Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Απριλίου 1997 με την οποία, στην υπόθεση Schrφder κ.λπ. κατά Επιτροπής (1), απορρίφθηκε η αγωγή αποζημιώσεως που είχαν ασκήσει δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ. Με την αγωγή αυτή ζητούσαν να υποχρεωθεί η Επιτροπή να τους καταβάλει ποσό 173 174,45 γερμανικών μάρκων (DM) προς αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζονταν ότι είχαν υποστεί από σειρά αποφάσεων της Επιτροπής στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της κλασικής πανώλης των χοίρων στη Γερμανία το 1993 και 1994.
2 Κατ' ουσίαν, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν πληρούνταν μία από τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας για τις πράξεις των οργάνων της: οι επίδικες αποφάσεις δεν παραβιάζουν υπέρτερο κανόνα δικαίου, πράγμα το οποίο συνιστά επαρκή λόγο απορρίψεως της αγωγής αποζημιώσεως.
Τα πραγματικά περιστατικά όπως προκύπτουν από την απόφαση του Πρωτοδικείου
3 Λαμβανομένου υπόψη του χρόνου των γεγονότων, η διαδοχή των οποίων οδήγησε την Επιτροπή στην έκδοση διαφόρων αποφάσεων εντός πολύ συντόμου χρονικού διαστήματος, θεωρώ προτιμητέο να επαναλάβω κατωτέρω μόνον τις σκέψεις της αποφάσεως του Πρωτοδικείου στις οποίες εξετάστηκαν «οι περιπτώσεις εμφανίσεως της ΚΠΞ [κλασική πανώλη των χοίρων] στη Γερμανία το 1993-94 και τα ληφθέντα από την Επιτροπή μέτρα».
«14 Το 1993 καταγράφηκαν στη Γερμανία 100 κρούσματα KΠΞ, έναντι 13 το 1992 και 6 το 1991. Τα 100 αυτά κρούσματα κατανέμονταν μεταξύ 7 ομοσπόνδων κρατών, από τα οποία εκείνο που είχε πληγεί περισσότερο ήταν της Κάτω Σαξωνίας με 60 κρούσματα, από τα οποία τα 18 είχαν εμφανιστεί μόνο στο χρονικό διάστημα από τις 25 Μαου έως τις 16 Ιουνίου 1993.
15 Βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 4, της οδηγίας 90/425, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 93/364/EOK, της 18ης Ιουνίου 1993, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν την κλασική πανώλη των χοίρων στn Γερμανία (EE L 150, σ. 47, στο εξής: απόφαση 93/364). Δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως αυτής, ο κίνδυνος μολύνσεως περιοριζόταν σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, το άρθρο 1 προέβλεπε ότι "η Γερμανία δεν πρέπει να αποστέλλει σε άλλα κράτη μέλη ζωντανούς χοίρους που προέρχονται από περιοχές του εδάφους της που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι" της αποφάσεως, δηλαδή από ορισμένες επαρχίες των ομοσπόνδων κρατών της Κάτω Σαξωνίας, του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, του Schleswig-Holstein, της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και της Ρηνανίας-Παλατινάτου. Η Επιτροπή, μολονότι διαπίστωσε ότι η Γερμανία είχε λάβει μέτρα και ότι, μεταξύ άλλων, είχε καθορίσει ζώνες προστασίας και επιτηρήσεως, σύμφωνα με την οδηγία 80/217, εντούτοις, με το άρθρο 2 της αποφάσεως 93/364, της επέβαλε επίσης την υποχρέωση να θεσπίσει κατάλληλα μέτρα αντιστοίχου επιπέδου, με σκοπό να διασφαλίσει ότι η νόσος δεν θα εξαπλωθεί από τις υποκείμενες σε περιορισμούς περιοχές σε άλλα τμήματα του εδάφους της. Το άρθρο 3 της αποφάσεως 93/364 προέβλεπε ότι η Γερμανία όφειλε να μην αποστέλλει σε άλλα κράτη μέλη νωπό χοίρειο κρέας και προϋόντα έχοντα ως βάση το χοίρειο κρέας προερχόμενα από χοίρους εκμεταλλεύσεων οι οποίες βρίσκονταν στα διαλαμβανόμενα στο παράρτημα Ι τμήματα του εδάφους της.
16 Δεδομένου ότι στο μεταξύ επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη νέων εστιών KΠΞ στη Γερμανία, η απόφαση 93/497/EOK της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 1993, για την τροποποίηση της αποφάσεως 93/364 (EE L 233, σ. 15, στο εξής: απόφαση 93/497), διεύρυνε το τμήμα του εδάφους το οποίο αφορούσαν οι απαγορεύσεις εξαγωγής χοίρων.
17 Δεδομένου ότι στο Βέλγιο διαπιστώθηκε ένα πρώτο κρούσμα KΠΞ σε χοίρους εισαχθέντες από τη Γερμανία, το Βέλγιο απαγόρευσε την εισαγωγή χοίρων από τη Γερμανία, με υπουργική απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 1993, η δε Επιτροπή επεξέτεινε τις απαγορεύσεις εξαγωγής χοίρων σε ολόκληρο το γερμανικό έδαφος, με την απόφαση 93/539/EOK, της 20ής Οκτωβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν την κλασική πανώλη των χοίρων στη Γερμανία και για την κατάργηση της αποφάσεως 93/364 (EE L 262, σ. 67, στο εξής: απόφαση 93/539).
18 Με την απόφαση 93/553/EOK της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 1993, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 93/539 (EE L 270, σ. 74), η ισχύς των απαγορεύσεων εξαγωγής, οι οποίες είχαν αρχικά εφαρμογή μέχρι τις 29 Οκτωβρίου 1993, παρατάθηκε μέχρι τις 4 Νοεμβρίου 1993.
19 Ακολούθως, η Επιτροπή εξέδωσε, πάντοτε βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 4, της οδηγίας 90/425, την απόφαση 93/566/EK, της 4ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν την κλασική πανώλη των χοίρων στη Γερμανία και για την αντικατάσταση της αποφάσεως 93/539 (EE L 273, σ. 60, στο εξής: απόφαση 93/566). Η απόφαση αυτή προέβλεπε ότι η Γερμανία όφειλε να μην αποστέλλει ζώντες χοίρους (άρθρο 1) και νωπό χοίρειο κρέας ή προϋόντα έχοντα ως βάση το χοίρειο κρέας (άρθρο 2) που προέρχονται από τις περιοχές που αναφέρονται στο παράρτημα Ι ούτε σε άλλα κράτη μέλη αλλ' ούτε και σε άλλα τμήματα της ίδιου του εδάφους της (στο εξής: απαγορεύσεις μεταφορών).
