Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η Επιτροπή άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως κράτους μέλους ως προς τη μεταφορά από το Βασίλειο του Βελγίου στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας (1).
2 Η Επιτροπή προσάπτει ειδικότερα στο Βασίλειο του Βελγίου ότι δεν κατάρτισε, κατά παράβαση του άρθρου 7 της εν λόγω οδηγίας, προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως περιέχοντα ποιοτικούς στόχους, όσον αφορά τις 99 ουσίες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι της προσφυγής, ή ότι δεν ανακοίνωσε εν περιλήψει στην Επιτροπή τα ανωτέρω προγράμματα καθώς και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους. Ως εκ τούτου, το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
Το γενικό πλαίσιο της οδηγίας 76/464
3 Η οδηγία 76/464, που θεσπίστηκε βάσει των άρθρων 100 και 235 της Συνθήκης ΕΚ, εκθέτει στην πρώτη αιτιολογική της σκέψη ότι:
«είναι επιτακτικώς αναγκαία μια γενική και ταυτόχρονη δράση των κρατών μελών για την προστασία του υδάτινου περιβάλλοντος της Κοινότητος κατά της ρυπάνσεως, ιδίως αυτής που προκαλείται από ορισμένες ανθεκτικές τοξικές και βιοσυσσωρεύσιμες ουσίες.»
4 Το άρθρο 2 της οδηγίας 76/464 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την εξάλειψη της ρυπάνσεως των υδάτων που προβλέπονται στο άρθρο 1, που προέρχεται από τις επικίνδυνες ουσίες που περιλαμβάνονται στις οικογένειες και στις ομάδες των ουσιών του καταλόγου Ι του παραρτήματος καθώς και για τη μείωση της ρυπάνσεως των εν λόγω υδάτων που προέρχεται από τις επικίνδυνες ουσίες οι οποίες περιλαμβάνονται στις οικογένειες και στις ομάδες των ουσιών του καταλόγου ΙΙ του παραρτήματος, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία οι διατάξεις της οποίας αποτελούν το πρώτο μόνο βήμα για την επίτευξη του ως άνω στόχου.»
5 Ο κατάλογος Ι περιλαμβάνει ορισμένες επί μέρους ουσίες που αποτελούν μέρος των οικογενειών και ομάδων ουσιών που απαριθμούνται στον κατάλογο αυτό και οι οποίες πρέπει να επιλέγονται κυρίως βάσει της τοξικότητάς τους, της ανθεκτικότητάς τους στο περιβάλλον και της βιοσυσσωρεύσεώς τους. Κατά το άρθρο 6 της οδηγίας 76/464, το Συμβούλιο θεσπίζει για τις διάφορες επικίνδυνες ουσίες που υπάγονται στον κατάλογο Ι τις οριακές τιμές, τις οποίες δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα πρότυπα αποβολής, καθώς και ποιοτικούς στόχους.
6 Κατά τα οριζόμενα στο παράρτημα της οδηγίας 76/464, ο κατάλογος ΙΙ περιλαμβάνει:
«- ουσίες που αποτελούν μέρος των οικογενειών και ομάδων ουσιών που απαριθμούνται στον κατάλογο Ι και για τις οποίες οι οριακές τιμές που προβλέπονται στο άρθρο 6 της οδηγίας δεν έχουν καθοριστεί,
- ορισμένες μεμονωμένες ουσίες και ορισμένες κατηγορίες ουσιών που αποτελούν μέρος των οικογενειών και των ομάδων ουσιών που αναφέρονται κατωτέρω,
και οι οποίες μέσα σε υδάτινο περιβάλλον έχουν βλαβερή επίδραση που δύναται πάντως να περιοριστεί σε ορισμένη ζώνη και που εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του αποδέκτη και της τοποθεσίας στην οποία ευρίσκονται.»
7 Το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464 ορίζει:
«1. Για τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 1, από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, τα κράτη μέλη καταρτίζουν προγράμματα για την πραγματοποίηση των οποίων εφαρμόζουν ιδίως τα μέσα που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.
2. Για όλες τις απορρίψεις που πραγματοποιούνται στα ύδατα που προβλέπονται στο άρθρο 1, οι οποίες δύνανται να περιέχουν ουσίες του καταλόγου ΙΙ, απαιτείται προηγούμενη άδεια της αρμοδίας αρχής του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, που καθορίζει τα πρότυπα αποβολής. Τα πρότυπα αυτά βασίζονται στους ποιοτικούς στόχους που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.
3. Τα προγράμματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, οι οποίοι θεσπίζονται σύμφωνα με τις τυχόν οδηγίες του Συμβουλίου.
4. Τα προγράμματα δύνανται επίσης να περιλαμβάνουν ειδικές διατάξεις για τη σύνθεση και τη χρήση ουσιών ή ομάδων ουσιών καθώς και προϋόντων, λαμβάνουν δε υπόψη τις τελευταίες οικονομικώς εφικτές τεχνικές εξελίξεις.
5. Τα προγράμματα θέτουν τα χρονικά όρια πραγματοποιήσεώς τους.
6. Τα προγράμματα και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους ανακοινώνονται περιληπτικώς στην Επιτροπή.
7. Η Επιτροπή, μαζί με τα κράτη μέλη, οργανώνει συστηματικούς συγκριτικούς ελέγχους των προγραμμάτων για την εξασφάλιση επαρκούς συντονισμού κατά την πραγματοποίησή τους. Αν η Επιτροπή το κρίνει αναγκαίο, υποβάλλει για τον σκοπό αυτό στο Συμβούλιο προτάσεις επί του θέματος.»
