Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Τι συμβαίνει όταν η συσκευή εντοπισμού οινοπνεύματος μέσω εκφυσήσεως δεν έχει «δηλωθεί στις Βρυξέλλες»; Στο πλαίσιο της παρούσας δίκης ανακύπτει το ζήτημα αν ο κατηγορούμενος σε ποινική δίκη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις που διέπουν τη χρήση των συσκευών αναλύσεως της αναπνοής, οι οποίες εκ πρώτης όψεως συνιστούν τεχνικούς κανόνες υπό την έννοια της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (1) (στο εξής: οδηγία), δεν έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.
II - Πραγματικό και νομικό πλαίσιο της διαφοράς
α) Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
2 Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση CIA Security International (2) φαίνεται ότι προκάλεσε κάποια αναταραχή στις Κάτω Ξώρες. Παρακινούμενη από την απόφαση, η Κυβέρνηση κατάρτισε κατάλογο περίπου τετρακοσίων ρυθμίσεων οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως τεχνικοί κανόνες υπό την έννοια της οδηγίας που δεν είχαν κοινοποιηθεί και έναντι των οποίων, επομένως, θα μπορούσε κατ' αρχήν να προβληθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 8 της οδηγίας. Το ζήτημα απασχόλησε τον Τύπο τον Ιούνιο του 1997 και, σύμφωνα με τη διαδικασία βάσει του ολλανδικού νόμου περί διαφάνειας της κυβερνητικής δράσεως, ο κατάλογος δημοσιεύθηκε στις 21 Ιουλίου 1997. Μέχρι την ημερομηνία αυτή οι Κάτω Ξώρες είχαν ήδη ανακοινώσει στην Επιτροπή, σύμφωνα με την επείγουσα διαδικασία που προβλέπει η οδηγία, την «κανονιστική απόφαση του 1997 περί αναλύσεως της αναπνοής», οι διατάξεις της οποίας ταυτίζονται προς το εθνικό μέτρο το οποίο αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης.
3 Τα πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν από τη διάταξη περί παραπομπής και από τα στοιχεία τα οποία παρέσχε το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών με τις παρατηρήσεις του, έχουν ως εξής: ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη κατηγορήθηκε ότι οδηγούσε αυτοκίνητο όχημα σε χρόνο κατά τον οποίο το ποσοστό οινοπνεύματος στην αναπνοή του υπερέβαινε το νόμιμο όριο. Ενώπιον του Arrondissementsrechtbank te Maastricht, στις 13 Ιουνίου 1997, ο κατηγορούμενος προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Σχημάτισα τη γνώμη από δημοσιεύματα στον Τύπο, ότι υπάρχουν προβλήματα όσον αφορά τις συσκευές αναλύσεως της αναπνοής. Επικαλούμαι το γεγονός ότι η συσκευή αυτή δεν έχει δηλωθεί στις Βρυξέλλες και διερωτώμαι ποιες θα μπορούσαν να είναι οι ενδεχόμενες συνέπειες του γεγονότος αυτού για την περίπτωσή μου». Επειδή ήταν αναγκαία μια απόφαση ως προς ορισμένα σημεία για να μπορέσει το Arrondissementsrechtbank te Maastricht να εκδώσει απόφαση, το δικαστήριο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Μπορεί από έναν κατηγορούμενο ή εξ ονόματός του, κατά του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο a, του Wegenverkeerswet του 1994 (νόμου περί οδικής κυκλοφορίας), να προβληθεί βασίμως ότι δεν πρέπει να εφαρμοστεί η Regeling Ademanalyse (ρύθμιση περί αναλύσεως της αναπνοής) (Ned.Stcrt. 1987. σ. 187), όπως έχει τροποποιηθεί, που περιέχει λεπτομερείς κανόνες περί των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούν οι συσκευές αναλύσεως της αναπνοής και των δοκιμών στις οποίες πρέπει να υποβάλλονται, η οποία ρύθμιση, όσον αφορά την κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο a, του Wegenverkeerswet του 1994, στηρίζεται, βάσει του άρθρου 65 του Invoeringswet Wegenverkeerswet (εισαγωγικού νόμου του Wegenverkeerswet του 1994), στο άρθρο 163 του Wegenverkeerswet, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του Belsuit alcoholonderzoeken (απόφαση περί της εξετάσεως παρουσίας οινοπνεύματος στο αίμα του 1987, Stb. 1987, σ. 432), όπως έχει τροποποιηθεί, δεδομένου ότι όσον αφορά τη ρύθμιση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 8 της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ κοινοποίηση προς την Ευρωπαϋκή Επιτροπή;
2) Οφείλει ο δικαστής αυτεπαγγέλτως, στο πλαίσιο ποινικής δίκης, όπως η εν προκειμένω, να μην εφαρμόζει τη ρύθμιση αυτή, επειδή δεν έχει πραγματοποιηθεί η εν λόγω κοινοποίηση;»
4 Οι Κάτω Ξώρες, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Οι Κάτω Ξώρες, η Γαλλία και η Επιτροπή παρέστησαν στην επ' ακροατηρίου συζήτηση.