20 Η επαρχία Osnabrόck, όπου βρίσκεται η εκμετάλλευση των εναγόντων, περιλαμβανόταν στις επαρχίες του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξωνίας οι οποίες απαριθμούνταν στο προαναφερθέν παράρτημα Ι.
21 Με την απόφαση 93/621/EK της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 1993, για την τροποποίηση της αποφάσεως 93/566 και την αντικατάσταση της αποφάσεως 93/539 (EE L 297, σ. 36, στο εξής: απόφαση 93/621), τα εδάφη όπου ίσχυαν οι απαγορεύσεις μεταφορών οριοθετήθηκαν με γνώμονα τους δήμους και τις κοινότητες και όχι πλέον τις επαρχίες. Κατά την Επιτροπή, οι εν λόγω απαγορεύσεις ίσχυαν σε όλους τους δήμους και τις κοινότητες που βρίσκονταν εν όλω ή εν μέρει σε ακτίνα είκοσι χιλιομέτρων γύρω από τις εκμεταλλεύσεις όπου είχαν σημειωθεί κρούσματα KΠΞ. Ο δήμος Bramsche, όπου βρίσκεται η εκμετάλλευση των εναγόντων, περιλαμβανόταν στους δήμους και κοινότητες της επαρχίας Osnabrόck που απαριθμούνταν στο νέο παράρτημα Ι της αποφάσεως 93/566, όπως είχε τροποποιηθεί.
22 Με την απόφαση 93/671/EK της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1993 (EE L 306, σ. 59, στο εξής: απόφαση 93/671), και με την απόφαση 93/720/EK της Επιτροπής, της 30ής Δεκεμβρίου 1993 (EE L 333, σ. 74, στο εξής: απόφαση 93/720), με τις οποίες τροποποιήθηκε για δεύτερη και για τρίτη φορά, αντιστοίχως, η απόφαση 93/566 και αντικαταστάθηκε η απόφαση 93/539, η έκταση των εδαφών στα οποία ίσχυαν οι απαγορεύσεις μεταφορών προσαρμόστηκε, ώστε να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη της εμφανίσεως κρουσμάτων της KΠΞ.
23 Με την απόφαση 94/27/EK της Επιτροπής, της 20ής Ιανουαρίου 1994, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν την κλασική πανώλη των χοίρων στη Γερμανία και για την κατάργηση της αποφάσεως 93/566 (EE L 19, σ. 31, στο εξής: απόφαση 94/27), η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425, μεταβλήθηκε εκ νέου η έκταση των εδαφών στα οποία ίσχυαν οι απαγορεύσεις μεταφορών. Οι απαγορεύσεις αυτές εξακολουθούσαν να ισχύουν μόνο σε ορισμένες κοινότητες τριών επαρχιών του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξωνίας. Ο δήμος Bramsche περιλαμβανόταν στους δήμους και κοινότητες που απαριθμούνταν στο παράρτημα Ι της αποφάσεως αυτής.
24 Δεδομένου ότι σημειώθηκαν νέα κρούσματα KΠΞ σε άλλες περιοχές της Κάτω Σαξωνίας, το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/178/EK της Επιτροπής, της 23ης Μαρτίου 1994, για ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν την κλασική πανώλη των χοίρων στη Γερμανία και για την κατάργηση των αποφάσεων 94/27/EK και 94/28/EK (EE L 83, σ. 54, στο εξής: απόφαση 94/178), επεξέτεινε σε ολόκληρο το έδαφος του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξωνίας τις απαγορεύσεις αποστολής χοίρων τόσο σε άλλες περιοχές της Γερμανίας όσο και σε άλλα κράτη μέλη. Επιπλέον, με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της ίδιας αποφάσεως, απαγορεύθηκε η μεταφορά χοίρων ακόμη και στο εσωτερικό του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξωνίας, και συγκεκριμένα στα τμήματα του εδάφους του τα οποία διέτρεχαν ιδιαίτερο κίνδυνο, δηλαδή από τη ζώνη που αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙ της εν λόγω αποφάσεως προς τη ζώνη που αναφέρεται στο παράρτημα Ι.
25 Λόγω της επανεμφανίσεως αυξημένου αριθμού εστιών της KΠΞ στο ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξωνίας, η απόφαση 94/292/EK της Επιτροπής, της 19ης Μαου 1994 (EE L 128, σ. 21, στο εξής: απόφαση 94/292), τροποποίησε την απόφαση 94/178, με σκοπό ιδίως την προσαρμογή της οριζομένης στο παράρτημα II ζώνης.
26 Οι ενάγοντες εκτρέφουν νεαρούς θηλυκούς χοίρους της υβριδικής φυλής JSR στο χοιροτροφείο τους στο Epe, το οποίο ανήκει στον δήμο Bramsche, που βρίσκεται στην επαρχία Osnabrόck του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξωνίας. Κατά τους ενάγοντες, οι εκμεταλλεύσεις τις οποίες εφοδιάζουν βρίσκονται κυρίως στις επαρχίες Vechta, Diepholz και Osnabrόck καθώς και στην όμορη περιοχή του ομόσπονδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας.
27 Η εκμετάλλευση των εναγόντων δεν επλήγη από την KΠΞ, βρίσκεται όμως εντός των εδαφών όπου ισχύουν οι απαγορεύσεις μεταφορών που επιβάλλουν οι προαναφερθείσες αποφάσεις που εξέδωσε η Επιτροπή κατά το διάστημα από τις 4 Νοεμβρίου 1993 μέχρι τις 19 Μαου 1994.»
Η αιτιολογία της αποφάσεως του Πρωτοδικείου
4 Το Πρωτοδικείο, αφού απέρριψε την προβληθείσα εκ μέρους της Επιτροπής ένσταση περί απαραδέκτου, προέβη στην ανάλυση της ουσίας της διαφοράς χαρακτηρίζοντας τις επίδικες αποφάσεις ως «(...) κανονιστικές πράξεις οι οποίες ενέχουν επιλογές οικονομικής πολιτικής για την έκδοση των οποίων το κοινοτικό όργανο διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία» (σκέψη 62). Έτσι, αρνήθηκε να δεχθεί ότι πρόκειται για απλές διοικητικές πράξεις, όπως υποστηριζόταν με την αγωγή.
5 Μετά ταύτα, το Πρωτοδικείο εξέτασε τέσσερις από τους πέντε ισχυρισμούς που προέβαλαν οι ενάγοντες για να αποδείξουν την έλλειψη νομιμότητας των αποφάσεων αυτών. Το Πρωτοδικείο απέρριψε ευθύς εξ αρχής τον πέμπτο ισχυρισμό (ανεπάρκεια αιτιολογίας) ως αλυσιτελή για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Κοινότητας.
