Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Πρέπει η πρώτη οδηγία 80/1263/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1980, περί καθιερώσεως κοινοτικής αδείας οδηγήσεως (1), να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει σε κράτος μέλος να επιβάλλει σε υπήκοο τρίτης χώρας που εγκαθίσταται στο έδαφός του την αντικατάσταση εντός ενός έτους της άδειάς του οδηγήσεως, που εκδόθηκε από άλλο κράτος μέλος, με άδεια οδηγήσεως του κράτους υποδοχής, επ' απειλή ποινικών κυρώσεων που μπορούν να φθάσουν μέχρι ποινή φυλακίσεως ή χρηματική ποινή, λόγω οδηγήσεως χωρίς άδεια;
2 Αυτά είναι στην ουσία τα προδικαστικά ερωτήματα επί των οποίων το Hof van Cassatie van Belgiλ, το οποίο εκδικάζει αίτηση αναιρέσεως του I. Awoyemi κατά αποφάσεως της 4ης Ιανουαρίου 1995 που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό από το correctionele rechtbank te Brugge, ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί.
3 Το Δικαστήριο έχει ήδη δώσει απάντηση σε παραπλήσιο ερώτημα με την απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996 στην υπόθεση Σκαναβή και Ξρυσανθακόπουλος (2), σχετικά με ποινικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε κοινοτικό υπήκοο σε ανάλογο πλαίσιο.
Οι οδηγίες σχετικά με την άδεια οδηγήσεως
4 Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική της σκέψη, η οδηγία 80/1263, η οποία δεν είναι παρά ένα πρώτο βήμα για την εναρμόνιση των αδειών οδηγήσεως, σκοπό έχει να συμβάλει στη βελτίωση της οδικής ασφάλειας και να διευκολύνει την κυκλοφορία των προσώπων που εγκαθίστανται σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο εντός του οποίου έδωσαν εξετάσεις για την απόκτηση άδειας οδηγήσεως ή που διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας.
5 Προς τούτο, η οδηγία 80/1263 προέβη σε προσέγγιση των εθνικών κανόνων στον τομέα αυτόν, ιδίως όσον αφορά τα εθνικά συστήματα χορηγήσεως αδειών οδηγήσεως, τις κατηγορίες οχημάτων και τις προϋποθέσεις ισχύος των αδειών αυτών. Επίσης, καθιέρωσε κοινοτικό τύπο άδειας και ένα σύστημα αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως από τα κράτη μέλη, καθώς και αντικαταστάσεως των αδειών αυτών όταν οι κάτοχοί τους μεταφέρουν την κατοικία τους ή τον τόπο εργασίας τους από το ένα κράτος μέλος στο άλλο.
6 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6 της οδηγίας 80/1263, η χορήγηση άδειας οδηγήσεως εξαρτάται, αφενός, από την επιτυχία σε πρακτική και θεωρητική εξέταση καθώς και από τη συνδρομή προϋποθέσεων υγείας και, αφετέρου, από την ύπαρξη συνήθους διαμονής στο έδαφος του κράτους μέλους χορηγήσεως της άδειας, εφόσον τούτο προβλέπεται από τη ρύθμιση του κράτους αυτού.
7 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής διευκρινίζει ότι, αν ο κάτοχος ισχύουσας εθνικής άδειας οδηγήσεως εκδοθείσας από κράτος μέλος ή ισχύουσας άδειας κοινοτικού τύπου αποκτήσει συνήθη διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, η άδειά του εξακολουθεί να ισχύει στο άλλο κράτος μέλος επί ένα έτος, κατ' ανώτατο όριο, μετά την απόκτηση συνήθους διαμονής. Εντός της προθεσμίας αυτής, κατόπιν αιτήσεως του κατόχου και καταθέσεως της άδειάς του, το κράτος μέλος υποδοχής τού χορηγεί άδεια οδηγήσεως κοινοτικού τύπου για την αντίστοιχη κατηγορία ή τις αντίστοιχες κατηγορίες, χωρίς να απαιτήσει, μεταξύ άλλων, την επιτυχία σε πρακτική και θεωρητική εξέταση ή τη συνδρομή προϋποθέσεων υγείας. Ωστόσο, το κράτος αυτό δύναται να αρνηθεί την αντικατάσταση της άδειας στην περίπτωση που η εθνική του ρύθμιση, περιλαμβανομένων των προϋποθέσεων υγείας, απαγορεύει την έκδοση άδειας.
