Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με τα δεκατέσσερα ερωτήματα των οποίων έχετε επιληφθεί (1), το Corte suprema di cassazione ζητεί να διευκρινίσετε τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 17 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978 (2) (στο εξής: Σύμβαση), σε σχέση με τις συνήθειες του διεθνούς εμπορίου, προκειμένου να εκτιμηθεί το κύρος ρήτρας περί απονομής δικαιοδοσίας που παρατίθεται στην εμπρόσθια όψη φορτωτικής (3), αλλ' υπογράφεται μόνο στην οπίσθια όψη.
Νομικό πλαίσιο
2 Στο πλαίσιο του ενοποιημένου συστήματος καθορισμού των αρμοδίων δικαστηρίων του τίτλου ΙΙ της Συμβάσεως, το άρθρο 17 προβλέπει αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου του συμβαλλομένου κράτους, στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο αντίδικος, κατά παρέκκλιση τόσο της κατ' αρχήν γενικής διατάξεως περί διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 2, όσο και των ειδικών δωσιδικιών των άρθρων 5 και 6. Όπως κρίνετε παγίως, «οι διατάξεις του άρθρου 17 της Συμβάσεως, καθόσον αποκλείουν τόσο τη διεθνή δικαιοδοσία που καθορίζεται από τη γενική αρχή της δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 2, όσο και τις ειδικές δωσιδικίες των άρθρων 5 και 6, πρέπει να ερμηνεύονται στενά όσον αφορά τις προβλεπόμενες στις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις» (4).
3 Εμπίπτοντας στο τμήμα 6 σχετικά με την «παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας», το οποίο προβλέπει επίσης, στο άρθρο 18, τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου παρίσταται ο εναγόμενος, το άρθρο 17 παρέχει τη δυνατότητα στους διαδίκους, ο ένας τουλάχιστον από τους οποίους έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους, να εκλάβουν, εκδηλώνοντας απλώς και μόνο τη βούλησή τους, ως αρμόδιο το δικαστήριο συμβαλλομένου κράτους το οποίο κατά κανόνα είναι αναρμόδιο.
4 Το επίδικο άρθρο 17 «είναι προφανώς η διάταξη της Συμβάσεως που υπέστη τις περισσότερες τροποποιήσεις επ' ευκαιρία των διαδοχικών προσχωρήσεων των νέων κρατών» (5). Κατόπιν αυτού, θεωρώ χρήσιμο να υπενθυμίσω εν συντομία την εξέλιξη της εν λόγω διατάξεως.
5 Αρχικώς, η εν λόγω διάταξη ήταν διατυπωμένη ως εξής:
«Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους, συμφώνησαν, είτε εγγράφως είτε προφορικώς με γραπτή επιβεβαίωση, ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια συμβαλλομένου κράτους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία.»
6 Με την έγκριση της Συμβάσεως Προσχωρήσεως του 1978, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, ειδικότερα, ότι οι συμφωνίες που απονέμουν διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει της lex fori μπορούν να συνάπτονται υπό έναν τρίτο τύπο: δίπλα στη μνεία γραπτής συμφωνίας ή προφορικής μεν, αλλ' επιβεβαιωμένης εγγράφως, προστίθεται η μνεία των συνηθειών του διεθνούς εμπορίου. Η εκδοχή αυτή, η οποία αποτελεί αντικείμενο της παρούσας προδικαστικής παραπομπής, έχει ως εξής:
«Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια συμβαλλομένου κράτους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτιστεί είτε εγγράφως είτε προφορικώς με γραπτή επιβεβαίωση, είτε, στο διεθνές εμπόριο, υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες που τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν. Όταν μια τέτοια συμφωνία καταρτίζεται από μέρη εκ των οποίων κανένα δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους, τα δικαστήρια των άλλων συμβαλλομένων κρατών δεν μπορούν να δικάσουν τη διαφορά, εφόσον το ή τα υποδειχθέντα δικαστήρια δεν έχουν διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας τους» (6).
7 Τέλος, υπενθυμίζω την πλέον πρόσφατη διατύπωση του άρθρου 17, όπως προκύπτει από τη σύμβαση του San Sebastiαn, της 26ης Μαου 1989 (7), η οποία διευκρινίζει τη φύση της συνηθείας προς την οποία πρέπει να συνάδει ο τύπος της ρήτρας και καθιερώνει, ιδίως, τέταρτο τύπο, δυνάμενο να υιοθετηθεί από τους συμβαλλομένους, προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη η «πρακτική» που ακολουθούν οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις:
«Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια συμβαλλομένου κράτους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτίζεται:
α) είτε εγγράφως είτε προφορικώς με γραπτή επιβεβαίωση·
β) είτε υπό τύπο ανταποκρινόμενο στην πρακτική που έχουν καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις·
γ) είτε, στο διεθνές εμπόριο, υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ' αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλομένους σε συμβάσεις, του είδους για το οποίο πρόκειται, στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα.
(...)» (8).
Πραγματικά περιστατικά
8 Τα ερωτήματα των οποίων έχετε επιληφθεί εκπορεύονται από τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.
9 Ποσότητες φρούτων φορτώθηκαν, με βάση 22 φορτωτικές που εκδόθηκαν στο Μπουένος Άιρες στις 14 Μαρτίου 1987, από διαφόρους Αργεντινούς φορτωτές επί πλοίου της εφοπλιστρίας Lauritzen Reefers A/S, η έδρα της οποίας βρίσκεται στην Κοπεγχάγη, προκειμένου να μεταφερθούν στη Savone (Ιταλία), όπου έπρεπε να παραδοθούν στην εταιρία Trasporti Castelletti Spedizioni Internazionali SpA (στο εξής: Castelletti ή αναιρεσείουσα της κύριας δίκης).
10 Κατόπιν των δυσχερειών που ανέκυψαν κατά την εκφόρτωση των εμπορευμάτων, η Castelletti ενήγαγε ενώπιον του Tribunale di Genova τον επιφορτισμένο με τη φύλαξη του φορτίου πράκτορα του πλοίου και του Δανού μεταφορέα (9), ήτοι την SpA Hugo Trumpy (στο εξής: αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης), η έδρα της οποίας βρίσκεται στη Γένουα (Ιταλία), αξιώνοντας την καταβολή αποζημιώσεως.
11 Η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης προέβαλε ευθύς αμέσως την ένσταση ελλείψεως αρμοδιότητας του επιληφθέντος ιταλικού δικαστηρίου, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι το άρθρο 17 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, όπως ήταν διατυπωμένο με τη σύμβαση προσχωρήσεως του Λουξεμβούργου του 1978 και βάσει της ρήτρας 37 των φορτωτικών εγγράφων, καθιστούσε αρμόδιο δικαστήριο το High Court of Justice του Λονδίνου.
12 Η ρήτρα αυτή, συντεταγμένη στην αγγλική γλώσσα όπως και όλες οι φορτωτικές που την περιέχουν, και σε μικρότερα μεν αλλά ευανάγνωστα τυπογραφικά στοιχεία, μνημονεύεται τελευταία στην οπίσθια όψη του εντύπου εγγράφου. Έχει ως εξής: «The contract evidenced by this Bill of Lading shall be governed by English Law and any disputes thereunder shall be determined in England by the High Court of Justice in London according to English Law to the exclusion of the Courts of any other country» (10).
Στην εμπρόσθια όψη των φορτωτικών εγγράφων περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ένα τετραγωνίδιο που πρέπει να συμπληρώνεται με τις αφορώσες τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των προς φόρτωση εμπορευμάτων ενδείξεις, καθώς και ένδειξη, τυπωμένη με κεφαλαία παχύτερα και ευκρινέστερα τυπογραφικά στοιχεία από εκείνα των ρητρών, παραπέμπουσα στις παρατιθέμενες στην οπίσθια όψη προϋποθέσεις: «Continued on reverse side» (11). Κάτω από το τετραγωνίδιο αυτό τίθενται η ημερομηνία και ο τόπος εκδόσεως της φορτωτικής, καθώς και υπογραφή του μεταφορέα, ενώ εκείνη του αρχικού φορτωτή τίθεται ακριβώς κάτω από τις ενδείξεις που αφορούν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των προς φόρτωση εμπορευμάτων και δίπλα από την ένδειξη «above particulars declared by shipper» (12).
13 Το Tribunale δέχθηκε την ένσταση αναρμοδιότητας, κρίνοντας ότι η επίδικη ρήτρα ήταν έγκυρη μολονότι περιλαμβανόταν σε μη υπογεγραμμένο από τον φορτωτή έντυπο, εν όψει των συνηθειών του διεθνούς εμπορίου. Με απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1994 το Corte d'appello της Γένουας επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, αλλά με διαφορετικό σκεπτικό. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι η τεθείσα στην εμπρόσθια όψη της φορτωτικής υπογραφή του αρχικού φορτωτή σήμαινε την αποδοχή εκ μέρους της Castelletti όλων των ρητρών, συμπεριλαμβανομένων των αναγραφομένων στην οπίσθια όψη.
14 Κατόπιν αυτού, η Castelletti άσκησε αναίρεση, επικαλούμενη παράβαση του άρθρου 17 της Συμβάσεως και, ειδικότερα, της αφορώσας τη συναίνεση των συμβαλλομένων προϋπόθεση, δεδομένου ότι η υπογραφή του αρχικού φορτωτή δεν μπορούσε να σημαίνει αποδοχή εκ μέρους του όλων των ρητρών αλλά μόνον εκείνων που προηγούνταν της υπογραφής του και αφορούσαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των μεταφερομένων εμπορευμάτων.
15 Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι: «η άποψη αυτή πρέπει να γίνει δεκτή» (13). Μολονότι έκρινε ότι ίσχυε η τροποποιημένη εκδοχή της Συμβάσεως του 1978, θεώρησε ότι υφίστανται αμφιβολίες ως προς την ορθή ερμηνεία της (νέας) διατάξεως του άρθρου 17, η οποία επιβάλλει την υποχρέωση η συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας να καταρτίζεται «στο διεθνές εμπόριο υπό τύπον ανταποκρινόμενο στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν», οπότε, κατ' αυτό, αποκλείεται η συμφωνία να συνήφθη εγγράφως ή έστω προφορικώς αλλά με γραπτή επιβεβαίωση.
16 Κατόπιν αυτού, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο δεκατέσσερα ερωτήματα, τα οποία παρατίθενται στο παράρτημα, και τα οποία εξετάζω ευθύς αμέσως, ανακατατάσσοντάς τα σε ομάδες σημείων.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
17 Εκ πρώτης όψεως, η υπέρμετρη λεπτομέρεια των ερωτημάτων που σας υποβλήθηκαν δημιουργεί κάποια αμηχανία.
18 Πράγματι, το ιταλικό δικαστήριο δίδει την εντύπωση ότι σας καλεί να επανεξετάσετε όλη τη νομολογία σας, η οποία είναι εντούτοις ήδη πλούσια, σχετικά με το άρθρο 17 της Συμβάσεως (14), ειδικότερα την πριν από την επελθούσα το 1978 τροποποίηση, ώστε να βεβαιωθεί ότι εξακολουθεί πάντοτε να είναι λυσιτελής και μετά την ημερομηνία αυτή. Αφενός, δεν προκύπτει από την έκθεση Schlosser (15) ότι πρόθεση των συμβαλλομένων μερών ήταν να επιφέρουν σημαντική αναστάτωση ως προς την έννοια και το περιεχόμενο της εν λόγω διατάξεως: επρόκειτο μάλλον για την επίλυση ορισμένων δυσχερειών στις οποίες προσέκρουσε η πρακτική και για την εκ προοιμίου ρύθμιση των ιδιομορφιών των νέων προσχωρούντων μελών. Αφετέρου, ας μου επιτραπεί να αμφισβητήσω τη σημασία ορισμένων από τα υποβληθέντα ερωτήματα για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, δεδομένου ότι η φειδωλία των στοιχείων που περιέχει η διάταξη περί παραπομπής ουδόλως διευκολύνει την ανίχνευση των ανησυχιών του δικαστή από τον οποίο προέρχονται.
19 Επίσης, γεγονός είναι, όπως προτίθεμαι να εξετάσω, ότι ορισμένα από τα διατυπωθέντα ερωτήματα απώλεσαν ως ένα βαθμό τη σημασία τους μετά την έκδοση των πλέον πρόσφατων αποφάσεών σας, ειδικότερα στην προαναφερθείσα υπόθεση MSG, καθώς και της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 1997 στην υπόθεση Benincasa (16).
20 Παρά ταύτα, θα προσπαθήσω να σας προτείνω μία οδό, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη τα υποβληθέντα ερωτήματα, θα διαφωτίσει αποτελεσματικά το αιτούν δικαστήριο επί του ζητήματος της εφαρμογής του άρθρου 17 της Συμβάσεως, όπως εναπόκειται σ' αυτό να πράξει τελικά.
21 Προς τούτο, θεωρώ χρήσιμο να υπογραμμίσω καταρχάς ότι ορθά, κατά το Corte suprema di cassazione, στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 17 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, όπως αυτό προκύπτει από την επελθούσα το 1978 τροποποίηση.
22 Αφενός, πράγματι, η επίδικη φορτωτική εκδόθηκε στις 14 Μαρτίου 1987, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος της τροποποιημένης Συμβάσεως εντός των συμβαλλομένων κρατών που ενδέχεται να συνδέονται με τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως (ήτοι της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Δανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας) (17).
Αφετέρου, ούτε η Σύμβαση Προσχωρήσεως της 25ης Οκτωβρίου 1982 (18) ούτε κατά μείζονα λόγο εκείνη του San Sebastiαn είχαν τεθεί σε ισχύ κατά τον κρίσιμο χρόνο.
23 Επομένως, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ως προς το ότι η Σύμβαση, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978, τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής ratione temporis.
24 Το ενυπάρχον εν προκειμένω στοιχείο αλλοδαπότητας, λόγω της αργεντινής ιθαγενείας των αρχικών φορτωτών, δεν είναι, εξάλλου, σε θέση, όπως υπογράμμισε και το ανώτατο δικαστήριο της Ιταλίας (19), να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 17.
25 Απαιτώντας ο ένας τουλάχιστον εκ των δύο συμβαλλομένων να έχει «την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους», οι συντάκτες της συμβάσεως θέλησαν στην πραγματικότητα να αναφερθούν σε τρεις κατηγορίες καταστάσεων, όπως υπογράμμισε ο P. Jenard (20): «Το άρθρο 17 εφαρμόζεται σε περίπτωση ρήτρας βάσει της οποίας απονέμεται δικαιοδοσία και συνομολογουμένου είτε μεταξύ προσώπου που κατοικεί σε συμβαλλόμενο κράτος και προσώπου που κατοικεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος είτε μεταξύ προσώπου που κατοικεί σε συμβαλλόμενο κράτος και προσώπου που κατοικεί έξω από την Κοινότητα, εφόσον υπάρχει παρέκταση δικαιοδοσίας υπέρ δικαστηρίου συμβαλλομένου κράτους, είτε, ακόμη, αν δύο πρόσωπα που κατοικούν σε συμβαλλόμενο κράτος παρεκτείνουν τη δικαιοδοσία δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου κράτους» (21). Η έκθεση Schlosser (22) υπενθυμίζει, αφετέρου, ότι «το άρθρο 17 (...) είναι εφαρμοστέο μόνον όταν η εξεταζόμενη πράξη αναφέρεται σε διεθνείς σχέσεις».
26 Αρκεί να υπογραμμίσω ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που μας απασχολούν, στην προκειμένη περίπτωση.
27 Ξωρίς να απαιτείται στο στάδιο αυτό η επίλυση του ζητήματος που προτίθεμαι να εξετάσω κατωτέρω, ήτοι του εντοπισμού των κατά το άρθρο 17 της Συμβάσεως «συμβαλλομένων μερών», επιβάλλεται να σημειωθεί από τούδε ότι, τόσο στις σχέσεις μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων όσο και σε εκείνες μεταξύ της αναιρεσείουσας της κύριας δίκης και της αναιρεσίβλητης, πληρούται η προϋπόθεση βάσει της οποίας ο ένας τουλάχιστον από τους συμβαλλομένους έχει «την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους».
28 Στο πλαίσιο των αρχικών σχέσεων, καταρχάς, η επίδικη ρήτρα είναι από τις εξεταζόμενες σε δεύτερη φάση στην έκθεση Jenard, ως καταρτισθείσα μεταξύ «ενός προσώπου που κατοικεί εντός συμβαλλομένου κράτους» (του Δανού μεταφορέα) και «ενός προσώπου που κατοικεί εκτός της Κοινότητας» (των Αργεντινών φορτωτών) (23), ενώ προβλέπει «παρέκταση υπέρ δικαστηρίου συμβαλλομένου κράτους» (και συγκεκριμένα υπέρ του High Court of Justice του Λονδίνου).
29 Το δεύτερο πλέγμα σχέσεων δεν εμφανίζει καμία δυσχέρεια, δεδομένου ότι τα δύο μέρη κατοικούν στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους (εν προκειμένω στην Ιταλία).
30 Τέλος, μολονότι ο τομέας των θαλασσίων μεταφορών, ειδικότερα όσον αφορά τη φορτωτική, αποτελεί ειδικότερα αντικείμενο διεθνών συμβάσεων, οι οποίες άλλωστε μνημονεύθηκαν κατ' επανάληψη κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας (24), προφανώς δεν αποκλείεται για τον λόγο αυτό από το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 17 της Συμβάσεως.