6 Ο πρώτος ισχυρισμός της αγωγής αποζημιώσεως αντλούνταν από την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων· αφορούσε δυσμενή διάκριση σε βάρος του Βελγίου και του ομοσπόνδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, καθώς και δυσμενή διάκριση απορρέουσα από την οριοθέτηση των γεωγραφικών ζωνών αναλόγως των διοικητικών συνόρων.
7 Το Πρωτοδικείο εξέτασε τη διαφορά μεταξύ της καταστάσεως του ομοσπόνδου κράτους της Κάτω Σαξωνίας (με υψηλότατο αριθμό περιπτώσεων πανώλης), αφενός, και του Βελγίου και του ομοσπόνδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, αφετέρου: η διαφορά είναι τέτοια ώστε δεν τίθεται ζήτημα συγκρίσιμων καταστάσεων. Όσον αφορά το κριτήριο της οριοθετήσεως των γεωγραφικών ζωνών αναλόγως των γεωγραφικών συνόρων, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι πρόκειται για μέθοδο που προσφέρει τις καλύτερες εγγυήσεις αποτελεσματικού ελέγχου και εκτελέσεως των ληφθέντων μέτρων και δεν παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
8 Ο δεύτερος ισχυρισμός της αγωγής αποζημιώσεως αντλούνταν από την προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και του δικαιώματος ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας των εναγόντων. Οι ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι οι επιβληθείσες με τις αποφάσεις της Επιτροπής απαγορεύσεις μεταφορών περιόρισαν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας τους κατά τρόπο που ισοδυναμούσε πρακτικώς με κατάσχεση. Είχαν ως αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η εκτροφή και η πάχυνση των χοίρων. Οι ενάγοντες πρόσθεσαν ότι οι απαγορεύσεις αυτές ήταν στην πράξη απαγορεύσεις διαθέσεως στην αγορά και συνιστούσαν απαλλοτρίωση η οποία θα μπορούσε να γίνει δεκτή μόνον καταβολή ταχείας, δίκαιας και αποτελεσματικής αποζημιώσεως που δεν προβλεπόταν στην προκειμένη περίπτωση. Για τους ίδιους λόγους, οι επίδικες αποφάσεις προσέβαλαν το δικαίωμα ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας.
9 Το Πρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε ότι τα επίδικα δικαιώματα δεν είναι απόλυτα, αλλά επιδέχονται περιορισμούς για λόγους γενικού συμφέροντος, εξέτασε τον στόχο των θεσπισθέντων μέτρων (καταπολέμηση της επιζωοτίας που προκαλούσε θνησιμότητα, με κίνδυνο να μολυνθεί το σύνολο της χοιροτροφίας στην Κοινότητα), τον οποίο έκρινε επαρκώς σημαντικό για να δικαιολογήσει τις θεσπισθείσες απαγορεύσεις μεταφορών.
10 Ο τρίτος ισχυρισμός της αγωγής αποζημιώσεως αντλούνταν από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, οι επίδικες αποφάσεις ήσαν δυσανάλογες διότι η δική τους εκμετάλλευση δεν είχε προσβληθεί από την κλασική πανώλη των χοίρων και, υπό τις συνθήκες αυτές, αρκούσε προληπτικός ή επείγων εμβολιασμός.
11 Το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η χρησιμοποίηση εμβολίων κατά της επιζωοτίας αυτής αποτελούσε αντικείμενο μιας απαγορεύσεως αρχής που θεσπίζεται σε πολυάριθμες κοινοτικές οδηγίες και, εξάλλου, ακόμη και στην εξαιρετική περίπτωση επειγόντων εμβολιασμών, η πρακτική αποτελεσματικότητα των απαγορεύσεων μεταφορών ήταν η ίδια.
12 Τέλος, ο τέταρτος ισχυρισμός της αγωγής αποζημιώσεως αντλούνταν από το γεγονός ότι οι εφαρμοστέες οδηγίες δεν επέτρεπαν την επιβολή απαγορεύσεων μεταφορών ούτε τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως εντός κράτους μέλους.
13 Σε απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, επέτρεπε χωρίς πρόβλημα τόσο τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως συνισταμένων σε απαγορεύσεις μεταφοράς ζώων όσο και τον περιορισμό των μέτρων αυτών σε ορισμένα τμήματα κράτους μέλους.
Η προβληθείσα από την Επιτροπή ένσταση απαραδέκτου
14 Εκ προοιμίου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη διότι αγνοεί τον χαρακτήρα του ενδίκου αυτού μέσου: αντί να γίνει επίκληση νομικών λόγων και επιχειρημάτων όπως προβλέπει το άρθρο 12 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, οι αναιρεσείοντες επιμένουν επί πραγματικών ζητημάτων, σχολιάζοντας ορισμένες πτυχές της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών που περιλαμβάνονται στην απόφαση, προτείνουν δε ακόμα και αποδεικτικά στοιχεία, επικαλούνται νέους λόγους και, τέλος, επαναλαμβάνουν μόνον τα προβληθέντα ενώπιον του Πρωτοδικείου επιχειρήματα.
15 Κατά τη γνώμη μου, μολονότι συμμερίζομαι εν πολλοίς τις ενστάσεις αυτές, φρονώ ότι δεν μπορεί να κριθεί απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, αλλά πρέπει να εξεταστεί κάθε ένα από τα επιχειρήματα αυτά για να εκτιμηθεί το απαράδεκτο ή για να κριθεί επί της ουσίας. Απλή ανάγνωση της αιτήσεως αναιρέσεως καταδεικνύει ότι, μολονότι ορισμένοι λόγοι είναι προδήλως απαράδεκτοι, άλλοι αναφέρονται σε νομικά ζητήματα δυνάμενα να εξεταστούν στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
16 Η ενώπιον του Δικαστηρίου ασκηθείσα αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου στηρίζεται σε δύο λόγους, οι οποίοι αντλούνται αντιστοίχως από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και από την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
17 Πρώτον, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τα δικαιώματα άμυνας καθόσον δεν έλαβε υπόψη ένα μέρος της ενώπιόν του προβληθείσας επιχειρηματολογίας.
18 Στο πλαίσιο αυτού του λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αντιτάσσουν τις δικές τους θεωρήσεις στις περιλαμβανόμενες σε ορισμένες σκέψεις της αποφάσεως του Πρωτοδικείου κρίσεις, για να υποστηρίξουν ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε σε ανακριβείς κρίσεις όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά ή δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της αγωγής και του υπομνήματος αντικρούσεως καθώς και των προβληθέντων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση επιχειρημάτων.