β) Οι εθνικές διατάξεις
5 Το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο a, του Wegenverkeerswet 1994 ορίζει, στο σχετικό τμήμα, τα εξής:
«Απαγορεύεται σε οποιονδήποτε να οδηγεί ή ως οδηγός να ζητεί την οδήγηση οχήματος (...) μετά την κατανάλωση οινοπνευματώδους ποτού με συνέπεια από τον έλεγχο να προκύπτει ότι το ποσοστό οινοπνεύματος στην αναπνοή του οδηγού είναι ανώτερο των 220 μικρογραμμαρίων οινοπνεύματος ανά λίτρο του εκπνεομένου αέρα (...).»
Το άρθρο 163 του ιδίου νόμου καθορίζει τη διαδικασία για τη διενέργεια των αναλύσεων αναπνοής, ενώ το άρθρο 163, παράγραφος 10, προβλέπει τη θέσπιση διατάξεων για την εφαρμογή του άρθρου αυτού και του άρθρου 160, παράγραφος 5. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης είναι επιφορτισμένος με τη θέσπιση μέτρων για τη θέση σε εφαρμογή των εκτελεστικών αυτών διατάξεων.
6 Το άρθρο 3 της αποφάσεως περί ελέγχου της παρουσίας οινοπνεύματος της 24ης Σεπτεμβρίου 1987, όπως τροποποιήθηκε ενόψει του νόμου περί οδικής κυκλοφορίας του 1994, ορίζει ότι η ανάλυση της αναπνοής μπορεί να διενεργείται μόνον με τη χρήση συσκευών αναλύσεως της αναπνοής του τύπου που ορίζει ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Το άρθρο 5 της αποφάσεως επιφορτίζει τον Υπουργό Δικαιοσύνης με τη θέσπιση λεπτομερών προϋποθέσεων τις οποίες πρέπει να πληρούν οι συσκευές αναλύσεως της αναπνοής και η διεξαγωγή των ελέγχων στους οποίους πρέπει να υποβάλλονται οι συσκευές αυτές.
7 Τα άρθρα 2 και 3 της αποφάσεως περί αναλύσεως της αναπνοής της 25ης Σεπτεμβρίου 1987, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής: απόφαση του 1987), προβλέπει τα περί ελέγχου και εγκρίσεως ανά κατηγορίες της συσκευής αναλύσεως της αναπνοής από υπηρεσία ελέγχου σύμφωνα με τις παραγράφους 4.3 έως 4.5 του παραρτήματος 1 της εν λόγω αποφάσεως, που αφορούν, αντιστοίχως, τη δοκιμή εγκρίσεως ανά κατηγορίες, την πρώτη ατομική δοκιμή και την επαναληπτική ατομική δοκιμή.
III - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
α) Παραδεκτό
8 Στη διάταξη περί παραπομπής δεν εκτίθεται λεπτομερώς το πραγματικό και το νομικό πλαίσιο της διαφοράς. Κανένα από τα κράτη μέλη που υπέβαλαν παρατηρήσεις επί της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν ισχυρίστηκε ότι θα έπρεπε να κριθεί απαράδεκτη για τον λόγο ότι τα στοιχεία που παρέχει είναι τόσο ελλιπή ώστε εμποδίζουν το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου υπό το φως της παρούσας περιπτώσεως, όπως στην υπόθεση Telemarsicabruzzo κ.λπ. (3), ούτε η έλλειψη λεπτομερειών τα εμπόδισε να υποβάλουν σχετικές παρατηρήσεις επί των βασικών ζητημάτων κοινοτικού δικαίου που ανακύπτουν (4). Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι, καίτοι το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει την παρούσα αίτηση απαράδεκτη, δεν θα πρέπει να το πράξει στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον υπάρχει κοινοτικό συμφέρον για τη διευκρίνιση της εμβελείας της αποφάσεως στην υπόθεση CIA Security International.
9 Νομίζω ότι, καίτοι η διάταξη περί παραπομπής είναι εξαιρετικά λακωνική, το Δικαστήριο διαθέτει επαρκή στοιχεία περί της πραγματικής και νομικής καταστάσεως στην κύρια δίκη προκειμένου να δώσει επωφελή απάντηση. Στη διάταξη εκτίθεται το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατηγορείται διότι οδηγούσε ενώ η αναπνοή του περιείχε υπερβολική ποσότητα οινοπνεύματος και προσδιορίζει, στα προδικαστικά ερωτήματα, τις εθνικές διατάξεις ή μη κοινοποίηση των οποίων αποτελεί το επίμαχο ζήτημα. Μέχρι του σημείου αυτού η εν λόγω υπόθεση μπορεί να συγκριθεί με την υπόθεση Gallotti κ.λπ. Στην υπόθεση εκείνη οι διάφορες διατάξεις περί παραπομπής ανέφεραν απλώς ότι στους διάφορους κατηγορούμενους προσάπτονταν ότι είχαν παραβεί τις διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας περί αποβλήτων και περιέγραφαν τα ζητήματα του κοινοτικού δικαίου ως προς τα οποία ζητήθηκε ερμηνεία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, «λαμβανομένης υπόψη της πολύ γενικής φύσεως των υποβληθέντων ερωτημάτων και της ερμηνείας της οδηγίας 91/156, την οποία ο εθνικός δικαστής εκθέτει λεπτομερώς στο σκεπτικό των διατάξεών του, το Δικαστήριο δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβαλλόμενα ερωτήματα» (5). Ομοίως, στην υπόθεση Vaneetveld, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανάγκη παροχής στοιχείων «είναι λιγότερο επιτακτική σε περίπτωση κατά την οποία τα ερωτήματα αφορούν συγκεκριμένα τεχνικά σημεία και επιτρέπουν στο Δικαστήριο να δώσει μια χρήσιμη απάντηση, έστω και αν το εθνικό δικαστήριο δεν έχει προβεί σε εξαντλητική περιγραφή της καταστάσεως από νομική και πραγματική άποψη» (6).
