Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει, μετά από σχετική αίτηση του Uudenmaan lδδninoikeus (διοικητικό πρωτοδικείο) της επαρχίας Uusimaa, το άρθρο 99 της Πράξεως (94/C 241/08) περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση (1) (στο εξής: Πράξη προσχωρήσεως), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϋκής Ένωσης της 1ης Ιανουαρίου 1995 για την προσαρμογή των πράξεων προσχωρήσεως των νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϋκή Ένωση (2).
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
Α - Οι κοινοτικές διατάξεις
2 Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (στο εξής: Συνθήκη), η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:
«α) την κατάργηση, μεταξύ των κρατών μελών, των δασμών και των ποσοτικών περιορισμών κατά την εισαγωγή και την εξαγωγή εμπορευμάτων, καθώς και όλων των άλλων μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος·
β) (...)
γ) μια εσωτερική αγορά την οποία θα χαρακτηρίζει η εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων, μεταξύ των κρατών μελών·
(...)».
3 Το τρίτο μέρος της Συνθήκης, σχετικό με τις «πολιτικές της Κοινότητας», στον τίτλο Ι (άρθρα 9 έως 37), περιέχει ένα πλέγμα διατάξεων σχετικών με την απρόσκοπτη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, δηλαδή της πρώτης από τις τέσσερις βασικές ελευθερίες που κατοχυρώνει η Συνθήκη.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 9 της Συνθήκης:
«1. Η Κοινότητα βασίζεται επί τελωνειακής ενώσεως που εκτείνεται στο σύνολο των εμπορευματικών συναλλαγών και περιλαμβάνει την απαγόρευση των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών και όλων των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και την υιοθέτηση κοινού δασμολογίου στις σχέσεις τους με τις τρίτες χώρες.
2. Οι διατάξεις του κεφαλαίου 1, τμήμα 1, και του κεφαλαίου 2 του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται στα προϋόντα καταγωγής κρατών μελών, καθώς και στα προϋόντα προελεύσεως τρίτων χωρών που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών.»
5 Στο άρθρο 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης προσδιορίζεται πότε προϋόντα προελεύσεως τρίτων χωρών θεωρούνται ότι ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους. Συγκεκριμένα, στο άρθρο αυτό ορίζονται τα ακόλουθα:
«1. Θεωρούνται ότι ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους, τα προϋόντα προελεύσεως τρίτων χωρών, για τα οποία έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και εισπραχθεί σ' αυτό το κράτος μέλος οι απαιτούμενοι δασμοί και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος και για τα οποία δεν έχουν επιστραφεί ολικώς ή μερικώς αυτοί οι δασμοί και επιβαρύνσεις.»
6 Επιπλέον, στο άρθρο 12 της Συνθήκης ορίζεται ότι:
«Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν μεταξύ τους νέους εισαγωγικούς και εξαγωγικούς δασμούς ή φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος ούτε προβαίνουν σε αύξηση εκείνων που εφαρμόζουν στις μεταξύ τους εμπορικές σχέσεις.»
7 Σύμφωνα με το άρθρο 13 της Συνθήκης, τα κράτη μέλη καταργούν προοδευτικώς κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου τους ισχύοντες μεταξύ τους τόσο εισαγωγικούς δασμούς όσο και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ειαγωγικούς δασμούς (3).
8 Το άρθρο 2 της Πράξεως προσχωρήσεως ορίζει ότι:
«Από την προσχώρηση, οι διατάξεις των αρχικών συνθηκών και οι πριν την προσχώρηση πράξεις των οργάνων δεσμεύουν τα νέα κράτη μέλη και εφαρμόζονται έναντι αυτών υπό τους όρους που προβλέπονται στις συνθήκες αυτές και στην παρούσα Πράξη.»
9 Δηλαδή, από το άρθρο αυτό συνάγεται ότι το προϋφιστάμενο κοινοτικό δίκαιο συνιστά για τα νέα κράτη μέλη «κοινοτικό κεκτημένο», επομένως, οι κοινοτικοί κανόνες ως σύνολο παράγουν όλα τα αποτελέσματά τους εντός των νέων κρατών μελών της Ενώσεως, και τα δεσμεύουν, υπό τους όρους των Συνθηκών και της Πράξεως προσχωρήσεως.
10 Σύμφωνα με το άρθρο 98 της Πράξεως προσχωρήσεως:
«Ο βασικός δασμός που θα χρησιμοποιηθεί για τη σταδιακή ευθυγράμμιση με το κοινό δασμολόγιο κατά το άρθρο 99 είναι, για κάθε προϋόν, ο δασμός που επιβάλλει η Δημοκρατία της Φινλανδίας την 1η Ιανουαρίου 1994.»
11 Τέλος, στο άρθρο 99 της Πράξεως προσχωρήσεως ορίζεται ότι:
«Η Δημοκρατία της Φινλανδίας μπορεί να διατηρήσει, επί τρία έτη μετά την προσχώρηση, το δασμολόγιο που εφαρμόζει έναντι τρίτων χωρών για τα προϋόντα του παραρτήματος XI.
Κατά την περίοδο αυτή, η Δημοκρατία της Φινλανδίας επιβάλλει δασμό που μειώνει τη διαφορά μεταξύ του βασικού δασμού της και του δασμού του Κοινού Δασμολογίου, σύμφωνα με το εξής χρονοδιάγραμμα:
- την 1η Ιανουαρίου 1996, κάθε δασμός μειώνεται στο 75 % του βασικού,
- την 1η Ιανουαρίου 1997, κάθε δασμός μειώνεται στο 40 % του βασικού.
Η Δημοκρατία της Φινλανδίας εφαρμόζει πλήρως το Κοινό Δασμολόγιο από την 1η Ιανουαρίου 1998.»
