Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Με την παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, που υπέβαλε το civilret i Hillerψd (Δανία) με διάταξη της 4ης Ioυλίου 1997, ζητείται η ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (1) (στο εξής: οδηγία 75/129), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1992 (2) (στο εξής: οδηγία 92/56).
2 Συγκεκριμένα, η υπό κρίση υπόθεση αφορά την ερμηνεία του όρου των «ομαδικών απολύσεων που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως» που εμπεριέχεται στις προαναφερθείσες διατάξεις.
3 To προδικαστικό αυτό ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ της Dansk Metalarbejderforbund (3), ενεργούσης κατ' εντολήν των John Lauge κ.λπ. (στο εξής: ενάγοντες), και Lψnmodtagernes Garantifond (στο εξής: εναγόμενος), που εκκρεμεί ενώπιόν του ανωτέρω δικαστηρίου.
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
Α - Οι κοινοτικές διατάξεις
4 H oδηγία 75/129 είναι σχετική με την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις. Πολλές διατάξεις της τροποποιήθηκαν με την οδηγία 92/56.
5 Στο τμήμα Ι, με τίτλο «Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής» της οδηγίας 75/129, και ειδικότερα στο άρθρο 1, αφού δίδονται οι ορισμοί των όρων «ομαδικές απολύσεις» και «εκπρόσωποι των εργαζομένων» (παράγραφος 1), προσδιορίζεται, στη συνέχεια (παράγραφος 2), σε ποιες περιπτώσεις δεν εφαρμόζεται η οδηγία.
6 Ειδικότερα, το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείo δδ, της οδηγίας 75/129, στην αρχική του μορφή, προέβλεπε ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται «επί των εργαζομένων που θίγονται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, εφόσον αυτή επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως». Αυτή η διάταξη καταργήθηκε από την οδηγία 92/56 (4), η οποία στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της όριζε «ότι πρέπει να προβλεφθεί ότι η οδηγία 75/129/ΕΟΚ εφαρμόζεται καταρχήν και στις ομαδικές απολύσεις που προκύπτουν από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης κατόπιν δικαστικής αποφάσεως».
7 Μεταξύ των διατάξεων που έχουν εφαρμογή σε περιπτώσεις ομαδικών απολύσεων, οι οποίες προκύπτουν από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχειρήσεως κατόπιν δικαστικής αποφάσεως είναι, συνεπώς, και το άρθρο 2, του τμήματος ΙΙ, της οδηγίας 75/129, όπως αντικαταστάθηκε από την οδηγία 92/56 (5), σχετικό με τη διαδικασία διαβουλεύσεων. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, ο εργοδότης που προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις υποχρεούται να πραγματοποιεί, εγκαίρως, διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας, να τους παρέχει όλες τις χρήσιμες πληροφορίες και να τους ανακοινώνει εγγράφως μια σειρά πληροφοριακών στοιχείων (6), να κοινοποιεί δε αντίγραφο των στοιχείων της γραπτής ανακοινώσεως στην αρμόδια δημόσια υπηρεσία.
8 αΟσον αφορά το τμήμα ΙΙΙ, της οδηγίας που αφορά τη «διαδικασία της ομαδικής απολύσεως», το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι «ο εργοδότης υποχρεούται να κοινοποιεί εγγράφως στην αρμόδια δημόσια αρχή κάθε σχεδιαζόμενη ομαδική απόλυση».
9 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, που προστέθηκε με την οδηγία 92/56, ορίζει ότι:
«Εντούτοις, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι, στην περίπτωση ενός σχεδίου ομαδικών απολύσεων που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, ο εργοδότης υποχρεούται να το κοινοποιήσει γραπτώς στην αρμόδια δημόσια αρχή μόνον κατόπιν αιτήσεώς της.»
10 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/129, ορίζει ότι οι ομαδικές απολύσεις, το σχέδιο των οποίων έχει κοινοποιηθεί στην αρμόδια δημόσια αρχή, ισχύουν το ενωρίτερο 30 ημέρες από την κοινοποίηση.
11 Το άρθρο 4, παράγραφος 4, που προστέθηκε με την οδηγία 92/56, ορίζει ότι:
«4. Τα κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόζουν το παρόν άρθρο επί των ομαδικών απολύσεων που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, εφόσον αυτή επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως.»
12 Από τις ανωτέρω διατάξεις της οδηγίας 75/129, όπως τροποποιήθηκαν, σχετικά με τις διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, την πληροφόρηση των τελευταίων και γενικότερα την ακολουθητέα διαδικασία σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, συνάγεται ότι εφαρμόζονται, καταρχήν, σε περίπτωση κατά την οποία η διακοπή της δραστηριότητας της επιχειρήσεως επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, περαιτέρω, ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προβλέψουν πως ορισμένες διατάξεις σχετικές με τη διαδικασία των ομαδικών απολύσεων, δηλαδή εκείνες που αφορούν την κοινοποίηση στην αρμόδια δημόσια αρχή και την αναβολή για τριάντα τουλάχιστον ημέρες της ενάρξεως των αποτελεσμάτων της ομαδικής απολύσεως, δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων που επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως.
