Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
A - Eισαγωγή
1 Η παρούσα υπόθεση αφορά τις προσβαλλόμενες από την προσφεύγουσα κατ' αποκοπήν μειώσεις των χρηματοδοτήσεων ΕΓΤΠΕ (1). Οι μειώσεις αυτές αφορούν αφενός μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της δημόσιας αποθεματοποίησης σιτηρών και αφετέρου επιστροφή κατά την εξαγωγή λιωμένου τυριού. Ως δικαιολογητικοί λόγοι των μειώσεων φέρονται, μεταξύ άλλων, οι ελλιπείς έλεγχοι κατά την αποθεματοποίηση και η μη θέση του εμπορεύματος σε κυκλοφορία. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει παράβαση του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (2). Ενδείκνυται όμως να εξεταστούν χωριστά τα δύο σημεία.
2 Όσον αφορά τα μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της δημόσιας αποθεματοποίησης σιτηρών, αμφότεροι οι διάδικοι παραπέμπουν καταρχάς στις απόψεις που υποστήριξαν στην υπόθεση C-232/96 (3). Στην υπόθεση εκείνη η Επιτροπή αιτιολόγησε τη μείωση της χρηματοδοτήσεως ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1992 υποστηρίζοντας ότι είχε διαπιστώσει κατά τους ελέγχους πλημμέλειες στη δημόσια αποθεματοποίηση σιτηρών.
3 Μετά την ανακοίνωση, εκ μέρους της προσφεύγουσας, βελτιώσεων για το οικονομικό έτος 1993, η Επιτροπή διαπίστωσε, παρ' όλ' αυτά, μια σειρά πλημμελειών, μεταξύ άλλων:
- καθυστέρηση στη λογιστική καταχώρηση των αποθεμάτων,
- ανεπάρκειες κατά τους ελέγχους,
- ανεπάρκειες κατά την αποθεματοποίηση και την επισήμανση των σιτηρών που έπρεπε να αποθεματοποιηθούν στο πλαίσιο μέτρων παρεμβάσεως,
- έλλειψη επιπεδομέτρου,
- ανεπαρκή τήρηση λογιστικών στοιχείων για τις κινήσεις των αποθεμάτων.
4 Κατόπιν αυτού η Επιτροπή προέβη σε κατ' αποκοπήν μείωση κατά 2 % των δαπανών για τεχνικά έξοδα, έξοδα χρηματοδοτήσεως και λοιπά έξοδα του οικονομικού έτους 1993.
5 Όσον αφορά τη μείωση της επιστροφής κατά την εξαγωγή λιωμένου τυριού, η Επιτροπή στηρίζεται στα ακόλουθα σημεία:
- το εξαχθέν εμπόρευμα δεν ήταν ποιότητας σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη,
- αυτό το ποιοτικό ελάττωμα δημιουργήθηκε κατά την παραγωγή και επομένως πριν από την εξαγωγή
και
- το εμπόρευμα καταστράφηκε και έτσι δεν έφθασε στην αγορά της χώρας προορισμού.
B - Πραγματικά περιστατικά
I - Μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της δημόσιας αποθεματοποίησης σιτηρών
6 Συναφώς, η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση 97/333/ΕΚ (4), στο μέτρο που δεν έγινε δεκτό ποσό 103 286 730 γαλλικών φράγκων (FF) για τα μέτρα παρεμβάσεως για τα σιτηρά. Η Επιτροπή στηρίζει τη μείωση αυτή σε πλημμέλειες κατά τη δημόσια αποθεματοποίηση σιτηρών.
7 Σε έλεγχο που έλαβε χώρα κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 1993, η Επιτροπή διαπίστωσε κενά στη διαχείριση του συστήματος παρεμβάσεως. Γνωστοποίησε το γεγονός αυτό στις εθνικές γαλλικές αρχές και ανήγγειλε, σύμφωνα με τα στοιχεία της προσφεύγουσας, δημοσιονομικές συνέπειες για την εκκαθάριση των λογαριασμών του 1993. Στην απάντησή τους οι γαλλικές αρχές ανέφεραν τον Δεκέμβριο 1993 κατάλογο μέτρων που επρόκειτο να λάβουν για τη βελτίωση του συστήματος της δημόσιας αποθεματοποίησης σιτηρών.
8 Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, η Επιτροπή γνωστοποίησε στη συνέχεια ότι δεν θα απαιτούσε γενικές δημοσιονομικές κυρώσεις, ιδίως ενόψει των βελτιώσεων του συστήματος διαχειρίσεως που της είχαν αναγγελθεί. Συγχρόνως όμως η Επιτροπή ανήγγειλε - πράγμα που δεν αμφισβητεί η προσφεύγουσα - δημοσιονομικές διορθώσεις στην περίπτωση που θα διαπίστωνε ότι σιτηρά που είχαν αποθεματοποιηθεί στο πλαίσιο της παρεμβάσεως αντικαταστάθηκαν από σιτηρά της ελεύθερης αγοράς.