Β - Η εθνική νομοθεσία
12 Ο νόμος 1255/1994 (laki erδista vδliaikaisista tulleista), της 16ης Δεκεμβρίου 1994, περί ορισμένων προσωρινών δασμών, κατά την εισαγωγή από άλλη χώρα της Ευρωπαϋκής Κοινότητας εμπορευμάτων, επί των οποίων έχει επιβληθεί δασμός βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (4), στο άρθρο 1, ορίζει τα ακόλουθα:
«Κατά την εισαγωγή προϋόντων μη κοινοτικής προελεύσεως, τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα του παρόντος νόμου, καταβάλλονται δασμοί σύμφωνα με το ως άνω παράρτημα.
Κατά την εισαγωγή από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας προϋόντος υποκείμενου σε δασμούς κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, το οποίο εισήχθη μέσω τρίτης χώρας στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, εισπράττεται η διαφορά μεταξύ του δασμού που ορίζεται στο παράρτημα και εκείνου που καταβλήθηκε κατά την είσοδο στην Κοινότητα.
(...)»
13 Στο άρθρο 2 του νόμου αυτού ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η εισαγωγή των αναφερόμενων στο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, προϋόντων πρέπει να δηλώνεται στις τελωνειακές αρχές όπως ορίζεται σε σχετικό διάταγμα.
14 Τέλος, το άρθρο 3 του ιδίου νόμου έχει ως εξής:
«Ο χρόνος ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου θα ορισθεί με διάταγμα, ο νόμος δε αυτός παύει να ισχύει μετά το τέλος του έτους 1997. Δεν έχει εφαρμογή στα προϋόντα που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία ή που θα έπρεπε να δηλωθούν προς εκτελωνισμό πριν από την έναρξη της ισχύος του.»
15 Ο νόμος 1255/1994 τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1995 και έμελλε να παραμείνει σε ισχύ μέχρι το τέλος του 1997.
16 Η παράγραφος 2, του πρώτου άρθρου, του νόμου αυτού καταργήθηκε τελικώς με τον ισχύοντα, από 1ης Ιουλίου 1996, νόμο 413/1996, της 14ης Ιουνίου 1996 (5).
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
17 Η εταιρία του φινλανδικού δικαίου KappAhl Oy (στο εξής: KappAhl Oy) εισήγαγε κατά την περίοδο από 29 Μαρτίου 1995 έως 26 Ιουνίου 1996 στη Φινλανδία από τη Σουηδία υφάσματα και ιματισμό που προέρχονταν από τρίτες χώρες. Κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων στη Σουηδία είχαν επιβληθεί οι αναλογούντες, σύμφωνα με τον κανονισμό 2658/87, δασμοί, τα δε εμπορεύματα ευρίσκονταν στη Σουηδία σε ελεύθερη κυκλοφορία.
18 'Οταν τα ενλόγω εμπορεύματα εισήχθησαν στη Φινλανδία, το Lahden tullikamari (οι τελωνειακές αρχές του Lahti) επέβαλε στην KappAhl Oy την πληρωμή της διαφοράς μεταξύ του δασμού που προβλέπεται από το παράρτημα του νόμου 1255/1994 και του δασμού που προβλεπόταν για την εισαγωγή στην Κοινότητα, δηλαδή, εν προκειμένω, για την εισαγωγή στη Σουηδία. Η KappAhl Oy είχε υποβάλει στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές δήλωση σχετικά με τα ενλόγω εμπορεύματα.
19 Η KappAhl Oy άσκησε προσφυγή κατά των αποφάσεων του Lahden tullikamari περί επιβολής δασμών, ζητώντας την ακύρωσή τους. Συγκεκριμένα, προσέβαλε συνολικά 1 056 αποφάσεις περί επιβολής δασμών της περιόδου από 29 Μαου 1995 έως 9 Ιουλίου 1996 του τελωνείου του Lahti. Ζήτησε δε την επιστροφή νομιμοτόκως των επιβληθέντων δασμών, ύψους 6 911 586 φινλανδικών μάρκων.
20 Ενώπιον του εθνικού δικαστή, η KappAhl Oy είχε προβάλει ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του νόμου 1255/1994 αφενός αντιβαίνει προφανώς προς τα άρθρα 9, 12 και 13 της Συνθήκης και αφετέρου δεν βρίσκει έρεισμα σε καμία διάταξη που εισάγει εξαίρεση για τη μεταβατική περίοδο.
21 Συγκεκριμένα, η KappAhl Oy προέβαλε ότι το άρθρο 99 της Πράξεως προσχωρήσεως πρέπει να ερμηνευθεί στενώς, ως διάταξη εισάγουσα εξαίρεση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Ούτε η διατύπωση ούτε ο σκοπός του άρθρου αυτού επέτρεπαν στη Φινλανδία να επιβάλλει δασμούς σε εμπορεύματα που κυκλοφορούσαν ελεύθερα στην Κοινότητα, μετά την εισαγωγή τους σε κάποιο άλλο κράτος μέλος. Τόνισε δε ότι λόγω της αμέσου εφαρμογής των άρθρων 9, 12 και 13 της Συνθήκης, οι φινλανδικές αρχές υποχρεούνται να εφαρμόζουν αυτούς τους υπέρτερους κανόνες και, αντιστρόφως, να μην εφαρμόζουν τις ιεραρχικά κατώτερες ρυθμίσεις, όπως αυτή του άρθρου 1, παράγραφος 2, του νόμου 1255/1994, που αντιβαίνουν προς τους κανόνες αυτούς.
22 Αντιθέτως, οι φινλανδικές αρχές προέβαλαν, ενώπιον του εθνικού δικαστή, ότι η διατύπωση του άρθρου 99 της Πράξεως προσχωρήσεως είναι ασαφής και απολύτως ανεπιτυχής. Υπεστήριξαν ότι οι δασμοί δεν επιβάλλονται στις χώρες αλλά στα εμπορεύματα και ότι το ως άνω άρθρο μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται τόσο σε εισαγόμενα από τρίτες χώρες εμπορεύματα όσο και σε εμπορεύματα που απλώς προέρχονται από αυτές.