31 Υπενθυμίζω συναφώς ότι, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών στους οποίους αναφέρονται τα άρθρα 12 (διεθνής δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων), 15 (διεθνής δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών) και 16 (αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία σε ορισμένες υποθέσεις, όπως σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων) της Συμβάσεως, η επιλογή του επιλαμβανομένου δικαστηρίου επιτρέπεται επί όλων των καλυπτομένων από τη Σύμβαση ζητημάτων.
Η θέση μου
32 Παρά τον αριθμό τους, τα υποβληθέντα ερωτήματα διώκουν στην πραγματικότητα την εκ μέρους του Δικαστηρίου διευκρίνιση των τριών εκείνων στοιχείων από τα οποία εξαρτάται το κύρος ρήτρας περί απονομής δικαιοδοσίας, εν όψει του άρθρου 17, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, τρίτη υποθετική περίπτωση, της Συμβάσεως, όπως προκύπτει από τις τροποποιήσεις του 1978. Προϋποθέτουν ότι προηγείται ο εντοπισμός του αρμοδίου να αποφανθεί επί των κριτηρίων εφαρμογής της εν λόγω Συμβάσεως δικαστή.
33 Κατόπιν αυτού, προτίθεμαι να τα εξετάσω εφόσον αφορούν τη σύμπτωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων ως προς τη ρήτρα (ΙΙ), την έννοια του ανταποκρινομένου προς τις συνήθειες του διεθνούς εμπορίου τύπου (ΙΙΙ), καθώς και την αναγνώριση της συνηθείας αυτής εκ μέρους των συμβαλλομένων (IV). Ορισμένοι από τους υφιστάμενους προβληματισμούς αφορούν επίσης τη δικαιοδοσία περί αποφάνσεως επί των εν λόγω ρητρών (Ι)· στον βαθμό που από τις ρήτρες αυτές εξαρτάται η δικαιοδοσία του παραπέμποντος δικαστή, προτίθεμαι να εκκινήσω τη συλλογιστική μου από αυτές.
Ι - Επί της δικαιοδοσίας (τρίτο και έβδομο ερώτημα)
34 Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 17 της Συμβάσεως, ο υποδειχθείς με τη ρήτρα περί απονομής δικαιοδοσίας δικαστής οφείλει να έχει κάποιο σύνδεσμο με τη διαφορά. Το ερώτημα είναι διατυπωμένο ως εξής:
«[το Corte suprema di cassazione ερωτά] αν το υποδειχθέν δικαστήριο πρέπει να έχει οποιαδήποτε σχέση με την ιθαγένεια και/ή την κατοικία των υποκειμένων δικαίου που συνήψαν τη σύμβαση ή με τον τόπο εκτελέσεως και/ή συνάψεως της συμβάσεως, προκειμένου να τηρείται η επιταγή ότι πρέπει να πρόκειται για δικαστή συμβαλλομένου κράτους, ή αν, αντίθετα, αρκεί η τελευταία αυτή προϋπόθεση, χωρίς οποιονδήποτε άλλο σύνδεσμο με την ουσία της σχέσεως.»
35 Εκτιμώ ότι η νομολογία του Δικαστηρίου επιτρέπει ήδη να δοθεί σαφώς αρνητική απάντηση στο πρώτο σκέλος της εναλλακτικώς διατυπωμένης λύσεως.
36 Πράγματι, όπως κρίνατε με την απόφαση Zelger (25), σε αντίθεση με το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως, το οποίο προβλέπει δικαιοδοσία - του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή πρέπει να εκπληρωθεί η συμβατική υποχρέωση - δικαιολογούμενη από την ύπαρξη άμεσου δεσμού μεταξύ της διαφοράς και του κληθέντος να αποφανθεί συναφώς δικαστηρίου, το άρθρο 17 «(...) αγνοεί κάθε αντικειμενικό στοιχείο συναφείας μεταξύ της επίδικης σχέσεως και του υποδειχθέντος δικαστηρίου» (26).
37 Την εκτίμηση αυτή επαναλάβατε με τις πλέον πρόσφατες αποφάσεις σας, όπου υπογραμμίζεται ότι η επίδικη διάταξη «(...) ευνοεί τη βούληση των συμβαλλομένων μερών και θεσπίζει αποκλειστική αρμοδιότητα, αγνοώντας κάθε αντικειμενικό στοιχείο συναφείας μεταξύ της επίδικης σχέσεως και του υποδεικνυομένου δικαστηρίου» (27).
38 Πρόκειται, όπως έχει υπογραμμίσει η θεωρία (28), για απόρριψη της θεωρίας του forum conveniens, οι πρακτικές δυσχέρειες εφαρμογής του οποίου, οφειλόμενες στον προσδιορισμό του συνδέσμου μεταξύ της υποθέσεως και του υποδειχθέντος δικαστηρίου, γίνονται εύκολα αντιληπτές. Αντίθετα, ευνοείται το ενδεχόμενο της επιλογής εκ μέρους των συμβαλλομένων ενός δικαστηρίου πλήρως ξένου, κατά περίπτωση, προς τη διαφορά τους, ήτοι κατά το δυνατόν περισσότερο ουδετέρου. Όπως τόνισε ένας συγγραφέας, «Si l'on avait ιliminι d'avance toute possibilitι de neutralitι absolue, on aurait incitι les parties ΰ recourir ΰ l'arbitrage, oω l'absence de lien objectif entre le litige et les arbitres est en matiθre internationale le plus souvent la rθgle» [αν είχε αποκλειστεί εκ προοιμίου κάθε δυνατότητα απόλυτης ουδετερότητας, τα συμβαλλόμενα μέρη θα μπορούσαν να εξωθηθούν στη διαιτησία, στα πλαίσια της οποίας η έλλειψη αντικειμενικού δεσμού μεταξύ της διαφοράς και των διαιτητών αποτελεί συνηθέστερα, σε διεθνή θέματα, τον κανόνα] (29).
39 Από τα προηγηθέντα επιβάλλεται η συναγωγή του συμπεράσματος ότι, όσον αφορά τον οριζόμενο με ρήτρα περί απονομής δικαιοδοσίας δικαστή, ισχύει η απόλυτη ελευθερία των διαδίκων, η βούληση των οποίων περιορίζεται μόνο, σύμφωνα με το γράμμα της ιδίας διατάξεως, από την απαίτηση το αρμόδιο δικαστήριο να είναι συμβαλλομένου κράτους.
40 Σε απάντηση στο τρίτο ερώτημα, αρκεί, συνεπώς, να υπογραμμίσω ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 17, δεν απαιτείται το επιλεγέν δικαστήριο να έχει σχέση με τους διαδίκους ή με τη σύμβαση (30).
41 Πάντως, το επιλεγέν δικαστήριο δεν συμπίπτει πάντοτε και κατ' ανάγκη με το επιληφθέν. Η πρόβλεψη ρήτρας περί απονομής δικαιοδοσίας μπορεί να αποτελέσει πηγή δυσχερειών, όπως στην προκειμένη περίπτωση, όπου το γεγονός αυτό οδήγησε το αιτούν δικαστήριο να σας υποβάλει το
έβδομο ερώτημα, το οποίο αφορά:
«την ευχέρεια του επιληφθέντος της εκτιμήσεως της εγκυρότητας της ρήτρας δικαστή (άλλου από τον υποδειχθέντα) να ελέγξει την ορθότητα της ρήτρας αυτής, ήτοι τον σκοπό που επιδίωκε ο μεταφορέας όταν επέλεγε να υποδείξει το αρμόδιο δικαστήριο, διαφορετικό από εκείνο που θα ήταν αρμόδιο σύμφωνα με τα συνήθη κριτήρια που καθορίζει η Σύμβαση των Βρυξελλών ή η lex fori».
42 Με τον τρόπο αυτό, καλείστε να λάβετε θέση επί του διπλού ερωτήματος της αρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστηρίου να ελέγξει την εγκυρότητα της ρήτρας περί απονομής δικαιοδοσίας σε άλλο δικαστήριο και, ενδεχομένως, της εκτάσεως του ελέγχου αυτού.
43 Μολονότι δεν αμφισβητείται η δικαιοδοσία του υποδειχθέντος με τη ρήτρα περί απονομής δικαιοδοσίας δικαστηρίου να αποφανθεί επί της εγκυρότητάς της, εκείνη του επιληφθέντος δικαστηρίου γεννά ορισμένα ερωτηματικά (31). Γεγονός είναι ότι θα μπορούσε να του αντιταχθεί η αποκλειστικότητα της αναγνωρισθείσας από τους συμβαλλομένους στον υποδειχθέντα δικαστή δικαιοδοσίας, δυνάμει του άρθρου 17, σύμφωνα με το οποίο «το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία».
44 Πάντως, εντύπωσή μου είναι ότι η σκέψη αυτή δεν πρέπει να μας απασχολεί. Η νομολογία του Δικαστηρίου, όπως και η έκθεση Schlosser, νομίζω ότι δεν επιδέχονται αμφισημίας συναφώς.
45 Με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Estasis Salotti και Segoura (32), το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι «το άρθρο 17 (...) επιβάλλει στον δικαστή που επελήφθη της υποθέσεως την υποχρέωση να ερευνήσει, πρωτίστως, αν η ρήτρα που τον καθιστά αρμόδιο υπήρξε πράγματι αντικείμενο συμφωνίας των μερών», συμφωνίας από την οποία, όπως προτίθεμαι να εξετάσω, εξαρτάται η εγκυρότητα της ρήτρας.
46 Γεγονός είναι ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις ο επιληφθείς δικαστής συνέπιπτε με τον υποδειχθέντα βάσει της ρήτρας δικαστή. Πάντως, ακόμη και σε διαφορετική περίπτωση πρέπει να ακολουθείται η συλλογιστική του Δικαστηρίου.
47 Πράγματι, αν αρνούμασταν στον επιληφθέντα δικαστή την αρμοδιότητα να αποφανθεί πρωτίστως επί της εγκυρότητας της ρήτρας περί επιλογής αλλοδαπού δικαστηρίου, θα έπρεπε να αποδεχθούμε ότι αναστέλλει τη δίκη συστηματικά από τη στιγμή που επιλαμβάνεται της υποθέσεως, για τους σκοπούς της παραπομπής των διαδίκων ενώπιον του υποδειχθέντος δικαστηρίου, προκειμένου να μεταβιβάσει στο τελευταίο τη μέριμνα ελέγχου της εγκυρότητας της ρήτρας που του απονέμει δικαιοδοσία, έστω και αν στη συνέχεια, μετά από αρνητικό έλεγχο του θέματος, το τελευταίο παραπέμπει εκ νέου την υπόθεση ενώπιον του αρχικά επιληφθέντος δικαστή. Αντιλαμβανόμαστε αμέσως την έλλειψη συνοχής ενός τέτοιου μηχανισμού στο σύστημα της συμβάσεως, ένας από τους στόχους της οποίας είναι η διευκόλυνση του ταχέως και αμέσου προσδιορισμού του αρμοδίου δικαστηρίου.
48 Με την πρόσφατη προαναφερθείσα απόφαση Benincasa, το Δικαστήριο, χωρίς να εξετάσει συγκεκριμένα την πτυχή αυτή, επιλύει, πάντως, το παραπλήσιο ζήτημα του αρμοδίου να κρίνει αν η διαφορά εμπίπτει ή όχι στο πεδίο εφαρμογής της ρήτρας περί απονομής δικαιοδοσίας δικαστή, τασσόμενο υπέρ της απόψεως ότι «(...) στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να ερμηνεύσει τη ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας της οποίας έγινε επίκληση ενώπιόν του» (33). Η ευρεία αυτή διατύπωση νομίζω ότι προσδιορίζει κατά γενικό τρόπο τον επιληφθέντα δικαστή, ανεξάρτητα από το αν ταυτίζεται ή όχι με τον επιλεγέντα δικαστή.
49 Η προσέγγιση που προτείνω ουδόλως θίγει περαιτέρω την επιδιωκόμενη από τη Σύμβαση ασφάλεια δικαίου ως προς τον προσδιορισμό των αρμοδίων δικαστηρίων. Πράγματι, αναγνωρίζοντας στον επιληφθέντα δικαστή αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της εγκυρότητας της ρήτρας, και συνακόλουθα επί της αρμοδιότητάς του, είτε πρόκειται για τον υποδειχθέντα δικαστή είτε όχι, δεν νομίζω ότι θίγεται η αρμοδιότητά του να επιλύσει την ουσία της διαφοράς. Πρόκειται απλώς για την αποδοχή της απόψεως ότι, λόγω της οικονομίας της δίκης, ο επιληφθείς δικαστής είναι σε θέση να ελέγξει ο ίδιος την αρμοδιότητά του.
50 Η έκθεση Schlosser δεν διαφέρει στην πραγματικότητα, εφόσον διατυπώνει την άποψη ότι «(...) η ύπαρξη Συμβάσεως, βάσει της οποίας απονέμεται δικαιοδοσία που αντιβαίνει στην αρμοδιότητα του επιλαμβανομένου δικαστηρίου, αποτελεί επίσης σημείο που εξετάζει αυτεπάγγελτα το δικαστήριο» (34). Πράγματι, εφόσον θεωρείται δεδομένο ότι ο επιληφθείς δικαστής οφείλει να βεβαιωθεί ότι οι διάδικοι δεν είχαν συμφωνήσει επί άλλου δικαστηρίου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι εναπόκειται στον ίδιο επίσης, παραλλήλως κατά κάποιο τρόπο, να ελέγξει την εγκυρότητα της εν λόγω επιλογής δικαστηρίου.
51 Τέλος, σημειώνω ότι το να μην αναγνωρίζεται στο επιληφθέν δικαστήριο η αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί της εγκυρότητας της ρήτρας ενέχει τον κίνδυνο ευνοήσεως της πρακτικής των παρελκυστικών μεθοδεύσεων που οι λιγότερο νομοταγείς διάδικοι δεν θα παρέλειπαν να αποπειραθούν. Εν γνώσει του ότι ο επιλαμβανόμενος δικαστής οφείλει να ελέγξει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη ρήτρας περί απονομής δικαιοδοσίας, αν γινόταν δεκτό ότι αδυνατεί πάντως να αποφανθεί επί της εγκυρότητας της τελευταίας, θα ήταν πολύ ευχερές σε ένα διάδικο, ο οποίος επιθυμεί για παράδειγμα την παρακώλυση της δίκης, να επικαλεστεί τεχνηέντως την ύπαρξη της επιλογής παρομοίου δικαστηρίου προκειμένου να επιτύχει ευχερώς τους στόχους του. Είναι προφανές ότι το σύστημα που έθεσε σε εφαρμογή η Σύμβαση δεν μπορεί να τείνει στην εύνοια παρομοίων πρακτικών.
52 Φρονώ, λοιπόν, ότι ο επιληφθείς δικαστής, ανεξάρτητα από το αν είναι ο υποδειχθείς με τη ρήτρα περί απονομής δικαιοδοσίας δικαστής, είναι αρμόδιος να αποφανθεί επί του κύρους της ρήτρας αυτής.
53 Όσον αφορά το επίσης θιγόμενο με το έβδομο ερώτημα ζήτημα της εκτάσεως του ελέγχου του επιληφθέντος δικαστή επί της εν λόγω ρήτρας, νομίζω ότι δεν αξίζει να αναλυθεί σε βάθος. Αρκεί να γίνει δεκτό ότι, άπαξ ο επιληφθείς δικαστής είναι αρμόδιος να αποφανθεί επί του κύρους της ρήτρας, ο έλεγχός του μπορεί να εκτείνεται επί όλων των πτυχών από τις οποίες εξαρτάται η εν λόγω εγκυρότητα, όπως προβλέπονται από το άρθρο 17. Κατ' ουσίαν, πρόκειται για σημεία που αποτελούν αντικείμενο των επομένων ερωτημάτων σχετικά με τη σύμπτωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων επί της ρήτρας, την ύπαρξη συνηθείας στο διεθνές εμπόριο και τη γνώση της εκ μέρους των συμβαλλομένων.
54 Σε απάντηση του εβδόμου ερωτήματος, φρονώ ότι επιβάλλεται, συνακόλουθα, η απάντηση ότι ο επιληφθείς δικαστής, ανεξάρτητα αν πρόκειται ή όχι για τον υποδειχθέντα με τη ρήτρα περί απονομής δικαιοδοσίας δικαστή, είναι αρμόδιος να αποφανθεί επί της εγκυρότητας, εν όψει των προβλεπομένων από το άρθρο 17 προϋποθέσεων, της εν λόγω ρήτρας.
II - Η σύμπτωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων επί της ρήτρας περί απονομής δικαιοδοσίας (πρώτο και ενδέκατο ερώτημα και πρώτη πτυχή του δευτέρου ερωτήματος)
55 Μία από τις βασικές ανησυχίες του ιταλικού ανωτάτου δικαστηρίου φαίνεται ότι εκπορεύεται από το αν η εφαρμογή του άρθρου 17 εξακολουθεί πάντοτε, εφόσον αναφέρεται εφεξής στις συνήθειες, όπως και πριν από την επελθούσα το 1978 τροποποίηση, να απαιτεί την ανάγκη διαπιστώσεως της συμπτώσεως της βουλήσεως των συμβαλλομένων επί της ρήτρας περί απονομής δικαιοδοσίας.