9 Κατά τον νέο έλεγχο που πραγματοποιήθηκε κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 1994, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι γαλλικές αρχές δεν είχαν διορθώσει πλήρως τις πλημμέλειες που είχαν διαπιστωθεί κατά τον πρώτο έλεγχο του Ιουνίου/Ιουλίου 1993, παρά τις βελτιώσεις που είχαν αναγγείλει στα τέλη του 1993. Ενημέρωσε τις αρχές ότι θα αποφασίζονταν δημοσιονομικές διορθώσεις από το οικονομικό έτος 1992. Κατόπιν περαιτέρω αλληλογραφίας με την Επιτροπή, η προσφεύγουσα τελικώς προσέφυγε στο όργανο συμβιβασμού. Το όργανο αυτό, στην τελική του έκθεση, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν δικαιολογημένη η δημοσιονομική διόρθωση. Το όργανο συμβιβασμού επισημαίνει επίσης ότι οι γαλλικές αρχές δεν αμφισβητούν ότι έπρεπε να τροποποιήσουν το αρχικό τους σύστημα, για να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις της Επιτροπής.
10 Πραγματοποιήθηκαν πράγματι ορισμένες αλλαγές, η Γαλλική Κυβέρνηση όμως δεν αμφισβητεί ότι ορισμένοι κανόνες δεν μπορούσαν να τηρηθούν επί τόπου. Εκτός αυτού η προσφεύγουσα επικαλείται μία έκθεση δημοσιονομικού ελέγχου της εταιρίας Ernst & Young, η οποία επιβεβαιώνει την αξιοπιστία του συστήματος όσον αφορά τους ελέγχους και την αποθεματοποίηση από τις γαλλικές αρχές.
11 Επ' αυτού όμως η Επιτροπή επισημαίνει ότι η έκθεση αυτή εξέτασε μεν τη θεωρητική κατάσταση βάσει των ισχυουσών διατάξεων, αλλ' όμως, κατά τους ελέγχους που πραγματοποίησε η Επιτροπή, διαπιστώθηκαν περαιτέρω πλημμέλειες.
II - Επιστροφές κατά την εξαγωγή λιωμένου τυριού
12 Συναφώς, η Γαλλική Κυβέρνηση ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως 97/333 της Επιτροπής, στο μέτρο που δεν έγινε δεκτή η επιστροφή κατά την εξαγωγή ύψους 720 720 FF για την εξαγωγή 73,5 τόνων λιωμένου τυριού προς τη Σαουδική Αραβία.
13 Το τυροκομείο Bel εξήγαγε κατά το τελευταίο τρίμηνο 1988 συνολικά 14 256 χαρτοκιβώτια τυριού La Vache qui rit (συνολικού βάρους 89 τόνων και εμπορικής αξίας 883 700 FF) προς τη Σαουδική Αραβία. Για τον λόγο αυτό έλαβε τελικώς επιστροφή κατά την εξαγωγή ύψους 780 720 FF.
14 Όταν τον Ιανουάριο 1989 ο αγοραστής από τη Σαουδική Αραβία διαμαρτυρήθηκε για την ασυνήθιστα μαλακή υφή του παραδοθέντος εμπορεύματος, το τυροκομείο Bel προέβη, έπειτα από εσωτερική έρευνα (5) και έλεγχο στις εγκαταστάσεις του αγοραστή, στην καταστροφή 12 148 χαρτοκιβωτίων. Η καταστροφή αυτή έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 1989 (6). Τα έξοδα της καταστροφής των κουτιών επιβάρυναν μόνο το τυροκομείο Bel· το τίμημα της πωλήσεως επεστράφη στον Σαουδάραβα αγοραστή.
15 Η γαλλική αρχή που είναι αρμόδια για την καταβολή της επιστροφής κατά την εξαγωγή θεώρησε ότι η εξαγωγή του τυριού προς τη Σαουδική Αραβία είχε γίνει σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, κυρίως διότι η ποιότητα του τυριού δεν επέτρεπε το συμπέρασμα ότι το τυρί θα εισαγόταν εκ νέου στην Κοινότητα και ότι οι αρχές της Σαουδικής Αραβίας θα εμπόδιζαν τη θέση του σε κυκλοφορία.
16 Η Επιτροπή επανειλημμένα κατά τη διάρκεια του έτους 1995 επισήμανε στις γαλλικές αρχές ότι δεν υφίστατο αξίωση για καταβολή της επιστροφής κατά την εξαγωγή, διότι το τυρί εμφάνιζε ποιοτικά ελαττώματα λόγω σφάλματος κατά την παραγωγή και δεν έφθασε στην αγορά προορισμού.
17 Η Επιτροπή δεν δέχθηκε τα επιχειρήματα των γαλλικών αρχών, σύμφωνα με τα οποία το τυρί ήταν υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας και εισήχθη κανονικά στη χώρα προορισμού, όπου ετέθη σε κυκλοφορία, με αποτέλεσμα η Γαλλική Κυβέρνηση να προσφύγει στο όργανο συμβιβασμού. Το όργανο συμβιβασμού όμως δεν μπόρεσε να μεσολαβήσει μεταξύ των διαδίκων, οπότε η Γαλλική Κυβέρνηση αναγκάστηκε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή λόγω των γενομένων μειώσεων.
