικράτειά τους».
(53) - Η τιμολογιακή εξίσωση «συνίσταται στον καθορισμό των τιμών ανάλογα με το μέσο κόστος εκμεταλλεύσεως, αντισταθμίζοντας κατά τον τρόπο αυτό τα κέρδη που πραγματοποιούνται στις γραμμές χαμηλοτέρου ενιαίου κόστους (ειδικότερα στις γραμμές στις οποίες η κυκλοφορία είναι μεγαλύτερη και οι οποίες εξυπηρετούνται καλύτερα) με τα ελλείμματα που παρουσιάζονται στις γραμμές με υψηλότερο ενιαίο κόστος» (βλ. τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Tesauro στις 9 Φεβρουαρίου 1993 στην προπαρατεθείσα στην υποσημ. 25 υπόθεση Corbeau).
(54) - Βλ. W. Bishop-C. Caffarra-K.-U. Kόhn-R. Whish, Liberalising Postal Services: On the Limits of Competition Policy Intervention, Λονδίνο 1998, σ. 16 έως 18. Σύμφωνα με τους ανωτέρω συγγραφείς, το ενδεδειγμένο οικονομικό κριτήριο για τον υπολογισμό της επιβαρύνσεως που συνιστά η παροχή της καθολικής υπηρεσίας είναι οι δαπάνες στις οποίες δεν θα υποβαλλόταν ο ΔΤΦ, αν διέκοπτε τις ζημιογόνες δραστηριότητες που του επιβάλλει η υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας, αφού αφαιρεθούν τα έσοδα που πραγματοποιεί ο ΔΤΦ χάρη στα ενιαία τέλη που του καταβάλλονται για τις υπηρεσίες του αυτές. Οι εν λόγω συγγραφείς τονίζουν επίσης ότι τα στοιχεία σχετικά με το πραγματικό μέγεθος της επιβαρύνσεως που συνιστά η υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας δεν είναι πολύ αξιόπιστα, διότι σπανίως δημοσιεύονται στοιχεία που να έχουν συλλεγεί εμπειρικώς.
(55) - Η επιφύλαξη ορισμένων υπηρεσιών υπέρ του φορέα που υπέχει την υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας δεν πρέπει πάντως να υπερβαίνει τα όρια που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης αποδοτικότητας της παροχής της καθολικής υπηρεσίας (βλ. δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της προπαρατεθείσας στην υποσημ. 13 οδηγίας 97/67).
(56) - Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Corbeau, σκέψεις 17 και 18. Το Δικαστήριο πρόσθεσε ωστόσο ότι ο αποκλεισμός του ανταγωνισμού δεν δικαιολογείται, «άπαξ και πρόκειται για ειδικές υπηρεσίες, δυνάμενες να διαχωριστούν από την υπηρεσία γενικού συμφέροντος, οι οποίες καλύπτουν ειδικές ανάγκες επιχειρηματιών και προϋποθέτουν ορισμένες πρόσθετες παροχές τις οποίες δεν προσφέρει η παραδοσιακή ταχυδρομική υπηρεσία, όπως η κατ' οίκον συλλογή της αλληλογραφίας, η μεγαλύτερη ταχύτητα μεταφοράς ή η αξιοπιστία στη διανομή ή, ακόμη, η δυνατότητα αλλαγής του προορισμού καθ' οδόν, και καθόσον οι υπηρεσίες αυτές, λόγω της φύσεώς τους και των συνθηκών υπό τις οποίες παρέχονται, όπως ο γεωγραφικός τομέας τον οποίο αφορούν, δεν ανατρέπουν την οικονομική ισορροπία της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος την οποία παρέχει ο φορέας του αποκλειστικού δικαιώματος» (σκέψη 19· η υπογράμμιση δική μου).