23 Κατά την άποψη του Υπουργείου των Οικονομικών, την ερμηνεία που ακολουθούν οι φινλανδικές αρχές στηρίζουν στοιχεία τα οποία αναφέρονται στο στάδιο των προενταξιακών διαπραγματεύσεων. Επιπλέον, τόνισε ότι, λαμβανομένης υπόψη της ενιαίας αγοράς που πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 1993, προκύπτει σαφώς ότι η εξαίρεση που έγινε δεκτή για τη Φινλανδία δεν θα μπορούσε να προστατεύει ευαίσθητους τομείς αν ήταν αδύνατη η επιβολή δασμών και επί των εμπορευμάτων που εισάγονται μέσω άλλου κράτους μέλους. Θεωρούσε δε ότι αν ήταν δυνατή η αποφυγή της εκ μέρους των φινλανδικών αρχών επιβολής των λεγόμενων πρόσθετων δασμών, εισάγοντας το προϋόν μέσω άλλου κράτους μέλους, τότε ποτέ δεν θα εισάγονταν στη Φινλανδία εμπορεύματα απευθείας από τρίτες χώρες.
24 Από τη διάταξη της παραπομπής προκύπτει επίσης ότι η Επιτροπή είχε αντιδράσει σ' αυτό το νομοθετικό μέτρο της Φινλανδίας με το από 19ης Δεκεμβρίου 1995 έγγραφό της. Στο έγγραφο αυτό ανέφερε ότι το άρθρο 99 της Πράξεως προσχωρήσεως δεν επέτρεπε εξαιρέσεις από τη γενική αρχή περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όπως η εισαγόμενη με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 2, του νόμου 1255/1994.
25 Οι φινλανδικές αρχές είχαν απαντήσει ότι δεν αποδέχονταν την άποψη της Επιτροπής αλλά ότι αποφάσισαν, για λόγους πρακτικούς, να καταργήσουν την επίμαχη διάταξη από 1ης Ιουλίου 1996.
ΙV - Το προδικαστικό ερώτημα$
26 Το Uudenmaan Lδδninoikeus αμφιβάλλοντας για την ερμηνεία του άρθρου 99 της Πράξεως προσχωρήσεως, αποφάσισε να αναστείλει την εξέταση της υποθέσεως και να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 177. Το ερώτημα του Lδδninoikeus είναι το ακόλουθο:
«Έχει το άρθρο 99 της προαναφερθείσας Πράξεως Προσχωρήσεως την έννοια ότι αφορά και προερχόμενα από τρίτες χώρες εμπορεύματα τα οποία ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας και εισάγονται από αυτό στη Φινλανδία;»
V - Επί της ουσίας
27 Η KappAhl Oy προβάλλει ότι το άρθρο 99 της Πράξεως προσχωρήσεως, ως διάταξη που εισάγει εξαίρεση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, πρέπει να ερμηνεύεται στενώς. Ούτε η διατύπωση ούτε ο σκοπός του άρθρου αυτού επέτρεπαν στη Φινλανδία να επιβάλλει δασμούς σε εμπορεύματα που κυκλοφορούσαν ελεύθερα στην Κοινότητα, κατά την εισαγωγή τους σε κάποιο άλλο κράτος μέλος. Καταλήγει δε ότι η επίμαχη διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 2, του νόμου 1255/1994 αντίκειται στα άρθρα 9, 12 και 13 της Συνθήκης και το άρθρο 99 της Πράξεως προσχωρήσεως.
28 Η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι η διατύπωση του άρθρου 99 της Πράξεως προσχωρήσεως είναι ασαφής και δεν επιτρέπει να προσδιορισθεί με ακρίβεια αν η θεσπιζόμενη παρέκκλιση αναφέρεται τόσο σε εισαγόμενα απευθείας στη Φινλανδία από τρίτες χώρες εμπορεύματα όσο και σε εμπορεύματα που απλώς προέρχονται από αυτές και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα.
29 Κατά την Φινλανδική Κυβέρνηση, από τη διατύπωση του άρθρου αυτού, σε συνδυασμό προς το άρθρο 98, στο οποίο γίνεται λόγος για τον βασικό δασμό που επιβάλλεται σε κάθε προϋόν, συνάγεται ότι, εφόσον οι δασμοί δεν επιβάλλονται στις χώρες αλλά στα εμπορεύματα, εμπορεύματα προερχόμενα από τρίτες χώρες, ευρισκόμενα σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα, επιβαρύνονται με τον συμπληρωματικό δασμό που επιβλήθηκε με τον νόμο 1255/1994, κατά την εισαγωγή τους στη Φινλανδία.
30 Η Επιτροπή, παρά την ασάφεια της διατάξεως του άρθρου 99, την οποία τονίζει, δεν δέχεται την άποψη της Φινλανδικής Κυβερνήσεως λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της υπό κρίση διατάξεως, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενώς, λόγω του αντικειμένου της και της αναλύσεως των προπαρασκευαστικών της Πράξεως προσχωρήσεως εργασιών. Και καταλήγει ότι το άρθρο 99 της Πράξεως προσχωρήσεως δεν αφορά τα εμπορεύματα τρίτων χωρών σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα που εισάγονται στη συνέχεια στη Φινλανδία.
31 Εξαρχής πρέπει να τονισθεί ότι η Πράξη προσχωρήσεως (άρθρο 2) ερείδεται επί της αρχής της αμέσου και πλήρους εφαρμογής του συνόλου των διατάξεων του (πρωτογενούς και δευτερογενούς) κοινοτικού δικαίου στη Φινλανδία, υπό την επιφύλαξη ασφαλώς των μεταβατικών διατάξεων που προβλέπονται σε άλλα άρθρα της (6).