Β - Η εθνική νομοθεσία
13 Οι δύο οδηγίες μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο του Βασιλείου της Δανίας με τον νόμο 414, της 1ης Ιουνίου 1994, περί των κοινοποιήσεων («Varslingsloven») (7).
14 Η Δανία χρησιμοποίησε την ευχέρεια που παρείχε στα κράτη μέλη το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο και το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129, ως ισχύει μετά την οδηγία 92/56.
15 Το άρθρο 1, παράγραφοι 6 και 7, του νόμου 414/1994 ορίζει ότι η διαδικασία των ομαδικών απολύσεων, ιδίως δε η προϋπόθεση ότι οι απολύσεις αυτές ισχύουν το νωρίτερο 30 ημέρες από την κοινοποίηση στην αρμόδια δημόσια αρχή, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση που «οι απολύσεις μισθωτών προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχειρήσεως η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως».
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
16 Η εταιρία του δανικού δικαίου Ideal-Line A/S, που εδρεύει στο Fεborg, υπέβαλε, στις 2 Νοεμβρίου 1994, ενώπιον του skifteret i Fεborg (πτωχευτικού δικαστηρίου του Fεborg) αίτηση κηρύξεώς της σε πτώχευση.
17 Αργότερα, αλλά κατά τη διάρκεια της ίδιας ημέρας, δηλαδή στις 2 Νοεμβρίου 1994, η διεύθυνση της εταιρίας προέβη σε προφορική καταγγελία της σχέσεως εργασίας όλων των ωρομισθίων εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των εναγόντων, στους οποίους γνωστοποιήθηκε ότι η απόλυσή τους θα άρχιζε να ισχύει από το βράδυ της 2ας Νοεμβρίου 1994. Κατά τη χρονική αυτή στιγμή η επιχείρηση διέκοψε τη δραστηριότητά της. Οι προφορικές καταγγελίες επιβεβαιώθηκαν εγγράφως στις 3 Νοεμβρίου 1994.
18 Κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, η Επιτροπή διευκρίνισε, χωρίς να αμφισβητηθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί της, αφενός ότι δεν προηγήθηκαν των ομαδικών απολύσεων διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ούτε πριν ούτε μετά την κατάθεση της αιτήσεως για την κήρυξη της πτωχεύσεως. Αφετέρου ανέφερε ότι, κατά το skifteret, αν και η επιχείρηση δεν λειτουργούσε κανονικά εκείνο το κρίσιμο χρονικό διάστημα και είχαν ήδη απολυθεί οι ωρομίσθιοι εργαζόμενοι, ωστόσο, ορισμένοι διοικητικοί υπάλληλοι δεν είχαν απολυθεί και ότι το skifteret επέτρεψε στους προσωρινούς διαχειριστές της περιουσίας της να ασκήσουν την διακριτική τους ευχέρεια συνεχίζοντας τη δραστηριότητα της επιχειρήσεως για να ανταποκριθούν σε ορισμένες υποχρεώσεις της, εκτελώντας κάποιες εντολές.
19 Οι απολύσεις δεν κοινοποιήθηκαν στην Arbejdsmarkedrεd, που είναι η δημόσια αρχή η οποία έχει αρμοδιότητα στη Δανία για την παραλαβή τέτοιου είδους κοινοποιήσεων, σύμφωνα με την οδηγία 75/129, επειδή ως αιτιολογία των απολύσεων προβαλλόταν ότι ο εργοδότης είχε υποβάλει αίτηση κηρύξεως πτωχεύσεως.
20 Στις 8 Νοεμβρίου 1994, το skifteret i Fεborg εξέδωσε, σύμφωνα με την σχετική αίτηση που είχε υποβάλει η εταιρία, απόφαση κηρύττουσα την πτώχευση. Με την απόφαση αυτή ως ημερομηνία ενάρξεως της πτωχευτικής διαδικασίας (fristdag) ορίσθηκε η 2α Νοεμβρίου 1994.
21 Οι δέκα ενάγοντες ωρομίσθιοι εργαζόμενοι θεώρησαν ότι, κατ' εφαρμογήν της οδηγίας 75/129 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56, και του νόμου 414/1994 με τον οποίο μεταφέρθηκαν οι οδηγίες αυτές στο εσωτερικό δίκαιο της Δανίας, η Ideal-Line A/S όφειλε να κοινοποιήσει τις επίμαχες απολύσεις τηρώντας την προθεσμία προειδοποιήσεως. Ζήτησαν δε την καταβολή 30 ημερομισθίων ως αποζημίωση για την παράλειψη τηρήσεως της προθεσμίας προειδοποιήσεως.
22 Οι ενάγοντες ζήτησαν από τον εναγόμενο (8) να διασφαλίσει την πληρωμή της εν λόγω απαιτήσεώς τους κατά του εργοδότη.