8 Η οδηγία 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδηγήσεως (3), αποτελεί ένα νέο βήμα για την εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων, ιδίως δε όσον αφορά τις προϋποθέσεις εκδόσεως αδειών και τις κατηγορίες οχημάτων. Καταργεί την υποχρέωση αντικαταστάσεως της άδειας οδηγήσεως στην περίπτωση που αποκτηθεί συνήθης διαμονή σε άλλο κράτος μέλος (4) και υποκαθιστά την υποχρέωση αυτή (5) με την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδηγήσεως (άρθρο 1, παράγραφος 2). Έτσι, η αντικατάσταση της ισχύουσας άδειας οδηγήσεως, που χορηγήθηκε από κράτος μέλος σε πρόσωπο το οποίο αργότερα μετέφερε τη συνήθη διαμονή του σε άλλο κράτος μέλος, είναι πλέον μόνον προαιρετική (άρθρο 8, παράγραφος 1).
9 Το άρθρο 12 της οδηγίας 91/439 επιβάλλει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν πριν από την 1η Ιουλίου 1994, κατόπιν διαβουλεύσεως με την Επιτροπή, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για την εφαρμογή της οδηγίας από την 1η Ιουλίου 1996. Το άρθρο 13 ορίζει ότι η οδηγία 80/1263 καταργείται από την τελευταία αυτή ημερομηνία.
Το σχετικό εθνικό δίκαιο
10 Στο Βέλγιο, το άρθρο 2 του βασιλικού διατάγματος της 6ης Μαου 1988 ορίζει ότι:
«1. Δύνανται να λάβουν βελγική άδεια οδηγήσεως:
1_ οι εγγεγραμμένοι στα μητρώα ημεδαπών ή στα μητρώα αλλοδαπών βελγικού δήμου ή κοινότητας και κάτοχοι ενός από τα ακόλουθα έγγραφα που να έχει εκδοθεί στο Βέλγιο:
a) δελτίου ταυτότητας Βέλγου ή αλλοδαπού·
b) πιστοποιητικού εγγραφής στα μητρώα αλλοδαπών·
c) κάρτας διαμονής υπηκόου κράτους μέλους των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων·
d) αδείας κυκλοφορίας του οχήματος·
2_ οι κάτοχοι ενός από τα ακόλουθα έγγραφα που να έχει εκδοθεί στο Βέλγιο:
a) διπλωματικού δελτίου ταυτότητας·
b) προξενικού δελτίου ταυτότητας·
c) ειδικής αδείας διαμονής.
2. Οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1, σημείο 1, δύνανται να οδηγούν όχημα με κινητήρα μόνον βάσει βελγικής αδείας οδηγήσεως. Εντούτοις, επί ένα έτος μετά την ημερομηνία εγγραφής τους στα μητρώα ημεδαπών ή αλλοδαπών βελγικού δήμου ή κοινότητας, δύνανται να οδηγούν βάσει ισχύουσας αλλοδαπής εθνικής αδείας οδηγήσεως, εκδοθείσας από ένα από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας. Οι άλλοι οδηγοί οχημάτων με κινητήρα πρέπει να είναι κάτοχοι και να φέρουν βελγική άδεια οδηγήσεως ή αλλοδαπή άδεια οδηγήσεως, είτε εθνική είτε διεθνή, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τη διεθνή οδική κυκλοφορία (...).»
Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου
11 Ο I. Awoyemi, Νιγηριανός υπήκοος, είναι εγκατεστημένος από τις 17 Δεκεμβρίου 1990 στο Βέλγιο, όπου είναι μισθωτός. Στις 27 Ιουλίου 1993, στην Οστάνδη, ενώ οδηγούσε αυτοκίνητο, υποβλήθηκε σε αστυνομικό έλεγχο και δεν μπόρεσε να παρουσιάσει παρά μόνον άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, ισχύουσα από τις 11 Απριλίου 1990 μέχρι τις 26 Ιανουαρίου 2003.