56 Αυτό είναι το αντικείμενο του λεπτομερέστατου πρώτου ερωτήματος, στο οποίο έχετε δώσει ήδη, όπως πρόκειται να εξετάσω, ευλόγως καταφατική απάντηση. Ακολούθως, πρόκειται να εξετάσω, μέσω της πρώτης πτυχής του δευτέρου ερωτήματος, καθώς και στα πλαίσια του ενδεκάτου ερωτήματος, το ερώτημα ποιων «συμβαλλομένων» απαιτείται η σύμπτωση της βουλήσεως, σε περίπτωση κατά την οποία, όπως η προκειμένη, οι συμβαλλόμενοι που συνήψαν αρχικά και/ή υπέγραψαν τη φορτωτική δεν είναι κατ' ανάγκη εκείνοι που την επικαλούνται ή έναντι των οποίων γίνεται επίκλησή της στη συνέχεια.
57 Το πρώτο ερώτημα είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, όσον αφορά την αρχική διατύπωση του άρθρου 17, απαιτείται - μέσω των προϋποθέσεων που προβλέπει η εν λόγω διάταξη σχετικά με την εγκυρότητα της ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας - να βεβαιώνεται και προστατεύεται η πραγματική βούληση των μερών, σε σχέση με τη συμφωνία περί παρεκτάσεως, και τούτο ακόμη και σε περίπτωση αναγνωρίσεως της εγκυρότητας της ρήτρας, εφόσον η φορτωτική που την περιλαμβάνει εμπίπτει στο πλαίσιο των τακτικών εμπορικών σχέσεων μεταξύ των μερών, αλλά και αποδεικνύεται ότι οι εν λόγω σχέσεις διέπονται από τους γενικούς όρους (ήδη συντεταγμένους από τον ένα συμβαλλόμενο, και συγκεκριμένα από τον μεταφορέα) που περιλαμβάνουν και τη ρήτρα αυτή (βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 1984 στην υπόθεση 71/83, Tilly Russ κατά Nova, Συλλογή 1984, σ. 2417, όπου παρατίθενται και οι προγενέστερες αποφάσεις, στα πλαίσια των οποίων υπογραμμίζεται ο επιτακτικός χαρακτήρας που ενέχει το στοιχείο της σαφούς και επακριβούς εκδηλώσεως της συναινέσεως των μερών).
Πλην όμως, έχοντας προσθέσει στη νέα απόδοση της διατάξεως του άρθρου 17 ένα στοιχείο όπως είναι οι συνήθειες, το οποίο ενέχει "κανονιστικό" χαρακτήρα (οπότε αποσυνδέεται από τη βούληση των μερών, τουλάχιστον σε σχέση με την υπό κρίση σύμβαση), τίθεται το ερώτημα αν, ενόψει της παγίως επαναλαμβανόμενης (για όλες τις σχέσεις που είναι παρεμφερείς με αυτή της υπό κρίση υποθέσεως) ρήτρας περί παρεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας, αρκεί να απαιτείται η (πραγματική) γνώση ή αν μπορεί να πρόκειται και για έλλειψη γνώσεως, οφειλόμενη, όμως, σε εξ υπαιτιότητας και ασύγγνωστη άγνοια. Τίθεται δηλαδή το ερώτημα αν δεν είναι πλέον αναγκαία η επιβεβαίωση της βουλήσεως των μερών, μολονότι το άρθρο 17 κάνει χρήση του όρου "καταρτίζεται", γεγονός το οποίο ανάγεται στην εκδήλωση της βουλήσεως και συνακόλουθα στα "συναλλακτικά" ήθη (εθιμικές ρήτρες).»
58 Υπενθυμίζω καταρχάς ότι το αντικείμενο της επίδικης διατάξεως ανάγεται στην πρόβλεψη ενός κριτηρίου εκούσιας παρεκτάσεως δικαιοδοσίας: επιδίωξη των συντακτών της Συμβάσεως ήταν ότι μόνον η βούληση των συμβαλλομένων θα μπορούσε να επιτρέψει την παρέκκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 2, 4 και 5. Επομένως, η απαιτούμενη συναίνεσή τους στην εν λόγω κατά παρέκκλιση παρέκταση δικαιοδοσίας είναι συμφυής με το πνεύμα του άρθρου 17.
59 Άλλωστε, αυτό προκύπτει από την έκθεση Jenard, όπου αναφέρεται ότι: «[οι ρήτρες περί απονομής δικαιοδοσίας] θα λαμβάνονται υπόψη μόνον αν αποτελούν αντικείμενο συμβάσεως, γεγονός που προϋποθέτει αμοιβαία συναίνεση των μερών» (35), τους όρους της οποίας επανέλαβε το Δικαστήριο, υπογραμμίζοντας ότι: «εξαρτώντας το κύρος των ρητρών παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας από την ύπαρξη "συμφωνίας" μεταξύ των μερών, το άρθρο 17 επιβάλλει στον δικαστή που επελήφθη της υποθέσεως την υποχρέωση να ερευνήσει, πρωτίστως, αν η ρήτρα που τον καθιστά αρμόδιο υπήρξε πράγματι αντικείμενο συμφωνίας των μερών» (36).
60 Σύμφωνα με τον σκοπό της διατάξεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε, με αποφάσεις που εξέδωσε στο πλαίσιο δικών αντικείμενο των οποίων ήταν η ισχύουσα πριν από την επελθούσα το 1978 τροποποίηση Σύμβαση, ότι: «οι προϋποθέσεις από τις οποίες το άρθρο 17 εξαρτά το κύρος των ρητρών διεθνούς δικαιοδοσίας ερμηνεύονται στενά, διότι σκοπός του εν λόγω άρθρου 17 είναι να εξασφαλιστεί ότι η σύμπτωση βουλήσεως των μερών ως προς τη ρήτρα αυτή, η οποία κατά παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας αποτελεί παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες προσδιορισμού της δικαιοδοσίας που καθιερώνουν τα άρθρα 2, 5 και 6 της Σύμβασης, είναι πράγματι αποδεδειγμένη και εκδηλώνεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο» (37). Προς τούτο, ήτοι, «Προκειμένου να κριθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 17», το Δικαστήριο μερίμνησε κάθε φορά να ελέγξει «χωριστά αν η σύμπτωση βουλήσεως των μερών ως προς την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας εκδηλώθηκε με τη μορφή γραπτής συμφωνίας ή με τη μορφή προφορικής συμφωνίας που επιβεβαιώθηκε εγγράφως» (38).
61 Η απαιτούμενη συναίνεση των συμβαλλομένων επί της ρήτρας περί απονομής δικαιοδοσίας νομίζω ότι πρέπει να αποτελεί πάντοτε προϋπόθεση εγκυρότητας της ρήτρας αυτής εν όψει του άρθρου 17, μετά την επελθούσα το 1978 τροποποίηση. Η παραπομπή στις συνήθειες δεν μπορεί να σημαίνει ότι εφεξής μπορεί να αντιτάσσεται στους συμβαλλομένους ρήτρα για την οποία δεν συνήνεσαν.
62 Πάντως, γεγονός είναι, όπως προκύπτει από την έκθεση Schlosser, ότι βούληση των συντακτών της Συμβάσεως Προσχωρήσεως του 1978 ήταν η μείωση της υπερβολικής τυπολατρείας που έτεινε να ευνοεί η προϋσχύσασα διατύπωση του άρθρου 17, που απαιτούσε σε κάθε περίπτωση έγγραφη επιβεβαίωση της συναινέσεως.
63 Πάντως, πρόκειται για ενέργεια η οποία απλώς «περιορίζει την αυστηρότητα των τυπικών απαιτήσεων» με σκοπό την προσαρμογή του άρθρου 17 στις συνθήκες του διεθνούς εμπορίου, δεδομένου ότι: «δεν είναι λογικό, στη διεθνή εμπορική πρακτική, να απαιτείται από τους συμβαλλομένους με όσους χρησιμοποιούν γενικούς όρους πωλήσεως να επιβεβαιώνουν εγγράφως την πρόβλεψη των τελευταίων, έτσι ώστε ρήτρα, βάσει της οποίας απονέμεται δικαιοδοσία και η οποία περιλαμβάνεται στους εν λόγω όρους, να μπορεί να παράγει αποτελέσματα. Το διεθνές εμπόριο δεν μπορεί να αποφύγει τη χρησιμοποίηση προτύπων όρων οι οποίοι περιέχουν ρήτρες βάσει των οποίων απονέμεται δικαιοδοσία. Οι όροι αυτοί, εξάλλου, δεν επιβάλλονται μονομερώς από παράγοντες της αγοράς, αλλά αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεων από τους αντιπροσώπους των διαφόρων παραγόντων» (39).
64 Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η παραπομπή στις συνήθειες, με την νέα διατύπωση του άρθρου 17, σημαίνει, σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω διατάξεως, αναφορά «στο διεθνές εμπόριο», «υπό τύπον [ανταποκρινόμενο στις συνήθειες] τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν». Έτσι, το ότι δεν γίνεται πλέον μνεία έγγραφης δεσμεύσεως των συμβαλλομένων οφείλεται στο ότι, λόγω της επαγγελματικής ιδιότητάς τους στο συγκεκριμένο εμπορικό κλάδο, υποτίθεται ότι γνωρίζουν τις συνήθειες που ισχύουν σ' αυτόν και συναινούν σιωπηρώς (40). Προς διευκόλυνση της ταχείας διεκπεραιώσεως των συναλλαγών, η νέα διατύπωση του άρθρου 17 αναγνωρίζει τη σιωπηρή συναίνεση των συμβαλλομένων ως προς τις ανωτέρω συνήθειες ή, σύμφωνα με τα λεχθέντα από τον γενικό εισαγγελέα Tesauro, το «τεκμήριο συναινέσεως» (41).
65 Σύμφωνα με την ανάλυση που προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση MSG, εκτιμώντας ότι «η ελαστικότερη ρύθμιση που προστέθηκε στο άρθρο 17 με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978 δεν σημαίνει ότι δεν είναι αναγκαία η σύμπτωση της βουλήσεως των μερών επί ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας, καθόσον η εξασφάλιση του υποστατού της συμφωνίας των ενδιαφερομένων παραμένει πάντοτε ένας από τους σκοπούς της διατάξεως αυτής» (42), το Δικαστήριο συνήγαγε ότι, «υπό το φως της τροποποιήσεως του άρθρου 17, την οποία εισήγαγε η Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978, η σύμπτωση των βουλήσεων των συμβαλλομένων επί ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας λογίζεται υφιστάμενη όταν υπάρχουν συναφώς εμπορικές συνήθειες στον συγκεκριμένο κλάδο του διεθνούς εμπορίου, τις οποίες οι ίδιοι οι συμβαλλόμενοι γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν» (43).
66 Επομένως, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα είναι ότι, ανεξάρτητα από την ελαστικότητα των τυπικών προϋποθέσεων που προέκυψε το 1978, το υποστατό της συμφωνίας των συμβαλλομένων επί της ρήτρας απονομής δικαιοδοσίας εξακολουθεί πάντοτε να απαιτείται για τους σκοπούς της εγκυρότητας της ρήτρας αυτής εν όψει του άρθρου 17 της Συμβάσεως. Η συναίνεση αυτή τεκμαίρεται υφισταμένη οσάκις η οικεία ρήτρα αποτελεί συνήθεια στον οικείο εμπορικό κλάδο, υπό μορφή την οποία τα μέρη γνωρίζουν ή πρέπει να γνωρίζουν.
67 Προτού προσδιοριστούν οι έννοιες «συνήθεια» και «γνώση των συμβαλλομένων», όπως επιβάλλουν ορισμένα από τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, απαιτείται να διευκρινιστεί τι εννοούμε ως «συμβαλλομένους», η σύμπτωση της βουλήσεως των οποίων επί της ρήτρας τεκμαίρεται. Αυτό, νομίζω, είναι το αντικείμενο της πρώτης πτυχής του δευτέρου ερωτήματος, καθώς και του ενδεκάτου ερωτήματος.
68 Το ενδέκατο ερώτημα «αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες η ενσωμάτωση της επίδικης ρήτρας σε προκαταρτισμένο υπόδειγμα, μη υπογεγραμμένο από τον μη συμμετασχόντα στην εκ την προτέρων κατάρτισή του αντισυμβαλλόμενο, μπορεί να θεωρηθεί ως υπερβολικά επαχθής για τον τελευταίο ή και καταχρηστική».
69 «Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη σημασία της εκφράσεως "τύπος ανταποκρινόμενος" υπό διάφορες επόψεις. Η πρώτη πτυχή αφορά τη μορφή υπό την οποία διατυπώνεται η ρήτρα, αν δηλαδή πρέπει κατ' ανάγκη να περιλαμβάνεται σε έγγραφη πράξη, υπογεγραμμένη από τον συμβαλλόμενο που την προσυνέταξε, πράγμα που σημαίνει ότι εξέφρασε την πρόθεσή του να κάνει χρήση της, μέσω - για παράδειγμα - της υπογραφής της φορτωτικής, συνοδευόμενης από επί τούτου αναφορά σε ρήτρα παραπέμπουσα στη ρήτρα περί απονομής αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας, έστω και ελλείψει ανάλογης υπογραφής από τον αντισυμβαλλόμενο (φορτωτή)».
70 Θα επανέλθω στην αφορώσα τον τύπο της ρήτρας πτυχή, στην οποία αναφέρεται και το αιτούν δικαστήριο με τα ερωτήματά του, επί του παρόντος όμως επικεντρώνομαι στο ζήτημα του αντιταξίμου της ρήτρας έναντι των συμβαλλομένων, οι οποίοι, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι εκείνοι που συνήψαν αρχικά τη φορτωτική, στο έγγραφο της οποίας ενσωματώνεται.
71 Με άλλα λόγια, νοούνται ως «συμβαλλόμενοι», κατά την έννοια του άρθρου 17, μόνον οι «αρχικοί συμβαλλόμενοι», ήτοι εκείνοι στους οποίους οφείλεται η οικεία ρήτρα, ή περιλαμβάνονται και τα «μέρη» στη διαφορά, ενδεχομένως τρίτα προς την αρχική σύμβαση πρόσωπα (44), τα οποία ενδέχεται να δεσμεύονται από υποχρέωση την οποία δεν ανέλαβαν;
72 Η a priori τάση υπό τύπον αρχής είναι ότι η ρήτρα περί απονομής δικαιοδοσίας, όπως και κάθε άλλη συμβατική διάταξη, δεν δεσμεύει παρά τα μέρη που τη συμφώνησαν και μόνον αυτά. Άλλωστε, η ανωτέρω αρχή ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν πρόκειται για ρήτρες διαιτησίας και απονομής δικαιοδοσίας, στον βαθμό που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο.
73 Πάντως, υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες η εν λόγω ρήτρα παράγει αποτελέσματα έναντι προσώπων που δεν την υπέγραψαν (45). Ορισμένες αποφάσεις απηχούν την άποψη αυτή.
74 Αναφέρομαι καταρχάς στην απόφαση Gerling κ.λπ. (46), η οποία, μολονότι εκδόθηκε σε ειδικό πλαίσιο (47), αναγνώρισε ότι ο δικαιούχος εκ συμβάσεως υπέρ τρίτου, μολονότι δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην αρχική σύμβαση, μπορεί να την επικαλεστεί, στηριζόμενος στο άρθρο 17 της Συμβάσεως, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε αρχικά (48).
75 Ακόμη διαφωτιστικότερη είναι η προαναφερθείσα απόφαση Powell Duffryn (49), από την οποία προκύπτει ότι η ρήτρα περί απονομής δικαιοδοσίας που ενσωματώνεται στο καταστατικό μιας εταιρίας μπορεί να αντιταχθεί έναντι όλων των μετόχων: τόσο έναντι εκείνων που συμμετέσχον στην ψήφιση του καταστατικού, είτε τάχθηκαν υπέρ είτε κατά της ρήτρας, όσο και έναντι των μεταγενεστέρων μετόχων, ανεξάρτητα από τον τρόπο αποκτήσεως των μετοχών.
76 Τέλος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, αν η περιλαμβάνουσα τη ρήτρα σύμβαση αποτέλεσε αντικείμενο εκχωρήσεως, η ρήτρα μπορεί να προταθεί υπέρ η εις βάρος εμπλεκομένου προσώπου, το οποίο, εξ ορισμού, δεν έδωσε τη συγκατάθεσή του κατά τη σύναψη της συμβάσεως.
77 Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Tilly Russ, ρήτρα περιλαμβανόμενη σε φορτωτική και αναγνωριζόμενη ως έγκυρη στις σχέσεις μεταξύ του φορτωτή και του μεταφορέα μπορεί να αντιταχθεί έναντι τρίτου, κομιστή της φορτωτικής, εφόσον, δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, ο κομιστής της φορτωτικής διαδέχεται τον φορτωτή στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του.
78 Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο τρίτος κομιστής δεν μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση εκδικάσεως των συναφών διαφορών εκ μέρους του προκύπτοντος από τη φορτωτική ως αρμοδίου δικαστηρίου με το αιτιολογικό ότι δεν είχε δώσει τη συγκατάθεσή του προς τούτο, εφόσον, στην υποθετική αυτή περίπτωση, «η κτήση της φορτωτικής δεν μπορεί να επαγάγει στον τρίτο κομιστή περισσότερα δικαιώματα από όσα είχε ο φορτωτής. Ο τρίτος κομιστής καθίσταται έτσι ταυτοχρόνως φορέας όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αναφέρονται επί της φορτωτικής, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι υποχρεώσεις οι σχετικές με την παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας» (50).