18 Η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί
να ακυρωθεί η απόφαση 97/333 (7) για την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών σχετικά με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1993, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν αναγνώρισε, όσον αφορά το έτος 1993, τις ακόλουθες δαπάνες που αφορούν τη Γαλλία:
- 720 720 FF για επιστροφή κατά την εξαγωγή 73,5 τόνων λιωμένου τυριού προς τη Σαουδική Αραβία·
- 103 286 730 FF για μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της δημόσιας αποθεματοποίησης σιτηρών·
επικουρικώς,
- να διαπιστωθεί ότι οι διορθώσεις αυτές είναι δυσανάλογα υψηλές·
- να καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά έξοδα.
19 Η Επιτροπή ζητεί
- να απορριφθεί η προσφυγή·
- να καταδικαστεί η Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Γ - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
I - Μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της δημόσιας αποθεματοποίησης σιτηρών
20 Συναφώς, η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής. Υποστηρίζει ότι τα μέτρα (ελέγχου) που έλαβαν οι γαλλικές αρχές στον τομέα των μέτρων παρεμβάσεως για τα σιτηρά ήταν επαρκή, ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου και - επικουρικώς - την αρχή της αναλογικότητας.
21 Πρέπει εξαρχής να διαπιστωθεί ότι οι διάδικοι, στους ισχυρισμούς τους, αναφέρονται κατ' ουσίαν στις απόψεις που υποστήριξαν στην προαναφερθείσα υπόθεση C-232/96 (8) και καθιστούν έτσι τις απόψεις αυτές αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.
22 Στην υπόθεση εκείνη η Επιτροπή αιτιολόγησε τις γενόμενες για το οικονομικό έτος 1992 μειώσεις, υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα που έλαβαν οι γαλλικές αρχές δεν ήταν επαρκή και ότι το ΕΓΤΠΕ εξετέθη σε σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους λόγω των πλημμελειών του συστήματος ελέγχου. Στον λεπτομερή κατάλογο των υφισταμένων πλημμελειών η Γαλλική Κυβέρνηση αντέταξε μόνον ότι ορισμένα από τα μέτρα που απαιτούσε η Επιτροπή δεν προβλέπονταν από τις αντίστοιχες κοινοτικές ρυθμίσεις. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι τα μέτρα που προέβλεψε ήταν επαρκή και ότι οι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Εντούτοις δεν αμφισβήτησε ότι έπρεπε να τροποποιήσει το αρχικό σύστημα, ώστε να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις της Επιτροπής.
23 Σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό, που αποτελεί επίσης αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, πρέπει καταρχάς να παρατεθεί το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 689/92 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1992, περί καθορισμού της διαδικασίας των όρων αναλήψεως των σιτηρών από τους οργανισμούς παρέμβασης (9). Σύμφωνα με το άρθρο αυτό: «Οι οργανισμοί παρέμβασης θεσπίζουν, αν υπάρχει ανάγκη, συμπληρωματικές διαδικασίες και όρους αναλήψεως που συμφωνούν με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ειδικές συνθήκες που επικρατούν στο κράτος μέλος στο οποίο ανήκουν (...).»
24 Εναπόκειται όμως στα κράτη μέλη, στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ, να πραγματοποιούν τους απαραίτητους ελέγχους, έστω και αν οι έλεγχοι αυτοί δεν προβλέπονται αναλυτικά στο κείμενο των αντίστοιχων ρυθμίσεων (10).
25 Δεδομένου ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (11), σε περίπτωση που η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες, για τον λόγο ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων, σ' αυτό το κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδότησης που του αρνείται η Επιτροπή, δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν επαρκείς οι απλοί υποθετικά ισχυρισμοί που προβάλλει κατ' ουσίαν η προσφεύγουσα. Από αυτόν τον κανόνα περί κατανομής του βάρους αποδείξεως προκύπτει ότι το κράτος μέλος πρέπει να αποδείξει ότι τα μέτρα που έλαβε ήταν επαρκή.
26 Επιπροσθέτως προς τα επιχειρήματα που προέβαλε στην υπόθεση C-232/96, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται κατ' ουσίαν τις τροποποιήσεις που επέφερε στο σύστημα της δημόσιας αποθεματοποίησης και στους σχετικούς ελέγχους και θεωρεί ότι οι απόψεις της επιβεβαιώνονται από την έκθεση δημοσιονομικού ελέγχου της εταιρίας Ernst & Young. Οι έλεγχοι έχουν καταστεί εν τω μεταξύ αποτελεσματικότεροι και οι περισσότερες πλημμέλειες, για τις οποίες διατύπωσε αιτιάσεις οι Επιτροπή, έχουν παύσει να υφίστανται. Εντούτοις η ίδια η Γαλλική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι δεν συμμορφώθηκε προς όλες τις αιτιάσεις της Επιτροπής.
27 Η Επιτροπή αναφέρεται στις ελλείψεις που διαπίστωσε ότι εξακολουθούσαν να υφίστανται και θεωρεί ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι τα μέτρα που έλαβε ήταν επαρκή.