12 Στις 4 Ιανουαρίου 1995, το correctionele rechtbank te Brugge τον καταδίκασε, σε δεύτερο βαθμό, σε χρηματική ποινή 2 000 βελγικών φράγκων για τον λόγο ότι οδήγησε αυτοκίνητο επί δημοσίας οδού στην Οστάνδη χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδηγήσεως σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος της 6ης Μαου 1988.
13 Ο I. Awoyemi, επικαλούμενος την ισχύουσα άδειά του οδηγήσεως κοινοτικού τύπου που εκδόθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο και την προαναφερθείσα απόφαση Σκαναβή και Ξρυσανθακόπουλος, υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής.
14 Από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής προκύπτει ότι το Hof van Cassatie van Belgiλ εκτιμά ότι το βασιλικό διάταγμα της 6ης Μαου 1988 εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, για να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 80/1263, το οποίο ορίζει ρητώς ότι, αν ο κάτοχος άδειας οδηγήσεως εκδοθείσας από κράτος μέλος αποκτήσει συνήθη διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, η άδειά του ισχύει στο κράτος αυτό μόνον επί ένα έτος μετά την απόκτηση της νέας κατοικίας. Ωστόσο, παρατηρεί ότι η οδηγία 91/439 κατάργησε τη διάταξη αυτή και ότι η αντικατάσταση της άδειας οδηγήσεως έχει παύσει από την 1η Ιουλίου 1996 να είναι υποχρεωτική. Όμως, διερωτάται αν η οδηγία 91/439 μπορεί να διέπει παλαιότερες καταστάσεις. Τέλος, επιθυμεί να διευκρινιστεί αν η λύση που το Δικαστήριο έδωσε στην προαναφερθείσα απόφαση Σκαναβή και Ξρυσανθακόπουλος μπορεί να ισχύσει και στην παρούσα υπόθεση, όσον αφορά υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος κατέχει άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από κράτος μέλος. Αυτός είναι ο λόγος που θεωρεί αναγκαίο να ζητήσει από το Δικαστήριο ερμηνεία των κοινοτικών αυτών κανόνων και να υποβάλει τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αντιτίθενται οι διατάξεις της πρώτης οδηγίας 80/1263/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1980, περί καθιερώσεως κοινοτικής αδείας οδηγήσεως, και ειδικά το άρθρο 8, στο να εξομοιωθεί με οδήγηση χωρίς άδεια, και για τον λόγο αυτόν να επιβληθεί ως ποινική κύρωση ποινή φυλακίσεως ή χρηματική ποινή, η οδήγηση οχήματος από πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, αλλά κατέχει εθνική άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από κράτος μέλος ή άδεια οδηγήσεως κοινοτικού τύπου, και που μπορούσε να την αντικαταστήσει με άδεια οδηγήσεως του κράτους μέλους υποδοχής, αλλά δεν το έπραξε εντός της ταχθείσας προθεσμίας;
2) Έχουν το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδηγήσεως, κατά το οποίο αναγνωρίζονται αμοιβαίως οι άδειες οδηγήσεως που εκδίδονται από τα κράτη μέλη, και το προβλεπόμενο από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής δικαίωμα αντικαταστάσεως ως συνέπεια ότι, ακόμη και στην περίπτωση που δεν υφίσταται σχετική εθνική ρύθμιση, το πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, αλλά κατέχει εθνική άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από κράτος μέλος ή άδεια οδηγήσεως κοινοτικού τύπου και αποκτά συνήθη διαμονή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, μπορεί από την 1η Ιουλίου 1996 να επικαλεστεί ενώπιον των δικαστηρίων τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων αυτών;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, έχουν τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδηγήσεως, αναδρομική ισχύ, υπό την έννοια ότι αντιτίθενται στο να εξομοιωθεί με οδήγηση χωρίς άδεια, και για τον λόγο αυτόν να επιβληθεί ως ποινική κύρωση ποινή φυλακίσεως ή χρηματική ποινή, η οδήγηση οχήματος από πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, αλλά κατέχει εθνική άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από κράτος μέλος ή άδεια οδηγήσεως κοινοτικού τύπου, και που μπορούσε να την αντικαταστήσει με άδεια οδηγήσεως του κράτους μέλους υποδοχής, αλλά στις 27 Ιουλίου 1993 δεν το είχε πράξει εντός της ταχθείσας προθεσμίας;»
Οι απαντήσεις στα ερωτήματα
Το πρώτο ερώτημα
15 Με το πρώτο ερώτημα ζητείται να καθοριστεί αν η λύση που έδωσε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Σκαναβή και Ξρυσανθακόπουλος ισχύει και για την παρούσα υπόθεση.
