Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με το ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο, το Verwaltungsgericht Kφln ερωτά κατ' ουσίαν αν το δικαίωμα διαμονής το οποίο αντλεί το τέκνο Τούρκου εργαζομένου, το οποίο ολοκλήρωσε επαγγελματική κατάρτιση εντός κράτους μέλους, από το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας (1) (στο εξής: απόφαση 1/80) εξαρτάται από τον όρο της παρουσίας, ή και της εργασίας, του πατέρα του σ' αυτό το κράτος κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο προτίθεται να εισέλθει στην αγορά εργασίας.
Νομικό πλαίσιο
2 Η απόφαση 1/80 εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 του πρόσθετου πρωτοκόλλου (2) της Συμφωνίας Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας (3) (στο εξής: Συμφωνία). Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μεταξύ των κρατών της Κοινότητας και της Τουρκίας θα πραγματοποιηθεί σταδιακά, σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 12 της Συμφωνίας, κατά το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εμπνέονται από τα άρθρα 48, 49 και 50 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητας.
3 Στον τίτλο «Κοινωνικές διατάξεις» το κεφάλαιο II της αποφάσεως 1/80 αναφέρεται, στο τμήμα 1, σε διάφορα «Ζητήματα σχετικά με την εργασία και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων», μεταξύ των οποίων το ζήτημα της προσβάσεως των Τούρκων υπηκόων στην αγορά εργασίας κράτους μέλους. Δύο διατάξεις είναι ιδιαίτερα ικανές να τους παράσχουν ένα τέτοιο δικαίωμα, είτε υπό την ιδιότητά τους ως εργαζομένων που απασχολούνται νόμιμα στην αγορά εργασίας είτε υπό την ιδιότητά τους ως μελών οικογενείας Τούρκου εργαζομένου.
4 Συγκεκριμένα, λαμβάνεται κατ' αρχάς υπόψη στο άρθρο 6, παράγραφος 1, η ιδιότητα ως εργαζομένου του Τούρκου υπηκόου, ανάλογα με τη διάρκεια απασχολήσεως στη νόμιμη αγορά εργασίας του οικείου κράτους μέλους. Η διάταξη αυτή έχει διατυπωθεί ως εξής:
«1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7 περί ελεύθερης προσβάσεως των μελών της οικογενείας του στην απασχόληση, ο Τούρκος εργαζόμενος που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους,
- εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί ένα έτος στο κράτος αυτό, δικαιούται ανανεώσεως της ισχύουσας αδείας εργασίας του στον ίδιο εργοδότη, αν εξακολουθεί να κατέχει θέση εργασίας·
- εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τρία έτη, και υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, δικαιούται να αποδεχθεί, κατ' επιλογή του, άλλη προσφορά εργασίας, στο ίδιο επάγγελμα, που του γίνεται υπό συνήθεις συνθήκες από άλλο εργοδότη και έχει καταγραφεί από τις υπηρεσίες απασχολήσεως του οικείου κράτους μέλους·
- εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τέσσερα έτη, έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του εντός αυτού του κράτους μέλους.»
5 Στη συνέχεια, βάσει του άρθρου 7, μπορεί να παρασχεθεί στον Τούρκο υπήκοο, ως μέλος της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου, δικαίωμα προσβάσεως στην εργασία, είτε του έχει επιτραπεί να ζήσει με τον πατέρα του (πρώτο εδάφιο) είτε είναι τέκνο Τούρκου εργαζομένου που έχει ολοκληρώσει επαγγελματική κατάρτιση εντός της χώρας υποδοχής (δεύτερο εδάφιο):
«Τα μέλη της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους, στα οποία έχει επιτραπεί να ζήσουν μαζί του,
- εφόσον διαμένουν νομίμως στο κράτος αυτό επί τρία τουλάχιστον έτη, και υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, δικαιούνται να αποδεχθούν οποιαδήποτε προσφορά εργασίας·
- εφόσον διαμένουν νομίμως στο κράτος αυτό επί πέντε τουλάχιστον έτη, έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα.
Τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων που έχουν ολοκληρώσει την επαγγελματική τους κατάρτιση εντός της χώρας υποδοχής μπορούν, ανεξαρτήτως της διάρκειας διαμονής τους στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, να αποδεχθούν οποιαδήποτε προσφορά εργασίας εντός αυτού, υπό τον όρο ότι ο ένας από τους γονείς έχει ασκήσει νόμιμη εργασία επί τρία τουλάχιστον έτη εντός του εν λόγω κράτους μέλους.»
6 Τέλος, το άρθρο 9 της αποφάσεως 1/80 παρέχει στα τέκνα Τούρκων, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το δικαίωμα προσβάσεως στην εκπαίδευση του κράτους μέλους υποδοχής. Το άρθρο αυτό έχει διατυπωθεί ως εξής:
«Τα τουρικής ιθαγένειας τέκνα, τα οποία κατοικούν νομίμως εντός κράτους μέλους της Κοινότητας με τους γονείς τους, οι οποίοι απασχολούνται ή έχουν απασχοληθεί νομίμως στο κράτος αυτό, γίνονται δεκτά εντός αυτού του κράτους μέλους στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής καταρτίσεως βάσει των ίδιων κριτηρίων αποδοχής ως προς την κατάρτιση που ισχύουν για τα τέκνα των υπηκόων αυτού του κράτους μέλους. Δικαιούνται να απολαύουν, εντός αυτού του κράτους μέλους, των ωφελημάτων που προβλέπονται στον τομέα αυτόν από την εθνική νομοθεσία.»
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
7 Το αιτούν δικαστήριο απευθύνεται στο Δικαστήριο με αφορμή μια διαφορά μεταξύ του Akman (στο εξής: προσφεύγων της κύριας δίκης), Τούρκου υπηκόου γεννηθέντος το 1960, και των γερμανικών αρχών που είναι αρμόδιες σε ζητήματα άδειας διαμονής (Oberkreisdirektor des Rheinisch-Bergischen Kreises) ως προς την άρνηση χορηγήσεως άδειας διαμονής στη Γερμανία.
8 Λίγο μετά τη νόμιμη είσοδό στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας χορηγήθηκε στον προσφεύγοντα, τον Ιανουάριο του 1980, άδεια διαμονής περιορισμένης χρονικής ισχύος προκειμένου αυτός να παρακολουθήσει κύκλο μαθημάτων επαγγελματικής καταρτίσεως την οποία ολοκλήρωσε επιτυχώς τον Απρίλιο του 1993. Κατά την άφιξή του, εγκαταστάθηκε κατ' αρχάς στην οικία του πατέρα του, ο οποίος εργαζόταν ως μισθωτός στη Γερμανία από το 1971, πριν μετακομίσει το 1981 για να έρθει πλησιέστερα στον τόπο των σπουδών του. Ο πατέρας του εγκατέλειψε το ομοσπονδιακό έδαφος το 1986 για να επιστρέψει στην Τουρκία.