79 Το γεγονός ότι, όπως εν προκειμένω, ευρισκόμεθα ενώπιον όχι ενός (του μοναδικού τρίτου φορτωτή) αλλά δύο μερών ασχέτων προς την αρχική σύμβαση - υπενθυμίζω ότι η κύρια δίκη αφορά διαφορά μεταξύ του τρίτου κομιστή της φορτωτικής και του επιφορτισμένου κατ' εντολή του πλοιοκτήτη και του μεταφορέα με τη φύλαξη του φορτίου, επ' ευκαιρία ρήτρας η οποία συμφωνήθηκε μεταξύ ενός Αργεντινού φορτωτή και ενός Δανού μεταφορέα - δεν είναι ικανό να μεταβάλει την ούτως συναχθείσα λύση αρχής (51).
80 Έτσι, η συλλογιστική που πρέπει να ακολουθήσει το αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με τη νομολογία σας, αναπτύσσεται σε δύο χρόνους.
81 Προκειμένου να βεβαιωθεί ότι η ρήτρα περί απονομής δικαιοδοσίας δεσμεύει τον τρίτο κομιστή της φορτωτικής έναντι του επιφορτισμένου κατ' εντολή του πλοιοκτήτη με τη φύλαξη του φορτίου, το εθνικό δικαστήριο πρέπει καταρχάς να σχηματίσει την πεποίθηση ότι οι αρχικοί συμβαλλόμενοι, ήτοι τόσο ο φορτωτής όσο και ο μεταφορέας, συνήνεσαν στη ρήτρα αυτή. Όπως προανέφερα, στην πραγματικότητα, στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 17, όπως αυτή τροποποιήθηκε το 1978, η αναφορά στις «συνήθειες στο διεθνές εμπόριο», τις οποίες γνωρίζουν οι συμβαλλόμενοι, επιτρέπει να τεκμαίρεται η συναίνεσή τους να δεσμευθούν από τη ρήτρα.
82 Ακολούθως, το επιλαμβανόμενο δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει αν ο τρίτος προς την αρχική σύμβαση, ο οποίος επικαλείται ή έναντι του οποίου γίνεται επίκληση της ρήτρας, διαδέχθηκε, δυνάμει του εφαρμοστέου δικαίου, το ένα από τα αρχικά συμβαλλόμενα μέρη στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του. Αν συμβαίνει αυτό, η εκ μέρους του αποδοχή της ρήτρας δεν πρέπει ούτε να ελέγχεται ούτε να τεκμαίρεται υπό το πρίσμα του άρθρου 17.
83 Στην προκειμένη περίπτωση, εναπόκειται στον Ιταλό δικαστή, προτού θεωρήσει ότι στις μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης στην κύρια δίκη σχέσεις τυγχάνει εφαρμογής η επίδικη ρήτρα, να ελέγξει ειδικότερα αν τηρείται η τελευταία αυτή προϋπόθεση.
84 Εκτιμώ, λοιπόν, ότι τα μέρη των οποίων η αποδοχή της ρήτρας περί απονομής δικαιοδοσίας τεκμαίρεται, στο πλαίσιο του άρθρου 17, ως εκ του ότι γίνεται παραπομπή στις συνήθειες, είναι τα μέρη που συνήψαν αρχικά τη σύμβαση στο πλαίσιο της οποίας προβλέφθηκε και η ρήτρα.
85 Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του επιφορτισμένου κατ' εντολή του πλοιοκτήτη και του μεταφορέα με τη φύλαξη του φορτίου και του τρίτου, κομιστή της φορτωτικής, το άρθρο 17 της Συμβάσεως τηρείται αν η ρήτρα περί απονομής δικαιοδοσίας αναγνωρίστηκε εγκύρως μεταξύ του φορτωτή και του μεταφορέα και εφόσον, δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, ο τρίτος κομιστής, αποκτώντας τη φορτωτική, και ο εντολοδόχος, ως εκ της ιδιότητάς του, διαδέχθηκαν αντίστοιχα τον φορτωτή και τον μεταφορέα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις τους.
III - Επί της εκφράσεως «τύπος ανταποκρινόμενος στις συνήθειες του διεθνούς εμπορίου» (δεύτερη και τρίτη πτυχή του δευτέρου ερωτήματος, τέταρτο, όγδοο, δέκατο και ένατο ερώτημα)
86 Υπό το φως της επελθούσας στο άρθρο τροποποιήσεως, με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978, η σύμπτωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, δυνάμενη να δεσμεύει, όπως προανέφερα, τρίτα προς τη σύμβαση πρόσωπα, τεκμαίρεται δεδομένη οσάκις υφίστανται εμπορικές συνήθειες στον συγκεκριμένο εμπορικό κλάδο του διεθνούς εμπορίου, τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν. Το Corte suprema di cassazione καλεί το Δικαστήριο να εντοπίσει την έννοια και το περιεχόμενο της παραπομπής στις «συνήθειες» του διεθνούς εμπορίου, με την υποβολή πέντε ερωτημάτων που προτίθεμαι να εξετάσω αλληλοδιαδόχως.
87 Υπενθυμίζω εκ προοιμίου ότι με την προαναφερθείσα απόφαση MSG, η οποία εκδόθηκε μετά την προδικαστική παραπομπή, το Δικαστήριο διευκρινίζει ορισμένες πτυχές των ζητημάτων που υπέβαλε στην κρίση σας το αιτούν δικαστήριο.
88 Σημειώνω επίσης ότι δεν εναπόκειται ούτε στον γενικό εισαγγελέα ούτε στο Δικαστήριο να αποφανθούν αν στην προκειμένη περίπτωση το γεγονός ότι στην οπίσθια όψη ενός εντύπου φορτωτικής απαντά ρήτρα περί απονομής δικαιοδοσίας στο High Court of Justice συνιστά συνήθεια κατά την έννοια του άρθρου 17 της Συμβάσεως. Ο ρόλος μας δεν μπορεί να συνίσταται παρά στη διαφώτιση του αιτούντος δικαστηρίου, στο οποίο εναπόκειται να κρίνει τελικώς, εκτιμώντας τα ερμηνευτικά στοιχεία που του παρέχονται, αν βρίσκεται ενώπιον συνηθείας κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως.
Επί των ανταποκρινομένων στις συνήθειες τύπων
89 Καταρχάς, η έννοια του όρου «ανταποκρινόμενος τύπος» αποτελεί αντικείμενο των παραγράφων 2 και 3 του
δευτέρου ερωτήματος, το οποίο «αφορά τη σημασία της εκφράσεως "τύπος ανταποκρινόμενος" υπό διάφορες επόψεις. Η δεύτερη πτυχή αφορά τη διαπίστωση αν είναι αναγκαίο η περί δικαιοδοσίας ρήτρα να έχει αυτοτελή χαρακτήρα στο πλαίσιο του συνόλου των διατάξεων της συμβάσεως ή αν, αντίθετα, αρκεί (και τούτο άσχετα από τους σκοπούς της εγκυρότητας της ρήτρας) να έχει ενταχθεί σε μία από τις πολυάριθμες άλλες ρήτρες που έχουν συμπεριληφθεί προκειμένου να ρυθμιστούν όλα τα ποικίλα ζητήματα που άπτονται του περιεχομένου και των εννόμων συνεπειών της συμβάσεως μεταφοράς.
Η τρίτη πτυχή αφορά τη γλώσσα στην οποία είναι διατυπωμένη η ρήτρα, αν δηλαδή πρέπει κατ' ανάγκη να υπάρχει κάποια σχέση της γλώσσας με την ιθαγένεια των συμβαλλομένων ή αν, αντίθετα, αρκεί να πρόκειται για γλώσσα που χρησιμοποιείται συνήθως στο διεθνές εμπόριο.»
90 Επί του τελευταίου αυτού σημείου, το Δικαστήριο έκρινε ήδη, με την απόφαση Elefanten Schuh (52), ότι δεν μπορεί να αμφισβητείται το κύρος ρήτρας περί απονομής δικαιοδοσίας αποκλειστικά και μόνον επειδή η γλώσσα στην οποία είναι διατυπωμένη δεν είναι εκείνη που επιτάσσει η εθνική νομοθεσία συμβαλλομένου κράτους.
91 Πρέπει να προστεθεί ότι, σύμφωνα με την αναγνωριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 17 ελευθερία ως προς την έκφραση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, δεν μπορεί να θεωρείται ότι η διάταξη αυτή υπαγορεύει τη χρήση συγκεκριμένης γλώσσας ή έστω τη χρήση γλώσσας που συνδέεται κατά κάποιο τρόπο με τα συμβαλλόμενα μέρη. Νομίζω ότι εναπόκειται συναφώς στον δικαστή να αναφερθεί στις συνήθειες που επικρατούν στον συγκεκριμενο εμπορικό κλάδο (53) προκειμένου να καθορίσει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση η σύνταξη της ρήτρας περί απονομής δικαιοδοσίας στην αγγλική γλώσσα, όπως και το σύνολο του εγγράφου της φορτωτικής στο οποίο αυτή ενσωματώνεται, συνιστά τύπο συνάδοντα προς τις επί του θέματος συνήθειες.
92 Δεν νομίζω ότι μπορώ να παράσχω περισσότερα στοιχεία σε απάντηση της δεύτερης πτυχής του δεύτερου ερωτήματος. Πράγματι, το ερώτημα της αυθυπαρξίας της ρήτρας περί απονομής δικαιοδοσίας έναντι των λοιπών ρητρών εξαρτάται και στην περίπτωση αυτή από τις ακολουθούμενες επί του θέματος συνήθειες.
93 Ασφαλώς, επιβάλλεται, όπως προκύπτει από την έκθεση Schlosser, η προστασία του αντισυμβαλλομένου «κατά του κινδύνου να δεσμευθεί με standard ρήτρες βάσει των οποίων απονέμεται δικαιοδοσία, χωρίς να το έχει επιδιώξει» (54).
94 Πάντως, ας μου επιτραπεί να υπογραμμίσω, αφενός, ότι η επίδικη ρήτρα είναι τυπωμένη στην προκειμένη περίπτωση με τους ίδιους τυπογραφικούς χαρακτήρες όπως και οι λοιπές ρήτρες μετά τις οποίες αυτή παρατίθεται. Καίτοι δεν της δίδεται με τον τρόπο αυτό ιδιαίτερη έμφαση, πάντως, δεν συγκαλύπτεται.
95 Υπογραμμίζω, επίσης, ότι το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, τρίτη υποθετική περίπτωση, προορίζεται να διέπει τις σχέσεις ενημερωμένων επαγγελματιών, οι οποίοι γνωρίζουν ή «οφείλουν να γνωρίζουν» τη συγκεκριμένη συνήθεια, όπως πρόκειται να εξετάσω. Αν, κατόπιν αυτού, το ανώτατο ιταλικό δικαιοδοτικό όργανο εκτιμούσε ότι τύπος της επίδικης ρήτρας ανταποκρίνεται προς τον αποδεκτό βάσει της επικρατούσας στον οικείο τομέα συνήθειας τύπο, η γνώση της συνήθειας αυτής εκ μέρους των μερών θα αρκούσε ώστε να καταστήσει τον επίδικο τύπο σύμφωνο προς τις επιταγές του άρθρου 17.
96 Τα διάφορα αυτά στοιχεία αποτελούν αντικείμενο των ζητημάτων που προτίθεμαι να εξετάσω κατωτέρω.
97 Σε απάντηση επί του δευτέρου ερωτήματος που αφορά τους «ανταποκρινόμενους τύπους», κατά την έννοια του άρθρου 17, παραπέμπω απλώς τον δικαστή στις συνήθειες που ακολουθούνται στον οικείο τομέα του διεθνούς εμπορίου, ενώ φρονώ ότι ο δικαστής δεν μπορεί a priori να απαιτεί την τήρηση τύπων που προβλέπουν οι διατάξεις του ισχύοντος δικαίου.
Επί της συνηθείας
98 Με το τέταρτο ερώτημα ερωτάται, σε σχέση με τη διαδικασία διαμορφώσεως της συνηθείας, αν «αρκεί η πάγια επανάληψη της ρήτρας στις φορτωτικές που εκδίδουν οι αντίστοιχες ενώσεις ή σημαντικός αριθμός εταιριών θαλασσίων μεταφορών ή αν, αντίθετα, πρέπει να αποδεικνύεται ότι οι χρήστες (επαγγελματίες ή μη) των μεταφορικών αυτών μέσων, χωρίς να προβάλλουν αντιρρήσεις ή να διατυπώνουν επιφυλάξεις ως προς την πάγια αυτή επανάληψη, αποδέχονται σιωπηρώς τη συμπεριφορά των αντισυμβαλλομένων κατά τρόπον ώστε να είναι αδύνατο πλέον να συναχθεί ότι υφίσταται σύγκρουση μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών προσώπων».
99 Το Δικαστήριο καλείται συνεπώς να διευκρινίσει τη διαδικασία διαμορφώσεως της συνηθείας, κατά την έννοια του άρθρου 17.
100 Αν οι λόγοι που πρυτάνευσαν για την επελθούσα το 1978 τροποποίηση είναι γνωστοί - η έκθεση Schlosser υπογράμμιζε ότι «η ερμηνεία του άρθρου 17, την οποία πολλά εθνικά δικαστήρια έχουν τάση να συμμερίζονται, δεν ανταποκρίνεται ούτε στις συνήθειες ούτε στις απαιτήσεις του διεθνούς εμπορίου (...). Για τον λόγο αυτό, το νέο άρθρο 17 περιορίζει την αυστηρότητα των τυπικών απαιτήσεων, όσον αφορά τις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές» (55), - ουδείς ορισμός ή αντίληψη περί της εννοίας της συνηθείας στην οποία γίνεται του λοιπού παραπομπή απαντά μόλον τούτο στο κείμενο της εκθέσεως.
101 Μόλις το 1989, με την πραγματοποιηθείσα επ' ευκαιρία της Συμβάσεως του San Sebastiαn τροποποίηση, το κείμενο του άρθρου 17 διευκρινίζει ότι οι συνήθειες αυτές «πρέπει να είναι ευρέως γνωστές σ' αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και να τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλομένους σε συμβάσεις του είδους για το οποίο πρόκειται στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα» (56). H έκθεση σχετικά με τη Σύμβαση του Λουγκάνο (57), η οποία επί του συγκεκριμένου σημείου είναι διατυπωμένη με τους ίδιους όρους, φωτίζει ως εξής τη νέα διατύπωση: «ακόμα και στο διεθνές εμπόριο, μία συμφωνία περί διεθνούς δικαιοδοσίας δεν αρκεί να συνάπτεται υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες που ισχύουν σε αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τον οποίο τα μέρη γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν. Επιπλέον, οι συνήθειες αυτές πρέπει να είναι, αφενός, ευρέως γνωστές στο διεθνές εμπόριο και, αφετέρου, να τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλομένους σε συμβάσεις του είδους για το οποίο πρόκειται στην συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα» (58).
102 Αν η ανάγνωση των εκθέσεων δεν διαφωτίζει περισσότερο σχετικά με την αντίληψη περί της εννοίας των συνηθειών, πάντως, επιτρέπει να διαφανεί, καταρχάς, ότι το να λαμβάνονται υπόψη συνήθειες, όπως συμβαίνει από το 1978, δεν μπορεί προφανώς να αφορά παρά τις συμβάσεις που συνάπτουν μεταξύ τους επαγγελματίες του διεθνούς εμπορίου. Η συστηματική παραπομπή στη «διεθνή εμπορική πρακτική» και στις λοιπές «εμπορικές συναλλαγές», ειδικότερα στην έκθεση Schlosser, δεν νοείται διαφορετικά. Επομένως, η έμμεση αναφορά του τετάρτου ερωτήματος, όπως είναι διατυπωμένο, στους «χρήστες (επαγγελματίες ή μη)» δεν μπορεί να θεωρηθεί ως λυσιτελής: μόνον οι «επιχειρηματίες του διεθνούς εμπορίου» είναι οι αποδέκτες της συγκεκριμένης ελαφρύνσεως των τύπων των ρητρών περί διεθνούς δικαιοδοσίας (59).
103 Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι η αντίληψη της εννοίας των συνηθειών δεν μπορεί να κρίνεται σύμφωνα με κάθε εθνικό δίκαιο. Υπενθυμίζω συναφώς «την αρχή που καθιέρωσε η νομολογία (....) κατά την οποία, για την ομοιόμορφη εφαρμογή της Συμβάσεως των Βρυξελλών σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη, είναι ανάγκη οι έννοιες που απαντούν σ' αυτήν, οι οποίες ενδέχεται να έχουν διαφορετικό περιεχόμενο στο εσωτερικό δίκαιο των συμβαλλομένων κρατών, να ερμηνεύονται αυτοτελώς, αναγόμενες κυρίως στο σύστημα και στους στόχους της Συμβάσεως» (60). Το ίδιο πρέπει να ισχύει ιδίως όσον αφορά την έννοια «των συνηθειών» κατά το επίδικο άρθρο 17.
104 Γεγονός είναι ότι το ερώτημα του προσδιορισμού της εννοίας των «συνηθειών» δεν είναι πλέον καινοφανές για το Δικαστήριο. Στα πλαίσια της προαναφερθείσας αποφάσεως MSG, επρόκειτο για ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας περιεχόμενη σε γραπτή εμπορική επιβεβαίωση καθώς και σε τιμολόγια εξοφληθέντα αδιαμαρτύρητα. Κληθέντες να αποφανθείτε επί του κύρους της ρήτρας αυτής υπό το φως του άρθρου 17 της Συμβάσεως, υπογραμμίσατε καταρχάς ότι: «στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται (...) να εξακριβώσει κατά πόσον υφίσταται συνήθεια (...), το Δικαστήριο, ωστόσο, οφείλει να του υποδείξει τα αντικειμενικά και απαραίτητα για την εκτίμηση αυτή στοιχεία» (61).
