Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά την απόδοση προκαταβολής που είχε χορηγήσει η Επιτροπή στο Syndicat Intercommunal à Vocation Unique du Plan d'eau de la Vallée du Lot (στο εξής: SIVU) και στην Hydro-Réalisations SARL (στο εξής: Hydro). Το σχέδιο για το οποίο χορηγήθηκε η προκαταβολή, ήτοι η κατασκευή μιας μικρής υδροηλεκτρικής μονάδας, ανεστάλη και για τον λόγο αυτό η Επιτροπή ζητεί την απόδοση της προκαταβολής πλέον τόκων.
ΙΙ - ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α - Η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση
2. Στις 6 Δεκεμβρίου 1990, η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή, συνήψε με τις εταιρίες SIVU και Hydro, που ενεργούσαν αλληλεγγύως, τη σύμβαση ΗΥ 84/89 FR. Η σύμβαση είχε ως αντικείμενο την υποστήριξη του σχεδίου «υδάτινο στρώμα επί του ποταμού Lot. Κατασκευή υδατοφράκτη με μικρή υδροηλεκτρική μονάδα χαμηλής πτώσεως». Η χρηματοδοτική ενίσχυση χορηγήθηκε κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 3640/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προαγωγή, μέσω χρηματοδοτικής ενισχύσεως, σχεδίων επιδείξεως και προτύπων βιομηχανικών σχεδίων στον ενεργειακό τομέα .
3. Για την εκτίμηση της παρούσας υποθέσεως κρίσιμες είναι οι εξής διατάξεις.
4. Κατά το άρθρο 4.3 της συμβάσεως, απόκειται στις SIVU και Hydro να ενημερώνουν τακτικά την Επιτροπή περί της προόδου των εργασιών και των πραγματοποιηθέντων εξόδων.
5. Το άρθρο 9 καθορίζει τις προϋποθέσεις ενδεχόμενης λύσεως της συμβάσεως. Κατά το πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να καταγγείλουν τη σύμβαση στην περίπτωση που η συνέχιση του προγράμματος εργασίας που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι καθίσταται άνευ ενδιαφέροντος, ιδίως λόγω προβλέψιμης τεχνικής ή οικονομικής αποτυχίας ή κρινομένης ως υπερβολικής υπερβάσεως του υπολογιζομένου κόστους του προγράμματος.
6. Κατά το τρίτο εδάφιο της διατάξεως αυτής, η SIVU και η Hydro υποχρεούνται, στην περίπτωση που κατά την επαλήθευση των ποσών τα οποία κατέβαλε η Επιτροπή διαπιστωθεί πλεόνασμα στον αποδέκτη της επιχορηγήσεως, να αποδώσουν αμελητί το επιπλέον ποσό. Το ποσό είναι τοκοφόρο από την ημέρα του τέλους ή της διακοπής των εργασιών που αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως.
7. Κατά το τέταρτο εδάφιο, συμφωνήθηκε ότι θα ισχύει το επιτόκιο που εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας για τις πράξεις του σε ECU και που δημοσιεύεται την πρώτη εργάσιμη μέρα κάθε μήνα.
8. Κατά τη σύμβαση, όλες οι διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών υπόκεινται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (άρθρο 13). Η σύμβαση διέπεται από το γαλλικό δίκαιο (άρθρο 14).
9. Στις 31 Δεκεμβρίου 1990, σύμφωνα με τη σύμβαση, η Επιτροπή προκατέβαλε ποσό 83 928 ευρώ , που πιστώθηκε στον λογαριασμό της SIVU στις 17 Ιανουαρίου 1991. Στις 23 Μα_ου 1990 και στις 13 Αυγούστου 1990, η SIVU διαβίβασε στην Επιτροπή μια πρώτη ενδιάμεση τεχνική έκθεση και μια πρώτη χρηματοοικονομική έκθεση. Η Επιτροπή δεν έλαβε περαιτέρω εκθέσεις για το δεύτερο εξάμηνο του 1991, καίτοι το ζήτησε. Έτσι, με έγγραφο οχλήσεως της 7ης Οκτωβρίου 1992 ζήτησε από τη SIVU να της διαβιβάσει τις εκθέσεις αυτές και της έθεσε προθεσμία ενός μήνα για την εκτέλεση της συμβάσεως, απειλώντας με καταγγελία σε περίπτωση μη εκτελέσεως της συμβάσεως.
10. Όπως εκθέτει η Επιτροπή στο δικόγραφο της προσφυγής, από τις εκθέσεις που διαβίβασε κατά τη σύμβαση η SIVU προκύπτει ότι οι εργασίες επί του σχεδίου συνεχίστηκαν μέχρι τις 31 Μα_ου 1991.
11. Με έγγραφο της 6ης Νοεμβρίου 1992, η SIVU ενημέρωσε την Επιτροπή ότι το σχέδιο τροποποιήθηκε ώστε να ληφθούν υπόψη οι παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν από ενώσεις προστασίας του περιβάλλοντος. Η κατασκευή της μικρής υδροηλεκτρικής μονάδας εγκαταλείφθηκε υπέρ της κατασκευής ενός υδατοφράκτη υπερχειλίσεως. Η SIVU παραιτήθηκε κατά συνέπεια από τη χορηγηθείσα χρηματοδοτική ενίσχυση και εξέφρασε την πρόθεση να αποδώσει την προκαταβολή που είχε ήδη λάβει.
12. Με έγγραφο της 18ης Νοεμβρίου 1992, η Επιτροπή υπαναχώρησε από τη σύμβαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 και ζήτησε από τη SIVU να της καταβάλει 83 928 ευρώ, εντόκως από της ημερομηνίας λήψεως του ποσού αυτού, ήτοι από τις 17 Ιανουαρίου 1991.
13. Στις 13 Φεβρουαρίου 1992 η Hydro τέθηκε υπό εκκαθάριση.