9 Η άδεια διαμονής του Akman παρατάθηκε κατ' αρχάς μέχρι το 1982, κατόπιν δε ανανεωνόταν τακτικά για περιορισμένα χρονικά διαστήματα κάθε φορά, προκειμένου αυτός να συνεχίσει τον κύκλο σπουδών για την απόκτηση πτυχίου μηχανικού, τέλος δε με έναν πρόσθετο όρο από το 1990 βάσει του οποίου του απαγορεύθηκε η άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, εκτός για χρόνο μερικής απασχολήσεως και κατά τη διάρκεια των διακοπών των εξαμήνων.
10 Κάτοχος άδειας εργασίας χωρίς όρους και χωρίς χρονικό περιορισμό διάρκειας, την οποία έλαβε στις 16 Ιανουαρίου 1991, ο Akman εργάσθηκε πλέον ως μερικώς απασχολούμενος σε δύο διαδοχικούς εργοδότες, κατ' αρχάς από την 1η Μαου 1991 μέχρι τις 31 Αυγούστου 1993, κατόπιν δε από τις 5 Απριλίου 1994. Κατά την ημερομηνία της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της υποθέσεως της κύριας δίκης (8 Νοεμβρίου 1995), δεν ασκούσε καμία επαγγελματική δραστηριότητα, πλην όμως επικαλέστηκε διάφορες προσφορές εργασίας (4).
11 Μετά τη λήψη του πτυχίου του, ο Akman ζήτησε, στις 24 Ιουνίου 1993, παράταση της εγκρίσεως διαμονής του, κυρίως ως άδειας διαμονής απεριόριστης χρονικής διάρκειας και, επικουρικώς, ως εγκρίσεως παραμονής προκειμένου να συμπληρώσει τις σπουδές του.
12 Οι αρμόδιες γερμανικές αρχές έκαναν δεκτό το επικουρικό αυτό αίτημα και του χορήγησαν έγκριση παραμονής με ισχύ μέχρι τις 25 Αυγούστου 1994, προκειμένου να καταστεί δυνατό να συνεχίσει έναν συμπληρωματικό κύκλο σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Έσσης.
13 Αφού άσκησε ανεπιτυχώς, μια πρώτη φορά, ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής, καθόσον δεν έγινε με αυτή δεκτό το κύριο αίτημά του, ο Akman υπέβαλε εκ νέου αίτηση παρατάσεως της άδειας διαμονής του, στις 19 Αυγούστου 1994, επί της οποίας η καθής διοίκηση δεν έχει ακόμη αποφανθεί μέχρι σήμερα.
14 Προ της αδράνειας της αρμοδίας διοικήσεως, ο Akman προσέφυγε στο Verwaltungsgericht Kφln. Επικαλούμενος το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, ισχυρίστηκε ότι η ιδιότητά του ως τέκνου Τούρκου εργαζομένου που έχει ολοκληρώσει επαγγελματική κατάρτιση επί του ομοσπονδιακού εδάφους, του οποίου ο πατέρας έχει ασκήσει νόμιμη εργασία στη Γερμανία τουλάχιστον επί τρία έτη, του δίνει το δικαίωμα να ανταποκριθεί σε κάθε προσφορά εργασίας και συνακόλουθο δικαίωμα διαμονής, κατ' εφαρμογήν της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 1994, Eroglu (5).
15 Αντιθέτως, η καθής διοίκηση προέβαλε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, λόγω ελλείψεως διαμονής και εργασίας του πατέρα του προσφεύγοντος της κύριας δίκης επί του ομοσπονδιακού εδάφους κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο αυτός επιθυμούσε να εισέλθει στην αγορά εργασίας.
16 Έχοντας αμφιβολίες ως προς την ορθή εφαρμογή της προβαλλομένης κοινοτικής διατάξεως, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων της 5ης Οκτωβρίου 1994 στην υπόθεση C-355/93, Εroglu, προϋποθέτει η απορρέουσα από το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, σχετικά με την προώθηση της συνδέσεως, αξίωση τέκνου Τούρκου εργαζομένου για παράταση της αδείας παραμονής του ότι πρέπει να εξακολουθεί να διαμένει στην επικράτεια της Ομοσπονδιακής Γερμανίας ή ακόμη ότι πρέπει να διατηρεί τη σχέση μισθωτής εργασίας ο εργαζόμενος γονέας καθόν χρόνο το τέκνο έχει ολοκληρώσει την επαγγελματική του εκπαίδευση και επιθυμεί να αποδεχθεί προσφορά εργασίας ή αρκεί για την πλήρωση των προϋποθέσεων της διατάξεως αυτής το ότι ο Τούρκος γονέας είχε στο παρελθόν νόμιμη απασχόληση επί τρία τουλάχιστον έτη;»
Η γνώμη μου
17 Θα ήθελα εκ προοιμίου να τονίσω ότι το παραδεκτό του παρόντος ερωτήματος δεν δημιουργεί καμία αμφιβολία. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, οι αποφάσεις του Συμβουλίου Συνδέσεως με τις οποίες εφαρμόζεται η Συμφωνία αποτελούν, όπως ακριβώς και αυτή, αναπόσπαστο τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξης και μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο αιτήσεως προς το Δικαστήριο για την έκδοση αποφάσεως περί ερμηνείας διατάξεως κοινοτικού δικαίου βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (6).
18 Επιθυμώ επιπλέον να τονίσω, προκειμένου να μην επανέλθω επ' αυτού, ότι η εν λόγω απόφαση (και ειδικότερα τα άρθρα 6 και 7) «(...) δεν υπεισέρχεται στο πεδίο της αρμοδιότητας των κρατών μελών να ρυθμίζουν τόσο την είσοδο στην επικράτειά τους των Τούρκων υπηκόων όσο και τις προϋποθέσεις της πρώτης τους απασχολήσεως, αλλά ρυθμίζει απλώς (...) την κατάσταση των Τούρκων εργαζομένων που έχουν ήδη ενταχθεί νομίμως στην αγορά εργασίας των κρατών μελών» (7). Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είχαν πράγματι πρόθεση να ρυθμιστεί η είσοδος στο έδαφος των κρατών μελών, αλλά να πραγματοποιηθεί προοδευτικά ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μεταξύ των μερών (8), σε μια προοπτική προεντάξεως (9).
19 Αντιθέτως, άπαξ κράτος μέλος εγκρίνει σε Τούρκους υπηκόους την είσοδο στο έδαφός του, μπορούν αυτοί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να απολαύουν σ' αυτό το κράτος δικαίωμα διαμονής, βάσει, αυτή τη φορά, της αποφάσεως 1/80. Το Δικαστήριο συνάγει, πράγματι, από το άμεσο αποτέλεσμα που προσδίδεται στις διατάξεις που προβλέπουν δικαίωμα προσβάσεως στην απασχόληση (10) συνακόλουθο δικαίωμα διαμονής, εφόσον «(...) οι δύο αυτές πτυχές της προσωπικής καταστάσεως του Τούρκου εργαζομένου συνδέονται στενώς (...)» (11).