19 Αυτές οι παραλείψεις ή αντιφάσεις είναι οι εξής:
1) Στη σκέψη 26 της αποφάσεως αναφέρεται: «(...) Κατά τους ενάγοντες, οι εκμεταλλεύσεις τις οποίες εφοδιάζουν βρίσκονται κυρίως στις επαρχίες Vechta, Diepholz και Osnabrόck καθώς και στην όμορη περιοχή του ομόσπονδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας.»
Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι είχαν υποστηρίξει ότι εφοδιάζουν με προϋόντα ορισμένες εκμεταλλεύσεις του ομοσπόνδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, οι οποίες αποτελούν μέρος της πελατείας τους.
2) Στη σκέψη 95 της αποφάσεως αναφέρεται: «(...) Δεύτερον, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι η οριοθέτηση των τμημάτων του εδάφους όπου επιβλήθηκαν οι απαγορεύσεις με μοναδικό κριτήριο τη γεωγραφική απόσταση από τις εστίες μολύνσεως θα είχε ως αποτέλεσμα να μείνει η εκμετάλλευσή τους εκτός του πεδίου εφαρμογής της απαγορεύσεως μεταφορών. (...)»
Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι είχαν υποστηρίξει ότι η οριοθέτηση των περιοχών που είχαν πληγεί από την απαγόρευση με γνώμονα τις διοικητικές υποδιαιρέσεις ήταν ακατάλληλη και ότι το μόνο πρόσφορο μέτρο καταπολεμήσεως της επιζωοτίας ήταν να γίνει δεκτό το κριτήριο της αποστάσεως σε σχέση με τα μολυσμένα κοπάδια.
3) Στην ίδια σκέψη 95 της αποφάσεως αναφέρεται: «(...) Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, τους οποίους δεν διέψευσαν οι ενάγοντες, η επαρχία Osnabrόck, όπου βρίσκεται η εκμετάλλευση των εναγόντων, καθώς και οι όμορες επαρχίες Vechta και Diepholz, όπου έχουν σημειωθεί πολυάριθμα κρούσματα KΠΞ, παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη πυκνότητα εκμεταλλεύσεων χοιροτροφίας σε παγκόσμια κλίμακα.»
Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αμφισβήτησαν την ακρίβεια των στοιχείων αυτών.
4) Στη σκέψη 99 της αποφάσεως αναφέρεται: «Η Επιτροπή υποστήριξε, χωρίς να αντικρουσθεί από τους ενάγοντες, ότι η ίδια η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρότεινε, εν προκειμένω, μια οριοθέτηση με γνώμονα τις διοικητικές υποδιαιρέσεις (επαρχίες και/ή δήμους και κοινότητες). (...)»
Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ανακριβής.
5) Στη σκέψη 129 της αποφάσεως αναφέρεται: «(...) Αφετέρου, οι περιορισμοί αφορούσαν μόνο γεωγραφικώς περιορισμένα τμήματα του εδάφους, στα οποία υπήρχε ιδιαίτερος κίνδυνος. (...)»
Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι τους ήταν αδύνατο να διαθέσουν στο εμπόριο τα ζώα τους στους παραδοσιακούς πελάτες τους και ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε τα αποτελέσματα των εν λόγω μέτρων επί της εκμεταλλεύσεώς τους.
20 Ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως δεν συνεπάγεται ότι ο δικαστής πρέπει να περιλάβει πλήρως στην απόφασή του όλους τους ισχυρισμούς κάθε διαδίκου. Ο δικαστής, αφού ακούσει τους ισχυρισμούς των διαδίκων και εκτιμήσει τα αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να αποφανθεί επί των αιτημάτων της προσφυγής (αγωγής), κάνοντάς τα δεκτά ή απορρίπτοντάς τα, και να αιτιολογήσει την απόφασή του. Αυτό όμως ακριβώς πράττει το Πρωτοδικείο καθ' όλη τη λεπτομερή και πλήρως αιτιολογημένη απόφασή του.
21 Πράγματι, το Πρωτοδικείο έκρινε, ούτως ή άλλως, κάθε ζήτημα που αφορά ο πρώτος αυτός λόγος αναιρέσεως. Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα να του προσαφθεί έλλειψη αιτιολογίας ή παραβίαση της υποχρεώσεώς του για εκατέρωθεν ακρόαση των διαδίκων, εφόσον η απλή ανάγνωση της αποφάσεως αποδεικνύει το αντίθετο.
22 Στην πραγματικότητα, με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες σκοπούν να αντικρούσουν τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο· ο στόχος αυτός όμως βαίνει πέραν του πλαισίου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πρώτος αυτός λόγος αναιρέσεως δεν περιλαμβάνει κανένα νομικό ζήτημα χρήζον αναλύσεως, αλλ' απλές διαφωνίες ως προς το υποστατό των προβληθέντων πραγματικών περιστατικών. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να στηρίζεται μόνο σε λόγους που αφορούν παράβαση κανόνων δικαίου, αποκλειομένης κάθε εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών (2). Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτος.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
23 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο παρέβη τριπλώς το κοινοτικό δίκαιο: α) εφαρμόζοντας εσφαλμένο κριτήριο για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης· β) μη λαμβάνοντας υπόψη τα ατομικά τους δικαιώματα και γ) μη δεχόμενο ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής στερούνται νομικής βάσεως.
i) Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
24 Κατά τους αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι οι επίδικες αποφάσεις δεν είναι κανονιστικές πράξεις, το γεγονός ότι κρίθηκαν σύμφωνα με τα κριτήρια που έχει θεσπίσει το Δικαστήριο όσον αφορά την ευθύνη της Κοινότητας γι' αυτό το είδος πράξεων συνιστά νομική πλάνη.
25 Οι αναιρεσείοντες προσθέτουν ότι, αν το Πρωτοδικείο είχε εφαρμόσει τα κριτήρια που ισχύουν για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης από διοικητικές πράξεις, θα είχε διαπιστώσει την έλλειψη νομιμότητας των ληφθέντων από την Επιτροπή μέτρων, πράγμα το οποίο θα στοιχειοθετούσε το δικαίωμα αποζημιώσεως που απορρέει για τους αναιρεσείοντες από αυτήν την εξωσυμβατική ευθύνη.
26 Είναι γνωστόν ότι, στο πλαίσιο ερμηνείας του άρθρου 215 της Συνθήκης, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Κοινότητας είναι η παράνομη συμπεριφορά κοινοτικού οργάνου, το υποστατό της ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας.