23 Ο εναγόμενος απέρριψε το αίτημα αυτό, με την αιτιολογία ότι σύμφωνα με την ισχύουσα κοινοτική (9) και εθνική (10) νομοθεσία, η Ideal-Line A/S δεν είχε υποχρέωση να κοινοποιήσει τις απολύσεις αυτές, δεδομένου ότι οι απολύσεις των εναγόντων πράγματι προκλήθηκαν από τη διακοπή της δραστηριότητας του εργοδότη η οποία επήλθε κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, δηλαδή από την κήρυξη της πτωχεύσεως.
24 ςΟπως αναφέρεται στη διάταξη της παραπομπής, ο εναγόμενος υποστήριξε ότι, σύμφωνα με το δανικό πτωχευτικό δίκαιο, όσον αφορά ορισμένα νομικά ζητήματα, η πτώχευση αρχίζει να αναπτύσσει έννομα αποτελέσματα από την ημερομηνία ενάρξεως της πτωχευτικής διαδικασίας (11). Κατά τον εναγόμενο, πάντοτε, το γεγονός ότι η τυπική απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως δεν εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1994, δηλαδή κατά την ημερομηνία κατά την οποία το skifteret παρέλαβε την αίτηση κηρύξεως πτωχεύσεως, αλλά μόλις 6 ημέρες αργότερα, οφείλεται αποκλειστικά στον πρακτικό λόγο ότι, συχνά, τα πτωχευτικά δικαστήρια, λόγω του τρόπου οργανώσεως της εργασίας τους, δεν έχουν τον χρόνο να αποφαίνονται επί των αιτήσεων κηρύξεως πτωχεύσεως κατά την ίδια την ημέρα της παραλαβής τους (12).
25 Στις 11 Απριλίου 1995, οι ενάγοντες άσκησαν αγωγή ενώπιον του civilret i Hillerψd, με αίτημα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αναγνωρίσει ότι η απόλυσή τους δεν επήλθε κατόπιν δικαστικής αποφάσεως.
ΙV - Το προδικαστικό ερώτημα
26 Με διάταξη της 4ης Ioυλίου 1997, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Ιουλίου 1997, το civilret i Hillerψd ζητεί από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του εξής ερωτήματος:
«Εμπίπτει στην έννοια των "ομαδικών απολύσεων που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως" του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56/ΕΟΚ, η περίπτωση κατά την οποία οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιήθηκαν κατά την ημερομηνία της υποβολής από τον εργοδότη της αιτήσεως περί κηρύξεώς του σε πτώχευση και της διακοπής των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως, εάν το πτωχευτικό δικαστήριο εξέδωσε, αργότερα μεν, αλλά χωρίς άλλη αναβολή πέραν της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της δικασίμου, την αιτηθείσα απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως ορίζοντας ως ημερομηνία ενάρξεως της πτωχευτικής διαδικασίας την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως κηρύξεως της πτωχεύσεως;»
V - Επί της ουσίας
27 Ο εθνικός δικαστής ερωτά κατά πόσον εμπίπτει στην έννοια των «ομαδικών απολύσεων που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως» η περίπτωση ομαδικής απολύσεως που πραγματοποιείται υπό τις περιγραφόμενες στη διάταξη της παραπομπής περιστάσεις. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως τούτο θα σήμαινε ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποκλείουν σε παρόμοιες περιπτώσεις την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 75/129, όπως ισχύει μετά την οδηγία 92/56, σχετικών με τη διαδικασία των ομαδικών απολύσεων (τμήμα ΙΙΙ, άρθρα 3 και 4).
28 Δηλαδή, ο εθνικός δικαστής ερωτά κατά πόσον εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56, ομαδικές απολύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την ημερομηνία της υποβολής από τον εργοδότη της αιτήσεως περί κηρύξεώς του σε πτώχευση και της διακοπής των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως, εάν το αρμόδιο skifteret εξέδωσε, αργότερα μεν, αλλά χωρίς άλλη αναβολή πέραν της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της δικασίμου, την αιτηθείσα απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως ορίζοντας ως ημερομηνία ενάρξεως της πτωχευτικής διαδικασίας την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως κηρύξεως της πτωχεύσεως.
29 O εναγόμενος προτείνει να δοθεί θετική απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα. Υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες απελύθησαν μετά από την παύση των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως, λόγω της επελθούσης πτωχεύσεώς της. Το γεγονός ότι η απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως εκδόθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1994, δηλαδή 6 μέρες μετά την υποβολή της σχετικής αιτήσεως, δεν αλλάζει τον αιτιώδη τούτο σύνδεσμο. H πτώχευση ήταν ήδη μια πραγματική κατάσταση στις 2 Νοεμβρίου 1994, όταν κατατέθηκε στο skifteret η σχετική αίτηση (13).