32 Επιπλέον, θεωρώ ότι, σύμφωνα με το άρθρα 9, 12, 13 και 16 της Συνθήκης, δύο είναι τα βασικά στοιχεία της τελωνειακής ενώσεως στην οποία βασίζεται η Κοινότητα. Το πρώτο είναι η απαγόρευση, κατά τρόπο «γενικό και απόλυτο» (7) των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών και όλων των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών. Το στοιχείο αυτό συμπληρώνεται με τις διατάξεις που αφορούν την κατάργηση οιασδήποτε μορφής ποσοτικών περιορισμών μεταξύ των κρατών μελών (άρθρα 12 έως 17 και 30 έως 37 της Συνθήκης), οι οποίες κατοχυρώνουν την πρώτη από τις τέσσερις βασικές ελευθερίες της Κοινότητας, την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Το δεύτερο βασικό στοιχείο της τελωνειακής ενώσεως είναι η υιοθέτηση κοινού δασμολογίου στις σχέσεις των κρατών μελών με τις τρίτες χώρες (άρθρα 18 έως 29). Πρέπει λοιπόν να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των δύο αυτών στοιχείων στα οποία αναλύεται η τελωνειακή ένωση, όπως ορθώς τονίζει και η KappAhl Oy.
33 Η απαγόρευση των εισαγωγικών και των εξαγωγικών δασμών και όλων των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών εφαρμόζεται τόσο στα προϋόντα καταγωγής κρατών μελών όσο και στα προϋόντα προελεύσεως τρίτων χωρών που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών, διότι, σύμφωνα με την παγία νομολογία του Δικαστηρίου (8), τα τελευταία αυτά προϋόντα εξομοιώνονται «οριστικώς και καθόλα» με τα προϋόντα που κατάγονται από κράτη μέλη.
34 Θεωρώ ότι υπό το πρίσμα αυτής της βασικής αρχής πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 99 της Πράξεως προσχωρήσεως.
35 Καταρχάς, σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία, από το άρθρο αυτό συνάγεται σαφώς ότι δεν περιέχει παρά μόνον μία προσωρινή παρέκκλιση από την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου στις σχέσεις κράτους μέλους με τρίτες χώρες. Η παρέκκλιση αυτή αφενός αφορά αποκλειστικά ορισμένα προϋόντα τρίτων χωρών, τα οποία αναφέρει στο παράρτημα ΞΙ, και αφετέρου δεν μπορεί να υπερβεί τα τρία έτη μετά την προσχώρηση της Φινλανδίας στις Κοινότητες.
36 ςΟμως, το άρθρο 99 δεν προβλέπει καμία παρέκκλιση από την αρχή της απαγορεύσεως διατηρήσεως ή εισαγωγής νέων δασμών μεταξύ των κρατών μελών, δηλαδή δεν αφορά στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στην εσωτερική αγορά, ήτοι εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Μια τόσο σημαντική παρέκκλιση από θεμελιώδη αρχή της κοινής αγοράς, όπως αυτή της απαγορεύσεως των δασμών και των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών, η οποία αρχή εφαρμόζεται σε όλα τα προϋόντα και εμπορεύματα, θα έπρεπε να συνάγεται ρητώς και χωρίς καμία αμφιβολία από το ίδιο το κείμενο της διατάξεως του άρθρου 99 της Πράξεως προσχωρήσεως (9) και να ερμηνεύεται στενώς.
37 ςΑλλωστε, στο συμπέρασμα αυτό οδηγούμεθα εφαρμόζοντας τους ερμηνευτικούς κανόνες που έχει ήδη διατυπώσει το Δικαστήριο, σχετικά με τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στις Πράξεις προσχωρήσεως. Συγκεκριμένα, οι παρεκκλίσεις πρέπει α) να προβλέπονται ρητώς (10)· β) να ερμηνεύονται στενώς (11), και γ) να ερμηνεύονται με σκοπό την διευκόλυνση πραγματοποιήσεως των στόχων της Συνθήκης και την ολική εφαρμογή των κανόνων της (12).
38 Θεωρώ ότι η υφιστάμενη στο άρθρο 99 παρέκκλιση αφορά τα προϋόντα των τρίτων χωρών που εισάγονται απευθείας στη Φινλανδία, επομένως όχι τα προϋόντα των κρατών μελών, προς τα οποία εξομοιώνονται τα προϋόντα τρίτων χωρών σε ελεύθερη όμως κυκλοφορία εντός κάποιου κράτους μέλους.
39 Δεδομένου ότι οι διατάξεις της Πράξεως προσχωρήσεως πρέπει να ερμηνεύονται λαμβάνοντας υπόψη τις βάσεις και το σύστημα της Κοινότητας, όπως καθορίστηκαν στη Συνθήκη (13), το γράμμα της διατάξεως είναι, νομίζω, σαφές και πρέπει να ερμηνεύεται στενώς. Επομένως, δεν πρέπει να επεκτείνεται το πεδίο εφαρμογής της κατά τρόπον ώστε να εφαρμόζεται επίσης και στα προϋόντα τρίτων χωρών που ευρίσκονται ήδη σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα.
40 Το ανωτέρω συμπέρασμα ενισχύεται και από την πλήρη εξομοίωση των προϋόντων καταγωγής κρατών μελών και εκείνων που προέρχονται από τρίτες χώρες αλλά ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών όσον αφορά την εφαρμογή σε αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, μεταξύ άλλων, και της διατάξεως του άρθρου 12, όπως παγίως άλλωστε, δέχεται το Δικαστήριο (14).
41 Κατά τη γνώμη μου, μόνον η αποδοχή της στενής ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 99 της Πράξεως προσχωρήσεως συνάδει με τον στόχο της επιτεύξεως μιας ολοκληρωμένης κοινής αγοράς καθώς και της διασφαλίσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Δηλαδή, η ερμηνεία αυτή συνάδει με την πραγματοποίηση των στόχων της Συνθήκης, την ολική εφαρμογή των κανόνων της και τη ratio του μεταβατικού καθεστώτος που καθιερώνεται στο ενλόγω άρθρο (15), όπως θα εξετάσουμε στη συνέχεια.