10 Νομίζω ότι η επάρκεια των στοιχείων που παρέσχε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να κριθεί υπό το φως των υποβληθέντων ερωτημάτων κοινοτικού δικαίου. Εφόσον το δικαστήριο της κύριας δίκης έθεσε προσηκόντως, έστω και συνοπτικώς, θέμα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου και εξέθεσε τα σχετικά πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο υποχρεούται να εκδώσει απόφαση (7).
β) Η διαχρονική εφαρμογή της οδηγίας
11 Ένα δεύτερο προκριματικό ζήτημα που ανέκυψε είναι η ανάγκη να εντοπιστεί το κείμενο της οδηγίας το οποίο είχε εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά τα οποία προκάλεσαν την παρούσα δίκη. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το κρίσιμο κείμενο είναι το αρχικό κείμενο πριν από τις τροποποιήσεις του 1988 και του 1994, καθόσον το κείμενο αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο της εκδόσεως της κανονιστικής αποφάσεως του 1987. Αντιθέτως, η Κυβέρνηση των Κάτω Ξωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου φαίνεται να υιοθετούν την άποψη ότι εφαρμόζεται το κείμενο της οδηγίας όπως τροποποιήθηκε από τις δύο μεταγενέστερες οδηγίες, ενώ η Γαλλική Κυβέρνηση δεν διατύπωσε άποψη επί του ζητήματος αυτού.
12 Με τις διαδοχικές τροποποιήσεις της οδηγίας επιχειρήθηκε ειδικότερα να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής και να διευκρινιστούν οι διατάξεις της· ενώ η έννοια του «τεχνικού κανόνα» διευρύνθηκε με κάθε ευκαιρία, οι τροποποιήσεις αυτές δεν φαίνονται να έχουν σχέση με την αξιολόγηση των επίμαχων στην παρούσα υπόθεση εθνικών διατάξεων. Κατά συνέπεια, επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ο περιλαμβανόμενος στο αρχικό κείμενο της οδηγίας ορισμός της έννοιας αυτής, όπως πρότεινε η Επιτροπή, καθόσον οι τροποποιήσεις, έστω και αν εφαρμόζονταν στα πραγματικά περιστατικά, δεν θα επηρέαζαν τον χαρακτηρισμό της αποφάσεως του 1987.
γ) Η ουσία των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων
13 Το πρώτο ουσιαστικό ζήτημα το οποίο ανακύπτει στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσον η απόφαση του 1987 αποτελεί «τεχνικό κανόνα» υπό την έννοια της οδηγίας. Κατ' ουσίαν, ένας «τεχνικός κανόνας» είναι ένα σύνολο τεχνικών προδιαγραφών «η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική, de jure ή de facto, για την εμπορία ή χρησιμοποίηση σε κράτος μέλος ή σε μεγάλο τμήμα του κράτους αυτού, με εξαίρεση τις προδιαγραφές που ορίζονται από τις αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης» (άρθρο 1, σημείο 5). Ως «τεχνικές προδιαγραφές» ορίζονται περαιτέρω από την οδηγία οι προδιαγραφές «που περιέχονται σε έγγραφο με το οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϋόντος» (άρθρο 1, σημείο 1). Εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις οι οποίες δεν έχουν εν προκειμένω σημασία, το άρθρο 8 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ανακοινώνουν στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα και, αν είναι αναγκαίο, τις βασικές νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις. Με την απόφαση CIA Security International, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η οδηγία 83/189 έχει την έννοια ότι η παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως συνεπάγεται τη μη δυνατότητα εφαρμογής των οικείων τεχνικών κανόνων, ώστε αυτοί να μην είναι αντιτάξιμοι έναντι των ιδιωτών» (8). Μεταγενέστερα, με την απόφαση Bic Benelux, έκρινε ότι οι τεχνικοί κανόνες που εμπίπτουν στην οδηγία είναι οποιαδήποτε εθνικά μέτρα τα οποία «μπορούν να εμποδίσουν άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο» (9).
14 Η Κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών ισχυρίστηκε ότι η κανονιστική απόφαση του 1987 δεν αποσκοπεί στην εφαρμογή διατάξεως του κοινοτικού δικαίου και, στο μέτρο που αποτελεί διάταξη του ποινικού δικαίου, ρυθμίζει ένα ζήτημα εκτός του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Υποστηρίζει, κατά συνέπεια, ότι, για τους λόγους αυτούς, η απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τεχνικός κανόνας.