27 Η νομολογία αυτή διακρίνει, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, αναλόγως του αν πρόκειται για διοικητικές ή κανονιστικές πράξεις. Στην περίπτωση κανονιστικών πράξεων, την ευθύνη στοιχειοθετούν μόνον οι κανονιστικές πράξεις που συνεπάγονται κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, συγκεκριμένα την παράβαση υπέρτερου κανόνα δικαίου ο οποίος προστατεύει τους ιδιώτες.
28 Εξάλλου, όταν πρόκειται για κανονιστικές πράξεις που συνεπάγονται απόφαση οικονομικής πολιτικής, η εξωσυμβατική ευθύνη στοιχειοθετείται μόνον αν το κοινοτικό όργανο που εξέδωσε την πράξη παραβίασε προδήλως και σοβαρώς τα όρια που επιβάλλονται κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που του έχει ανατεθεί.
29 Η απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du Pκcheur και Factortame (3), συνόψισε τη θεωρία αυτή ως προς την έκταση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας σε θέματα κανονιστικών πράξεων ως εξής:
- «Το καθεστώς το οποίο έχει καθιερώσει το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης, ειδικά όσον αφορά την ευθύνη εκ κανονιστικών πράξεων, λαμβάνει ιδίως υπόψη την πολυπλοκότητα των προς ρύθμιση καταστάσεων, τις δυσχέρειες εφαρμογής ή ερμηνείας των διατάξεων και, ειδικότερα, τα περιθώρια εκτιμήσεως που διαθέτει η εκδίδουσα την αμφισβητουμένη πράξη αρχή.»
- «Η νομολογία του Δικαστηρίου η σχετική με την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας αναπτύχθηκε λαμβάνοντας ακριβώς υπόψη την ευρεία διακριτική ευχέρεια την οποία διαθέτουν τα θεσμικά όργανα κατά την εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής στους διαφόρους τομείς, ιδίως προκειμένου περί κανονιστικών πράξεων που ενέχουν επιλογή οικονομικής πολιτικής.»
- «(...) η αντίληψη, που περιορίζει την ευθύνη της Κοινότητας εκ της ασκήσεως των κανονιστικών της αρμοδιοτήτων, εξηγείται από τη σκέψη αφενός μεν ότι η άσκηση της νομοθετικής εξουσίας, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υφίσταται δικαστικός έλεγχος των πράξεών της, δεν πρέπει να παρεμποδίζεται από το ενδεχόμενο αγωγών αποζημιώσεως κάθε φορά που το γενικό συμφέρον της Κοινότητας επιτάσσει τη θέσπιση κανονιστικών μέτρων δυναμένων να θίξουν ιδιωτικά συμφέροντα, αφετέρου δε ότι, με δεδομένη την ευρεία διακριτική ευχέρεια που χαρακτηρίζει την - απαραίτητη για την εφαρμογή κοινοτικής πολιτικής - άσκηση της κανονιστικής εξουσίας, ευθύνη της Κοινότητας μπορεί να ανακύψει μόνον αν το αρμόδιο θεσμικό όργανο έχει υπερβεί κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό τα όρια που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του (απόφαση της 25ης Μαου 1978, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 83/76, 94/76, 4/77, 15/77 και 40/77, HNL κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1978, σ. 381, σκέψεις 5 και 6).»
30 Η νομολογία αυτή, την οποία το ίδιο το Δικαστήριο χαρακτηρίζει περιοριστική και η οποία πρέπει ίσως, κατά τη γνώμη μου - που συμπίπτει, εν μέρει, με τη γνώμη άλλων γενικών εισαγγελέων (4) -, να αποτελέσει αντικείμενο ορισμένης αποκλίσεως για να προσαρμοστεί στην εξέλιξη των «γενικών αρχών κοινών στα δίκαια των κρατών μελών» στον τομέα αυτόν (άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης), θα έχει πιο περιοριστικά αποτελέσματα αν υιοθετηθεί μια ευρύτατη έννοια της «κανονιστικής πράξεως», όπως η απορρέουσα από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
31 Η διάκριση μεταξύ κανονιστικής και διοικητικής πράξεως δεν είναι ασφαλώς σαφής και το όριο μεταξύ των δύο αυτών εννοιών δεν είναι σαφώς καθορισμένο εξ αρχής. Πράγματι η διάκριση αυτή δεν είναι επίσης τόσο απόλυτη όσο υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Μεταξύ των κριτηρίων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να κριθεί αν μια καθορισμένη πράξη εμπίπτει στη μία ή στην άλλη από τις κατηγορίες αυτές, πρέπει εκ προοιμίου να απορριφθούν τα αμιγώς τυπικά κριτήρια: η επίσημη ονομασία (απόφαση, κανονισμός, κ.λπ.) δεν συνεπάγεται, καθαυτή, ότι πρόκειται για πράξη της μιας ή της άλλης κατηγορίας. Αντιθέτως, πρέπει να ληφθούν υπόψη ο χαρακτήρας της και τα πραγματικά στοιχεία της, δοθέντος ότι ο χαρακτήρας μιας πράξεως δεν έγκειται στον εξωτερικό τύπο της, αλλά στη γενική ή όχι ισχύ της (5).
32 Κατ' αρχήν, η κανονιστική πράξη χαρακτηρίζεται από τον γενικό, αφηρημένο και διαχρονικό χαρακτήρα της και από το γεγονός ότι εφαρμόζεται σε διάφορες διαδοχικές καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται, τα οποία δεν εξατομικεύονται, αλλά καθορίζονται γενικώς. Αντιθέτως, η διοικητική πράξη αποτελεί την απλή εκτέλεση ή εφαρμογή ενός προϋφιστάμενου κανόνα· απευθύνεται σε ένα ή περισσότερα υποκείμενα ατομικώς καθορισμένα ως πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται και η χρονική εφαρμογή της «εξαντλεί» συνήθως τα αποτελέσματά της.
33 Το υποστατό της πράξεως δεν είναι συνήθως τόσο απλό και, όντως, ορισμένα είδη πράξεων ενέχουν στοιχεία που εμπίπτουν στις δύο κατηγορίες. Έτσι, στις διάφορες έννομες τάξεις, υφίστανται, αφενός, «νόμοι για μια συγκεκριμένη περίπτωση» ή «νόμοι για τη ρύθμιση ατομικών περιπτώσεων» και, αφετέρου, διοικητικές πράξεις πολλαπλού περιεχομένου, εγγύτατες των κανονιστικών πράξεων. Συγκεκριμένα, στον τομέα του δικαίου που επηρεάζει τα οικονομικά φαινόμενα, συναντώνται συνηθέστατα πράξεις οι οποίες, κατ' αρχήν, είναι κανονιστικές, στερούνται όμως γενικού περιεχομένου και διαχρονικού χαρακτήρα, διότι εκδόθηκαν για να αποφευχθεί ή να αντιμετωπιστεί μια μοναδική κατάσταση, μη δυνάμενη να επαναληφθεί.
