Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Τα πραγματικά περιστατικά και το νομοθετικό πλαίσιο της υπόθεσης της κύριας δίκης καθώς και τα προδικαστικά ερωτήματα
1 Σε δύο πρόσφατες αποφάσεις του (1) το Δικαστήριο αποφάνθηκε σχετικά με την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 47, παράγραφος 1, στοιχείο ζζ [πρώην στοιχείο εε] του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (2) (στο εξής: κανονισμός). Σήμερα καλείται να κρίνει το κύρος μιας διατάξεως εφαρμογής του προαναφερθέντος άρθου 47, η οποία περιέχεται στο σημείο 4 του τμήματος Δ (περί Βασιλείου της Ισπανίας) του παραρτήματος VI του κανονισμού (3).
Για μια ακόμα φορά το ερώτημα το υποβάλλει ισπανικό δικαστήριο, αντιθέτως όμως προς τις δύο προαναφερθείσες υποθέσεις (4), τη φορά αυτή πρόκειται για ανώτατο δικαστήριο. Με διάταξη της 23ης Απριλίου 1997, το Tribunal Supremo, Sala de lo Social, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Πρέπει να θεωρηθεί αντίθετο προς τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Κοινότητα το σύστημα υπολογισμού που προβλέπεται στο παράρτημα VΙ, Δ, σημείο 4, του κανονισμού 1408/71, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 1248/92, κατά το οποίο σύστημα το θεωρητικό ποσό της ισπανικής συντάξεως προσδιορίζεται σύμφωνα με τις βάσεις κατά τις οποίες ο εργαζόμενος κατέβαλε εισφορές κατά την περίοδο υπολογισμού αμέσως πριν από την καταβολή της τελευταίας εισφοράς στο ισπανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως με αναπροσαρμογή του θεωρητικού ποσού της συντάξεως που προκύπτει υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπό τις οποίες, σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία, θα είχε γεννηθεί δικαίωμα συντάξεως κατά τον χρόνο καταβολής της τελευταίας εισφοράς στην Ισπανία;
2) Πρέπει, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση του διακινουμένου εργαζομένου στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, να υπολογίζεται ο μέσος όρος των εισφορών της ισπανικής συντάξεως σε συνάρτηση με τις βάσεις με τις οποίες ο διακινούμενος εργαζόμενος έχει καταβάλει εισφορές, ως εάν είχε συνεχίσει να εργάζεται στην Ισπανία κατά την περίοδο υπολογισμού πριν από τον γενεσιουργό λόγο, τον οποίο ορίζει γενικώς η ισπανική νομοθεσία;»
2 Για την καλύτερη κατανόηση αυτών των προδικαστικών ερωτημάτων νομίζω ότι χρειάζεται να εκτεθούν εν συντομία - πολύ περισσότερο από το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης - οι σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας και του κοινοτικού δικαίου, καθώς και οι αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο στις προαναφερθείσες υποθέσεις Lafuente Nieto και Naranjo Arjona κ.λπ. (5).
3 Η ισπανική κοινωνική ασφάλιση στηρίζεται σε ένα σύστημα ασφαλίσεως διανεμητικού τύπου, δηλαδή στηριζόμενου στον κίνδυνο: αυτό σημαίνει ότι το ύψος των παροχών είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί. Ειδικότερα, το ύψος της συντάξεως γήρατος μισθωτών, στηριζομένης σε εισφορές (παροχή που πρέπει να διακρίνεται από την επικουρική σύνταξη γήρατος), υπολογίζεται - εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος παροχής (6) - βάσει της λεγόμενης «ρυθμιστικής βάσεως» της παροχής (base reguladora). Τη βάση αυτή συνιστά το σύνολο των βάσεων υπολογισμού της εισφοράς του οικείου εργαζομένου κατά τους 96 μήνες τους αμέσως προηγούμενους της επελεύσεως του κινδύνου (7) διαιρούμενο δι' ενός προκαθορισμένου διαιρέτη (112) (8). Αν κατά τη διάρκεια ολόκληρης ή μέρους της περιόδου αναφοράς ο οικείος εργαζόμενος δεν είχε την υποχρέωση καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως, οι βάσεις που εφαρμόζονται για τη συμπλήρωση αυτών των κενών είναι τα ελάχιστα όρια που καθορίζονται ετησίως με νόμο για τους ενήλικες εργαζομένους. Επί της βάσεως αυτής εφαρμόζεται στη συνέχεια συντελεστής ο οποίος ποικίλλει αναλόγως του αριθμού των ετών εισφοράς του εργαζομένου, λαμβανομένου υπόψη ότι το ποσό της συντάξεως που προκύπτει από τον υπολογισμό αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπολείπεται του κατωτάτου ορίου (ή, αντιστοίχως, να υπερβαίνει το ανώτατο όριο) που καθορίζει ετησίως ο Ισπανός νομοθέτης.
4 Παρατηρείται, εξάλλου, ότι στο πλαίσιο του ανωτέρω συστήματος υπολογισμού οι βάσεις εισφοράς που αντιστοιχούν στους 24 αμέσως προηγούμενους της επελεύσεως του κινδύνου μήνες πρέπει να υπολογίζονται κατά το ονομαστικό τους ποσό, ενώ οι άλλες - που αντιστοιχούν στους 72 πρώτους μήνες της συνολικής οκταετούς περιόδου - αναπροσαρμόζονται βάσει της αυξήσεως του δείκτη τιμών καταναλωτή που δημοσιεύει το Instituto Nacional de Estadνstica (9).
5 Ο καθορισμός της βάσεως υπολογισμού των συντάξεων γήρατος (και των παροχών για μόνιμη ολική αναπηρία οφειλόμενη σε κοινή πάθηση), στο πλαίσιο του ανωτέρω συστήματος, είναι περισσότερο δυσχερής στην περίπτωση διακινουμένων εργαζομένων οι οποίοι συμπλήρωσαν ορισμένες περιόδους εισφοράς στην Ισπανία, αλλά εργάστηκαν (και κατέβαλαν εισφορές) σε άλλο κράτος μέλος κατά τα 8 έτη που προηγήθηκαν της επελεύσεως του κινδύνου. Πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986, ημερομηνία προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας στην Κοινότητα, ο καθορισμός της βάσεως υπολογισμού των παροχών που έπρεπε να καταβληθούν σ' αυτή την κατηγορία εργαζομένων ρυθμιζόταν με ad hoc διατάξεις στο πλαίσιο διμερών ή πολυμερών συμβάσεων οι οποίες διαδοχικώς συνήφθησαν στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως μεταξύ του Βασιλείου της Ισπανίας και όλων σχεδόν των σημερινών κρατών μελών (πλην του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας (10)) και μεταφέρθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη. Στο πλαίσιο αυτό, η Convenio entre la Repϊblica Federal de Alemania y el Estado Espaρol sobre Seguridad Social, που υπογράφηκε στις 4 Δεκεμβρίου 1973 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1977 (11) (στο εξής: convenio), και ειδικότερα το άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο b, αυτής, περί υπολογισμού από τους αρμόδιους ισπανικούς οργανισμούς του ποσού της συντάξεως γήρατος (επίσης δε, λόγω της παραπομπής στην οποία προβαίνει το άρθρο 26, παράγραφος 1, της συντάξεως αναπηρίας), έχει ιδιαίτερη σημασία. Η διατάξη αυτή, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο ρητής επιφυλάξεως στο παράρτημα III του κανονισμού (12), ορίζει: «όταν το σύνολο ή μέρος της περιόδου εισφορών που επέλεξε ο αιτών για τον υπολογισμό της βάσεως υπολογισμού των παροχών του έχει συμπληρωθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ο αρμόδιος ισπανικός οργανισμός καθορίζει τη βάση αυτή σε σχέση προς τις άλλες βάσεις εισφορών που ίσχυαν στην Ισπανία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ή κατά τη διάρκεια μέρους αυτής της περιόδου, για τους εργαζόμενους της ίδιας επαγγελματικής κατηγορίας με αυτήν του αιτούντος».
6 Η convenio και οι άλλες διεθνείς συμβάσεις στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως που είχε συνάψει το Βασίλειο της Ισπανίας έπαυσαν να παράγουν έννομες συνέπειες (εκτός των διατάξεων για τις οποίες διατυπώθηκε ρητή επιφύλαξη (13)) από 1ης Ιανουαρίου 1986, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός στην ισπανική έννομη τάξη, όπως ήδη προανέφερα. Πράγματι, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 αυτού, ο κανονισμός αντικαθιστά κατ' αρχήν (14), κατά τρόπο περιοριζόμενο στον τομέα εφαρμογής του ratione personae και materiae, οποιαδήποτε σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως που δεσμεύει αποκλειστικά δύο κράτη μέλη ή περισσότερα.
7 Όσον αφορά το προαναφερθέν άρθρο 47, παράγραφος 1, στο πλαίσιο του κανονισμού, η διαταξη αυτή εφαρμόζεται επί όλων των περιπτώσεων στις οποίες η κτήση, η διατήρηση ή η άσκηση του δικαιώματος ενός διακινουμένου εργαζομένου για σύνταξη αναπηρίας ή γήρατος απορρέει, κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους, από την εφαρμογή ενός μηχανισμού συνυπολογισμού όλων των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που ο εν λόγω εργαζόμενος συμπλήρωσε στα διάφορα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, μηχανισμό που προβλέπει το άρθρο 45 του κανονισμού. Για λόγους διοικητικής απλουστεύσεως, ο κοινοτικός νομοθέτης καθόρισε ακριβώς, στο άρθρο 47, παράγραφος 1, συμπληρωματικά κριτήρια για τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού της παροχής (15) και της πραγματικής αρμοδιότητας που αναλογεί σε κάθε έναν από τους εμπλεκόμενους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως.
8 Κατά την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας (και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας) στην Κοινότητα (16), ο νομοθέτης πρόσθεσε στο ισχύον κείμενο του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού μία νέα διάταξη υπό το στοιχείο εε (σήμερα υπό το στοιχείο ζζ) κατά την οποία όταν η νομοθεσία στην οποία υπόκειται ο αρμόδιος φορέας του επιβάλλει να πραγματοποιήσει τον υπολογισμό των παροχών στηριζόμενος σε έναν μέσον όρο εισφορών, τότε ο φορέας αυτός καθορίζει τον εν λόγω μέσον όρο «σε συνάρτηση με τις περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία αυτού του κράτους και μόνον».
9 Ειδικότερα, ο αρμόδιος ισπανικός φορέας υποχρεούται να πραγματοποιήσει τον υπολογισμό της θεωρητικής παροχής «επί των πραγματικών βάσεων εισφοράς του ασφαλισμένου, κατά τα έτη πριν από την καταβολή της τελευταίας εισφοράς υπέρ της ισπανικής κοινωνικής ασφάλισης». Εξάλλου, το ποσό της θεωρητικής παροχής που προκύπτει από τον υπολογισμό αυτό αυξάνεται κατά το ποσό «των προσαυξήσεων και αναπροσαρμογών που υπολογίζονται για κάθε μεταγενέστερο έτος μέχρι το έτος που προηγείται της επέλευσης του κινδύνου, για τις συντάξεις της ιδίας φύσεως» (η υπογράμμιση δική μου). Αυτά προβλέπουν οι διάταξεις που θέσπισε ο νομοθέτης το 1992 προσθέτοντας, στο τμήμα Δ του παραρτήματος VI του κανονισμού, το νέο σημείο 4, υπό μορφή αυθεντικής ερμηνείας (17).
10 Στην προαναφερθείσα απόφαση Lafuente Nieto, που είχε ως αντικείμενο τον υπολογισμό της παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως που δικαιούται Ισπανός εργαζόμενος ο οποίος περιήλθε σε μόνιμη ανικανότητα στη Γερμανία και ο οποίος δεν είχε καταβάλει εισφορές κατά την έννοια του ισπανικού νόμου κατά τη διάρκεια της αναγκαίας περιόδου για τον καθορισμό του μέσου όρου της βάσεως εισφοράς (18), το Δικαστήριο διατύπωσε δύο σημαντικές αρχές. Διευκρίνισε, πρώτον, ότι το άρθρο 47, παράγραφος 1, στοιχείο εε (σήμερα στοιχείο ζζ) του κανονισμού αφορά ακριβώς σύστημα υπολογισμού των παροχών στηριζόμενο σε ένα μέσον όρο εισφορών, όπως αυτό το οποίο προβλέπει η ισπανική νομοθεσία (βλ. σκέψεις 16 έως 29) (19).