8 Κατά το άρθρο 12 της οδηγίας:
«1. Το Συμβούλιο αποφαίνεται με ομοφωνία εντός εννέα μηνών επί κάθε προτάσεως της Επιτροπής που υπεβλήθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 (...).
2. Η Επιτροπή διαβιβάζει, αν είναι δυνατόν εντός προθεσμίας 27 μηνών από της κοινοποιήσεως της παρούσης οδηγίας, τις πρώτες προτάσεις που υπεβλήθησαν σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 7. Το Συμβούλιο αποφαίνεται με ομοφωνία εντός προθεσμίας εννέα μηνών.»
9 Τέλος, το άρθρο 13 ορίζει ότι, για τους σκοπούς της οδηγίας, τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεώς της, μεταξύ άλλων, συμπληρωματικές πληροφορίες αφορώσες τα προγράμματα του άρθρου 7.
10 Η οδηγία 76/464, η οποία άρχισε να ισχύει κατά την ημερομηνία της κοινοποιήσεώς της, δηλαδή στις 5 Μαου 1976, δεν προβλέπει ρητώς καμία προθεσμία για τη συγκεκριμένη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των υποχρεώσεων που επιβάλλει. Πάντως, το Βασίλειο του Βελγίου δεν επικαλέστηκε την έλλειψη ημερομηνίας λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, προκειμένου αυτό ενδεχομένως να αμφισβητήσει την υποχρέωση η παράβαση της οποίας του προσάπτεται. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω ανυπαρξία προθεσμίας δεν μπορεί να αναιρέσει τον δεσμευτικό για τα κράτη μέλη χαρακτήρα των υποχρεώσεων που περιέχει η οδηγία. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/464, χωρίς καν να εξετάσει το ζήτημα της ανυπαρξίας προθεσμίας, επιβεβαιώνει αυτήν την άποψη (2).
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
11 Προκειμένου να καταστεί δυνατή η εξέταση του βασίμου των επιχειρημάτων που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής.
12 Πράγματι, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Βελγική Κυβέρνηση, χωρίς να προτείνει ρητώς ένσταση απαραδέκτου κατά της παρούσας προσφυγής, επικαλείται πάντως έναν αμυντικό ισχυρισμό, ο οποίος, αν αποδειχθεί βάσιμος, θα έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της προσφυγής.
13 Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν προέβη σε καμία ενέργεια μετά το έγγραφο οχλήσεως της 26ης Φεβρουαρίου 1991 (και την απάντηση της Βελγικής Κυβερνήσεως της 28ης Φεβρουαρίου 1991), αυτό δε μέχρι τις 6 Αυγούστου 1996, ημερομηνία της αιτιολογημένης γνώμης, δημιούργησε στη Βελγική Κυβέρνηση την πεποίθηση ότι η κινηθείσα διαδικασία είχε ανασταλεί και της έδινε την εντύπωση ότι η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει το αστήρικτο της ενέργειάς της.
14 Έναντι αυτής της κατ' αυτόν τον τρόπο αναπτυχθείσας επιχειρηματολογίας της καθής κυβερνήσεως, αρκεί να τονιστεί, όπως ορθώς εξάλλου πράττει και η Επιτροπή, ότι το Δικαστήριο έκρινε (3) ότι «οι κανόνες του άρθρου 169 της Συνθήκης, αντίθετα προς ό,τι ισχύει για τους κανόνες του άρθρου 93 οι οποίοι εισάγουν ρητώς παρέκκλιση από το άρθρο 169, πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς να είναι υποχρεωμένη η Επιτροπή να τηρεί ορισμένη προθεσμία».
15 Στην ίδια αυτή απόφαση (4), το Δικαστήριο έκρινε πάντως επίσης ότι «σε ορισμένες περιπτώσεις, η υπερβολική διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, την οποία προβλέπει το άρθρο 169, είναι δυνατό να καταστήσει δυσχερέστερη για το καθού κράτος την αντίκρουση των επιχειρημάτων της Επιτροπής και να οδηγήσει, με τον τρόπο αυτό, σε [προσβολή] των δικαιωμάτων άμυνας». Επομένως, εναπόκειται στο κράτος μέλος που επικαλείται την υπερβολική διάρκεια να αποδείξει κατά πόσο η διάρκεια αυτή συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων του άμυνας.
16 Όμως, η Βελγική Κυβέρνηση περιορίζεται στη διαπίστωση ότι εν προκειμένω η διάρκεια της διαδικασίας ήταν υπερβολική και, επομένως, είναι προφανές ότι η αδράνεια της Επιτροπής είχε επίπτωση στους αμυντικούς ισχυρισμούς, χωρίς πάντως να προβάλλει το παραμικρό επιχείρημα ως προς το σε τι συνίσταται η προφανής αυτή επίπτωση.
17 Ελλείψει αποδείξεων εκ μέρους των βελγικών αρχών, από τις οποίες να προκύπτει ότι η διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας είχε επιπτώσεις στις δυνατότητές τους να οργανώσουν την άμυνά τους, δεν μπορώ παρά να προτείνω την απόρριψη της επιχειρηματολογίας του Βασιλείου του Βελγίου ως προς το σημείο αυτό.
Επί της ουσίας
18 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο του Βελγίου ότι δεν κατάρτισε προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως περιέχοντα ποιοτικούς στόχους, τουλάχιστον όσον αφορά τις 99 ουσίες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι της προσφυγής.