20 Ο σύνδεσμος αυτός μεταξύ του δικαιώματος προσβάσεως στην απασχόληση και του δικαιώματος διαμονής διατυπώθηκε κατ' αρχάς στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, κατά το οποίο «(...) αναγνωρίζοντας [στον Τούρκο εργαζόμενο], μετά τη συμπλήρωση ορισμένης περιόδου νόμιμης απασχόλησης εντός κράτους μέλους, τη δυνατότητα προσβάσεως σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του, συνεπάγ[εται] κατ' ανάγκη - άλλως θα ήταν δυνατό να στερείται οποιοδήποτε αποτελέσματος το δικαίωμα που [η] διάταξ[η] αυτ[ή] αναγνωρίζ[ει] στον Τούρκο εργαζόμενο - την ύπαρξη, όσον αφορά τον ενδιαφερόμενο, τουλάχιστον κατά το χρονικό αυτό σημείο, δικαιώματος διαμονής» (12).
Η ίδια συλλογιστική εφαρμόστηκε ως προς τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, «(...) διότι χωρίς δικαίωμα διαμονής θα στερούνταν αποτελέσματος και η απονομή στον Τούρκο εργαζόμενο, μετά από ένα έτος νόμιμης απασχολήσεως, του δικαιώματος ανανεώσεως της αδείας εργασίας του στον ίδιο εργοδότη» (13).
Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε με την προπαρατεθείσα απόφαση Eroglu, στην οποία αναφέρεται ειδικά το αιτούν δικαστήριο, ότι: «(...) πρέπει ωσαύτως να γίνει δεκτό ότι το δικαίωμα προς αποδοχή οποιασδήποτε προσφοράς εργασίας, που αναγνωρίζεται με το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, συνεπάγεται κατ' ανάγκη την υπέρ του δικαιούχου αναγνώριση δικαιώματος διαμονής» (14). Κατά συνέπεια: «(...) Τούρκος υπήκοος που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 και επομένως μπορεί να αποδεχθεί οποιαδήποτε προσφορά εργασίας εντός του οικείου κράτους μέλους, μπορεί να αξιώσει για τον λόγο αυτό και την παράταση της ισχύος της αδείας διαμονής του βάσει της διατάξεως αυτής» (15).
21 Επομένως, το Verwaltungsgericht Kφln ορθώς διερωτάται, αναφερόμενο στην απόφαση Eroglu, ως προς το δικαίωμα προσβάσεως στην απασχόληση του προσφεύγοντος της κύριας δίκης βάσει της αποφάσεως 1/80, προκειμένου να συναχθεί από αυτό συνακόλουθο δικαίωμα διαμονής.
22 Συναφώς, καίτοι αναφέρεται ειδικότερα με το ερώτημά του στο άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, διερωτήθηκε, πριν αποφανθεί αρνητικώς, επί της εφαρμογής εν προκειμένω άλλων διατάξεων της αποφάσεως, καθόσον προσπαθεί να διαπιστώσει, όλως γενικώς, «(...) αν [ο προσφεύγων] μπορεί να αντλήσει από το κοινοτικό δίκαιο αξίωση για τη χορήγηση αδείας διαμονής» (16).
23 Θεωρώ, όπως και το αιτούν δικαστήριο, ότι μόνο το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, είναι επιδεκτικό εφαρμογής. Ούτε οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, ούτε αυτές του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, έχουν πράγματι σχέση με το πρόβλημα που μας απασχολεί.
24 Όσον αφορά κατ' αρχάς το άρθρο 6, παράγραφος 1, μόνο η επίκληση της τρίτης περιπτώσεώς του θα μπορούσε να παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης. Ο εν λόγω προσφεύγων επιθυμεί πράγματι να έχει πρόσβαση σε κάθε προσφορά εργασίας, ουδόλως δε επικαλείται την ύπαρξη συνεχούς απασχολήσεως στον ίδιο εργοδότη για τον οποίο εργαζόταν επί ένα έτος (κατάσταση που διέπεται από την πρώτη περίπτωση) ή στο πλαίσιο του ίδιου επαγγέλματος μετά από τρία έτη νόμιμης απασχολήσεως (δεύτερη περίπτωση του άρθρου 6, παράγραφος 1) (17).
Όμως, το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, προϋποθέτει τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων σωρευτικώς για να παρασχεθεί στον Τούρκο υπήκοο δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως σε κάθε επαγγελματική δραστηριότητα της επιλογής του: ο Τούρκος υπήκοος οφείλει, αφενός, να ασκεί νόμιμη εργασία εντός κράτους μέλους και, αφετέρου, να έχει απασχοληθεί νομίμως επί τέσσερα έτη. Ξωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί το ζήτημα του «νόμιμου» χαρακτήρα της εργασίας που άσκησε ο προσφεύγων της κύριας δίκης (18), αρκεί να τονισθεί ότι αυτός δεν έχει συμπληρώσει τέσσερα έτη εργασίας στη Γερμανία.
25 Ούτε το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 έχει σημασία υπό τις παρούσες περιστάσεις.
26 Από της εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Kadiman, είναι πλέον πράγματι δεδομένο ότι η διάταξη αυτή, σκοπός της οποίας είναι «(...) η διευκόλυνση της εργασίας και της διαμονής του Τούρκου εργαζομένου που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους, εξασφαλίζοντας τη διατήρηση των οικογενειακών δεσμών του εντός του κράτους αυτού» (19), αποβλεπει στη δημιουργία ευνοϋκών συνθηκών για τη συγκέντρωση της οικογένειας (20).
Επομένως, η αναγνώριση των δικαιωμάτων που παρέχει η διάταξη αυτή στον ενδιαφερόμενο εξαρτάται από τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αναγνωρίστηκε σ' αυτόν δικαίωμα εισόδου και διαμονής: «(...) το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, ορίζει ρητώς ότι στο μέλος της οικογένειας πρέπει να έχει επιτραπεί να "ζήσει μαζί" με τον Τούρκο εργαζόμενο που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους αυτού» (21). Επιπλέον, το ευεργέτημα της διατάξεως αυτής προϋποθέτει «(...) πραγματική συγκατοίκηση στο πλαίσιο οικογενειακής συμβιώσεως με τον εργαζόμενο» (22), κατά το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, εκτός αν «(...) αντικειμενικές περιστάσεις [δικαιολογούν] το να μην κατοικούν ο διακινούμενος εργαζόμενος και το μέλος της οικογένειάς του κάτω από την ίδια στέγη στο κράτος μέλος υποδοχής» (23).