15 Δεν συμφωνώ με την άποψη αυτή. Είναι σαφές από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι «[καίτοι] κατ' αρχήν η ποινική νομοθεσία και οι διατάξεις της ποινικής δικονομίας (...) εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (...) το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει περιορισμούς στην αρμοδιότητα αυτή» (10). Η οδηγία δεν προβλέπει παρέκκλιση υπέρ των διατάξεων του ποινικού δικαίου οι οποίες θα μπορούσαν να συνιστούν τεχνικούς κανόνες και, κατ' αρχήν, η υποχρέωση κοινοποιήσεως μπορεί, κατά συνέπεια, να υφίσταται όσον αφορά τις διατάξεις αυτές.
16 Υπό το φως των αποφάσεων στις υποθέσεις CIA Security International και Bic Benelux, για να καθοριστεί αν ένα εθνικό μέτρο αποτελεί τεχνικό κανόνα εφαρμόζονται τα ακόλουθα κριτήρια:
- θέτει τεχνικές προδιαγραφές (11);
- είναι η τήρησή του υποχρεωτική, de jure ή de facto, για την εμπορία ή τη χρησιμοποίηση σε κράτος μέλος ή σε μεγάλο τμήμα του κράτους αυτού; και
- μπορεί να εμποδίσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο;
17 Δεν υπάρχει η παραμικρή σχεδόν αμφιβολία ότι η απόφαση του 1987 περιέχει «τεχνικές προδιαγραφές»· το παράρτημα 1 εκθέτει λεπτομερώς τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για τις συσκευές αναλύσεως της αναπνοής, ειδικότερα όσον αφορά την ποιότητα, την απόδοση, τον έλεγχο και τις μεθόδους ελέγχου και τις διαδικασίες αξιολογήσεως της αντιστοιχίας των συσκευών προς τις σχετικές διατάξεις. Δεν υπάρχει επίσης η παραμικρή σχεδόν αμφιβολία ότι η τήρηση της αποφάσεως είναι υποχρεωτική de jure, υπό την έννοια ότι η αστυνομία πρέπει να χρησιμοποιεί εγκεκριμένες συσκευές προκειμένου να αποδείξει ότι συντρέχει παράβαση. Παραμένει ανοικτό το ερώτημα αν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απόφαση μπορεί να εμποδίσει το εμπόριο υπό την έννοια του κριτηρίου της αποφάσεως Bic Benelux.
18 Είναι ίσως αληθές, όπως παρατήρησε η Κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών, ότι η απόφαση του 1987 αποσκοπεί μάλλον στη διασφάλιση της αξιοπιστίας των συκευών αναλύσεως της αναπνοής παρά στη θέσπιση κανόνων σχετικά με την εμπορία ή τη χρήση των συσκευών αυτών. Νομίζω εν τούτοις ότι προκύπτει σαφώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι καθοριστική σημασία για την επιβολή της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως έχουν μάλλον τα ενδεχόμενα αποτελέσματα εθνικής ρυθμίσεως επί του εμπορίου παρά ο σκοπός τον οποίο επιδιώκουν οι διατάξεις αυτές. Με την απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια κανονιστική απόφαση καθορίζουσα τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες υποκατάστατα προϋόντα μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο ως μαργαρίνη αποτελούσε τεχνικό κανόνα: «Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ότι η επίδικη κανονιστική απόφαση έχει ως αποτέλεσμα την προώθηση της εμπορίας μαργαρίνης (...)· η υποχρέωση [ανακοινώσεως] δεν είναι δυνατόν να εξαρτάται από τη μονομερή εκτίμηση στην οποία προβαίνει το κράτος μέλος που εκπονεί το οικείο σχέδιο σχετικά με τις επιπτώσεις που θα έχει ενδεχομένως το σχέδιο αυτό επί του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών.» (12) Γενικότερα, με την απόφαση Bic Benelux, το Δικαστήριο έκρινε ότι εμπόδια στο εμπόριο «μπορούν να ανακύψουν από τη θέσπιση εθνικών τεχνικών κανόνων (...) ανεξαρτήτως των λόγων που δικαιολόγησαν τη θέσπισή τους», και συνέχισε ως εξής: «το γεγονός ότι ένα εθνικό μέτρο θεσπίστηκε για την προστασία του περιβάλλοντος ή το γεγονός ότι το μέτρο αυτό δεν θέτει σε εφαρμογή τεχνικό πρότυπο που το ίδιο είναι ικανό να εμποδίσει την ελεύθερη κυκλοφορία δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να αποτελεί το μέτρο αυτό τεχνικό κανόνα υπό την έννοια της οδηγίας 83/189» (13).
19 Η Κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών υπογράμμισε επίσης ότι η απόφαση του 1987 δεν εφαρμόζεται στο σύνολο της αγοράς των συσκευών αναλύσεως της αναπνοής, αλλά μόνον σε έναν αγοραστή, την αστυνομία, και ότι οι συσκευές οι οποίες δεν πληρούν τις προδιαγραφές της αποφάσεως μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο και να χρησιμοποιούνται χωρίς περιορισμούς. Αναφέρει το παράδειγμα των εμπόρων που πωλούν λιανικώς οινοπνευματώδη ποτά, οι οποίοι ενδεχομένως επιθυμούν να θέσουν τέτοιες συσκευές στη διάθεση των πελατών τους.