105 Συνεχίζοντας, διευκρινίσατε ότι «υφίσταται συνήθεια στον συγκεκριμένο εμπορικό κλάδο όταν, μεταξύ άλλων, κατά τη σύναψη συμβάσεως ορισμένου είδους, οι επιχειρηματίες του κλάδου αυτού ακολουθούν κατά κανόνα και σταθερά ορισμένη συμπεριφορά» (62).
106 Προς τούτο, εμπνευστήκατε ευρύτατα, προτρέχοντας θα έλεγα της Συμβάσεως του San Sebastiαn που δεν ίσχυε κατά τον χρόνο των επιδίκων πραγματικών περιστατικών, από την ορολογία της, διευκρινίζοντας το 1989 ότι οι συνήθειες στις οποίες γίνεται παραπομπή πρέπει να είναι «ευρέως γνωστές στο [διεθνές] εμπόριο και να τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλομένους σε συμβάσεις του είδους για το οποίο πρόκειται στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα».
107 Εδώ ακριβώς έγκειται η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα που μας απασχολεί, ήτοι ότι οι συνήθειες διαμορφώνονται οσάκις συγκεκριμένη συμπεριφορά ακολουθείται κατά κανόνα και τακτικά εκ μέρους των επιχειρηματιών σε συγκεκριμένο εμπορικό κλάδο κατά τη σύναψη συμβάσεων συγκεκριμένου τύπου.
108 Το όγδοο ερώτημα σας καλεί να διευκρινίσετε επίσης:
«αν το γεγονός ότι πλείονες φορτωτές και/ή δι' οπισθογραφήσεως δικαιούχοι κομιστές των φορτωτικών αμφισβήτησαν την εγκυρότητα της ρήτρας, με την κατάθεση σχετικού δικογράφου ενώπιον τρίτων, σε σχέση με το υποδειχθέν με την εν λόγω ρήτρα, δικαστηρίων, είναι ενδεικτικό του ότι δεν έχει παγιωθεί ως συνήθεια η ενσωμάτωση της ρήτρας σε υποδείγματα ή έντυπα».
109 Έτσι, διερωτώμενος ως προς τις συνέπειες που πρέπει να συναγάγει από ασκηθείσες αγωγές με αντικείμενο την αμφισβήτηση μιας τέτοιας πρακτικής (της ενσωματώσεως ρητρών περί διεθνούς δικαιοδοσίας στις φορτωτικές), ο Ιταλός δικαστής καλείται να διαπιστώσει ότι η εν λόγω πρακτική ακολουθείται τακτικά, εφόσον η αμφισβήτηση της εφαρμογής της πρέπει να φέρεται ενώπιον των δικαστηρίων. Δέχεται επομένως ότι η συγκεκριμένη πρακτική αποτελεί συστατικό στοιχείο μιας συνηθείας.
110 Το γεγονός ότι στη συνέχεια η εν λόγω συνήθεια αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεων ως προς την εφαρμογή ή ακόμη και την ύπαρξή της, υπό ευρεία έννοια, σε τοπικό, εθνικό ή διεθνές (όλα τα στοιχεία της διατάξεως περί παραπομπής δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του) επίπεδο δεν σημαίνει απώλεια της φύσεώς της ως συνηθείας εφόσον εξακολουθεί να τηρείται τακτικά σε συγκεκριμένο εμπορικό κλάδο.
111 Ας μου επιτραπεί να επισημάνω ότι στην πραγματικότητα η ίδια η αρχή των ρητρών περί διεθνούς δικαιοδοσίας μέσω των φορτωτικών αποτελεί αντικείμενο εντόνων διαφωνιών στον κύκλο του θαλασσίου εμπορίου, σε τέτοιο βαθμό ώστε οι προαναφερθείσες Διατάξεις του Αμβούργου φτάνουν μέχρι του σημείου να τις καταργήσουν (63). Πάντως, ενόσω οι σχετικές διαφωνίες εξακολουθούν να υφίστανται, ήτοι ενόσω, παρά τις επικρίσεις που διατυπώνονται εις βάρος τους, οι επίδικες ρήτρες περί απονομής δικαιοδοσίας εξακολουθούν να αποτελούν την κατά κανόνα και τακτικά ακολουθούμενη από τους επιχειρηματίες πρακτική στον οικείο εμπορικό κλάδο κατά τη σύναψη συμβάσεων του ιδίου τύπου, οι ρήτρες αυτές διατηρούν την ιδιότητά τους ως συνήθειες.
112 Κατόπιν αυτού, στο όγδοο ερώτημα προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι η απλή αμφισβήτηση πρακτικής, συστατικού στοιχείου συνηθείας κατά την έννοια του άρθρου 17 της Συμβάσεως, δεν είναι ικανή να οδηγήσει στην απώλεια της ιδιότητάς της ως συνηθείας.
113 Σε σχέση πάντοτε με την αντίληψη της εννοίας της συνηθείας, κατά το άρθρο 17, το ζητούμενο με το
δέκατο ερώτημα έγκειται στο «αν η εν λόγω συνήθεια μπορεί να παρεκκλίνει από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ορισμένων κρατών, όπως συμβαίνει στην Ιταλία, όπου το άρθρο 1341 του Αστικού Κώδικα προβλέπει, όσον αφορά τις γενικές προϋποθέσεις που διέπουν σύμβαση προσυντεταγμένη από τον έναν εκ των δύο συμβαλλομένων, την για λόγους αποτελεσματικότητας αναγκαία, πραγματική ή δυνητική, γνώση εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου και επιβάλλει την επί τούτου υπογραφή των ρητρών που εισάγουν συγκεκριμένους περιορισμούς ή παρεκκλίσεις από τη δικαιοδοσία της δικαστικής αρχής».
114 Το ζήτημα αυτό περιλαμβάνει, κατά την άποψή μου, δύο πτυχές.
115 Η πρώτη αφορά το αν επιτρέπεται, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 17 της Συμβάσεως, η επίκληση συνηθείας που παρεκκλίνει από τις νομοθετικές διατάξεις που τυγχάνουν καταρχήν εφαρμογής και αφορούν τον τύπο των ρητρών περί απονομής δικαιοδοσίας. Η απάντηση δεν μπορεί, κατ' εμέ, να είναι παρά καταφατική, εφόσον πρόκειται για την ίδια τη δικαιολογητική βάση του άρθρου 17 της Συμβάσεως: να δοθεί στη βούληση των συμβαλλομένων υπέρτερη αξία έναντι οποιουδήποτε άλλου εφαρμοστέου καταρχήν κανόνα, ειδικότερα των νομοθετικών διατάξεων του κοινού δικαίου.
116 Επομένως, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 1341 του ιταλικού Αστικού Κώδικα προκειμένου η εγκυρότητα της επίδικης ρήτρας να εξαρτηθεί από επιτακτικής φύσεως προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου προστιθέμενες στις ήδη προβλεπόμενες από το άρθρο 17: «Τα συμβαλλόμενα κράτη δεν έχουν (...) την ελευθερία να επιβάλλουν άλλες επιταγές ως προς τον τύπο, πέραν των προβλεπομένων από τη Σύμβαση» (64).
117 Η δεύτερη πτυχή του ερωτήματος άπτεται του προβλήματος που θα εξετάσω ευθύς αμέσως επ' ευκαιρία του δωδεκάτου, πέμπτου, δεκάτου τρίτου και δεκάτου τετάρτου ερωτήματος, ήτοι της γνώσεως εκ μέρους των συμβαλλομένων της επίδικης συνηθείας.
Επί του διεθνούς εμπορίου
118 Η προαναφερθείσα απόφαση MSG περιέχει και την απάντηση στο
ένατο ερώτημα του ανωτάτου ιταλικού δικαστηρίου σχετικά με την οριοθέτηση του γεωγραφικού εδάφους εφαρμογής της συνηθείας στην οποία αναφέρεται το άρθρο 17. Με το ερώτημα αυτό το Δικαστήριο καλείται στην πραγματικότητα να διευκρινίσει:
«αν η συνήθεια πρέπει να διαμορφωθεί σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϋκής Κοινότητας ή αν η έκφραση "διεθνές εμπόριο" έχει την έννοια ότι αρκεί η συνήθεια να διαμορφώνεται σε εκείνες τις χώρες που κατέχουν, στα πλαίσια του διεθνούς εμπορίου, παραδοσιακώς κυρίαρχη θέση».
119 Η παραπομπή στους ανταποκρινόμενους στις συνήθειες «του διεθνούς εμπορίου» τύπους δεν αφορά στην πραγματικότητα κανένα από τα δύο εναλλακτικά σημεία που προτείνει το αιτούν δικαστήριο.
120 Πράγματι, επειδή «(...) η ύπαρξη συνηθείας δεν μπορεί να εκτιμηθεί με αναφορά στο δίκαιο ενός των συμβαλλομένων κρατών» (65), η αναφορά στο «διεθνές εμπόριο» δεν μπορεί να νοηθεί ως παραπέμπουσα σε συγκεκριμένες χώρες, όπως είναι εκείνες που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στο διεθνές εμπόριο, ή ως απαιτούσα συγκλίνουσα πρακτική στο σύνολο των συμβαλλομένων στη Σύμβαση κρατών.
121 Κατά τη νομολογία σας, η ύπαρξη συνηθείας «πρέπει να διαπιστώνεται όχι σε σχέση προς το διεθνές εμπόριο εν γένει, αλλά προς τον εμπορικό κλάδο στον οποίο οι συμβαλλόμενοι ασκούν τη δραστηριότητά τους» (66).
122 Κατά την άποψή μου, η παρατήρηση αυτή αρκεί ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε σύνδεση σε εθνικό επίπεδο.
123 Υπό την έννοια αυτή, το πρόβλημα δεν νομίζω ότι έγκειται στο αν ο εθνικός δικαστής οφείλει να λάβει υπόψη συνήθεια αποδεκτή σε ορισμένα κράτη και όχι επί παραδείγματι στο κράτος του επιληφθέντος δικαστηρίου ή σε ορισμένα κράτη και όχι σε εκείνα που συνδέονται αντικειμενικώς με τη διαφορά (67).
124 Στον βαθμό που η εφαρμογή του άρθρου 17 προϋποθέτει κατ' ανάγκη την ύπαρξη πραγματικών στοιχείων με διεθνή διάσταση (68), είναι κατ' αρχάς προδήλως αλυσιτελής η αναφορά σε συνήθεια εντός του ενός ή του άλλου από τα συμβαλλόμενα κράτη, εφόσον πρόκειται ακριβώς για διακρατικές καταστάσεις. Πάντως, αν επιδιωκόταν ο εντοπισμός μιας «νομοθεσίας αναγωγής» προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται ή όχι, ενόψει της νομοθεσίας αυτής, συγκεκριμένη συνήθεια, θα γινόταν δεκτή μια προσέγγιση που το Δικαστήριο απέρριψε επ' αφορμή του επιλεγέντος δικαστή, ο οποίος ουδόλως απαιτείται, σύμφωνα με τη νομολογία σας, όπως ήδη υπενθύμισα, να συνδέεται με τους διαδίκους ή με τη σύμβαση (69).
125 Για τον λόγο αυτό, εκτιμώ ότι η αναφορά σας υπονοεί σαφώς τομέα δραστηριότητας, ήτοι εκείνον «του εμπορικού κλάδου στον οποίο οι συμβαλλόμενοι ασκούν τη δραστηριότητά τους» και όχι εθνική πρακτική. Υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης για παράδειγμα, αυτό σημαίνει αναφορά στις συνήθειες που κρατούν σε θέματα θαλάσσιων μεταφορών ή ακριβέστερα, ενδεχομένως, σε θέματα μεταφοράς διά θαλάσσης παρτίδων φρούτων.
126 Με άλλα λόγια, το αιτούν δικαστήριο δεν καλείται καταρχήν να διερευνήσει, όπως εξυπονοεί το ερώτημά του, αν συνηθίζεται, στο Ηνωμένο Βασίλειο για παράδειγμα ή σε ορισμένα από τα συμβαλλόμενα στη Σύμβαση κράτη, να ενσωματώνουν ρήτρες περί απονομής δικαιοδοσίας στην οπίσθια όψη εντύπων φορτωτικών εγγράφων. Αντίθετα, οφείλει να ελέγξει αν παρόμοιες ρήτρες υφίστανται συνήθως στον εμπορικό κλάδο της διεθνούς μεταφοράς παρτίδων φρούτων διά θαλάσσης.
127 Ελάχιστες είναι οι πιθανότητες ο επιλαμβανόμενος δικαστής, διερευνώντας το ζήτημα, να βρεθεί αντιμέτωπος με διαφορετικές συνήθειες στον συγκεκριμένο εμπορικό κλάδο. Πάντως, αν συνέβαινε αυτό, το κριτήριο της «συνηθείας στον συγκεκριμένο εμπορικό κλάδο» θα έπρεπε να συνδυαστεί με εκείνο της γνώσεως εκ μέρους των συμβαλλομένων της εν λόγω συνηθείας, ώστε να δοθεί έμφαση προφανώς στη συνήθεια εκείνη που δεν είναι άγνωστη στους αντισυμβαλλομένους. Θα επανέλθω στο σημείο αυτό επ' ευκαιρία της εξετάσεως των ερωτημάτων που αφορούν την εκ μέρους των συμβαλλομένων γνώση της συγκεκριμένης συνηθείας.
128 Επομένως, απαντώντας στο ένατο ερώτημα, επιβάλλεται να διευκρινιστεί ότι η γενομένη με το άρθρο 17 της Συμβάσεως παραπομπή στις συνήθειες ουδόλως έχει γεωγραφικό ή εδαφικό χαρακτήρα, αλλ' αντιθέτως υπονοεί τομέα συγκεκριμένου εμπορικού κλάδου: «του εμπορικού κλάδου στον οποίον οι συμβαλλόμενοι ασκούν τη δραστηριότητά τους». Εναπόκειται συναφώς στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει αν ο τύπος της επίδικης ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας αντιστοιχεί σε συνήθεια που διέπει τον τομέα του διεθνούς εμπορίου εντός του οποίου δραστηριοποιούνται τα συμβαλλόμενα μέρη.
129 Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, με βάση τις απαντήσεις για τους σκοπούς της οριοθετήσεως της εννοίας της κατά το άρθρο 17 συνηθείας, να προσδιορίσει αν, υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης, η μνεία ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας, όπως αυτή επί της οποίας καλείται να αποφανθεί, στην οπίσθια όψη φορτωτικού εγγράφου αντιστοιχεί σε «τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες του διεθνούς εμπορίου».
130 Αν ο εθνικός δικαστής εκτιμά ότι δεν ευρίσκεται ενώπιον παρομοίας συνηθείας, τα λοιπά υποβληθέντα ερωτήματα παύουν πλέον να έχουν ενδιαφέρον, εφόσον το άρθρο 17 της Συμβάσεως δεν τυγχάνει εφαρμογής ως αφορών τις συνήθειες. Επομένως, στον δικαστή εναπόκειται να προβληματιστεί, ενδεχομένως, επί της τηρήσεως στην προκειμένη περίπτωση των λοιπών προϋποθέσεων που αφορούν τον τύπο των ρητρών περί διεθνούς δικαιοδοσίας που θέτει η επίδικη διάταξη της Συμβάσεως. Πάντως, το Corte suprema di cassazione έχει ήδη αποκλείσει προφανώς την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας ή προφορικής συμφωνίας με γραπτή επιβεβαίωση (70).
131 Αντίθετα, αν εκτιμά ότι ευρίσκεται ενώπιον παρομοίας συνηθείας, επιβάλλεται επιπλέον η αναγωγή στα λοιπά ερωτήματα που αφορούν την εκ μέρους των συμβαλλομένων γνώση της συνηθείας.
IV - Επί της εκ μέρους των συμβαλλομένων γνώσεως της επίδικης συνηθείας (δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο, δωδέκατο, πέμπτο και έκτο ερώτημα)
132 Πέντε από τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την τελευταία προϋπόθεση περί εγκυρότητας ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας κατά την έννοια του επιδίκου άρθρου 17: η έκφραση της γνώσεως της οικείας συνηθείας εκ μέρους των συμβαλλομένων.
133 Προτίθεμαι καταρχάς να εντοπίσω τον συμβαλλόμενο του οποίου η γνώση της εν λόγω συνηθείας απαιτείται (δέκατο τρίτο ερώτημα), προτού εγκύψω στον βαθμό γνώσεως που απαιτείται συναφώς (δέκατο τέταρτο, δωδέκατο και πέμπτο ερώτημα), για να ερευνήσω, τέλος, αν το γεγονός ότι η επίδικη ρήτρα ισοδυναμεί με ρήτρα απαλλαγής δεν αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο ικανό να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται γνώση της συγκεκριμένης συνηθείας (έκτο ερώτημα).