Η εν λόγω διάταξη, πρόσθεσε το Δικαστήριο, είναι σύμφωνη προς τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης, πρέπει όμως ορθώς να ερμηνευθεί, ακριβώς, υπό το πρίσμα των σκοπών που επιδιώκονται με τους κανόνες αυτούς. Οι εν λόγω κανόνες επιβάλλουν την προστασία των διακινουμένων εργαζομένων έναντι πάσης επιζήμιας συνέπειας της ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, όπως η τυχόν μείωση του ποσού των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως που δικαιούνται. Το άρθρο 47, παράγραφος 1, στοιχείο εε (σήμερα στοιχείο ζζ), του κανονισμού, δεν μπορεί κατά συνέπεια να ερμηνευθεί, έστω και κατ' εξαίρεση, υπό την έννοια ότι επιτρέπει, προς ζημία των διακινουμένων εργαζομένων, την προσφυγή σε μέθοδο υπολογισμού στηριζόμενη σε ελάχιστη βάση εισφοράς αντί της μέσης βάσεως εισφοράς (20). Εξάλλου, κατά την ίδια αυτή απόφαση, ο υπολογισμός αυτός δεν μπορεί επίσης να στηρίζεται επί του ποσού των εισφορών που καταβλήθηκαν στο κράτος μέλος στο οποίο μετανάστευσε ο εργαζόμενος (21). Πάντως, η βάση εισφοράς αναφοράς πρέπει πάντοτε να είναι εκείνη που προβλέπει η εθνική νομοθεσία που θα εφαρμοζόταν αν ο ενδιαφερόμενος είχε διατηρήσει την υποχρέωση καταβολής εισφοράς κατά την έννοια της νομοθεσίας του κράτους μέλους το οποίο προβαίνει στην εκκαθάριση. Πάντως, στο θεωρητικό ποσό της παροχής που προκύπτει από τον υπολογισμό αυτό πρέπει να εφαρμόζεται οποιαδήποτε αύξηση και αναπροσαρμογή, ως εάν ο ενδιαφερόμενος είχε συνεχίσει να ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, στο εν λόγω κράτος μέλος (βλ. σκέψεις 30 έως 43) (22).
11 Μετά την έκδοση της αποφάσεως Lafuente Nieto, το Tribunal Supremo υπέβαλε στο Δικαστήριο τα προαναφερθέντα ερωτήματα (βλ. σημείο 1). Ο Grajera Rodrνguez, προσφεύγων της κύριας δίκης, απέκτησε δικαίωμα ισπανικής συντάξεως γήρατος στις 2 Φεβρουαρίου 1993, έχοντας συμπληρώσει περιόδους εισφοράς στο ισπανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως (από το 1953 έως το 1961 και από το 1967 έως το 1969) και στο γερμανικό σύστημα (από το 1961 έως το 1967 και από το 1969 έως το 1993). Επομένως, δεν κατέβαλε εισφορές κατά την έννοια του ισπανικού νόμου κατά την περίοδο που προβλέπει η εφαρμοστέα νομοθεσία για τον καθορισμό του μέσου όρου εισφορών (από τις 3 Φεβρουαρίου 1985 έως τις 2 Φεβρουαρίου 1993). Όπως προκύπτει από τη διάταξη παραπομπής, η σύνταξη που του κατέβαλε το INSS, μηνιαίου ποσού 5 141 ισπανικών πεσετών (PTA) (περιλαμβανομένων των προσαυξήσεων), υπολογίστηκε βάσει εισφοράς 2 873 PTA, προκύπτουσα από το σύνολο των βάσεων εισφοράς που αντιστοιχούν στις πράγματι καταβληθείσες εισφορές του Grajera Rodrνguez κατά τη διάρκεια των 96 μηνών, των αμέσως προηγουμένων της 30ής Ιουνίου 1969 (ημερομηνία καταβολής της τελευταίας εισφοράς στην ισπανική κοινωνική ασφάλιση πριν από τη μετανάστευσή του στη Γερμανία) και διαιρώντας κατόπιν το προκύπτον ποσό δια του 112. Το πρωτοβάθμιο Juzgado de lo Social de Madrid έκανε δεκτή την προσφυγή του Grajera Rodrνguez και υποχρέωσε το INSS να χρησιμοποιήσει τη μηνιαία βάση των 149 988 PTA, προκύπτουσα προφανώς δια αναφοράς στις ετήσιες ανώτατες νόμιμες βάσεις για την κατηγορία των ημερομισθίων εργατών και για την περίοδο μεταξύ 1ης Φεβρουαρίου 1985 και 31ης Ιανουαρίου 1993· τούτο δε ενώ οι μέσες μηνιαίες αποδοχές που πράγματι ελάμβανε ο αιτών στη Γερμανία κατά τα τελευταία 8 έτη της σταδιοδρομίας του ήταν κατά πολύ υψηλότερες (υπερβαίνουσες το διπλάσιο) από τις ανωτέρω ισπανικές ανώτατες βάσεις. Μετά την εξαφάνιση των πρωτόδικης αποφάσεως από το Tribunal Superior de Justicia de Madrid, το οποίο επιβεβαίωσε την ορθότητα του υπολογισμού στον οποίο προέβη το INSS, ο Grajera Rodrνguez άσκησε αναίρεση ζητώντας την ενοποίηση της νομολογίας (para la unificaciσn de doctrina), υποστηρίζοντας ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αντίθετη από ορισμένες άλλες προσφάτως εκδοθείσες αποφάσεις ισπανικών δικαστηρίων, καθώς και από μια απόφαση που εξέδωσε το ίδιο το αιτούν δικαστήριο στις 27 Μαρτίου 1995 (23).
12 Το Tribunal Supremo δέχεται ότι το κριτήριο που εφάρμοσε εν προκειμένω το INSS είναι εκείνο ακριβώς που προβλέπει το παράρτημα VI, Δ, σημείο 4, του κανονισμού, αλλά διατυπώνει την άποψη ότι η μέθοδος υπολογισμού του κανονισμού μπορεί να οδηγήσει σε αποτελέσματα αντίθετα προς τους σκοπούς που θέτουν τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης. Πράγματι, η απλή αναπροσαρμογή της θεωρητικής παροχής δεν διασφαλίζει την ισότητα μεταχειρίσεως των διακινουμένων εργαζομένων σε σχέση με εκείνους που δεν μετανάστευσαν, στην περίπτωση που ένας εργαζόμενος τερμάτισε τη σταδιοδρομία του σε άλλο κράτος μέλος, οι δε περίοδοι καταβολής εισφορών που διανύθηκαν στην Ισπανία ανάγονται σαφώς στο απώτερο παρελθόν. Σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι καν γνωστές οι ιστορικές βάσεις που αντιστοιχούν στις εισφορές που κατέβαλε ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της περιόδου που ορίζεται στο παράρτημα VI, Δ, σημείο 4 (24). Κατόπιν αυτού - παρατηρεί το Tribunal Supremo - , δεν σημειώθηκε καθαρή αύξηση του επιπέδου κοινωνικής προστασίας που παρέχει το ισπανικό σύστημα παρά μόνον κατά τα τελευταία έτη λόγω της αυξήσεως των μισθών που προέκυψε από τη γενική οικονομική ανάπτυξη και λόγω της σταδιακής προσεγγίσεως μεταξύ των βάσεων εισφοράς και των πραγματικών μισθών (25). Εξάλλου, κατά το αιτούν δικαστήριο, τα πολλά κριτήρια αναπροσαρμογής (ενιαία και ομοιόμορφα ποσοστά, αυξήσεις του σταθερού ποσού, μικτές βελτιώσεις) που εφαρμόζονταν επί των συντάξεων κατά τη δεκαετία του '70 και κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του '80 είχε ως αποτέλεσμα τη «συγκέντρωση» της κοινωνικής προστασίας επί των κατωτάτων ορίων, με έντονη προσέγγιση του μέσου όρου των συντάξεων και των κατωτάτων συντάξεων (26). Τέλος, η διασφάλιση της ετήσιας προσαρμογής των συντάξεων στην εξέλιξη του δείκτη τιμών καταναλωτή, που προβλέπει ο νόμος 26/1985 - μετά τον για πρώτη φορά καθορισμό εκ μέρους του Ισπανού νομοθέτη το 1974 γενικών κριτηρίων αναπροσαρμογής των συντάξεων -, ήταν μερική και αφορούσε μόνον τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που γεννώνται μετά την έναρξη εφαρμογής της νέας νομοθεσίας (27).
13 Στη διάταξη παραπομπής τονίζεται επιπροσθέτως ότι η παρούσα διαφορά δεν μπορεί να επιλυθεί βάσει των αρχών που διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Lafuente Nieto. Αντικείμενο εκείνης της αποφάσεως ήταν η ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού, όπως αυτός ίσχυε πριν την έκδοση του κανονισμού 1248/92 (28) (βλ. ανωτέρω σημείο 8)· εξάλλου, η απόφαση αυτή επέβαλε να εφαρμόζονται στο θεωρητικό ποσό της οφειλόμενης στον ενδιαφερόμενο παροχής οι προβλεπόμενες εκ του νόμου αναπροσαρμογές και προσαρμογές «ως εάν ο ενδιαφερόμενος είχε συνεχίσει να ασκεί υπό τις ίδιες προϋποθέσεις τη δραστηριότητά του εντός του οικείου κράτους μέλους». Πάντως, όπως τονίζει το αιτούν δικαστήριο, η σύνταξη «δεν μπορεί να αναπροσαρμόζεται ως εάν ο εργαζόμενος είχε συνεχίσει να ασκεί τη δραστηριότητά του στην Ισπανία, διότι αυτός ο τρόπος αναπροσαρμογής, ο οποίος αφορά τις βάσεις υπολογισμού των εισφορών (βλ. ανωτέρω, σημείο 4), δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί των συντάξεων» (29).
Όπως συνάγεται από το περιεχόμενο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, το Tribunal Supremo κρίνει, σύμφωνα με την πάγια σχετική νομολογία (30), ότι για να καταστεί δυνατή μια αναπροσαρμογή των οφειλομένων να καταβληθούν στον εργαζόμενο παροχών, η οποία να είναι πλήρης και να στηρίζεται σε αντικειμενικές βάσεις, η βάση υπολογισμού των εισφορών που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της επίμαχης κοινωνικής παροχής πρέπει να είναι ο μέσος όρος βάσεως μεταξύ της ανώτατης και της κατώτατης βάσεως που προέβλεπαν οι ισχύουσες στην Ισπανία διατάξεις κατά την περίοδο αναφοράς - δηλαδή κατά τους 96 μήνες πριν από την επέλευση του κινδύνου - για την αντίστοιχη επαγγελματική κατηγορία. «Λόγω της πρακτικής αδυναμίας καθορισμού των στοιχείων που συνθέτουν την ασφαλιστική σταδιοδρομία στην Ισπανία, ο μέσος όρος βάσεως αντανακλά (πάντοτε κατά το Tribunal Supremo) ένα σταθμισμένο ποσό που αντιστοιχεί στην αμοιβή ενός μέσου εργαζόμενου του αντίστοιχου επαγγελματικού κλάδου». Πάντως, διευκρινίζει το αιτούν δικαστήριο, δεν ερωτά το Δικαστήριο αν πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι μέσες βάσεις υπολογισμού των εισφορών των οκτώ πλέον προσφάτων ετών (αντί των πραγματικών βάσεων των ετών πριν τη μετανάστευση): «η επιλογή αυτού του στοιχείου ανάγεται στο εσωτερικό δίκαιο». Οι αμφιβολίες που διατυπώνει το Tribunal Supremo αφορούν το κύρος του παραρτήματος VI, Δ, σημείο 4, του κανονισμού και συνδέονται με ένα άλλο πρόβλημα: εφόσον, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο μεταναστεύσας Ισπανός εργαζόμενος δικαιούται κοινωνικής μεταχειρίσεως ακριβώς ίδιας με εκείνη που θα είχε αν είχε εξακολουθήσει να ασκεί τη δραστηριότητά του στην Ισπανία υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, μέχρι την ημερομηνία επελεύσεως του κινδύνου, συμβιβάζεται με τους σκοπούς που θέτουν τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης η εφαρμογή ενός συστήματος υπολογισμού, όπως αυτό που εφαρμόζεται στην Ισπανία, το οποίο στηρίζεται επί των ιστορικών βάσεων υπολογισμού των εισφορών, το οποίο προβλέπει αναπροσαρμογή της συντάξεως μόνον εφόσον έχουν αναπροσαρμοστεί οι συντάξεις της αυτής φύσεως που καταβλήθηκαν κατά την ημερομηνία καταβολης της τελευταίας εισφοράς πριν από τη μετανάστευση; Το αιτούν δικαστήριο σαφώς κλίνει προς μια αρνητική απάντηση και υπογραμμίζει ότι, στο πλαίσιο του συστήματος αναπροσαρμογών που προβλέπει η επίμαχη διάταξη, η θέση του μεταναστεύσαντος εργαζομένου εξομοιώνεται προς εκείνη του μη μεταναστεύσαντος εργαζομένου κατά τρόπο ελλιπή και αυθαίρετο. Κατά συνέπεια, πολύ δύσκολα το σύστημα αυτό θα μπορούσε να αντισταθμίσει την υποτίμηση της παροχής που προκύπτει από έναν τρόπο υπολογισμού στηριζόμενο σε βάσεις αναγόμενες στο απώτερο παρελθόν.