30 Ο εναγόμενος προβάλλει επίσης ότι από την τελολογική ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 75/129 προκύπτει ότι εξομοιώνονται από κάθε άποψη η περίπτωση ομαδικών απολύσεων από εργοδότη που κατέθεσε ήδη αίτηση κηρύξεως σε πτώχευση και έπαυσε τις εργασίες της επιχειρήσεως με εκείνη κατά την οποία οι ομαδικές απολύσεις γίνονται λόγω εκδόσεως της αποφάσεως κηρύξεως της πτωχεύσεως. Συμπεραίνει δε εκ των ανωτέρω ότι οι απολύσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο και του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 92/56.
31 Η επιχειρηματολογία αυτή του εναγομένου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα που έθεσε ο εθνικός δικαστής. Προς το συμπέρασμα αυτό οδηγούμεθα από τη γραμματική, την τελολογική και τη συστηματική ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν.
32 Καταρχάς, σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία, από το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 92/56, συνάγεται ότι αυτές οι δύο διατάξεις εφαρμόζονται σε περίπτωση «ομαδικών απολύσεων που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Δηλαδή, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ρητώς σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η διακοπή των δραστηριοτήτων μιας επιχειρήσεως επέρχεται μετά από δικαστική απόφαση.
33 Επομένως, η διατύπωση των διατάξεων αυτών προσδιορίζει μια χρονολογική σειρά και μια αιτιώδη σχέση, υπό την έννοια ότι η διακοπή των δραστηριοτήτων μιας επιχειρήσεως συμβαίνει μετά από την έκδοση δικαστικής αποφάσεως, είτε αυτή διατάσσεται από αυτήν την απόφαση είτε αποτελεί τουλάχιστον αναγκαία συνέπειά της, όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, με την άποψη της οποίας συμφώνησε κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία και το Dansk Metalarbejderforbund.
34 Ειδικότερα, όσον αφορά την κήρυξη της πτωχεύσεως, είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι ενλόγω διατάξεις εφαρμόζονται σε περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων μιας επιχειρήσεως που επέρχεται μετά την έκδοση αποφάσεως με την οποία κηρύσσεται η πτώχευση και όταν η διακοπή αποτελεί συνέπεια της αποφάσεως αυτής.
35 Εξάλλου, θεωρώ ότι δεν υπάρχουν στοιχεία συναγόμενα από το γράμμα των ερμηνευομένων διατάξεων που να μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε ότι οι παρεκκλίσεις εφαρμόζονται επίσης σε μία περίπτωση όπως αυτή στην υπό κρίση διαφορά. Στην τελευταία περίπτωση η διακοπή των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως επέρχεται όχι κατόπιν δικαστικής αποφάσεως αλλά με πρωτοβουλία του ιδίου του εργοδότη, την ίδια μέρα που κατέθεσε την αίτηση για την κήρυξή του σε πτώχευση, ήτοι πριν την κηρύσσουσα την πτώχευση δικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως του αν αυτή επήλθε πράγματι λίγες μέρες μετά, όπως εν προκειμένω.
36 Συνεπώς, μία αίτηση κηρύξεως σε πτώχευση, είτε υποβάλλεται από τον εργοδότη είτε από κάποιον άλλον, λόγου χάριν κάποιον δανειστή, δεν είναι, σύμφωνα με το γράμμα των διατάξεων, αρκετή για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, που εισάγουν παρέκκλιση από την υποχρέωση κοινοποιήσεως στην αρμόδια αρχή του σχεδίου ομαδικών απολύσεων. Επίσης, το γεγονός ότι, κατά το skifteret, ορισμένα έννομα αποτελέσματα της πτωχεύσεως επέρχονται νωρίτερα, πριν από την έκδοση της αποφάσεως, και συγκεκριμένα, ανατρέχουν στην μέρα υποβολής της σχετικής αιτήσεως, δεν μπορεί να είναι καθοριστικό για την εφαρμογή αυτών των σαφούς περιεχομένου εξαιρετικών διατάξεων της οδηγίας.
37 Τα ανωτέρω συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε βάσει της γραμματικής ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 92/56, επιβεβαιώνονται από την τελολογική ερμηνεία τους, δηλαδή από τον επιδιωκόμενο στόχο της οδηγίας.
38 Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις της, η οδηγία 75/129 έχει ως στόχο να ενισχύσει την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων από μονομερείς ενέργειες των εργοδοτών (14). Ο στόχος αυτός σαφώς ενδυναμώθηκε από την τροποποίηση που επέφερε η οδηγία 92/56, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οποίας η οδηγία 75/129 εφαρμόζεται καταρχήν και στις ομαδικές απολύσεις που προκύπτουν από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως.
39 Κατά τη γνώμη μου, τούτο σημαίνει ότι, μετά την έκδοση της οδηγίας 92/56, οι προστατευτικές για τους εργαζομένους διατάξεις της οδηγίας 75/129 εφαρμόζονται καταρχήν, εκτός από τις ρητώς προβλεπόμενες δυνατότητες παρεκκλίσεων, και στις ομαδικές απολύσεις που προκύπτουν από τη διακοπή της δραστηριότητας μιας επιχειρήσεως που επέρχεται μετά από δικαστική απόφαση η οποία κηρύσσει την πτώχευση.