19 Απαντώντας σε γραπτή ερώτηση που της έθεσε το Δικαστήριο, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η παρούσα διαφορά αφορά μόνον τις 99 ουσίες.
20 Η Επιτροπή εκθέτει ότι, κατά τον τρόπο αυτό, είναι συνεπής προς το γεγονός ότι επικέντρωσε τη συζήτηση στις εν λόγω 99 ουσίες κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας και κατηύθυνε την εκατέρωθεν ανταλλαγή απόψεων με το Βασίλειο του Βελγίου στην έλλειψη καταρτίσεως ή ανακοινώσεως προγραμμάτων μειώσεως της ρυπάνσεως των υδάτων από τις ουσίες αυτές.
21 Η Επιτροπή προβάλλει ότι από το εισαγωγικό χωρίο του καταλόγου ΙΙ (που παρατέθηκε στη σκέψη 6 ανωτέρω) προκύπτει ότι οι εν λόγω 99 ουσίες, οι οποίες εμπίπτουν καθεαυτές στον κατάλογο Ι, πρέπει να υπόκεινται στο καθεστώς των άλλων ουσιών του καταλόγου ΙΙ, επειδή το Συμβούλιο δεν έχει ακόμη θεσπίσει, όσον αφορά τις ουσίες αυτές, τις οριακές τιμές αποβολής και τους ποιοτικούς στόχους που προβλέπονται στο άρθρο 6 της οδηγίας 76/464.
22 Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι ο κατάλογος Ι περιλαμβάνει, εκτός από τον υδράργυρο και το κάδμιο, κυρίως οικογένειες και ομάδες ουσιών, είναι αναγκαίο, πριν πραγματοποιηθεί ο καθορισμός των οριακών τιμών αποβολής ή των ποιοτικών στόχων, να καθοριστούν, εντός αυτών των ομάδων και οικογενειών, οι επί μέρους ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο.
23 Οι εργασίες που πραγματοποίησε συναφώς η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, κατέληξαν στην κατάρτιση ενός καταλόγου 129 ουσιών που έχει προσαρτηθεί στην ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, της 22ας Ιουνίου 1982, σχετικά με τις επικίνδυνες ουσίες που μπορούν να συμπεριληφθούν στον κατάλογο Ι της οδηγίας 76/464 (5).
24 Με το ψήφισμά του της 7ης Φεβρουαρίου 1983, για την καταπολέμηση της ρυπάνσεως των υδάτων, το Συμβούλιο, θεωρώντας, μεταξύ άλλων, ότι είναι ευκταίο να εντατικοποιηθούν οι έρευνες ως προς ορισμένο αριθμό ουσιών, προκειμένου να καταστεί δυνατό να ληφθεί απόφαση περί του αν είναι αναγκαία η έκδοση ειδικών οδηγιών για τις ουσίες αυτές, λαμβάνει υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής και εκτιμά ιδιαίτερα τις προσπάθειες που αυτή κατέβαλε για να προετοιμάσει την περαιτέρω εφαρμογή της οδηγίας 76/464.
25 Με το ψήφισμα αυτό, το Συμβούλιο διευκρινίζει, ιδίως, ότι ο κάταλογος των 129 ουσιών που περιέχονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής θα χρησιμεύσει στην Κοινότητα ως βάση για τη συνέχιση των εργασιών που θα απαιτήσει η εφαρμογή της οδηγίας 76/464 και ότι, σ' ένα πρώτο στάδιο, θα δοθεί ιδιαίτερη προσοχή, στο μέτρο του δυνατού και όταν αυτό θα ενδείκνυται, σε έναν κατάλογο 11 ουσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα του ψηφίσματος.
26 Στο μεταξύ, τρεις άλλες ουσίες προστέθηκαν στον κατάλογο της Επιτροπής ο οποίος περιλαμβάνει πλέον 132 ουσίες. Όμως, μεταξύ αυτών, 18 ουσίες αποτέλεσαν το αντικείμενο οδηγιών του Συμβουλίου, οι οποίες καθόρισαν οριακές τιμές αποβολής και ποιοτικούς στόχους, και για 15 άλλες η Επιτροπή υπέβαλε στις 14 Φεβρουαρίου 1990 πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 76/464 (6) .
27 Επομένως, η παρούσα προσφυγή αφορά τις εναπομένουσες 99 ουσίες του καταλόγου που έχει προσαρτηθεί στην προπαρατεθείσα ανακοίνωση της Επιτροπής και την οποία έλαβε υπόψη το Συμβούλιο στο ψήφισμά του της 7ης Φεβρουαρίου 1983.
Ως προς το καθεστώς του καταλόγου των 99 ουσιών
28 Το Βασίλειο του Βελγίου αμφισβητεί κατ' αρχήν τη νομική δεσμευτικότητα του καταλόγου των 99 ουσιών, ακόμη και ως προς τα κατά το άρθρο 7 μέτρα. Συγκεκριμένα, κατά την καθής κυβέρνηση, «το κοινοτικό δίκαιο δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί πέραν των 18 ουσιών που περιέχονται σε παράγωγες οδηγίες». Το ψήφισμα του Συμβουλίου (7) της 7ης Φεβρουαρίου 1983 καθιστά σαφές μέχρι ποιου σημείου ο κατάλογος των 99 ουσιών πρέπει να θεωρείται ως απλή βάση για τη συνέχιση των εργασιών για την κατάρτιση κοινοτικού ορισμού.