14 Μετά την ολοκλήρωση της έγγραφης διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της υποθέσεως Naranjo Arjona κ.λπ. Ως γνωστόν, η απόφαση αυτή, ήδη προαναφερθείσα (βλ. υποσημείωση 1), υπενθυμίζει - αναφερόμενη στο στοιχείο εε του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο κατέστη στοιχείο ζζ μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τον κανονισμό 1248/92 - τις ερμηνευτικές αρχές της αποφάσεως Lafuente Nieto, στις οποίες αναφέρθηκα ανωτέρω (βλ. σημείο 10). Το Δικαστήριο πρόσθεσε, επίσης - και πρόκειται για στοιχείο που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση - ότι, «στην περίπτωση κατά την οποία η εφαρμογή της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης κατ' αυτόν τον τρόπο, αποδεικνυόταν λιγότερο ευνοϋκή για τους εργαζομένους οι οποίοι, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού [στο οικείο κράτος μέλος], ασκούσαν ήδη τις μισθωτές δραστηριότητές τους σε άλλο κράτος μέλος, απ' ό,τι η εφαρμογή προγενέστερης συμβάσεως συναφθείσας με το τελευταίο αυτό κράτος, το αρμόδιο δικαστήριο πρέπει, κατ' εξαίρεση, να εφαρμόσει τους κανόνες που προβλέπονται στη σύμβαση αυτή» (31).
II - Νομική ανάλυση και απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα
15 Είχα ήδη την ευκαιρία να υπενθυμίσω τη νομολογία του Δικαστηρίου τη σχετική με τους σκοπούς των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης. Οι διατάξεις αυτές, όπως επανειλημμένως έχει τονίσει το Δικαστήριο, συμβάλλουν στην εξασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής ελευθερίας κυκλοφορίας των κοινοτικών εργαζομένων και, συνεπώς, απαγορεύουν την απώλεια λόγω μεταναστεύσεως σε άλλο κράτος μέλος, πλεονεκτημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως που απορρέουν από την εθνική νομοθεσία. Πράγματι, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να αποτρέψει τον κοινοτικό εργαζόμενο από το να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμά του για ελεύθερη κυκλοφορία και θα συνιστούσε, κατά συνέπεια, εμπόδιο στην άσκηση αυτής της ελευθερίας (32). Κατά συνέπεια, ο κανονισμός 1408/71, ο οποίος εκδόθηκε βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 51, αποβλέπει κυρίως στη διασφάλιση της εφαρμογής, σύμφωνα με κοινοτικά και ενιαία κριτήρια, των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως που αφορούν, σε κάθε κράτος μέλος, τους εργαζομένους που διακινούνται εντός της Κοινότητας. Προβλέπει σχετικώς κανόνες στηριζόμενους κυρίως στην απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας ή λόγω κατοικίας και τη διατήρηση εκ μέρους του εργαζομένου των δικαιωμάτων που έχει αποκτήσει δυνάμει των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόστηκαν στην περίπτωσή του (33). Εξάλλου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απαγόρευση όχι μόνον των φανερών διακρίσεων αλλά και των συγκεκαλυμένων οι οποίες, δια της εφαρμογής κριτηρίων διαχωρισμού άλλων πλην της ιθαγένειας ή της κατοικίας καταλήγουν να έχουν τις ίδιες συνέπειες (34). Πάντως, σύμφωνα πάντοτε με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για να συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως της γενικής αρχής της ισότητας απαιτείται να εφαρμόζεται μια διάταξη επί διαφορετικών καταστάσεων, ή επί ομοίων καταστάσεων να εφαρμόζονται διαφορετικές διατάξεις, χωρίς να συντρέχει αντικειμενικός λόγος (35).
16 Όσον αφορά την παρούσα διαφορά, δεν αμφισβητείται ότι η διάταξη του κανονισμού που επιβάλλει τον καθορισμό της βάσεως υπολογισμού της ισπανικής συντάξεως γήρατος λαμβανομένων υπόψη μόνον των περιόδων ασφαλίσεως που πράγματι διανύθηκαν κατά την ισπανική νομοθεσία - χωρίς να λαμβάνεται υπόψη αν αυτές οι περίοδοι ανάγονται στο πρόσφατο ή στο απώτερο παρελθόν - δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε οι διακινούμενοι εργαζόμενοι να υπόκεινται σε μεταχείριση διαφορετική από εκείνη στην οποία υπόκεινται όσοι εργαζόμενοι δεν μετανάστευσαν.
Πάντως, όπως προανέφερα, η διάταξη παραπομπής αντιμετωπίζει, έστω και διστακτικά, το ενδεχόμενο μιας άνισης μεταχείρισης των δύο αυτών κατηγοριών εργαζομένων. Πρέπει να τονιστεί ότι μια τέτοια διάκριση, αν πράγματι υφίσταται, αφορά μόνον ένα μέρος, αλλά ένα σημαντικό μέρος, των διακινουμένων εργαζομένων. Η συμπλήρωση των τελευταίων ετών της ασφαλιστικής σταδιοδρομίας στην αλλοδαπή και η επίτευξη στη χώρα μεταναστεύσεως (ιδιαίτερα αν, όπως συχνά συμβαίνει στις υποθέσεις που άγονται προς κρίση ενώπιον των ισπανικών δικαστηρίων, πρόκειται για τη Γερμανία) επιπέδου αμοιβών σαφώς υψηλότερου τόσο από τον μέσον όρο των ισπανικών μισθών όσο και από τα ελάχιστα όρια των βάσεων υπολογισμού των εισφορών που ισχύουν για τη συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία, αποτελούν συχνή περίπτωση για τους Ισπανούς μετανάστες σε άλλες ευρωπαϋκές χώρες (36). Συνεπώς, πιθανόν να μην ευνοούνται από το κοινοτικό σύστημα καθορισμού των βάσεων υπολογισμού της εισφοράς και της περιόδου καταβολής της εισφοράς που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όλοι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι - βεβαίως στο μέτρο που αποκτούν δικαίωμα ισπανικής συντάξεως κατόπιν της εφαρμογής του προαναφερθέντος μηχανισμού συνυπολογισμού (βλ. ανωτέρω, σημείο 7) - οι οποίοι διύνησαν εντός του ισπανικού εδάφους τα τελευταία έτη της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας και της περιόδου καταβολής εισφορών. Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση του προσφεύγοντος της κύριας δίκης. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η τυχόν δυσμενής διάκριση δεν αίρεται απλώς και μόνον επειδή μπορεί να μην αφορά άλλους διακινούμενους εργαζόμενους, οι οποίοι πιθανόν να βρίσκονται στην αντίθετη κατάσταση (συμπλήρωση των οκτώ τελευταίων ετών καταβολής εισφορών στην Ισπανία) (37).
17 Για ποιο λόγο το Tribunal Supremo ερωτά το Δικαστήριο αν συμβιβάζεται ο τρόπος εφαρμογής της ισπανικής νομοθεσίας περί συντάξεων γήρατος, που προβλέπεται στο τμήμα Δ, σημείο 4, του παραρτήματος VI του κανονισμού με τον σκοπό του άρθρου 51 της Συνθήκης; Από τη μελέτη της διατάξεως παραπομπής νομίζω ότι μπορούν να συναχθούν δύο ειδών λόγοι: η μεταχείριση των μη διακινηθέντων εργαζομένων στο πλαίσιο του συστήματος του κανονισμού σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ισπανικού νόμου αποβαίνει, πράγματι, διπλά ευνοϋκό γι' αυτούς. Όπως έχω ήδη επανειλημμένως τονίσει, αντιθέτως προς την περίπτωση των διακινουμένων εργαζομένων (ή του μεγαλύτερου μέρους αυτών), η βάση υπολογισμού για τους μη διακινηθέντες εργαζομένους μπορεί να υπολογιστεί λαμβανομένων υπόψη των βάσεων υπολογισμού της εισφοράς (και, επομένως, των πραγματικών αμοιβών) των οκτώ τελευταίων ετών δραστηριότητας, των αμέσως προηγουμένων της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Κατά συνέπεια, οι βάσεις που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό είναι, κατά κανόνα, οι ποσοτικά υψηλότερες βάσεις ολόκληρης της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του ενδιαφερομένου.
Εξάλλου, ο υπολογισμός της παροχής δεν θα επηρεαστεί από διοικητικής και στατιστικής φύσεως δυσκολίες οι οποίες αναπόφευκτα δυσχεραίνουν τον υπολογισμό στην περίπτωση καταβολών κοινωνικής ασφαλίσεως που έχουν πραγματοποιηθεί πριν από δεκαετίες. Αντιθέτως, τέτοιου είδους δυσχέρειες δεν ανακύπτουν κατά το σημερινό στάδιο εξελίξεως του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, το οποίο θεσπίστηκε με τη μεταρρύθμιση του 1979 (38). Ειδικότερα, αν ληφθούν υπόψη οι πλέον πρόσφατες εισφορές, βάσει του υπολογισμού της μέσης βάσεως αμοιβής, το ζήτημα της αδυναμίας ευρέσεως εξακριβωμένων στοιχείων σχετικών με αναγόμενες στο απώτερο παρελθόν βάσεις εισφοράς δεν ανακύπτει, όπως επίσης δεν ανακύπτει το πρόβλημα της συμφυούς τεχνικής δυσχέρειας αναπροσαρμογής των συντάξεων που προκύπτουν από τον υπολογισμό, η οποία προϋποθέτει περιπτωσιολογική εξέταση μιας ολόκληρης σειράς νομοθετικών διατάξεων και διοικητικών αποφάσεων που εκτείνονται σε μια μακρά χρονική περίοδο και συχνά αφορούν παροχές διαφορετικού τύπου (39). Κατά το αιτούν δικαστήριο, δηλαδή, το σύστημα αναπροσαρμογής που προβλέπει η σχετική διάταξη του παραρτήματος VI του κανονισμού, πέραν του ότι θεωρητικώς εισάγει διακρίσεις, είναι αδύνατον να εφαρμοστεί κατά τρόπον ικανοποιητικό στην πράξη: όχι μόνο ζημιώνει τους διακινούμενους εργαζόμενους, αλλά - θα μπορούσε κανείς να πει - τους εξαπατά.