16 Στην απόφαση εκείνη το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβαλλόμενη από το άρθρο 8 της οδηγίας 80/1263 υποχρέωση αντικαταστάσεως της άδειας οδηγήσεως, μολονότι αποτελεί εμπόδιο για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 52 της Συνθήκης (6), καθότι, «(...) λόγω της πολυπλοκότητας του θέματος και των διαφορών που εξακολουθούσαν να υπάρχουν μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών, το Συμβούλιο μπορούσε να προβεί σε προοδευτική μόνο υλοποίηση της αναγκαίας εναρμονίσεως (...)» (7).
17 Επί πλέον, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, ναι μεν ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως προβλέπουσας τις κυρώσεις που πρέπει να επισύρει η μη τήρηση της υποχρεώσεως αντικαταστάσεως τα κράτη μέλη διατηρούν, κατ' αρχήν, την εξουσία να νομοθετούν, πλην όμως, «(...) όπως προκύπτει από πάγια νομολογία σχετικά με τη μη τήρηση των διατυπώσεων που απαιτούνται για την αναγνώριση του δικαιώματος παραμονής προσώπου που προστατεύεται από το κοινοτικό δίκαιο, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν δυσανάλογα βαριές κυρώσεις, οι οποίες παρεμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, αυτό δε συμβαίνει, ιδίως, στην περίπτωση της επιβολής ποινών φυλακίσεως (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1989 στην υπόθεση C-265/88, Messner, Συλλογή 1989, σ. 4209, σκέψη 14). Λόγω της επιπτώσεως που έχει το δικαίωμα οδηγήσεως οχήματος με κινητήρα στην ουσιαστική άσκηση των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, οι ίδιες σκέψεις ισχύουν κατ' ανάγκη και όσον αφορά την παράβαση της υποχρεώσεως αντικαταστάσεως της άδειας οδηγήσεως» (8).
18 Κατόπιν αυτού το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «(...) το άρθρο 52 της Συνθήκης απαγορεύει να εξομοιώνεται η οδήγηση οχήματος με κινητήρα εκ μέρους προσώπου το οποίο θα μπορούσε πράγματι να αντικαταστήσει με άδεια του κράτους υποδοχής την άδεια που είχε εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, αλλά το οποίο δεν προέβη στην αντικατάσταση αυτή εντός της ταχθείσας προθεσμίας, προς την οδήγηση χωρίς άδεια και, για τον λόγο αυτό, να επιβάλλεται στο πρόσωπο αυτό ποινή φυλακίσεως ή χρηματική ποινή, λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών που απορρέουν από τις κυρώσεις αυτές, όπως των της οικείας εθνικής έννομης τάξεως» (9).
19 Συνεπώς, έκρινε, κατά την πάγια νομολογία του, ότι μόνον λόγω των αρνητικών συνεπειών επί των δικαιωμάτων της ελεύθερης κυκλοφορίας και της εγκαταστάσεως, τα οποία παρέχουν στους κοινοτικούς εργαζομένους τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης ΕΚ, οι παραβάσεις που προβλέπουν και καταστέλλουν οι εθνικές νομοθεσίες μπορούν να κριθούν ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο.
20 Δεν αμφισβητείται ότι ο I. Awoyemi είναι κάτοχος άδειας οδηγήσεως που εκδόθηκε από τις αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου και ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.
21 Όμως, η οδηγία 80/1263 έχει, ανεξαρτήτως ιθαγένειας (10), εφαρμογή επί των προσώπων που κατέχουν άδεια οδηγήσεως κοινοτικού τύπου εκδοθείσα από κράτος μέλος σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας αυτής.