Είναι σαφές ότι η κατάσταση του Akman δεν αντιστοιχεί σ' αυτήν την περίπτωση. Πράγματι, δεν του έχει «επιτραπεί να ζήσει μαζί» με τον πατέρα του κατά την έννοια της αποφάσεως Kadiman, επειδή εισήλθε νομίμως στη Γερμανία για να σπουδάσει και έλαβε έγκριση παραμονής «προκειμένου να φοιτήσει σε επαγγελματική σχολή» (24). Αφετέρου, έχω αμφιβολίες ως προς το ότι το γεγονός ότι ο Akman εγκατέλειψε την κατοικία του πατέρα του για να κατοικήσει μόνος, το επόμενο έτος της αφίξεώς του στη Γερμανία, υπαγορεύθηκε από «αντικειμενική περίσταση» που δικαιολογούσε το να μη κατοικούν υπό την ίδια στέγη. Πράγματι, καίτοι το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Kadiman ότι συνιστούσε μια τέτοια αντικειμενική περίσταστη το γεγονός ότι «(...) η απόσταση μεταξύ της κατοικίας του εργαζομένου και (...) του κέντρου επαγγελματικής καταρτίσεως στο οποίο φοιτά (...) [το μέλος της οικογένειάς του] υποχρέωναν τον ενδιαφερόμενο να διατηρεί χωριστή κατοικία» (25), παραμένει γεγονός ότι τέτοιες διακοπές της συμβιώσεως πρέπει να «πραγματοποιούνται χωρίς πρόθεση εγκαταλείψεως της κοινής κατοικίας στο κράτος μέλος υποδοχής (...)» (26). Όμως, αντιστρόφως, από τις διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Akman σαφώς μετοίκησε χωρίς προοπτική να επανάλθει στη συνέχεια στην πατρική οικία.
27 Επομένως, πρέπει σαφώς να εξετασθεί ενόψει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης μπορεί να επικαλεσθεί δικαίωμα διαμονής που απορρέει από δικαίωμα προσβάσεως στην απασχόληση.
28 Όπως τονίζει η Ελληνική Κυβέρνηση (27), η επίκληση αυτής της διατάξεως, από το ίδιο της το γράμμα, προϋποθέτει τη συνδρομή τριών προϋποθέσεων σωρευτικώς.
29 Ο ενδιαφερόμενος πρέπει: 1) να είναι τέκνο Τούρκου εργαζομένου, 2) να έχει ολοκληρώσει την επαγγελματική του κατάρτιση εντός του κράτους υποδοχής, 3) να αποδεικνύει ότι ο ένας από τους γονείς του «έχει ασκήσει νόμιμη εργασία επί τρία τουλάχιστον έτη εντός του κράτους αυτού».
30 Καίτοι κατ' ουσίαν το αντικείμενο του ερωτήματος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο είναι η τρίτη προϋπόθεση, ενδείκνυται εντούτοις προηγουμένως να συναχθεί με βεβαιότητα ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης πληροί σαφώς την πρώτη προϋπόθεση, πράγμα που αμφισβητεί η Ελληνική Κυβέρνηση (28). Η δεύτερη προϋπόθεση δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεως από τα μέρη, ούτε δε και εγώ θα την εξετάσω.
31 Κατά συνέπεια, πρόκειται για το ζήτημα αν ο Akman μπορεί να εξακολουθεί να επικαλείται τη σχέση του υιού προς γονέα με έναν «Τούρκο εργαζόμενο», εφόσον επιθυμεί να προβάλει αυτή την ιδιότητα, καίτοι ο πατέρας του εγκατέλειψε οριστικά το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής και, πολλώ μάλλον, τη νόμιμη αγορά εργασίας αυτού του κράτους.
32 Συναφώς, η νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των κοινοτικών εργαζομένων νομίζω ότι είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική.
33 Από την ερμηνεία εκ μέρους του Δικαστηρίου του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 (29) με την απόφαση Brown (30) - υπό την έννοια ότι παρέχει δικαιώματα στον τομέα της προσβάσεως στην εκπαίδευση εντός του κράτους μέλους υποδοχής μόνο στα τέκνα που έχουν ζήσει με τους γονείς τους ή με τον έναν από αυτούς, εφόσον ένας τουλάχιστον από τους γονείς ήταν εργαζόμενος σ' αυτό το κράτος, αποκλειομένου του τέκνου που γεννήθηκε αφού ο γονέας αυτός έπαυσε να εργάζεται και να διαμένει στο κράτος υποδοχής - ήταν ήδη δυνατό να συναχθεί ότι η ιδιότητα του τέκνου (κοινοτικού) εργαζομένου δεν εξαρτάται από την παρουσία του γονέως στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.
Η απόφαση Echternach και Moritz (31) έδωσε την ευκαιρία να επιβεβαιωθεί, σαφώς αυτή τη φορά, χωρίς να ήταν αναγκαία η εφαρμογή ερμηνείας εξ αντιδιαστολής, ότι: «το τέκνο του εργαζομένου ενός κράτους μέλους ο οποίος έχει εργασθεί σε άλλο κράτος μέλος διατηρεί την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας του εργαζομένου, κατά την έννοια του κανονισμού 1612/68, όταν η οικογένεια του τέκνου επιστρέφει στο κράτος μέλος καταγωγής και το τέκνο παραμένει στη χώρα υποδοχής, ακόμη και μετά από κάποια διακοπή της διαμονής του, για να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του τις οποίες δεν μπορεί να συνεχίσει στο κράτος καταγωγής» (32).
34 Καίτοι είναι αλήθεια ότι, λόγω του ότι η Τουρκία δεν ανήκει στην Κοινότητα, το ευεργέτημα των διατάξεων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των κοινοτικών εργαζομένων και των οικογενειών τους δεν μπορεί να αναγνωρισθεί ευθέως στους Τούρκους υπηκόους, παραμένει γεγονός ότι η κατάστασή τους είναι σαφής από απόψεως κοινοτικού δικαίου υπό την έννοια ότι πρέπει να προσεγγίζει, στο μέτρο του δυνατού, την κατάσταση των κοινοτικών υπηκόων.
35 Υπενθυμίζω πράγματι ότι ο σκοπός που επιδίωκε το Συμβούλιο Συνδέσεως, κατά τη θέσπιση των κοινωνικών διατάξεων της αποφάσεως 1/80, ήταν να διανυθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 της Συμφωνίας, ένα πρόσθετο στάδιο προς την πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, με πηγή εμπνεύσεως τα άρθρα 48, 49 και 50 της Συνθήκης, σύμφωνα με την προενταξιακή φύση της Συμφωνίας. Για τη διασφάλιση της τηρήσεως αυτού του σκοπού το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι «(...) απαραίτητη η κατά το μέτρο του δυνατού μεταφορά, επί των Τούρκων εργαζομένων που απολαύουν δικαιωμάτων αναγνωρισμένων από την απόφαση 1/80 των αρχών που αποδέχονται τα εν λόγω άρθρα» (33).
36 Επομένως, θα εννοώ στο εξής τον όρο «τέκνο Τούρκου εργαζομένου» κατ' αναλογία προς τον όρο «τέκνο εργαζομένου», όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των διατάξεων που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των κοινοτικών εργαζομένων, ιδίως υπό το φως των προπαρατεθεισών αποφάσεων Brown καθώς και Echternach και Moritz.