42 Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από τη συστηματική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 99. Παρατηρούμε λοιπόν ότι η ενλόγω διάταξη εντάσσεται στο τέταρτο κεφάλαιο της Πράξεως προσχωρήσεως, που τιτλοφορείται «Εξωτερικές σχέσεις και Τελωνειακή Ένωση» (άρθρα 97 έως 105). Το κεφάλαιο αυτό περιέχει, μεταξύ άλλων, ένα ειδικό καθεστώς σχετικά με την εφαρμογή από τη Φινλανδία, διεθνών συμφωνιών της Κοινότητας με τρίτες χώρες (16).
43 Η μόνη διάταξη του τετάρτου κεφαλαίου που δεν αφορά τις εξωτερικές σχέσεις είναι εκείνη του άρθρου 101, σύμφωνα με την οποία η Φινλανδία δύναται να ανοίξει ετήσια δασμολογική ποσόστωση μηδενικού δασμού για το στυρόλιο (17), μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1999. 'Ομως, επαναλαμβάνω, εν προκειμένω, πρόκειται για ειδική διάταξη, η οποία, αντίθετα από εκείνη του άρθρου 99, προβλέπει ρητώς ορισμένους περιορισμούς στην εφαρμογή της παρεκκλίσεως, ώστε να μην θίγεται η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (18). Επίσης, σε αυτήν την περίπτωση υπήρχε ειδική πρόβλεψη για την εξαγωγή συγκεκριμένων προϋόντων από τη Φινλανδία προς άλλα κράτη μέλη (19).
44 Η Φινλανδική Κυβέρνηση προβάλλει, επιπλέον, μια σειρά επιχειρημάτων που αντλεί προβαίνοντας σε τελολογική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 99 της Πράξεως προσχωρήσεως. Καταρχάς, υποστηρίζει ότι η εξαίρεση του άρθρου 99, που έγινε δεκτή για τη Φινλανδία, σκοπούσε στην προσαρμογή ευαίσθητων βιομηχανικών τομέων κατά τον χρόνο προσχωρήσεως και της παρείχε την ευκαιρία να καταργήσει σταδιακά την προγενέστερη προστατευτική δασμολογική νομοθεσία της (20). Η παρέκκλιση όμως αυτή δεν θα μπορούσε να προστατεύει τους ευαίσθητους αυτούς τομείς αν ήταν αδύνατη η επιβολή δασμών και επί των εμπορευμάτων τρίτων χωρών που εισάγονται μέσω άλλου κράτους μέλους. Διότι, αν ήταν δυνατή η αποφυγή της εκ μέρους των φινλανδικών αρχών επιβολής των λεγομένων συμπληρωματικών δασμών εισάγοντας το προϋόν μέσω άλλου κράτους μέλους, τότε ποτέ δεν θα εισάγονταν στη Φινλανδία εμπορεύματα απευθείας από τρίτες χώρες.
45 Η Φινλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει, επίσης, ότι είναι δυνατόν εμπορεύματα προερχόμενα από τρίτες χώρες που προορίζονται για τη Φινλανδία να εκτελωνίζονται σε άλλο κράτος μέλος και στη συνέχεια να εισάγονται στο φινλανδικό έδαφος. Το γεγονός αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει, τη διατάραξη των συναλλαγών και τη νόθευση του ανταγωνισμού, και τούτο θα ήταν αντίθετο προς τον στόχο της δημιουργίας ενιαίας αγοράς, που έγκειται στη διασφάλιση σε όλους τους επιχειρηματίες των ιδίων προϋποθέσεων ανταγωνισμού (21).
46 Επί του ζητήματος αυτού η Επιτροπή, με αφετηρία το συμπέρασμα ότι το άρθρο 99 της Πράξεως προσχωρήσεως δεν αφορά τα εμπορεύματα τρίτων χωρών σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα που εισάγονται στη συνέχεια στη Φινλανδία, δέχεται ότι η ερμηνεία που προτείνει εντάσσεται στη λογική της προσεγγίσεως ανάμεσα στον τελωνειακό δασμό που επιβάλλει η Φινλανδία και εκείνον της Κοινότητας. Υποστηρίζει ότι το ενλόγω άρθρο 99 καθόριζε για μια μεταβατική περίοδο την ανώτατη απόκλιση μεταξύ των δύο τιμών που η Φινλανδία έπρεπε να χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της σταθμίσεως οφέλη/ζημίες. Μια μικρή απόκλιση ανάμεσα στις δύο τιμές θα βοηθούσε να αποφευχθούν οι καταστρατηγήσεις στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων, προστατεύοντας συγχρόνως ευαίσθητους βιομηχανικούς τομείς και προτρέποντάς τους να προσαρμοσθούν ταχέως στη νέα κοινοτική πραγματικότητα.
47 Θεωρώ ότι, έστω και αν ο κίνδυνος «καταστρατηγήσεων στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων» είναι ιδιαιτέρως αυξημένος, αφού μετά την προσχώρησή της στις Κοινότητες η Φινλανδία δεν μπορεί πλέον να διενεργεί ελέγχους στα ενδοκοινοτικά σύνορα, τούτο δεν αρκεί να δικαιολογήσει την επιβολή του επίμαχου συμπληρωματικού δασμού του εθνικού δικαίου, διότι κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με θεμελιώδη αρχή της Συνθήκης.
48 Επίσης, θεωρώ ότι δεν θίγεται ούτε η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των επιχειρηματιών, λόγω της διαφορετικής δασμολογικής μεταχειρίσεως προϋόντων που προέρχονται από τρίτες χώρες και εισάγονται απευθείας στη Φινλανδία και προϋόντων που έχουν ήδη τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος και εισάγονται στη συνέχεια στη Φινλανδία. Διότι σε αυτήν την περίπτωση υπάρχει διαφορετική μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων και τούτο δεν απαγορεύεται από το κοινοτικό δίκαιο.