22 Κατά συνέπεια, ο I. Awoyemi ασφαλώς εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 80/1263.
23 Ωστόσο, είναι επίσης αναμφισβήτητο ότι δεν είναι κοινοτικός υπήκοος. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί βασίμως να επικαλεστεί την ελευθερία κυκλοφορίας που η Συνθήκη, ιδίως δε τα άρθρα της 48 ή 52, παρέχει στους κοινοτικούς εργαζομένους.
24 Συνεπώς, η νομική κατάσταση υπηκόου τρίτης χώρας όσον αφορά τις κυρώσεις που μπορεί να του επιβληθούν σε περίπτωση μη τηρήσεως των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/1263 δεν εμπίπτει στο κοινοτικό δίκαιο, αλλά αποκλειστικώς στο εθνικό δίκαιο.
25 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο ερώτημα την απάντηση ότι ούτε η οδηγία 80/1263 ούτε οι διατάξεις της Συνθήκης αποκλείουν, σε μια περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, η προσαπτόμενη παράβαση να είναι αυτή που προβλέπει η σχετική εθνική νομοθεσία, δηλαδή η οδήγηση χωρίς άδεια, για την οποία επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως ή χρηματική ποινή.
Το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα
26 Επειδή το δεύτερο και το τρίτο από τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα είναι αδιαχώριστα, θα προτείνω κοινή απάντηση γι' αυτά. Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, ελλείψει μεταφοράς των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 8 της οδηγίας 91/439 στο εσωτερικό δίκαιο, ο υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος κατέχει άδεια οδηγήσεως κοινοτικού τύπου εκδοθείσα από κράτος μέλος και ο οποίος απέκτησε συνήθη διαμονή σε άλλο κράτος μέλος από το κράτος εκδόσεως της άδειας, αλλά δεν αντικατέστησε την άδειά του οδηγήσεως εντός της προθεσμίας της οδηγίας 80/1263, μπορεί να επικαλεστεί απ' ευθείας τα πιο πάνω άρθρα προκειμένου να αντιταχθεί στην επιβολή ποινής φυλακίσεως ή χρηματικής ποινής λόγω οδηγήσεως χωρίς άδεια υπό το κράτος της οδηγίας 80/1263.
27 Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 91/439, τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα για την εφαρμογή της οδηγίας από 1ης Ιουλίου 1996 έπρεπε να θεσπιστούν από τα κράτη μέλη προ της 1ης Ιουλίου 1994. Επί πλέον, το άρθρο 13 της ίδιας οδηγίας ορίζει ότι η οδηγία 80/1263 καταργείται μόλις από 1ης Ιουλίου 1996.
28 Κατά συνέπεια, η επιβληθείσα από το άρθρο 8 της οδηγίας 80/1263 υποχρέωση αντικαταστάσεως της άδειας οδηγήσεως ίσχυε μέχρι την 1η Ιουλίου 1996. Επομένως, πριν από την ημερομηνία αυτή οι ιδιώτες δεν μπορούσαν να επικαλεστούν απευθείας ενώπιον των δικαστηρίων τα δικαιώματα που τους απονέμουν ενδεχομένως τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8 της οδηγίας 91/439. Με άλλα λόγια, οι διατάξεις αυτές δεν έχουν αναδρομική ισχύ.
29 Λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της παρούσας υποθέσεως, η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο διερωτώνται ως προς τη χρησιμότητα που έχει για την απόφαση επί της κύριας δίκης το ζήτημα της ερμηνείας της οδηγίας 91/439. Συγκεκριμένα, υπογραμμίζουν ότι η πράξη που αποδίδεται στον I. Awoyemi διαπράχθηκε στις 27 Ιουλίου 1993 και επ' αυτής εκδόθηκε απόφαση από το correctionele rechtbank te Brugge στις 4 Ιανουαρίου 1995, δηλαδή όταν η οδηγία 91/439 δεν είχε ακόμη τεθεί σε ισχύ.