18 Είναι αναμφισβήτητο ότι τα προβλήματα που κατά τρόπο σαφή εξέθεσε το Tribunal Supremo είναι πραγματικά και σοβαρά. Εντούτοις, δεν νομίζω ότι είναι ικανά να επηρεάσουν το κύρος του σημείου 4 του παραρτήματος VI, Δ, του κανονισμού. Ως προς το ζήτημα αυτό συμμερίζομαι την ανάλυση της Επιτροπής: κατά το «παρεμβαίνον» αυτό όργανο δεν μπορεί κανείς να επικαλεστεί το ανίσχυρο της μεθόδου αναπροσαρμογής που προβλέπει η εν λόγω διάταξη, διότι στην πράξη, η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει καμία συγκεκριμένη μέθοδο. Μια τέτοια ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως επιβεβαιώνουν, εξάλλου οι αποφάσεις Lafuente Nieto και Naranjo Arjona κ.λπ. Στις αποφάσεις αυτές, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η βάση εισφοράς πρέπει να υπολογίζεται βάσει των εισφορών που πράγματι καταβλήθηκαν από τον διακινούμενο εργαζόμενο βάσει και μόνον της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας. Εξάλλου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εφαρμογή του κανονισμού δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συνεπάγεται μείωση της αξίας των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως που δικαιούται ο ενδιαφερόμενος βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας ενός κράτους μέλους. Το Δικαστήριο περιορίστηκε, κατά συνέπεια, να προσδιορίσει την αφετηρία και την κατάληξη που πρέπει να έχει υπόψη του ο αρμόδιος φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως (και σε περίπτωση ένδικης διαφοράς το εθνικό δικαστήριο) κατά την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως. Είναι, πάντως, διαφορετικό το ζήτημα της επιλογής και της χρησιμοποιήσεως των πλέον καταλλήλων μέσων της εσωτερικής νομοθεσίας για να εξασφαλιστεί η κατάληξη, ξεκινώντας από την ορισθείσα αφετηρία, στο επιθυμητό αποτέλεσμα που είναι η πλήρης αναπροσαρμογή της παροχής που δικαιούται ο εργαζόμενος. Φρονώ ότι το έργο αυτό δεν μπορεί παρά να απόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου· εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο σαφώς υποδηλώνει ότι έχει ανάλογη γνώμη για το ζήτημα αυτό, δηλώνοντας ότι η επιλογή του πλέον πρόσφορου στοιχείου αναπροσαρμογής αποτελεί ζήτημα του εσωτερικού δικαίου (βλ. ανωτέρω, σημείο 13).
Φρονώ, συνεπώς, ότι η τυχόν έλλειψη αξιόπιστων αντικειμενικών στοιχείων σχετικών με τις παλαιότερες βάσεις εισφοράς (40) δεν αποτελεί εμπόδιο για την εφαρμογή του σημείου 4 του παραρτήματος VI, Δ, του κανονισμού: ένα εμπόδιο ικανό να καταστήσει ανίσχυρη τη διάταξη αυτή. Πράγματι, αν προκύψει ότι δεν υφίστανται αξιόπιστα στοιχεία, θα εφαρμοστούν οι γενικοί κανόνες περί αποδείξεως που ισχύουν στο ισπανικό δίκαιο κοινωνικής ασφαλίσεως (41). Ανάλογο είναι, εξάλλου, το συμπέρασμα που εξάγεται ως προς την τεχνική δυσχέρεια των αναγκαίων υπολογισμών για την αναπροσαρμογή της συντάξεως η οποία εκκαθαρίζεται ως εάν το σχετικό δικαίωμα είχε γεννηθεί κατά τον χρόνο μεταναστεύσεως σε άλλο κράτος μέλος. Το εθνικό δικαστήριο - στην περίπτωση που κρίνει ότι είναι αδύνατη η αναγνώριση και η ερμηνεία ενός πλήθους διατάξεων, εν μέρει ετερόκλητων σε προσωπικό ή ουσιαστικό επίπεδο, που έχει περιοδικώς θεσπίσει ο νομοθέτης - οφείλει να εξασφαλίσει κατά διαφορετικό τρόπο τον σκοπό του άρθρου 51 της Συνθήκης, δηλαδή τη διασφάλιση της ακεραιότητας της αγοραστικής δυνάμεως της θεωρητικής παροχής που δικαιούται ο εργαζόμενος: επομένως, η επίμαχη διάταξη είναι νόμιμη υπό το πρίσμα αυτό. Δεν απόκειται στο Δικαστήριο να παράσχει ενδείξεις σχετικές με την ουσία των διαφόρων λύσεων που θεωρητικά επιτρέπονται στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως του οικείου κράτους μέλους. Αυτό το έχω ήδη υπογραμμίσει. Ας μου επιτραπεί μόνο να παρατηρήσω, ενδεικτικώς, ότι τόσο η προσαρμογή της συντάξεως στην εξέλιξη του δείκτη τιμών καταναλωτή, που σημειώθηκε μετά την καταβολή της τελευταίας εισφοράς στον ισπανικό φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, όσο και η αναπροσαρμογή και επανεκτίμηση του ποσού των ιδίων αυτών εισφορών που καταβλήθηκαν στο παρελθόν κατ' εφαρμογήν της σχετικής νομοθεσίας, που ορίστηκαν από το Δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεως Lafuente Nieto (42), μπορούν να θεωρηθούν ως κριτήρια δίκαια και σχετικά εύκολης εφαρμογής εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου.
19 Ως προς τα ανωτέρω, πάντως, πρέπει να γίνουν οι ακόλουθες διευκρινίσεις. Στη διάταξη παραπομπής το Tribunal Supremo αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που απηχούσε στην Ισπανία η νομοθεσία περί ελαχίστων μισθών και βάσεων εισφοράς, οι οποίες δεν αντιστοιχούσαν στις πραγματικές αμοιβές. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης στην πολιτική συγκεντρώσεως προς τα ελάχιστα όρια συντάξεως των περιοδικών αναπροσαρμογών που αποφάσισαν οι Ισπανικές Κυβερνήσεις μέχρι και το έτος 1985. Ενόψει αυτών των δεδομένων δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο - έστω και μετά από πλήρη αναπροσαρμογή της συντάξεως που δικαιούται ο εργαζόμενος «ως εάν είχε συνεχίσει να εργάζεται στην Ισπανία», στην οποία υποτίθεται ότι θα προβεί το εθνικό δικαστήριο κατά τους πλέον πρόσφορους τύπους και μεθόδους που του παρέχει η εθνική νομοθεσία - η προκύπτουσα από τον υπολογισμό τελική παροχή να αντιστοιχεί σ' ένα μικρό ποσό. Ίσως παρέλκει να τονιστεί ότι το ενδεχόμενο αυτό οφείλεται στα χαρακτηριστικά - αλλά και στις ιδεολογικές και πολιτικές αντιλήψεις - της ισπανικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως μιας άλλης εποχής· δεν μπορεί, επομένως, να επηρεάσει την εκτίμηση του κύρους του παραρτήματος VI, Δ, σημείο 4, του κανονισμού. Αντικείμενο της διατάξεως αυτής δεν είναι τόσο η εναρμόνιση όσο ο συντονισμός των εσωτερικών νομοθεσιών των κρατών μελών περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Ο κανονισμός επιτρέπει τη συνύπαρξη διαφορετικών συστημάτων «στο πλαίσιο των οποίων γεννώνται διαφορετικές απαιτήσεις έναντι των διαφόρων φορέων έναντι των οποίων ο δικαιούχος έχει άμεσα δικαιώματα δηλαδή, είτε του εσωτερικού μόνο δικαίου είτε του εσωτερικού δικαίου συμπληρούμενου, αν παρίσταται ανάγκη, από το κοινοτικό δίκαιο» (43). Κατά συνέπεια, οι ουσιαστικές και διαδικαστικές διαφορές μεταξύ των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως του κάθε κράτους μέλους και, κατά προέκταση, των δικαιωμάτων των προσώπων που εργάζονται σ' αυτά, δεν επηρεάζονται από το άρθρο 51 της Συνθήκης (44). Εξάλλου, για εργαζόμενο ο οποίος βρίσκεται στην κατάσταση του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, η εφαρμογή του κανονισμού είναι ασφαλώς ευεργετική γι' αυτόν, εφόσον, βάσει της ισπανικής και μόνο νομοθεσίας (μη λαμβανομένων, προς στιγμή, υπόψη των εκτελεστικών διατάξεων της convenio· βλ. ανωτέρω σημείο 22), δεν θα είχε δικαίωμα για την επίμαχη σύνταξη, καθόσον δεν συμπλήρωσε επαρκή αριθμό ασφαλιστικών περιόδων.
20 Έρχομαι τώρα στην εξέταση της άλλης απόψεως υπό την οποία το αιτούν δικαστήριο διαβλέπει το ενδεχόμενο η επίμαχη διάταξη να είναι αντίθετη προς το άρθρο 51 της Συνθήκης. Το Tribunal Supremo τονίζει ότι στην απόφαση Lafuente Nieto το Δικαστήριο έκρινε ότι ο διακινούμενος εργαζόμενος που δικαιούται συντάξεως πρέπει να αντιμετωπιστεί ως εάν είχε συνεχίσει να ασκεί, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, τη δραστηριότητά του στο κράτος μέλος καταγωγής (βλ. ανωτέρω σημείο 10)· σκοπός του κριτηρίου αυτού είναι να διασφαλιστεί ότι η αντιμετώπιση του διακινουμένου εργαζομένου στο ζήτημα της συνταξιοδότησης θα είναι σύμφωνη προς το προαναφερθέν άρθρο 51. Εξάλλου, κατά το παράρτημα VI, Δ, του κανονισμού, ο υπολογισμός της θεωρητικής παροχής πρέπει να στηριχθεί επί των εισφορών που κατέβαλε ο εργαζόμενος στον αρμόδιο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως πριν μεταναστεύσει. Εντούτοις, το ποσό αυτών των εισφορών, παρά τη μεταγενέστερη αναπροσαρμογή του, θα παρουσιάζει πάντοτε διαφορά από την αμοιβή που ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά την επέλευση του κινδύνου. Επομένως, η ακυρότητα του σημείου 4 του παραρτήματος VI, Δ, του κανονισμού θα μπορούσε να οφείλεται στο γεγονός ότι το μέσο που επέλεξε ο κοινοτικός νομοθέτης είναι απρόσφορο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Τα επιχειρήματα αυτά μου δημιουργούν πράγματι αμηχανία. Θέτοντας το κριτήριο ότι η δραστηριότητα του διακινουμένου εργαζομένου πρέπει να θεωρείται - όσον αφορά τον υπολογισμό της συντάξεως που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω - ως εάν είχε συνεχίσει να αναπτύσσεται, χωρίς διακοπή, στο κράτος μέλος καταγωγής, το Δικαστήριο υπέδειξε έναν τρόπο - ή ίσως ένα νομικό πλάσμα - για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της κοινωνικής προστασίας. Πρόκειται δε προφανώς για τρόπο που αποβλέπει στην εφαρμογή της αρχής της αναγκαίας αναπροσαρμογής της παροχής που δικαιούται εργαζόμενος ο οποίος κατέβαλε πολύ πριν από την επέλευση του κινδύνου εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι το νομικό αυτό πλάσμα πρέπει να αντιμετωπιστεί με επιφύλαξη. Ο ερμηνευτής πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη του τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του στηριζόμενου σε εισφορές συστήματος χρηματοδοτήσεως της κοινωνικής ασφαλίσεως, στο πλαίσιο του οποίου οι εισφορές των ασφαλισμένων καθορίζουν τελικώς το ποσό των καταβαλλομένων παροχών. Όπως υπογράμμισε η Ισπανική Κυβέρνηση, «μία από τις αρχές που διέπουν το σύστημά μας κοινωνικής ασφαλίσεως είναι ότι το ποσό [των συντάξεων, στο πλαίσιο ενός συστήματος στηριζόμενου στις εισφορές] συνδέεται στενά με τα στοιχεία της εισφοράς και της αναλογικότητας, ώστε οι οικονομικές παροχές να αντανακλούν πιστά την προσπάθεια που καταβλήθηκε προηγουμένως στον τομέα των εισφορών· επομένως, όσοι κατέβαλαν εισφορές παρομοίου ύψους λαμβάνουν και παροχές παρόμοιες» (45).