20 Ίσως υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει μια δευτερεύουσα αγορά συσκευών αναλύσεως της αναπνοής· αυτό δεν αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να αποκλείσει το ενδεχόμενο η απόφαση του 1987 να μπορεί να εμποδίσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τα εν λόγω εμπορεύματα. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Van de Haar και Kaveka de Meern, «το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν διακρίνει μεταξύ των μέτρων που μπορούν να χαρακτηριστούν ως μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό αναλόγως του βαθμού κατά τον οποίο επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Όταν ένα εθνικό μέτρο μπορεί να εμποδίσει τις εισαγωγές, πρέπει να χαρακτηρίζεται μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, έστω και αν το εμπόδιο είναι μικρό ή αν υπάρχουν και άλλες δυνατότητες διαθέσεως των εισαγομένων προϋόντων» (14). Καθόσον η οδηγία καλύπτει όλα τα ενδεχόμενα εμπόδια στο εμπόριο, η υποχρέωση κοινοποιήσεως πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να περιλαμβάνει μέτρα όπως την απόφαση του 1987, έστω και αν μπορούσε να αποδειχθεί ότι και άλλες συσκευές αναλύσεως της αναπνοής θα μπορούσαν να διατεθούν στο εμπόριο στις Κάτω Ξώρες. Είμαι, επομένως, της γνώμης ότι ο κανονισμός του 1987 συνιστά τεχνικό κανόνα υπό την έννοια της οδηγίας.
21 Το επόμενο και δυσκολότερο ζήτημα που ανακύπτει είναι αν ένας ιδιώτης, η νομική κατάσταση του οποίου είναι ίδια με αυτή του κατηγορουμένου στην εθνική ποινική δίκη, μπορεί, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, να στηριχθεί στην παράλειψη του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών να ανακοινώσει την απόφαση του 1987. Τούτο θέτει το «λεπτό ζήτημα ποιος μπορεί να επικαλείται το κοινοτικό δίκαιο ενώπιον του εθνικού δικαστή» (15) και την έκταση του αμέσου αποτελέσματος των διατάξεων των οδηγιών.
22 Στο πλαίσιο αυτό είναι ίσως χρήσιμο να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 189, παράγραφος 3, της Συνθήκης «η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα». Τούτο σημαίνει, επομένως, ότι τα αποτελέσματα τα οποία θα μπορούσε να επιφέρει η εφαρμογή της οδηγίας αλλά δεν είναι τα επιδιωκόμενα δεν δεσμεύουν, κατ' αρχήν, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη.
23 Τα αποτελέσματα τα οποία επιδιώκει να επιτύχει η επίμαχη στην παρούσα δίκη οδηγία διευκρινίστηκαν από το Δικαστήριο με την απόφαση CIA Security International ως εξής:
«H οδηγία 83/189 σκοπεί στη μέσω προληπτικού ελέγχου προστασία της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Κοινότητας. Ο έλεγχος αυτός είναι σκόπιμος, καθόσον οι τεχνικοί κανόνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας μπορεί να αποτελούν εμπόδια στο μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, τα οποία δεν μπορούν να επιτραπούν παρά μόνον εάν είναι αναγκαία για την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών προς εξυπηρέτηση ενός σκοπού γενικού συμφέροντος.» (16)
24 Αφού διαπίστωσε ότι τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας είναι ανεπιφύλακτα και αρκούντως σαφή ώστε να μπορεί να γίνει επίκλησή τους έναντι αντιθέτων εθνικών διατάξεων, το Δικαστήριο συνήγαγε «τις έννομες συνέπειες τις οποίες επιφέρει η εκ μέρους των κρατών μελών παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως και, πιο συγκεκριμένα, εάν η οδηγία 83/189 έχει την έννοια ότι η παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως, η οποία συνιστά διαδικαστική πλημμέλεια κατά τη θέσπιση των οικείων τεχνικών κανόνων, συνεπάγεται τη μη εφαρμογή των τεχνικών αυτών κανόνων, με αποτέλεσμα να μην είναι αντιτάξιμοι έναντι των ιδιωτών» (17). Η ίδια διατύπωση επαναλαμβάνεται στο συμπέρασμα του Δικαστηρίου επί του σημείου αυτού στη σκέψη 54 της αποφάσεως.
25 Για τους σκοπούς της οδηγίας, η συνέπεια της μη κοινοποιήσεως εθνικού κανόνα είναι ότι οι αρχές του κράτους μέλους δεν μπορούν να τον αντιτάξουν στους ιδιώτες. Δεν σημαίνει ότι οι μη κοινοποιηθέντες τεχνικοί κανόνες δεν έχουν εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις και είναι επομένως άκυροι· η συνέπεια αυτή θα επήρχετο μόνον αν η Κοινότητα είχε την εξουσία ακυρώσεως διατάξεως εθνικού νόμου. Το Δικαστήριο ουδέποτε υποστήριξε ότι υφίσταται τέτοια εξουσία. Ο χαρακτηρισμός από το Δικαστήριο της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως ως «διαδικαστικής» δεν σημαίνει ότι είναι, κατ' αρχήν, διαφορετική από τη γενική υποχρέωση ορθής μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, εκτελέσεως και εφαρμογής ουσιαστικών διατάξεων οδηγιών. Ούτε σημαίνει ότι η παράλειψη συμμορφώσεως σε μια τέτοια διαδικαστική υποχρέωση έχει διαφορετικές έννομες συνέπειες από τις συνέπειες που προκύπτουν από την παράλειψη τηρήσεως ουσιαστικών υποχρεώσεων.