29 Η Βελγική Κυβέρνηση θεωρεί ότι «η Επιτροπή τελείως εσφαλμένα συνδέει ένα σύντομο και ασαφές παράρτημα της οδηγίας 76/464, η οποία είναι οδηγία πλαίσιο, με ένα πολιτικού χαρακτήρα ψήφισμα του Συμβουλίου που αναγνωρίζει 129 ουσίες ως βάση για τη συνέχιση κοινοτικών μελετών και ως προσωρινή βάση ενδεχομένων εθνικών μέτρων».
30 Επιπλέον, το Βασίλειο του Βελγίου παραθέτει ακόμη την ανακοίνωση της Επιτροπής (8) της 22ας Ιουνίου 1982 για να δείξει «μέχρι ποιου σημείου ο καθορισμός ενός καταλόγου ουσιών - μέσω του ψηφίσματος - αποτελούσε απλώς μια προσπάθεια και έπρεπε να θεωρηθεί ως ενδιάμεσο στάδιο που θα έπρεπε να καταλήξει σε συγκεκριμένες προτάσεις οδηγιών και παραγώγων οδηγιών θεσπιζομένων από το Συμβούλιο».
31 Η Επιτροπή αντιτάσσει στη επιχειρηματολογία του Βασιλείου του Βελγίου ότι, αφενός, από το δικόγραφο προσφυγής προκύπτει ότι η Επιτροπή ουδέποτε θεώρησε ότι το ψήφισμα του Συμβουλίου ήταν νομικώς δεσμευτικό και ότι, αφετέρου, «η υποχρέωση, η παράβαση της οποίας προσάπτεται στο Βασίλειο του Βελγίου, δεν απορρέει από το ψήφισμα αυτό, αλλ' από το άρθρο 7 της οδηγίας και από τον κατάλογο ΙΙ στον οποίο αναφέρεται αυτό το άρθρο».
32 Ως προς το επιχείρημα των βελγικών αρχών ότι η οδηγία 76/464 είναι απλώς μια οδηγία-πλαίσιο που απαιτεί τη θέσπιση παραγώγων οδηγιών από το Συμβούλιο, η Επιτροπή διατυπώνει την αντίρρηση ότι η ανάλυση αυτή είναι αντίθετη προς το σύστημα που θεσπίστηκε με την οδηγία, σύστημα που καθορίζει δύο επίπεδα προστασίας. Το πρώτο επίπεδο (κατάλογος ΙΙ) σκοπεί στη μείωση (9) της ρυπάνσεως των υδάτων μέσω καταρτίσεως προγραμμάτων θεσπιζομένων σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας. Το δεύτερο επίπεδο (κατάλογος Ι) σκοπεί στην εξάλειψη (10) της ρυπάνσεως των υδάτων μέσω των μέτρων που προβλέπονται στα άρθρα 3 έως 6 της οδηγίας 76/464.
33 Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η έλλειψη παραγώγων οδηγιών που αφορούν τον καθορισμό των οριακών τιμών που ισχύουν για μια ουσία ισοδυναμεί με την ανυπαρξία οποιασδήποτε υποχρεώσεως από το κοινοτικό δίκαιο».
34 Η Βελγική Κυβέρνηση διαπιστώνει στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως ότι «η Επιτροπή εξακολουθεί να συνάγει εσφαλμένα συμπεράσματα από το κείμενο της οδηγίας και του ψηφίσματος». Κατά την άποψη της Βελγικής Κυβερνήσεως, «αφενός, η οδηγία είναι μια οδηγία-πλαίσιο που απαιτεί νομικές αποφάσεις προκειμένου να καθοριστεί ποιες ουσίες εμπίπτουν στα παραρτήματα και, αφετέρου, υπάρχει το πολιτικού χαρακτήρα ψήφισμα που αναγνωρίζει 129 ουσίες ως βάση για τη συνέχιση των συζητήσεων προκειμένου να βρεθεί μια νομική βάση καθορίζουσα τον κατάλογο των ουσιών».
35 Όμως, η συλλογιστική αυτή της Βελγικής Κυβερνήσεως περιέχει, κατά τη γνώμη μου, ένα κενό.
36 Αφενός, είναι πράγματι αναντίρρητο ότι, όσον αφορά τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι, είναι αναγκαίες «νομικές αποφάσεις» εκ μέρους του Συμβουλίου προκειμένου να καθοριστεί για ποιες επί μέρους ουσίες πρόκειται. Πάντως, ο καθορισμός αυτός από το Συμβούλιο των επί μέρους ουσιών απαιτείται μόνον προκειμένου να υπαχθούν αυτές στα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 3 έως 6 της οδηγίας 76/464.
37 Από το σύστημα που θεσπίστηκε με την οδηγία 76/464 προκύπτει σαφώς, ότι ελλείψει καθορισμού από το Συμβούλιο των οριακών τιμών αποβολής, οι ουσίες που υπάγονται στον κατάλογο Ι πρέπει να θεωρούνται ως ουσίες που υπάγονται στο κατάλογο ΙΙ, με συνέπεια να πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο, σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας, προγραμμάτων μειώσεως της ρυπάνσεως των υδάτων, καταρτιζομένων από κάθε κράτος μέλος.