37 Καταλήγω, κατά συνέπεια, στο συμπέρασμα ότι ο Τούρκος εργαζόμενος, ο οποίος εισήλθε νομίμως στο έδαφος κράτους μέλους για να παρακολουθήσει μαθήματα επαγγελματικής καταρτίσεως, δεν χάνει την ιδιότητά του ως «τέκνου Τούρκου εργαζομένου», κατά την έννοια του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, από το γεγονός και μόνον ότι ο πατέρας του δεν διαμένει ούτε εργάζεται πλέον στο έδαφος αυτού του κράτους, όταν ο ενδιαφερόμενος επιθυμεί να επικαλεσθεί την ιδιότητα αυτή.
38 Εν προκειμένω, είναι βέβαιο ότι, κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι ετών της διαμονής του Akman στη Γερμανία, ο πατέρας του ήταν Τούρκος εργαζόμενος που απασχολούνταν νομίμως σ' αυτό το κράτος. Επομένως, δεν μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί ότι ο Akman έχασε την ιδιότητά του ως τέκνο Τούρκου εργαζομένου για τον λόγο και μόνον ότι ο πατέρας του δεν κατοικεί πλέον στη Γερμανία.
39 Άπαξ διαπιστώθηκε ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης εξακολουθεί να μπορεί να επικαλείται τη σχέση υιού προς γονέα με Τούρκο εργαζόμενο, πρέπει επιπλέον να συναχθεί με βεβαιότητα ότι πληροί επίσης την προϋπόθεση κατά την οποία ο ένας από τους γονείς του «έχει ασκήσει νόμιμη εργασία επί τρία τουλάχιστον έτη εντός του κράτους αυτού», για να του αναγνωρισθεί δικαίωμα διαμονής απορρέον από το δικαίωμα προσβάσεως στην εργασία που αντλεί από το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80.
40 Οι δύο ερμηνείες αυτής της προϋποθέσεως που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγουν σε διαμετρικώς αντίθετα συμπεράσματα.
41 Κατά τη Γερμανική, την Ελληνική και την Αυστριακή Κυβέρνηση, το δικαίωμα τέκνου Τούρκου εργαζομένου να λάβει, δυνάμει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, παράταση της άδειας διαμονής του προϋποθέτει όχι μόνον ότι ο ένας από τους γονείς έχει ασκήσει νόμιμη εργασία επί τρία τουλάχιστον έτη εντός του κράτους μέλους υποδοχής, αλλά επιπλέον ότι ο εν λόγω γονέας εξακολουθεί συνεχώς να εργάζεται κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο το τέκνο επικαλείται το δικαίωμα διαμονής.
42 Η Επιτροπή και ο προσφεύγων της κύριας δίκης υποστήριξαν, αντιθέτως, ότι το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, προϋποθέτει απλώς ότι ο ενδιαφερόμενος έχει ολοκληρώσει επαγγελματική κατάρτιση εντός του κράτους μέλους υποδοχής και ότι ο γονέας του έχει ασκήσει νόμιμη εργασία επί τρία τουλάχιστον έτη εντός του κράτους αυτού. Δεν απαιτείται, αντιθέτως, να εξακολουθεί να υφίσταται η διαμονή και/ή σχέση εργασίας τους οικείου διακινούμενου εργαζομένου κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο το τέκνο του επιθυμεί να ανταποκριθεί σε μια προσφορά εργασίας.
43 Είμαι πεπεισμένος για την ορθότητα της τελευταίας αυτής προσεγγίσεως.
44 Η γραμματική ερμηνεία της διατάξεως νομίζω ότι κατ' αρχάς συνηγορεί υπέρ αυτής της απόψεως.
45 Το γαλλικό κείμενο της διατάξεως, χρησιμοποιώντας παρωχημένο χρόνο - εν προκειμένω παρακείμενο της υποτακτικής - («ΰ condition qu'un des parents ait lιgalement exercι») και, στην ίδια φράση, μια πρόθεση («depuis») που «υποδηλώνει το χρονικό σημείο από το οποίο άρχισε μια ενέργεια (ή μια κατάσταση) που εξακολουθεί να διαρκεί κατά το χρονικό σημείο για το οποίο γίνεται λόγος ή κατά το χρονικό σημείο στο οποίο κανείς ανάγεται νοητικώς» (34), δεν αναφέρεται ασφαλώς, κατά τη γνώμη μου, σε μια κατάσταση αναγκαστικά παρούσα. Νομίζω μάλλον ότι, με τη διατύπωση αυτή, δύο καταστάσεις είναι ενδεχόμενες: είτε αυτές που έχουν ολοκληρωθεί είτε αυτές που, καίτοι έχουν αρχίσει στο παρελθόν, συνεχίζονται στο παρόν.
Εν πάση περιπτώσει, αν ο νομοθέτης είχε θελήσει να αναφερθεί μόνο σε μια παρούσα κατάσταση, όπως ισχυρίζονται οι παρεμβαίνουσες κυβερνήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας, ουδεμία αμφιβολία υφίσταται ότι η χρήση του ενεστώτα (ή του ενεστώτα της υποτακτικής) θα ήταν προσφορότερη: συγκεκριμένα θα είχε αναφερθεί στην προϋπόθεση κατά την οποία ο ένας από τους γονείς «ασκεί (ή άσκησε (...) εργασία (...) επί τρία τουλάχιστον έτη». Στον ενεστώτα, εξάλλου, έχει διατυπωθεί το πρώτο εδάφιο του άρθρου 7, το οποίο αναφέρεται επομένως κατ' ανάγκη σε μια παρούσα κατάσταση, αποκλειομένης μιας καταστάσεως στο παρελθόν [«εφόσον διαμένουν νομίμως στο κράτος αυτό επί τρία (ή πέντε) τουλάχιστον έτη»]. Η επιλογή του παρωχημένου χρόνου στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7 νομίζω επομένως ότι είναι απολύτως χαρακτηριστική.
46 Η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, τονίζει εντούτοις ότι η πρόθεση που χρησιμοποιείται στις διάφορες γλώσσες στις οποίες έχει διατυπωθεί η διάταξη (π.χ., στα κείμενα στη γαλλική, την αγγλική, τη γερμανική και την ολλανδική αναφέρεται αντιστοίχως η διατύπωση: «depuis», «for», «seit» και «gedurende») μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση και να υποδηλώνει διαφορετική έννοια, ανάλογα με τη γλώσσα της εν λόγω διατάξεως.
47 Καίτοι οφείλω να παραδεχθώ, συμφωνώντας μαζί τους, ότι μια γραμματική ερμηνεία δεν μπορεί πράγματι, αφεαυτής, να είναι καθοριστική για τον σχηματισμό πεποιθήσεως, η ratio legis του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, εμποδίζει εντούτοις να του αποδοθεί η έννοια που προτείνουν η Γερμανική, η Ελληνική και η Αυστριακή Κυβέρνηση.
48 Όπως εξέθεσα, το ενιαίο της ρυθμίσεως του άρθρου 7 στο σύνολό του συνίσταται στην κατηγορία προσώπων στην οποία παρέχει δικαιώματα: τα μέλη της οικογενείας του Τούρκου εργαζομένου. Εντούτοις, είναι προφανές, ενόψει των δύο εδαφίων αυτής της διατάξεως, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν να επιφυλάξουν ειδική μεταχείριση, στο πλαίσιο αυτής της κατηγορίας προσώπων, στα τέκνα των εν λόγω εργαζομένων.