B - Η ερημοδικία
14. αρά τις επανειλημμένες οχλήσεις για απόδοση της προκαταβολής στις 8 Δεκεμβρίου 1992, στις 27 Φεβρουαρίου 1994, την 1η Ιουνίου 1994, στις 31 Οκτωβρίου 1994 και στις 12 Οκτωβρίου 1995, η SIVU ουδέν κατέβαλε. Κατά συνέπεια, στις 2 Μα_ου 1997, η Επιτροπή άσκησε αγωγή κατά της SIVU και της Hydro ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες στην καταβολή 83 928 ευρώ πλέον δικαιοπρακτικών τόκων από τις 17 Ιανουαρίου 1991, ημερομηνία κατά την οποία χορηγήθηκε η προκαταβολή, και νομιμοτόκως από τις 28 Φεβρουαρίου 1993, ημερομηνία που τέθηκε ως προθεσμία με το πρώτο έγγραφο περί αποδόσεως της προκαταβολής.
15. Κανείς από τους εναγομένους δεν υπέβαλε εμπροθέσμως υπόμνημα αντικρούσεως. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 94, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να δεχθεί τα αιτήματά της.
16. Στις 10 Ιουνίου 1999, το Δικαστήριο εξέδωσε ερήμην απόφαση με το εξής διατακτικό:
«1) Υποχρεώνει τη SIVU du plan d'eau de la Vallée du Lot, που φέρει επίσης την επωνυμία SIVU du pays d'accueil de la Vallée du Lot, και την Hydro-Réalisations SARL να καταβάλουν αλληλεγγύως στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ποσό των 83 928 ευρώ, πλέον δικαιοπρακτικών τόκων από τις 31 Μα_ου 1991, μέχρις εξοφλήσεως.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αγωγή.
3) Καταδικάζει αλληλεγγύως τη SIVU du plan d'eau de la Vallée du Lot, που φέρει επίσης την επωνυμία SIVU du pays d'accueil de la Vallée du Lot, και την Hydro-Réalisations SARL στα δικαστικά έξοδα.»
Γ - Η απόδοση της προκαταβολής
17. Η SIVU, χωρίς να απαντήσει στην αγωγή της Επιτροπής, γνωστοποίησε στην Επιτροπή, στις 11 Νοεμβρίου 1997, ότι η κατασκευή του υδατοφράκτη υπερχειλίσεως ολοκληρώθηκε το 1994. Καθόσον οι ενώσεις προστασίας του περιβάλλοντος παραιτήθηκαν από τις αντιδράσεις τους, η SIVU παρήγγειλε την εκπόνηση μελέτης για τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως του αρχικού σχεδίου κατασκευής της μικρής υδροηλεκτρικής μονάδας. Μόνον αφού υποβλήθηκαν τα αποτελέσματα της μελέτης στάθηκε δυνατό να αποφασίσουν οι αρχές, στις 11 Ιουνίου 1997, την οριστική εγκατάλειψη της κατασκευής της μικρής υδροηλεκτρικής μονάδας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η προκαταβολή δεν αποδόθηκε μέχρι εκείνη την ημερομηνία. Η SIVU απέδωσε αμέσως την προκαταβολή των 83 928 ευρώ και ζήτησε από την Επιτροπή να μην επιβάλει κυρώσεις («sans pénalisation») λόγω της καθυστερημένης αποδόσεως της προκαταβολής.
18. Στις 8 Οκτωβρίου 1998, η SIVU κατέβαλε στην Επιτροπή το ποσό των 587 496,00 γαλλικών φράγκων (FRF), χωρίς ένδειξη ούτε των επιμέρους στοιχείων που συνιστούν το ποσό αυτό ούτε κατά πόσον αφορά το κύριο χρέος (την απόδοση της προκαταβολής) ή το παρεπόμενο χρέος (τους τόκους). Κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, η τράπεζα εξέδωσε δύο χρεωστικά έγγραφα: το πρώτο, στις 23 Οκτωβρίου 1998, για ποσό 554 889,97 FRF (ήτοι 83 928 ευρώ ) και το δεύτερο, στις 30 Οκτωβρίου 1998, για ποσό 32 606,03 FRF (ήτοι 4 973,81 ευρώ).
19. Με έγγραφο της 9ης Ιουνίου 1999, της προηγουμένης δηλαδή ημέρας από την έκδοση της ερήμην αποφάσεως, ο δικηγόρος της SIVU πληροφόρησε την Επιτροπή και το Δικαστήριο για την από 8 Οκτωβρίου 1998 καταβολή.
20. Με δικόγραφο της 9ης Ιουλίου 1999, το οποίο περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Ιουλίου 1999, η SIVU άσκησε ανακοπή κατά της αποφάσεως που της κοινοποιήθηκε στις 15 Ιουνίου 1999.
ΙΙΙ - Αιτήματα των διαδίκων
Α - Ισχυρισμοί της SIVU
21. Η SIVU ισχυρίζεται ότι το κύριο χρέος εξοφλήθηκε με την καταβολή της 8ης Οκτωβρίου 1998.
22. Όσον αφορά τους δικαιοπρακτικούς τόκους, η SIVU ισχυρίζεται ότι οι εργασίες επί του σχεδίου διακόπηκαν μόλις στις 11 Ιουνίου 1997. Μόνο κατά το χρονικό αυτό σημείο διέθετε τα αποτελέσματα της μελέτης για τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως της κατασκευής της μικρής υδροηλεκτρικής μονάδας, μελέτης την οποία είχε παραγγείλει η SIVU αφότου έπαυσε η αντίδραση των ενώσεων προστασίας του περιβάλλοντος. Η SIVU ενημέρωσε σχετικώς την Επιτροπή με έγγραφο της 11ης Ιουνίου 1997. Κατά τη SIVU, οι δικαιοπρακτικοί τόκοι οφείλονται επομένως από τις 11 Ιουνίου 1997 και μόνο μέχρι την ημερομηνία της εξοφλήσεως του κυρίου χρέους, την 8η Οκτωβρίου 1998.
23. Επικουρικώς, η SIVU ισχυρίζεται ότι οι δικαιοπρακτικοί τόκοι οφείλονται από τις 31 Μα_ου 1991 ήτοι την ημερομηνία της λήξεως των εργασιών κατά την έννοια του άρθρου 9 της συμβάσεως.