(57) - Η προπαρατεθείσα (υποσημ. 13) οδηγία 97/67 προβλέπει πλέον τη δυνατότητα των κρατών μελών να εξαρτούν τη χορήγηση των αδειών παροχής μη αποκλειστικών ταχυδρομικών υπηρεσιών από υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας ή από την υποχρέωση συμμετοχής σε ένα ταμείο που ιδρύεται για την παροχή αποζημιώσεων στον φορέα της καθολικής υπηρεσίας, σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών που συνιστούν δυσανάλογο οικονομικό βάρος (βλ. άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 4). Όσον αφορά τη γερμανική νομοθεσία, βλ. τα άρθρα 11 έως 17 και 52 του προπαρατεθέντος (υποσημ. 3) Postgesetz της 22ας Δεκεμβρίου 1997. Οι ανωτέρω διατάξεις εκφράζουν τη βούληση εγκαταλείψεως της αρχής ότι η χρηματοδότηση της καθολικής υπηρεσίας πρέπει να επιτυγχάνεται με διασταυρούμενες επιδοτήσεις που καταβάλλονται χάρη στα υψηλά κέρδη που πραγματοποιούνται στους τομείς για τους οποίους ισχύει η αποκλειστικότητα (βλ. J. I. Campbell Jr., Overview of the International Postal Reform Movement, 1998, σ. 10 του δακτυλογραφημένου κειμένου, ).
(58) - Η DP ισχυρίστηκε ότι, πρώτον, η οικονομική ζημία την οποία προκαλεί η υποχρέωση διανομής της «καταχρηστικά» εισερχόμενης διεθνούς αλληλογραφίας χρηματοδοτείται, σε τελική ανάλυση, από άλλους πελάτες της ταχυδρομικής υπηρεσίας, οι οποίοι υπόκεινται σε αυξήσεις των ταχυδρομικών τελών ή δεν επωφελούνται από αντίστοιχες μειώσεις. Δεύτερον, κατά την DP, είναι πιθανό ότι στο μέλλον όλο και περισσότεροι επιχειρηματίες (ιδιαίτερα τράπεζες και εταιρίες διαχειρίσεως πιστωτικών καρτών) θα εφαρμόζουν την πρακτική της άυλης αναταχυδρομήσεως: σύμφωνα με μελέτη της οποίας την κατάρτιση είχε αναθέσει η DP σε εταιρία παροχής συμβουλών, η αναμενόμενη ετήσια ζημία εκτιμάται ήδη σε 3 έως 4 δισεκατομμύρια DEM. Η μόνη επομένως δυνατότητα διασφαλίσεως της οικονομικής ισορροπίας της εφεσείουσας συνίσταται, κατά τους ισχυρισμούς της, στη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 25 της συμβάσεως ΠΤΕ.
(59) - Το βάρος αποδείξεως της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης περιλαμβάνει το κριτήριο της διαφάνειας. Σε μια περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης επί διμερών ή πολυμερών συμβάσεων μεταξύ αεροπορικών εταιριών σχετικά με τους αεροπορικούς ναύλους τακτικών δρομολογίων, το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: «Ωστόσο, για να καταστεί δυνατός ο περιορισμός των συνεπειών από την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, λόγω αναγκών που ανακύπτουν από την εκπλήρωση αποστολής γενικού συμφέροντος, οι αρμόδιες για την έγκριση των ναύλων εθνικές αρχές, όπως και τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται σχετικών διαφορών, πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν την ακριβή φύση των εν λόγω αναγκών και τις επιπτώσεις τους στη διαμόρφωση των ναύλων των οικείων αεροπορικών εταιριών. Πράγματι, αν δεν υπάρχει πραγματική διαφάνεια ως προς τη διαμόρφωση των ναύλων, είναι δύσκολη, αν όχι αδύνατη, η εκτίμηση της επιρροής που ασκεί η εκπλήρωση αποστολής γενικού συμφέροντος στην εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στον τομέα των ναύλων. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί, σχετικώς, στην επιβαλλόμενη απόδειξη των πραγματικών περιστατικών» (βλ. απόφαση της 11ης Απριλίου 1989, 66/86, Ahmed Saeed Flugreisen κ.λπ., Συλλογή 1989, σ. 803, σκέψεις 56 και 57· η υπογράμμιση δική μου). Από τη δικογραφία πάντως δεν προκύπτει αν η εφεσείουσα, η οποία παρέχει την καθολική ταχυδρομική υπηρεσία εντός της Γερμανίας, τηρεί, στα εσωτερικά λογιστικά στοιχεία της, χωριστούς λογαριασμούς, που να χαρακτηρίζονται από διαφάνεια, για κάθε υπηρεσία που περιλαμβάνεται στον τομέα για τον οποίο έχει αποκλειστικότητα αφενός και για τις μη αποκλειστικές υπηρεσίες (ανεξάρτητα από το αν περιλαμβάνονται στην καθολική υπηρεσία) αφετέρου, κατ' εφαρμογή αρχών περί λογιστικής καταχωρήσεως των εξόδων οι οποίες να δικαιολογούνται αντικειμενικά και να εφαρμόζονται με συνέπεια. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το αρθρο 14 της οδηγίας 97/67 (βλ. ανωτέρω υποσημ. 13) προβλέπει ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να λάβουν μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου 2000 τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι φορείς της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας θα χρησιμοποιούν συστήματα υπολογισμού του κόστους που να μπορούν να επαληθεύονται ανεξάρτητα και να καθιστούν δυνατή την ακριβέστατη κατανομή των εξόδων μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών βάσει διαφανών διαδικασιών.