28 Η άποψη της Επιτροπής είναι, σε τελική ανάλυση, βάσιμη. Η Γαλλική Κυβέρνηση περιορίζεται κατ' ουσίαν σε προβολή απλών υποθετικών ισχυρισμών. Η ίδια παραδέχεται ότι δεν πραγματοποιήθηκαν όλες οι αναγγελθείσες τροποποιήσεις σχετικά με τη βελτίωση του συστήματος ελέγχου της δημόσιας αποθεματοποίησης. Ακόμη και η αναφερθείσα έκθεση δημοσιονομικού ελέγχου δεν αποδεικνύει ότι τα ληφθέντα μέτρα ήταν επαρκή. Από τους ίδιους τους ισχυρισμούς της Γαλλικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι η έκθεση αυτή συνετάγη κατόπιν της εξετάσεως μόνο της θεωρητικής καταστάσεως που απορρέει από τις ισχύουσες διατάξεις, χωρίς όμως να περιέχει την εφαρμογή τους στην πράξη. Με την έκθεση αυτή δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι δεν υφίστανται οι πλημμέλειες που αφορούν οι αιτιάσεις της Επιτροπής. Στο μέτρο αυτό πρέπει επομένως να απορριφθούν οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας.
29 Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβιάσεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου, η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής ότι δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθούν δημοσιονομικές διορθώσεις, ιδίως λόγω των βελτιώσεων που είχαν αναγγείλει οι γαλλικές αρχές. Το γεγονός ότι παρ' όλ' αυτά η Επιτροπή προέβη τελικώς σε διόρθωση για το 1993 προσβάλλει, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, την ασφάλεια δικαίου (12). Το σημείο αυτό αναφέρεται κατ' ουσία σε μία παράβαση, που συνίσταται στην εναλλακτική χρησιμοποίηση διαφόρων μεθόδων αποθεματοποίησης σιτηρών.
30 Επ' αυτού πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή στήριξε τη δήλωσή της στο γεγονός ιδίως ότι οι γαλλικές αρχές είχαν αναγγείλει βελτιώσεις. Σύμφωνα όμως με τα στοιχεία της Επιτροπής, οι βελτιώσεις αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν πλήρως, πράγμα που δεν αμφισβητεί άλλωστε ούτε η Γαλλική Κυβέρνηση.
31 Εξάλλου πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της, δήλωσε ρητώς ότι, σε περίπτωση που διαπιστωθούν περαιτέρω παραβάσεις, θα πραγματοποιηθούν σημαντικές δημοσιονομικές διορθώσεις. Το γεγονός ότι τελικώς πραγματοποιήθηκαν τέτοιες διορθώσεις λόγω της διαπιστώσεως παραβάσεων δεν μπορεί να προσκρούει στην ασφάλεια δικαίου.
32 Εκτός αυτού η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να βασιστεί σε απλές φήμες σχετικά με την εναλλακτική χρησιμοποίηση διαφόρων μεθόδων αποθεματοποίησης. Οι ισχυρισμοί της Επιτροπής στο σημείο αυτό είναι όμως επαρκείς, διότι η Επιτροπή διαπίστωσε πράγματι, κατά τους ελέγχους, ότι είχε υπάρξει ανάμειξη ή υποκατάσταση σιτηρών που έπρεπε να αποθεματοποιηθούν με διαφορετικά συστήματα.
33 Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αναφέρει παράδειγμα υποκαταστάσεως σιτηρών ευρισκομένων υπό διαφορετικό καθεστώς αποθεματοποίησης. Ως προς το ζήτημα αυτό πρέπει να γίνει παραπομπή στη νομολογία του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν προσκομίζει αποδείξεις σχετικά με συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν τηρήθηκε η γεωργική κανονιστική ρύθμιση ουδόλως σημαίνει ότι το υφιστάμενο εντός του κράτους μέλους σύστημα ελέγχου διασφαλίζει (και στην πράξη) την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Οι συγκεκριμένες αποδεδειγμένες περιπτώσεις συνιστούν ένα πρόσθετο στοιχείο στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η κριτική της Επιτροπής σχετικά με την αποτελεσματικότητα του συστήματος ελέγχου του κράτους μέλους (13). Εκτός αυτού, ούτε η ίδια η προσφεύγουσα αμφισβήτησε ότι έλαβαν χώρα κάποιες υποκαταστάσεις. Δεν φαίνεται επομένως να υπάρχει παραβίαση της ασφάλειας του δικαίου.
34 Τέλος, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται επικουρικώς ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Κατά την άποψή της η κατά 2 % μείωση δεν έπρεπε να αναφέρεται επίσης στη θέση 10-13 του προϋπολογισμού, η οποία αφορά απώλειες κατά την πώληση των αποθεμάτων. Αυτές αποκαθίστανται πλήρως χάρη στους κανόνες λογιστικής καταχώρισης για την αγορά, αποθεματοποίηση και πώληση γεωργικών προϋόντων από τους οργανισμούς παρέμβασης, κανόνες τους οποίους προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3597/90 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1990 (14). Άρα το ΕΓΤΠΕ δεν υφίσταται καμία ζημία στο πλαίσιο αυτής της θέσεως του προϋπολογισμού.