24. Κατά τη SIVU, δεν οφείλονται δικαιοπρακτικοί τόκοι βάσει της διατάξεως του άρθρου 1153 του Code civil. Η διάταξη αυτή απαγορεύει τη σώρευση δικαιοπρακτικών και νομίμων τόκων.
25. Η SIVU ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να κρίνει παραδεκτή και βάσιμη την ανακοπή και, κατά συνέπεια,
- να ακυρώσει την απόφαση της 10ης Ιουνίου 1999,
- να απορρίψει την από 2 Μα_ου 1997 αγωγή της Επιτροπής,
- να αναγνωρίσει ότι καταβλήθηκε το ποσό των 587 496 FRF στις 8 Οκτωβρίου 1998·
2) όσον αφορά τους τόκους,
- να αναγνωρίσει ότι οι τόκοι οφείλονται μόνο για το χρονικό διάστημα μεταξύ της 11ης Ιουνίου 1997 και της 8ης Οκτωβρίου 1998·
- επικουρικώς: να αναγνωρίσει ότι οι τόκοι οφείλονται μόνο για το χρονικό διάστημα μεταξύ 31ης Μα_ου 1991 και 8ης Οκτωβρίου 1998·
3) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
26. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο
1) να απορρίψει την ανακοπή·
2) να καταδικάσει τη SIVU στα δικαστικά έξοδα.
27. Η Επιτροπή αιτιολογεί τα αιτήματά της με το γεγονός ότι η SIVU ενημέρωσε την Επιτροπή και το Δικαστήριο για την καταβολή των ποσών πολύ καθυστερημένα, ήτοι μόλις την προηγουμένη της εκδόσεως της ερήμην δικαστικής αποφάσεως.
28. Κατά τα λοιπά, κατά την Επιτροπή, οι καταβολές στις οποίες προέβη η SIVU δεν επηρεάζουν καθόλου το περιεχόμενο της ερήμην αποφάσεως, αλλά αφορούν μόνον την εκτέλεσή της. Το ποσό που κατέβαλε η SIVU δεν αρκεί, κατά την Επιτροπή, για την εξόφληση της κυρίας οφειλής και των τόκων. Μετά την εξόφληση της κυρίας οφειλής (83 928 ευρώ), η Επιτροπή εξακολουθούσε να έχει, στις 23 Οκτωβρίου 1998, απαίτηση ύψους 40 347,64 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στους δικαιοπρακτικούς τόκους για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουνίου 1991 μέχρι τις 22 Οκτωβρίου 1998. Με το ποσό των 4 973,81 ευρώ που κατέβαλε η SIVU στις 30 Οκτωβρίου 1998 εξοφλήθηκε μόνον ένα μέρος του χρέους.
29. Όσον αφορά τους δικαιοπρακτικούς τόκους, η Επιτροπή θεωρεί ότι άρχισαν να τρέχουν από τις 31 Μα_ου 1991. Η SIVU θεωρεί ως κρίσιμη την ημερομηνία κατά την οποία εγκαταλείφθηκαν οριστικά οι εργασίες, ήτοι, κατά την άποψή της, τις 11 Ιουνίου 1997. Ωστόσο, κατά την Επιτροπή, κρίσιμο είναι σύμφωνα με τη σύμβαση το χρονικό σημείο του τέλους ή της διακοπής των εργασιών, το οποίο πρέπει να καθοριστεί με αντικειμενικά κριτήρια. Το χρονικό αυτό σημείο πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι η 31η Μα_ου 1991.
30. Κατά την Επιτροπή, ο ισχυρισμός της SIVU ότι οι τόκοι υπολογίζονται μόνο μετά τις 11 Ιουνίου 1997 δεν συμφωνεί με το γράμμα του άρθρου 9 της συμβάσεως. Το άρθρο αυτό διακρίνει μεταξύ του χρονικού σημείου της λύσεως της συμβάσεως, το οποίο προσδιορίζεται από τη διαπίστωση ενός από τους συμβαλλομένους ότι δεν υπάρχει συμφέρον στην περαιτέρω εκτέλεση της συμβάσεως, και του χρονικού σημείου του τέλους των εργασιών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η άποψη ότι η λύση της συμβάσεως ή η οριστική εγκατάλειψη του σχεδίου συμπίπτουν με τη διακοπή των εργασιών δεν συμβιβάζεται με το αντικείμενο και τον σκοπό της διατάξεως αυτής.
31. Με έγγραφο της 19ης Ιουλίου 1999, η Επιτροπή ζήτησε από τη SIVU το υπόλοιπο του χρέους, ύψους 48 748,56 ευρώ (136 845,78 ευρώ μείον τα καταβληθέντα ποσά ύψους συνολικώς 88 901,81 ευρώ = 47 943,97 ευρώ πλέον δικαιοπρακτικών τόκων για το χρονικό διάστημα από τις 30 Οκτωβρίου 1998 μέχρι την 1η Ιουλίου 1999).
32. Όσον αφορά τους νομίμους τόκους που ζητήθηκαν αρχικώς, η Επιτροπή αρκείται να παραπέμψει στα εκτιθέμενα στη σκέψη 30 της αποφάσεως.
33. Σε απάντηση ερωτήσεως του Δικαστηρίου, η Επιτροπή συμπλήρωσε τις παρατηρήσεις της, σημειώνοντας ότι οι καταβολές στις οποίες προέβη η SIVU κάλυψαν αρχικώς τους τόκους και κατόπιν την κύρια οφειλή. Κατόπιν των εκ μέρους της SIVU καταβολών, η Επιτροπή είχε ακόμη, στις 23 Οκτωβρίου 1998, απαίτηση επί της κυρίας οφειλής ύψους 40 347,64 ευρώ, η οποία μειώθηκε στα 35 373,83 ευρώ στις 30 Οκτωβρίου 1998 μετά τη δεύτερη αναγγελία πιστώσεως. Λόγω μη πλήρους εξοφλήσεως της κυρίας οφειλής, οι τόκοι συνέχισαν να τρέχουν μετά το χρονικό αυτό σημείο.