(60) - Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 1997, T-260/94, Air Inter κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-997, σκέψη 139). Η προσφεύγουσα επικαλούνταν το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης για να αντιταχθεί στην εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 2408/92 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1992, για την πρόσβαση των κοινοτικών αερομεταφορέων σε δρομολόγια ενδοκοινοτικών αεροπορικών γραμμών, ο οποίος είχε εκδοθεί βάσει του άρθρου 84 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 80 ΕΚ).
(61) - Ο υποχρεωτικός λογιστικός διαχωρισμός μεταξύ αποκλειστικών και μη υπηρεσιών, τον οποίο προβλέπει η οδηγία 97/67 (βλ. ανωτέρω υποσημ. 52), αποτελεί απόρροια της ανάγκης αποφυγής διασταυρούμενων επιδοτήσεων από τον αποκλειστικό στον μη αποκλειστικό τομέα, οι οποίες μπορούν να θίξουν τις συνθήκες ανταγωνισμού στον τελευταίο αυτό τομέα (βλ. 28η αιτιολογική σκέψη).
(62) - Βλ. N. Emiliou, The principle of proportionality in European Law: a comparative study, Λονδίνο 1996, σ. 169, και C. Gydal, The principle of proportionality, Στοκχόλμη 1996, σ. 21 και 22.
(63) - Βλ. προπαρατεθείσα ανωτέρω (υποσημ. 45) απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών, σκέψεις 58 έως 63. Το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου η Επιτροπή είχε ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, αποφάνθηκε ότι το βάρος αποδείξεως - που φέρει το κράτος μέλος που επικαλείται το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης - της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως δεν μπορεί να εξικνείται μέχρι του σημείου να επιβάλλεται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος - το οποίο εντούτοις εκθέτει εμπεριστατωμένα τους λόγους για τους οποίους, σε περίπτωση καταργήσεως των επικρινόμενων μέτρων, θα ετίθετο, κατά τη γνώμη του, σε κίνδυνο η εκπλήρωση, υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους, της αποστολής γενικού οικονομικού συμφέροντος την οποία έχει αναθέσει σε ορισμένη επιχείρηση - η υποχρέωση να προχωρήσει περαιτέρω προκειμένου να αποδείξει θετικά ότι κανένα άλλο, εξ ορισμού υποθετικό, μέτρο δεν μπορεί να διασφαλίσει την εκπλήρωση της εν λόγω αποστολής υπό τους ίδιους όρους. Εξάλλου, η ανωτέρω αρχή την οποία διακήρυξε το Δικαστήριο έχει άμεση σχέση με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαδικασίας του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), στο πλαίσιο της οποίας το βάρος αποδείξεως της παραβάσεως του κράτους μέλους φέρει η Επιτροπή, η οποία πρέπει να παράσχει στο Δικαστήριο τα αναγκαία στοιχεία για την εκ μέρους του διαπίστωση της εν λόγω παραβάσεως.
(64) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191), της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 239, σκέψεις 21 και 24), και της 22ας Οκτωβρίου 1998, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-10/97 έως C-22/97, IN.CO.GE. '90 κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-6307, σκέψη 20).
(65) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, προπαρατεθείσα (υποσημ. 45) απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 53.
Full & Egal Universal Law Academy