35 Η Επιτροπή αντίθετα υποστηρίζει ότι η θέση αυτή αναφέρεται στις δημοσιονομικές συνέπειες των απωλειών στο πλαίσιο των πωλήσεων. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διαπίστωσε ελλείπουσες ποσότητες, το γεγονός αυτό μπορεί, σε συνδυασμό με τις πλημμέλειες κατά τους ελέγχους, να ζημιώσει το ΕΓΤΠΕ.
36 Σύμφωνα με τους κανόνες περί κατανομής του βάρους αποδείξεως που έχει θέσει το Δικαστήριο, εναπόκειται στον προσφεύγοντα να αποδείξει ότι η συμπεριφορά που του καταλογίζεται δεν οδήγησε σε αύξηση των δαπανών στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ (15).
37 Ομοίως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ακόμη και η απλή πιθανότητα ζημιών σε βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού μπορεί να αναχθεί σε κριτήριο για την αξιολόγηση του αν οι γενόμενες μειώσεις είναι σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας (16).
38 Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το κατά πόσον υπήρξαν εν προκειμένω πράγματι ελλείπουσες ποσότητες. Όπως όμως καταδείχτηκε ήδη, μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο ότι υπήρξαν πλημμέλειες ως προς τον έλεγχο. Στην περίπτωση αυτή δεν έχει δίκιο η προσφεύγουσα, ισχυριζόμενη ότι οι τέτοιου είδους απώλειες κατά την πώληση αποκαθίστανται αμέσως. Αυτό θα προϋπέθετε έναν εκτεταμένο έλεγχο, που όμως δεν υπήρξε. Άρα υπήρξαν ζημίες και στο πλαίσιο της θέσεως 10-13 του προϋπολογισμού. Η προσφεύγουσα όμως δεν απέδειξε ότι δεν προκλήθηκε ζημία στο ΕΓΤΠΕ.
39 Όσον αφορά το ύψος των μειώσεων, ορθά η Επιτροπή παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή μπορεί να αρνηθεί τη χρηματοδότηση ακόμη και του συνόλου των δαπανών, αν δεν καθίσταται δυνατό να διαπιστωθούν οι ακριβείες δημοσιονομικές συνέπειες ενός μέτρου ασυμβίβαστου με το κοινοτικό δίκαιο (17).
40 Για την περίπτωση κατ' αποκοπή ρυθμίσεως, η Επιτροπή έχει υιοθετήσει ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές, έπειτα από πρόταση μιας ομάδας από διάφορες διευθύνσεις (έκθεση της ομάδας Belle). Συγκεκριμένα προτείνεται μία κατ' αποκοπή μείωση ανερχόμενη, ανάλογα με τη σοβαρότητα των πλημμελειών, σε τρία ποσοστά, 2 %, 5 % ή 10 %. Η ελάχιστη δυνατή μείωση, ύψους 2 %, εφαρμόζεται όταν οι πλημμέλειες περιορίζονται σε λιγότερο σημαντικά τμήματα του συστήματος ελέγχου ή αφορούν την εκτέλεση ελέγχων, που δεν ήταν επιτακτικά αναγκαίοι για τη διασφάλιση της νομιμότητας των δαπανών, με αποτέλεσμα να μπορεί να γίνει δεκτό ότι υφίσταται μικρός κίνδυνος ζημιών για το ΕΓΤΠΕ.
41 Η προσφεύγουσα όμως - όπως ανέφερα ήδη - δεν μπορούσε να αποδείξει ότι είναι εσφαλμένες οι κρίσεις της Επιτροπής σχετικά με τη δημοσιονομική διόρθωση της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών που έπρεπε να γίνει, δεδομένου ότι πράγματι υφίσταντο πλημμέλειες κατά τους ελέγχους.
42 Δεν συντρέχει επομένως παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον μάλιστα για την κατ' αποκοπήν μείωση επελέγη το χαμηλότερο ποσοστό. Δεν φαίνεται συνεπώς να υπάρχει λόγος ακυρότητας της αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με τη μη αναγνώριση των δαπανών για μέτρα παρεμβάσεως στον τομέα της δημόσιας αποθεματοποίησης σιτηρών.
II - Επιστροφές κατά την εξαγωγή λιωμένου τυριού
43 Ως αιτιολογία για τη μη αναγνώριση των δαπανών για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή λιωμένου τυριού η Επιτροπή παραθέτει ότι το εμπόρευμα δεν έφτασε στην αγορά της χώρας προορισμού, διότι δεν ήταν ποιότητας σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη και το ελάττωμά του αυτό οφειλόταν σε σφάλμα κατά την παραγωγή, που προϋπήρχε της εξαγωγής.
44 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το τυρί κατά τον χρόνο της εξαγωγής δεν είχε ελαττώματα, δεν παρουσίαζε προβλήματα από υγειονομική άποψη και ήταν κατάλληλο για κατανάλωση. Τα ανωτέρω δεν επηρεάστηκαν από την αλλοίωση της υφής του. Το εμπόρευμα εισήχθη σύμφωνα με τις ισχύουσες στη Σαουδική Αραβία διατάξεις και δεν διατυπώθηκαν παράπονα από τις αρμόδιες αρχές. Η καταστροφή των 14 256 χαρτοκιβωτίων αποφασίστηκε μόνο για την προστασία της καλής φήμης της επιχειρήσεως και για τη διατήρηση των σχέσεων με τον αγοραστή, οι οποίες ήσαν πολύ καλές και σημαντικές.