38 Στο πλαίσιο του συστήματος που προβλέπεται στο άρθρο 7 της οδηγίας 76/464, ο καθορισμός των ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ, δηλαδή τόσο αυτών που υπάγονται στον κατάλογο ΙΙ μόνον ελλείψει καθορισμού από το Συμβούλιο των οριακών τιμών αποβολής όσο και αυτών που υπάγονται στο καθεαυτό περιεχόμενο του καταλόγου ΙΙ, εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος ατομικώς. Πράγματι, η οδηγία 76/464 δεν αναθέτει κανέναν ιδιαίτερο ρόλο στο Συμβούλιο, όσον αφορά τον καθορισμό των ουσιών που υπάγονται στον κατάλογο ΙΙ και, ως εκ τούτου, πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο προγράμματος μειώσεως. Αποκλειστικώς τα κράτη μέλη οφείλουν να εξατομικεύσουν, μεταξύ των οικογενειών και των ομάδων ουσιών του καταλόγου ΙΙ, αυτές που συντελούν στη ρύπανση ενόψει της καταστάσεως που επικρατεί εντός εκάστου κράτους μέλους. Όμως, η εξουσία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι σημαίνει ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να επιλέγουν τις ουσίες που θα προκρίνουν τελικά κατά την κατάρτιση του εθνικού τους προγράμματος μειώσεως. Πράγματι, η οδηγία 76/464 δεν προβλέπει καμία εξαίρεση και, κατά συνέπεια, κάθε ουσία, εφόσον υπάγεται στην πρώτη περίπτωση του καταλόγου ΙΙ και συντελεί στη ρύπανση ενόψει της καταστάσεως που επικρατεί εντός του κράτους μέλους, πρέπει να περιλαμβάνεται στο εθνικό πρόγραμμα που καταρτίζεται βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464.
39 Eξάλλου, καίτοι δεν αμφισβητείται ότι ο κατάλογος των 99 ουσιών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομικώς δεσμευτικός απλώς και μόνο διότι το Συμβούλιο τον έλαβε υπόψη του σε ένα ψήφισμα, πρέπει εντούτοις να αναγνωριστεί ότι έχει ορισμένη σημασία. Πράγματι, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, ο μόνος στόχος που εξυπηρετεί το εν λόγω ψήφισμα συνίσταται στο να αποδειχθεί ότι οι 99 επίδικες ουσίες ανήκουν, από επιστημονικής απόψεως, στις οικογένειες και ομάδες ουσιών του καταλόγου Ι. Ελλείψει επιστημονικής αποδείξεως περί του αντιθέτου εκ μέρους της Βελγικής Κυβερνήσεως, δεν μπορώ να θεωρήσω υποθετικά ότι το Συμβούλιο επικύρωσε, έστω και με ένα ψήφισμα, επιστημονικές ανακρίβειες.
Ως προς την υποχρέωση καταρτίσεως προγραμμάτων
40 Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι 99 ουσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής της Επιτροπής περιλαμβάνονται στις ουσίες που εμπίπτουν στην πρώτη περίπτωση του καταλόγου ΙΙ, και, κατά συνέπεια, πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο προγράμματος μειώσεως της ρυπάνσεως του υδάτινου περιβάλλοντος.
41 Με αυτό το δεδομένο, από τη δικογραφία προκύπτει ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν αμφισβητεί την υποχρέωση καταρτίσεως, δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464, προγραμμάτων που αφορούν τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων. Αντιθέτως, οι βελγικές αρχές εμμένουν στο ότι «ενήργησαν σύμφωνα με το πνεύμα 7 της οδηγίας», υιοθετώντας ένα σύνολο προγραμμάτων και μέτρων, τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, και ότι «οι προσπάθειες αυτές πρέπει να θεωρηθούν ως προγράμματα μειώσεως κατά την έννοια του άρθρου 7.1».
42 Ειδικότερα, το Βασίλειο του Βελγίου υπογραμμίζει τρία είδη μέτρων:
- την υφιστάμενη ρύθμιση,
- τα μέτρα που ελήφθησαν στο πλαίσιο της προστασίας της Βόρειας Θάλασσας,
- τους κώδικες επωφελών γεωργικών πρακτικών.
43 Το Βασίλειο του Βελγίου αναφέρεται κατ' αρχάς, όσον αφορά την υφιστάμενη ρύθμιση, στην ύπαρξη πλέον των πενήντα κανονιστικών αποφάσεων κατά τομέα, που περιέχουν δεσμευτικούς κανόνες εκχύσεως (ή οριακές τιμές αποβολής) ανάλογα με τους βιομηχανικούς τομείς. Στη συνέχεια, εκθέτει ότι το βασιλικό διάταγμα της 21ης Νοεμβρίου 1997, περί της βασικής ποιότητας ως προς τα επιφανειακά ύδατα, καθόρισε τους ποιοτικούς στόχους όσον αφορά ορισμένες ουσίες του καταλόγου των 99 ουσιών. Το διάταγμα αυτό εξακολουθεί να εφαρμόζεται στην Περιφέρεια της Βαλονίας για τον καθορισμό των ειδικών και αυστηροτέρων, σε σύγκριση με τα κατά τομείς πρότυπα, προϋποθέσεων, οσάκις δεν τηρούνται οι ποιοτικοί στόχοι. Η Περιφέρεια της Φλάνδρας ενήργησε κατά τον ίδιο τρόπο και καθόρισε τους δικούς της ποιοτικούς στόχους. Επιπλέον, η Περιφέρεια της Φλάνδρας χρησιμοποίησε τους ποιοτικούς στόχους που πρότεινε η επιστημονική επιτροπή για την τοξικότητα και την οικοτοξικότητα των επικινδύνων ουσιών (CSTE). Σε τελευταία ανάλυση, οι αρμόδιες περιφερειακές αρχές χρησιμοποιούν τους ποιοτικούς στόχους που καθορίζουν οι νομοθεσίες των άλλων κρατών μελών ή που αναφέρουν τα επιστημονικά συγγράμματα.