34 Οι επίδικες αποφάσεις ενέχουν στοιχεία εμπίπτοντα σε αμφότερες τις κατηγορίες. Αφενός, πρόκειται για πράξεις που σκοπούν στην αντιμετώπιση μιας μοναδικής καταστάσεως, οι χρονικές συνέπειες της οποίας είναι περιορισμένες και της οποίας η εφαρμογή «εξαντλεί» την αποτελεσματικότητα της πράξεως καθαυτής· με άλλα λόγια, δεν περιλαμβάνουν γενική και αόριστη διάταξη. Υπό την έννοια αυτή, οι πράξεις αυτές προσεγγίζουν την κατηγορία των διοικητικών πράξεων, εφόσον δεν επιφέρουν «νεωτερισμό» στην έννομη τάξη και αποτελούν την εφαρμογή μέτρων που έχουν ήδη προβλεφθεί σε προϋφιστάμενη γενική κανονιστική ρύθμιση. Αφετέρου, οι αποφάσεις αυτές περιλαμβάνουν, εντούτοις, διάταξη που απευθύνεται σε πρόσωπα τα οποία δεν είναι συγκεκριμένα εκ των προτέρων, αλλά εξατομικεύονται διότι ανήκουν σε συγκεκριμένη κατηγορία σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια. Για τα πρόσωπα προς τα οποία ενδεχομένως απευθύνονται, οι αποφάσεις έχουν γενική ισχύ και παράγουν τα ίδια έννομα αποτελέσματα όπως κάθε άλλος κανόνας.
35 Αν πρέπει υποχρεωτικά να καταταγούν σε κάποια κατηγορία, τείνω να συμπεριλάβω τις επίδικες αποφάσεις στις διοικητικές πράξεις και όχι στις κανονιστικές: κατά τη γνώμη μου, αυτό που έχει σημασία εν προκειμένω είναι ο χαρακτήρας τους ως απλών μέτρων εφαρμογής προηγούμενης γενικής κανονιστικής ρυθμίσεως (6). Οι διάφορες ειδικές διατάξεις που σκοπούν, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή και αναλόγως των γεγονότων, να διαπιστώσουν μια κατάσταση επιζωοτίας, να οριοθετήσουν μία συγκεκριμένη περιοχή και να επιβάλουν απαγορεύσεις εξαγωγών ή μεταφορών κατά τη διάρκεια της αντίστοιχης χρονικής περιόδου δεν αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, αλλά μέτρα υγειομικού «ελέγχου» τυπικώς διοικητικού χαρακτήρα. Ως τέτοια μέτρα, οι αποφάσεις αυτές προβλέπονται στις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις οι οποίες - όπως οι οδηγίες 80/217 και 90/425 - καθορίζουν τη δράση των εθνικών και κοινοτικών οργάνων σε περίπτωση τέτοιας κρίσεως. Το γεγονός ότι οι αρχές αυτές διαθέτουν εξουσία εκτιμήσεως για να θεσπίζουν παρόμοια μέτρα, καθόσον είναι αναγκαία, δεν είναι ασυμβίβαστο με τον διοικητικό τους χαρακτήρα, εφόσον η ύπαρξη διακριτικής ευχέρειας είναι ίδιον της διοικητικής δράσεως, στον τομέα αυτό καθώς και σε πολλούς άλλους.
36 Επομένως, είναι απολύτως αναγκαίο να περιληφθούν οι επίδικες αποφάσεις σε κάποια από τις δύο αυτές κατηγορίες, ως εάν επρόκειτο για στεγανά τμήματα; Κατά τη γνώμη μου, στο σημείο αυτό βρίσκεται ο πυρήνας της αιτήσεως αναιρέσεως. Νομίζω όμως ότι η επιβεβλημένη απάντηση είναι ότι τούτο δεν είναι αναγκαίο εφόσον, ανεξαρτήτως της επιλεγείσας λύσεως, το τελικό αποτέλεσμα θα είναι εν προκειμένω το ίδιο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προφανώς άνευ περιεχομένου: ακόμη και αν γίνει δεκτό, για λόγους συλλογιστικής, ότι οι επίδικες αποφάσεις είναι απλώς διοικητικές πράξεις, δεν αποδεικνύεται εντούτοις ότι, στην περίπτωση αυτή, πληρούται η πρώτη αναγκαία προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, δηλαδή η έλλειψη νομιμότητας των αποφάσεων αυτών, την οποία προέβαλαν οι ενάγοντες προς στήριξη της αγωγής τους (7).
37 Το Πρωτοδικείο ανέλυσε τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι ενάγοντες για να αποδείξουν τον μη σύννομο χαρακτήρα των αποφάσεων καταλήγοντας σε δυσμενή για τους ενάγοντες αποτελέσματα: από τους πέντε λόγους που αναπτύχθηκαν προς τούτο στην αγωγή, το Πρωτοδικείο απέρριψε τους τέσσερις πρώτους και δεν προέβη στην εξέταση του πέμπτου λόγου, καθόσον η προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας τέτοιας αποφάσεως δεν επιτρέπει καθαυτή τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Κοινότητας.
38 Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, οι αναιρεσείοντες δεν κάνουν κανένα σχόλιο στην αίτηση αναιρέσεως. Όσον αφορά την απόρριψη των τεσσάρων άλλων λόγων στους οποίους στηρίχθηκε η αγωγή τους, με τους οποίους επικαλούνται την παραβίαση εκ μέρους της Επιτροπής υπέρτερων κανόνων δικαίου, οι αρνητικές κρίσεις του Πρωτοδικείου ισχύουν τόσο για διοικητικές όσο και για κανονιστικές πράξεις.
39 Πράγματι, τα «ελαττώματα» του μη σύννομου χαρακτήρα που οι ενάγοντες απέδωσαν στις επίδικες αποφάσεις (αφού τις χαρακτήρισαν ως διοικητικές πράξεις) συνιστούν, στην πραγματικότητα, προβαλλόμενες παραβιάσεις υπέρτερων κανόνων δικαίου που προστατεύουν τους ιδιώτες. Εάν γίνει δεκτή η ύπαρξη μιας από τις παραβιάσεις αυτές, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο, ανεξαρτήτως του αν οι επίδικες αποφάσεις χαρακτηριστούν ως διοικητικές ή κανονιστικές πράξεις. Αντιθέτως, από τη στιγμή που η αγωγή απορρίφθηκε ως προς αυτό, ο χαρακτήρας της φερομένης ως παράνομης πράξης και πάλι δεν ασκεί επιρροή.