45 Σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 876/68 (18), η αξίωση για καταβολή της επιστροφής κατά την εξαγωγή γεννάται όταν προσκομιστεί η απόδειξη ότι τα προϋόντα έχουν εξαχθεί εκτός Κοινότητας.
46 Ως ημέρα της εξαγωγής νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 (19), «(...) η ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιείται η αποδοχή από την τελωνειακή υπηρεσία της διασάφησης εξαγωγής, στην οποία αναφέρεται ότι θα ζητηθεί επιστροφή».
47 Η ημέρα αυτή είναι, σύμφωνα με την παράγραφο 4, «(...) καθοριστική για τον προσδιορισμό της ποσότητας, της φύσης και των χαρακτηριστικών του εξαγομένου προϋόντος».
48 Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, η καταβολή της επιστροφής
«(...) εξαρτάται όχι μόνο από το αν το προϋόν έχει εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, αλλά επίσης (...) από το αν έχει εισαχθεί σε τρίτη χώρα (...) μέσα στους δώδεκα μήνες που έπονται της ημερομηνίας αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής (...).
Εξάλλου, οι αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών μπορούν να ζητήσουν συμπληρωματικές αποδείξεις που καταδεικνύουν, προς ικανοποίηση των αρμοδίων αρχών, ότι το προϋόν έχει πράγματι διατεθεί ως έχει στην αγορά της τρίτης χώρας εισαγωγής».
49 Καμία επιστροφή όμως δεν χορηγείται, σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87, «(...) όταν τα προϋόντα δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη (...)».
50 Σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, το προϋόν πρέπει
«(...) να έχει εισαχθεί ως έχει στην τρίτη χώρα (...) μέσα στους δώδεκα μήνες που έπονται της ημερομηνίας αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής».
51 Το άρθρο 17, παράγραφος 3, προβλέπει ότι το προϋόν θεωρείται ότι έχει εισαχθεί «(...) όταν διεκπεραιωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις για τη θέση του προς κατανάλωση στις τρίτες χώρες».
52 Στην παρούσα περίπτωση τίθενται, επομένως, δύο ερωτήματα:
1. Ήταν η ποιότητα του λιωμένου τυριού La Vache qui rit, που εξήχθη στη Σαουδική Αραβία σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη;
2. Το λιωμένο τυρί εισήχθη και διατέθηκε στην αγορά κατά τρόπο σύμφωνο προς τις διατάξεις του κανονισμού 3665/87;
Επί του ερωτήματος που αφορά τη σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητα
53 Επί του θέματος δεν υπάρχουν δεσμευτικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που να περιέχουν ορισμό της έννοιας της «σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας» και επομένως εναπόκειται καταρχήν στα κράτη μέλη να θεσπίσουν λεπτομερέστερες συναφώς διατάξεις (20).
54 Μια τέτοια εθνική διάταξη δεν πρέπει όμως να είναι αντίθετη προς την έννοια και τον σκοπό των κρίσιμων κοινοτικών ρυθμίσεων. Για να αποφευχθούν οι καταχρήσεις, η πληρωμή της επιστροφής υπόκειται, σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/87, «(...) επιπλέον στην προϋπόθεση ότι το προϋόν έχει εισαχθεί σε τρίτη χώρα και, κατά περίπτωση, έχει πραγματικά διατεθεί στην αγορά της τρίτης χώρας». Στην ένατη δε αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι τα προϋόντα, για τα οποία πρόκειται να χορηγηθεί επιστροφή κατά την εξαγωγή, πρέπει να είναι τέτοιας ποιότητας, «(...) ώστε να μπορούν να καταστούν εμπορεύσιμα υπό ομαλές συνθήκες».
55 Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να είναι κρίσιμο μόνο το γεγονός ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ούτε οι αρμόδιες για την εξαγωγή γαλλικές υπηρεσίες ούτε οι αρμόδιες για την εισαγωγή υπηρεσίες της Σαουδικής Αραβίας είχαν επιφυλάξεις ως προς την ποιότητα του εμπορεύματος. Αντίθετα είναι κρίσιμη η δυνατότητα διαθέσεως του εμπορεύματος στην αγορά υπό ομαλές συνθήκες.
56 Συναφώς, η ίδια η Γαλλική Κυβέρνηση εκθέτει ότι το τυροκομείο Bel αποφάσισε την καταστροφή μεγάλου μέρους του παραδοθέντος τυριού, επειδή ο εισαγωγέας παραπονέθηκε ότι θα είχε δυσκολία να διαθέσει το τυρί στην αγορά, λόγω της αλλοιώσεως της υφής του. Ακόμη και η αναφερθείσα μέριμνα για την καλή φήμη του τυροκομείου πρέπει να θεωρηθεί ένδειξη ότι ο παραγωγός ανέμενε δυσκολίες κατά τη διάθεση του προϋόντος στην αγορά.