44 Στη συνέχεια, το Βασίλειο του Βελγίου υπενθυμίζει ότι διαβίβασε στην Επιτροπή έναν φάκελο, που επιγράφεται «Ροές προς τη Βόρεια Θάλασσα», ο οποίος αφορά τη μείωση της αποβολής 36 ουσιών προς το υδάτινο περιβάλλον και, κατά συνέπεια, προς τη Βόρεια Θάλασσα. Κατά την καθής κυβέρνηση, η επιλογή των 36 ουσιών στηρίχθηκε σε εξετάσεις και screenings από τα οποία προέκυψε ότι έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα, από απόψεως ποιοτικών στόχων, σ' αυτές τις ουσίες.
45 Τέλος, το Βασίλειο του Βελγίου αναφέρεται στην ύπαρξη κωδίκων επωφελών γεωργικών πρακτικών που σκοπούν στη μείωση της διάχυτης σωρεύσεως φυτοφαρμακευτικών ουσιών. Οι κώδικες αυτοί καλύπτουν επίσης έναν μεγάλο αριθμό ουσιών του καταλόγου ΙΙ, συμπεριλαμβανομένων των οργανοχλωρικών και οργανοφωσφορικών ενώσεων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των 99 ουσιών που έχει προσαρτηθεί στο δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής.
46 Η Επιτροπή απαντά ότι από τις παρασχεθείσες πληροφορίες περί της βελγικής ρυθμίσεως προκύπτει ότι «62 ουσίες ελέγχονται από τη Περιφέρεια της Φλάνδρας μέσω της σωρευτικής εφαρμογής οριακών τιμών αποβολής και περιβαλλοντικών ποιοτικών στόχων». Όμως, συνεχίζει η Επιτροπή, οι ουσίες που αποτελούν το αντικείμενο παρόμοιου ελέγχου στις Βρυξέλλες και τη Βαλονία δεν υπερβαίνουν τις 36. Ως εκ τούτου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το Βασίλειο του Βελγίου δεν έχει ακόμη θεσπίσει, ως προς το σύνολο του εδάφους του, τα ικανοποιητικά μέτρα που καθιστούν δυνατή τη μείωση της ρυπάνσεως που προκαλούν 63 από τις 99 ουσίες οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο της διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως, χωρίς πάντως να υποστηρίζει ότι οι εν λόγω ουσίες δεν υφίστανται στο έδαφός του».
47 Όσον αφορά τα μέτρα που έλαβε το Βασίλειο του Βελγίου στο πλαίσιο της προστασίας της Βόρειας Θάλασσας, η Επιτροπή τονίζει κατ' αρχάς ότι, από τις 36 αναφερθείσες ουσίες, 13 είναι ουσίες του καταλόγου Ι του παραρτήματος της οδηγίας 76/464 για τις οποίες έχουν καθοριστεί οριακές τιμές αποβολής με οδηγίες του Συμβουλίου και, κατά συνέπεια, οι 23 εναπομένουσες ουσίες, οι οποίες υπάγονται στον κατάλογο ΙΙ, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετές. Η Επιτροπή επικαλείται επίσης το γεγονός ότι αυτό το έγγραφο «Ροές προς τη Βόρεια Θάλασσα» δεν προβλέπει κανέναν ποιοτικό στόχο για τα ύδατα, σε αντίθεση προς αυτά που επιτάσσει το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464.
48 Ως προς την επιχειρηματολογία της Βελγικής Κυβερνήσεως που αφορά τους κώδικες επωφελών γεωργικών πρακτικών, η Επιτροπή εκθέτει ότι δεν αρνείται ότι τέτοιοι κώδικες συμβάλλουν στη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων. Εντούτοις, ορθώς η Επιτροπή παρατηρεί ότι «οι βελγικές αρχές δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι, κατ' αυτόν τον τρόπο, διορθώνονται ή εξαλείφονται οι ανεπάρκειες ή ατέλειες του μηχανισμού τους (...)» και δεν «διευκρίνισαν αν οι κώδικες αυτοί περιέχουν ποιοτικούς στόχους, ποιες ακριβώς ουσίες καλύπτονται κ.λπ.».
49 Όμως, δεδομένου ότι από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως, που πρέπει να καταρτισθούν δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464, πρέπει σε κάθε περίπτωση να καλύπτουν τις 99 ουσίες που αφορά η παρούσα προσφυγή, οφείλω κατ' ανάγκη να συναγάγω το συμπέρασμα ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το εν λόγω άρθρο 7 της οδηγίας.
50 Πράγματι, είναι βέβαιο ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν υιοθέτησε προγράμματα προς τον σκοπό μειώσεως, στο σύνολο του εδάφους του, της ρυπάνσεως των υδάτων που προκαλούν οι ουσίες του καταλόγου ΙΙ του παραρτήματος της οδηγίας 76/464 και, ειδικότερα, οι 99 ουσίες που υπάγονται στον κατάλογο που έχει προσαρτηθεί στο δικόγραφο της προσφυγής.