49 Το άρθρο 7, στο πρώτο του εδάφιο, αφορά σαφώς έναν στόχο συγκεντρώσεως της οικογενείας, όπως το υπόμνησε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Kadiman, από την οποία προκύπτει υποχρέωση συγκατοικήσεως του μέλους της οικογενείας με τον γονέα, την οποία το Δικαστήριο συνάγει ειδικότερα από τη διατύπωση «(...) στα οποία έχει επιτραπεί να ζήσουν μαζί του» (35).
50 Αντιστρόφως, το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, δεν σκοπεί ειδικά στη δημιουργία ευνοϋκών προϋποθέσεων για τη συγκέντρωση της οικογένειας. Αυτό νομίζω ότι προκύπτει τόσο από τη νομολογία του Δικαστηρίου όσο και από την πρακτική αποτελεσματικότητα της διατάξεως.
Πράγματι, το Δικαστήριο κρίνοντας, αφενός, στην προπαρατεθείσα απόφαση Eroglu, ότι το γεγονός ότι το δικαίωμα εισόδου ή διαμονής δεν χορηγήθηκε αρχικά στο τέκνο Τούρκου εργαζομένου «(...) προς οικογενειακή επανένωση αλλά, επί παραδείγματι, για σπουδές, δεν μπορεί να στερήσει από το τέκνο του Τούρκου εργαζομένου που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, τα δικαιώματα που του παρέχει η διάταξη αυτή» (36), κάνει κατ' ανάγκη διάκριση μεταξύ των καταστάσεων που διέπονται από το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, και αυτών που εξετάστηκαν στην προπαρατεθείσα απόφαση Kadiman και στις οποίες έχει εφαρμογή το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο.
Εξάλλου, το να ερμηνευθεί το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, το οποίο έχει εφαρμογή ειδικά στα «τέκνα Τούρκων εργαζομένων» υπό την έννοια ότι σκοπεί και αυτό στη δημιουργία ευνοϋκών προϋποθέσεων για τη συγκέντρωση της οικογένειας, θα το στερούσε από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα. Νοούμενη κατ' αυτόν τον τρόπο, η διάταξη αυτή δεν συνεπάγεται τίποτε το νέο σε σχέση με το πρώτο εδάφιο που αφορά ευρύτερα την από οικογενειακής απόψεως συγκέντρωση των «μελών της οικογενίας» στα οποία προφανώς περιλαμβάνονται τα τέκνα.
Τέλος, αν το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, σκοπούσε και αυτό στη συγκέντρωση της οικογένειας, νομίζω ότι η προϋπόθεση της υποχρεώσεως εργασίας του πατέρα επί τρία έτη δεν θα είχε θέση στο πλαίσιο της αποφάσεως 1/80. Μια συγκριτική εξέταση του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, είναι εν προκειμένω διαφωτιστική. Εφόσον η διάταξη αυτή αφορά ειδικά τη συγκέντρωση της οικογένειας, περιέχει μόνο προϋποθέσεις που αφορούν τη νόμιμη εργασία του γονέα, αποκλειομένης κάθε άλλης προϋποθέσεως αφορώσας τη διάρκεια της εργασίας η οποία είναι άσχετη ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού.
51 Δεδομένου ότι το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7 δεν έχει ειδικά ως σκοπό τη συγκέντρωση της οικογενείας, μπορεί ήδη να τονισθεί ότι η διάταξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχει υποχρέωση συνεχούς κατοικίας του γονέως και του τέκνου κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο το τέκνο επιθυμεί να αναλάβει εργασία μετά την ολοκλήρωση της επαγγελματικής καταρτίσεως.
52 Η επίδικη διάταξη υπαγορεύθηκε στην πραγματικότητα από τελείως άσχετους προς τη συγκέντρωση της οικογένειας λόγους. Όπως εκθέτει η Επιτροπή, συμβάλλει στο να θεωρηθεί το τέκνο ανεξάρτητος άνθρωπος, ο οποίος ολοκλήρωσε τις σπουδές του εντός κράτους μέλους, ακριβώς για να αυξήσει τις πιθανότητές του να ανεύρει ο ίδιος εργασία και να μην εξαρτάται πλέον από τον γονέα του για την κάλυψη των αναγκών του. Σκοπεί στο να ενθαρρυνθεί η είσοδος στην αγορά εργασίας κατά προτίμηση των τέκνων Τούρκων εργαζομένων που έχουν ολοκληρώσει επαγγελματική κατάρτιση σε σχέση με αυτά που δεν έχουν ολοκληρώσει μια τέτοια επαγγελματική κατάρτιση.
Η ερμηνεία αυτή συνάδει με την αντίληψη της επαγγελματικής καταρτίσεως, όπως εκφράστηκε από το Δικαστήριο, έναντι κοινοτικών υπηκόων, στην απόφαση Gravier (37): «(...) η πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση είναι ικανή να προωθήσει την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε ολόκληρη την Κοινότητα, επιτρέποντάς τους να αποκτήσουν τυπικά προσόντα στο κράτος μέλος όπου προτίθενται να ασκήσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα (...)».
53 Το γεγονός της συμπληρώσεως επαγγελματικής καταρτίσεως καθιστά έτσι το τέκνο του Τούρκου εργαζομένου ικανό να αποκτήσει αυτοτελώς δικαίωμα εργασίας, εφόσον ο γονέας του έχει ενταχθεί ή εντάσσεται στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους.
54 Εκτός από αυτή την αυτοτελή ratio legis του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, σε σχέση με το πρώτο εδάφιο, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή νομίζω ότι πρέπει απολύτως να ληφθεί υπόψη.
55 Πράγματι, «η συνοχή του συστήματος» που δημιουργήθηκε με την απόφαση 1/80, στην οποία το Δικαστήριο αποδίδει μέγιστη σημασία (38), θα διαταρασσόταν αν γινόταν δεκτό ότι η εφαρμογή του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, προϋποθέτει ότι ο Τούρκος γονέας του τέκνου το οποίο ολοκλήρωσε τις σπουδές του εξακολουθεί να εργάζεται, όταν το τέκνο επιθυμεί να εισέλθει στην αγορά εργασίας.
56 Συναφώς, θα πρέπει να έχουμε προ οφθαλμών τη διατύπωση του άρθρου 9 της αποφάσεως 1/80, άρθρο που ρυθμίζει την πρόσβαση στην επαγγελματική κατάρτιση των τέκνων Τούρκων γονέων. Η διάταξη αυτή μπορεί από τη φύση της να τύχει επικλήσεως, κατ' ανάγκη, πριν από την αναζήτηση εργασίας, σε αντίθεση προς το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, το οποίο διέπει την κατάσταση αυτών από τα τέκνα Τούρκων γονέων που έχουν ολοκληρώσει την επαγγελματική τους κατάσταση.