Πάντως, το κριτήριο που επιβάλλει την αντιμετώπιση του διακινουμένου εργαζομένου ως εάν είχε συνεχίσει να εργάζεται στο κράτος μέλος καταγωγής δεν μπορεί να προβληθεί προς στήριξη ενός προβαλλομένου δικαιώματος για σύνταξη υπολογιζόμενη βάσει του πλέον πρόσφατου μισθού που εισέπραξε ο εργαζόμενος (στο κράτος μεταναστεύσεως) κατά τη διάρκεια μιας περιόδου κατά την οποία δεν ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει (ούτε στην πράξη κατέβαλε) εισφορές στον φορέα ο οποίος προβαίνει στην εκκαθάριση (του κράτους καταγωγής). Ας υποτεθεί ότι, προς ικανοποίηση μιας τέτοιας αξιώσεως, καθορίζεται για παράδειγμα η επίμαχη παροχή βάσει του αριθμητικού μέσου όρου των ανωτάτων και κατωτάτων βάσεων υπολογισμού της εισφοράς που προβλέπει για την αντίστοιχη επαγγελματική κατηγορία η ισπανική νομοθεσία κατά τα οκτώ έτη πριν από την επέλευση του κινδύνου. Αυτό προτείνει το Tribunal Supremo. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως, ο διακινούμενος εργαζόμενος θα επωφελείτο αδικαιολόγητα σε σχέση με μη διακινηθέντα εργαζόμενο της ίδιας επαγγελματικής κατηγορίας. Ο εργαζόμενος που έμεινε στη χώρα του και εκείνος ο οποίος μετέβη σε άλλο κράτος μέλος για να εργαστεί θα ελάμβαναν σύνταξη κατά διαφορετικό τρόπο ανάλογη προς την αμοιβή που εισέπραξαν κατά τα τελευταία έτη της δραστηριότητάς τους· κατά την περίοδο όμως αυτή μόνον ο εργαζόμενος που παρέμεινε στη χώρα του συνέβαλε στη χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως το οποίο βαρύνεται με την καταβολή της παροχής. Αν γινόταν δεκτή μια τέτοια συλλογιστική θα αναγνωριζόταν αδικαιολόγητα διττό αποτέλεσμα στις αμοιβές που ελάμβανε ο διακινούμενος εργαζόμενος στην αλλοδαπή: για να δώσω ένα παράδειγμα σχετικό με την παρούσα υπόθεση, οι εισφορές που κατέβαλε κατά τα οκτώ τελευταία έτη της δραστηριότητάς του εργαζόμενος ευρισκόμενος σε θέση ανάλογη προς εκείνη του Grajera Rodrνguez θα λαμβάνονταν υπόψη τόσο για τον καθορισμό της γερμανικής συντάξεως (46) όσο και της ισπανικής συντάξεως.
Φρονώ, συνεπώς, ότι ο κοινοτικός νομοθέτης ορθώς χρησιμοποίησε, αν εξεταστεί από το πρίσμα που το αναλύει το Tribunal Supremo, το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει αναφορικά με την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Λαμβανομένων υπόψη των αρχών της ίσης κατανομής, της διατηρήσεως της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής ισορροπίας των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως και, κατά προέκταση, της ίδιας της αποτελεσματικότητας της κοινωνικής προστασίας, αρχές οι οποίες διέπουν τη λειτουργία του συστήματος που προβλέπει ο κανονισμός, νομίζω ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα.
21 Με τα ανωτέρω, πάντως, δεν εξαντλείται η ανάλυση της προκειμένης υποθέσεως. Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (47), ακόμα και στην περίπτωση που κριθούν αβάσιμες οι επικρίσεις του προσφεύγοντος της κύριας δίκης κατά μέτρου προβαλλομένου ως ανίσχυρου, το Δικαστήριο παραμένει ελεύθερο να εξακριβώσει αν η προσβαλλόμενη πράξη πάσχει για άλλους λόγους, χωρίς να δεσμεύεται σχετικώς από τη διάταξη παραπομπής.
Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, επανειλημμένως ανέφερα ότι στις αποφάσεις Lafuente Nieto και Naranjo Arjona κ.λπ. το Δικαστήριο διατύπωσε ορισμένες σκέψεις ως προς τον σκοπό της διατάξεως του σημείου 4, Δ, του παραρτήματος VI, του κανονισμού. Σημείωσα, επίσης, ότι, καίτοι η διάταξη αυτή τέθηκε σε ισχύ μετά τα πραγματικά περιστατικά των δύο υποθέσεων - και επομένως δεν αφορά και στις δύο αυτές περιπτώσεις τα προδικαστικά ερωτήματα -, το Δικαστήριο την επικαλέστηκε προς στήριξη της ερμηνείας που έδωσε στις προαναφερθείσες δύο υποθέσεις, στο άρθρο 47, παράγραφος 1, στοιχείο εε (νυν στοιχείο ζζ), του κανονισμού (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 17) (48). Το Δικαστήριο θέλησε να υπογραμμίσει ότι πρέπει να χρησιμοποιείται ένα κριτήριο πραγματικής και αδιάκοπης αναπροσαρμογής της θεωρητικής παροχής, ώστε να ικανοποιείται στον μέγιστο δυνατό βαθμό η βούληση προστασίας του ενδιαφερομένου, ως εάν αυτός είχε συνεχίσει να ασκεί τη δραστηριότητά του στο εν λόγω κράτος μέλος. Μόνο σ' αυτήν την περίπτωση οι λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού που επιβάλλουν να καθορίζεται η μέση βάση εισφοράς του διακινουμένου εργαζομένου με βάση μόνον τις εισφορές που πράγματι κατέβαλε στον φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως που είναι επιφορτισμένος με την εκκαθάριση της παροχής θα είναι σύμφωνες με τις αρχές που απορρέουν από το άρθρο 51 της Συνθήκης.
Κατόπιν αυτών, φρονώ ότι πρέπει να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστη με το άρθρο 51 η προαναφερθείσα διάταξη του στοιχείου ββ, του σημείου 4, η οποία περιορίζει στο προηγούμενο της επελεύσεως του κινδύνου έτος - μη λαμβάνοντας υπόψη, χωρίς εύλογη αιτία, το έτος κατά το οποίο επήλθε ο κίνδυνος - την περίοδο που αφορά η αναπροσαρμογή της συντάξεως του διακινουμένου εργαζομένου, σε περιπτώσεις ανάλογες με αυτήν του προσφεύγοντος της κύριας δίκης. Το συμπέρασμα αυτό που θέτω υπό την κρίση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από τη νέα διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, την οποία ο κοινοτικός νομοθέτης εισήγαγε - προκειμένου ακριβώς να ληφθεί υπόψη «η νομολογία του Δικαστηρίου [ιδίως στην υπόθεση (...) Lafuente Nieto], [και] να προσαρμοστεί το σημείο 4, στοιχείο ββ, του τμήματος `Δ. Ισπανία' του παραρτήματος VI του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, αναλόγως των διατάξεων της εσωτερικής νομοθεσίας όταν το βασικό ποσό των συντάξεων υπολογίζεται λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων εισφορών» (49) - με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1223/98 (50). Από 1ης Ιουλίου 1998, στο παράρτημα VI, Δ, σημείο 4, στοιχείο ββ, ορίζεται: «Το ποσό αυτής της σύνταξης θα αυξηθεί κατά το ποσό των προσαυξήσεων και προσαρμογών που υπολογίζονται για κάθε μεταγενέστερο έτος μέχρι το έτος που προηγείται της επέλευσης του κινδύνου, για τις συντάξεις της ιδίας φύσεως» (βλ. άρθρα 1, σημείο 8, στοιχείο ββ, και 3, παράγραφος 1). Η διάταξη του κανονισμού που πρέπει να εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση είναι η ισχύσασα πριν την τροποποίηση στην οποία αναφέρθηκα μόλις ανωτέρω και η οποία φρονώ ότι είναι εν μέρει ανίσχυρη, υπό τους όρους που προανέφερα.
22 Προς ολοκλήρωση αυτής της αναλύσεως και σύμφωνα με την απόφαση Naranjo Arjona κ.λπ. (βλ. ανωτέρω, σημείο 14), απομένει προς διευκρίνιση ένα ακόμη σημείο. Πρόκειται για την αρχή της διατηρήσεως των πλεονεκτημάτων που εξασφαλίζει στους διακινουμένους εργαζομένους η από κοινού εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας και των συμβάσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ κρατών μελών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, οι οποίες στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν από μια διαφορετική και λιγότερο ευνοϋκή κοινοτική ρύθμιση. Πράγματι, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο στην υπόθεση της κύριας δίκης ο υπολογισμός της επίμαχης παροχής να καταλήγει στην πράξη σε διαφορετικά αποτελέσματα, αναλόγως με το αν εφαρμόζεται το σύστημα υπολογισμού που προβλέπει ο κανονισμός (βλ. άρθρο 47, παράγραφος 1, στοιχείο εε, και παράρτημα VI, Δ, σημείο 4, όπως προτείνω στο Δικαστήριο να εφαρμοστούν) ή το σύστημα που προβλέπει το άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο b, της convenio (βλ. ανωτέρω, σημείο 14). Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει - συγκρίνοντας τα αποτελέσματα στα οποία καταλήγει η εφαρμογή των δύο αυτών μεθόδων - «αν η εφαρμογή της συμβάσεως αυτής αποδεικνύεται όντως περισσότερο ή λιγότερο ευνοϋκή για τους ενδιαφερομένους εργαζομένους απ' ό,τι η εφαρμογή του κανονισμού. Στην πρώτη περίπτωση, θα πρέπει να εφαρμοστούν, κατά παρέκκλιση και σύμφωνα με τη διακηρυχθείσα αρχή στην προπαρατεθείσα απόφαση Rφnfeldt (51), οι κανόνες που προβλέπονται στη σύμβαση. Στην αντίθετη περίπτωση, οι κανόνες που θέτει ο κανονισμός, όπως ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο, πρέπει να τύχουν εφαρμογής» (52).
III - Πρόταση
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Tribunal Supremo τις ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Το σημείο 4 του τμήματος Δ του παραρτήματος VI του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, καθόσον προβλέπει ότι, σε περιπτώσεις όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, το θεωρητικό ποσό της ισπανικής παροχής, υπολογιζόμενο βάσει των πραγματικών εισφορών που κατέβαλε ο εργαζόμενος κατά τα αμέσως προηγούμενα της καταβολής της τελευταίας εισφοράς κατά την έννοια της σχετικής νομολογίας έτη, αναπροσαρμόζεται, για κάθε επόμενο έτος, μόνο μέχρι το έτος που προηγείται της επελεύσεως του κινδύνου, είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο 51 της Συνθήκης και, επομένως, ανίσχυρο κατά την έκταση αυτή. Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα άλλο στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος της εν λόγω διατάξεως.
2) Αν η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, υπό την ερμηνεία που της έχει δοθεί, αποδειχθεί για τον εργαζόμενο ο οποίος ασκούσε ήδη πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός στην Ισπανία μισθωτή δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος λιγότερο ευνοϋκή από διάταξη προγενέστερης συμβάσεως που έχει συναφθεί με το δεύτερο αυτό κράτος, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει, κατ' εξαίρεση, τις διατάξεις που προβλέπει η εν λόγω σύμβαση.»
(1) - Βλ. αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 1996, C-251/94, Lafuente Nieto (Συλλογή 1996, σ. I-4187), και της 9ης Οκτωβρίου 1997, C-31/96 έως C-33/96, Naranjo Arjona κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-5501).
(2) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε κατόπιν, μεταξύ άλλων, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6)· με το παράρτημα Ι, κεφάλαιο VIII, της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως· ΕΕ 1985, L 302, σ. 23, ειδικότερα σ. 170)· και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου (που παρατίθεται κατωτέρω στην υποσημείωση 3). Ο κανονισμός υπέστη και άλλες τροποποιήσεις ακόμα και μετά την κωδικοποιημένη δημοσίευσή του τον Δεκέμβριο του 1992 (ΕΕ C 325, σ. 1).