51 Εντούτοις, η διαπίστωση αυτή δεν περατώνει ακόμη τη συζήτηση, επειδή η Επιτροπή, πέραν της προβληματικής των ουσιών που πρέπει να καλύπτονται, προσάπτει στο Βασίλειο του Βελγίου ότι δεν υιοθέτησε ρητώς ένα πρόγραμμα. Κατά την Επιτροπή, η οδηγία 76/464 «φαίνεται να προϋποθέτει τουλάχιστον την κατάρτιση και έγκριση ενός αυτοτελούς εγγράφου των λαμβανομένων μέτρων για την εφαρμογή, στο οποίο περιγράφεται μια συνεπής πολιτική μειώσεως της ρυπάνσεως». Ελλείψει ρητής υιοθετήσεως ενός προγράμματος, η Επιτροπή, όπως ισχυρίζεται, δύσκολα θα μπορούσε να εκτιμήσει αν ένα πρόγραμμα έχει πράγματι τεθεί σε εφαρμογή και, σε καταφατική περίπτωση, να αξιολογήσει το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητά του.
52 Το Βασίλειο του Βελγίου αμφισβητεί την ορθότητα της ερμηνείας αυτής της Επιτροπής τονίζοντας ότι «καμία διάταξη της οδηγίας δεν παρέχει μια τόσο συσταλτική ερμηνεία, η οποία δεν βρίσκει κανένα νομικό έρεισμα και, εξάλλου, είναι αντίθετη προς τον ορισμό της οδηγίας που περιέχεται στη Συνθήκη: ένα μέσο που εναρμονίζει τους επιδιωκόμενους σκοπούς, αφήνοντας την επιλογή των μέσων δράσεως στα κράτη μέλη». Με αυτό το δεδομένο, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατά τις βελγικές αρχές, οι κατά τομείς κανονιστικές αποφάσεις, που προαναφέρθηκαν, δεν αντικαθιστούν την ιδέα του προγραμματισμού, αλλά, αντιθέτως, συνιστούν απαραίτητο στοιχείο αυτού. Επιπλέον, η άδεια εκχύσεως, υποχρεωτική σε όλες τις περιπτώσεις, αποτελεί ακριβώς τη συγκεκριμενοποίηση του προγραμματισμού που περιέχεται εμμέσως στις εν λόγω κατά τομείς κανονιστικές αποφάσεις.
53 Κατά τη γνώμη μου, μολονότι ασφαλώς αληθεύει ότι η οδηγία 76/464 δεν ορίζει την έννοια του προγράμματος, η ερμηνεία της Επιτροπής φαίνεται να ανταποκρίνεται περισσότερο στο πνεύμα του κοινοτικού νομοθέτη. Ο κοινοτικός νομοθέτης, με τη χρήση του όρου «πρόγραμμα», επιδίωξε ασφαλώς να επιβάλει στα κράτη μέλη μια υποχρέωση που βαίνει πέραν της θεσπίσεως επί μέρους μέτρων για τη μείωση της ρυπάνσεως.
54 Η προστασία του περιβάλλοντος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον σχεδιασμό της συνολικής δραστηριότητας των κοινοτικών και εθνικών δημοσίων φορέων (11).
55 Πράγματι, αυτή ακριβώς η ιδέα του σχεδιασμού της δράσεως των κρατών μελών συνεπάγεται την υποχρέωση καταρτίσεως προγραμμάτων. Επομένως, πρόκειται για τη διαμόρφωση συνολικής πολιτικής στον τομέα της ρυπάνσεως του υδάτινου περιβάλλοντος στην οποία προστίθενται τα συγκεκριμένα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν, όπως οι βελγικές κατά τομείς κανονιστικές αποφάσεις.
56 Η ρύθμιση την οποία παρέθεσε το Βασίλειο του Βελγίου συνιστά αναντίρρητα, ανεξάρτητα από τις επικρίσεις που διατυπώθηκαν προηγουμένως, ένα χρήσιμο μέσο για την επίτευξη, με την πάροδο του χρόνου, μειώσεως της ρυπάνσεως. Εντούτοις, όπως παραδέχονται οι ίδιες οι βελγικές αρχές, οι κατά τομείς κανονιστικές αποφάσεις αποτελούν την αντανάκλαση ενός έμμεσου προγραμματισμού. Όμως, ένας έμμεσος προγραμματισμός στον οποίο βασίζεται σειρά κανονιστικών αποφάσεων κατά τομείς δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως πρόγραμμα κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464.
57 Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται επιπλέον από το γεγονός ότι οι παράγραφοι 6 και 7 του άρθρου 7 θέτουν τις βάσεις μιας συνεργασίας, μάλιστα δε ενός συντονισμού, μεταξύ όλων των κρατών μελών και της Επιτροπής ως προς τα εθνικά προγράμματα. Η προστασία του περιβάλλοντος και, ειδικότερα, η μείωση της ρυπάνσεως του υδάτινου περιβάλλοντος της Κοινότητας συνεπάγεται κατ' ανάγκη, ήδη λόγω της πέραν των συνόρων ρυπάνσεως των υδάτων, συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών. Όμως, η αντιπαράθεση των εθνικών προγραμμάτων, που θεσπίστηκε προς τον σκοπό αυτό με το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464, θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί με βάση προγράμματα που συνάγονται εμμέσως.
58 Πάντως, πριν ολοκληρώσω, απομένει να εξετάσω δύο άλλα επιχειρήματα που ανέπτυξε η καθής κυβέρνηση.