30 Κατ' εμέ, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8 της οδηγίας 91/439 καθότι εκτιμά ότι πρέπει να εφαρμόσει την ισχύουσα στο εθνικό δίκαιο αρχή της αναδρομικότητας του ηπιότερου ποινικού νόμου. Η αρχή αυτή, η οποία υφίσταται σε ορισμένα εθνικά νομικά συστήματα, επιβάλλει στα εσωτερικά ποινικά δικαστήρια να εφαρμόζουν αμέσως τις ηπιότερες νέες ποινικές διατάξεις επί των πράξεων επί των οποίων δεν έχουν εκδοθεί οριστικές ποινικές αποφάσεις και οι οποίες διαπράχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι θα πρέπει να μην εφαρμόσει τις διατάξεις του εθνικού του δικαίου αν είναι αντίθετες με τις διατάξεις της οδηγίας 91/439.
31 Πάντως, υπό ανάλογες συνθήκες (11), το Δικαστήριο παγίως αποφαίνεται (12) ότι «(...) στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει, αφενός, το κατά πόσον του είναι αναγκαία η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως για να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση και, αφετέρου, το κατά πόσον είναι λυσιτελή τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο (...)» (13).
32 Συγκεκριμένα, καίτοι το Δικαστήριο έχει σαφώς τονίσει ότι στο κοινοτικό δίκαιο δεν υπάρχει αρχή ανάλογη με την αρχή της άμεσης εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου (14) και ότι, ελλείψει κανόνων εναρμονίσεως των κυρώσεων για παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου, έργο της εσωτερικής έννομης τάξεως κάθε κράτους μέλους είναι να καθορίσει τις κυρώσεις αυτές, εντούτοις έχει αποφανθεί ότι η αρχή της ισοδυναμίας του κοινοτικού δικαίου απαγορεύει να επιβάλλονται για παραβάσεις της κοινοτικής ρυθμίσεως κυρώσεις υπό προϋποθέσεις ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου δυσανάλογες με εκείνες που ισχύουν για παρεμφερούς φύσεως και σημασίας παραβάσεις του εθνικού δικαίου (15).
33 Η απάντηση στο προδικαστικό αυτό ερώτημα, που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο όσον αφορά την ερμηνεία των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 8 της οδηγίας 91/439 και την υποχρέωση αναγνωρίσεως άμεσου αποτελέσματος στις διατάξεις αυτές, μπορεί συνεπώς να αποδειχθεί χρήσιμη για το εθνικό ποινικό δικαστήριο, το οποίο οφείλει, βάσει της ισχύουσας στο εθνικό δίκαιο αρχής της αναδρομικότητας των ηπιότερων ποινικών νόμων, να εφαρμόσει τις διατάξεις της οδηγίας 91/439, που ενδέχεται να είναι ευνοϋκότερες για τον κάτοχο άδειας οδηγήσεως που δεν την αντικατέστησε, επί πράξεων που διαπράχθηκαν υπό το κράτος της οδηγίας 80/1263. Συνεπώς, πρέπει να δοθεί απάντηση.
34 Κατά πάγια νομολογία (16), το δικαίωμα των ιδιωτών να επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων οδηγία εναντίον κράτους μέλους υφίσταται μόνο στις περιπτώσεις που το κράτος παρέλειψε να θεσπίσει τα απαιτούμενα μέτρα εκτελέσεως ή θέσπισε μέτρα που δεν είναι σύμφωνα με την οδηγία.
35 Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο του τεθέντος προβλήματος - αναδρομική εφαρμογή ηπιότερου ποινικού νόμου -, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει αν οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας 91/439 μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο. Το αιτούν δικαστήριο, με τη διατύπωση του δεύτερου ερωτήματός του, αφήνει να νοηθεί ότι η μεταφορά αυτή δεν έγινε εμπροθέσμως. Συνεπώς, πρέπει να ληφθεί ως δεδομένο ότι τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8 της πιο πάνω οδηγίας δεν μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο και δεν τέθηκαν σε ισχύ στην εσωτερική έννομη τάξη την 1η Ιουλίου 1996.