(3) - Το παράρτημα VΙ του κανονισμού προβλέπει τις ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής των νομοθεσιών ορισμένων κρατών μελών. Το προαναφερθέν σημείο 4, στοιχείο αα, του τμήματος Δ προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού 1408/71 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72, περί λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ L 136, σ. 7, ειδικότερα σ. 24).
(4) - Στην υπόθεση Lafuente Nieto επρόκειτο για το Tribunal Superior de Justicia della Comunidad Autσnoma del Paνs Vasco και στην υπόθεση Naranjo Arjona κ.λπ. επρόκειτο για το Tribunal Superior de Justicia della Comunidad de Extremadura, Cαceres.
(5) - Το κανονιστικό πλαίσιο και η σχετική νομολογία εκτίθενται αναλυτικότερα στις προτάσεις μου της 20ής Ιουνίου 1996 στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1 υπόθεση Lafuente Nieto (Συλλογή 1996, σ. I-4190, ειδικότερα στα σημεία 4 και 11 έως 18), και της 17ης Ιουνίου 1997, στην επίσης προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1 υπόθεση Naranjo Arjona κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-5503, ειδικότερα στα σημεία 6 έως 12, 19 έως 22, 27 και 28).
(6) - Οι οποίες αφορούν την κατώτατη ηλικία συνταξιοδοτήσεως (γενικώς το 65ο έτος) και την ελάχιστη περίοδο εισφορών του δικαιούχου (15 έτη, εκ των οποίων τουλάχιστον τα 2 περιλαμβάνοναι στα 8 έτη που προηγούνται αμέσως της κτήσεως του δικαιώματος παροχής).
(7) - Στο πλαίσιο του γενικού ισπανικού συστήματος, η βάση εισφοράς για τους καλούμενους κοινούς κινδύνους, βάσει της οποίας υπολογίζεται το μερίδιο εισφοράς του εργοδότη και το μερίδιο εισφοράς του εργαζομένου δια της εφαρμογής ποσοστών που καθορίζονται ετησίως από την Κυβέρνηση (για το 1997 τα ποσοστά αυτά ήταν αντιστοίχως 23,6 % και 4,7 %), αποτελείται από τη συνολική αμοιβή (οποιασδήποτε μορφής ή ονομασίας) που δικαιούται ο μισθωτός (ή πράγματι εισπράττει αν αυτή υπερβαίνει το εφαρμοστέο ανώτατο όριο) κατά τη διάρκεια του μήνα αναφοράς. Τα ποσά που εισπράττονται κατά περιόδους μεγαλύτερες του μήνα κατανέμονται μεταξύ των 12 μηνών του έτους [Real Decreto Legislativo 1/1994, de 20 de junio, por el que se aprueba el texto refundido de la Ley General de la Seguridad Social, άρθρα 105, παράγραφος 2, και 109, παράγραφος 1 (Boletνn Oficial del Estado της 29ης Ιουνίου 1994, αριθ. 154, σ. 20658), και Real Decreto 2064/1995, de 22 de diciembre, por el que se aprueba el Regolamento General sobre Cotizaciσn y Liquidaciσn de otros Derechos de la Seguridad Social, άρθρο 8 και 23 (BOE της 25ης Ιανουαρίου 1996, αριθ. 22, σ. 2295)]. Προσφάτως ο τομέας αυτός αποτέλεσε αντικείμενο νομοθετικής μεταρρυθμίσεως, η οποία όμως δεν ενδιαφέρει τις παρούσες προτάσεις (βλ. Ley 24/1997, de 15 de julio, de Consolidaciσn y Racionalizaciσn del Sistema de Seguridad Social (BOE της 16ης Ιουλίου 1997, αριθ. 169, σ. 21781), Real Decreto 1426/1997, de 15 de septiembre, por el que se modifican determinados artίculos de los Reglamentos Generales de Recaudaciσn de los recursos del sistema de la Seguridad Social y sobre Cotizaciσn y Liquidacion de otros recursos de la Seguridad Social (BOE της 30ής Σεπτεμβρίου 1997, αριθ. 234, σ. 28443), και Real Decreto 1647/1997, del 31 de octubre, por el que se desarrollan determinados aspectos de la Ley 24/1997, de 15 de julio, de Consolidaciσn y Racionalizaciσn del Sistema de Seguridad Social (BOE της 13ης Νοεμβρίου 1997, αριθ. 272, σ. 33156)].
(8) - Ο διαιρέτης αυτός αντιστοιχεί στο γινόμενο του πολλαπλασιασμού του αριθμού των ετών που περιλαμβάνονται στη νόμιμη περίοδο αναφοράς (8) επί τον συντελεστή 14, ο οποίος αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων μισθών ανά έτος.
(9) - Βλ. Ley 26/1985, de 31 de julio, de medidas urgentes para la racionalizaciσn de la estructura de la acciσn protectora de la Seguridad Social, article 3 (BOE της 1ης Αυγούστου 1985, αριθ. 183, σ. 1907)· η διάταξη αυτή επανελήφθη κατόπιν, με ελαφρές τυπικές τροποποιήσεις, στα άρθρα 140, παράγραφος 4, 162, παράγραφος 1, και 163 του Texto Refundido de la Ley General de la Seguridad Social (που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 7). Στο προϋσχύσαν του Ley 26/1985 σύστημα επέλεγε, αντιθέτως, ο εργαζόμενος, εντός της περιόδου των 7 ετών πριν από την επέλευση του κινδύνου, μια συνεχή περίοδο 24 μηνών· η βάση υπολογισμού της παροχής προέκυπτε, κατόπιν, διαιρουμένου δια του 28 του ποσού των βάσεων εισφοράς του ενδιαφερομένου κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου [βλ. Decreto 1646/1972, de 23 de junio, para la aplicaciσn de la Ley 24/1972, de 21 de junio, en materia de prestaciones del Rιgimen General de la Seguridad Social, παράγραφος 7, παράγραφος 1 (BOE της 28ης Ιουνίου 1972)].
(10) - Βλ. τον πλήρη κατάλογο αυτών των συμβάσεων (ενημερωμένο μέχρι τις 12 Μαρτίου 1997), στο Memento prαctico Social 1997. Derecho laboral, seguridad social, Μαδρίτη, 1997, σ. 418 και 419.
(11) - Βλ. BOE της 28ης Οκτωβρίου 1977, αριθ. 258, σ. 2295, και Bundesgesetzblatt 1977 II, σ. 687.
(12) - Βλ. κατωτέρω, υποσημειώσεις 13 και 14, και τα σχετικά εδάφια. Το άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο b, της convenio, στο οποίο γίνεται παραπομπή ορίζει, στο πρωτότυπο: «Cuando todo o parte del perίodo de cotizaciσn elegido por el solicitante para el cαlculo de su base reguladora de prestaciones se hubiera cumplido en la Repϊblica Federal, el Organismo competente espaρol determinarα dicha base reguladora sobre las bases de cotizaciσn vigentes en Espaρa, durante dicho perνodo o fracciσn, para los trabajadores de la misma categorνa profesional que la persona interesada.» Το γεγονός ότι η παρατεθείσα διάταξη επιτρέπει στον εργαζόμενο να επιλέξει την περίοδο εισφοράς για τον υπολογισμό της βάσεως υπολογισμού της εισφοράς του - δυνατότητα επιλογής την οποία δεν προβλέπει η σχετική ισπανική νομοθεσία - πρέπει επίσης να ενταχθεί στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που ίσχυε στην Ισπανία κατά τη σύναψη της convenio (βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 9).
(13) - Βλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 1973, 82/72, Walder (Συλλογή τόμος 1973, σ. 599, σκέψεις 6 και 7).
(14) - Εξαιρουμένων - καθόσον αφορά τις παρούσες προτάσεις - «των διατάξεων των συμβάσεων κοινωνικής ασφαλίσεως που δεν θίγει ο παρών κανονισμός», στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 7 του κανονισμού, στις οποίες περιλαμβάνονται οι ειδικές διατάξεις συμβάσεων κοινωνικής ασφαλίσεως οι οποίες «εξακολουθούν να ισχύουν κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 6» διότι απετέλεσαν αντικείμενο ρητής επιφυλάξεως, αναφερόμενες στο παράρτημα III του ιδίου κανονισμού (βλ. άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο γγ).
(15) - Το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού, διατάξη η οποία εφαρμόζεται σε περίπτωση κατά την οποία οι προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία κράτους μέλους για την κτήση του δικαιώματος επί παροχών μπορούν να πληρωθούν μόνον εφόσον εφαρμοστεί το προαναφερθέν άρθρο 45, προβλέπει τα ακόλουθα: «α) ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής, την οποία θα ηδύνατο να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, αν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί ο μισθωτός ή μη μισθωτός είχαν πραγματοποιηθεί στο σχετικό κράτος μέλος και υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον εν λόγω φορέα κατά την ημερομηνία εκκαθαρίσεως της παροχής. Αν, κατά τη νομοθεσία αυτή, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο της διάρκειας των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν, το ποσό αυτό λαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στην παρούσα περίπτωση».
(16) - Βλ. άρθρο 26 και παράρτημα I, κεφάλαιο VIII, της Πράξεως Προσχωρήσεως, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 2.
(17) - Κατά το Δικαστήριο, οι νέες διατάξεις που προστέθηκαν στο κανονισμό 1248/92, παράρτημα VI, Δ, σημείο 4, περιορίζονται να διευκρινίσουν το περιεχόμενο του άρθρου 47, παράγραφος 1, στοιχείο ζζ, χωρίς πάντως να τροποποιούν το περιεχόμενό του και «αποσκοπώντας απλώς στη διασφάλιση του συμβιβαστού με τις αρχές του άρθρου 51 της Συνθήκης» [βλ. απόφάσεις Lafuente Nieto (σκέψη 42), και Naranjo Arjona κ.λπ. (σκέψη 24), προαναφερθείσες στην υποσημείωση 1]. Η ανάγκη διευκρινίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής του άρθρου 47 του κανονισμού για το Βασίλειο της Ισπανίας ρητώς, εξάλλου, αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1248/92 (βλ. τριακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη). Πρέπει να σημειωθεί ότι το στοιχείο ββ του σημείου 4 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1223/98 του Συμβουλίου, της 4ης Ιουνίου 1998, για την τροποποίηση του κανονισμού 1408/71 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 περί λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ L 168, σ. 1· βλ. κατωτέρω, σημείο 21).
(18) - Ο Lafuente Nieto είχε εργαστεί ως μισθωτός στην Ισπανία (μέχρι το 1969), κατόπιν δε στη Γερμανία (μέχρι τον Ιούλιο του 1990), όπου περιήλθε σε πλήρη και μόνιμη ανικανότητα προς εργασία. Ο καθού φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως καθόρισε το ποσό της επίμαχης συντάξεως εφαρμόζοντας τον κανόνα υπολογισμού των ελαχίστων βάσεων εισφοράς για τα έτη κατά τη διάρκεια των οποίων ο αιτών είχε εργαστεί και είχε καταβάλει εισφορές στη Γερμανία (δηλαδή για όλη την περίοδο αναφοράς που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της βάσεως εισφοράς), κρίνοντας ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν υπήρχε υποχρέωση καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως (βλ. ανωτέρω, σημείο 3). Αντιθέτως, κατά την άποψη του Lafuente Nieto, το ποσό που λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό της ισπανικής συντάξεως έπρεπε να λαμβάνει υπόψη τις βάσεις εισφοράς που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των εισφορών που καταβάλλονται στη Γερμανία κατά την αμέσως προηγούμενη της επελεύσεως της αναπηρίας περίοδο, χωρίς πάντως οι βάσεις αυτές εισφοράς να μπορούν να υπερβούν το εφαρμοζόμενο κατά τη διάρκεια της αυτής περιόδου ανώτατο όριο στην Ισπανία, και υπολογιζομένης της ελάχιστης βάσεως εισφοράς μόνο για τους μήνες κατά τους οποίους δεν είχε καταβάλει εισφορές στη Γερμανία. Παρεμπιπτόντως, παρατηρείται ότι το γεγονός ότι η επίμαχη παροχή στην υπόθεση Lafuente Nieto διέφερε από την εξεταζόμενη στην παρούσα διαφορά παροχή (ισπανική σύνταξη γήρατος) δεν μειώνει τη σημασία αυτής της υποθέσεως για την παρούσα υπόθεση. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 1, του κανονισμού, εφαρμόζονται κατ' αναλογία στους πληγέντες από αναπηρία εργαζομένους οι οποίοι - ακριβώς όπως ο Lafuente Nieto - υπήχθησαν διαδοχικώς στις νομοθεσίες δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, εκ των οποίων η μία τουλάχιστον στηρίζεται σε σύστημα διανεμητικού τύπου (όπως το ισπανικό σύστημα) οι διατάξεις του τίτλου III, κεφάλαιο 3, του κανονισμού, περί ειδικών διατάξεων για τις συντάξεις γήρατος και θανάτου.