34. Κατά τις διευκρινίσεις της Επιτροπής, το επιτόκιο για τον υπολογισμό των τόκων είναι το επιτόκιο που δημοσιεύει η Επιτροπή την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα στην Επίσημη Εφημερίδα. Μέχρι το 1993 ίσχυε το επιτόκιο που εφάρμοζε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας για τις πράξεις του σε ECU και στη συνέχεια, μέχρι τον Μάιο του 1998, το επιτόκιο που χρησιμοποιούσε το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα και κατόπιν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις πράξεις τους σε ECU. Κατόπιν της εισαγωγής του ευρώ την 1η Ιανουαρίου 1999 ισχύει το επιτόκιο που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αρχικά για τις συμφωνίες της πωλήσεως και επαναγοράς και, από τον Απρίλιο του 2000, για τις πράξεις της κυρίας αναχρηματοδοτήσεως.
IV - Ανάλυση
A - αραδεκτό της ανακοπής
35. Κατά τη δικογραφία, η ερήμην εκδοθείσα απόφαση κοινοποιήθηκε στη SIVU στις 15 Ιουνίου 1999. Κατά συνέπεια, η ανακοπή που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Ιουλίου 1999 ασκήθηκε εμπροθέσμως. Επειδή πληρούνται και οι λοιπές τυπικές προϋποθέσεις, η ανακοπή ασκείται παραδεκτώς.
B - Βάσιμο της ανακοπής
1) Απόδοση της προκαταβολής
36. Η SIVU και η Hydro δεν πραγματοποίησαν το σχέδιο. Επομένως, ορθώς η Επιτροπή συνεπέρανε ότι η συνέχιση του προγράμματος εργασίας είχε αποβεί χωρίς αντικείμενο και, κατά συνέπεια, ορθώς κατήγγειλε τη σύμβαση. Κατά το άρθρο 8, τρίτο εδάφιο, της συμβάσεως, η Επιτροπή έχει κατ' αρχήν δικαίωμα να της αποδοθεί η καταβληθείσα προκαταβολή ύψους 83 928 ευρώ πλέον τόκων. Όσον αφορά τις λεπτομέρεις, παραπέμπω στα εκτιθέμενα στις προτάσεις της 28 Ιανουαρίου 1999 στην ίδια υπόθεση.
37. Στο πλαίσιο της εξετάσεως της ανακοπής που άσκησε η SIVU κατά της ερήμην αποφάσεως, επιβάλλεται ωστόσο η εξέταση του ζητήματος κατά πόσο, με την από 8 Οκτωβρίου 1998 καταβολή, αποσβέστηκε η αξίωση της Επιτροπής για απόδοση του ποσού.
38. Η SIVU κατέβαλε 587 496,00 FRF στην Επιτροπή. Κατά τα στοιχεία της Επιτροπής, το ποσό αυτό πιστώθηκε σε δύο στάδια· στις 23 Οκτωβρίου 1998 πιστώθηκε ποσό 83 928 ευρώ και στις 30 Οκτωβρίου 1998 πιστώθηκε ποσό 4 973,81 ευρώ. Κατά τη SIVU, η αξίωση της Επιτροπής προς απόδοση του ποσού αποσβέστηκε διά της καταβολής. Η Επιτροπή αμφισβητεί το γεγονός αυτό, δεδομένου ότι το καταβληθέν ποσό δεν επαρκεί για την εξόφληση της κύριας οφειλής και των τόκων.
39. Η αξίωση περί αποδόσεως της προκαταβολής, την οποία επιβεβαίωσε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση, έχει αποσβεστεί αν η SIVU κατέβαλε πλήρως το συνολικό ποσό του χρέους, που συνίσταται στην προκαταβολή και τους τόκους. Η προκαταβολή ανερχόταν σε 83 928 ευρώ. Για να καταστεί δυνατή η εκτίμηση του αν η αξίωση της Επιτροπής αποσβέστηκε με την από 8 Οκτωβρίου 1998 καταβολή, πρέπει επομένως να διαπιστωθεί σε ποιο ποσό ανερχόταν η αξίωση της Επιτροπής για καταβολή των τόκων κατά την ημερομηνία της καταβολής.
2) Υπολογισμός των τόκων
α) Έναρξη του απαιτητού των τόκων
40. Κατά το άρθρο 9, τρίτο εδάφιο, της συμβάσεως, το οφειλόμενο ποσό τοκίζεται από της ημερομηνίας του πέρατος ή της διακοπής των εργασιών («date de fin ou d'arrêt des travaux»). Κατά τη SIVU, οι εργασίες διακόπηκαν στις 11 Ιουνίου 1997, κατόπιν της εκδόσεως των αποτελεσμάτων της μελέτης. Στο δικόγραφο της αγωγής, η Επιτροπή θεώρησε ως κρίσιμη ημερομηνία τη 17η Ιανουαρίου 1991, κατά την οποία καταβλήθηκε η προκαταβολή. Στις παρατηρήσεις της επί της ανακοπής, η Επιτροπή ακολουθεί ωστόσο τη θέση που εκφράστηκε με την ερήμην απόφαση και θεωρεί ως ημερομηνία διακοπής των εργασιών τις 31 Μα_ου 1991.
41. Κατά την ερμηνεία των συμβάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 1156 του Code civil, αναζητείται η βούληση των συμβαλλομένων μερών . Δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτό ότι τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν την πρόθεση να ρυθμίσουν το ζήτημα του καθορισμού του χρονικού σημείου της διακοπής των εργασιών βάσει κριτηρίων τα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη δεν γνώριζαν ή τουλάχιστον δεν μπορούσαν να γνωρίζουν. Συνεπώς, η γνώμη ενός συμβαλλομένου μέρους δεν μπορεί να είναι κρίσιμη για τον καθορισμό του χρονικού σημείου του πέρατος ή της διακοπής των εργασιών. Αντιθέτως, το χρονικό αυτό σημείο πρέπει να καθορίζεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και καταστάσεων, που γνωρίζουν ή τουλάχιστον μπορούν να γνωρίζουν τα δύο συμβαλλόμενα μέρη.
