Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί των προσφυγών λόγω παραβάσεως κράτους μέλους που άσκησε η Επιτροπή κατά του Βασιλείου του Βελγίου (υπόθεση C-176/97) και κατά του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου (υπόθεση C-177/97).
Με τις προσφυγές αυτές, η Επιτροπή προσάπτει στα δύο καθών κράτη μέλη ότι, εισάγοντας και διατηρώντας σε ισχύ διακανονισμούς για καταμερισμό φορτίων - εν προκειμένω τη συμφωνία μεταξύ της Οικονομικής Ενώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου και της Μαλαισίας (στο εξής: συμφωνία) η οποία επικυρώθηκε από το Βέλγιο και επ' ονόματι της Οικονομικής Ενώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου και τέθηκε σε ισχύ στις 17 Αυγούστου 1987 -, παρέβησαν το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4055/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών (1) (στο εξής: κανονισμός).
ΙΙ - Η σχετική ρύθμιση
Α - Οι κοινοτικές διατάξεις
2 Ο κανονισμός τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1987 (άρθρο 12). Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει:
«Οι διακανονισμοί για καταμερισμό φορτίων σε οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία με τρίτες χώρες απαγορεύονται, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων όπου οι κοινοτικές ναυτιλιακές εταιρίες τακτικών γραμμών δεν θα είχαν, σε αντίθετη περίπτωση, πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στις μεταφορές προς και από τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι δυνατό να επιτραπεί η σύναψη τέτοιου διακανονισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6.»
To άρθρο 6 του κανονισμού προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι, όταν οι υπήκοοι ή οι ναυτιλιακές εταιρίες κράτους μέλους δεν έχουν την πραγματική δυνατότητα να μετάσχουν στις μεταφορές προς και από συγκεκριμένη τρίτη χώρα, το Συμβούλιο μπορεί να λάβει απόφαση, με ειδική πλειοψηφία και κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, επί των μέτρων που πρέπει να ληφθούν προς τούτο. Μεταξύ των μέτρων αυτών περιλαμβάνονται η διαπραγμάτευση και η κατάρτιση διακανονισμών για καταμερισμό φορτίων.
Β - Οι συμβατικές διατάξεις
3 Στα άρθρα 2, 3 και 16 (ειδικότερα δε στο άρθρο 16, παράγραφος 2) της συμφωνίας περιέχεται σειρά διατάξεων κατά τις οποίες μόνον οι εθνικές ναυτιλιακές εταιρίες των συμβαλλομένων μερών μπορούν να μετέχουν στη μεταφορά εμπορευμάτων και στις ναυτιλιακές συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Αντιθέτως, δεν επιτρέπεται η συμμετοχή των πλοίων που φέρουν τη σημαία άλλου κράτους μέλους στο σύστημα που συνέστησε η συμφωνία.
4 Επιπλέον, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ για τα συμβαλλόμενα κράτη στις 17 Αυγούστου 1987.
ΙΙΙ - Το ιστορικό της διαφοράς
5 Τα πραγματικά περιστατικά που προηγήθηκαν της ασκήσεως των υπό κρίση προσφυγών μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
Στις 23 Ιουνίου 1992, η Επιτροπή πρότεινε στη Βελγική Κυβέρνηση να προσαρμόσει τη συμφωνία στο κοινοτικό δίκαιο. Η πρόταση της Επιτροπής διατυπώθηκε με βάση το ότι τα άρθρα 2, 3 και 16 της συμφωνίας αυτής δεν είναι σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού.
Παρά ταύτα, η συμφωνία έμεινε αμετάβλητη, μολονότι η Βελγική Κυβέρνηση δήλωσε πλειστάκις ότι είναι διατεθειμένη να προχωρήσει, σε συνεργασία με την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, στην προσαρμογή της συμφωνίας στο κοινοτικό δίκαιο.
6 Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή κίνησε τη διοικητική διαδικασία που προηγείται της ασκήσεως προσφυγής, προσάπτοντας στα δύο καθών κράτη μέλη την προαναφερθείσα παράβαση των διατάξεων του κανονισμού. Δεδομένου ότι η διαδικασία αυτή δεν είχε αποτέλεσμα, η Επιτροπή άσκησε στις 5 Μαου 1997 τις δύο προσφυγές, ζητώντας να διαπιστώσει το Δικαστήριο την παράβαση των εν λόγω κρατών μελών.