134 Το δέκατο τρίτο ερώτημα «αφορά τον προσδιορισμό του προσώπου εκείνου, το οποίο πρέπει να χαρακτηρίζεται ως πράγματι ή δυνάμει γνώστης της συνηθείας: αν πρέπει να είναι ο αρχικός φορτωτής, έστω και αν δεν προέρχεται από συμβαλλόμενο κράτος (εν προκειμένω την Αργεντινή) ή αν αρκεί να πρόκειται για τον δι' οπισθογραφήσεως δικαιούχο κομιστή της φορτωτικής που έχει την ιθαγένεια συμβαλλομένου κράτους (εν προκειμένω της Ιταλίας).»
135 Το ερώτημα του προσδιορισμού του συμβαλλομένου του οποίου η γνώση της συνηθείας απαιτείται ανάγεται στην πραγματικότητα στο ερώτημα που έχω ήδη εξετάσει, ήτοι του προσδιορισμού του συμβαλλομένου η εκ μέρους του οποίου αποδοχή της ρήτρας αποτελεί προϋπόθεση της εγκυρότητάς της.
136 Κατ' εφαρμογήν της νομολογίας Tilly Russ στην οποία προαναφέρθηκα (71), πρότεινα στο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι η επίδικη ρήτρα είναι αντιτάξιμη στους συμβαλλομένους που διαδέχθηκαν, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, τους αρχικούς συμβαλλομένους στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις τους, εφόσον η αποδοχή της ρήτρας από τους αρχικούς συμβαλλομένους μπορεί να τεκμαίρεται.
137 Ομοίως, οι συμβαλλόμενοι των οποίων απαιτείται η γνώση της συνηθείας νομίζω ότι πρέπει κατ' ανάγκη να είναι εκείνοι που συνήψαν αρχικώς την επίδικη ρήτρα. Κατά τη γνώμη μου, η επιταγή αυτή δεν μπορεί να επιρρίπτεται επί των ελκόντων δικαιώματα που θα μπορούσαν να διαδεχθούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, τους αρχικούς συμβαλλομένους, εφόσον η φορτωτική μπορεί να αλλάξει χέρια.
138 Πράγματι, όπως υπογραμμίζουν ορισμένοι συγγραφείς, «il est difficile d'admettre que les rθgles de formes de l'alinιa 1 de l'article 17 sont ΰ ce point primordiales qu'il faille en exiger le respect non seulement lors de la rιalisation de l'accord d'ιlection de for, mais aussi lors de toute cession par l'une des parties ΰ un tiers du bιnιfice du contrat contenant une clause de juridiction» (72).
139 Επαναλαμβάνω ότι, όταν τρίτος διαδέχεται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του έναν από τους αρχικούς συμβαλλομένους στη σύμβαση που περιέχει τη ρήτρα περί επιλογής του δικαστηρίου δυνάμει του εφαρμοστέου δικαίου, τα αποτελέσματα της ρήτρας αυτής μετακυλίονται στον συγκεκριμένο δικαιοδόχο, χωρίς να απαιτείται η διαπίστωση κατά συστηματικό τρόπο της τηρήσεως όλων των επιμέρους στοιχείων από τα οποία εξαρτάται το κύρος της ρήτρας σε σχέση με τη Σύμβαση.
140 Επίσης, ο δικαστής απαιτείται να ελέγχει με τον τρόπο αυτό την αποτελεσματική μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αρχικού συμβαλλομένου στον συμβαλλόμενο που επικαλείται τα μεν και τις δε, σύμφωνα με τις συναφείς εθνικές διατάξεις.
141 Έτσι, αρκεί να επισημανθεί ότι οι συμβαλλόμενοι των οποίων η γνώση της συνηθείας απαιτείται είναι οι ίδιοι με εκείνους εκ μέρους των οποίων η αποδοχή της ρήτρας αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της. Τούτο προκύπτει, άλλωστε, ρητώς από την προαναφερθείσα απόφαση MSG, όπου το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι: «(...) η σύμπτωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων επί ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας λογίζεται υφιστάμενη όταν υπάρχουν συναφώς εμπορικές συνήθειες στον συγκεκριμένο κλάδο του διεθνούς εμπορίου, τις οποίες οι ίδιοι οι συμβαλλόμενοι γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν» (73).$
142 Το γεγονός ότι ο ένας από τους αρχικούς συμβαλλομένους στη συμφωνία δεν είχε την ιθαγένεια συμβαλλομένου στη Σύμβαση κράτους δεν ασκεί επιρροή στο ερώτημα που μας απασχολεί. Η Σύμβαση ουδόλως αναφέρεται στην ιθαγένεια των προσώπων επί των οποίων τυγχάνει εφαρμογής. Αντίθετα, είναι γνωστή η σημασία που αποδίδεται στο κριτήριο της κατοικίας για τον καθορισμό της εφαρμογής της και των αρμοδιοτήτων που εγκαθιδρύει. Αυτό ακριβώς το κριτήριο της κατοικίας στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους είναι καθοριστικό, όπως ήδη υπενθύμισα, για την εφαρμογή του επίδικου άρθρου 17 (74). Εφόσον ο Δανός μεταφορέας κατοικούσε στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους, η Αργεντινή ιθαγένεια του αντισυμβαλλομένου δεν εμποδίζει να διαπιστωθεί, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 17, η εκ μέρους του γνώση της επίδικης συνηθείας, όπως συμβαίνει με τον Δανό μεταφορέα.
143 Στην ανάλυση αυτή θα μπορούσε να προσαφθεί ότι στερείται ρεαλισμού. Πάντως, δεν αγνοώ τη δυσχέρεια του επιληφθέντος δικαστηρίου να εντοπίσει έναν αντισυμβαλλόμενο, ο οποίος ενδέχεται, όπως εν προκειμένω, να έχει ιθαγένεια τρίτου κράτους, στη συνέχεια δε να ελέγξει την εκ μέρους του γνώση της επίδικης συνήθειας. Αυτός ο τρόπος προσεγγίσεως μπορεί να είναι σημαντικά χρονοβόρος για τη διαδικασία. Πάντως, θεωρώ ότι το γράμμα του άρθρου 17 υποδηλοί ότι η εν λόγω δυσχέρεια μπορεί να αποφευχθεί ευχερώς εφόσον δεν απαιτείται η συνήθεια να είναι πάντοτε γνωστή από τους συμβαλλομένους, αλλ' αρκεί ότι οι τελευταίοι «οφείλουν» να την γνωρίζουν.
144 Το δέκατο τέταρτο ερώτημα του Ιταλού δικαστή στοχεύει ακριβώς στο να φωτίσει αυτό το χωρίο της διατάξεως του άρθρου 17. Συγκεκριμένα, «αφορά το αν η έκφραση "οφείλουν να γνωρίζουν" αναφέρεται στην καλή πίστη και στην αντικειμενική ευθύτητα κατά την κατάρτιση της συγκεκριμένης συμβάσεως ή στη συνήθως επιδεικνυόμενη επιμέλεια, ήτοι εκείνη που αναμένεται ευλόγως ενόψει της φύσεως της ασκούμενης δραστηριότητας, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως των συμβαλλομένων να έχουν πλήρη γνώση της ισχύουσας στο διεθνές εμπόριο συνηθείας, κατά την έννοια των προεκτεθέντων [σε απάντηση επί του ενάτου ερωτήματος]».
145 Η πρόσφατη απόφαση MSG, που προανέφερα, απαντά στο ερώτημα αυτό. Πράγματι, με την ανωτέρω απόφασή του το Δικαστήριο έκρινε ότι «η πραγματική ή τεκμαιρόμενη γνώση της συνήθειας αυτής από τους συμβαλλομένους» μπορεί να αποδειχθεί σύμφωνα με δύο εναλλακτικές μεθόδους: είτε καταδεικνύοντας ότι οι συμβαλλόμενοι «είχαν συνάψει στο παρελθόν εμπορικές σχέσεις μεταξύ τους ή με άλλους συμβαλλομένους που ασκούν δραστηριότητα στον συγκεκριμένο τομέα», είτε «όταν, στον εν λόγω τομέα, μια ορισμένη συμπεριφορά είναι επαρκώς γνωστή, λόγω του ότι ακολουθείται κατά κανόνα και σταθερά κατά τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου είδους, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως παγιωμένη πρακτική» (75).
146 Ειδικότερα, η δεύτερη αυτή εναλλακτική πρόταση, αποσαφηνίζουσα ότι η γνώση της επίδικης συνηθείας τεκμαίρεται όταν πρόκειται για επιχειρηματίες που ασκούν δραστηριότητα σε συγκεκριμένο τομέα όπου η εν λόγω συνήθεια τηρείται κατά κανόνα και σταθερά, θα έπρεπε να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο την ευχέρεια να προσδιορίσει αν οι αρχικοί συμβαλλόμενοι οφείλουν να γνωρίζουν την επίδικη συνήθεια. Μπορεί αναμφισβήτητα να θεωρηθεί ως παραπλήσια της εννοίας της «συνήθους επιμελείας», όπως προτείνει το αιτούν δικαστήριο, ήτοι της αναμενόμενης από επιχειρηματία εξοικειωμένο με τον συγκεκριμένο κλάδο του διεθνούς εμπορίου. Εξάλλου, σημειώνω ότι στην έννοια ακριβώς της «συνήθους επιμελείας» αναφερθήκατε με προγενέστερες αποφάσεις σας, στα πλαίσια ρητρών που ο ενδιαφερόμενος συμβαλλόμενος μπορούσε ή όφειλε να γνωρίζει επιδεικνύοντας συνήθη επιμέλεια ή συνηθειών που όφειλε ή μπορούσε να γνωρίζει (76).
147 Επομένως, τα αφορώντα τον έλεγχο της εκ μέρους των συμβαλλομένων γνώσεως της συνηθείας ζητήματα χάνουν κατά κάποιο τρόπο το ενδιαφέρον τους, υπό την έννοια ότι το άρθρο 17 εγκαθιδρύει στην πραγματικότητα τεκμήριο γνώσεως, το οποίο δεν απαιτείται εξ υποθέσεως να ελεγχθεί.
148 Πρόκειται καταρχάς για το δωδέκατο ερώτημα, το οποίο αφορά «τον έλεγχο της πραγματικής ή δυνητικής γνώσεως της συνηθείας, πέραν της προπαρατεθείσας [στο πέμπτο ερώτημα] προϋποθέσεως, όσον αφορά τη συγκεκριμένη φορτωτική, η οποία απαντά σε αρκετές ρήτρες που περιλαμβάνονται στην οπισθία όψη τους [βλ. δεύτερο ερώτημα]».
149 Πέραν του δευτέρου ερωτήματος στο οποίο γίνεται επίσης παραπομπή (77), το πέμπτο ερώτημα «αφορά τις μορφές δημοσιοποιήσεως της πάγιας πρακτικής, αν δηλαδή το έντυπο της φορτωτικής όπου περιλαμβάνεται η ρήτρα περί παρεκτάσεως πρέπει να κατατίθεται σε κάποιο γραφείο (επαγγελματική ένωση, εμπορικό επιμελητήριο, λιμενικές υπηρεσίες, κ.λπ.), ώστε να μπορεί να το συμβουλεύεται οποιοσδήποτε, ή αν πρέπει να γνωστοποιείται στο κοινό με άλλον τρόπο».
150 Ελλείψει ειδικών ενδείξεων, υποθέτω ότι ο Ιταλός δικαστής αναφέρεται έμμεσα στην προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Powell Duffryn, σύμφωνα με την οποία, «οσάκις το καταστατικό [μιας] εταιρίας περιέχει ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας, κάθε μέτοχος οφείλει να γνωρίζει τη ρήτρα αυτή και να συναινεί πράγματι στη διεθνή δικαιοδοσία που αυτή προβλέπει, εφόσον το καταστατικό της εταιρίας έχει κατατεθεί σε χώρο στον οποίο ο μέτοχος μπορεί να έχει πρόσβαση, όπως είναι η έδρα της εταιρίας, ή περιλαμβάνεται σε δημόσιο βιβλίο» (78).
151 Η μνεία της καταθέσεως του καταστατικού της εταιρίας σε χώρο που επιτρέπει την πρόσβαση στους μετόχους ή το γεγονός ότι περιλαμβάνεται σε δημόσιο βιβλίο εξηγείται ευχερώς από τις εν προκειμένω περιστάσεις, όπου υπήρχε το ενδεχόμενο η επίδικη ρήτρα να αντιταχθεί στους μετόχους ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσεως των μετοχών.
152 Το άρθρο 17, αναφερόμενο στις συνήθειες, δεν μπορεί, πάντως, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαιτεί κατά τρόπο συστηματικό, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η επικληθείσα συνήθεια, την υπό γραπτή μορφή δημοσιότητα της εν λόγω πρακτικής, η οποία ακολουθείται τακτικά στον συγκεκριμένο τομέα από ενώσεις ή ειδικευμένους οργανισμούς.
153 Γεγονός είναι ότι συνήθως για τον τύπο των φορτωτικών που χρησιμοποιούν οι εφοπλιστές ακολουθούνται οι συστάσεις διεθνών οργανισμών όπως είναι η Bimco (Baltic and International Maritime Conference), το ICS (International Chamber of Shipping) ή εθνικών ενώσεων όπως είναι η Simprofrance (Comitι franηais pour la simplification des procιdures du commerce international) [γαλλική επιτροπή για την απλούστευση των διαδικασιών του διεθνούς εμπορίου] (79).
154 Πάντως, η πιθανή αυτή δημοσιότητα δεν πρέπει να αποτελεί τίποτε παραπάνω από την προσκόμιση ενός αποδεικτικού μέσου ότι υφίσταται συνήθεια. Η Σύμβαση δεν επιβάλλει κανέναν περιορισμό ως προς τα αποδεικτικά μέσα που μπορούν να προσκομιστούν προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη συνηθείας. Εξάλλου, είναι προφανές ότι η μνεία της συνηθείας, επίκληση της οποίας γίνεται σε παρόμοιους καταλόγους, μπορεί να συμβάλλει στη διευκόλυνση της αποδείξεως περί της υπάρξεώς της.
155 Το δωδέκατο ερώτημα αφορά επίσης ένα ζήτημα αποδείξεως, άσχετο προς το άρθρο 17, το οποίο εναπόκειται αποκλειστικά στον εθνικό δικαστή να επιλύσει, με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο.
156 Απομένει να εξετάσω το έκτο ερώτημα, το οποίο «αφορά την εγκυρότητα της ρήτρας, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία (δυνάμει των εφαρμοστέων στον προεπιλεγέντα τόπο ουσιαστικών διατάξεων) πρόκειται για ρήτρα απαλλαγής ή περιορισμού της ευθύνης του μεταφορέα.»
157 Ελλείψει συγκεκριμένων ενδείξεων στη διάταξη περί παραπομπής, είμαι υποχρεωμένος να υποθέσω ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στην υποθετική περίπτωση όπου, προκειμένου να δικαιολογήσει το μη αντιτάξιμο της ρήτρας έναντί του, συγκεκριμένος διάδικος επικαλείται τη μη γνώση της συγκεκριμένης συνηθείας, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί δυσμενή για τον ίδιο συνήθεια.
158 Πάντως, έστω και υπό το πρίσμα αυτό, το εν λόγω ερώτημα αναπέμπει προφανώς στο εφαρμοστέο εν προκειμένω δίκαιο δυνάμει της επίδικης ρήτρας, η οποία ορίζει συγκεκριμένα ότι: «The contract evidenced by this Bill of Lading shall be governed by English Law (...)» (80). Αν συμβαίνει αυτό στην προκειμένη περίπτωση, η συγκεκριμένη πτυχή της διαφοράς δεν μπορεί να ρυθμιστεί με βάση τη Σύμβαση, η οποία ουδόλως έχει ως προορισμό να ρυθμίζει τις συγκρούσεις νόμων. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει αν, δυνάμει του εφαρμοστέου δικαίου, το γεγονός ότι η εφαρμογή του αγγλικού δικαίου, σύμφωνα με τη ρήτρα, καταλήγει σε ρήτρα περί απαλλαγής ή σε περιορισμό της ευθύνης του μεταφορέα, μπορεί να είναι ενδεικτικό του ότι ο αρχικός φορτωτής δεν είχε την πρόθεση να την αποδεχθεί.
159 Σε απάντηση του ερωτήματος αυτού, καταλήγω, λοιπόν, στη μη δυνατότητα εφαρμογής της Συμβάσεως για τη ρύθμιση των ζητημάτων συγκρούσεως νόμων.
Πρόταση
160 Εν όψει των προηγηθέντων, προτείνω να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το Corte suprema di cassazione:
«1) Το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, τρίτη υποθετική περίπτωση, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978, σχετικά με την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας, και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, έχει την έννοια ότι πληροί τους όρους του άρθρου αυτού η απονέμουσα διεθνή δικαιοδοσία και τυπωμένη στην οπίσθια όψη φορτωτικής ρήτρα, της οποίας μόνον η εμπρόσθια όψη υπογράφεται από τους συμβαλλομένους και με την οποία ρήτρα επιλέγεται δωσιδικία χωρίς ιδιαίτερη σχέση ή αντικειμενικό στοιχείο συνδέσεως με τους συμβαλλομένους αυτούς ή με τη φορτωτική στην οποία περιλαμβάνεται η ρήτρα. Το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, είτε είναι το υποδειχθέν είτε όχι, είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του κύρους μιας τέτοιας απονέμουσας διεθνή δικαιοδοσία ρήτρας από πλευράς των προϋποθέσεων του προαναφερθέντος άρθρου 17.