40 Συνεπώς, εφαρμόζονται, δίχως δυνατότητα παρεκκλίσεων, οι διατάξεις που αφορούν τις αναγκαίες διαβουλεύσεις και την ενημέρωση των εκπροσώπων των εργαζομένων (15) οσάκις ο εργοδότης προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις, οι δε διαβουλεύσεις πρέπει να γίνονται εγκαίρως.
41 Επιπλέον, οι διατάξεις που αφορούν τη διαδικασία της ομαδικής απολύσεως (16) και, συγκεκριμένα, την κοινοποίηση στην αρμόδια δημόσια αρχή και την προθεσμία ενάρξεως των αποτελεσμάτων των ομαδικών απολύσεων, δηλαδή από πότε αυτές ισχύουν, εφαρμόζονται επίσης σε περιπτώσεις διακοπής της δραστηριότητας μιας επιχειρήσεως που επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, εκτός και αν έγινε χρήση από τα κράτη μέλη, όπως στην υπό κρίση υπόθεση από το Βασίλειο της Δανίας, της ευχερείας παρεκκλίσεως που παρέχεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56. Ακριβώς δε επειδή πρόκειται για παρέκκλιση από γενική διάταξη, οι θεσπισθείσες εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενώς και με στόχο να μην διακινδυνεύεται η εκπλήρωση του βασικού σκοπού της οδηγίας, που είναι η παροχή ενός ελάχιστου ορίου προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων που αποφασίζει ο εργοδότης τους (17).
42 Συνεπώς, από τον στόχο της οδηγίας προκύπτει το συμπέρασμα ότι απαιτείται να ερμηνεύονται στενώς οι εισάγουσες παρεκκλίσεις σε βάρος των εργαζομένων διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 92/56, ούτως ώστε οι διατάξεις αυτές να εφαρμόζονται σε περιπτώσεις διακοπής της δραστηριότητας μιας επιχειρήσεως που επέρχεται μόνο μετά από προηγούμενη δικαστική απόφαση.
43 Προς επίρρωση των ανωτέρω συμπερασμάτων που προκύπτουν από την γραμματική και την τελολογική ερμηνεία, μπορούμε, νομίζω, να αντλήσουμε επιχειρήματα και από τη συστηματική ερμηνεία. Δηλαδή, μπορούμε να ερμηνεύσουμε τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129, όπως ισχύει μετά την οδηγία 92/56, στο πλαίσιο του συνόλου των κανόνων που τίθενται σε αυτές τις οδηγίες, σχετικά με τα τηρητέα στάδια της διαδικασίας από τον εργοδότη ο οποίος επιθυμεί να προβεί σε ομαδικές απολύσεις.
44 Πρέπει να τονισθεί ότι η οδηγία 75/129 δεν περιορίζει την ελευθερία του εργοδότη να προβεί ή όχι σε ομαδικές απολύσεις (18). Εφόσον όμως προτίθεται να το πράξει πρέπει να τηρήσει τις προβλεπόμενες διατυπώσεις που θεσπίζονται με τις διατάξεις της. Η οδηγία, εξάλλου, δεν θέτει κάποιο χρονικό σημείο κατά το οποίο ο εργοδότης οφείλει να αρχίσει τη διαδικασία διαβουλεύσεων. Τον μόνον περιορισμό που θέτει για τον εργοδότη το άρθρο 2, όπως έχει αντικατασταθεί από την οδηγία 92/56, είναι ότι αυτός οφείλει να προβεί στις διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων εγκαίρως, με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας μαζί τους. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, «οι διαβουλεύσεις αφορούν τουλάχιστον τις δυνατότητες αποφυγής ή μείωσης των ομαδικών απολύσεων, καθώς και τις δυνατότητες άμβλυνσης των συνεπειών, διά της προσφυγής σε συνοδευτικά κοινωνικά μέτρα με σκοπό τη βοήθεια για την επαναπασχόληση ή τον αναπροσανατολισμό των απολυομένων εργαζομένων».
45 Το ενδεχόμενο μεταγενέστερο στάδιο, κατά τις διατάξεις της οδηγίας (άρθρα 3 και 4), εφόσον, δηλαδή, ο εργοδότης αποφασίσει να προβεί σε ομαδικές απολύσεις, συνίσταται στην κοινοποίηση του σχεδίου ομαδικών απολύσεων στην αρμόδια δημόσια αρχή, η οποία διαθέτει στη συνέχεια τουλάχιστον τριάντα μέρες για την εξεύρεση λύσεων στα προβλήματα που δημιουργούνται από τις σχεδιαζόμενες ομαδικές απολύσεις. Οι ομαδικές απολύσεις που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας αυτής δεν ισχύουν παρά μόνον αν λήξει η προθεσμία των τριάντα ημερών.