36 Όσον αφορά την αρχή της απευθείας εφαρμογής, αποτελεί πάγια νομολογία ότι μόνο στις περιπτώσεις που «(...) προκύπτει ότι, από απόψεως περιεχομένου, οι διατάξεις μιας οδηγίας δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι επαρκώς ακριβείς (...) είναι δυνατή η επίκληση των εν λόγω διατάξεων καίτοι δεν έχουν ληφθεί εμπροθέσμως εκτελεστικά μέτρα είτε εναντίον κάθε εθνικής διατάξεως που δεν είναι σύμφωνη με την οδηγία, είτε καθόσον δύνανται να προσδιορίσουν δικαιώματα τα οποία οι ιδιώτες είναι σε θέση να προβάλουν έναντι του κράτους» (17).
37 Πράγματι, δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8 της οδηγίας 91/439 είναι, όσον αφορά το περιεχόμενο του δικαιώματος που απονέμουν στους ιδιώτες, αρκούντως ακριβή και άνευ αιρέσεων.
38 Οι διατάξεις αυτές, αντιστοίχως, ορίζουν - ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω - σαφέστατα ότι οι άδειες οδηγήσεως που εκδίδονται από τα κράτη μέλη αναγνωρίζονται αμοιβαίως και ότι ο κάτοχος τέτοιας άδειας οδηγήσεως δεν οφείλει πλέον να την αντικαταστήσει όταν αποκτήσει συνήθη διαμονή σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο που τη χορήγησε σ' αυτόν. Η αρνητική υποχρέωση που επιβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο στα κράτη μέλη δεν τους αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να θεσπίσουν.
39 Επί πλέον, η εν λόγω απαγόρευση να απαιτείται η αντικατάσταση άδειας οδηγήσεως κοινοτικού τύπου ρητώς εξαγγέλλεται στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/439, η οποία διευκρινίζει ότι πρέπει να υπάρχει «κοινοτικό υπόδειγμα των εθνικών αδειών οδήγησης που θα αναγνωρίζεται αμοιβαία από τα κράτη μέλη χωρίς υποχρέωση αλλαγής» (18). Το μέτρο αυτό υλοποιεί πλήρως τον διττό σκοπό της δεύτερης αυτής οδηγίας περί εναρμονίσεως, ο οποίος συνίσταται, όπως ήδη τόνισα, στο να συμβάλει η οδηγία στη βελτίωση της οδικής κυκλοφορίας καθώς και στο να διευκολύνει την κυκλοφορία των προσώπων που εγκαθίστανται σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο εντός του οποίου εξετάστηκαν για να λάβουν άδεια οδηγήσεως.
40 Το γεγονός ότι ο κάτοχος άδειας οδηγήσεως εκδοθείσας από κράτος μέλος δεν είναι κοινοτικός υπήκοος είναι αδιάφορο, καθόσον η οδηγία 91/439, ανεξαρτήτως της ιθαγενείας του κατόχου άδειας οδηγήσεως, εναρμονίζει οριστικώς τις προϋποθέσεις εκδόσεως αδειών οδηγήσεως και απαιτεί από τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν αμοιβαίως τις άδειες οδηγήσεως που εκδίδονται από άλλο κράτος μέλος.
41 Εξάλλου, το Δικαστήριο στη σκέψη 26 της προαναφερθείσας αποφάσεως Σκαναβή και Ξρυσανθακόπουλος έχει ήδη δεχθεί σιωπηρώς ότι οι διατάξεις αυτές έχουν άμεσο αποτέλεσμα και πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, από την 1η Ιουλίου 1996, οι άδειες οδηγήσεως που έχουν εκδοθεί από κράτος μέλος αναγνωρίζονται αμοιβαίως από τα άλλα κράτη μέλη, χωρίς να χρειάζεται καμία διατύπωση.
42 Συνεπώς, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο αυτό ερώτημα η απάντηση ότι, ελλείψει μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο και λόγω της ισχύουσας στο εθνικό δίκαιο ορισμένων κρατών μελών αρχής της άμεσης εφαρμογής των ηπιότερων ποινικών νόμων, τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/439 δεν επιτρέπουν να εξομοιώνεται με οδήγηση χωρίς άδεια, και για τον λόγο αυτό να επισύρει ως ποινική κύρωση την ποινή της φυλακίσεως ή τη χρηματική ποινή, η οδήγηση αυτοκινήτου, υπό το κράτος της οδηγίας 80/1263, από κάτοχο εθνικής άδειας οδηγήσεως κοινοτικού τύπου, μη υπήκοο κράτους μέλους, ο οποίος δεν αντικατέστησε εμπροθέσμως την άδειά του με άδεια του κράτους μέλους υποδοχής.