26 Η μη εφαρμογή εθνικών διατάξεων οι οποίες είναι εκ πρώτης όψεως ασυμβίβαστες προς κοινοτικές διατάξεις δεν είναι γενική ως προς τις συνέπειές της, αλλά εξαρτάται από το επιδωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα. Επομένως, οι αντίθετες εθνικές διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή μόνον καθόσον τούτο απαιτείται για τους σκοπούς «διευκολύνσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων με την πρόληψη δημιουργίας νέων εμποδίων στο εμπόριο», όπως περιγράφεται ο σκοπός της οδηγίας στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας του 1988. Υπό τις συνθήκες της υπό κρίση περιπτώσεως δεν βλέπω πώς η μη εφαρμογή της αποφάσεως του 1987 στην ποινική δίκη κατά του κατηγορουμένου θα μπορούσε να συμβάλει στη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Επομένως, η συνέπεια αυτή δεν περιλαμβάνεται στο «επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα».
27 Το άμεσο αποτέλεσμα διατάξεων οδηγιών μπορεί να περιοριστεί από το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της σύμφωνα με το άρθρο 189 της Συνθήκης. Για παράδειγμα, με την απόφαση Faccini Dori, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «η νομολογία περί δυνατότητας επικλήσεως των οδηγιών έναντι κρατικών φορέων στηρίζεται στον δεσμευτικό χαρακτήρα που το άρθρο 189 αναγνωρίζει στην οδηγία, ο οποίος υφίσταται μόνον έναντι "κάθε κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται". Η νομολογία αυτή αποσκοπεί στο να αποκλείσει "να μπορεί ένα κράτος να επωφεληθεί από τη μη συμμόρφωσή του προς το κοινοτικό δίκαιο"» (18). Στις περιπτώσεις αυτές μια διάταξη εθνικού νόμου μπορεί να κριθεί ανεφάρμοστη για ορισμένους σκοπούς, αλλά να εξακολουθεί να εφαρμόζεται πλήρως σε καταστάσεις κείμενες εκτός της σφαίρας επιρροής του κοινοτικού δικαίου.
28 Τις διατάξεις οδηγίας οι οποίες έχουν άμεσο αποτέλεσμα μπορούν να προβάλουν πρόσωπα άλλα εκτός από εκείνα υπέρ των οποίων πρωτίστως εκδόθηκε στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτό δικαιολογείται ενόψει της επιτεύξεως του επιδιωκομένου σκοπού. Πράγματι, στο πλαίσιο της υποθέσεως Stoeckel (19), ο εργοδότης μπορούσε να επικαλεστεί την υποχρέωση που επιβάλλεται στα κράτη μέλη «να διασφαλίσουν ότι (...) θα καταργηθούν οι νόμοι, κανονιστικές αποφάσεις και διοικητικές διατάξεις που αντιβαίνουν στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως» που θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (20). Στην υπόθεση εκείνη, ο σκοπός της οδηγίας οριζόταν στο άρθρο 5, παράγραφος 1, πρωτίστως υπό το πρίσμα των δικαιωμάτων των εργαζομένων: «[η εφαρμογή] της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (...) συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο». Είναι αληθές ότι ο λόγος που υπαγόρευσε αυτή την κρίση μπορεί να συνίσταται στο ότι η πρακτική αποτελεσματικότητα της απαγορεύσεως δυσμενούς διακρίσεως εις βάρος εργαζομένων αναπόφευκτα εμπλέκει τουλάχιστον τους εργοδότες τους. Τούτο συμβαίνει αναμφιβόλως, στο μέτρο που επιβάλλονται υποχρεώσεις. Η απόφαση όμως Stoeckel αποτελεί παράδειγμα εργοδότη που επικαλείται την απαγόρευση δυσμενών διακρίσεων.
29 Με την απόφαση Verholen κ.λπ. άλλωστε, μια υπόθεση την οποία έχουν παραθέσει πολλοί από τους μετέχοντες στην παρούσα διαδικασία, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το δικαίωμα επικλήσεως των διατάξεων της οδηγίας 79/7 δεν περιορίζεται στους διαδίκους οι οποίοι υπάγονται στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, στο μέτρο που δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι και άλλα πρόσωπα έχουν ενδεχομένως άμεσο συμφέρον για την τήρηση υπέρ των προστατευομένων προσώπων της αρχής περί απαγορεύσεως των διακρίσεων» (21). Η απόφαση εκείνη έχει ερμηνευθεί από ορισμένους υπό την έννοια ότι όχι μόνο τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής μιας οδηγίας αλλά και «τα πρόσωπα που έχουν άμεσο συμφέρον στην εφαρμογή διατάξεως της οδηγίας πρέπει να μπορούν να την επικαλεστούν» (22).