40 Τέλος, όσον αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας των αποφάσεων, ανέφερα ήδη ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν κάνει καμία μνεία σχετικά. Εξάλλου, είναι πρόδηλον, ότι η ύπαρξη απλού τυπικού ελαττώματος, όπως η έλλειψη αιτιολογίας μιας πράξεως, δεν επιτρέπει αυτή καθαυτή τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, η οποία απορρέει από το περιεχόμενο της πράξεως αυτής και από τις συνέπειές της στις έννομες καταστάσεις των ιδιωτών. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει κανένας αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της τυπικής παρανομίας και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
41 Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί προφανώς να οδηγήσει στην αναίρεση της αποφάσεως. Ακόμη και αν γίνει δεκτή, για λόγους συλλογιστικής, η άποψη επί της οποίας στηρίζεται ο λόγος αυτός, το βάσιμο του λόγου αυτού δεν συνεπάγεται τον μη σύννομο χαρακτήρα των επιδίκων αποφάσεων· ο μη σύννομος αυτός χαρακτήρας όμως συνιστά προϋπόθεση της αγωγής.
ii) Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
42 Με αυτό το σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Πρωτοδικείο διπλή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, στο μέτρο που, σύμφωνα με την άποψή τους: α) κρίνοντας την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων που είναι το δικαίωμα ιδιοκτησίας και το δικαίωμα ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, το Πρωτοδικείο «δεν έλαβε υπόψη την προστασία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, που διασφαλίζεται από την κοινοτική έννομη τάξη»· β) παραβίασε τις αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας.
α) Η φερομένη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων
43 Η επίκριση των αναιρεσειόντων επί του σημείου αυτού στρέφεται όχι μόνον κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αλλά και, γενικώς, κατά της «νομολογίας του Δικαστηρίου» η οποία, κατά την άποψή τους, «δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη το θεμελιώδες υποκειμενικό δικαίωμα του ιδιώτη για την τήρηση και τον σεβασμό των ατομικών του θεμελιωδών δικαιωμάτων».
44 Όπως ορθώς εκθέτει η Επιτροπή, το σκέλος αυτό του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτο, για δύο λόγους. Πρώτον, η επίκληση κανόνα δικαίου που προφανώς παραβιάστηκε είναι ανακριβής και ανεπαρκώς αιτιολογημένη. Οι αναιρεσείοντες αναφέρουν τις κοινές στα κράτη μέλη συνταγματικές παραδόσεις και τη Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις, για να προβάλουν μια συγκεκριμένη άποψη περί της απόλυτης υπεροχής του δικαιώματος ιδιοκτησίας (και του δικαιώματος ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας)· η άποψη αυτή όμως δεν έχει κανένα συγκεκριμένο σημείο αναφοράς ούτε στις παραδόσεις αυτές ούτε στην προαναφερθείσα σύμβαση.
45 Δεύτερον, η νέα διευκρίνιση που οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν σήμερα να προσδώσουν στην αγωγή τους αποζημιώσεως (που στηρίζεται όχι μόνον στον μη σύννομο χαρακτήρα των αποφάσεων, αλλά και στο γεγονός ότι, ακόμη και αν οι αποφάσεις αυτές είναι νόμιμες, τους επιβάλλουν ιδιαίτερη θυσία υπέρ του κοινωνικού συνόλου, που δεν είναι υποχρεωμένοι να ανεχθούν, εκτός αν αποζημιωθούν για τη ζημία τους) προβάλλεται για πρώτη φορά με την αίτηση αναιρέσεως, χωρίς το Πρωτοδικείο να έχει αποφανθεί επί του σημείου αυτού με την απόφασή του. Συνεπώς, πρόκειται για νέο λόγο, απαράδεκτο στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, που σκοπεί, ακριβώς, να κριθεί η ενδεχόμενη νομική πλάνη που ενέχει η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (8).
β) Η φερομένη παραβίαση των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας
46 Το σκέλος αυτό του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι επίσης απαράδεκτο, καθόσον, με το σκέλος αυτό, οι αναιρεσείοντες: α) παραπέμπουν απλώς στα επιχειρήματα που περιλαμβάνονται στην αγωγή και στο υπόμνημα απαντήσεως που υπέβαλαν ενώπιον του Πρωτοδικείου· β) εξακολουθούν να θέτουν ζητήματα απλής εκτιμήσεως πραγματικών περιστατικών, όπως τη σύγκριση ορισμένων γεωγραφικών ζωνών και άλλων ζωνών μεταξύ των οποίων οι πληγείσες από την πανώλη των χοίρων, ή την κατά το μάλλον ή ήττον καταλληλότητα χρησιμοποιήσεως των μεθόδων οριοθετήσεως των γεωγραφικών ζωνών ανάλογα με ορισμένα τεχνικά ή άλλα κριτήρια.
47 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (9), η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να επισημαίνει με ακρίβεια τα προσβαλλόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποία ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα συγκεκριμένα νομικά επιχειρήματα στα οποία στηρίζεται το αίτημα αυτό. Δεν πληροί την επιταγή αυτή η αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη - έστω και κατά γράμμα - των λόγων και των επιχειρημάτων που έχουν προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, περιλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς και έχουν ρητώς απορριφθεί από αυτό.
48 Όσον αφορά τα προαναφερθέντα πραγματικά ζητήματα, το Δικαστήριο μπορεί να αναφερθεί στην ανάλυση που έκανα στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
iii) Επί του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
49 Με το τελευταίο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το άρθρο 10, παράγραφος 4, της οδηγίας 90/425 δεν παρέχει «επαρκή νομική βάση» για τις εκδοθείσες επίδικες αποφάσεις. Πάντως, το σύνολο σχεδόν των επιχειρημάτων τους επί του σημείου αυτού συνιστά, και πάλι, απλή επανάληψη των επιχειρημάτων που προέβαλαν ενώπιον του Πρωτοδικείου, το οποίο τους εξέτασε και τους απέρριψε κατά εμπεριστατωμένο και αιτιολογημένο τρόπο με την απόφασή του.