57 Εφόσον όμως οι λόγοι αυτοί εμπόδιζαν τη διάθεση του εμπορεύματος στην αγορά, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το εμπόρευμα είχε ποιότητα σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη.
58 Τέλος πρέπει να παρατηρηθεί ότι η αποκλίνουσα από τη συνήθη υφή ποιότητα οφειλόταν, ακόμη και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, σε σφάλμα κατά την παραγωγή, έστω και αν το «ελάττωμα» αυτό εμφανίστηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια ελέγχου που πραγματοποίησε ο αγοραστής από τη Σαουδική Αραβία. Έτσι, από εσωτερικές έρευνες του παραγωγού προέκυψε ότι κατά τον χρόνο παραγωγής του επίμαχου προϋόντος υπήρξαν σφάλματα κατά τη διαδικασία παραγωγής. Επομένως το τυρί που εξήχθη είχε ήδη, κατά τον χρόνο της εξαγωγής, ελάττωμα, που είχε ως συνέπεια ότι η ποιότητά του δεν ήταν σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη. Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι δεν καταστράφηκαν όλες οι παρτίδες τυριού που παραδόθηκαν ή ότι παρόμοιο τυρί εξήχθη σε άλλες χώρες. Κρίσιμη είναι μόνον η συγκεκριμένη ατομική περίπτωση, για την οποία άλλωστε ζητήθηκε η επιστροφή κατά την εξαγωγή.
59 Κατά συνέπεια, πρέπει κατ' αρχάς να γίνει δεκτό ότι το τυρί που παραδόθηκε δεν ήταν ποιότητας σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87.
Επί του ερωτήματος κατά πόσον το εμπόρευμα διατέθηκε στην αγορά
60 Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, για τη γένεση της αξιώσεως καταβολής της επιστροφής κατά την εξαγωγή αρκεί να έχει εισαχθεί το παραδοθέν εμπόρευμα σύμφωνα με τη νομοθεσία περί εισαγωγών της τρίτης χώρας και να μην έχουν προβάλει αντιρρήσεις κατά της εισαγωγής οι αρμόδιες για την εισαγωγή υπηρεσίες.
61 Η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι αυτό και μόνο αρκεί, αλλά αντίθετα απαιτεί να αποδειχθεί ότι το εμπόρευμα διατέθηκε στην αγορά της χώρας προορισμού.
62 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το σύστημα των επιστροφών κατά την εξαγωγή έχει ως σκοπό «(...) να ανοίξει ή να διατηρήσει ανοικτές για τις κοινοτικές εξαγωγές τις αγορές των τρίτων χωρών, τις οποίες αφορά (...)» (21). Το Δικαστήριο συνήγαγε από το γεγονός αυτό το συμπέρασμα ότι ο σκοπός του συστήματος των επιστροφών θα καταστρατηγούνταν, αν για τη γένεση της αξιώσεως αρκούσε το εμπόρευμα να έχει απλώς εκφορτωθεί, χωρίς να έχει φθάσει στην αγορά της χώρας προορισμού. Η διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής διασφαλίζει καταρχήν την πραγματική είσοδο του εμπορεύματος στην αγορά της χώρας προορισμού. Αυτό όμως αποτελεί μόνο μια καταρχήν προϋπόθεση για την είσοδο στην αγορά και δεν είναι ταυτόσημο με τη διάθεση του εμπορεύματος στην αγορά.
63 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι είναι απαραίτητο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων του συστήματος των επιστροφών κατά την εξαγωγή, τα προϋόντα που επιδοτούνται με επιστροφή να φθάνουν πραγματικά στην αγορά προορισμού, προκειμένου να διατεθούν εκεί στο εμπόριο (22).
64 Το γεγονός ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 δίνει τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να απαιτήσουν άλλα έγγραφα (πέραν των σχετικών με την εισαγωγή), που να αποδεικνύουν «(...) ότι το προϋόν έχει πράγματι διατεθεί (...) στην αγορά της τρίτης χώρας εισαγωγής» (23), καταδεικνύει ότι η απόδειξη της εισαγωγής αποτελεί απλώς ένδειξη περί πραγματοποιήσεως του σκοπού των επιστροφών κατά την εξαγωγή και ότι επιτρέπεται η απόδειξη του αντιθέτου. Ο σκοπός όμως αυτός συνίσταται ακριβώς στο να καταστεί δυνατό να φθάσει το εμπόρευμα (τελικώς προς πώληση) στην αγορά προορισμού (24).
65 Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, η πραγματική είσοδος στην αγορά προορισμού αποκλείεται στην «(...) περίπτωση που η καταστροφή ή η επανεξαγωγή πραγματοποιείται μετά τη συμπλήρωση, στη χώρα προορισμού, των διατυπώσεων, από τις οποίες το κράτος αυτό εξαρτά τη θέση του προϋόντος σε ελεύθερη κυκλοφορία ή τη διάθεσή του στο εμπόριο στο έδαφός του, εφόσον η καταστροφή ή η επανεξαγωγή του προϋόντος είναι το αποτέλεσμα των αποφάσεων που έλαβαν οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους προορισμού κατά τη συμπλήρωση αυτών των διατυπώσεων» (25). Επιπλέον, το ελάττωμα του εμπορεύματος, που αποτέλεσε την αιτία των αποφάσεων αυτών, πρέπει να έχει εμφανιστεί πριν από τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων εισαγωγής.