(19) - Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα του αιτούντος κατά το οποίο το σύστημα υπολογισμού των παροχών αναπηρίας που προβλέπει ο ισπανικός νόμος εμπίπτει στο άρθρο 47, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία, βάσει της εθνικής νομοθεσίας: i) ο υπολογισμός των παροχών στηρίζεται στο ποσό των κερδών, εισφορών ή προσαυξήσεων και ii) οι περίοδοι ασφαλίσεως και κατοικίας που διανύθηκαν σε άλλο κράτος μέλος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό. Όπως ορθώς υπογράμμισε το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως ο υπολογισμός των παροχών δεν στηρίζεται στο πραγματικό ποσό των απολαβών, των εισφορών ή των προσαυξήσεων που έχουν καταβληθεί κατά τη διάρκεια του συνόλου των διανυθεισών περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας (βλ. απόφαση Lafuente Nieto, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 21). Το Δικαστήριο έκρινε, εξάλλου, αβάσιμο το επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή κατά το οποίο οι κανόνες του στοιχείου εε του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού δεν εφαρμόζονται στην ισπανική νομοθεσία. Η Επιτροπή είχε υπογραμμίσει ότι η εν λόγω διάταξη προβλέπει ειδικούς κανόνες που ισχύουν μόνο στις περιπτώσεις που ρητώς αναφέρει, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως να μην εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές (βλ. απόφαση της 29ης Νομεβρίου 1984, 181/83, Weber, Συλλογή 1984, σ. 4007)· εξάλλου, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-406/93, Reichling (Συλλογή 1994, σ. I-4061), το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του κανονισμού (βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 13) επιβάλλει κατά τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού της παροχής να λαμβάνεται υπόψη η αμοιβή που ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά τον χρόνο επελεύσεως του κινδύνου σε ένα άλλο κράτος μέλος. Αποφαινόμενο κατά την αντίθετη έννοια, το Δικαστήριο παρατήρησε, αφενός, ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες προστέθηκε ο κανόνας αυτός στον κανονισμό «δείχνουν ότι αυτός αφορά ακριβώς ένα σύστημα υπολογισμού των παροχών αναπηρίας όπως αυτό που προβλέπει η ισπανική νομοθεσία, η οποία ορίζει πράγματι ότι ο υπολογισμός των παροχών βασίζεται σε έναν μέσον όρο εισφορών, εκτός αν προβλέπεται εξαίρεση» (όπ.π., σκέψη 23). Αφετέρου, το Δικαστήριο υπενθύμισε τις προσθήκες που έγιναν στο παραρτημα VI του κανονισμού με τον κανονισμό 1248/92 (βλ. ανωτέρω, σημείο 9), έστω και αν αυτό τέθηκε σε ισχύ σε χρόνο μεταγενέστερο των πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να θεμελιώσει την άποψη ότι οι κανόνες της παραγράφου 1 του άρθρου 47 «η οποία αφορά ακριβώς τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού της παροχής, περιλαμβάνει κανόνες που αφορούν την ισπανική νομοθεσία» (όπ.π., σκέψη 28).
(20) - Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 18.
(21) - Όπως υπογράμμισα στις προτάσεις μου της 17ης Ιουνίου 1997 (προαναφερθείσες στην υποσημείωση 5, σημείο 22): «επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη οι μισθολογικές διαφορές που υπάρχουν ακόμη μεταξύ των κρατών μελών (και επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ της Ισπανίας και της Γερμανίας). Το άρθρο 47, παράγραφος 1, στοιχείο εε (νυν στοιχείο ζζ), δεν μπορεί επομένως να ερμηνευθεί κατά τρόπον ώστε, όταν πρόκειται να γίνει αναγωγή της ασφαλιστικής παροχής προς την εισοδηματική ικανότητα του εργαζομένου κατά την αμέσως προηγούμενη της αιτίας που προκάλεσε την αναπηρία περίοδο, το θεωρητικό ποσό να υπολογίζεται σε συνάρτηση με τις βάσεις καταβολής εισφοράς του ενδιαφερομένου κατά τους 96 τελευταίους μήνες της δραστηριότητάς του, ιδίως αν αυτή ασκήθηκε σε άλλο κράτος μέλος όπου ο μισθός είναι υψηλότερος απ' ό,τι στη χώρα καταγωγής. Με τη συλλογιστική αυτή ευνοείται ακριβώς ο διακινούμενος εργαζόμενος σε σχέση με τον μη διακινούμενο εργαζόμενο».
(22) - Με διαφορετική διατύπωση και σύμφωνα με τη λύση που είχα προτείνει με τις προτάσεις μου της 20ής Ιουνίου 1996 (προαναφερθείσες στην υποσημείωση 5), στη σκέψη 40 της αποφάσεως τονίζεται ότι: «το ποσό των εισφορών που έχουν καταβληθεί δυνάμει της οικείας νομοθεσίας (...) πρέπει να προσαρμόζεται και να επανεκτιμάται, ώστε να αντιστοιχεί προς εκείνο το οποίο θα είχε καταβάλει πράγματι ο ενδιαφερόμενος, αν είχε συνεχίσει να ασκεί υπό τις ίδιες προϋποθέσεις τη δραστηριότητά του εντός του οικείου κράτους μέλους» (η υπογράμμιση δική μου). Η αρχή αυτή πρέπει να συνδυαστεί με εκείνη της σκέψεως 39, κατά την οποία προκειμένου να διασφαλιστεί ώστε ένας διακινούμενος εργαζόμενος, ο οποίος βρίσκεται σε κατάσταση ανάλογη προς εκείνη του Lafuente Nieto, να λαμβάνει κοινωνική παροχή ύψους όχι κατώτερη από εκείνη που θα ελάμβανε αν δεν είχε μεταναστεύσει, ο μέσος όρος εισφορών «πρέπει να είναι ο ίδιος (...) με εκείνον που θα ίσχυε για τον ενδιαφερόμενο εάν είχε διατηρήσει την υποχρέωση καταβολής εισφορών κατά την οικεία νομοθεσία».
(23) - Sala 4a, Ar 2560.
(24) - Βλ. την εγκύκλιο της 20ής Ιουλίου 1992 του INSS (που αναφέρεται από τον Descentado Bonete, A. στο : «La Seguridad Social de los trabajadores migrantes de la Uniσn Europea en la unificaciσn de doctrina» στο έργο Noticias de la Uniσn Europea, αριθ. 157, 1998, σ. 95, υποσημείωση 26), με την οποία ο οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως καθόρισε τις μηνιαίες βάσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την περίοδο μεταξύ 1936 και Ιουνίου 1963, αντί των ιστορικών βάσεων των ενδιαφερομένων ως προς τις οποίες δεν υφίστανται πλέον αποδείξεις και δι' αναφοράς στις περιόδους καταβολής εισφορών κατά τις οποίες το οικείο σύστημα προέβλεπε βάσεις ή μερίδια διαφορετικής φύσεως από τις ισχύουσες σήμερα. Το περιεχόμενο αυτής της εγκυκλίου (αντίγραφο της οποίας έχει επισυνάψει ο προσφεύγων της κύριας δίκης στις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο) μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια των όσων ισχυρίζεται η Ισπανική Κυβέρνηση στις γραπτές απαντήσεις που έδωσε στις 10 Ιουνίου 1998 σε ένα από τα συγκεκριμένα ερωτήματα που της απηύθυνε το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 21, δεύτερο εδάφιο, του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου (las bases de cotizaciσn reales de los trabajadores se conocen siempre, aϊn cuando correspondan a perνodos muy lejanos).
(25) - Όπως υπογραμμίζει η Ισπανικη Κυβέρνηση στις γραπτές απαντήσεις της (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 24), καθώς και το αιτούν δικαστήριο, κατά την περίοδο μεταξύ 1944 και 1958, η οποία χαρακτηρίζεται από αυστηρή εισοδηματική πολιτική που δεν άφηνε κανένα περιθώριο στη συμβατική αυτονομία των κοινωνικών εταίρων, οι κοινωνικές εισφορές συνέπιπταν με τους καθοριζόμενους δια νόμου μισθούς, ανά κλάδο δραστηριότητας και ανά επαγγελματική κατηγορία. Μεταγενέστερα, μετά τη θέσπιση του Ley de Convenios Colectivos κατά τον Απρίλιο του 1958, η αντιστοιχία μεταξύ των πραγματικών μισθών και των εισφορών παύει να υφίσταται, καθόσον οι μεν μισθοί μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο αυξήσεων χορηγουμένων βάσει συλλογικής συμβάσεως, οι δε εισφορές εξακολουθούσαν να συνδέονται με τους δια νόμου καθοριζόμενους ελάχιστους μισθούς. Με τη μεταρρύθμιση του 1963, η οποία θέσπισε το σύστημα του κατώτερου διεπαγγελματικού μισθού, ο Ισπανός νομοθέτης - για να ανακόψει τη σταδιακή επιδείνωση της παρεχόμενης κοινωνικής προστασίας, την προκύπτουσα από τη διαφορά μεταξύ των πραγματικών μισθών και των μισθών που ελαμβάνοντο υπόψη για τον υπολογισμό των εισφορών - προέβλεψε ομοιόμορφες σταθερές βάσεις για κάθε επαγγελματική κατηγορία, «ανεξάρτητες» από την πραγματική αμοιβή του εργαζομένου και υποκείμενες σε περιοδική αναθεώρηση. Το 1972 θεσπίστηκε ένα μικτό σύστημα σταθερών βάσεων και ατομικών συμπληρωματικών βάσεων (που αντιπροσωπεύουν ποσοστό των πρώτων), ώστε να καταστεί σταδιακώς δυνατός ο καθορισμος των εισφορών βάσει του πραγματικού μισθού. Μόλις το έτος 1979 εισήχθη στην ισπανική νομοθεσία το σημερινό σύστημα εισφορών που υπολογίζονται βάσει της πραγματικής συνολικής αμοιβής, και υπόκεινται σε κατώτατα και ανώτατα όρια. Βλ. επίσης Olea M. A. και Tortuero Plaza, J. L.: Instituciones de Seguridad Social, Μαδρίτη, 1992 (13η έκδοση αναθεωρημένη), σ. 449 και 450.
(26) - Βλ. Desdentado Bonete (όπ.π., υποσημείωση 24), σ. 95, υποσημείωση 29 (με παραπομπές στο Villa, L. E., και Desdentado Bonete, A.: Informe sobre la reforma del sistema espaρol de la Seguridad Social, Μαδρίτη, 1983, σ. 94 έως 98). Σημειώνω με την ευκαιρία ότι ο συγγραφέας είναι ο δικαστής του Tribunal Supremo που συνέταξε τη διάταξη παραπομπής στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης.