IV - Eξέταση της διαφοράς
7 Τα καθών κράτη μέλη ομολογούν ότι η συμφωνία είναι αντίθετη προς τις προαναφερθείσες κοινοτικές διατάξεις. Ωστόσο, για να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά τους, ισχυρίζονται ότι οι προσπάθειες τις οποίες κατέβαλαν για να τροποποιηθεί η συμφωνία ώστε να καταστεί συμβιβάσιμη με τον κανονισμό δεν κατέληξαν σε χειροπιαστό αποτέλεσμα, παρά τα διαβήματα στα οποία προέβησαν. Επιπλέον, τα πιο πάνω κράτη μέλη θεωρούν δυσανάλογη σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκεται με τις προσφυγές της Επιτροπής την άποψη ότι η άνευ ετέρου καταγγελία της συμφωνίας είναι το μόνο μέτρο που διαθέτουν υπό τις παρούσες συνθήκες για να θέσουν τέλος στην εν λόγω παράβαση.
8 Εν προκειμένω, οφείλω να σημειώσω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (2), τα κράτη μέλη δεν μπορούν να προβάλλουν δικαιολογίες όπως αυτές που εκτέθηκαν πιο πάνω για να αρνηθούν την παράβαση που τους προσάπτεται. Συγκεκριμένα, από τη δικογραφία προκύπτει σαφώς ότι η συμφωνία συνήφθη από το Βασίλειο του Βελγίου και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού. Εξάλλου, εν προκειμένω δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι προσπάθειες που κατέβαλαν τα καθών κράτη μέλη για να τροποποιήσουν τη συμφωνία αυτή έμειναν μέχρι τώρα χωρίς το παραμικρό συγκεκριμένο αποτέλεσμα και ότι, κατά συνέπεια, η καταγγελία της εν λόγω συμφωνίας εμφανίζεται τώρα ως το μοναδικό μέσο που τα πιο πάνω κράτη μέλη διαθέτουν για να θέσουν τέλος στην προσαπτόμενη παράβαση.
V - Επί των δικαστικών εξόδων
9 Κατά το άρθρο 69 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η Επιτροπή υπέβαλε τέτοιο αίτημα. Κατά συνέπεια, προτείνω να καταδικαστούν τα δύο εν λόγω κράτη μέλη στα δικαστικά έξοδα.
VI - Συμπέρασμα
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, εισάγοντας και διατηρώντας σε ισχύ διακανονισμούς για καταμερισμό φορτίων στη συμφωνία μεταξύ της Οικονομικής Ενώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου και της Μαλαισίας η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 17 Αυγούστου 1987, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4055/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών·
- να διαπιστώσει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εισάγοντας και διατηρώντας σε ισχύ διακανονισμούς για καταμερισμό φορτίων στη συμφωνία μεταξύ της Οικονομικής Ενώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου και της Μαλαισίας η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 17 Αυγούστου 1987, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4055/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών·
- να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 378, σ. 1.
(2) - Το Δικαστήριο έχει κρίνει σε πάμπολλες περιπτώσεις (αποφάσεις της 11ης Απριλίου 1978, 100/77, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή τόμος 1978, σ. 307· της 14ης Δεκεμβρίου 1979, 93/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 811· της 20ής Οκτωβρίου 1981, 137/80, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1981, σ. 2393· της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 30/81, 31/81, 32/81, 33/81 και 34/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1981, σ. 3379· της 11ης Μαου 1989, 46/88, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1989, σ. 1133· της 18ης Ιανουαρίου 1990, C-287/87, Eπιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1990, σ. Ι-125· και της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-240/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1990, σ. Ι-4853) ότι εσωτερικές διατάξεις ή διοικητικές πρακτικές δεν αποτελούν δικαιολογία για την προσαπτόμενη παράβαση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για ορισμένες διατάξεις διεθνούς συμβάσεως της οποίας η τροποποίηση εξαρτάται και από τη βούληση τρίτου κράτους. Ωστόσο, η περίπτωση αυτή δεν διαφέρει στην ουσία από εκείνες που εξετάστηκαν προηγουμένως στη νομολογία του Δικαστηρίου, ακριβώς για τον λόγο ότι η αντίθετη προς τις κοινοτικές διατάξεις σύμβαση συνήφθη μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού και, λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου χρονικού διαστήματος που διέρρευσε έκτοτε, δεν μπορεί ούτε να υποστηριχθεί ότι αντιμετωπιζόταν ακόμη κατάσταση ανωτέρας βίας (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, 101/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1985, σ. 2629).
Full & Egal Universal Law Academy