46 Για να επιτυγχάνεται ο στόχος της οδηγίας που έγκειται στην προστασία των εργαζομένων, πρέπει οι κανόνες τους οποίους θέτει, όσον αφορά τα διαδοχικά στάδια της διαδικασίας ομαδικών απολύσεων που προβλέπει (διαβουλεύσεις του εργοδότη με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, εφόσον προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις, ανακοίνωση σε αυτούς όλων των σχετικών χρησίμων πληροφοριών και κοινοποίηση αντιγράφου των στοιχείων της γραπτής ανακοινώσεως στην αρμόδια δημόσια αρχή, κοινοποίηση στην αρχή αυτή του σχεδίου ομαδικών απολύσεων) να διατηρούν πλήρως το χρήσιμο αποτέλεσμά τους (19).
47 Το χρήσιμο αποτέλεσμα των διατάξεων της οδηγίας όμως δεν θα διασφαλιζόταν αν θεωρούσαμε ότι οι εισάγουσες παρέκκλιση διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 92/56, έχουν την έννοια ότι η υποχρέωση του εργοδότη να κοινοποιεί στην αρμόδια δημόσια αρχή κάθε σχέδιο ομαδικών απολύσεων θα έπαυε να υφίσταται από τη στιγμή της υποβολής σχετικού αιτήματος για την έκδοση δικαστικής αποφάσεως περί διακοπής της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, όπως άλλωστε ορθώς συμπεραίνει η Επιτροπή. Αυτή η contra legem ερμηνεία θα μπορούσε, δηλαδή, να λειτουργήσει ως Δούρειος Ίππος υπό την έννοια ότι σε αυτή την περίπτωση ουσιαστικά δεν θα τηρείτο η προβλεπόμενη από την οδηγία 75/129, όπως τροποποιήθηκε, διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, από τη στιγμή υποβολής σχετικής αιτήσεως για την έκδοση δικαστικής αποφάσεως και όχι μετά την έκδοση δικαστικής αποφάσεως περί διακοπής της δραστηριότητας της επιχειρήσεως (20).
48 Θεωρώ δε ότι το συμπέρασμα αυτό δεν είναι δυνατόν να διαφοροποιηθεί από το γεγονός ότι στο δανικό δίκαιο ο χρόνος μεταξύ υποβολής του αιτήματος και εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως περί κηρύξεως σε πτώχευση είναι πολύ βραχύς. Το συμπέρασμα αυτό θα ήταν το ίδιο ακόμη και αν το μεσολαβούν χρονικό διάστημα ήταν, λόγω ιδιαιτεροτήτων των εθνικών εννόμων τάξεων, μεγαλύτερο. Η προστασία που παρέχεται στους εργαζομένους από την οδηγία 75/129, όπως τροποποιήθηκε, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες των εθνικών δικαίων διότι τούτο θα ήταν αντίθετο τόσο προς την εξασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των διατάξεων της οδηγίας αυτής (21) όσο και γενικότερα προς την αρχή της υπεροχής του κοινοτικού έναντι των εθνικών δικαίων.
49 Εξάλλου, ακριβώς στο στάδιο αυτό, κατά το οποίο αναμένεται να ληφθεί μια απόφαση σχετικά με τη διατήρηση, την αναδιάρθρωση ή την οριστική παύση των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως (22), η ανάγκη προστασίας των εργαζομένων σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας καθίσταται περισσότερο επιτακτική (23). Επομένως, είναι απόλυτα σύμφωνο με τον στόχο της οδηγίας οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις διατάξεις που αφορούν την ακολουθητέα διαδικασία σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων να εξακολουθούν να βαρύνουν τον εργοδότη οπωσδήποτε έως ότου εκδοθεί η δικαστική απόφαση. Σε αντίθετη περίπτωση, η ομαδική απόλυση είναι παράνομη με όλες τις εκ του γεγονότος αυτού απορρέουσες έννομες συνέπειες (24).
50 Εν συνόψει, θεωρώ ότι οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56, εφαρμόζονται αποκλειστικά στην περίπτωση ομαδικών απολύσεων οι οποίες οφείλονται στη διακοπή της δραστηριότητας επιχειρήσεως που επέρχεται μετά την ημερομηνία εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως και η οποία είναι αναγκαία συνέπεια αυτής της αποφάσεως.
VI - Πρόταση
51 Κατά συνέπεια, ενόψει της αναλύσεως που προηγήθηκε, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που έθεσε το civilret i Hillerψd ως εξής:
«Το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1992, σημαίνουν ότι δεν εμπίπτει στην έννοια των "ομαδικών απολύσεων που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως" η περίπτωση κατά την οποία οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιήθηκαν κατά την ημερομηνία της υποβολής από τον εργοδότη της αιτήσεως περί κηρύξεώς του σε πτώχευση και της διακοπής των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως, εάν το skifteret εξέδωσε αργότερα, έστω και χωρίς άλλη αναβολή πέραν της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της δικασίμου, την αιτηθείσα απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως ορίζοντας ως ημερομηνία ενάρξεως της πτωχευτικής διαδικασίας την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως κηρύξεως της πτωχεύσεως.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 44.
(2) - ΕΕ L 245 της 26ης Αυγούστου 1992, σ. 3.