49 Τέλος, η Φινλανδική Κυβέρνηση επιχειρεί να θεμελιώσει την άποψή της μέσω της ιστορικής ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 99, στην οποία προβαίνει. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι την ερμηνεία που ακολουθεί στηρίζουν στοιχεία ανατρέχοντα στο στάδιο των σχετικών διαπραγματεύσεων για την ένταξή της στις Κοινότητες. 'Οταν άρχισαν οι διαπραγματεύσεις με την Επιτροπή, επιδίωξη της Φινλανδίας ήταν να διατηρήσει για ορισμένο χρόνο τους ελέγχους στα σύνορα. Δεν μπόρεσε όμως να το επιτύχει, και έτσι τα νέα κράτη μέλη υποχρεώθηκαν να καταργήσουν τους συνοριακούς ελέγχους έναντι των άλλων κρατών μελών.
50 Περαιτέρω, η Φινλανδική Κυβέρνηση επικαλείται κοινή διακήρυξη των τότε κρατών μελών που περιελάμβανε γραπτό όρο σύμφωνα με τον οποίο η εφαρμογή αυτών των μεταβατικής φύσεως δασμών δεν επιτρεπόταν να οδηγήσει σε μέτρα ελέγχου στα εσωτερικά/ενδοκοινοτικά σύνορα. Αυτή η προϋπόθεση θα καθίστατο άνευ αντικειμένου αν η ευχέρεια της Φινλανδίας να απαιτήσει υψηλότερους δασμούς από αυτούς του κοινού δασμολογίου δεν κάλυπτε παρά την εισαγωγή στη Φινλανδία προϋόντων προερχομένων ευθέως από τρίτες χώρες.
51 Κατά την KappAhl Oy, οι πληροφορίες που αφορούν τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις, τις θέσεις που έλαβαν τα ενδιαφερόμενα μέρη κατά τη διαδικασία αυτή και οι προσωπικές απόψεις υπαλλήλων της Επιτροπής επί του εξεταζόμενου θέματος, τις οποίες επικαλέσθηκε η Φινλανδική Κυβέρνηση αποτελούν όλες πηγές πληροφοριών τις οποίες δεν έχει παρά μόνον η Φινλανδική Κυβέρνηση στη διάθεσή της. Επομένως, τα στοιχεία αυτά, στα οποία δεν έχει πρόσβαση το κοινό, δεν θα μπορούσαν να γίνουν δεκτά για την ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 99 της Πράξεως προσχωρήσεως, διότι τούτο θα αποτελούσε προσβολή της αρχής της «ισότητας των όπλων» στο πλαίσιο της δίκης (equality of arms), που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϋκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
52 H επιχειρηματολογία της Φινλανδικής Κυβερνήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
53 Θεωρώ ότι στοιχεία σχετικά με πληροφορίες που αφορούν τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Φινλανδίας και της Κοινότητας δεν μπορούν να γίνουν δεκτά για την ερμηνεία κάποιας διατάξεως της Πράξεως προσχωρήσεως εφόσον ουδόλως απαντώνται στο κείμενο της ερμηνευομένης διατάξεως. Προς τούτο αρκεί νομίζω να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ' επανάληψη ότι οι δηλώσεις που καταχωρίζονται σε πρακτικά του Συμβουλίου κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες που καταλήγουν στην έκδοση μιας πράξεως «δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία της όταν το περιεχόμενο της δηλώσεως ουδόλως απαντάται στο κείμενο της επίμαχης διατάξεως και, υπό την έννοια αυτή, στερείται νομικής σημασίας» (22).
54 Η Επιτροπή μας πληροφορεί ότι, στο στάδιο των διαπραγματεύσεων, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Φινλανδίας ζήτησε τη θέσπιση μιας κοινοτικής διαδικασίας για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο καταστρατηγήσεων στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων αλλά παρόμοια διαδικασία δεν θεσπίσθηκε. Επειδή δεν δόθηκε συνέχεια στην πρόταση της Φινλανδίας, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία ζήτησε ρητώς την εξουσία να επιβάλει φόρο επί των προϋόντων προελεύσεως τρίτων χωρών που εισάγονται στην Φινλανδία από το έδαφος άλλου κράτους μέλους, του οποίου το ύψος θα ισούτο με τη διαφορά ανάμεσα στον εθνικό και τον κοινοτικό δασμό. όΟμως, όπως ορθώς το τονίζει η Επιτροπή, η ύπαρξη διαφοροποιημένου δασμού θα ήταν αναπόσπαστη με συστήματα ελέγχου και αναγκαστικά θα συνοδευόταν με τη θέσπιση μηχανισμών διασφαλίσεως. Ωστόσο, η Κοινότητα δεν θέσπισε υπέρ της Φινλανδίας μια εξαίρεση παρόμοιου βεληνεκούς.
55 Επιπλέον, δεν γίνεται επίκληση, κατά τρόπο ρητό και ανεπίδεκτο αμφισβητήσεως, της δυνατότητας να διατηρηθεί ένα διαφοροποιημένο δασμολογικό καθεστώς για ορισμένα προϋόντα που εισήχθησαν στην Φινλανδία αφού προηγουμένως τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος ούτε στην αρχική απάντηση της Επιτροπής σε σχετικό αίτημα της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Φινλανδίας ούτε στο κείμενο της Πράξεως προσχωρήσεως.
56 Απεναντίας, τον Οκτώβριο του 1993, η Κοινότητα κατέληξε στην ακόλουθη κοινή θέση (23): «Η Κοινότητα μπορεί να δεχθεί τη διατήρηση από τη Φινλανδία, για τρία έτη μετά την προσχώρηση, των δασμών για τα προϋόντα του παραρτήματος, το επίπεδο των οποίων κυμαίνεται σε ύψος ανώτερο από εκείνους που απορρέουν από το Κοινό Δασμολόγιο, λαμβανομένου υπόψη ότι η διατήρηση αυτή δεν πρέπει να οδηγήσει σε ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα. Εξάλλου, η Κοινότητα προσκαλεί την Φινλανδία να εξετάσει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει αυτήν την μεταβατική περίοδο για να προβεί σε μια προοδευτική προσέγγιση του προαναφερθέντος επιπέδου των δασμών της στο Κοινό Δασμολόγιο» (24).