42. Ως τέτοια αντικειμενική κατάσταση πρέπει να θεωρηθεί κατ' αρχάς το από 6 Νοεμβρίου 1992 έγγραφο της SIVU (βλ. ανωτέρω, σημείο 11). Με το έγγραφο αυτό η SIVU πληροφόρησε την Επιτροπή ότι η ηλεκτρική μονάδα, της οποίας η κατασκευή αποτελούσε αντικείμενο της συμβάσεως, δεν επρόκειτο να κατασκευαστεί και πρότεινε να αποδώσει την προκαταβολή. Από το χρονικό αυτό σημείο και κατόπιν, η Επιτροπή δεν έπρεπε να υπολογίζει σε συνέχιση των εργασιών. Συγκεκριμένα, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι, στο διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας του εγγράφου αυτού και της ημερομηνίας του από 11 Ιουνίου 1997 εγγράφου, η SIVU ενημέρωσε την Επιτροπή (βλ. ανωτέρω, σημείο 17) ότι, πάντως, εξακολούθησαν οι εργασίες επί του σχεδίου. Έτσι, αν η SIVU είχε τη δυνατότητα να επικαλεστεί το από 11 Ιουνίου 1997 έγγραφο, το γεγονός αυτό θα συνιστούσε παράβαση του άρθρου 1134, παράγραφος 3, του Code civil , το οποίο απαιτεί η εκτέλεση των συμβάσεων να γίνεται με καλή πίστη. Στις 8 Δεκεμβρίου 1992, στις 27 Φεβρουαρίου 1994, την 1η Ιουνίου 1994, στις 31 Οκτωβρίου 1994 και στις 12 Οκτωβρίου 1995 η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη το από 6 Νοεμβρίου 1992 έγγραφο και την από 18 Νοεμβρίου 1992 καταγγελία της Επιτροπής, απέστειλε στη SIVU έγγραφα οχλήσεως αποσκοπούντα στην απόδοση της προαταβολής. Επομένως, η Επιτροπή, βάσει του από 6 Νοεμβρίου 1992 εγγράφου, θεώρησε, προφανώς, ότι οι συμβατικώς συμφωνηθείσες εργασίες διεκόπησαν οριστικά. Η SIVU δεν προέβαλε σχετικώς καμία αντίρρηση. Η επίκληση του από 11 Ιουνίου 1997 εγγράφου θα παραβιάζε την αρχή της καλής πίστεως.
43. Στην αγωγή της, ωστόσο, η Επιτροπή μνημόνευσε επίσης ένα προηγούμενο χρονικό σημείο, ήτοι τις 31 Μα_ου 1991. Η Επιτροπή εκτιμά ότι μέχρι το χρονικό αυτό σημείο - κατά τις εκθέσεις που παρουσίασε η SIVU σύμφωνα με τη σύμβαση - πραγματοποιήθηκαν εργασίες όσον αφορά το σχέδιο. Η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε με τις παρατηρήσεις επί της ανακοπής. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι ήταν πρόδηλο και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη ότι οι εργασίες διεκόπησαν στις 31 Μα_ου 1991. Από το χρονικό αυτό σημείο, επομένως, άρχισαν να τρέχουν οι συμβατικοί τόκοι.
β) Ισχύον επιτόκιο
44. Το επιτόκιο καθορίζεται στη σύμβαση με αναφορά στο επιτόκιο που εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας για τις πράξεις του σε ECU, το οποίο δημοσιεύεται την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα. Όμως το Ταμείο δεν υπάρχει πλέον και το συμβατικώς συμφωνηθέν επιτόκιο αναφοράς δεν δημοσιεύεται πια. Τίθεται επομένως το ερώτημα ποιο επιτόκιο πρέπει να εφαρμοστεί στην απόδοση της οφειλής.
45. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το επιτόκιο αναφοράς είναι εκείνο το οποίο δημοσιεύει η Επιτροπή την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα στην Επίσημη Εφημερίδα. Μέχρι το 1993 αυτό ήταν το επιτόκιο που εφάρμοζε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας για τις πράξεις του σε ECU. Στη συνέχεια, μέχρι τον Μάιο του 1998 το επιτόκιο αυτό ήταν το επιτόκιο που εφάρμοζε το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ινστιτούτο και κατόπιν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις πράξεις του σε ECU. Κατόπιν της εισαγωγής του ευρώ την 1η Ιανουαρίου 1999, κρίσιμο είναι το επιτόκιο που εφάρμοζε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αρχικώς για τις συμφωνίες της πωλήσεως και επαναγοράς και εφαρμόζει τώρα πλέον για τις πράξεις της κυρίας αναχρηματοδοτήσεως. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη νομική βάση για την εφαρμογή των εκάστοτε επιτοκίων αναφοράς.
46. Το συμφωνηθέν επιτόκιο δεν υφίσταται πλέον και η ίδια η σύμβαση δεν προβλέπει ποιο επιτόκιο πρέπει να χρησιμοποιηθεί αντ' αυτού. Όπως προαναφέρθηκε, κατά το άρθρο 1156 του Code civil, η ερμηνεία μιας συμβάσεως πρέπει να λαμβάνει υπόψη την κοινή βούληση των δύο συμβαλλομένων μερών κατά τη σύναψη της συμβάσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 9, τέταρτο εδάφιο, της συμβάσεως, μπορεί τουλάχισον να συναχθεί η βούληση των συμβαλλομένων μερών να εφαρμόσουν ένα επιτόκιο το οποίο ίσχυε για τις πράξεις σε ECU. Επιπλέον, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι δεν επρόκειτο για επιτόκιο που είχε καθοριστεί από ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, αλλά για επιτόκιο που είχε καθοριστεί στο πλαίσιο της νομισματικής συνεργασίας των κρατών μελών. Τέλος από τη συμφωνία προκύπτει ότι θα ίσχυε κάποιο δημοσιευμένο επιτόκιο.