(3) - Πρόκειται για την Δανική ομοσπονδία των εργαζομένων στη μεταλλουργία (Danish Metalworkers Federation).
(4) - Αρθρο 1, σημείο 1, υπό ββ.
(5) - Αρθρο 1, σημείο 2.
(6) - Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 2, ο εργοδότης οφείλει να κοινοποιεί στους εκπροσώπους των εργαζομένων, μεταξύ άλλων, τους λόγους του σχεδίου απολύσεων, τον αριθμό και τις κατηγορίες των υπό απόλυση εργαζομένων, την περίοδο κατά την οποία πρόκειται να γίνουν οι απολύσεις κ.ά.
(7) - Lovtidende 1994, σ. 1963.
(8) - Ο εναγόμενος, Lψnmodtagernes Garantifond, είναι ο οργανισμός εγγυήσεως που διασφαλίζει στη Δανία, σύμφωνα με την οδηγία 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35), την πληρωμή των υπαγομένων στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας απαιτήσεων των μισθωτών κατά αφερέγγυων εργοδοτών. H οδηγία 80/987 έχει μεταφερθεί στο δανικό δίκαιο με τον Lov om Lψnmodtagernes Garantifond (νόμο περί του Lψnmodtagernes Garantifond, ο οποίος έχει δημοσιευθεί και κωδικοποιηθεί στις 12 Φεβρουαρίου 1988 υπό τον αριθμό 77 (Lovtidende 1988, σ. 256), όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 380, της 6ης Ιουνίου 1991 (Lovtidende 1991, σ. 1499).
(9) - Συγκεκριμένα, πρόκειται για το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56.
(10) - Πρόκειται για το άρθρο 1, παράγραφοι 6 και 7, του νόμου 414/1994.
(11) - Ακριβέστερα, όπως εξηγείται στη διάταξη της παραπομπής, η ημερομηνία αυτή είναι αποφασιστική, μεταξύ άλλων, προκειμένου να προσδιορισθούν ποιοι κανόνες διέπουν την ικανοποίηση των πιστωτών από την πτωχευτική περιουσία, ποιες πράξεις είναι ακυρώσιμες και ποιες μισθολογικές απαιτήσεις πρέπει να θεωρούνται ως προνομιακές απαιτήσεις. Περαιτέρω στη διάταξη της παραπομπής αναφέρεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 17 του δανικού νόμου περί πτωχεύσεως επιβάλλουν την κήρυξη ενός οφειλέτη σε κατάσταση πτωχεύσεως όταν τούτο ζητείται από τον οφειλέτη και αυτός βρίσκεται σε κατάσταση παύσεως των πληρωμών. Ο νόμος ορίζει ότι ένας οφειλέτης βρίσκεται σε κατάσταση παύσεως των πληρωμών όταν αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη του κατά τη λήξη τους, εκτός αν η αδυναμία πληρωμών πρέπει να θεωρηθεί ως απλώς παροδική.
(12) - Αυτός είναι, κατά τον εναγόμενο, μεταξύ άλλων, ο λόγος για τον οποίο εισήχθη στο δανικό πτωχευτικό δίκαιο το σύστημα του προσδιορισμού της ημερομηνίας ενάρξεως της πτωχευτικής διαδικασίας, ώστε, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της υποβολής της αιτήσεως κηρύξεως πτωχεύσεως και της εκδόσεως της αποφάσεως περί κηρύξεως της πτωχεύσεως, η πτωχευτική περιουσία να παραμένει άθικτη.
(13) - O εναγόμενος, επικαλούμενος και σχετική γνωμοδότηση του Sψ-og Handelsret i Kψbenhavn (ναυτικό και εμπορικό δικαστήριο της Κοπεγχάγης), δοθείσα σε απάντηση αιτήματος του Τμήματος νομοθεσίας του δανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, κατά το στάδιο των εργασιών μεταφοράς της οδηγίας 92/56 στο δανικό δίκαιο, θεωρεί ότι η απόλυση των εργαζομένων της επιχειρήσεως που λαμβάνει χώρα αμέσως πριν από τη δικαστική απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως αποτελεί στοιχείο της εκδόσεως της αποφάσεως. Είναι δε, κατά την άποψή του, αναγκαία για να περιορίσει τις απώλειες της υπό πτώχευση επιχειρήσεως, να περιορίσει δηλαδή περαιτέρω ζημίες για τον οφειλέτη, σε βάρος των πιστωτών, γιατί διαφορετικά η δαπάνη των ημερομισθίων των εργαζομένων για έξι ημέρες θα επιβάρυνε περισσότερο την πτωχευτική περιουσία.
(14) - Πρβλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. Lenz στην υπόθεση 284/83, Dansk Metalarbejderforbund κατά Nielsen & Sψn (Συλλογή 1985, σ. 556) επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1985 (Συλλογή 1985, σ. 553).
(15) - Τμήμα ΙΙ (άρθρο 2) της οδηγίας 75/129, όπως έχει αντικατασταθεί από την οδηγία 92/56.
(16) - Τμήμα ΙΙΙ (άρθρα 3 και 4) της οδηγίας 75/129.