59 Αφενός, το Βασίλειο του Βελγίου επικαλείται την οδηγία 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (12). Κατ' αυτό, η θέσπιση της οδηγίας αυτής επιβεβαιώνει «την έλλειψη νομικής δεσμευτικότητας του καταλόγου», καθόσον η οδηγία αντικαθιστά ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 76/464, από τις οποίες ιδίως το άρθρο 7, παράγραφος 2, ως προς την αρχή της προηγούμενης λήψεως αδείας. Επιπλέον, με την οδηγία 96/61 επιχειρείται για πρώτη φορά να δοθεί δεσμευτικός κοινοτικός ορισμός των καλυπτομένων ουσιών. Πάντως, το Βασίλειο του Βελγίου εκφράζει τη λύπη του, διότι το κείμενο της εν λόγω διατάξεως δεν παρέχει την επιδιωχθείσα σαφήνεια και, λόγω του ενδεικτικού του χαρακτήρα, δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να παρατείνει τη νομική και τεχνική αβεβαιότητα που υφίστατο ήδη από της οδηγίας 76/464.
60 Εντούτοις, πρέπει κατ' ανάγκη να γίνει δεκτό ότι η οδηγία 96/61 δεν θίγει την υποχρέωση που υπέχουν τα κράτη μέλη να καταρτίσουν προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως, επειδή τροποποιεί μόνον, ως προς τις νέες εγκαταστάσεις, το σύστημα των αδειών οι οποίες πρέπει εφεξής «να περιλαμβάν[ουν] οριακές τιμές εκπομπής για τις ρυπαντικές ουσίες, ιδίως εκείνες του παραρτήματος ΙΙΙ» (13) της νέας οδηγίας. Ούτε συνάγεται από την οδηγία 96/61 ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να τροποποιήσει το παράρτημα της οδηγίας 76/464.
61 Εξάλλου, το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι η επιχειρηματολογία του επιβεβαιώνεται από την ήδη υπό εξέταση από το Συμβούλιο πρόταση οδηγίας, με τη οποία επιχειρείται να καθοριστεί ένα πλαίσιο δράσεως της Κοινότητας στον τομέα της πολιτικής των υδάτων και η οποία προβλέπει την κατάργηση, μεταξύ άλλων, της οδηγίας 76/464. Σ' ένα αναθεωρημένο κείμενο της προτάσεως αυτής, που έχει υποβληθεί για γνωμοδότηση στα κράτη μέλη, εκτίθεται, στη σελίδα της 3, «ποιο ήταν ακριβώς το πρόβλημα της οδηγίας αυτής (και επομένως της υποβολής προτάσεως)». Στο κείμενο αυτό εκτίθενται τα εξής: «One of the problems of directive 76/464 was the lack of any means of identifying priority substances for action among the 129 substances listed in its Annex I. It is essential for the success and credibility of any programme on dangerous substances that the substances be tackled in manageable tranches, that the criteria for prioritisation be open and transparent, and that the substances selected according to those criteria be endorsed by the Community as a whole according to the procedures established in the Treaty. The Commission shall therefore come forward within a separate proposal for a first priority list, probably comprising around 30 dangerous substances, which will be adopted according to the Treaty procedures, and will produce that list by December 1998.»
62 Οφείλω να ομολογήσω ότι το επιχείρημα αυτό του Βασιλείου του Βελγίου δεν μ' αφήνει αδιάφορο. Το άρθρο 13 της προτάσεως οδηγίας επιβάλλει, πράγματι, στα κράτη μέλη να καταρτίσουν ένα πρόγραμμα μέτρων ανά περιοχή λεκανών απορροής ποταμών. Η προβλεπόμενη ημερομηνία για την εφαρμογή των προγραμμάτων αυτών είναι η 31η Δεκεμβρίου 2004. Εξάλλου, το τελευταίο κείμενο της προτάσεως οδηγίας, που περιελήφθη στη δικογραφία από το Βασίλειο του Βελγίου, προβλέπει πράγματι ότι η οδηγία 76/464 θα καταργηθεί από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της νέας οδηγίας.
63 Πάντως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι «το γεγονός ότι διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο πρόταση που θα μπορούσε να θέσει τέρμα στην παράβαση δεν μπορεί να απαλλάξει το υπεύθυνο για την παράβαση αυτή κράτος μέλος από την υποχρέωση της συμμορφώσεως προς τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις» (14).
Πρόταση
64 Ενόψει όλων των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να
- αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να καταρτίσει προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως περιέχοντα ποιοτικούς στόχους, όσον αφορά τις 99 ουσίες που παρατίθενται σε παράρτημα της προσφυγής και παραλείποντας να ανακοινώσει εν περιλήψει στην Επιτροπή τα εν λόγω προγράμματα καθώς και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους, κατά παράβαση του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ·
- να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138.
(2) - Βλ. αποφάσεις τις 11ης Ιουνίου 1998, C-232/95 και C-233/95, Επιτροπή κατά Ελλάδος, και C-206/96, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, που δεν έχουν ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή.
(3) - Βλ. την απόφαση της 16ης Μαου 1991, C-96/89, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (Συλλογή 1991, σ. Ι-2461, σκέψη 15).
(4) - Σκέψη 16.
(5) - ΕΕ C 176, σ. 4.
(6) - ΕΕ C 55, σ. 7.
(7) - Προπαρατεθείσα.
(8) - Προπαρατεθείσα.
(9) - Με υπογράμμιση στο πρωτότυπο.
(10) - Με υπογράμμιση στο πρωτότυπο.
(11) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Γ. Κοσμά, της 19ης Μαρτίου 1998, επί της υποθέσεως στην οποία εκδόθηκε η απόφαση της 28ης Μαου 1998, C-298/97, Eπιτροπή κατά Ισπανίας (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σημείο 11).
(12) - ΕΕ L 257, σ. 26.
(13) - Άρθρο 9, παράγραφος 3.
(14) - Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-236/88, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1990, σ. Ι-3163, σκέψη 19).
Full & Egal Universal Law Academy