2) Το προαναφερθέν άρθρο 17 έχει την έννοια ότι η περί απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας ρήτρα μπορεί να προβάλλεται έναντι των συμβαλλομένων οι οποίοι διαδέχθηκαν, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, τους αρχικούς διαδίκους στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις τους, διότι απέκτησαν τη φορτωτική, υπό τον όρο ότι η εν λόγω ρήτρα είναι έγκυρη στις σχέσεις μεταξύ των αρχικών αυτών διαδίκων, πράγμα το οποίο προϋποθέτει τη συγκατάθεσή τους. Η συγκατάθεση αυτή τεκμαίρεται ότι υπάρχει οσάκις η εν λόγω ρήτρα αποτελεί τύπο αποδεκτό από τις συνήθειες στον οικείο κλάδο του διεθνούς εμπορίου, τις οποίες οι εν λόγω αρχικοί συμβαλλόμενοι γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν.
3) Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει αν υπάρχει τέτοια συνήθεια καθώς και αν τη γνωρίζουν οι συμβαλλόμενοι. Η αναγραφή απονέμουσας διεθνή δικαιοδοσία ρήτρας, χωρίς ιδιαίτερη επισήμανση, μεταξύ των λοιπών ρητρών μιας φορτωτικής καταρτισθείσας σε εκ των προτέρων τυπωμένο έγγραφο στην αγγλική γλώσσα, στην οπίσθια όψη της φορτωτικής αυτής, της οποίας μόνον η εμπρόσθια όψη υπογράφεται, αποτελεί τύπο αποδεκτό από τις συνήθειες στον κλάδο της διεθνούς θαλάσσιας μεταφοράς φορτίων φρούτων, αν η αναγραφή αυτή αποτελεί συμπεριφορά γενικώς ακολουθούμενη από τους συμβαλλομένους που δραστηριοποιούνται στον οικείο κλάδο του διεθνούς εμπορίου κατά τη σύναψη συμβάσεων του ιδίου τύπου. Η απλή αμφισβήτηση της πρακτικής αυτής, εφόσον η εν λόγω πρακτική αποτελεί συνήθεια, υπό την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 17, δεν μπορεί να συνεπάγεται την απώλεια της ιδιότητάς της ως συνηθείας. Η κατά τα άνω περιγραφόμενη συνήθεια δεν καταργείται με την εφαρμογή αντιθέτων εθνικών διατάξεων.
4) Οι συμβαλλόμενοι, οι οποίοι είναι επαγγελματίες του οικείου κλάδου του διεθνούς εμπορίου, έχουν πραγματική ή τεκμαιρόμενη γνώση της συνηθείας αυτής, οσάκις, στον εν λόγω κλάδο, ορισμένη συμπεριφορά είναι αρκούντως γνωστή, λόγω του ότι ακολουθείται γενικώς και τακτικώς κατά τη σύναψη ορισμένου τύπου συμβάσεων, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως παγιωθείσα πρακτική. Τα μέσα για την απόδειξη αυτής της γνώσεως ή αυτού του τεκμηρίου γνώσεως τα οποία μπορεί να επιτρέψει το εθνικό δικαστήριο είναι τα επιτρεπόμενα από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.»
Παράρτημα: τα υποβληθέντα από το Corte suprema di cassazione προδικαστικά ερωτήματα
«1) Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να υποβληθεί στο Δικαστήριο είναι το ακόλουθο:
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, όσον αφορά την αρχική διατύπωση του άρθρου 17, απαιτείται - μέσω των προϋποθέσεων που προβλέπει η εν λόγω διάταξη σχετικά με την εγκυρότητα της ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας - να βεβαιώνεται και προστατεύεται η πραγματική βούληση των μερών, σε σχέση με τη συμφωνία περί παρεκτάσεως, και τούτο ακόμη και σε περίπτωση αναγνωρίσεως της εγκυρότητας της ρήτρας, εφόσον η φορτωτική που την περιλαμβάνει εμπίπτει στο πλαίσιο των τακτικών εμπορικών σχέσεων μεταξύ των μερών, αλλά και αποδεικνύεται ότι οι εν λόγω σχέσεις διέπονται από τους γενικούς όρους (ήδη συντεταγμένους από τον ένα συμβαλλόμενο, και συγκεκριμένα από τον μεταφορέα) που περιλαμβάνουν και τη ρήτρα αυτή (βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 1984 στην υπόθεση 71/83, Tilly Russ κατά Nova, Συλλογή 1984, σ. 2417, όπου παρατίθενται και οι προγενέστερες αποφάσεις, στα πλαίσια των οποίων υπογραμμίζεται ο επιτακτικός χαρακτήρας που ενέχει το στοιχείο της σαφούς και επακριβούς εκδηλώσεως της συναινέσεως των μερών).
Πλην όμως, έχοντας προσθέσει στη νέα απόδοση της διατάξεως του άρθρου 17 ένα στοιχείο όπως είναι οι συνήθειες, το οποίο ενέχει "κανονιστικό" χαρακτήρα (οπότε αποσυνδέεται από τη βούληση των μερών, τουλάχιστον σε σχέση με την υπό κρίση σύμβαση), τίθεται το ερώτημα αν, ενόψει της παγίως επαναλαμβανόμενης (για όλες τις σχέσεις που είναι παρεμφερείς με αυτή της υπό κρίση υποθέσεως) ρήτρας περί παρεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας, αρκεί να απαιτείται η (πραγματική) γνώση ή αν μπορεί να πρόκειται και για έλλειψη γνώσεως, οφειλόμενη, όμως, σε εξ υπαιτιότητας και ασύγγνωστη άγνοια. Τίθεται δηλαδή το ερώτημα αν δεν είναι πλέον αναγκαία η επιβεβαίωση της βουλήσεως των μερών, μολονότι το άρθρο 17 κάνει χρήση του όρου "καταρτίζεται", γεγονός το οποίο ανάγεται στην εκδήλωση της βουλήσεως και συνακόλουθα στα "συναλλακτικά" ήθη (εθιμικές ρήτρες).
2) Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη σημασία της εκφράσεως "τύπος ανταποκρινόμενος" υπό διάφορες επόψεις. Η πρώτη πτυχή αφορά τη μορφή υπό την οποία διατυπώνεται η ρήτρα, αν δηλαδή πρέπει κατ' ανάγκη να περιλαμβάνεται σε έγγραφη πράξη, υπογεγραμμένη από τον συμβαλλόμενο που την προσυνέταξε, πράγμα που σημαίνει ότι εξέφρασε την πρόθεσή του να κάνει χρήση της, μέσω - για παράδειγμα - της υπογραφής της φορτωτικής, συνοδευόμενης από επί τούτου αναφορά σε ρήτρα παραπέμπουσα στη ρήτρα περί απονομής αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας, έστω και ελλείψει ανάλογης υπογραφής από τον αντισυμβαλλόμενο (φορτωτή).
Η δεύτερη πτυχή αφορά τη διαπίστωση αν είναι αναγκαίο η περί δικαιοδοσίας ρήτρα να έχει αυτοτελή χαρακτήρα στο πλαίσιο του συνόλου των διατάξεων της συμβάσεως ή αν, αντίθετα, αρκεί (και τούτο άσχετα από τους σκοπούς της εγκυρότητας της ρήτρας) να έχει ενταχθεί σε μία από τις πολυάριθμες άλλες ρήτρες που έχουν συμπεριληφθεί προκειμένου να ρυθμιστούν όλα τα ποικίλα ζητήματα που άπτονται του περιεχομένου και των εννόμων συνεπειών της συμβάσεως περί μεταφοράς.
Η τρίτη πτυχή αφορά τη γλώσσα στην οποία είναι διατυπωμένη η ρήτρα, αν δηλαδή πρέπει κατ' ανάγκη να υπάρχει κάποια σχέση της γλώσσας με την ιθαγένεια των συμβαλλομένων ή αν, αντίθετα, αρκεί να πρόκειται για γλώσσα που χρησιμοποιείται συνήθως στο διεθνές εμπόριο.
3) Το τρίτο ερώτημα αφορά το σημείο αν το υποδειχθέν δικαστήριο πρέπει να έχει οποιαδήποτε σχέση με την ιθαγένεια και/ή την κατοικία των υποκειμένων δικαίου που συνήψαν τη σύμβαση ή με τον τόπο εκτελέσεως και/ή συνάψεως της συμβάσεως, προκειμένου να τηρείται η επιταγή ότι πρέπει να πρόκειται για δικαστή συμβαλλομένου κράτους, ή αν, αντίθετα, αρκεί η τελευταία αυτή προϋπόθεση, χωρίς οποιονδήποτε άλλο σύνδεσμο με την ουσία της σχέσεως.
4) Το τέταρτο ερώτημα αφορά τη διαδικασία διαμορφώσεως της συνηθείας, αν δηλαδή αρκεί η πάγια επανάληψη της ρήτρας στις φορτωτικές που εκδίδουν οι αντίστοιχες ενώσεις ή σημαντικός αριθμός εταιριών θαλασσίων μεταφορών ή αν, αντίθετα, πρέπει να αποδεικνύεται ότι οι χρήστες (επαγγελματίες ή μη) των μεταφορικών αυτών μέσων, χωρίς να προβάλλουν αντιρρήσεις ή να διατυπώνουν επιφυλάξεις ως προς την πάγια αυτή επανάληψη, αποδέχονται σιωπηρώς τη συμπεριφορά των αντισυμβαλλομένων κατά τρόπον ώστε να είναι αδύνατο πλέον να συναχθεί ότι υφίσταται σύγκρουση μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών προσώπων.
5) Το πέμπτο ερώτημα αφορά τις μορφές δημοσιοποιήσεως της πάγιας πρακτικής, αν δηλαδή το έντυπο της φορτωτικής όπου περιλαμβάνεται η ρήτρα περί παρεκτάσεως πρέπει να κατατίθεται σε κάποιο γραφείο (επαγγελματική ένωση, εμπορικό επιμελητήριο, λιμενικές υπηρεσίες, κ.λπ.), ώστε να μπορεί να το συμβουλεύεται οποιοσδήποτε, ή αν πρέπει να γνωστοποιείται στο κοινό με άλλον τρόπο.
6) Το έκτο ερώτημα αφορά την εγκυρότητα της ρήτρας, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία (δυνάμει των εφαρμοστέων στον προεπιλεγέντα τόπο ουσιαστικών διατάξεων) πρόκειται για ρήτρα απαλλαγής ή περιορισμού της ευθύνης του μεταφορέα.
7) Το έβδομο ερώτημα αφορά την ευχέρεια του επιληφθέντος της εκτιμήσεως της εγκυρότητας της ρήτρας δικαστή (άλλου από τον υποδειχθέντα) να ελέγξει την ορθότητα της ρήτρας αυτής, ήτοι τον σκοπό που επιδίωκε ο μεταφορέας όταν επέλεγε να υποδείξει το αρμόδιο δικαστήριο, διαφορετικό από εκείνο που θα ήταν αρμόδιο σύμφωνα με τα συνήθη κριτήρια που καθορίζει η Σύμβαση των Βρυξελλών ή η lex fori.
8) Το όγδοο ερώτημα έγκειται στο αν το γεγονός ότι πλείονες φορτωτές και/ή δι' οπισθογραφήσεως δικαιούχοι κομιστές των φορτωτικών αμφισβήτησαν την εγκυρότητα της ρήτρας, με την κατάθεση σχετικού δικογράφου ενώπιον τρίτων, σε σχέση με το υποδειχθέν με την εν λόγω ρήτρα, δικαστηρίων, είναι ενδεικτικό του ότι δεν έχει παγιωθεί ως συνήθεια η ενσωμάτωση της ρήτρας σε υποδείγματα ή έντυπα.
9) Το ένατο ερώτημα έγκειται στο αν η συνήθεια πρέπει να διαμορφωθεί σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϋκής Κοινότητας ή αν η έκφραση "διεθνές εμπόριο" έχει την έννοια ότι αρκεί η συνήθεια να διαμορφώνεται σε εκείνες τις χώρες που κατέχουν, στα πλαίσια του διεθνούς εμπορίου, παραδοσιακώς κυρίαρχη θέση.
10) Το δέκατο ερώτημα έγκειται στο αν η εν λόγω συνήθεια μπορεί να παρεκκλίνει από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ορισμένων κρατών, όπως συμβαίνει στην Ιταλία, όπου το άρθρο 1341 του Αστικού Κώδικα προβλέπει, όσον αφορά τις γενικές προϋποθέσεις που διέπουν σύμβαση προσυντεταγμένη από τον έναν εκ των δύο συμβαλλομένων, την για λόγους αποτελεσματικότητας αναγκαία, πραγματική ή δυνητική, γνώση εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου και επιβάλλει την επί τούτου υπογραφή των ρητρών που εισάγουν συγκεκριμένους περιορισμούς ή παρεκκλίσεις από τη δικαιοδοσία της δικαστικής αρχής.
11) Το ενδέκατο ερώτημα αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες η ενσωμάτωση της επίδικης ρήτρας σε προκαταρτισμένο υπόδειγμα, μη υπογεγραμμένο από τον μη συμμετασχόντα στην εκ την προτέρων κατάρτισή του αντισυμβαλλόμενο, μπορεί να θεωρηθεί ως υπερβολικά επαχθής για τον τελευταίο ή και καταχρηστική.
12) Το δωδέκατο ερώτημα αφορά τον έλεγχο της πραγματικής ή δυνητικής γνώσεως της συνηθείας, πέραν της προπαρατεθείσας υπό 5 προϋποθέσεως, όσον αφορά τη συγκεκριμένη φορτωτική, η οποία απαντά σε αρκετές ρήτρες που περιλαμβάνονται στην οπισθία όψη τους (ανωτέρω υπό 2).
13) Το δέκατο τρίτο ερώτημα αφορά τον προσδιορισμό του προσώπου εκείνου, το οποίο πρέπει να χαρακτηρίζεται ως πράγματι ή δυνάμει γνώστης της συνηθείας: αν πρέπει να είναι ο αρχικός φορτωτής, έστω και αν δεν προέρχεται από συμβαλλόμενο κράτος (εν προκειμένω την Αργεντινή) ή αν αρκεί να πρόκειται για τον δι' οπισθογραφήσεως δικαιούχο κομιστή της φορτωτικής που έχει την ιθαγένεια συμβαλλομένου κράτους (εν προκειμένω της Ιταλίας).
14) Το δέκατο τέταρτο ερώτημα αφορά το αν η έκφραση "οφείλουν να γνωρίζουν" αναφέρεται στην καλή πίστη και στην αντικειμενική ευθύτητα κατά την κατάρτιση της συγκεκριμένης συμβάσεως ή στη συνήθως επιδεικνυόμενη επιμέλεια, ήτοι εκείνη που αναμένεται ευλόγως ενόψει της φύσεως της ασκούμενης δραστηριότητας, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως των συμβαλλομένων να έχουν πλήρη γνώση της ισχύουσας στο διεθνές εμπόριο συνηθείας, κατά την έννοια των προεκτεθέντων υπό 9.»
(1) - Για λόγους διευκολύνσεως της αναγνώσεως, το σύνολο των ερωτημάτων παρατίθεται ως παράρτημα.
(2) - Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τη σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, καθώς και για το πρωτόκολλο περί της ερμηνείας της από το Δικαστήριο (ΕΕ 1982, L 388, σ. 20).
(3) - Η φορτωτική (bill of lading) ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 7, της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για τη μεταφορά εμπορευμάτων διά θαλάσσης, της 31ης Μαρτίου 1978, ευρύτερα γνωστής ως «Διατάξεις του Αμβούργου» - συμβαλλόμενα μέρη της οποίας δεν είναι προφανώς, για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως, ούτε η Ιταλική Δημοκρατία ούτε η Δημοκρατία της Αργεντινής - η οποία εγκρίθηκε στο πλαίσιο της συνδιασκέψεως των Ηνωμένων Εθνών για την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιομηχανίας (Cnudci): «Ο όρος "φορτωτική" υποδηλοί έγγραφο το οποίο αποδεικνύει τη σύμβαση μεταφοράς και βεβαιώνει την ανάληψη ή τη φόρτωση των εμπορευμάτων από τον μεταφορέα, καθώς και τη δέσμευσή του να παραδώσει το εμπόρευμα έναντι προσκομίσεως του εγγράφου. Η ανωτέρω δέσμευση προκύπτει από περιλαμβανόμενη στο έγγραφο μνεία, σύμφωνα με την οποία τα εμπορεύματα πρέπει να παραδίδονται εις διαταγήν συγκεκριμένου προσώπου που κατονομάζεται ή στον κομιστή». Η φύση της φορτωτικής, πάντως, αμφισβητείται. Περί αυτού, παραπέμπω στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn υπό την απόφαση της 19ης Ιουνίου 1984 στην υπόθεση 71/83, Tilly Russ (Συλλογή 1984, σ. 2417, 2438).
(4) - Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1997 στην υπόθεση C-106/95, MSG (Συλλογή 1997, σ. Ι-911, σκέψη 14), με περαιτέρω παραπομπές στις αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση 24/76, Estasis Salotti (Συλλογή τόμος 1976, σ. 653, σκέψη 7), και στην υπόθεση 25/76, Segoura (Συλλογή τόμος 1976, σ. 669, σκέψη 6).
(5) - Βλ. Gaudemet-Tallon, H.: Les conventions de Bruxelles et de Lugano, εκδόσεις LGDJ, 1996, σημείο 104.
(6) - Η υπογράμμιση δική μου.
(7) - Σύμβαση για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και στο πρωτόκολλο για την ερμηνεία της από το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκαν από τη Σύμβαση για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, καθώς και από τη Σύμβαση για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ 1989, L 285, σ. 1).