(17) - Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 75/129, όπως συμπληρώθηκε από την οδηγία 92/56, δεν θίγεται από τις διατάξεις της η ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν ή να εκδίδουν διατάξεις περισσότερο ευνοϋκές για τους εργαζόμενους, ή να προωθούν ή να επιτρέπουν την εφαρμογή ευνοϋκότερων συμβατικών διατάξεων για τους εργαζόμενους.
(18) - Βλ. την ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 14 απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1985, Dansk Metalarbejderforbund κατά Nielsen & Sψn, (σκέψη 10).
(19) - Υπενθυμίζω ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον του ακροατηρίου η Επιτροπή τόνισε ότι στην υπό κρίση διαφορά η διεύθυνση της επιχειρήσεως που κηρύχθηκε αργότερα σε πτώχευση δεν άρχισε, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο, δηλαδή πριν ή μετά την υποβολή της αιτήσεως για την κήρυξη σε πτώχευση, τη διαδικασία διαβουλεύσεων με τους εκπροσώπους των εργαζομένων.
(20) - Η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία ανέφερε ότι, κατά το skifteret, αν και η επιχείρηση δεν λειτουργούσε κανονικά εκείνο το κρίσιμο χρονικό διάστημα και είχαν ήδη απολυθεί οι ωρομίσθιοι εργαζόμενοι, ωστόσο, ορισμένοι διοικητικοί υπάλληλοι δεν είχαν απολυθεί και ότι το skifteret επέτρεψε στους προσωρινούς διαχειριστές της περιουσίας της να ασκήσουν την διακριτική τους ευχέρεια συνεχίζοντας τη δραστηριότητα της επιχειρήσεως για να ανταποκριθούν σε ορισμένες υποχρεώσεις της, εκτελώντας κάποιες εντολές.
(21) - Υπενθυμίζω ότι στην απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-58/95, C-75/95, C-112/95, C-119/95, C-123/95, C-135/95, C-140/95, C-141/95, C-154/95 και C-157/95, Gallotti κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-4345, σκέψη 14) το Δικαστήριο τόνισε ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση, στο πλαίσιο της ελευθερίας που τους παρέχεται από το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, να επιλέγουν τον τύπο και τα μέσα που είναι πλέον πρόσφορα για την εξασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των οδηγιών [βλ. και την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, υπόθεση 48/75, Royer (Συλλογή τόμος 1976, σ. 203, σκέψη 75)], ενώ το άρθρο 5 της Συνθήκης επιβάλλει στα κράτη αυτά την υποχρέωση να λαμβάνουν, υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, κάθε πρόσφορο μέτρο που θα εγγυάται την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου [βλ. και τις αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 1994, υπόθεση C-382/92, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1994, σ. Ι-2435, σκέψη 55) και υπόθεση C-383/92, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1994, σ. Ι-2479, σκέψη 40)].
(22) - Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι μπορεί να υφίσταται δικαστική απόφαση κατά την έννοια της οδηγίας όχι μόνο στο πλαίσιο διαδικασίας πτωχεύσεως αλλά επίσης σε κάθε διαδικασία, η οποία, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, σκοπεί στη συνολική ικανοποίηση των απαιτήσεων (paiement global) των δανειστών του εργοδότη. Όπως αναφέρει, είναι δυνατόν να εκδοθεί δικαστική απόφαση, παραδείγματος χάριν, όσον αφορά την τήρηση των απαιτήσεων ασφαλείας στο χώρο εργασίας, της προστασίας του περιβάλλοντος ή του σεβασμού των ειδικών όρων παραγωγής για την προστασία της δημόσιας υγείας.
(23) - Όπως εξάλλου υπενθύμισε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, μετά την κατάθεση της αιτήσεως δεν αποκλείεται να επιτευχθεί συμβιβασμός μεταξύ του οφειλέτου και των πιστωτών και αυτή η προοπτική θα είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση της εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως. Επίσης δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι συχνά η αίτηση για την κήρυξη σε πτώχευση προέρχεται από κάποιο δανειστή και τούτο σημαίνει ότι το επιλαμβανόμενο δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει το βάσιμο του αιτήματος, και τούτο ασφαλώς επιδρά και στη διάρκεια της διαδικασίας.
(24) - Όπως αναφέρει η Επιτροπή (τόσο στο σημείο 40 των γραπτών παρατηρήσεών της όσο και κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία) ο δε ισχυρισμός της δεν αμφισβητήθηκε, και μόνο το γεγονός ότι η διεύθυνση της επιχειρήσεως δεν φαίνεται ότι προέβη στις απαιτούμενες διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, παρότι είχε την πρόθεση να προβεί σε ομαδικές απολύσεις, αρκεί να επιφέρει τις συνέπειες του άρθρου 11 του νόμου 414/1994 για την αποζημίωση των εργαζομένων και του άρθρου 12 για την επιβολή κυρώσεως υπό μορφήν προστίμου.
Full & Egal Universal Law Academy