66 Σε μια τέτοια περίπτωση δεν γεννάται αξίωση για την καταβολή της επιστροφής κατά την εξαγωγή. Στην παρούσα περίπτωση η καταστροφή του εμπορεύματος δεν ήταν βέβαια το αποτέλεσμα αποφάσεως των αρμοδίων υπηρεσιών του κράτους προορισμού, αλλά αντίθετα ο ίδιος ο παραγωγός εμπόδισε τη διάθεση του εμπορεύματος στην αγορά προορισμού.
67 Στην παρούσα περίπτωση το εμπόρευμα παραδόθηκε εν μέρει τον Δεκέμβριου του 1988 και η απόφαση για την καταστροφή ελήφθη τον Ιανουάριο του 1989. Έτσι το εμπόρευμα εισήχθη μεν κανονικά στη χώρα προορισμού και έφθασε στον αγοραστή, λίγο όμως μετά τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων εισαγωγής καταστράφηκε κατόπιν αποφάσεως του παραγωγού και έτσι δεν διατέθηκε στην αγορά προορισμού.
68 Ορθώς η Επιτροπή προέβη σε μειώσεις των χρηματοδοτήσεων του ΕΓΤΠΕ. Επομένως, το τελικό συμπέρασμα είναι ότι δεν ευσταθούν οι αιτιάσεις κατά των ενεργειών της Επιτροπής, άρα η προσφυγή της Γαλλικής Δημοκρατίας είναι αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
69 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Γαλλική Δημοκρατία, σύμφωνα με την εδώ προτεινόμενη λύση, ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Δ - Πρόταση
70 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων προτείνω:
«1) να απορριφθεί η προσφυγή,
2) να καταδικαστεί η Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - Πρόκειται για το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων.
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93.
(3) - Υπόθεση Γαλλία κατά Επιτροπής· βλ. σχετικά και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber που αναπτύχθηκαν στις 24 Μαρτίου 1998.
(4) - Απόφαση της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 1997, για την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών σχετικά με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 139, σ. 30).
(5) - Από την έρευνα αυτή προέκυψε ότι η ασυνήθης υφή οφειλόταν σε σφάλμα κατά την παραγωγή.
(6) - Τα υπόλοιπα 8 476 χαρτοκιβώτια πωλήθηκαν εντός της Σαουδικής Αραβίας.
(7) - Βλ. υποσημείωση 4.
(8) - Υπόθεση Γαλλία κατά Επιτροπής, όπ.π.
(9) - ΕΕ L 74, σ. 18.
(10) - Βλ. σχετικά προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber επί της υποθέσεως C-232/96, Γαλλία κατά Επιτροπής, όπ.π., σημεία 51 και 52 με περαιτέρω παραπομπές.
(11) - Αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 1993, C-48/91, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-5611, σκέψη 14), και της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 14).
(12) - Ο ίδιος ισχυρισμός προβλήθηκε επίσης στο πλαίσιο της υποθέσεως C-232/96, όπ.π.
(13) - Απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (όπ.π., σκέψη 33).
(14) - ΕΕ L 350, σ. 43.
(15) - Απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, όπ.π.
(16) - Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, C-49/94, Ιρλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-2683, σκέψη 22).
(17) - Αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 1996, C-50/94, Ελλάς κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-3331, σκέψη 26), της 7ης Φεβρουαρίου 1979, συνεκδικ. υποθ. 15/76 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1979, σ. 141, σκέψεις 32 επ.), και απόφαση επί της υποθέσεως Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 13.
(18) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί καθορισμού στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή και τα κριτήρια καθορισμού του ύψους τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 105).
(19) - Κανονισμός της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα (ΕΕ L 351, σ. 1).
(20) - Απόφαση της 8ης Ιουνίου 1994, C-371/92, Ελληνικά Δημητριακά (Συλλογή 1994, σ. Ι-2391, σκέψη 23).
(21) - Αποφάσεις της 2ας Ιουνίου 1976, 125/75, Eier-Kontor (Συλλογή τόμος 1976, σ. 325), της 2ας Μαρτίου 1977, 44/76, Eier-Kontor κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1977, σ. 127), της 11ης Ιουλίου 1984, 89/83, Dimex (Συλλογή 1984, σ. 2815), και της 28ης Μαρτίου 1996, C-299/94, Anglo-Irish Beef Processors International κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-1925).
(22) - Απόφαση Dimex, όπ.π.
(23) - Η υπογράμμιση δική μου.
(24) - Το Δικαστήριο αποφάνθηκε και στην απόφαση επί της υποθέσεως Eier-Kontor κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (όπ.π.) σχετικά με την απαίτηση αποδείξεως της διαθέσεως στο εμπόριο. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η απαίτηση μιας τέτοιας αποδείξεως δικαιολογείται λόγω της ανάγκης να παρεμποδιστούν οι απάτες (σκέψη 16 της αποφάσεως που αναφέρθηκε).
(25) - Απόφαση Dimex, όπ.π., σκέψη 18.
Full & Egal Universal Law Academy