(27) - Ο Ley 26/1985 ορίζει : «Las pensiones que se causen con aplicaciσn de las modificaciones introducidas en la presente Ley, serαn revalorizadas al comienzo de cada aρo, de acuerdo con el Indice de Precios al Consumo previsto para dicho aρo» (άρθρο 4)· πάντως «[l]as desviaciones que pudieran produrcirse, sobre las previsiones de inflaciσn para cada aρo ... serαn tenidas en cuenta en el aρo siguiente para mejorar todas las pensiones del sistema que sean inferiores al salario mνnimo interprofesional» (πέμπτη πρόσθετη διάταξη). Όσον αφορά την περιοδικότητα των αναπροσαρμογών των συντάξεων, οι οποίες καθορίζονται με σrdenes ministeriales από το 1956, έπειτα από διάστημα οκτώ ετών που μεσολάβησε μέχρι τη δεύτερη αναπροσαρμογή (το 1964) έγινε διετής κατά την περίοδο 1964 έως 1970, και ετήσια στη συνέχεια (εκτός από τα έτη 1976 και 1978, κατά τα οποία η αναπροασαρμογή ήταν εξαμηνιαία): βλ. Desdentado Bonete, A., Fernαndez-, B. και Gonzαlez-Sancho Lσpez, E.: La reforma de las pensiones de la Seguridad Social, Μαδρίτη, 1986, σ. 128.
(28) - Πάντως, κατόπιν της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 1248/92 του Συμβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3), η προαναφερθείσα διάταξη του στοιχείου εε του άρθρου 47, παράγραφος 1, κατέστη στοιχείο ζζ της αυτής παραγράφου, χωρίς τροποποιήσεις.
(29) - Ελεύθερη μετάφραση (όπως και των άλλων χωρίων που παρατίθενται στις προτάσεις μου).
(30) - Βλ. ιδίως, την προαναφερθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 23 απόφαση, και το σχετικό απόσπασμα του κειμένου.
(31) - Οι προσφεύγοντες στην υπόθεση Naranjo Arjona κ.λπ. ήταν όλοι Ισπανοί υπήκοοι οι οποίοι, αφού εργάστηκαν ως μισθωτοί στην Ισπανία επί ορισμένα έτη, μετανάστευσαν στη Γερμανία, όπου ολοκλήρωσαν τη σταδιοδρομία τους. Επειδή οι εργαζόμενοι αυτοί είχαν ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, συντασσόμενο στο σημείο αυτό με τις προτάσεις μου της 17ης Ιουνίου 1997 (προαναφερθείσες στην υποσημείωση 5, σημείο 32), ότι οι εργαζόμενοι που βρίσκονται σε κατάσταση ανάλογη προς εκείνη των Naranjo Arjona και Vicente Mateos, καθώς και της Garcνa Lαzaro, υπόκεινται στις αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Rφnfeldt και Thιvenon (βλ. αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-227/89, Συλλογή 1991, σ. I-323, και της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-475/93, Συλλογή 1995, σ. I-3813). Κατά τη νομολογία αυτή, το κοινοτικό καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατά τρόπο που μειώνει τις παροχές που δικαιούται διακινούμενος εργαζόμενος βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, διότι, αν συνέβαινε αυτό, θα επλήττετο ο σκοπός των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Η ίδια αρχή ισχύει και ως προς τις παροχές που απορρέουν ενδεχομένως από διμερείς ή πολυμερείς συμβάσεις μεταξύ κρατών μελών, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στην εθνική τους νομοθεσία, εφόσον ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος άσκησε το δικαίωμά του για ελεύθερη κυκλοφορία σε χρόνο προγενέστερο εκείνου κατά τον οποίο η κοινοτική νομοθεσία άρχισε να εφαρμόζεται σε όλα τα υπογράψαντα την οικεία σύμβαση κράτη μέλη στα οποία συμπλήρωσε περιόδους εισφοράς. Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της convenio (βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 12), να έχει ως αποτέλεσμα ευνοϋκότερη μεταχείριση των αιτούντων από εκείνη που θα προέκυπτε αν εφαρμοζόταν ο κανονισμός, και έκρινε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν αυτό συμβαίνει.
(32) - Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1994, C-12/93, Drake (Συλλογή 1994, σ. I-4337, σκέψη 22).
(33) - Βλ. απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1980, 69/79, Jordens-Vosters (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 47, σκέψη 11).
(34) - Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, 41/84, Pinna (Συλλογή 1986, σ. 1, σκέψη 23).
(35) - Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1980, 810/79, άberschδr (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 43, σκέψη 16). Βλ. επίσης την πρόσφατη απόφαση της 30ής Ιουνίου 1998, C-394/96, Brown (Συλλογή 1998, σ. I-4185, σκέψη 30), στον τομέα της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών.
(36) - Βλ. Desdentado Bonete (όπ.π., υποσημείωση 24), σ. 91, υποσημείωση 11.
(37) - Βλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 1988, 20/85, Roviello (Συλλογή 1988, σ. 2805, σκέψη 16).
(38) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 25, και το σχετικό τμήμα της διατάξεως.
(39) - Βλ. Desdentado Bonete (όπ.π., υποσημείωση 24), σ. 95.
(40) - Φυσικά δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αντικειμενικά και αξιόπιστα τα προς «αντικατάσταση» στοιχεία που καθόρισε το 1992 το INSS με την προαναφερθείσα εγκύκλιό του (βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 24).
(41) - Για παράδειγμα, στις προαναφερθείσες γραπτές απαντήσεις της Ισπανικής Κυβερνήσεως (βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 24) γίνεται αναφορά στο ατομικό βιβλιάριο εργασίας (cartilla del trabajador), που όφειλαν να συμπληρώνουν και να ενημερώνουν οι εργαζόμενοι προκειμένου να αποδείξουν σε ποια επαγγελματική κατηγορία ανήκαν (και, κατά συνέπεια, πριν το 1963 την αντίστοιχη ενιαία βάση εισφοράς). Στο βιβλιάριο αυτό έπρεπε να σημειώνονται χρονολογικώς οι εργοδότες και η επαγγελματική κατηγορία του εργαζομένου για κάθε διαδοχική του απασχόληση. Σε περίπτωση απώλειας της cartilla, οι ισπανικοί φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως δεχόταν οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως τα δελτία μισθοδοσίας ή το δελτίο καταβολής μισθού. Τέλος, όσον αφορά τον καθορισμό των σταθερών ανά κατηγορία βάσεων εισφοράς που θέσπισε ο νομοθέτης το 1963, οι ισπανικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι βάσεις αυτές δημοσιεύονταν ετησίως στο BOE.
(42) - Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 22.
(43) - Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1980, 733/79, Laterza (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 291, σκέψη 8), και της 7ης Ιουλίου 1994, C-146/93, McLachlan (Συλλογή 1994, σ. I-3229, σκέψη 29).
(44) - Βλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 313/86, Lenoir (Συλλογή 1988, σ. 5391, σκέψη 13).
(45) - Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε να σημειωθεί ότι η χρηματοδότηση της ισπανικής κοινωνικής ασφαλίσεως μέσω του γενικού φορολογικού συστήματος, το οποίο κατά το έτος 1990 απέβλεπε στην κάλυψη του 30 % περίπου των δαπανών κοινωνικής ασφαλίσεως (έναντι 4 % για το έτος 1976), χρησιμοποιήθηκε μετά το 1986 κυρίως για την κάλυψη του κόστους των ελαχίστων συντάξεων (των μη στηριζομένων σε εισφορές) και των παροχών που βαρύνουν την ασφάλιση υγείας (βλ. Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, Η κοινωνική ασφάλιση στην Ευρώπη, Λουξεμβούργο, 1994, σ. 28).
(46) - Κατ' εφαρμογήν τη γερμανικής νομοθεσίας, το ύψος της συντάξεως γήρατος (Altersrente) εξαρτάται από: i) την ατομική βάση υπολογισμού (δηλαδή τη σχέση μεταξύ του ετησίου εισοδήματος του ενδιαφερομένου και των μέσων αμοιβών του συνόλου των ασφαλισμένων κατά το έτος αναφοράς)· ii) τη γενική βάση υπολογισμού, την οποία καθορίζει ο νόμος βάσει του μέσου ετησίου εισοδήματος του συνόλου των ασφαλισμένων και η οποία προσαρμόζεται ετησίως προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι αυξήσεις μισθών· iii) τον αριθμό των ετησίων περιόδων ασφαλίσεως που συμπλήρωσε ο εργαζόμενος [περιλαμβανομένων των τυχόν περιόδων υποκαταστάσεως (Ersatzzeiten, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν υποχρεούται να καταβάλλει εισφορές, π.χ. κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του υπηρεσίας ή της ανατροφής τέκνων), καθώς και των τυχόν περιόδων διακοπής (Ausfallzeiten) και των συμπληρωματικών περιόδων (Zurechnungszeiten), κατά τις οποίες ο ασφαλισμένος ήταν ανίκανος ή αδυνατούσε να ασκήσει επαγγελματική δραστηριόητα], και iv) από έναν ορισμένο συντελεστή. Βλ. Pieters, D.: Social Security Law in the Fifteen Member States of the European Union, Antwerpen-Apeldoorn, 1997, σ. 118, και Administrative Commission of the European Communities on Social Security for Migrant Workers, Social security for migrant workers. Guide n.1 F.R. of Germany, Λουξεμβούργο, 1975, σ. 48 και 49.
(47) - Βλ. αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 1973, 41/72, Getreide-Import (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 343, σκέψη 5), και της 7ης Ιουλίου 1981, 158/80, Rewe (Συλλογή 1981, σ. 1805, σκέψεις 19 έως 27). Διατυπώθηκε η παρατήρηση ότι η λύση αυτή δικαιολογείται από τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως που έχει η τήρηση της αρχής της ισότητας, πράγμα που σημαίνει ότι το Δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως να εξετάσει άλλα τυχόν στοιχεία δυνάμενα να επηρεάσουν το κύρος της επίμαχης πράξεως έστω και βάσει μόνον των εγγράφων της δικογραφίας [βλ. Boulois, J.: «Apprιciation de validitι (Renvoi en)» στο Gavalda, C. και Kovar, R.: (υπό τη διεύθυνση), Rιpertoire de droit communautaire Dalloz, Παρίσι, 1992 - έκδοση κινητών φύλλων (Απρίλιος 1992), τόμος I, παράγραφος 52]. Το Δικαστήριο υπογράμμισε επίσης ότι, «όταν καθίσταται εμφανές ότι το αληθές αντικείμενο των υποβληθέντων από ένα εθνικό δικαστήριο ερωτημάτων αναφέρεται στο κύρος παρά στην ερμηνεία κοινοτικών πράξεων, το Δικαστήριο έχει καθήκον να πληροφορήσει αμέσως επ' αυτού το εν λόγω εθνικό δικαστήριο χωρίς να το υποχρεώσει σε καθαρά παρελκυστική τυπικότητα, η οποία δεν συμβιβάζεται με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των μηχανισμών που έχει εισαγάγει το άρθρο 177. Αν μια τέτοια αυστηρή τυπικότητα μπορεί να νοηθεί στο πλαίσιο στηριζομένων στην επιμέλεια των διαδίκων δικαστικών διαδικασιών στο πλαίσιο των οποίων τα αμοιβαία δικαιώματα των διαδίκων πρέπει να υπόκεινται σε αυστηρούς κανόνες, δεν συμβαίνει το ίδιο στο εντελώς ιδιαίτερο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 177, στο πλαίσιο της οποίας το εθνικό δικαστήριο και το Δικαστήριο, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, καλούνται να συμβάλουν άμεσα και αμοιβαία στην προετοιμασία μιας αποφάσεως προκειμένου να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στο σύνολο των κρατών μελών» (βλ. απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965, 16/65, Schwarze, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 191)· βλ. επίσης απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980, 145/79, Roquette Frθres, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 153, σκέψη 7). Το Δικαστήριο δηλαδή δεν δίσταζε να κρίνει αυτεπαγγέλτως ανίσχυρη πράξη της οποίας είχε ζητηθεί μόνον η ερμηνεία (βλ. απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1977, 62/76, Strehl, Συλλογή τόμος 1977, σ. 69, σκέψεις 10 έως 18).
(48) - Βλ. αποφάσεις Lafuente Nieto, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψεις 41 και 42, και Naranjo Arjona κ.λπ., επίσης προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψεις 23 και 24.
(49) - Βλ. κανονισμό 1223/98 (προαναφερθέντα στην υποσημείωση 17), όγδοη αιτιολογική σκέψη.
(50) - Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 17.
(51) - Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 31.
(52) - Βλ. απόφαση Naranjo Arjona κ.λπ., προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 29.
Full & Egal Universal Law Academy