57 Αυτή η κοινή θέση της Κοινότητας αντικατοπτρίζεται πλέον στο άρθρο 153 της Πράξεως προσχωρήσεως που έχει ως ακολούθως:
«Προκειμένου να μην παρεμποδίζεται η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, η εφαρμογή των εθνικών κανόνων των νέων κρατών μελών κατά τη μεταβατική περίοδο που αφορά την παρούσα Πράξη δεν πρέπει να οδηγήσει σε ελέγχους συνόρων μεταξύ των κρατών μελών.»
58 Εξάλλου, δεδομένου ότι η Κοινότητα απέρριψε ρητώς τη θέσπιση συστήματος κοινοτικού ελέγχου που πρότεινε, κατά το στάδιο των προενταξιακών διαπραγματεύσεων, η Φινλανδία, η Επιτροπή καταλήγει ότι η μόνη ουσιαστικά εναλλακτική λύση θα ήταν είτε η καθιέρωση ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα, λύση την οποία η Κοινότητα ρητώς απέρριψε, είτε ο κίνδυνος καταστρατηγήσεων στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
59 Ωστόσο, θεωρώ ότι ο κίνδυνος καταστρατηγήσεων στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων θα μπορούσε να θεωρηθεί, σε τελική ανάλυση, λιγότερο σοβαρός από τον κίνδυνο να ανοίξουν ανεξέλεγκτα οι ασκοί του Αιόλου προς την κατεύθυνση του να μη γίνεται σεβαστή μια βασική ελευθερία, εκείνη της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, μέσω διασταλτικής ερμηνείας, της διατάξεως του άρθρου 99 της Πράξεως προσχωρήσεως που ως εκ της φύσεώς της, ως εισάγουσα εξαίρεση, είναι στενώς ερμηνευτέα. Δηλαδή, αυτή η διασταλτική ερμηνεία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως Δούρειος Ίππος που θα επέτρεπε την καταστρατήγηση της βασικής αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, που κατοχυρώνεται στη Συνθήκη.
60 Επομένως, το άρθρο 99 της Πράξεως προσχωρήσεως, ερμηνευόμενο υπό το φως των άρθρων 9, 10, 12 και 13 της Συνθήκης δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιβολή ή τη διατήρηση ενός δασμού όπως αυτός που προβλέπει ο φινλανδικός νόμος 1255/1994, που επιβάλλεται σε εμπορεύματα προερχόμενα από τρίτες χώρες τα οποία ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας και εισάγονται από αυτό στη Φινλανδία.
VI - Πρόταση
61 Ενόψει της προηγηθείσας αναλύσεως προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που έθεσε στο Δικαστήριο το Uudenmaan Lδδninoikeus:
«Το άρθρο 99 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϋκής Ένωσης, της 1ης Ιανουαρίου 1995, για την προσαρμογή των πράξεων προσχωρήσεως των νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϋκή Ένωση, έχει την έννοια ότι δεν αφορά εμπορεύματα προερχόμενα από τρίτες χώρες τα οποία ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας και εισάγονται από αυτό στη Φινλανδία.»
(1) - ΕΕ C 241 της 29ης Αυγούστου 1994, σ. 21.
(2) - ΕΕ L 1 της 1ης Ιανουαρίου 1995, σ. 1.
(3) - Τέλος, το άρθρο 16 της Συνθήκης ορίζει ότι τα κράτη μέλη καταργούν μεταξύ τους, το αργότερο στο τέλος του πρώτου σταδίου, τους εξαγωγικούς δασμούς και τις φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος.
(4) - ΕΕ L 256 της 7ης Σεπτεμβρίου 1987, σ. 1.
(5) - Laki erδistδ vδliaikaisista tulleista annetun lain 1 §:n ja liitteenδ olevan luettelon muuttamisesta (νόμος περί τροποποιήσεως του άρθρου 1 και του συναπτόμενου παραρτήματος του νόμου περί ορισμένων προσωρινών δασμών).
(6) - Βλ., ενδεικτικά, την απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1982, υπόθεση 258/81, Μεταλλουργική Ξάλυψ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 4261, σκέψη 8).
(7) - Βλ., ενδεικτικά, την απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-485/93 και C-486/93, Σιμιτζή (Συλλογή 1995, σ. Ι-2655, σκέψη 14).
(8) - Βλ. ενδεικτικά τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1976, υπόθεση 41/76, Donckerwolcke κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1976, σ. 719, σκέψεις 14 και 15) και της 11ης Ιουνίου 1985, υπόθεση 288/83, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1985, σ. 1761, σκέψη 24). Πρβλ. και την απόφαση της 22ας Μαρτίου 1990, υπόθεση C-83/89, Vincent Houben (Συλλογή 1990, σ. Ι-1161, σκέψεις 9 και 10).
(9) - Βλ., ενδεικτικά, τις αποφάσεις της 15ης Απριλίου 1997, υπόθεση C-272/93, Deutsches Milk-Kontor (Συλλογή 1997, σ. Ι-1905, σκέψη 35) και τις παλαιότερες της 3ης Νοεμβρίου 1964, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 90/63 και 91/63, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1223) και της 20ής Απριλίου 1978, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 80/77 και 81/77, Commissionnaires Rιunis (Συλλογή τόμος 1978, σ. 315, σκέψη 24).
(10) - Βλ., ενδεικτικά την ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1982, Μεταλλουργική Ξάλυψ κατά Επιτροπής (σκέψη 8).
(11) - Βλ., ενδεικτικά, τις αποφάσεις της 29ης Μαρτίου 1979, υπόθεση 231/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή τόμος 1979, σ. 809, σκέψη 16), της 23ης Μαρτίου 1983, υπόθεση 77/82, Πεσκέλογλου (Συλλογή 1983, σ. 1085, σκέψη 12), της 10ης Μαου 1984, υπόθεση 58/83, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1984, σ. 2027, σκέψη 9) και της 17ης Ιανουαρίου 1985, υπόθεση 11/82, Πειραϋκή-Πατραϋκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 207, σκέψη 26).