Όμως, μεταξύ των προϋποθέσεων που περιέχονται στο άρθρο 9 για να γίνουν δεκτά τα τέκνα Τούρκων γονέων «στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής καταρτίσεως», εκτός από την προϋπόθεση «νόμιμης κατοικίας» του τέκνου με τους γονείς τους εντός του κράτους μέλους υποδοχής, περιέχεται και η προϋπόθεση κατά την οποία οι γονείς «απασχολούνται ή έχουν απασχοληθεί νομίμως στο κράτος αυτό».
Επομένως, ουδόλως απαιτείται ο γονέας του τέκνου που επιθυμεί να αποκτήσει κατάρτιση να ασκεί νόμιμη εργασία κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο το τέκνο επικαλείται το άρθρο 9. Όμως, νομίζω ότι είναι κάπως ανακόλουθο, για να μην πω ανόητο, να επιβάλλεται μια τέτοια προϋπόθεση κατά την ολοκλήρωση αυτής της επαγγελματικής καταρτίσεως. Πράγματι, αν, όπως επιτρέπεται από το άρθρο 9, ο Τούρκος γονέας δεν ασκεί πλέον εργασία όταν το τέκνο του αρχίζει να παρακολουθεί κύκλο μαθημάτων επαγγελματικής καταρτίσεως, πώς είναι δυνατό να αναμένεται ή να απαιτείται ευλόγως ο Τούρκος γονέας να ασκεί νόμιμη εργασία μερικά έτη αργότερα, κατά την ολοκλήρωση της επαγγελματικής καταρτίσεως το τέκνου του;
57 Επομένως, φρονώ ότι η προϋπόθεση εργασίας του γονέα επί τουλάχιστον τρία έτη, στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, που προβλέπεται βάσει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, συνίσταται τόσο σε παρούσα όσο και σε παρωχημένη εργασία.
58 Η πεποίθησή μου ουδόλως κλονίζεται από τη σκέψη που διατύπωσε η Γερμανική Κυβέρνηση, ότι ερμηνεία αντίθετη προς τις παρατηρήσεις της θα κατέληγε να είναι ευνοϋκότερη για τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων απ' ό,τι για τα τέκνα των κοινοτικών υπηκόων οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1251/70 (39), δεν έχουν δικαίωμα παραμονής εντός του κράτους υποδοχής παρά μόνον αν έχουν κάνει χρήση του δικαιώματος αυτού εντός προθεσμίας δύο ετών μετά τη λήξη της δραστηριότητας του εργαζομένου να απολαύει του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας.
Πράγματι, το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού δεν έχει το ίδιο ουσιαστικό και προσωπικό πεδίο εφαρμογής όπως προς το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80: αφενός, ο κανονισμός 1251/70 αφορά το δικαίωμα παραμονής των μελών της οικογένειας και όχι το δικαίωμα να ανταποκρίνονται σε κάθε προσφορά εργασίας· αφετέρου, ο κανονισμός αυτός έχει εφαρμογή μόνο ως προς τους ηλικίας κάτω των 21 ετών ανηλίκους ή τους εξομοιουμένους προς αυτούς (40).
59 Αντιθέτως, νομίζω ότι είναι σημαντικό, κατά την προσεχή εφαρμογή του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, να διασφαλιστεί ορισμένη παραλληλία με την εφαρμογή της οποίας έτυχαν οι διατάξεις του άρθρου 6. Αυτό για το οποίο πρόκειται είναι τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων που έχουν ολοκληρώσει επαγγελματική κατάρτιση, οσοδήποτε σύντομης διάρκειας και αν είναι αυτή, να μη τυγχάνουν, από απόψεως δικαιώματος διαμονής, ευνοϋκότερης μεταχειρίσεως από τους γονείς τους, οι οποίοι θα έχουν ίσως εργασθεί στη χώρα υποδοχής επί δεκαετίες.
60 Πράγματι όπως είναι γνωστό, κατ' εφαρμογήν της προπαρατεθείσας αποφάσεως Bozkurt, ο Τούρκος εργαζόμενος που εγκατέλειψε οριστικώς την αγορά εργασίας κράτους μέλους, επειδή λ.χ. συμπλήρωσε την ηλικία συνταξιοδοτήσεως ή κατέστη πλήρως και μονίμως ανίκανος προς εργασίας, δεν έχει, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1/80, το δικαίωμα να παραμένει στο έδαφος αυτού του κράτους. Αντιθέτως, από την προπαρατεθείσα απόφαση Tetik προκύπτει ότι δεν πρέπει να θεωρείται ότι έχει οριστικά εγκαταλείψει την αγορά εργασίας κράτους μέλους ο Τούρκος υπήκοος που θεωρείται ότι «αναζητεί πράγματι νέα έμμισθη δραστηριότητα, συμμορφωνόμενος ενδεχομένως με τις απαιτήσεις της ισχύουσας στο κράτος μέλος υποδοχής σχετικής ρυθμίσεως». Ο εν λόγω Τούρκος υπήκοος, όπως και οι κοινοτικοί υπήκοοι που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση (41), πρέπει να θεωρείται ότι συνεχίζει να ανήκει στη νόμιμη αγορά εργασίας αυτού του κράτους «κατά τη διάρκεια μιας εύλογης περιόδου που απαιτείται για την ανεύρεση νέας εργασίας» (42).
61 Επομένως, χάριν συνεπείας, θεωρώ ότι, όταν, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, το τέκνο του εργαζομένου έχει την ευχέρεια να αποδέχεται κάθε προσφορά εργασίας, αφού έχει ολοκληρώσει την επαγγελματική του κατάρτιση, και έχει συνακόλουθο δικαίωμα παραμονής, το δικαίωμα αυτό πρέπει να ασκείται εντός «εύλογης περιόδου», νοούμενης ως περιόδου «που να του παρέχει τη δυνατότητα να λάβει γνώση, στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο μετέβη, των προσφερόμενων θέσεων εργασίας που αντιστοιχούν στα επαγγελματικά του προσόντα και να προβαίνει, ενδεχομένως, στις απαραίτητες ενέργειες με σκοπό την πρόσληψή του (...)», κατά τη διατύπωση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Tetik (43), η οποία εμπνέεται από την προπαρατεθείσα απόφαση Antonissen (44), όσον αφορά τους Τούρκους εργαζομένους. Εν προκειμένω, η προϋπόθεση αυτή φαίνεται να έχει τηρηθεί, εφόσον ο προσφεύγων της κύριας δίκης επικαλέστηκε διάφορες προσφορές εργασίας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
Πρόταση
62 Βάσει αυτών των σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο Verwaltungsgericht Kφln την ακόλουθη απάντηση:
«Το τέκνο Τούρκου εργαζομένου μπορεί να επικαλεσθεί το δικαίωμα διαμονής απορρέον από το δικαίωμα προσβάσεως σε απασχόληση που προβλέπεται βάσει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, για την προώθηση της συνδέσεως, που εκδόθηκε από το Συμβούλιο Συνδέσεως που ιδρύθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, εντός εύλογης περιόδου αφού έχει ολοκληρώσει την επαγγελματική κατάρτιση εντός του κράτους μέλους υποδοχής, όταν ο ένας από τους γονείς του ασκεί ή έχει ασκήσει νόμιμη εργασία στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους επί τουλάχιστον τρία έτη, χωρίς να είναι αναγκαίο ο γονέας αυτός να εργάζεται και να εξακολουθεί να διαμένει στο εν λόγω κράτος μέλος κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο το τέκνο του επιθυμεί να εισέλθει στην αγορά εργασίας.»