(8) - Η υπογράμμιση δική μου.
(9) - Σε ναυτιλιακά θέματα, ο επιφορτισμένος με τη φύλαξη του φορτίου πράκτορας του πλοίου είναι θεματοφύλακας του μεταφορέα (εφοπλιστή), συνδεόμενος με τον εντολέα του με σύμβαση παρακαταθήκης, επιφορτισμένος να παραλάβει και παραδώσει τα εμπορεύματα για λογαριασμό του μεταφορέα και γενικότερα να φέρει εις πέρας όλες τις πράξεις που δεν διενεργεί ο κυβερνήτης του πλοίου. Διακρίνεται από τον επιφορτισμένο με την παραλαβή του φορτίου, ο οποίος, αντίθετα, είναι θεματοφύλακας με αποστολή την παραλαβή του εμπορεύματος για λογαριασμό του παραλήπτη (Lamy Transport, τόμος 2, τέταρτο μέρος, θαλάσσιες μεταφορές, λήματα 631 και 637).
(10) - «Η πιστοποιούμενη με την παρούσα φορτωτική σύμβαση διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και οποιαδήποτε συναφής διαφορά υπάγεται στην Αγγλία στο High Court of Justice του Λονδίνου, το οποίο αποφαίνεται σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο, εξαιρουμένων των δικαστηρίων οποιασδήποτε άλλης χώρας» (ελεύθερη μετάφραση).
(11) - «Η συνέχεια ακολουθεί στην οπίσθα όψη» (ελεύθερη μετάφραση).
(12) - «Οι ανωτέρω διευκρινίσεις δόθηκαν από τον φορτωτή» (ελεύθερη μετάφραση).
(13) - Σημείο 1, δεύτερο εδάφιο, της γαλλικής μεταφράσεως της διατάξεως περί παραπομπής.
(14) - Μέχρι σήμερα, εντοπίζω δεκατέσσερις τουλάχιστον αποφάσεις σχετικές με την εν λόγω διάταξη.
(15) - Έκθεση σχετική με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας στη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και στο πρωτόκολλο σχετικά με την ερμηνεία της από το Δικαστήριο (ΕΕ 1986, C 298, σ. 99, γνωστή ως «έκθεση Schlosser», σημεία 174 έως 179).
(16) - Υπόθεση C-269/95, Συλλογή 1997, σ. Ι-3767.
(17) - Η υπογραφείσα στις 9 Οκτωβρίου 1978 στο Λουξεμβούργο Σύμβαση Προσχωρήσεως άρχισε να ισχύει μεταξύ των έξι αρχικών κρατών και του Βασιλείου της Δανίας την 1η Οκτωβρίου 1986, ακολούθως δε μεταξύ των εν λόγω επτά κρατών και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας την 1η Ιανουαρίου 1987.
(18) - Σύμβαση για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και στο πρωτόκολλο για την ερμηνεία της από το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκαν με τη Σύμβαση για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 1). Η δεύτερη αυτή Σύμβαση Προσχωρήσεως άρχισε να ισχύει την 1η Απριλίου 1989, όσον αφορά τις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σχέσεις, πλην των σχέσεων με το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, στα πλαίσια των οποίων η Σύμβαση άρχισε να ισχύει την 1η Οκτωβρίου 1989.
(19) - Σημείο 2, πρώτο εδάφιο, της γαλλικής μεταφράσεως της διατάξεως περί παραπομπής.
(20) - Έκθεση σχετική με τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1986, C 298, σ. 29), γνωστή ως «έκθεση Jenard».
(21) - Αυτόθι, σ. 66.
(22) - Σημείο 174.
(23) - Η διευκρίνιση ότι ο Δανός μεταφορέας έχει την έδρα του στη Δανία δίδεται στο σημείο 2, πρώτο εδάφιο, της γαλλικής μεταφράσεως της διατάξεως περί παραπομπής. Αντίθετα, καμία ένδειξη δεν υφίσταται ως προς την «κατοικία» των Αργεντινών φορτωτών· πάντως, υποθέτω ότι βρίσκεται εκτός του εδάφους συμβαλλομένου στη Σύμβαση κράτους.
(24) - Πέραν της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για τη μεταφορά εμπορευμάτων διά θαλάσσης, την οποία προανέφερα, σημειώνω τη διεθνή Σύμβαση για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων περί φορτωτικής, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 25 Αυγούστου 1924 (αποκαλούμενη ενίοτε αστόχως «Διατάξεις της Ξάγης») καθώς και τα πρωτόκολλα περί τροποποιήσεως της εν λόγω συμβάσεως, υπογραφέντα επίσης στις Βρυξέλλες, το ένα στις 23 Φεβρουαρίου 1968 (αποκαλούμενο «Διατάξεις του Visby»), το έτερο στις 21 Δεκεμβρίου 1979.
(25) - Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1980 στην υπόθεση 56/79 (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 57).
(26) - Αυτόθι, σκέψη 4.
(27) - Προαναφερθείσα απόφαση Benincasa, σκέψη 28. Παραπέμπω επίσης στην προαναφερθείσα απόφαση MSG, σκέψη 34.
(28) - Βλ. επί παραδείγματι, Alexandre D.: «Convention de Bruxelles (Compιtence)» στο Rιpertoire de droit communautaire, Encyclopιdie Dalloz, τόμος I, αριθ. 264· Droz, G. A. L.: Compιtence judiciaire et effets des jugements dans le Marchι Commun (Ιtude de la Convention de Bruxelles du 27 septembre 1968), εκδόσεις Dalloz, 1972, σημείο 206, και Gaudemet-Tallon H., ένθ. ανωτέρω, αριθ. 130.
(29) - Droz, G. A. L., ένθ. ανωτέρω, αριθ. 206.
(30) - Βλ., ήδη προς την κατεύθυνση αυτή, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti επί της υποθέσεως 23/78, Meeth, (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1978, Συλλογή τόμος 1978, σ. 645 επ.).
(31) - Βλ., επί παραδείγματι, Wattι N., Nuyts A. και Boularbah H.: «Chronique - La convention de Bruxelles (deuxiθme partie)», Journal des Tribunaux de Droit Europιen, Απρίλιος 1998, σημείο 21, όπου οι συγγραφείς τάσσονται υπέρ της δικαιοδοσίας του επιληφθέντος δικαστηρίου να αποφανθεί επί της εγκυρότητας της ρήτρας. Στο ίδιο σημείο (και υποσημείωση 15) μνημονεύονται οι αντίθετες απόψεις που εξέφρασαν επί του ζητήματος οι Beraudo J.-P., Blanchin C. και Alexandre A.
(32) - Σκέψεις 7 και 6 αντιστοίχως.
(33) - Προαναφερθείσα απόφαση Benincasa, σκέψη 31, η οποία παραπέμπει στην απόφαση της 10ης Μαρτίου 1992 στην υπόθεση C-214/89, Powell Duffryn (Συλλογή 1992, σ. Ι-1745, σκέψη 37), με την οποία είχε ήδη επιβεβαιωθεί η εν λόγω αρχή.
(34) - Σημείο 174.
(35) - Έκθεση Jenard, σ. 65.
(36) - Προαναφερθείσα απόφαση Estasis Salotti, σκέψη 7.
(37) - Προαναφερθείσα απόφαση Tilly Russ, σκέψη 14, η οποία παραπέμπει στις προαναφερθείσες αποφάσεις Estasis Salotti και Segoura, καθώς και στην απόφαση της 6ης Μαου 1980 στην υπόθεση 784/79, Porta-Leasing (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 127).
(38) - Αυτόθι, σκέψη 15.
(39) - Έκθεση Schlosser, σημείο 179.
(40) - Η έλλειψη ρητής αναφοράς σε έγγραφο τύπο επιτρέπει και την αποδοχή της εγκυρότητας μη εγγράφων τύπων που καθιερώνουν, κατά περίπτωση, οι πρακτικές του διεθνούς εμπορίου, όπως είναι η απλή προφορική συμφωνία, ακόμη δε θα έλεγα και μία τελετουργική κίνηση, όπως είναι η χειραψία.
(41) - Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην προαναφερθείσα υπόθεση MSG, σημείο 25.
(42) - Προαναφερθείσα απόφαση MSG, σκέψη 17.
(43) - Αυτόθι, σκέψη 19, η υπογράμμιση δική μου.
(44) - Στην προκειμένη περίπτωση, ο ένας από τους διαδίκους της κύριας δίκης είναι ο εντολοδόχος ενός των αρχικών συμβαλλομένων. Ο επιφορτισμένος κατ' εντολή του πλοιοκτήτη και του μεταφορέα με τη φύλαξη του φορτίου, αναιρεσίβλητος στην κύρια δίκη, δεν μπορεί υπό την έννοια αυτή να θεωρηθεί τρίτος σε σχέση προς την αρχική φορτωτική. Η κατάσταση της αναιρεσείουσας της κύριας δίκης, κομιστή της φορτωτικής, είναι διαφορετική. Ενδέχεται να πρόκειται, ανάλογα με την εφαρμοστέα νομοθεσία, για τρίτο σε σχέση προς την αρχική σύμβαση (βλ., συναφώς, την προαναφερθείσα απόφαση Tilly Russ).
(45) - Βλ., υπέρ της επεκτάσεως των αποτελεσμάτων ρήτρας περί απονομής δικαιοδοσίας σε ορισμένες κατηγορίες τρίτων προσώπων, το προαναφερθέν έργο των Gothot P. και Holleaux D., σημείο 186.
(46) - Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983 στην υπόθεση 201/82 (Συλλογή 1983, σ. 2503, σκέψη 20).
(47) - Η απόφαση αφορούσε τη δυνατότητα τρίτου σε σχέση προς σύμβαση ασφαλίσεως προσώπου, υπό την ιδιότητά του ως δικαιούχου εκ συμβάσεως υπέρ τρίτου που συνήψε ο ασφαλίζων, να επικαλεστεί ρήτρα περί απονομής δικαιοδοσίας έναντι του ασφαλιστή, ρήτρα διαπνεόμενη από τη μέριμνα προστασίας του ασφαλισμένου ως οικονομικά ασθενεστέρου.
(48) - Υπέρ της γενικευμένης επεκτάσεως της δυνατότητας επικλήσεως της ρήτρας εκ μέρους κάθε δικαιούχου εκ συμβάσεως υπέρ τρίτου τάσσεται ο Gaudemet-Tallon H., ένθ. ανωτέρω, σημείο 141.
(49) - Ειδικότερα οι σκέψεις 27 έως 29.
(50) - Προαναφερθείσα απόφαση Tilly Russ, σκέψη 25.
(51) - Ας σημειωθεί ότι στην πραγματικότητα είναι προφανές, χωρίς να έχει διευκρινιστεί με τη διάταξη περί παραπομπής, ότι ο επιφορτισμένος με τη φύλαξη του φορτίου, αναιρεσίβλητος στην κύρια δίκη, λογίζεται από το εθνικό δικαστήριο ως εντολοδόχος του μεταφορέα. Στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί τρίτος έναντι της φορτωτικής και η πραγματική κατάσταση ταυτίζεται απολύτως με εκείνη που έδωσε λαβή για την προαναφερθείσα απόφαση Tilly Russ· μόνον ένας από τους δύο αντιδίκους στη διαφορά της κύριας δίκης θα έπρεπε να θεωρηθεί τρίτος έναντι της φορτωτικής.
(52) - Απόφαση της 24ης Ιουνίου 1981 στην υπόθεση 150/80 (Συλλογή 1981, σ. 1671, σκέψη 29).
(53) - Οι έννοιες «συνήθειες» και «κλάδος του διεθνούς εμπορίου» αποτελούν αντικείμενο των ερωτημάτων τα οποία εξετάζω κατωτέρω.
(54) - Έκθεση Schlosser, σημείο 179.
(55) - Σημείο 179.
(56) - Η ανωτέρω σύνταξη έχει ως πηγή εμπνεύσεως το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Βιέννης, της 11ης Απριλίου 1980, για τις συμβάσεις διεθνούς πωλήσεως εμπορευμάτων. Βλ. την έκθεση των de Almeida Cruz, Desantes Real και Jenard σχετικά με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στη Σύμβαση των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1990, C 189, σ. 35, σημείο 26).
(57) - Έκθεση των Jenard και Mφller σχετικά με τη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που έγινε στο Λουγκάνο στις 16 Σεπτεμβρίου 1988 (ΕΕ 1990, C 189, σ. 57, σημεία 55 έως 61).
(58) - Αυτόθι, σημείο 58.
(59) - Προς την ίδια κατεύθυνση επίσης, βλ., επί παραδείγματι, Gothot P., Holleaux D. και Bιraudo J.-P., στους οποίους παραπέμπει το προαναφερθέν σύγγραμμα του Alexandre D., αριθ. 257.
(60) - Προαναφερθείσα απόφαση Benincasa, σκέψη 12, η οποία παραπέμπει, ιδίως, στις αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 1978 στην υπόθεση 150/77, Bertrand (Συλλογή τόμος 1978, σ. 441, σκέψεις 14 έως 16 και 19), και της 19ης Ιανουαρίου 1993 στην υπόθεση C-89/91, Shearson Lehman Hutton (Συλλογή 1993, σ. I-139, σκέψη 13).
(61) - Προαναφερθείσα απόφαση MSG, σκέψη 21.
(62) - Αυτόθι, σκέψη 23.
(63) - Το άρθρο 21 της οικείας Συμβάσεως - η οποία προτάσσεται των κανόνων της Συμβάσεως των Βρυξελλών για τα συμβαλλόμενα μέρη που έχουν την ιθαγένεια κρατών προσχωρησάντων στην εν λόγω Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών - προβλέπει στην πραγματικότητα ειδικό καθεστώς δικαστικής αρμοδιότητας και δέχεται, με την παράγραφο 5 αυτής, τις συμφωνίες περί εκλογής του δικαστηρίου μόνον μετά την γένεση διαφοράς εκ συμβάσεως θαλάσσιας μεταφοράς.
(64) - Βλ., επί παραδείγματι, την προαναφερθείσα απόφαση Elefanten Schuh, σκέψη 26.
(65) - Προαναφερθείσα απόφαση MSG, σκέψη 23.
(66) - Αυτόθι, σκέψη 23.
(67) - Πάντως, βλ. το σχόλιο του Gaudemet-Tallon H. επί της προαναφερθείσας αποφάσεως MSG, Revue critique de droit international privι, 1997, σ. 572 και 573, σύμφωνα με το οποίο η μη αποδοχή του προσδιορισμού της συνηθείας με αναφορά προς το δίκαιο συμβαλλομένου κράτους «υφίσταται κίνδυνος να περιαγάγει τον εθνικό δικαστή σε δυσχερή θέση».
(68) - Σημείο 25 in fine των ανά χείρας προτάσεών μου.
(69) - Σημείο 40 των ανά χείρας προτάσεών μου.
(70) - Σημείο 15 των ανά χείρας προτάσεών μου. Υπενθυμίζω απλώς επί του θέματος ότι το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι η εκτύπωση και μόνο στην οπίσθια όψη του εντύπου της φορτωτικής ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας δεν ανταποκρίνεται στην προϋπόθεση περί «γραπτής συμφωνίας», κατά την έννοια του άρθρου 17 της Συμβάσεως (προαναφερθείσα απόφαση Tilly Russ, σκέψη 16). Αντίθετα, παρόμοια ρήτρα μπορεί να είναι έγκυρη αν αποτέλεσε αντικείμενο προφορικής συμφωνίας η οποία επιβεβαιώθηκε εγγράφως (αυτόθι, σκέψη 17). Η ίδια ρήτρα εξακολουθεί να είναι έγκυρη σε περίπτωση διαρκών εμπορικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων (αυτόθι, σκέψη 18).
(71) - Σημεία 68 έως 85 των ανά χείρας προτάσεών μου.
(72) - [Δυσχερώς μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι αφορώντες τον τύπο κανόνες του πρώτου εδαφίου του άρθρου 17 είναι τόσο βασικής σημασίας ώστε να απαιτείται η τήρησή τους όχι μόνον κατά την επίτευξη της συμφωνίας περί επιλογής του αρμοδίου δικαστηρίου, αλλά και κατά την οποιαδήποτε εκχώρηση εκ μέρους του ενός των συμβαλλομένων σε τρίτον των απορρεόντων από τη σύμβαση που περιέχει ρήτρα περί απονομής δικαιοδοσίας πλεονεκτημάτων], προαναφερθέν έργο των Gothot P. και Holleaux D., σημείο 186.
(73) - Σκέψη 19, η υπογράμμιση δική μου.
(74) - Σημείο 25 των ανά χείρας προτάσεών μου.
(75) - Προαναφερθείσα απόφαση MSG, σκέψη 24.
(76) - Προαναφερθείσες αποφάσεις Estasis Salotti, Segoura και Tilly Russ, καθώς και απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1986 στην υπόθεση 313/85, Iveco Fiat (Συλλογή 1986, σ. 3337).
(77) - Βλ. συναφώς τα σημεία 89 έως 97 των ανά χείρας προτάσεών μου.
(78) - Προαναφερθείσα απόφαση Powell Duffryn, σκέψη 28.
(79) - Προαναφερθέν έργο Lamy Transport, τόμος 2, αριθ. 447.
(80) - «Η πιστοποιούμενη με την παρούσα φορτωτική σύμβαση διέπεται από το αγγλικό δίκαιο (...)».
Full & Egal Universal Law Academy