30 Μπορεί βεβαίως να υποστηριχθεί ότι ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης έχει συμφέρον, κατά κυριολεξία, στην εφαρμογή της οδηγίας. Θα μπορούσε να ωφεληθεί από τη διαπίστωση του εθνικού δικαστηρίου ότι η απόφαση του 1987 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή του, διότι αυτό μπορεί να έχει ως συνέπεια αποκλεισμό της αποδείξεως στην οποία στηρίζονται οι κατ' αυτού κατηγορίες. Νομίζω εν τούτοις ότι η έκφραση «άμεσο συμφέρον» που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο στην απόφαση Verholen κ.λπ. δεν καλύπτει τέτοια απλώς παρεπόμενα αποτελέσματα, αλλά αναφέρεται σε συμφέρον το οποίο ανακύπτει δυνάμει του κοινοτικού δικαίου. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 ορίζει το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της ως καλύπτον «τον υπολογισμό των παροχών συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών». Στην κύρια δίκη της υποθέσεως εκείνης, το ποσό της συντάξεως το οποίο δικαιούνταν ο προσφεύγων στο εθνικό δικαστήριο Heiderijk, εξηρτάτο άμεσα από τις περιόδους για τις οποίες η σύζυγός του ήταν «ασφαλισμένη»· οι σχετικές εθνικές διατάξεις προβλέπουν «την καταβολή αποκλειστικά και μόνο στον σύζυγο συντάξεως η οποία αντιπροσωπεύε όχι μόνο τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που είχε αποκτήσει ο ίδιος αλλά και εκείνα που δικαιούνταν για τη σύζυγό του» (23). Το Δικαστήριο έκρινε ότι «ο διάδικος ο οποίος υφίσταται τα αποτελέσματα εθνικής διατάξεως που εισάγει δυσμενή διάκριση δεν έχει το δικαίωμα να επικαλεστεί την οδηγία 79/7 παρά μόνο σε περίπτωση κατά την οποία η σύζυγός του, σε βάρος της οποίας εφαρμόζεται η δυσμενής διάκριση, εμπίπτει και η ίδια στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής» (24).
31 Καίτοι ο υπολογισμός της αυξήσεως των παροχών για συζύγους περιλαμβανόταν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7, το Δικαστήριο έκρινε ότι το συμφέρον του Heiderijk στην εφαρμογή της οδηγίας εξηρτάτο από το κατά πόσον η σύζυγός του ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας· αν η Heiderijk δεν ενέπιπτε στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, η εκ μέρους του συζύγου της επίκληση του άρθρου 4, παράγραφος 1, δεν θα συνέβαλλε στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και, κατά συνέπεια, ο σύζυγός της δεν θα είχε συμφέρον, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, να διασφαλίσει την εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Νομίζω ότι ο κατηγορούμενος της εν προκειμένω κύριας δίκης βρίσκεται σε ανάλογη θέση με εκείνη του Heiderijk, αν υποτεθεί ότι η σύζυγος του τελευταίου δεν ενέπιπτε στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7· καίτοι αμφότεροι μπορούν να έχουν «συμφέρον» στην εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της οδηγίας, το συμφέρον αυτό εμφανίζεται αποκλειστικά ως ζήτημα εθνικού δικαίου και, επομένως, δεν μπορούν εν προκειμένω να επικαλεσθούν την οδηγία. Αντιθέτως, τόσο ο εργοδότης στην υπόθεση Stoeckel όσο και ο Heiderijk, εφόσον η σύζυγός του ενέπιπτε στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7, είχαν συμφέρον, απορρέον από το κοινοτικό δίκαιο, στην ορθή εφαρμογή της σχετικής διατάξεως της οδηγίας.
32 Στην περίπτωση της οδηγίας 83/189, νομίζω ότι τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να επικαλεστούν τους κανόνες της Συνθήκης που διασφαλίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων έχουν συμφέρον έναντι του κράτους μέλους στην εφαρμογή της οδηγίας και μπορούν, επομένως, να την επικαλεστούν ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Αυτό για παράδειγμα, συνέβαινε σαφώς στην περίπτωση του προσφεύγοντος στην υπόθεση CIA Security International, του οποίου το σύστημα συναγερμού περιελάμβανε προϋόντα που κατασκευάζονται σε δύο άλλα κράτη μέλη καθώς και στο Βέλγιο (25). Εφόσον διαπιστώθηκε η ύπαρξη αναγνωριζομένου από το κοινοτικό δίκαιο συμφέροντος, το γεγονός ότι το συμφέρον του ενδιαφερομένου ανέκυψε σε δίκη βάσει του εθνικού δικαίου κατά εμπορικών ανταγωνιστών δεν ασκούσε αφ' εαυτού καμία επιρροή. Είναι ομοίως σαφές, κατά τη γνώμη μου, ότι ο κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τέτοιο συμφέρον· κανένα στοιχείο της νομικής του καταστάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας.