(12) - Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 194/85 και 241/85, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1988, σ. 1037, σκέψεις 19 και 20), σχετικά με παρέκκλιση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των γεωργικών προϋόντων.
(13) - Βλ., ενδεικτικά, την μνημονευθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση της 29ης Μαρτίου 1979, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (σκέψη 12).
(14) - Βλ. ενδεικτικά την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, Donckerwolcke κ.λπ. (σκέψεις 14 και 15).
(15) - Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα ερμηνεύσει διάταξη Πράξεως προσχωρήσεως εισάγουσα παρέκκλιση από κάποια αρχή, με στόχο η ερμηνεία αυτή να συνάδει προς την ratio του εισαγομένου μεταβατικού καθεστώτος· βλ. για παράδειγμα τις αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1989, υπόθεση 9/88, Lopes da Veiga (Συλλογή 1989, σ. 2989, σκέψη 10), σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, και της 27ης Μαρτίου 1990, υπόθεση C-113/89, Rush Portuguesa (Συλλογή 1990, σ. Ι-1417, σκέψη 13), σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Πρβλ. και την απόφαση της 30ής Μαου 1989, υπόθεση 305/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1989, σ. 1461, σκέψεις 15 έως 27), σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.
(16) - Πρόκειται για τα άρθρα 100, και 102 έως 105, της Πράξεως προσχωρήσεως.
(17) - Είδος υδρογονάνθρακα που αποτελεί συστατικό πολλών πλαστικών υλών.
(18) - Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή του άρθρου 101, παράγραφος 1, η Φινλανδία δύναται να ανοίξει ετήσια δασμολογική ποσόστωση μηδενικού δασμού 21 000 τόνων για το στυρόλιο, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1999, με την προϋπόθεση ότι τα προϋόντα: α) θα τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία στο έδαφος της Φινλανδίας και θα καταναλωθούν ή θα μεταποιηθούν εκεί προσλαμβάνοντας κοινοτική καταγωγή, και β) θα παραμείνουν υπό τελωνειακό έλεγχο βάσει των οικείων τελωνειακών διατάξεων περί της τελικής χρήσεως.
(19) - Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 101, της Πράξεως προσχωρήσεως, οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται μόνο εάν άδεια εκδοθείσα από τις αρμόδιες φινλανδικές αρχές, η οποία δηλώνει ότι τα οικεία εμπορεύματα εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 1, υποβάλλεται προς υποστήριξη της διασάφησης εισόδου προς ελεύθερη κυκλοφορία. Εξάλλου, η Επιτροπή και οι αρμόδιες φινλανδικές αρχές λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε η τελική κατανάλωση του οικείου εμπορεύματος, ή η μεταποίηση που προσδίδει την κοινοτική καταγωγή, να γίνεται στο έδαφος της Φινλανδίας.
(20) - Όπως αναφέρει η ίδια η Φινλανδική Κυβέρνηση (σημείο 11 των γραπτών παρατηρήσεών της), οι εισπραττόμενοι δασμοί επί ορισμένων προϋόντων προερχομένων από τρίτες χώρες υπερέβαιναν στην πραγματικότητα το 20 % εκείνων του Κοινού Δασμολογίου.
(21) - Η Φινλανδική Κυβέρνηση επεξηγεί (σημείο 13 των γραπτών παρατηρήσεών της) ότι λόγω της απουσίας ενιαίου εξωτερικού δασμού προς τις τρίτες χώρες, ο σεβασμός της απαγορεύσεως της επιβολής δασμών στην εσωτερική αγορά, που αποτελεί το δεύτερο στοιχείο της τελωνειακής ενώσεως, δεν είναι δυνατός χωρίς αυτό να διαταράσσει τις συναλλαγές.
(22) - Βλ., ενδεικτικά, τις αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-197/94 και C-252/94, Sociιtι Bautiaa και Sociιtι Franηaise Maritime (Συλλογή 1996, σ. Ι-505, σκέψη 51), της 26ης Φεβρουαρίου 1991, υπόθεση C-292/89, Antonissen (Συλλογή 1992, σ. Ι-745, σκέψη 18), και την παλαιότερη της 30ής Ιανουαρίου 1985, υπόθεση 143/83, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1985, σ. 427, σκέψη 13).
(23) - Οι διαδοχικές επιστολές της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Φινλανδίας, έγγραφα με ημερομηνία 10 Μαου 1993 και 1η Ιουνίου 1993, παρατίθενται ως παραρτήματα ΙΙΙ και IV αντίστοιχα στις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής. Επίσης, η παρατεθείσα κοινή θέση της Κοινότητας έγινε δεκτή από την επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων κατά τη σύσκεψη της 27ης Οκτωβρίου 1993. Το έγγραφο αυτό υπάρχει ως παράρτημα IV, των γραπτών παρατηρήσεων που κατέθεσε η Επιτροπή.
(24) - Τούτο άλλωστε προκύπτει και από επιστολή της αρμόδιας υπηρεσίας της Επιτροπής που εστάλη στον Πρέσβη της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Φινλανδίας στις Κοινότητες, με ημερομηνία 15 Δεκεμβρίου 1995 και αριθμό 14923, με το οποίο η Επιτροπή έφερε σε γνώση της Φινλανδικής Κυβερνήσεως ότι το άρθρο 99 της Πράξεως προσχωρήσεως δεν επέτρεπε παρόμοια παρέκκλιση από την θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϋόντων και την καλούσε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ώστε να πάψει να παραβιάζει τις προκύπτουσες από το άρθρο 9 της Συνθήκης υποχρεώσεις της λόγω της διατηρήσεως σε ισχύ του νόμου 1255/1994. Η Φινλανδική Κυβέρνηση, με επιστολή της 25ης Μαρτίου 1996, δήλωσε ότι δεν συμμεριζόταν την άποψη της Επιτροπής σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 99· ωστόσο αποφάσισε για πρακτικούς λόγους να καταργήσει την επίμαχη διάταξη του νόμου 1255/1994.
Full & Egal Universal Law Academy