Πρόταση
Ενόψει των ανωτέρω, σας προτείνω να δώσετε στα ερωτήματα που υπέβαλε το Hof van Cassatie van Belgiλ τις εξής απαντήσεις:
«1) Ούτε οι διατάξεις της πρώτης οδηγίας 80/1263/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1980, περί καθιερώσεως κοινοτικής αδείας οδηγήσεως, ειδικότερα δε το άρθρο 8 αυτής, ούτε οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ αποκλείουν τη δυνατότητα να εξομοιωθεί με οδήγηση χωρίς άδεια, και για τον λόγο αυτόν να επιβληθεί ως ποινική κύρωση ποινή φυλακίσεως ή χρηματική ποινή, η οδήγηση οχήματος με κινητήρα από πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, αλλά κατέχει εθνική άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από κράτος μέλος ή άδεια οδηγήσεως κοινοτικού τύπου, και που μπορούσε να την αντικαταστήσει με άδεια του κράτους μέλους υποδοχής, αλλά δεν το έπραξε εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
2) Ελλείψει μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο και λόγω της ισχύουσας στο εθνικό δίκαιο ορισμένων κρατών μελών αρχής της άμεσης εφαρμογής των ηπιότερων ποινικών νόμων, τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδηγήσεως, δεν επιτρέπουν να εξομοιώνεται με οδήγηση χωρίς άδεια, και για τον λόγο αυτό να επισύρει ως ποινική κύρωση την ποινή της φυλακίσεως ή τη χρηματική ποινή, η οδήγηση αυτοκινήτου, υπό το κράτος της οδηγίας 80/1263, από κάτοχο εθνικής άδειας οδηγήσεως κοινοτικού τύπου, μη υπήκοο κράτους μέλους, ο οποίος δεν αντικατέστησε εμπροθέσμως την άδειά του με άδεια του κράτους μέλους υποδοχής.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010, σ. 89.
(2) - C-193/94 (Συλλογή 1996, σ. Ι-929).
(3) - ΕΕ L 237, σ. 1.
(4) - Πρώτη αιτιολογική σκέψη.
(5) - Η οποία, κατά την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, αποτελεί εμπόδιο για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και δεν μπορεί να γίνει δεκτή αν ληφθεί υπόψη η πρόοδος που έχει σημειωθεί στο πλαίσιο της ευρωπαϋκής ενοποιήσεως.
(6) - Σκέψη 28.
(7) - Όπ.π., σκέψη 27.
(8) - Όπ.π., σκέψη 36.
(9) - Όπ.π., σκέψη 39.
(10) - Βλ., ιδίως, τα άρθρα της 1 και 8, παράγραφος 1.
(11) - Βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1995, C-358/93 και C-416/93, Bordessa κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-361), και της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-341/94, Allain (Συλλογή 1996, σ. Ι-4631, σκέψη 12).
(12) - Βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Bordessa κ.λπ., σκέψη 10, και Allain, σκέψη 13.
(13) - Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Σκαναβή και Ξρυσανθακόπουλος, σκέψη 18.
(14) - Βλ., ιδίως, την απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, 234/83, Gesamthochschule Duisburg (Συλλογή 1985, σ. 327, σκέψη 20).
(15) - Βλ., ιδίως, την προαναφερθείσα απόφαση Allain, σκέψη 29.
(16) - Βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 5ης Απριλίου 1979, 148/78, Ratti (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 861)· της 6ης Μαου 1980, 102/79, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 99), και της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-5357, σκέψη 11).
(17) - Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1982, 8/81, Becker (Συλλογή 1982, σ. 53, σκέψη 25, η υπογράμμιση δική μου).
(18) - Η υπογράμμιση δική μου.
Full & Egal Universal Law Academy