33 Στην παρούσα υπόθεση δεν υποστηρίχθηκε ότι η εθνική διάταξη την οποία το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών εφαρμόζει σε βάρος του κατηγορουμένου, ήτοι, το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο a, του Wegenverkeerswet, είναι τεχνικός κανόνας υπό την έννοια της οδηγίας. Αντιθέτως, ενώ η απόφαση του 1987 είναι ενδεχομένως τεχνικός κανόνας, η εφαρμογή της σε βάρος του κατηγορουμένου υπό συνθήκες όπως οι παρούσες δεν αποτελεί ζήτημα για το οποίο αυτός μπορεί να διαμαρτυρηθεί από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Δεν θίγεται από διατάξεις που ορίζουν τα τεχνικά χαρακτηριστικά της συσκευής αυτής λόγω προσωπικών ή επαγγελματικών χαρακτηριστικών ή δραστηριότητας τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Αν ο κατηγορούμενος δεν επηρεάζεται κατά τον τρόπο αυτό από την απόφαση του 1987, μεμονωμένως θεωρουμένη, το γεγονός ότι η εφαρμογή της αποφάσεως αυτής ενδέχεται να τον αφορά βάσει εθνικών διατάξεων του ποινικού δικαίου που ορίζουν τις μεθόδους αποδείξεως οδικής παραβάσεως δεν μεταβάλλει τη θέση του από πλευράς κοινοτικού δικαίου.
34 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, οπότε παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
IV - Πρόταση
35 Υπό το φως των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Arrondissementsrechtbank te Maastricht στις 13 Ιουνίου 1997 ως εξής:
«Η οδηγία 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει σε κράτος μέλος να απέχει από την εφαρμογή εθνικών διατάξεων όπως της Regeling ademanalyse, οι οποίες δεν έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας, σε ποινική δίκη που κινήθηκε λόγω παραβάσεως του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο a, του Wegenverkeerswet του 1994.»
(1) - ΕΕ L 109, σ. 8. Η οδηγία τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την οδηγία 88/182/ΕΟΚ (ΕΕ 1988, L 81, σ. 75, στο εξής: οδηγία του 1988) και με την οδγηγία 94/10/ΕΚ (ΕΕ 1994, L 100, σ. 30, στο εξής: οδηγία του 1994)· το ζήτημα ποιο κείμενο της οδηγίας έχει κατ'αρχήν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση εξετάζεται στις παραγράφους 11 και 12 κατωτέρω.
(2) - Απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-194/94 (Συλλογή 1996, σ. I-2201).
(3) - Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90, C-321/90 και C-322/90 (Συλλογή 1993, σ. I-393).
(4) - Απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, 141/81, 142/81 και 143/81, Holdijk κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6), και διάταξη της 20ής Μαρτίου 1996, C-2/96, Sunino και Data (Συλλογή 1996, σ. I-1543, σκέψη 5).
(5) - Απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 1996, C-58/95, C-75/95, C-112/95, C-119/95, C-123/95, C-135/95, C-140/95, C-141/95, C-154/95 και C-157/95 (Συλλογή 1996, σ. I-4345).
(6) - Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1994, C-316/93 (Συλλογή 1994, σ. I-763, σκέψη 13).
(7) - Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-28/95, Leur-Bloem (Συλλογή 1997, σ. I-4161, σκέψεις 25 έως 27), και τις παρατεθείσες αποφάσεις.
(8) - Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 54.
(9) - Απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, C-13/96, Bic Benelux (Συλλογή 1997, σ. I-1753, σκέψη 19).
(10) - Αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 186/87, Cowan (Συλλογή 1989, σ. 195, σκέψη 19), και της 11ης Νοεμβρίου 1981, 203/80, Casati (Συλλογή 1981, σ. 2595, σκέψη 27).
(11) - Οσάκις η οδηγία, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία του 1994, εφαρμόζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, θα πρέπει να προστεθούν οι λέξεις «ή άλλες προδιαγραφές»· η φράση αυτή ορίζεται στο άρθρο 1, σημείο 3, της τροποποιηθείσας οδηγίας.
(12) - Απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1996, C-273/94 (Συλλογή 1996, σ. I-31, σκέψεις 13 έως 15).
(13) - Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψεις 19 και 20.
(14) - Απόφαση της 5ης Απριλίου 1984, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 177/82 και 178/82 (Συλλογή 1984, σ. 1797, σκέψη 13).
(15) - Σημείο 32 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Darmon στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-87/90, C-88/90 και C-89/90, Verholen κ.λπ. (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, Συλλογή 1991, σ. I-3757).
(16) - Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 40.
(17) - Ibidem, σκέψη 45.
(18) - Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92 (Συλλογή 1994, σ. I-3325, σκέψη 22).
(19) - Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-345/89 (Συλλογή 1991, σ. I-4047)· βλ. επίσης τις προτάσεις μου της 4ης Δεκεμβρίου 1997 στην υπόθεση C-350/96, Clean Car Autoservice (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή).
(20) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70.
(21) - Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 23.
(22) - Prechal: «Directives in European Community Law», Proefschrift Universiteit Amsterdam, 1995, SLSN, σ. 167 (traduction libre).
(23) - Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Darmon στο σημείο 35 των προτάσεών του επί της αποφάσεως Verholen κ.λπ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15.
(24) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15 απόφαση, σκέψη 25.
(25) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 ανωτέρω απόφαση, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Elmer, σημείο 29.
Full & Egal Universal Law Academy