(1) - Η απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, για την προώθηση της συνδέσεως, άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 1980. Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα, αλλά περιέχεται * σ' ένα δημοσίευμα της Υπηρεσίας Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων: Συμφωνία Σύνδεσης και Πρωτόκολλα ΕΟΚ-Τουρκίας και άλλα βασικά κείμενα, Βρυξέλλες 1992.
* Σ.τ.Μ.: εν μέρει μόνο στην ελληνική.
(2) - Υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970 στις Βρυξέλλες προς τον σκοπό θεσπίσεως των όρων, του τρόπου και του ρυθμού εφαρμογής της μεταβατικής φάσεως και το οποίο συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/002, σ. 149).
(3) - Υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Άγκυρα μεταξύ της Τουρκικής Δημοκρατίας, αφενός, και των κρατών μελών της ΕΟΚ και της Κοινότητας, αφετέρου, και συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48).
(4) - Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιέχονται στη διάταξη περί παραπομπής.
(5) - Υπόθεση C-355/93 (Συλλογή 1994, σ. I-5113).
(6) - Αποφάσεις της 14ης Νοεμβρίου 1989, 30/88, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 3711, σκέψη 13), και της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-192/89, Sevince (Συλλογή 1990, σ. I-3461, σκέψεις 9 και 12).
(7) - Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-237/91, Kus (Συλλογή 1992, σ. I-6781, σκέψη 25). Βλ. ομοίως την προπαρατεθείσα απόφαση Eroglu, σκέψη 10, και την απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1997, C-171/95, Tetik (Συλλογή 1997, σ. I-329, σκέψη 21).
(8) - Αποφάσεις της 6ης Ιουνίου 1995, C-434/93, Bozkurt (Συλλογή 1995, σ. I-1475, σκέψεις 14 και 19), και προπαρατεθείσα Tetik, σκέψη 20.
(9) - Το άρθρο 28 της Συμφωνίας προβλέπει: «Όταν η λειτουργία της Συμφωνίας θα έχει επιτρέψει την αντιμετώπιση της πλήρους, εκ μέρους της Τουρκίας, αποδοχής των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Κοινότητας, τα συμβαλλόμενα μέρη θα εξετάσουν τη δυνατότητα της Προσχωρήσεως της Τουρκίας στην Κοινότητα.»
(10) - Ως προς τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 7, δεύτερο εδάφιο, βλ., π.χ., την προπαρατεθείσα απόφαση Eroglu, σκέψη 17. Ως προς το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, μπορεί να αναφερθεί η απόφαση της 17ης Απριλίου 1997, C-351/95, Kadiman (Συλλογή 1997, σ. I-2133, σκέψη 28).
(11) - Ιδίως, προπαρατεθείσα απόφαση Eroglu, σκέψη 18.
(12) - Προπαρατεθείσα απόφαση Sevince, σκέψη 29.
(13) - Προπαρατεθείσα απόφαση Kus, σκέψη 30.
(14) - Προπαρατεθείσα απόφαση Eroglu, σκέψη 20.
(15) - Ibidem, σκέψη 23.
(16) - Σύμφωνα με τη διατύπωση της διατάξεως περί παραπομπής.
(17) - Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Tetik, σκέψη 26.
(18) - Επί του νόμιμου χαρακτήρα της εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, μπορεί να αναφερθεί η προπαρατεθείσα απόφαση Sevince, σκέψη 30: «Ο νόμιμος χαρακτήρας μιας εργασίας κατά την έννοια (...) [του άρθρου 6, παράγραφος 1] προϋποθέτει μια σταθερή και όχι πρόσκαιρη κατάσταση στην αγορά εργασίας [κράτους μέλους]», επιβεβαιωθείσα με τις παρατεθείσες αποφάσεις, Kus, σκέψη 14, και Bozkurt, σκέψη 26, στην οποία διευκρινίζεται επιπλέον, στην σκέψη 27, ότι: «(...) ο νόμιμος χαρακτήρας μιας απασχολήσεως (...) πρέπει να εκτιμάται βάσει της νομοθεσίας του κράτους υποδοχής (...)».
(19) - Σκέψη 34.
(20) - Ibidem, ειδικότερα σκέψεις 35, 36 και 38.
(21) - Ibidem, σκέψη 39.
(22) - Ibidem, σκέψη 40.
(23) - Ibidem, σκέψη 42.
(24) - Κατά τη διάταξη περί παραπομπής.
(25) - Σκέψη 42.
(26) - Ibidem, σκέψη 48.
(27) - Σελίδα 5 των παρατηρήσεών της.
(28) - Ibidem.
(29) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
(30) - Απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, 197/86 (Συλλογή 1988, σ. 3205, σκέψη 30).
(31) - Απόφαση της 15ης Μαρτίου 1989, 389/87 και 390/87 (Συλλογή 1989, σ. 723).
(32) - Ibidem, σκέψη 23, με δική μου υπογράμμιση.
(33) - Προπαρατεθείσα απόφαση Bozkurt, σκέψη 20. Βλ., πιο πρόσφατα, την προπαρατεθείσα απόφαση Tetik, σκέψεις 20 και 28.
(34) - Girodet, J.: «Dictionnaire Bordas des piθges et difficultιs de la langue franηaise», Les rιfιrents Bordas.
(35) - Σκέψη 29, με δική μου υπογράμμιση.
(36) - Προπαρατεθείσα απόφαση Eroglu, σκέψη 22.
(37) - Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985, 293/83 (Συλλογή 1985, σ. 593, σκέψη 24).
(38) - Απόφαση της 29ης Μαου 1997, C-386/95, Eker (Συλλογή 1997, σ. I-2697, σκέψη 23).
(39) - Κανονισμός της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1970, περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμνεης εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 64).
(40) - Τα μέλη της οικογένειας στα οποία έχει εφαρμογή ο κανονισμός είναι, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, τα μέλη της οικογένειας στα οποία αναφέρεται το άρθρο 10 του προπαρατεθέντος κανονισμού 1612/68, δηλαδή, ως προς τους κατιόντες, κατά την παράγραφο 1, στοιχείο αα, αυτού του άρθρου: «(...) οι κατιόντες τους οι οποίοι έχουν ηλικία κάτω των είκοσι ένα ετών ή συντηρούνται από αυτόν».
(41) - Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1991, C-292/89, Antonissen (Συλλογή 1991, σ. I-745, σκέψεις 13, 15 και 16), στην οποία αναφέρεται η σκέψη 27 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Tetik.
(42) - Προπαρατεθείσα απόφαση Tetik, σκέψη 46.
(43) - Σκέψεις 27 έως 30.
(44) - Σκέψεις 13, 15 και 16.
Full & Egal Universal Law Academy