47. Η λύση που πρότεινε η Επιτροπή πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Τα διάφορα αυτά επιτόκια χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται για τις συναλλαγές σε ECU ή - κατόπιν της αντικαταστάσεώς του από το ευρώ - σε ευρώ. Καθορίστηκαν και καθορίζονται οπωσδήποτε από τους αρμόδιους για τα νομισματικά ζητήματα της Κοινότητας φορείς. Τα διάφορα αυτά επιτόκια δημοσιεύονταν και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Κοινότητας την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα.
48. Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το άρθρο 1160 του Code civil, κατά το οποίο οι συμβάσεις πρέπει να συμπληρώνονται, αν χρειαστεί, από τους συνήθεις όρους συναλλαγών, ακόμη και αν αυτοί δεν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση . Η Επιτροπή μνημόνευσε επιτόκια τα οποία συμφωνούνται συνήθως στις συμβάσεις τις οποίες συνάπτει. Το γεγονός αυτό συνηγορεί επίσης υπέρ της εφαρμογής των επιτοκίων τα οποία εφαρμόζει η Επιτροπή κατόπιν της καταργήσεως του συμβατικώς συμφωνηθέντος επιτοκίου αναφοράς.
49. Η SIVU δεν αμφισβήτησε τη μέθοδο που ακολούθησε η Επιτροπή. Οι φορείς στους οποίους αναφέρεται η Επιτροπή αποτελούν οργανισμούς ανεξάρτητους από αυτήν, πράγμα που σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να επηρεάσει τον καθορισμό του επιτοκίου. Ούτε, άλλωστε, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η αλλαγή στα επιτόκια αναφοράς έχει ως συνέπεια να περιέρχεται η SIVU σε δυσμενέστερη θέση. Κατά συνέπεια, δεν μπορούν να προβληθούν νομικές αντιρρήσεις κατά της μεθόδου της Επιτροπής. Επομένως, το εφαρμοστέο μέχρι το 1993 επιτόκιο είναι εκείνο που εφάρμοζε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας για τις πράξεις του σε ECU, στη συνέχεια δε, μέχρι τον Μάιο του 1998, και στη συνέχεια, μέχρι τον Μάιο του 1998, το επιτόκιο αυτό ήταν το επιτόκιο που εφάρμοζε το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ινστιτούτο και κατόπιν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις πράξεις του σε ECU. Κατόπιν της εισαγωγής του ευρώ την 1η Ιανουαρίου 1999, κρισιμο είναι το επιτόκιο που εφάρμοζε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αρχικώς για τις συμφωνίες της πωλήσεως και επαναγοράς και εφαρμόζει πλέον για τις πράξεις της κυρίας αναχρηματοδοτήσεως.
50. Βάσει αυτών των επιτοκίων αναφοράς, η Επιτροπή υπολόγισε ότι, μέχρι την εκ μέρους της SIVU καταβολή, υπήρχε χρέος από τόκους ύψους 40 347,64 ευρώ. Η SIVU δεν αμφισβήτησε ούτε τον υπολογισμό αυτό. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι πριν την καταβολή της 23ης Οκτωβρίου 1998 απέμενε χρέος από τόκους ύψους 40 347,64 ευρώ.
51. Αντίθετα προς την άποψη της SIVU, το κρίσιμο χρονικό σημείο για τον καταλογισμό της παροχής υπέρ της Επιτροπής είναι η 23η Οκτωβρίου 1998 και όχι η 8η Οκτωβρίου 1998. Η SIVU ισχυρίστηκε ότι προέβη στην απόδοση της προκαταβολής με έμβασμα και ότι προς απόδειξη προσκόμισε ένταλμα πληρωμής της 8ης Οκτωβρίου 1998 που είχε εκδοθεί για εσωτερική χρήση της διοικήσεως. Κατά το άρθρο 1238 του Code civil , όπως το ερμηνεύουν τα γαλλικά δικαστήρια, η καταβολή μέσω εμβάσματος θεωρείται πραγματοποιηθείσα από της πιστώσεως του δικαιούχου. Κατά το μη αμφισβητούμενο επιχείρημα της Επιτροπής, το έμβασμα ύψους 587 496,00 FRF πιστώθηκε κατά ένα μέρος του ποσού, ύψους 83 928 ευρώ, στις 23 Οκτωβρίου 1998 και κατά ένα ακόμη μέρος, ύψους 4 973,81 ευρώ, στις 30 Οκτωβρίου 1998. Επομένως, οι ημερομηνίες αυτές πρέπει να θεωρηθούν ως το χρονικό σημείο της εκ μέρους της SIVU παροχής και, κατά συνέπεια, ως δήλη ημέρα για τον υπολογισμό των οφειλομένων τόκων.
3) Νόμιμοι τόκοι
52. Όσον αφορά τους νόμιμους τόκους, το Δικαστήριο έκρινε με την ερήμην απόφαση ότι το άρθρο 1153 του Code civil δεν επιτρέπει την είσπραξη νομίμων τόκων πλέον των δικαιοπρακτικών. Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το γεγονός αυτό. Δεν υπάρχει άλλη προφανής αιτία η οποία θα δικαιολογούσε άλλο αποτέλεσμα. Καθόσον λοιπόν η Επιτροπή απαιτεί, πέραν των δικαιοπρακτικών, και νομίμους τόκους, επιβάλλεται η επικύρωση της ερήμην αποφάσεως.
4) Ύψος του ποσού των οφειλών κατά την καταβολή
53. Ως ενδιάμεσο συμπέρασμα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στις 23 Οκτωβρίου 1998, υπήρχε οφειλή 83 928 ευρώ από την προκαταβολή και 40 347,64 ευρώ από τους τόκους. Επομένως, το σύνολο της οφειλής ανερχόταν σε 124 275,64 ευρώ.
5) Νόμιμη συνέπεια της καταβολής
54. Επί της οφειλής των 124 275,64 ευρώ, η SIVU κατέβαλε συνολικώς 88 901,81 ευρώ. Το ποσό αυτό δεν επαρκεί, συνεπώς, για την εξόφληση του συνόλου της οφειλής. ροκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον η καταβολή εκ μέρους της SIVU ικανοποίησε την απαίτηση της Επιτροπής, πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα ποια οφειλή εξόφλησε η SIVU.