50 Πράγματι, οι αναιρεσείοντες περιορίζονται εκ νέου στην επανάληψη των επιχειρημάτων που είχαν προβάλει προηγουμένως, χωρίς να σχολιάζουν προσηκόντως την αιτιολογία της αποφάσεως του Πρωτοδικείου επί της ερμηνείας της οδηγίας 90/425.
51 Η μόνη συγκεκριμένη σχετική αιτίαση κατά της αποφάσεως αναφέρεται στη σκέψη 156, στην οποία το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι, «(...) με την απόφαση της 26ης Μαου 1993 στην υπόθεση C-52/92, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 1993, σ. Ι-2961), το Δικαστήριο έχει ήδη επιβεβαιώσει τη νομιμότητα μιας αποφάσεως της Επιτροπής εκδοθείσας βάσει του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425, η οποία απαγόρευε σε ορισμένα κράτη μέλη να αποστέλλουν σε άλλα κράτη μέλη χοίρους παραγωγής προερχόμενους από διοικητικές περιφέρειες υψηλού κινδύνου». Σύμφωνα με τους αναιρεσείοντες, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της νομολογίας αυτής κατά της απόψεώς τους, εφόσον η νομολογία αυτή δεν αναφέρεται στην απαγόρευση μεταφορών εντός κράτους μέλους.
52 Η αιτίαση θα ήταν λυσιτελής αν, με την παράθεση αυτή, το Πρωτοδικείο επιδίωκε να αιτιολογήσει το μέρος της αποφάσεώς του σχετικά με την αιτιολόγηση των περιορισμών κυκλοφορίας των ζώων εντός ενός κράτους. Το ζήτημα αυτό όμως εξετάστηκε στις σκέψεις 157 έως 161 της αποφάσεως, και όχι στη σκέψη 156, η οποία αφορά άλλο πρόβλημα.
53 Στις σκέψεις 157 έως 161 της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο εξήγησε με ποιον τρόπο η οδηγία 90/425 επιτρέπει την απαγόρευση μεταφορών ζώων προς άλλα κράτη. Αντιθέτως, στη σκέψη 156 της αποφάσεως παρατίθεται νομολογία που σκοπεί μόνο να εξηγήσει ότι η οδηγία 90/425 επιτρέπει, γενικώς, τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως.
54 Συνεπώς, προκύπτει ότι η επίκριση της σκέψεως αυτής της αποφάσεως είναι προδήλως αβάσιμη.
55 Τέλος, πρέπει να κριθούν απαράδεκτοι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και να απορριφθούν το πρώτο και το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
56 Σύμφωνα με τα άρθρα 69, παράγραφος 2, 118 και 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν το Δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
Πρόταση
57 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Υπόθεση Τ-390/94, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-501.
(2) - Αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 1994, C-53/92 P, Hilti κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-667, σκέψη 42), και της 6ης Απριλίου 1995, C-241/91 P και C-242/91 P, RTE και ITP κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-743, σκέψη 67), και διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-19/95 P, San Marco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-4435, σκέψεις 39 και 40).
(3) - Υποθέσεις C-46/93 και C-48/93 (Συλλογή 1996, σ. Ι-1029, σκέψεις 43 έως 45).
(4) - Ο γενικός εισαγγελέας Tesauro έκρινε, με τις προτάσεις του στην προαναφερθείσα υπόθεση Brasserie du Pκcheur και Factortame, ότι η νομολογία αυτή επέβαλε, «(...) ιδίως για το παράνομο της καταλογιζομένης στα όργανα συμπεριφοράς, όρους τόσο περιοριστικούς, που καθιστούν άκρως δυσχερή στην πράξη την καταδίκη ενός κοινοτικού οργάνου σε καταβολή αποζημιώσεως» (παράγραφος 63). Σε ένα άλλο σημείο των προτάσεών του (υποσημείωση 76), επισήμανε επίσης ότι, σύμφωνα με την εν λόγω νομολογία, όλες οι κοινοτικές κανονιστικές πράξεις ενέχουν επιλογές οικονομικής πολιτικής.
(5) - Βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 5ης Μαου 1977, 101/76, Koninklijke Scholten Honig κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1977, σ. 257, σκέψεις 7 και 9).
(6) - Πρόκειται εν προκειμένω για αποφάσεις που εκδόθηκαν βάσει της οδηγίας 80/217/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιανουαρίου 1980, περί θεσπίσεως κοινοτικών μέτρων για την καταπολέμηση της κλασικής πανώλης των χοίρων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 247), και της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϋόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 224, σ. 29).
(7) - Στην πραγματικότητα, οι ενάγοντες προέβαλαν παρεμφερή αιτιολογία. Με το ενώπιον του Πρωτοδικείου υπόμνημα αντικρούσεως (σκέψεις 132 επ.), ισχυρίστηκαν ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι πρόκειται για κανονιστικές πράξεις, οι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας πληρούνται, εφόσον οι αποφάσεις παραβιάζουν προδήλως κατάφωρα υπέρτερους κανόνες δικαίου που σκοπούν να τους προστατεύσουν. Οι κανόνες αυτοί όμως είναι ακριβώς οι ίδιοι με τους προβληθέντες (παραβίαση των αρχών της απαγορεύσεως διακρίσεων και της αναλογικότητας, προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων, κ.λπ.) κατά των αποφάσεων αυτών ως διοικητικών πράξεων.
(8) - Όσον με αφορά, πρέπει να αναγνωρίσω ότι η διευκρίνιση αυτή του προβλήματος μου φαίνεται πλέον λυσιτελής από αυτή στην οποία προέβησαν οι αναιρεσείοντες με την αγωγή τους ενώπιον του Πρωτοδικείου. Το ζήτημα της εξωσυμβατικής ευθύνης των κοινοτικών οργάνων όταν η πράξη τους δεν είναι παράνομη, αλλά απαιτεί από ορισμένους επιχειρηματίες ιδιαίτερη θυσία, μη θεωρούμενη ως συνήθης περιορισμός που πρέπει να επιβάλλεται στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, ή σε άλλα δικαιώματα, αξίζει να εξεταστεί με προσοχή. Πάντως, η διαδικασία και η δομή της αιτήσεως αναιρέσεως δεν επιτρέπουν την κατ' αναίρεση εξέταση του ζητήματος αυτού.
(9) - Βλ., μεταξύ άλλων, τις διατάξεις της 26ης Απριλίου 1993, C-244/92 P, Kupka-Floridi κατά Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-2041)· της 26ης Σεπτεμβρίου 1994, C-26/93 P, Ξ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-4379), και της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-62/94 P, Turner κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-3177), και την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-73/95 P, Viho κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-5457, σκέψεις 25 και 26).
Full & Egal Universal Law Academy