55. Στο ένταλμα πληρωμής που προσκόμισε η SIVU με το δικόγραφο της ανακοπής γίνεται γενικώς μνεία περί αποδόσεως της επιχορηγήσεως της ΕΟΚ («remboursement subvention CEE»). Ουδείς πίνακας προσκομίστηκε από τον οποίο να προκύπτει η ανάλυση του ποσού.
56. Το από 11 Ιουνίου 1997 έγγραφο της SIVU, με το οποίο ανακοινώθηκε στην Επιτροπή η απόδοση της προκαταβολής, αφορά την καταβολή του ποσού των 83 928 ευρώ. Τούτο σημαίνει ότι η SIVU, τον Οκτώβριο του 1998, ήθελε να καταβάλει το ποσό της κύριας οφειλής. Εξάλλου, με το έγγραφο αυτό, η SIVU ζήτησε από την Επιτροπή να απόσχει από «κυρώσεις» («sans pénalisation»). Και αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη ότι η SIVU επιδίωξε, τουλάχιστον κατ' αρχάς, να εξοφλήσει την κύρια οφειλή και ότι οι «κυρώσεις», όπως οι τόκοι, έπρεπε πράγματι να αποφευχθούν.
57. Η εκτίμηση αυτή της εκ μέρους της SIVU καταβολής πρέπει, πάντως, να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1254 του Code civil. Κατά το άρθρο αυτό, οι καταβολές πρέπει κατ' αρχήν να εξυπηρετούν πρώτα την οφειλή από τους τόκους και κατόπιν, κατά δεύτερο λόγο, το οφειλόμενο κεφάλαιο, εκτός αν ο δανειστής συμφωνεί να προσμετρηθεί η παροχή στο κεφάλαιο . Επομένως, απομένει να εξεταστεί αν η Επιτροπή συμφώνησε να προσμετρηθεί η παροχή της SIVU στο κεφάλαιο.
58. Υπάρχει ενδεχομένως ρητή σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής στο από 24 Νοεμβρίου 1999 έγγραφό της. Στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή εκθέτει ότι στις 23 Οκτωβρίου 1998, λαμβανομένης υπόψη της αποδόσεως της κυρίας οφειλής (83 928 ευρώ) εκ μέρους της SIVU, εξακολουθούσε να έχει έναντι της SIVU απαίτηση ύψους 40 347,64 ευρώ, η οποία αντιστοιχεί στο ποσό των μεταξύ της 1ης Ιουνίου 1991 και της 22ας Οκτωβρίου 1998 οφειλομένων δικαιοπρακτικών τόκων. Κατά την Επιτροπή, το ποσό των 4 973,81 ευρώ που εμβάστηκε στις 30 Οκτωβρίου 1998 αντιστοιχεί σε μέρος μόνο των δικαιοπρακτικών τόκων, τους οποίους δικαιούνταν η Επιτροπή κατά το χρονικό αυτό σημείο .
59. Η περιγραφή αυτή αντίκειται εξάλλου στα εκτιθέμενα στο προηγούμενο μνημόνιο, της 13ης Οκτωβρίου 1999, καθώς και στο από 19 Ιουλίου 1999 έγγραφο, στο οποίο γίνεται μνεία του σημείου 15 του εν λόγω μνημονίου. Στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή υπολόγισε ως υπόλοιπο της οφειλής 47 943,97 ευρώ, το οποίο διορθώθηκε εν τω μεταξύ στα 40 347,64 ευρώ, για το οποίο ωστόσο είναι απαιτητοί περαιτέρω τόκοι για το χρονικό διάστημα από 30ής Οκτωβρίου 1998 μέχρι 1ης Ιουλίου 1999. Όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 1154 του Code civil, οι τόκοι μπορούν κατ' αρχήν να εισπραχθούν μόνον επί του κεφαλαίου και όχι επί των τόκων, εφόσον δεν υπάρχει δικαστική απόφαση ή συμβατική συμφωνία που να ορίζει άλλως . Επειδή εν προκειμένω δεν συντρέχουν αυτές οι εξαιρετικές περιπτώσεις, η Επιτροπή, δεδομένου ότι απαιτεί περαιτέρω τόκους, πρέπει να πίστωσε την καταβολή της SIVU κατ' αρχάς στους οφειλόμενους τόκους και κατόπιν στο κεφάλαιο.
60. Η Επιτροπή, με την από 18 Ιουλίου 2000 απάντησή της στην ερώτηση του Δικαστηρίου όσον αφορά αυτή την αντίφαση, επιβεβαίωσε την αρχική της θέση ότι η καταβολή πιστώθηκε αρχικώς στους τόκους και κατόπιν στην κύρια οφειλή. Ως εξήγηση της αντιφάσεως αυτής η Επιτροπή προέβαλε ότι το λογιστήριό της προέβη σε λανθασμένη εγγραφή.
61. Το επιχείρημα της Επιτροπής υποδηλώνει ότι, τουλάχιστον, η καταβολή εκ μέρους της SIVU πιστώθηκε όντως στην κύρια οφειλή και μόνον το υπόλοιπο πιστώθηκε στους τόκους. Τούτο φαίνεται ωστόσο ότι είναι απόρροια εσωτερικών προβλημάτων της Επιτροπής και δεν αποτελεί δήλωση βουλήσεως. Εξάλλου, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η μόνη ρητή δήλωση βουλήσεως της οποίας μπορεί να γίνει μνεία εμφανίζεται για πρώτη φορά στο από 24 Νοεμβρίου 1999 έγγραφο, δηλαδή ένα έτος μετά τη λογιστική εγγραφή. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να αποτελούσε τη βάση της πραγματοποιηθείσας εγγραφής. Εξαιτίας των αντιφατικών δηλώσεων, δεν είναι επίσης δυνατό να θεωρηθεί ότι υπήρχε σαφής βούληση της Επιτροπής να επιτρέψει την πίστωση της καταβολής στην κύρια οφειλή. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 1254 του Code civil, σύμφωνα με τον οποίο οι μερικές καταβολές πρέπει κατ' αρχήν να πιστώνονται πρώτα στους τόκους.
62. Θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι η εγγραφή στην οποία προέβη ο λογιστής ενέχει σιωπηρή συμφωνία. Υπέρ του επιχειρήματος αυτού συνηγορεί η ταυτότητα των χρηματικών ποσών. Το ποσό 83 928 ευρώ που πιστώθηκε από την Τράπεζα στις 23 Οκτωβρίου 1998 και εγγράφηκε από το λογιστήριο αντιστοιχεί ακριβώς στο ποσό της αποδοτέας προκαταβολής.
63. Στην ερμηνεία αυτή της συμπεριφοράς της Επιτροπής αντιτίθεται ωστόσο το γεγονός ότι η λογιστική εγγραφή εξηγείται, κατά τον ισχυρισμό της Επιτροπής, από το ότι κατά το χρονικό εκείνο σημείο υπήρχε μία μόνον οφειλή «83 928 [ευρώ] πλέον τόκων» και ότι οι τόκοι δεν είχαν ακόμη υπολογιστεί. Αν ληφθεί υπόψη ότι οι απαιτήσεις πληρωμής της Επιτροπής από το 1992 περιέχουν πάντοτε την έκφραση «πλέον τόκων» και ότι κατά το άρθρο 1254 του Code civil όπως και κατά το άρθρο 96 του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ) 3418/93 , που το λογιστήριο της Επιτροπής οφείλει να τηρεί, η καταβολή πρέπει κατ' αρχάς να πιστωθεί στους τόκους και στη συνέχεια στο κεφάλαιο, δεν είναι δυνατό να συναγάγει κανείς από τη λογιστική εγγραφή σιωπηρή συναίνεση για πίστωση της κύριας οφειλής.
64. Βάσει των προεκτεθέντων, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή ούτε ρητώς ούτε σιωπηρώς αποδέχθηκε να πιστωθεί η καταβολή της SIVU στην κύρια οφειλή. Η πραγματοποιηθείσα καταβολή ύψους 587 496,00 FRF έπρεπε επομένως να πιστωθεί κατ' αρχάς στους τόκους και στη συνέχεια στην κύρια οφειλή. Η απαίτηση περί αποδόσεως της προκαταβολής έχει αποσβεστεί μόνον καθόσον το ποσό που εμβάστηκε υπερέβαινε τους οφειλόμενους τόκους.
65. Επομένως, με την καταβολή 83 928 ευρώ εξοφλήθηκε κατ' αρχάς το ποσό των τόκων επί των οφειλομένων κατά τις 23 Οκτωβρίου 1998 124 275,64 ευρώ. Κατά συνέπεια, απομένει υπόλοιπο χρέους επί του κεφαλαίου ύψους 40 347,64 ευρώ, το οποίο κατά το άρθρο 9 της συμβάσεως εξακολουθεί να είναι τοκοφόρο.
66. Στις 30 Οκτωβρίου 1998 εκδόθηκε ένα ακόμη πιστωτικό σημείωμα για ποσό 4 973,81 ευρώ. Κατά τα προεκτεθέντα, η καταβολή αυτή πρέπει να καταλογιστεί αρχικώς στους τόκους και κατόπιν στην κύρια οφειλή. Βάσει του επιτοκίου που προτείνει η Επιτροπή, το οποίο δεν αμφισβήτησε η SIVU, η οφειλή έπρεπε να τοκιστεί με επιτόκιο 4 % κατά τον Οκτώβριο του 1998. Επομένως, στις 30 Οκτωβρίου 1998, υπήρχε χρέος από τόκους ύψους 31,38 ευρώ. Αποτέλεσμα της καταβολής ήταν ότι η κύρια οφειλή μειώθηκε στα 35 405,21 ευρώ. Κατόπιν των δύο καταβολών υπήρχε επομένως υπόλοιπο της κύριας οφειλής ύψους 35 405,21 ευρώ.
6) ερίληψη
67. Συνοψίζοντας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κατόπιν της καταβολής 587 496,00 FRF απέμενε οφειλή ύψους 35 405,21 ευρώ. Η αξίωση της Επιτροπής για απόδοση της προκαταβολής δεν έχει αποσβεστεί ως προς το ποσό αυτό. Το οφειλόμενο ποσό είναι τοκοφόρο μέχρι οριστικής εξοφλήσεως, κατά το άρθρο 9 της συμβάσεως.
68. Κατά τη σύμβαση, η SIVU και η Hydro ευθύνονται εις ολόκληρον για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν από τη σύμβαση. Κατά συνέπεια, πρέπει επίσης να υποχρεωθούν να καταβάλουν εις ολόκληρον το υπόλοιπο της οφειλής.
V - Δικαστικά έξοδα
69. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Επιβάλλεται η απόρριψη του αιτήματος της SIVU καθόσον υπάρχει ακόμη υπόλοιπο οφειλής. Επίσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής να απορριφθεί πλήρως η ανακοπή. Επομένως, συντρέχει περίπτωση μερικής μόνον ήττας των διαδίκων. Αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η ανακόπτουσα ενημέρωσε το Δικαστήριο περί της προ εννέα μηνών πραγματοποιηθείσας καταβολής μόνον αμέσως πριν την κοινοποίηση της αποφάσεως και ότι η Επιτροπή δεν ενημέρωσε καθόλου το Δικαστήριο περί της καταθέσεως της πληρωμής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αμφότεροι οι διάδικοι προκάλεσαν την προκείμενη δίκη. Επομένως κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
VI - Συμπέρασμα
70. Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Υποχρεώνει τη SIVU du plan d'eau de la Vallée du Lot, άλλως ονομαζόμενη SIVU du pays d'accueil de la Vallée du Lot, και την Hydro-Réalisations SARL να καταβάλουν αλληλεγγύως στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ποό των 35 405,21 ευρώ, πλέον δικαιοπρακτικών τόκων από τις 30 Οκτωβρίου 1998 και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως της οφειλής.
2) Απορρίπτει την ανακοπή κατά τα λοιπά.
3) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy