Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Η παρούσα υπόθεση αφορά τη νομιμόμητα διαφόρων διορθώσεων των δαπανών που χρηματοδούνται από το ΕΓΤΠΕ (1) εις βάρος της Ιταλίας. Πρόκειται τόσο για αναλυτικές διορθώσεις όσο και για κατ' αποκοπήν διορθώσεις ύψους από 2 έως 10 % για δώδεκα συνολικά περιπτώσεις.
2 Η Επιτροπή, στην απόφαση 97/333/ΕΚ (2) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι τα ακόλουθα ποσά δεν μπορούν να καταλογισθούν στο ΕΓΤΠΕ:
Α. ποσό 17 361 126 678 ιταλικών λιρών (ITL) ως δαπάνες προκαταβολικής πληρωμής των επιστροφών στον τομέα του βοείου κρέατος λόγω ανεπαρκών ελέγχων, χρησιμοποιήσεως εσφαλμένων ετικετών και μεταποιήσεως ήδη ψημένου κρέατος·
Β. ποσό 2 686 311 350 ITL που αφορά παράνομη παύση καλλιέργειας καλλιεργησίμων γαιών·
Γ. ποσό 76 987 797 ITL ως δαπάνες δημόσιας αποθεματοποιήσεως λόγω ανεπαρκών ελέγχων·
Δ. ποσό 911 895 729 ITL ως δαπάνες δημόσιας αποθεματοποιήσεως για ζάχαρη λόγω ανεπαρκών ελέγχων·
Ε. ποσό 22 731 751 579 ITL (3) ως ενίσχυση για την κατανάλωση ελαιολάδου λόγω ανεπαρκειών της διοικητικής διαδικασίας στο πλαίσιο της ανακλήσεως της αδείας επιχειρήσεων συσκευασίας ελαιολάδου·
ΣΤ. ποσό 8 155 895 000 ITL ως δαπάνες στον τομέα της υποχρεωτικής αποστάξεως λόγω εσφαλμένων στοιχείων σχετικά με τις προς απόσταξη ποσότητες·
Ζ. ποσό 2 165 691 000 ITL που αφορά την επιστροφή δαπανών ιδιωτικής αποθεματοποιήσεως για πλεονάσματα οίνου λόγω εσφαλμένων στοιχείων σχετικά με τις πλεονάζουσες ποσότητες·
Η. ποσό 3 382 118 277 ITL που αφορά την επιστροφή δαπανών για την οριστική παύση καλλιέργειας αμπελουργικών εκτάσεων λόγω ανεπαρκών ελέγχων·
Θ. ποσό 5 771 993 000 ITL που αφορά λογιστικές διορθώσεις αποθεμάτων βοείου κρέατος με κόκαλα κατά τη δήλωση των ετησίων δαπανών λόγω της μη λήψεως υπόψη των ποσοτικών απωλειών (4) κατά την αποθεματοποίηση·
Ι. ποσό 243 553 000 ITL που αφορά την προκαταβολική αφαίρεση των προβλεπομένων ποσοτικών απωλειών βοείου κρέατος χωρίς κόκαλα, λόγω της συστηματικής αφαιρέσεως τέτοιων απωλειών χωρίς περαιτέρω έλεγχο·
ΙΑ. ποσό 778 000 000 ITL λόγω εκπροθέσμων πληρωμών που έγιναν στο πλαίσιο παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος χωρίς κόκαλα·
ΙΒ. ποσό 27 804 654 011 ITL ως πριμοδοτήσεις για πρόβειο και αίγειο κρέας λόγω ακαταλληλότητας της διοικήσεως και των ελέγχων.
ΙΙ - Τα αιτήματα των διαδίκων
3 Με τη προσφυγή της η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί σε ορισμένα σημεία την πλήρη ακύρωση και σε άλλα σημεία τη μείωση των γενομένων διορθώσεων. Ουσιαστικά στηρίζει το αίτημά της αυτό στη δυσαναλογία των εν λόγω ποσών σε σχέση με τον κίνδυνο που διατρέχει το ΕΓΤΠΕ, σε δυσχέρειες όσον αφορά την ερμηνεία διατάξεων κοινοτικού δικαίου, σε επαρκείς ελέγχους, στη συσσώρευση αναλυτικών και κατ' αποκοπήν διορθώσεων, στην έλλειψη ευθύνης της για ορισμένες ελλείψεις, στον εσφαλμένο υπολογισμό εκ μέρους της Επιτροπής, στην ύπαρξη απλώς και μόνον καθαρά τυπικών παρατυπιών και στην εν τω μεταξύ επιτευχθείσα βελτίωση του συστήματος ελέγχου.
4 Η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί:
να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής της 23ης Απριλίου 1997 [C(97) 1180 τελικό], στο μέτρο που με αυτή αποκλείστηκαν τα προαναφερθέντα ποσά (5) από την εκκαθάριση των λογαριασμών της Ιταλικής Δημοκρατίας σχετικά με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1993.
5 Η Επιτροπή ζητεί:
1) να απορριφθεί η προσφυγή και
2) να καταδικασθεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
6 Η Επιτροπή δικαιολογεί τις γενόμενες διορθώσεις αναφερόμενη ουσιαστικά σε ανεπαρκείς ελέγχους και παραβάσεις διατάξεων κοινοτικού δικαίου.
7 Οι περαιτέρω ισχυρισμοί των διαδίκων επί των οικείων ποσών θα εξετασθούν, στο μέτρο που είναι απαραίτητο, κατά την ανάπτυξη της γνώμης μου επί της υποθέσεως.
ΙΙΙ - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Α - Προκαταβολική πληρωμή των επιστροφών στον τομέα του βοείου κρέατος
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
8 Το σύστημα της προκαταβολικής πληρωμής των επιστροφών κατά την εξαγωγή συνίσταται κατ' ουσίαν στη δυνατότητα να γίνουν ήδη πληρωμές όταν τα επεξεργασμένα προϋόντα ή εμπορεύματα δεν έχουν ακόμη υποβληθεί στον τελωνειακό έλεγχο. Πρέπει όμως στην περίπτωση αυτή να εξασφαλίζεται ότι αυτά τα προϋόντα ή τα εμπορεύματα θα εξαχθούν εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Κίνδυνοι για το σύστημα προκαταβολικής πληρωμής των επιστροφών μπορούν να παρουσιαστούν ιδίως κατά την αποθεματοποίηση (αντικατάσταση των προϋόντων ή εμπορευμάτων), τη δήλωση των ποσοτήτων, τη μη τήρηση των ισχυουσών διατάξεων και, τέλος, κατά την ίδια την εξαγωγή.
9 Κατά συνέπεια, οι αρμόδιες εθνικές τελωνειακές αρχές είναι υποχρεωμένες να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίζουν την εποπτεία και τον έλεγχο των εμπορευμάτων και προϋόντων που υπόκεινται στο σύστημα προκαταβολικής πληρωμής των επιστροφών, μέχρις ότου αυτά εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (6). Οι εξαγωγείς προϋόντων και εμπορευμάτων πρέπει, για τον λόγο αυτό, να προσκομίζουν έγγραφα που να βεβαιώνουν την εκάστοτε εισαγωγή και εξαγωγή, τις μεταφορές και τους ελέγχους, καθώς και την αποθεματοποίηση. Οι τελωνειακές αρχές πρέπει, κατά την περίοδο της προκαταβολικής πληρωμής των επιστροφών, να είναι, ανά πάσα στιγμή, σε θέση να προσδιορίσουν με ακρίβεια και να εντοπίσουν τα εμπορεύματα ή προϋόντα.
Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
10 Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την ύπαρξη ανεπαρκειών και ελλείψεων κατά τους ελέγχους, υποστηρίζει όμως ότι αυτές θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μόνο διορθώσεις συνολικού ύψους 2 %, και όχι διορθώσεις ύψους 5 %, όπως αυτές στις οποίες προέβη η Επιτροπή.
11 Οι διορθώσεις, στο σύνολο τους, είναι δυσανάλογες προς τις αποκαλυφθείσες παρατυπίες. Το ΕΓΤΠΕ δεν διέτρεξε σημαντικό κίνδυνο εξ αιτίας του μειωμένου αριθμού των ελέγχων. Επίσης, αποτελεί απλώς και μόνον τυπικό σφάλμα το γεγονός ότι το εν λόγω βόειο κρέας ψήθηκε ήδη πριν από τον τελωνειακό έλεγχο. Αυτό, εν πάση περιπτώσει, δεν δημιουργεί κίνδυνο ζημίας για το ΕΓΤΠΕ. Ακόμη οι εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου είναι ασαφείς, πράγμα όμως που δεν θα έπρεπε να αποβεί εις βάρος της Ιταλίας. Εκτός αυτού, οι διαδικασίες ελέγχου υπέστησαν εν τω μεταξύ αντίστοιχες τροποποιήσεις. Απ' όλα αυτά προκύπτει ότι η διόρθωση του 5 % είναι δυσανάλογη.
12 Κύριο αντικείμενο επικρίσεως εκ μέρους της Επιτροπής αποτελούν οι ανεπαρκείς έλεγχοι των ιταλικών τελωνειακών αρχών κατά την είσοδο του κρέατος στην επικράτεια και κατά τη διάρκεια της αποθεματοποίησης. Τις ελλείψεις αυτές είχε ήδη επισημάνει η Επιτροπή κατά τη διάρκεια των ερευνών της μεταξύ των ετών 1988/89 και 1992/93. Βελτιώσεις έγιναν αισθητές το πρώτον κατά τον Μάιο 1995· κατά τους τελευταίους κρίσιμους για την παρούσα υπόθεση ελέγχους, που έλαβαν χώρα στα τέλη 1993/αρχές 1994, διαπιστώθηκαν και πάλι όλες οι παλιές ελλείψεις. Δεν ήταν έτσι πάντοτε δυνατό να διαπιστωθεί αν υπήρχαν πράγματι και ήταν σύμφωνες προς τις ισχύουσες διατάξεις οι υπαγόμενες στο σύστημα προκαταβολικής πληρωμής των επιστροφών ποσότητες. Δεν μπορούσε να αποκλεισθεί η αντικατάσταση των εμπορευμάτων ή μεταβολή της ποσότητας. Όπως προέκυψε, διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές κατά τους ελέγχους μεταξύ των διαφόρων τελωνειακών περιφερειών. Σε ορισμένες αποθήκες πρόσβαση είχαν μόνον οι επιθεωρητές του τελωνείου, ενώ σε άλλες αποθήκες υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση. Οι ανεπαρκείς έλεγχοι οφείλονταν επίσης στην ασαφή κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των τελωνειακών αρχών και του εθνικού ινστιτούτου ελέγχου τροφίμων (ΙΝCΑ). Δεν ελάμβαναν χώρα έλεγχοι μεταξύ εκτελωνισμού και μεταποιήσεως ή αποθεματοποιήσεως στην επιχείρηση, ούτε μετά την απομάκρυνση από την αποθήκη. Εξάλλου, το ΙΝCΑ προβαίνει σε ελέγχους που αφορούν μόνον την υγιεινή των τροφίμων, και όχι την τήρηση των κανόνων της προκαταβολικής πληρωμής των επιστροφών. Το ψήσιμο του βοείου κρέατος πριν από τη μεταποίηση δεν επιτρέπεται, διότι κατόπιν αυτού δεν είναι πλέον δυνατό να εντοπιστεί το βασικό προϋόν. Όσον αφορά τις ετικέτες, η Επιτροπή αναφέρει ότι σε μια περίπτωση μια επιχείρηση παρήγγειλε και επέθεσε μόνη της τις ετικέτες ελέγχου οι οποίες δεν συμφωνούσαν με τις ετικέτες των ελεγκτικών αρχών. Εξάλλου, η Επιτροπή έλεγξε επιχειρήσεις που πωλούσαν συνολικά το 57,31 % των εμπορευμάτων, για τα οποία ζητήθηκε προκαταβολική πληρωμή των επιστροφών.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος
13 Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να ελέγχουν την ακριβή τήρηση των κοινοτικών διατάξεων. Όπως επανειλημμένα έκρινε το Δικαστήριο, από το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 (7) προκύπτει ότι τα κράτη μέλη έχουν τη γενική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του συνόλου των χρηματοδουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, ακόμη και αν η συγκεκριμένη κοινοτική πράξη δεν προβλέπει ρητά τη θέσπιση του τάδε ή του δείνα μέτρου ελέγχου (8).
14 Το Δικαστήριο επισήμανε περαιτέρω ότι το ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί μόνον τις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (9). Συναφώς, στην Επιτροπή απόκειται να αποδείξει την παραβίαση κανόνων της κοινής οργανώσεως γεωργικών αγορών (10). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή υποχρεούται να δικαιολογεί την απόφασή της με την οποία διαπιστώνει την έλλειψη ελέγχων ή το ανεπαρκές των θεσπισθέντων από τα οικεία κράτη μέλη ελέγχων (11).
15 Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν μπορεί να αποδυναμώσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής με απλούς ισχυρισμούς που δεν ενισχύονται με στοιχεία ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη ενός αξιόπιστου και ορθώς λειτουργούντος συστήματος ελέγχου. Αν αυτό δεν κατορθώσει να αποδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής δεν ευσταθούν, οι διαπιστώσεις αυτές αποτελούν στοιχεία ικανά να γεννήσουν σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά τη θέσπιση ενός κατάλληλου και αποτεσματικού συνόλου μέτρων εποπτείας και ελέγχου (12).
16 Στην παρούσα περίπτωση η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί κατά βάση την ύπαρξη ανεπαρκειών και ελλείψεων κατά τους ελέγχους. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι η Ιταλία παρέλειψε να δημιουργήσει σύστημα διοικητικών και επιτοπίων ελέγχων ικανό να διασφαλίσει ότι οι χρηματοδοτικές πράξεις συμβιβάζονται με την κοινοτική νομοθεσία. Εφόσον όμως δεν υπάρχει ένα τέτοιο σύστημα ή το θεσπισθέν αφήνει να υφίστανται αμφιβολίες ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων που έχουν τεθεί για την επιστροφή των εν λόγω δαπανών, η Επιτροπή δικαιολογημένα δεν αναγνωρίζει ορισμένες από τις δαπάνες του οικείου κράτους μέλους (13).
17 Η Επιτροπή μπορεί επομένως, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70, να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπισθεί στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϋόντων, αφήνοντας τα κράτη μέλη να φέρουν κάθε άλλη δαπάνη, ιδίως δε τα ποσά που οι εθνικές αρχές κακώς έκριναν ότι μπορούν να καταβάλουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών (14).
18 Συνεπώς, εναπόκειται μεν στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κοινοτικών διατάξεων, το κράτος μέλος όμως πρέπει στην περίπτωση αυτή (ενδεχομένως) να αποδείξει ότι η Επιτροπή περιέπεσε σε σφάλμα όσον αφορά τις συναγόμενες από το γεγονός αυτό οικονομικές συνέπειες (15).
19 Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή θα μπορούσε να αρνηθεί στο σύνολο τους τις δαπάνες που αφορούν οι παραβάσεις, αντί να επιχειρήσει να διαπιστώσει τις οικονομικές συνέπειες των παραβάσεων των ιταλικών αρχών ελέγχου.
20 Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή έκρινε ενδεδειγμένη μια κατ' αποκοπήν διόρθωση συνολικού ύψους 5 %. Επικαλέστηκε σχετικά τον πίνακα που περιέχει η καλούμενη έκθεση Belle. Στην έκθεση αυτή προτείνεται, με επίκληση των άρθρων 2, 3 και 8 του κανονισμού 729/70, ο περιορισμός του κατ' αποκοπήν υπολογισμού σε τρία πιθανά ποσοστά:
- 2 %, όταν οι ελλείψεις περιορίζονται σε λιγότερο σημαντικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή αφορούν τη διενέργεια ελέγχων που δεν είναι απαραίτητοι για τη διασφάλιση της νομιμότητας των δαπανών, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι υπάρχει μειωμένος κίνδυνος απωλειών για το Ταμείο·
- 5 %, όταν οι ελλείψεις αφορούν σημαντικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων που είναι σημαντικοί για τη διασφάλιση της νομιμότητας των δαπανών, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι υπάρχει σημαντικός κίνδυνος απωλειών για το Ταμείο·
- 10 %, όταν οι ελλείψεις αφορούν το σύνολο ή θεμελιώδη στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων που είναι ουσιώδεις για τη διασφάλιση της νομιμότητας των δαπανών, έτσι ώστε να μπορεί λογικά να γίνει δεκτό ότι υπάρχει υψηλός κίνδυνος εκτεταμένων απωλειών.
21 Τα κρίσιμα κριτήρια είναι επομένως η αποτελεσματικότητα του συστήματος ελέγχου, η σημασία των ελλείψεων και η εκτίμηση της αναμενόμενης ζημίας του ΕΓΤΠΕ.
22 Στη παρούσα περίπτωση εναπέκειτο συνεπώς στην Ιταλία να αποδείξει ότι συνέτρεχαν οι υποθέσεις για την ανάληψη των δαπανών από το ΕΓΤΠΕ ή ότι ήταν δικαιολογημένη μια μικρότερη διόρθωση.
23 Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει κατ' αρχάς να επισημανθεί ότι αναμφίβολα το σύστημα ελέγχου παρουσίασε σημαντικές ελλείψεις. Όπως ανέφερε σχετικά η Επιτροπή - χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί από την Ιταλία - η ασαφής κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρμοδίων ιταλικών αρχών οδήγησε στη μη διενέργεια ελέγχων για την τήρηση των κανόνων της προκαταβολικής πληρωμής των επιστροφών κατά τη διάρκεια της αποθεματοποιήσεως και της μεταποιήσεως βοείου κρέατος. Οι έλεγχοι που πραγματοποίησε στις επιχειρήσεις το ΙΝCΑ αφορούσαν μόνον την υγιεινή των τροφίμων. Ορθά επίσης η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το ψήσιμο του βοείου κρέατος πριν από τον τελωνειακό έλεγχο αντίκειται στις ισχύουσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Μετά το ψήσιμο αυτό δεν ήταν πράγματι δυνατό να διαπιστωθούν τα χαρακτηριστικά του βασικού προϋόντος. Τα ίδια ισχύουν όσον αφορά το ζήτημα της επιθέσεως ετικετών στο βόειο κρέας. Και στον τομέα αυτόν υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις κατά τους ελέγχους που αποδεικνύονται και από το γεγονός ότι ορισμένες επιχειρήσεις είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν δικές τους ετικέτες που δεν ανταποκρίνονταν σε αυτές που χρησιμοποιούν κανονικά οι αρχές ελέγχου. Εξάλλου, κρίσιμος δεν είναι ο αριθμός των δειγματοληπτικών ελέγχων της Επιτροπής, αλλά η συχνότητα και η αποτελεσματικότητα των ελέγχων, για τους οποίους υπεύθυνη είναι η Ιταλική Δημοκρατία. Εφόσον επομένως οι πολυάριθμες ελλείψεις αφορούν το σύνολο του συστήματος, δικαιολογείται, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της εκθέσεως Belle, διόρθωση ύψους 5 %.
24 Οι βελτιώσεις, τις οποίες επικαλείται η Ιταλία, έλαβαν χώρα το πρώτον τον Μάιο του 1995, έστω και αν το σχετικό νομικό πλαίσιο είχε θεσπιστεί από το 1993. Στο μέτρο αυτό, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω βελτιώσεις για την εκκαθάριση λογαριασμών του οικονομικού έτους 1993.
25 Για όλους αυτούς τους λόγους, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της προσφυγής.
Β - Πολυετής παύση καλλιέργειας παραγωγικών γαιών
Προκαταρκτική παρατήρηση
26 Το καθεστώς ενισχύσεων με το οποίο προωθείται η παύση καλλιέργειας αρόσιμων γαιών (set aside) καθιερώθηκε με το άρθρο 1α του κανονισμού (ΕΟΚ) 797/85 (16). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή όλες οι αρόσιμες γαίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ενίσχυσης για παύση της καλλιέργειας χωρίς διάκριση ως προς τις καλλιέργειες, υπό τον όρον ότι οι γαίες έχουν πραγματικά καλλιεργηθεί κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς, η οποία πρόκειται να καθορισθεί. Το μέτρο αυτό συνίσταται επομένως στο ότι γεωργικές εκτάσεις που μέχρι τότε χρησιμοποιούνταν για καλλιέργεια δεν καλλιεργούνται πλέον. Κρίσιμο για τη δυνατότητα να αποτελέσουν αντικείμενο ενισχύσεως είναι οι γαίες αυτές να καλλιεργήθηκαν πράγματι κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, με συνέπεια για άλλες γαίες να μην υπάρχει δικαίωμα ενισχύσεως. Για την Ιταλία η περίοδος αναφοράς ήταν το οικονομικό έτος 1987/88.
Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
27 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Ιταλία ζητεί την ακύρωση και, επικουρικώς, τη μείωση των γενομένων διορθώσεων. Το αίτημα της αυτό στηρίζεται στην προβαλλόμενη αμφισημία του όρου «αγρανάπαυση». Με τον όρο «αγρανάπαυση», το ΕΓΤΠΕ νοεί την «παραδοσιακή αγρανάπαυση», ενώ οι Ιταλοί παραγωγοί και οι υπάλληλοι γεωργικών υπηρεσιών νοούν την «αγρανάπαυση με φυτική κάλυψη» (17). Αυτή η αγρανάπαυση χρησιμοποιήθηκε κατά κύριο λόγο από τους Σικελούς γεωργούς, εσφαλμένα δε η Επιτροπή προέβη σε σχετική μείωση των δαπανών. Οι αρμόδιες αρχές διαβεβαίωσαν την Επιτροπή ότι η αγρανάπαυση αυτή εχρησιμοποιείτο ήδη από μακρού. Η μείωση των δαπανών δεν είναι εξάλλου σύννομη λόγω της αμφισημίας της ρυθμίσεως. Εκτός αυτού, στην αγρανάπαυση ισχύει η αρχή της εκ περιτροπής καλλιεργείας, ώστε να θίγεται ένα μέρος μόνον των καλλιεργουμένων γαιών, και όχι αναγκαστικά το μέρος εκείνο για το οποίο χορηγήθηκε η πριμοδότηση.
28 Η Επιτροπή παραπέμπει στους ισχυρισμούς της επί της υποθέσεως C-242/96 (18), η οποία αφορούσε το ίδιο πρόβλημα, αλλά για το οικονομικό έτος 1992. Αποδείχθηκε ότι οι αρμόδιες αρχές δεν είχαν γνώση της κρίσιμης ρυθμίσεως, σύμφωνα με την οποία οι επιλέξιμες γαίες έπρεπε να έχουν καλλιεργηθεί κατά την περιόδο αναφοράς. Εκτός αυτού, κατά τις επισκέψεις που πραγματοποιήθηκαν σε εκμεταλλεύσεις, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι Σικελοί γεωργοί αντέκρουσαν τους ισχυρισμούς των ιταλικών αρχών, σύμφωνα με τους οποίους η τεχνική της παραδοσιακής αγραναπαύσεως δεν αποτελούσε τρέχουσα γεωργική πρακτική. Αντίθετα, η πρακτική αυτή εξακολουθούσε να εφαρμόζεται.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος
29 Στη συνοπτική έκθεση αναφέρεται ότι οι έλεγχοι των υπηρεσιών του ΕΓΤΠΕ απέδειξαν ότι στη Σικελία, κατά την περιόδο αναφοράς, πολυάριθμες γαίες, οι οποίες, σύμφωνα με τη ρύθμιση, έπρεπε να τεθούν σε πολυετή αγρανάπαυση, είχαν τεθεί σε καθεστώς παραδοσιακής αγραναπαύσεως. Εξάλλου, από τις έρευνες αποδείχθηκε ότι οι ιταλικές αρχές είχαν παραλείψει να ελέγξουν αν οι γαίες ήσαν επιλέξιμες από την άποψη αυτή. Συνεπώς, ο σκοπός της ρυθμίσεως, δηλαδή η μείωση της παραγωγής, επιτεύχθηκε μόνον εν μέρει. Η Επιτροπή εφάρμοσε χρηματοοικονομική διόρθωση των εξόδων που δήλωσε η Σικελία ανερχόμενη σε ποσοστό 5 %, αντί του ποσοστού 10 % το οποίο είχε αρχικώς προτείνει λόγω της συνοπτικής εκθέσεως του οργάνου συμβιβασμού.
30 Όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο στην απόφαση επί της υποθέσεως C-242/96 (19), πρέπει κατ' αρχάς να επισημανθεί ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι παρέλειψε να ελέγξει αν οι γαίες, των οποίων η καλλιέργεια υποτίθεται ότι έπαυσε, είχαν πράγματι καλλιεργηθεί προηγουμένως ή, τουλάχιστον, αν είχαν καλλιεργηθεί στο πλαίσιο της τροποποιημένης αγραναπαύσεως. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε, στην παρούσα υπόθεση, αποδεικτικά στοιχεία ικανά να στηρίξουν τον ισχυρισμό περί αντικαταστάσεως της πρακτικής της παραδοσιακής αγραναπαύσεως με την πρακτική της λεγομένης «αγραναπαύσεως με φυτική κάλυψη». Στη προκειμένη περίπτωση, πρέπει να γίνει παραπομπή στα στοιχεία που συνελέγησαν στο πλαίσιο του δικτύου γεωργικής λογιστικής πληροφορήσεως που δημιουργήθηκε σε κοινοτικό επίπεδο (20), σύμφωνα με τα οποία η πρακτική της παραδοσιακής αγραναπαύσεως εξακολουθούσε να συνηθίζεται το 1986 και 1987. Από τους ισχυρισμούς των άμεσα ενδιαφερομένων γεωργών, που αντικρούουν τους ισχυρισμούς των ιταλικών αρχών, προκύπτει ότι στη Σικελία εξακολουθούσε να εφαρμόζεται η παραδοσιακή αγρανάπαυση, η οποία όμως δεν αποτελεί αντικείμενο ενισχύσεως.
31 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως.
Γ - Επιστροφή των δαπανών αποθεματοποιήσεως
Προκαταρκτική παρατήρηση
32 Πρόκειται για το ζήτημα του συννόμου των διορθώσεων όσον αφορά την ανάληψη δαπανών για την αποθεματοποίηση ζαχάρεως κατά το χρονικό διάστημα από 15 Οκτωβρίου 1992 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1992.
33 Η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα ζαχάρεως ρυθμίζεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1785/81 (21). Το άρθρο 8 του κανονισμού αυτού προβλέπει σύστημα αντισταθμίσεως των δαπανών αποθεματοποιήσεως για συγκεκριμένους τύπους ζαχάρεως παραγομένης από τεύτλα ή ζαχαροκάλαμα κοινοτικής καταγωγής. Οι δαπάνες αυτές επιστρέφονται στους κατόχους του προϋόντος βάσει ενιαίου για ολόκληρη την κοινότητα κατ' αποκοπήν ποσοστού. Το σύστημα αυτό χρηματοδοτείται από τις εισφορές που εισπράττονται από τους παραγωγούς ζαχάρεως επί των ποσοτήτων που παράγει έκαστος από αυτούς, το δε ποσοστό των εισφορών είναι επίσης ενιαίο για ολόκληρη την Κοινότητα.
34 Οι λεπτομέρειες εφαρμογής καθορίζονται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1358/77 (22). Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού καθορίζει τους δικαιούχους της επιστροφής και το άρθρο 3 προβλέπει ότι η επιστροφή χορηγείται από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η αποθεματοποιηθείσα ζάχαρη. Πρόκειται για τις επιχειρήσεις παρασκευής ζαχάρεως που δικαιούνται βασικής ποσοστώσεως, τις επιχειρήσεις κατεργασίας ζαχάρεως, τους οργανισμούς παρεμβάσεως καθώς και τους παρασκευαστές ζάχαρης άχνης, κύβων και καρδιοζαχάρου και τους ειδικευμένους και εξουσιοδοτημένους εμπόρους. Η επιστροφή τούς χορηγείται υπό τον όρον ότι είναι κύριοι των ζαχάρεων ή των σιροπίων που αποτελούν το αντικείμενο της αποθεματοποιήσεως. Εξάλλου, δεδομένου ότι η επιστροφή δεν μπορεί να χορηγηθεί χωρίς δυνατότητα ελέγχου, το άρθρο 3 προβλέπει την προηγούμενη έγκριση των αποθηκών από το κράτος στο έδαφος του οποίου βρίσκονται.
35 Ο υπολογισμός της επιστροφής πραγματοποιείται βάσει των μηνιαίων καταγραφών των αποθεματοποιηθεισών ποσοτήτων, οι οποίες μετρώνται διά της εξευρέσεως του αριθμητικού μέσου όρου των ποσοτήτων που έχουν αποθεματοποιηθεί στην αρχή και στο τέλος του οικείου μήνα. Στη συνέχεια, το ποσό της επιστροφής καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη τα χρηματοδοτικά έξοδα, τα έξοδα ασφαλίσεως και τις ειδικές δαπάνες αποθεματοποιήσεως.
36 Η εισφορά που πρέπει να εισπράττεται από κάθε επιχείρηση παρασκευής ζαχάρεως για τις παραχθείσες ποσότητες πρέπει να καθορίζεται έτσι ώστε, για μια περίοδο εμπορίας ζαχάρεως, το προβλεπόμενο σύνολο των εισφορών να είναι ίσο προς το προβλεπόμενο σύνολο των επιστροφών. Η αρχή αυτή που διαπνέει το σύστημα ονομάζεται «χρηματοοικονομική ουδετερότητα». Οσάκις για μια περίοδο εμπορίας ζαχάρεως το σύνολο των εισφορών που εισπράττονται δεν είναι ίσο προς το σύνολο των επιστροφών που πραγματοποιούνται, η διαφορά μεταφέρεται σε επόμενη περίοδο εμπορίας ζαχάρεως.
37 Η εισφορά που πρέπει να εισπραχθεί υπολογίζεται ως εξής: το σύνολο των προβλεπομένων επιστροφών για την οικεία περίοδο εμπορίας ζαχάρεως αυξάνεται ή, κατά περίπτωση, μειώνεται κατά τα ποσά της ενδεχομένως υφιστάμενης διαφοράς· το εντεύθεν προκύπτον αποτέλεσμα διαιρείται στη συνέχεια διά της ποσότητας ζαχάρεως η οποία προβλέπεται να διατεθεί κατά τη διάρκεια περιόδου εμπορίας ζαχάρεως και η οποία παράγεται εντός του πλαισίου των μεγίστων ποσοστώσεων.
38 Λόγω της πολυπλοκότητας του συστήματος, αποδείχθηκε επίσης αναγκαίο να προβλεφθούν μέτρα και διαδικασίες ελέγχου, απαραίτητα για την εύρυθμη λειτουργία του, ειδικότερα ο περιορισμός της εγκρίσεως των αποθηκών αναλόγως των δυνατοτήτων ελέγχου και λογιστικής καταγραφής, ενόψει της ποικιλίας των καταγωγών των διαφόρων ποσοτήτων ζαχάρεως που μπορούν να αποθεματοποιούνται από τον ίδιο ενδιαφερόμενο. Τέλος, το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1998/78 (23) επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού. Ειδικότερα τα κράτη μέλη πρέπει να προσδιορίσουν τα μέτρα ελέγχου που είναι αναγκαία.
39 Για το οικονομικό έτος 1993, η Επιτροπή εφάρμοσε κατ' αποκοπήν χρηματοοικονομική διόρθωση ανερχόμενη σε ποσοστό 10 %.
Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
40 Στο πλαίσιο αυτό, η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί την ακύρωση των διορθώσεων και, επικουρικώς, τη μείωσή τους. Και στο σημείο αυτό, παραπέμπει στις παρατηρήσεις της επί της υποθέσεως C-242/96 (24). Η ανερχόμενη σε 10 % διόρθωση της Επιτροπής δεν είναι δικαιολογημένη, κατ' αρχάς διότι το οικονομικό έτος 1993 αποτελούσε μεταβατική περίοδο, δεδομένου ότι η Azienta di Stato per gli Interventi nel Mercato Agricolo (AIMA - κρατική αρχή για τις παρεμβάσεις στις γεωργικές αγορές) ανέλαβε από την Cassa Conguaglio Zucchero την διαχείριση του συστήματος και τους ελέγχους που μέχρι τότε ασκούσαν οι Uffici tecnici imposta di fabbricazione. Εκτός αυτού, για τους ειδικευμένους εμπόρους θεσπίστηκε σύστημα ελέγχου διοικητικής φύσεως, το οποίο ήταν αποτελεσματικό και προέβλεπε σημαντικές κυρώσεις για τις παραβάσεις. Οι έμποροι αυτοί υποχρεούνται να τηρούν βιβλίο το οποίο ελέγχεται από τη διοίκηση της τοπικής αυτοδιοικήσεως. Τέλος, πρέπει ακόμη να παρατηρηθεί ότι το σύστημα των εισφορών στον τομέα της αποθεματοποιήσεως κατά το χρονικό διάστημα από 1 Ιουλίου 1992 μέχρι 30 Ιουνίου 1993 οδήγησε στο να καταβληθούν συνολικά περισσότερες εισφορές από τις καταβληθείσες ενισχύσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, κανένας επιχειρηματίας δεν δήλωνε πολύ μεγάλα αποθέματα.
41 Κατά την άποψη της Επιτροπής, ένα σύστημα διοικητικού ελέγχου όπως αυτό που ισχύει στην Ιταλία δεν είναι αρκετό για να ικανοποιηθούν οι επιταγές του συστήματος επιστροφής των δαπανών αποθεματοποιήσεως. Ένα τέτοιο σύστημα ελέγχου δεν είναι ιδίως σύμφωνο προς το άρθρο 19 του κανονισμού 1998/78, εφόσον διαπιστώθηκε ότι δεν έλαβαν χώρα έλεγχοι στους ειδικευμένους εμπόρους και άλλες ελεύθερες αποθήκες. Κατά την άποψη της Επιτροπής, θα ήταν απαραίτητοι περιοδικοί έλεγχοι στις αποθήκες για να ελεγχθεί η συμφωνία των στοιχείων των βιβλίων με τα πραγματικά αποθέματα, πράγμα όμως που δεν συνέβη. Ειδικότερα, δεν έγιναν φυσικοί έλεγχοι, έτσι, π.χ. κατά τη διάρκεια της παραγωγής χρησιμοποιήθηκαν μόνον αυτόματοι δείκτες. Όμως στην περίπτωση αυτή θα ήταν απαραίτητοι αυστηροί έλεγχοι για να αποφευχθεί κάθε καταστρατήγηση οφειλόμενη στα διάφορα είδη ζαχάρεως. Εκτός αυτού, από την αρχή της χρηματοοικονομικής ουδετερότητας προκύπτει ότι η θεώρηση του όλου συστήματος πρέπει να γίνεται σε κοινοτικό επίπεδο και όχι στο επίπεδο των παραγωγών των κρατών μελών. Δεν ευσταθεί συνεπώς η ένσταση της Ιταλίας, ότι οι παραγωγοί κατέβαλαν περισσότερα απ' όσα εισέπραξαν. Για την Επιτροπή θα ήταν σχεδόν αδύνατο να πραγματοποιήσει όλους τους ελέγχους. Πολλοί παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τους ελέγχους, όπως π.χ. η ακριβής έναρξη της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, προχρονολογημένα και μεταχρονολογημένα τιμολόγια και κλιμακωτές πληρωμές. Το κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου ασκεί η επιχείρηση τη δραστηριότητά της, είναι αρμόδιο για τους ελέγχους. Όσον αφορά τους ειδικευμένους εμπόρους, πρέπει να επισημανθεί ότι δεν καταβάλλουν εισφορές όπως οι παραγωγοί ζαχάρεως. Μπορούν συνεπώς να έχουν συμφέρον να δηλώσουν τις σημαντικές ποσότητες, χωρίς η δήλωση αυτή να είναι οπωσδήποτε ακριβής.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος
42 Πρέπει κατ' αρχάς να επισημανθεί ότι η Ιταλία, παραλείποντας να πραγματοποιήσει επιτόπιους ελέγχους στους ειδικευμένους εμπόρους κατά τη διάρκεια της εξετασθείσας από την Επιτροπή περιόδου, παρέβη τις υποχρεώσεις ελέγχου που υπέχει από τις κοινοτικές διατάξεις. Αυτό αποδεικνύεται ιδίως από το γεγονός ότι οι έμποροι αυτοί ήταν υποχρεωμένοι να τηρούν βιβλίο, οι περιεχόμενες όμως στο βιβλίο αυτό εγγραφές δεν ελέγχθηκαν επί τόπου στις αποθήκες ως προς την ορθότητά τους.
43 Από την ερμηνεία της απαιτήσεως ελέγχου, που απορρέει από το άρθρο 19 του κανονισμού 1998/78, υπό το πρίσμα της υποχρεώσεως της αγαστής συνεργασίας των κρατών μελών με την Επιτροπή που θεσπίζει το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 10 ΕΚ) προκύπτει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να οργανώσουν ένα σύνολο διοικητικών και επιτοπίων ελέγχων, το οποίο να διασφαλίζει ότι οι χρηματοδοτικές πράξεις συμβιβάζονται με τη κοινοτική νομοθεσία (25). Εφόσον όμως, όπως εν προκειμένω, δεν υπάρχει τέτοια συνολική οργάνωση ή η θεσπισθείσα επιτρέπει να υφίστανται αμφιβολίες ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων που έχουν τεθεί για την επιστροφή των εν λόγω δαπανών, η Επιτροπή δικαιολογημένα δεν αναγνωρίζει ορισμένες από τις δαπάνες του οικείου κράτους μέλους (26).
44 Πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι υπάρχει σχέση μεταξύ των ποσών των εισφορών που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις παρασκευής ζαχάρεως και των επιστροφών που χορηγούνται για τις δαπάνες αποθεματοποιήσεως.
45 Το σύστημα της αντισταθμίσεως στηρίζεται βέβαια στην αρχή της χρηματοοικονομικής ουδετερότητας, υπό την έννοια ότι οι εισφορές που εισπράττονται πρέπει να αντιστοιχούν στις καταβαλλόμενες επιστροφές. Αυτό προκύπτει αφενός από το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1358/77 και αφετέρου από τη νομολογία του Δικαστηρίου (27). Η ισορροπία αυτή όμως πρέπει να επιτυγχάνεται σε κοινοτικό επίπεδο και όχι στο επίπεδο του κράτους μέλους ή της οικείας επιχειρήσεως (28).
46 Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι οι επιχειρηματίες που καταβάλλουν τις εισφορές δεν είναι κατ' ανάγκην οι ίδιοι με αυτούς που τυγχάνουν της επιστροφής. Έτσι, π.χ., τυγχάνουν επιστροφής οι ειδικευμένοι έμποροι χωρίς όμως να υποχρεούνται σε καταβολή εισφοράς. Ακόμη και για τις επιχειρήσεις παρασκευής τα δύο ποσά δεν συμπίπτουν αυτομάτως, εφόσον τα ποσά αυτά καθορίζονται αναλόγως της ποσοστώσεως παραγωγής που χορηγείται στις επιχειρήσεις παρασκευής και της διαρκείας της αποθεματοποιήσεως.
47 Για τον λόγο αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν κατάλληλες διαδικασίες ελέγχου για την εξακρίβωση του υποστατού των δαπανών αποθεματοποιήσεως που παρέχουν δικαίωμα επιστροφής. Πράγματι, η έλλειψη τέτοιων διαδικασιών ή η ανεπάρκειά τους θα μπορούσε να παράσχει σε ορισμένους επιχειρηματίες τη δυνατότητα εισπράξεως επιστροφής για πλασματικές δαπάνες, πράγμα το οποίο θα είχε προφανώς ως συνέπεια την πρόκληση στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, ιδίως εις βάρος των επιχειρηματιών των λοιπών κρατών μελών, όπου το σύστημα ελέγχου είναι σύμφωνο με τις επιταγές της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως (29).
48 Βάσει των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν, οι οποίες αφορούν θεμελιώδη στοιχεία του συστήματος ελέγχου και αναφέρονται στη διενέργεια ελέγχων που είναι, στο σύνολο τους, ουσιώδεις για την διασφάλιση της νομιμότητας των δαπανών, η Επιτροπή μπορούσε, χωρίς να υπερβεί τη διακριτική της ευχέρεια, να θεωρήσει ότι γενικώς υφίστατο υψηλός κίνδυνος για εκτεταμένες απώλειες.
49 Δεν είναι συνεπώς αδικαιολόγητη η διόρθωση ύψους 10 %, στην οποία προέβη η Επιτροπή. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ο τρίτος λόγος ακυρώσεως.
Δ - Επιστροφή των δαπανών αποθεματοποιήσεως για ζάχαρη
50 Πρόκειται για το ίδιο πρόβλημα που αναπτύχθηκε πιο πάνω υπό Γ (σημεία 32 έως 49), αναγόμενο όμως στο χρονικό διάστημα από 1 Ιανουαρίου έως 30 Ιουνίου 1993.
51 Η Επιτροπή προέβη εν προκειμένω σε διορθώσεις κατ' αποκοπήν ύψους 2 %. Η επιχειρηματολογία των διαδίκων είναι κατ' ουσίαν η ίδια με την προαναφερθείσα υπό σημείο Γ. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ΑΙΜΑ και κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν πραγματοποιήσε ελέγχους· οι έλεγχοι άρχισαν το πρώτον τον Ιούλιο του 1993, έπρεπε όμως να έχουν αναδρομική ισχύ από τον Ιανουάριο του 1993. Η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία εξήγησε το διαφορετικό ύψος των διορθώσεων για τα χρονικά διαστήματα πριν και μετά την 1η Ιανουαρίου 1993, αναφέροντας ότι εμφανίστηκαν βελτιώσεις στο σύστημα ελέγχου, και η Επιτροπή στο πλαίσιο της διακριτικής της ευχέρειας ήθελε στον τομέα αυτό να δείξει την κατανόησή της προς το κράτος μέλος.
52 Οι ενέργειες της Επιτροπής δεν είναι επιλήψιμες, δεδομένου ιδίως ότι η Ιταλία δεν μπόρεσε να αποδείξει προφανές σφάλμα εκτιμήσεως της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, οι διορθώσεις όπως εξέθεσε και η Επιτροπή δεν αποτελούν κυρώσεις για την έλλειψη μέτρων ελέγχου, αλλ' απλώς αντισταθμίζουν τον κίνδυνο που διέτρεξε το ΕΓΤΠΕ.
53 Κατά τα λοιπά, όσον αφορά τη νομιμότητα των γενομένων διορθώσεων, παραπέμπω στις προαναφερθείσες παρατηρήσεις υπό σημείο Γ (σημεία 42 έως 49).
54 Πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
Ε - Ενίσχυση στην κατανάλωση ελαιολάδου
Προκαταρκτική παρατήρηση
55 Σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ (30), χορηγείται ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο, όταν η ενδεικτική τιμή στην παραγωγή, μειούμενη κατά την ενίσχυση στην παραγωγή, είναι μεγαλύτερη από την αντιπροσωπευτική τιμή της αγοράς για το ελαιόλαδο. Η ενίσχυση ισούται με τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών ποσών. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3089/78 (31), τα κράτη μέλη καθιερώνουν «ένα σύστημα ελέγχου, το οποίο εγγυάται ότι το προϋόν για το οποίο έχει ζητηθεί η ενίσχυση εκπληρώνει τους όρους για την χορήγηση της ενισχύσεως (...)».
56 Σύμφωνα με το άρθρο 8, η ενίσχυση καταβάλλεται «(...) όταν ο οργανισμός ελέγχου που έχει ορισθεί από το κράτος μέλος, που πραγματοποιείται η συσκευασία, διαπίστωσε την τήρηση των όρων για τη χορήγηση της ενισχύσεως. Εν τούτοις, η ενίσχυση δύναται να προκαταβάλλεται κατά την υποβολή της αιτήσεως ενισχύσεως, υπό τον όρο ότι παρέχεται επαρκής ασφάλεια».
57 Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού 3089/78, η ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο χορηγείται μόνο στα εγκεκριμένα συσκευαστήρια ελαιολάδου. Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγείται η έγκριση αυτή. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού, η έγκριση ανακαλείται αν δεν πληρούνται πλέον οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις χορηγήσεώς της. Τα άρθρα 7 και 8 του κανονισμού αυτού αφορούν το σύστημα ελέγχου που πρέπει να καθιερωθεί, το οποίο πρέπει να εγγυάται ότι το προϋόν για το οποίο έχει ζητηθεί η ενίσχυση πληροί τους όρους για τη χορήγηση της ενισχύσεως.
58 Οι προϋποθέσεις καταβολής προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2677/85 (32). Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, οι έλεγχοι πρέπει να γίνονται παρουσία των αρμοδίων αρχών και τα αποτελέσματα πρέπει να γνωστοποιούνται στον οργανισμό ο οποίος προβαίνει στην πληρωμή και ο οποίος πρέπει επίσης να πραγματοποιεί ελέγχους για να εξακριβώνει ότι συντρέχουν οι όροι για τη χορήγηση ενισχύσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού αυτού, ανακαλείται η έγκριση και συνεπώς και το δικαίωμα για ενίσχυση, όταν οι ποσότητες που δηλώθηκαν υπερβαίνουν κατά 20 % τις ποσότητες για τις οποίες αναγνωρίστηκε το δικαίωμα για ενίσχυση (33).
59 Στον τομέα αυτό, η Επιτροπή προέβη κατ' αρχάς σε αναλυτική διόρθωση ύψους 10 610 940 125 ITL και στη συνέχεια σε κατ' αποκοπήν διόρθωση ύψους 2 %.
Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
60 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει κατ' αρχάς ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να προβεί σε κατ' αποκοπήν διόρθωση πέραν της αναλυτικής διορθώσεως. Είναι προφανές ότι μετά την αναλυτική διόρθωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν και την αφαίρεση κατ' αποκοπήν ποσών. Όσον αφορά την αναλυτική διόρθωση, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή περιέπεσε σε σφάλμα υπολογισμού. Υπολόγισε εσφαλμένα τις διορθώσεις βάσει όλων των καταβληθέντων ποσών, χωρίς να αφαιρέσει τα ήδη επιστραφέντα. Εκτός αυτού, συνυπολογίστηκαν ποσά τα οποία είχαν ήδη χορηγηθεί πριν διατυπωθούν αιτιάσεις. Έπρεπε συνεπώς το ποσό της διορθώσεως να περιοριστεί σε 7 147 758 628 ITL (αντί 10 610 940 125 ITL).
61 Ούτε η κατ' αποκοπήν διόρθωση είναι δικαιολογημένη. Οι αιτιάσεις αφορούσαν μόνον 55 συνολικά επιχειρήσεις (λιγότερο από το 10 % του συνολικού αριθμού), από τις οποίες 33 επιχειρήσεις είχαν πλήρως επιστρέψει τα οφειλόμενα ποσά, ενώ έναντι 22 επιχειρήσεων υφίσταντο ακόμη μερικώς απαιτήσεις. Δεδομένου ότι παρατυπίες παρουσιάστηκαν επίσης συνολικά μόνον στο 4 % όλων όσων εισέπραξαν ενισχύσεις, δεν είναι πλέον απαραίτητη η κατ' αποκοπήν διόρθωση, εφόσον καλύπτεται από την αναλυτική διόρθωση. Επικουρικώς, υποστηρίζεται ότι και ο υπολογισμός της διορθώσεως ύψους 2 % είναι εσφαλμένος, διότι δεν υπολογίστηκαν όλα τα καταβληθέντα ή επιστραφέντα χρήματα.
62 Κατά την προφορική διαδικασία, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ακόμη ότι η Επιτροπή, κατά τη χρηματοοικονομική διόρθωση στην οποία προέβη, συνυπολόγισε και ποσά τα οποία αφορούσαν ποσότητες που δεν υπερέβαιναν το περιθώριο του 20 %, για τις οποίες, συνεπώς, δεν έπρεπε να ανακληθεί η έγκριση. Επρόκειτο συγκεκριμένα για δύο αναλυτικώς περιγραφόμενες μεμονωμένες περιπτώσεις, με αποτέλεσμα να είναι, στο μέτρο αυτό, εσφαλμένοι οι υπολογισμοί της Επιτροπής.
63 Η Επιτροπή αιτιολογεί κατ' ουσίαν τις ενέργειές της με το επιχείρημα ότι κατά τις έρευνες διαπιστώθηκαν παρατυπίες στους ελέγχους και διαδικαστικά σφάλματα κατά την ανάκληση της εγκρίσεως. Είναι κατ' αρχήν δυνατό, εκτός από την αναλυτική, να λάβει χώρα και κατ' αποκοπήν διόρθωση. Στη κρίσιμη νομοθετική ρύθμιση δεν περιλαμβάνεται διάταξη απαγορεύουσα κάτι τέτοιο. Ο υφιστάμενος κίνδυνος για το ΕΓΤΠΕ κατέστη δυνατό να υπολογιστεί με ακρίβεια μόνο για ορισμένες επιχειρήσεις· οι κατ' αποκοπήν διορθώσεις αφορούσαν τους περαιτέρω κινδύνους λόγω των παρατυπιών κατά τη διαδικασία που ακολούθησαν οι ιταλικές αρχές.
64 Περαιτέρω η Επιτροπή υποστηρίζει ότι επί δέκα έτη υπήρχαν μεταξύ των ιταλικών αρχών προβλήματα ερμηνείας και κατανομής αρμοδιοτήτων. Κατά την άποψη του Υπουργείου Βιομηχανίας, η ανάκληση της εγκρίσεως αποτελούσε κύρωση εξαρτώμενη από την προηγούμενη επιβολή χρηματικών ποινών και διοικητικών κυρώσεων τις οποίες επέβαλλε το «Ινστιτούτο για την καταπολέμηση της απάτης» (34). H κατά συνέπεια, η ανάκληση της εγκρίσεως αποτελούσε απλώς τυπική πράξη επιβολής προστίμου. Έτσι, από το 1990 καταγγέλθηκαν στο Υπουργείο Βιομηχανίας συνολικά 688 περιπτώσεις για ανάκληση της εγκρίσεως, η ανάκληση όμως έγινε μόνο για 24 επιχειρήσεις. Αντίθετα, το Υπουργείο Γεωργίας θεωρούσε την ΑΙΜΑ ως αρμόδια αρχή για τους ελέγχους και την ανάκληση της εγκρίσεως. Ο οργανισμός αυτός μπορούσε να ενεργήσει ανεξάρτητα από τις προηγουμένως επιβληθείσες χρηματικές ποινές και διοικητικές κυρώσεις, και επομένως μπορούσε να αποφασίσει αυτόνομα περί της ανακλήσεως της εγκρίσεως. Για πρώτη φορά τον Μάιο 1995 ασχολήθηκε μια διυπουργική επιτροπή με το πρόβλημα αυτό. Δεδομένου ότι η επιτροπή αυτή δεν κατέληξε σε αποτέλεσμα, το πρώτον τον Μάιο του 1996 αναγνωρίστηκε το Υπουργείο Βιομηχανίας ως αρμόδια αρχή από το Συμβούλιο Επικρατείας. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών, το ΕΓΤΠΕ υπέστη πραγματικές ζημίες, οι οποίες θα έπρεπε να καλυφθούν και από την κατ' αποκοπήν διόρθωση. Σύμφωνα με τη συνηθισμένη πρακτική, η οποία έχει επικυρωθεί από τη νομολογία, οι κατ' αποκοπήν χρηματοοικονομικές διορθώσεις αναφέρονται πάντα στο σύνολο των δαπανών που δηλώνει το οικείο κράτος μέλος για την εκκαθάριση των λογαριασμών του συγκεκριμένου έτους. Τα ποσά που έχουν επιστραφεί μέχρι την εκάστοτε καταληκτική ημερομηνία λαμβάνονται υπόψη. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
65 Όσον αφορά τον υπολογισμό περί εσφαλμένου υπολογισμού λόγω μη λήψεως υπόψη του περιθωρίου του 20 %, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προβολή του ισχυρισμού της Ιταλικής Κυβερνήσεως κατά την προφορική διαδικασία έγινε εκπρόθεσμα διότι η επιχειρηματολογία αυτή προτάθηκε τότε για πρώτη φορά και η Επιτροπή δεν είχε επομένως τη δυνατότητα να αμυνθεί κατά του ισχυρισμού αυτού. Στο υπόμνημά της η Επιτροπή υποστήριξε ότι κατά τους υπολογισμούς της τήρησε τις κρίσιμες διατάξεις και εφάρμοσε τον «κανόνα 20 %» και για το οικονομικό έτος 1993 (16 Οκτωβρίου 1992 έως 15 Οκτωβρίου 1993).
Η γνώμη μου επί του ζητήματος
66 Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί κατ' ουσίαν την ύπαρξη ανεπαρκειών και ελλείψεων στους ελέγχους και κατά την ανάκληση της εγκρίσεως. Αντίθετα, επικαλείται το εσφαλμένο των υπολογισμών της Επιτροπής κατά τον καθορισμό των χρηματοοικονομικών διορθώσεων.
67 Όσον αφορά την παράλληλη και συνεπώς σύγχρονη εφαρμογή αναλυτικών και κατ' αποκοπήν διορθώσεων, πρέπει να διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή, κατά πάγια νομολογία (35), πρέπει να προσπαθεί, όταν δεν απορρίπτει το σύνολο των δαπανών που αφορά η παράβαση, να διαπιστώνει με υπολογισμούς τις οικονομικές συνέπειες της παράνομης συμπεριφοράς. Οι υπολογισμοί αυτοί στηρίζονται στην εκτίμηση της καταστάσεως που θα επικρατούσε στην οικεία αγορά αν δεν είχε λάβει χώρα η παράβαση.
68 Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, η Επιτροπή πρέπει να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα πληρωθέντα ποσά που καταβλήθηκαν σύννομα. Όλα τα υπόλοιπα ποσά, ιδίως εκείνα που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, επιβαρύνουν τα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή μπορεί, κατά πάγια νομολογία, να απορρίψει συνολικά τις δαπάνες που αφορούν οι παραβάσεις, αντί να προσπαθήσει να διαπιστώσει τις οικονομικές συνέπειες των παραβάσεων των αρχών ελέγχου.
69 Επομένως εάν ο κίνδυνος που διέτρεξε το ΕΓΤΠΕ δεν μπορεί να καλυφθεί μόνον από αναλυτικές διορθώσεις, πρέπει να υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω κατ' αποκοπήν διορθώσεις. Θα ήταν αντίθετο προς το σύστημα χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΠΕ, όταν υπάρχουν λόγοι για αναλυτική διόρθωση, περαιτέρω ζημίες ή κίνδυνοι που δεν μπορούν να καθορισθούν με την ίδια σαφήνεια να επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ. Αυτό δεν θα ήταν σύμφωνο και με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
70 Κατά συνέπεια, τίποτα δεν εμποδίζει κατ' αρχήν τη σύγχρονη διενέργεια αναλυτικών και κατ' αποκοπήν διορθώσεων.
71 Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι εσφαλμένα η Επιτροπή υπολόγισε κατά την αναλυτική διόρθωση όλα τα πληρωθέντα ποσά συνυπολογίζοντας έτσι για προηγούμενες περιόδους, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί.
72 Κατά πάγια νομολογία (36), η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα καταβληθέντα ποσά και να συνυπολογίζει μόνον τα ποσά που έχουν ενδεχομένως ήδη επιστραφεί κατά την καταληκτική ημερομηνία για το έτος αναφοράς. Αυτό ακριβώς έπραξε στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή, εφόσον στήριξε τη διόρθωση στις δαπάνες που της είχαν δηλωθεί. Δεν χρειαζόταν και δεν μπορούσε, αντίθετα, να λάβει υπόψη τα ποσά που δεν είχαν επιστραφεί εμπροθέσμως για το οικονομικό έτος 1993.
73 Όσον αφορά την αιτίαση περί παραβάσεως, εκ μέρους της Επιτροπής, του «κανόνα του 20 %» κατά τον υπολογισμό των διορθώσεων στις οποίες προέβη, διαπιστώνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός, που προτάθηκε κατά την προφορική διαδικασία, πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμος και συνεπώς απαράδεκτος. Η Ιταλική Κυβέρνηση προέβαλε την αιτίαση αυτή για πρώτη φορά κατά την προφορική διαδικασία, παρόλον ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίστηκε ήταν ήδη γνωστά κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας. Κατά πάγια νομολογία (37), ένας τέτοιος ισχυρισμός πρέπει να απορρίπτεται ως εκπρόθεσμος προβληθείς, όταν εκ του λόγου αυτού ο καθού ή οι καθών στερούνται της δυνατότητας να αμυνθούν.
74 Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε συνεπώς να αποδείξει σφάλμα υπολογισμού όσον αφορά τις αναλυτικές διορθώσεις.
75 Και στον τομέα των κατ' αποκοπήν διορθώσεων το συμπέρασμα είναι το ίδιο. Ορθώς η Επιτροπή έλαβε ως βάση τα συνολικά ποσά που της γνωστοποιήθηκαν λαμβάνοντας όμως υπόψη τα ποσά που είχαν επιστραφεί μέχρι την εκάστοτε καταληκτική ημερομηνία. Μια κατ' αποκοπήν διόρθωση ανερχόμενη στο 2 % των δαπανών φαίνεται δικαιολογημένη και ενόψει των ανεπαρκειών, τις οποίες εξάλλου δεν αμφισβητεί η Ιταλική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας και των ελέγχων. Δεδομένου ότι χρειάστηκαν δέκα έτη για να τερματιστεί η διαφωνία ως προς την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των ιταλικών αρχών και εν τω μεταξύ δεν μπορούσε να γίνει αποτελεσματικός έλεγχος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι σημειώθηκαν ελλείψεις που, στο σύνολο τους, συνεπάγονταν κίνδυνο ζημιών για το Ταμείο.
76 Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι το σύνολο των διορθώσεων που πραγματοποίησε η Επιτροπή στον τομέα αυτό - μια αναλυτική διόρθωση και μια πρόσθετη κατ' αποκοπήν διόρθωση ύψους 2 % - υπολείπεται μιας μοναδικής κατ' αποκοπήν διορθώσεως ύψους 5 %, η οποία θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ενόψει των ελλείψεων όσον αφορά τους ελέγχους.
77 Πρέπει επομένως να απορριφθεί και αυτός ο λόγος ακυρώσεως
της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
ΣΤ - Υποχρεωτική απόσταξη
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
78 Η υποχρεωτική απόσταξη θεσπίστηκε διότι θεωρήθηκε το αποτελεσματικότερο μέτρο για τη μείωση των πλεονασμάτων επιτραπεζίου οίνου στην αγορά (38). Το άρθρο 39, παράγραφος 1, του κανονισμού 822/87 προβλέπει συνεπώς ότι, όταν για μια αμπελουργική περίοδο η αγορά των επιτραπέζιων οίνων και των οίνων που είναι κατάλληλοι να δώσουν επιτραπέζιους οίνους παρουσιάζει σοβαρή ανισορροπία, αποφασίζεται η υποχρεωτική απόσταξη επιτραπέζιων οίνων. Στην Επιτροπή εναπόκειται να καθορίσει τις ποσότητες που πρέπει να παραδίδονται στην υποχρεωτική απόσταξη για να εξαλειφθεί η πλεονασματική παραγωγή και έτσι να αποκατασταθεί η ομαλή κατάσταση της αγοράς ιδίως σε ό,τι αφορά τα επίπεδα των προβλεπομένων διαθεσίμων ποσοτήτων στο τέλος της περιόδου και τις τιμές. Η συνολική ποσότητα που πρέπει να αποστάζεται κατανέμεται μεταξύ των διαφόρων περιοχών παραγωγής της Κοινότητας ανά κράτος μέλος. Η ποσότητα που αποστάζεται κατανέμεται στη συνέχεια μεταξύ των διαφόρων παραγωγών επιτραπεζίου οίνου της κάθε περιοχής παραγωγής. Προς τούτο, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις ποσότητες επιτραπεζίου οίνου που παράγονται σε κάθε οριοθετημένη περιοχή παραγωγής. Με βάση τις γνωστοποιήσεις αυτές καθορίζεται η συνολική ποσότητα που πρέπει να αποστάζεται στην Κοινότητα. Οι γνωστοποιήσεις αυτές πρέπει όμως να γίνονται πριν από τις 15 Φεβρουαρίου του εκάστοτε οικονομικού έτους. Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3929/87 (39), οι παραγωγοί οίνου είναι υποχρεωμένοι να υποβάλλουν κάθε χρόνο δήλωση εσοδείας στις αρμόδιες αρχές που ορίζονται από τα κράτη μέλη. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, τα κράτη μέλη προβαίνουν σε εκτίμηση της απόδοσης ανά εκτάριο της παραγωγής επιτραπέζιων οίνων που επιτυγχάνεται στην επικράτειά τους και ανακοινώνουν στην Επιτροπή, πριν από τις 20 Ιανουαρίου, τα αποτελέσματα αυτής της εκτίμησης, κατατασσόμενα σε κατηγορίες απόδοσης.
79 Σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού 822/87, πριν από τις 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους συντάσσεται ισοζύγιο προβλέψεων για να καθορισθούν οι πόροι και να εκτιμηθούν οι ανάγκες της Κοινότητας.
80 Με τις διαδικασίες αυτές διαπιστώνονται οι εκάστοτε ετήσιες εσοδείες και τα αποθέματα. Βάσει αυτών των ενδείξεων σχετικά με τις υπάρχουσες και τις αναμενόμενες ποσότητες επιτραπεζίου οίνου, καθορίζονται στη συνέχεια οι προς υποχρεωτική απόσταξη ποσότητες. Το ποσοστό του προς απόσταξη οίνου καθορίζεται βάσει προοδευτικής κλίμακας καθοριζομένης ανάλογα με την απόδοση ανά εκτάριο.
81 Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 129/93 (40), της 26ης Ιανουαρίου 1993, η Επιτροπή καθόρισε για κάθε κράτος μέλος τις ποσότητες για υποχρεωτική απόσταξη - για την Ιταλία πρόκειται για 12 760 000 εκατόλιτρα. Τα κράτη μέλη ήταν υποχρεωμένα να κατανείμουν στη συνέχεια τις ποσότητες αυτές στις επιμέρους περιοχές παραγωγής και να γνωστοποιήσουν στην Επιτροπή τις επιτευχθείσες τιμές στην περίπτωση αυτή μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου 1993.
82 Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι στην περίπτωση της Ιταλίας, για την περίοδο 1993, η ποσότητα του προς απόσταξη οίνου ήταν μικρότερη από την καθορισθείσα ποσότητα συνολικά κατά 1 285 000 εκατόλιτρα. Προέβη σε αναλυτική διόρθωση ύψους 8 155 895 000 ITL.
Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
83 Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι απέσταξε συνολικά 1 285 000 εκατόλιτρα λιγότερα απ' ό,τι είχε προβλεφθεί, ζητεί όμως την ακύρωση των γενομένων διορθώσεων. Η διαδικασία που απαιτείται για τον καθορισμό της εφαρμοζομένης κλίμακας προβλέπει τη συνεργασία κρατών μελών και Επιτροπής. Στο πλαίσιο αυτό, βάσει των αριθμητικών δεδομένων της μέχρι τότε παραγωγής, γίνονται προβλέψεις για την επόμενη χρονική περίοδο. Αν γίνει κάποιο σφάλμα κατά την πρόβλεψη, δεν μπορεί αυτόματα να θεωρηθεί υπεύθυνο για το σφάλμα αυτό μόνον το κράτος μέλος. Δεδομένου ότι πρόκειται μόνο για προβλέψεις, ενώ η πραγματική εξέλιξη εξαρτάται από πολλές διακυμάνσεις και αστάθμητους παράγοντες, αποκλείεται η ευθύνη του κράτους μέλους.
84 Επικουρικώς, αμφισβητείται ο υπολογισμός των διορθώσεων. Ο υπολογισμός αυτός έγινε βάσει των δαπανών αποθεματοποιήσεως για τον μη απεσταγμένο οίνο. Δεν υπάρχει όμως αναγκαστικά σχέση μεταξύ της αποφάσεως των παραγωγών να αποθεματοποιήσουν και της αποφάσεως να αποστάξουν οίνο. Εκτός αυτού, δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η συνολική περίοδος αποθεματοποιήσεως (η συμβατική διάρκεια είναι εν προκειμένω κατά μέσον όρο εννέα μήνες), αλλά μόνον δύο μήνες (από 1ης Ιουλίου μέχρι την απόσταξη), διότι μέχρι την 1η Ιουλίου οι δαπάνες αποθεματοποιήσεως μπορούν σε κάθε περίπτωση να καταλογισθούν στο ΕΓΤΠΕ. Εκτός αυτού, η επιβάρυνση για το ΕΓΤΠΕ ήταν σαφώς μικρότερη σε σχέση με το προηγούμενο έτος, πράγμα που έπρεπε να λάβει υπόψη η Επιτροπή. Εξάλλου, πραγματοποιούνται πλέον τακτικοί έλεγχοι, με αποτέλεσμα οι διορθώσεις να φαίνονται αδικαιολόγητες στο σύνολο τους.
85 Η Επιτροπή επισημαίνει έλλειψη οποιουδήποτε ελέγχου μέχρι του έτους 1993/94 και προσθέτει ότι η Ιταλία δεν προσκόμισε εμπρόθεσμα τα απαιτούμενα έγγραφα σχετικά με τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν, τις ποινές που επιβλήθηκαν και τις ποσότητες αφρώδους οίνου και χυμού σταφυλιών. Είναι προφανές ότι η απόσταξη ήταν ανεπαρκής, η αποθεματοποίηση οίνου υπερβολική και συνεπώς χρειάσθηκε να συναφθούν πολλές πρόσθετες συμβάσεις αποθεματοποιήσεως. Οι διορθώσεις είναι συνεπώς στο σύνολο τους νόμιμες.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος
86 Κατ' αρχάς, διαπιστώνεται ότι η Ιταλία δεν αμφισβητεί τους ελλιπείς ελέγχους και τις εσφαλμένες προβλέψεις. Δεδομένου όμως ότι αυτά αποτελούν σημαντικά στοιχεία στο πλαίσιο της υποχρεωτικής αποστάξεως, η χρηματοοικονομική διόρθωση εις βάρος της Ιταλίας φαίνεται κατ' αρχήν δικαιολογημένη.
87 Για τις ανεπάρκειες του συστήματος ελέγχου ευθύνεται σαφώς το οικείο κράτος μέλος, με αποτέλεσμα η Επιτροπή, κατά πάγια νομολογία (41), να δικαιούται να επιβαρύνει τα κράτη μέλη με τα ποσά που κακώς καταβλήθηκαν.
88 Όσον αφορά το ζήτημα της εκτιμήσεως της εκάστοτε εσοδείας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αρμόδιοι γι' αυτό είναι αποκλειστικά οι παραγωγοί και τα κράτη μέλη. Μόνον αυτοί διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και μπορούν ενδεχομένως να τα ελέγξουν, ώστε να τα θέσουν στη συνέχεια στη διάθεση της Επιτροπής. Στο πλαίσιο αυτό, το σύστημα της υποχρεωτικής αποστάξεως προβλέπει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, μόνον όμως στο μέτρο του καθορισμού των αριθμητικών στοιχείων σχετικά με τις προς απόσταξη ποσότητες. Στον τομέα αυτό, η Επιτροπή εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη συνδρομή των κρατών μελών. Αν υπάρξουν σφάλματα κατά τις εκτιμήσεις, αυτά εμπίπτουν αποκλειστικά στον τομέα αρμοδιότητας των κρατών μελών. Αν εξ αιτίας των σφαλμάτων αυτών προκληθούν ζημίες στο ΕΓΤΠΕ, η Επιτροπή δικαιούται είτε να απορρίψει τις δαπάνες στο σύνολο τους είτε να προβεί σε χρηματοοικονομικές διορθώσεις.
89 Στη προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή προέβη σε μια αναλυτική διόρθωση η οποία στο σύνολο της δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Η Επιτροπή μπορούσε να υπολογίσει τον πιθανό κίνδυνο για το ΕΓΤΠΕ μόνο βάσει του οίνου που εξακολουθεί να βρίσκεται σε απόθεμα. Μπορεί βέβαια να μην υπάρχει αυτόματη σχέση μεταξύ των ποσοτήτων του αποθέματος και των ποσοτήτων επιτραπεζίου οίνου που δεν έχουν υποστεί απόσταξη, πλην όμως δεν υπάρχει καμιά άλλη βάση υπολογισμού και η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να προσκομίσει σχετικά απόδειξη για συγκεκριμένο σφάλμα υπολογισμού.
90 Όσον αφορά την αιτίαση της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι η Επιτροπή καθόρισε τις προς απόσταξη ποσότητες ήδη πριν από τις 15 Φεβρουαρίου 1993 - δηλαδή πριν από το πέρας της προθεσμίας που είχε ταχθεί για την υποχρέωση των κρατών μελών να προβούν σε γνωστοποιήσεις προς την Επιτροπή -, συγκεριμένα με τον κανονισμό 129/93 της 26ης Ιανουαρίου 1993, πρέπει να παρατηρηθεί ότι με τον προαναφερθέντα κανονισμό καθορίστηκαν μόνον οι ποσότητες των κρατών μελών. Στοιχεία όμως που τα κράτη μέλη έπρεπε να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή πριν από τις 15 Φεβρουαρίου 1993 αφορούσαν την κατανομή των ποσοτήτων αυτών στις επιμέρους περιοχές παραγωγής. Η Επιτροπή δεν όφειλε συνεπώς να περιμένει μέχρι τον Φεβρουάριο του 1993 για να καθορίσει τις εθνικές ποσοστώσεις, αλλά μπορούσε να το πράξει προηγουμένως. Η συνεργασία των κρατών μελών και της Επιτροπής, όσον αφορά τον καθορισμό των ποσοτήτων του κάθε παραγωγού, μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον, μετά τη δημοσίευση των υποχρεώσεων των κρατών μελών για υποχρεωτική απόσταξη. Συνεπώς, και εδώ η Επιτροπή ενήργησε σύννομα.
91 Κατά συνέπεια οι χρηματοοικονομικές διορθώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή ήταν σύννομες και πρέπει να απορριφθεί και αυτός ο λόγος ακυρώσεως της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
Ζ - Πλεονάσματα οίνου σε ιδιωτική αποθεματοποίηση
92 Πρόκειται στη περίπτωση αυτή για μια διόρθωση παρόμοια προς την προαναφερθείσα, η οποία αναπτύχθηκε στον τίτλο ΣΤ (σημεία 78 επ.), η οποία όμως αφορά το οικονομικό έτος 1991/92.
93 Η Επιτροπή προέβη σε χρηματοοικονομική διόρθωση ύψους 2 165 691 000 ITL, που αφορούσε τη μη απόσταξη 319 000 εκατολίτρων επιτραπεζίου οίνου. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων στο σημείο αυτό αντιστοιχούν στους ισχυρισμούς που αναφέρθηκαν ήδη στον τίτλο ΣΤ.
94 Και στο σημείο αυτό μπορεί να γίνει δεκτό, σύμφωνα προς τα αναφερθέντα στα σημεία 86 έως 91, ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να προβεί σε χρηματοοικονομική διόρθωση λόγω των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν στο σύστημα διοικητικού ελέγχου. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλμα κατά τον υπολογισμό του ποσού της διορθώσεως.
95 Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί και αυτός ο λόγος ακυρώσεως.
Η - Οριστική παύση καλλιέργειας αμπελουργικών εκτάσεων
Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
96 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ναι μεν η Επιτροπή μείωσε το αρχικά προταθέν ποσό της διορθώσεως, πλην όμως η τελικώς πραγματοποιηθείσα αναλυτική διόρθωση είναι εσφαλμένη. Κατ' αρχάς, για την επαρχία Agrigento έπρεπε να εφαρμοσθεί ποσοστό 1,01 % και όχι 3,09 %. Είναι εσφαλμένη επίσης η διόρθωση ύψους 9,55 % των δαπανών της επαρχίας Agrigento. Ξορηγήθηκαν ενισχύσεις μόνο για σταφύλια που αρχικά καλλιεργήθηκαν πράγματι, όπως προέκυψε από ελέγχους των αρμοδίων αρχών. Διαφορές μεταξύ των εκθέσεων ελέγχου των αρχών και των βιβλίων των αμπελουργών οφείλονται στην ανακρίβεια των βιβλίων αυτών.
97 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι έλεγχοι ήσαν ανεπαρκείς και τα βιβλία των αμπελουργών πολύ ανακριβή, ιδίως όσον αφορά τα στοιχεία σχετικά με τις καλλιεργούμενες εκτάσεις και τα είδη των κλιμάτων. Το ποσοστό όμως ύψους 1,01 %, του οποίου έγινε επίκληση, δεν αναφέρεται στο επίδικο εν προκειμένω χρονικό διάστημα 1991/92, αλλά στην περίοδο 1992/93. Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, η Ιταλία κατέβαλε ενισχύσεις για σταφύλια επιτραπέζιου οίνου, τα οποία όμως από πλευράς κοινοτικού δικαίου δεν έπρεπε να τύχουν ενισχύσεως.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος
98 Όπως προκύπτει από τα επιχειρήματα της Επιτροπής, οι χρηματοοικονομικές διορθώσεις στις οποίες προέβη είναι σύννομες. Κατ' αρχάς, ορθώς δέχτηκε ένα ποσοστό ύψους 3,09 % για το οικονομικό έτος 1991/92, ενώ για την περίοδο 1992/93 ίσχυσε διαφορετικό ποσοστό, ύψους 1,01 %. Δεν μπορεί εξάλλου να κατακρίνει κανείς το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ανέλαβε το κόστος των δαπανών που αφορούσαν την παύση καλλιέργειας αμπελουργικών εκτάσεων για είδη σταφυλιού που, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις κοινοτικού δικαίου, δεν έπρεπε να ενισχυθούν.
99 Εφόσον, εξ αυτού του λόγου, η Ιταλική Κυβέρνηση κατέβαλε εσφαλμένα ενισχύσεις για την παύση καλλιέργειας αμπελουργικών εκτάσεων, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να επιβαρύνει τα κράτη μέλη με αυτή τη ζημία που υπέστη το ΕΓΤΠΕ. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε εξάλλου να αποδείξει σφάλμα υπολογισμού της Επιτροπής κατά τον καθορισμό της αναλυτικής διορθώσεως.
100 Για τον λόγο αυτό, πρέπει να απορριφθεί αυτός ο λόγος ακυρώσεως.
Θ - Λογιστικές διορθώσεις αποθεμάτων βοείου κρέατος με κόκαλα κατά τη δήλωση των ετησίων δαπανών
Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
101 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει σχετικά ότι τα στοιχεία περί των απωλειών που δεν δηλώθηκαν (42), στα οποία στήριξε η Επιτροπή την χρηματοοικονομική διόρθωση, δεν αφορούσαν μόνον το οικονομικό έτος 1993, αλλά ανάγονταν ήδη στα έτη 1991 και 1992. Αυτό προκύπτει από την αποθεματοποίηση των οικείων εμπορευμάτων και προϋόντων για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της μιας μόνον περιόδου. Λαμβανομένου αυτού υπόψη, προκύπτει ότι οι απώλειες κατά την αποθεματοποίηση δεν υπερβαίνουν το επιτρεπόμενο όριο και συνεπώς οι γενόμενες διορθώσεις ήσαν παράνομες. Οι παρατυπίες που διαπιστώθηκαν ήταν καθαρά τυπικές και δεν μπορούσαν να συνεπάγονται κίνδυνο ζημιών για το ΕΓΤΠΕ.
102 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από τους διενεργηθέντες ελέγχους προέκυψε ότι οι δαπάνες αποθεματοποιήσεως δηλώθηκαν χωρίς να ληφθούν υπόψη οι απώλειες κατά τη διάρκεια της περιόδου αποθεματοποιήσεως. Από τους ελέγχους της ΑΙΜΑ προέκυψαν συνολικά απώλειες 1 204 707 τόνων, που υπερβαίνουν το όριο ανοχής κατά 829 717 τόνους. Οι διορθώσεις έπρεπε να πραγματοποιηθούν άμεσα και για τον λόγο ότι δεν ήταν δυνατόν να επιβαρυνθεί το ΕΓΤΠΕ με τα έξοδα των παράτυπων καταβολών και ότι οι απώλειες κατά την αποθεματοποίηση πρέπει να λογιστικοποιούνται μόλις παρουσιαστούν. Εκτός αυτού, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι ίδιες ελλείψεις διαπιστώθηκαν εκ νέου κατά τη διάρκεια ελέγχου που διενήργησαν οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ τον Ιούνιο 1996.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος
103 Πρέπει για άλλη μια φορά να επισημανθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να δημιουργήσουν ένα σύστημα διοικητικών ελέγχων και επιτοπίων ελέγχων που να εξασφαλίζει τη συμφωνία των χρηματοοικονομικών μέτρων ενισχύσεων προς τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις.
104 Στο μέτρο αυτό τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών φέρουν την ευθύνη, κατά το τέλος κάθε οικονομικού έτους, των ορθών πληροφοριών που πρέπει να κοινοποιηθούν στην Επιτροπή.
105 Στο μέτρο αυτό, ορθώς η Επιτροπή απέρριψε την αξίωση της Ιταλικής Κυβερνήσεως να καθυστερήσει το κλείσιμο του οικονομικού έτους 1993 μέχρι το έτος 1995, μέχρι να αδειάσουν οι αποθήκες ώστε να μπορούν να διαπιστωθούν οι επελθούσες ζημίες. Ένα σύστημα αποτελεσματικού και έγκαιρου ελέγχου, όπως αυτό που θα χρειαζόταν για την εφαρμογή των διατάξεων κοινοτικού δικαίου, θα μπορούσε να συμβάλει στο να αποφευχθούν οι σημειωθείσες ανωμαλίες. Κατά συνέπεια, η ευθύνη για το γεγονός ότι, λόγω των ανεπαρκειών των ελέγχων του κράτους μέλους, συνυπολογίστηκαν ενδεχομένως για το οικονομικό έτος 1993 απώλειες κατά την αποθεματοποίηση που πιθανώς επήλθαν ήδη κατά τα προηγούμενα έτη βαρύνει το κράτος μέλος. Η Ιταλική Κυβέρνηση πάντως δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι οι απώλειες αυτές προέρχονταν πράγματι από τα προηγούμενα έτη. Η παράθεση απλών ισχυρισμών δεν αρκεί για τον σκοπό αυτό, διότι, σύμφωνα με τους κανόνες περί κατανομής του βάρους αποδείξεως, το κράτος μέλος πρέπει, κατά πάγια νομολογία, να αποδείξει στην Επιτροπή τον εσφαλμένο υπολογισμό των γενομένων διορθώσεων. Αυτό όμως δεν μπόρεσε να το αποδείξει η Ιταλική Κυβέρνηση.
106 Στην παρούσα περίπτωση, δεν πρόκειται άλλωστε για καθαρά τυπικές ελλείψεις του συστήματος ελέγχου, όπως προσπαθεί να αποδείξει η Ιταλική Κυβέρνηση, διότι η Επιτροπή μπορούσε σχετικά να αποδείξει ότι εν μέρει δεν πραγματοποιήθηκε κανένας απολύτως έλεγχος. Δεδομένου όμως ότι οι έλεγχοι αυτοί αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο της ρυθμίσεως ενισχύσεων στην κοινή οργάνωση αγορών, ορθά η Επιτροπή προέβη στις χρηματοοικονομικές διορθώσεις.
107 Δεν είναι συνεπώς αδικαιολόγητη η διόρθωση που αποφάσισε η Επιτροπή.
Ι - Προκαταβολική αφαίρεση των προβλεπομένων ποσοτικών απωλειών βοείου κρέατος χωρίς κόκαλα
Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
108 Η Ιταλία διαμαρτύρεται διότι η Επιτροπή δεν δέχθηκε να τηρηθούν αυτόματα οι προβλεπόμενες ποσοτικές απώλειες ύψους 0,1 kg για κονσέρβα. Αφού όμως γίνει δεκτό ότι το βάρος ανά κονσέρβα ανέρχεται σε 25 έως 30 kg, η αυτομάτως πραγματοποιηθείσα αφαίρεση είναι σαφώς κατώτερη από το επιτρεπτό όριο αντοχής του 0,6 %.
109 Η Επιτροπή παραπέμπει στην ανάγκη να υπάρχουν ακριβή στοιχεία και για τις απώλειες. Κατά τον χρόνο της πωλήσεως, είναι δυνατό να ελεγχθεί το πραγματικό βάρος, και επαφίεται κανείς στα στοιχεία της ετικέτας. Αν όμως τα στοιχεία αυτά δεν συμφωνούν πλέον με το πραγματικό περιεχόμενο, δεν είναι πλέον δυνατοί οι αποτελεσματικοί έλεγχοι. Εξάλλου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η επικρινόμενη μέθοδος εγκαταλείφθηκε στην Ιταλία μετά το 1993.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος
110 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 147/91 (43), η αναγραφή του πραγματικού βάρους εξυπηρετεί το να είναι δυνατή η παρακολούθηση της πορείας του εμπορεύματος στα καταστήματα.
111 Ορθώς η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες η αυτόματη αφαίρεση 0,1 kg ανά κονσέρβα. Αν ο σκοπός της αναγραφής της απώλειας συνίσταται στον ακριβέστερο καθορισμό της πράγματι υπάρχουσας ποσότητας, αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνον αν γίνει ακριβής μέτρηση. Ακόμη και αν η αυτόματη μέτρηση των απωλειών που πραγματοποίησαν οι ιταλικές αρχές υπολείπεται του ορίου ανοχής 0,6 %, δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη σημαντικών διακυμάνσεων για ορισμένες παρτίδες. Οι διακυμάνσεις όμως αυτές δεν αναφέρονται σε κανένα έγγραφο και μπορεί τελικώς να επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ.
112 Δεδομένου όμως ότι το κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για τη διενέργεια ελέγχων συμφώνων προς τους τασσόμενους κανόνες για να εξασφαλιστεί η νομιμότητα των χρηματοοικονομικών ενισχύσεων, η Επιτροπή δικαιούται να προβεί στις διορθώσεις.
113 Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε συνεπώς να αποδείξει ότι οι χρηματοοικονομικές διορθώσεις που πραγματοποίησε η Επιτροπή ήσαν παράνομες ή έστω απλώς εσφαλμένες.
114 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί και αυτός ο λόγος ακυρώσεως.
ΙΑ - Καθυστερημένη πληρωμή για αγορές που έγιναν στο πλαίσιο παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος χωρίς κόκαλα
115 Η Επιτροπή αποφάσισε χρηματοοικονομική διόρθωση ύψους 778 000 000 ITL, αφού ο οργανισμός της παρεμβάσεως δεν αγόρασε τα εμπορεύματα εντός 65 ημερών από την παράδοσή τους. Κατά την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, επρόκειτο για ασήμαντες μόνον καθυστερήσεις, που ήταν απαραίτητες λόγω του ότι ο αρμόδιος οργανισμός παρεμβάσεως (ΑΙΜΑ) χρειαζόταν το καλούμενο πιστοποιητικό «antimafia» για τη διενέργεια των αγορών.
116 Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 (44), οι αγορές πρέπει να πραγματοποιούνται εντός 45 έως 65 ημερών από της παραδόσεως του εμπορεύματος. Τα έξοδα όμως μπορούν να επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ μόνον αν έχουν τηρηθεί όλες οι διατάξεις που αφορούν τη διαδικασία. Στη προκειμένη όμως περίπτωση, υπήρξε υπέρβαση των προθεσμιών, όπως και για τα έτη 1991 και 1992, πράγμα που δεν αμφισβήτησε η Ιταλική Κυβέρνηση.
117 Δεδομένου ότι πρόκειται για ελλείψεις που αφορούν το σύνολο του συστήματος ελέγχου, που είναι ουσιώδες για την εξασφάλιση της νομιμότητας των δαπανών, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να προβεί σε κατ' αποκοπήν διόρθωση ύψους 10 %. Πέραν αυτού, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αποδείξει σφάλμα υπολογισμού της Επιτροπής.
118 Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί και αυτός ο λόγος ακυρώσεως.
ΙΒ - Ακατάλληλη διοίκηση και ακατάλληλοι έλεγχοι των πριμοδοτήσεων για πρόβειο και αίγειο κρέας
119 Πρόκειται για πρόβλημα το οποίο, όσον αφορά το οικονομικό έτος 1992, λύθηκε με την απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998 στην ήδη παρατεθείσα υπόθεση C-242/96 (45).
120 Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3013/89 (46), στους παραγωγούς προβείου και αιγείου κρέατος χορηγείται πριμοδότηση κατά το μέτρο που είναι αναγκαίο για να αντισταθμισθεί η απώλεια εισοδήματος κατά τη διάρκεια μιας περιόδου εμπορίας. Ήδη, κατά τις έρευνες που συνδέονται με τον έλεγχο των ετήσιων πριμοδοτήσεων για το οικονομικό έτος 1992, διαπιστώθηκαν σοβαρές ελλείψεις στις διαδικασίες ελέγχου. Οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ επισήμαναν ιδίως τον ανεπαρκή έλεγχο των αιτήσεων, την έλλειψη αξιοπιστίας ορισμένων εκθέσεων επιθεωρήσεως και την έλλειψη ελέγχου κατ' αντιπαράθεση των στοιχείων που περιείχαν οι αιτήσεις κατά τις διαπιστώσεις των επιτοπίων ελέγχων.
121 Γενικώς η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την ύπαρξη ανεπαρκειών κατά τους ελέγχους. Υποστηρίζει όμως ότι από τότε που πραγματοποιήθηκαν οι έρευνες έγιναν σημαντικές διοικητικές μεταρρυθμίσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί εν τω μεταξύ αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου, που εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των επιταγών του κοινοτικού δικαίου.
122 Όπως και για το οικονομικό έτος 1992, η Επιτροπή δικαιολογεί την κατ' αποκοπήν διόρθωση ύψους 10 %, στην οποία προέβη, από τις υφιστάμενες ακόμη τότε ανεπάρκειες του συστήματος ελέγχου. Έστω και αν, όπως υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, πραγματοποιήθηκαν μεταρρυθμίσεις, για το οικονομικό έτος 1993 διαπιστώθηκαν οι ίδιες ελλείψεις με το προηγούμενο έτος. Οι επόμενες βελτιώσεις δεν είχαν συνεπώς ακόμη επέλθει.
123 Δεδομένου ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την ύπαρξη των ανεπαρκειών του συστήματος ελέγχου, αλλά υποστηρίζει την ύπαρξη σημαντικών βελτιώσεων, γεννάται το ερώτημα κατά πόσον είναι δικαιολογημένη η διόρθωση ύψους 10 %, στην οποία προέβη η Επιτροπή. Ενόψει της σημασίας και της εκτάσεως των παρατυπιών που εξακολουθούσαν να διαπιστώνονται και ενόψει του υψηλού βαθμού αναποτελεσματικότητας των ελέγχων, το ΕΓΤΠΕ διέτρεξε σοβαρό χρηματοοικονομικό κίνδυνο. Στο πλαίσιο αυτό, δεν αρκεί ο απλός ισχυρισμός της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι κινήθηκαν οι διαδικασίες για τις μεταρρυθμίσεις, επισημάνθηκαν στις αρμόδιες αρχές οι παρατυπίες και γινόταν προσπάθεια για εντατικοποίηση των ελέγχων. Δεδομένου ότι, τουλάχιστον για το οικονομικό έτος 1993, διαπιστώθηκαν και πάλι οι ίδιες ελλείψεις με το 1992, η χρηματοοικονομική διόρθωση στην οποία προέβη η Επιτροπή είναι και ως προς το ύψος της δικαιολογημένη.
124 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι κανένας από τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε η Ιταλική Κυβέρνηση δεν είναι βάσιμος και επομένως πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή στο σύνολο της.
Επί των δικαστικών εξόδων
125 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
IV - Πρόταση
126 Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να εκδώσει την ακόλουθη απόφαση :
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Πρόκειται για το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων.
(2) - Απόφαση της Επιτροπής της 23ης Απριλίου 1997 για την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών σχετικά με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 139, σ. 30).
(3) - Στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή προέβη σε αναλυτικές και κατ' αποκοπήν διορθώσεις, που ανέρχονται συνολικά στο προαναφερθέν ποσό.
(4) - Στη προκειμένη περίπτωση - όπως και στο επόμενο σημείο Ι - νοούνται οι συνήθεις απώλειες ποσοτήτων λόγω της αποθεματοποιήσεως ή της συνήθους επεξεργασίας.
(5) - Πρόκειται για τα ποσά που αναφέρονται στο σημείο 2, υπό Α έως Λ.
(6) - Bλ. ιδίως τα άρθρα 3 και 26 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα (ΕΕ L 351, σ. 1).
(7) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93).
(8) - Αποφάσεις της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-242/96, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-5863, σκέψη 114), της 2ας Ιουνίου 1994, C-2/93, Exportslaschterijen van Oordegem (Συλλογή 1994, σ. Ι-2283, σκέψεις 16 έως 18), και της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-2321, σκέψη 23).
(9) - Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 58.
(10) - Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 58, με περαιτέρω παραπομπές.
(11) - Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 58, με περαιτέρω παραπομπές.
(12) - Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 59.
(13) - Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 116.
(14) - Αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 1993, C-48/91, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-5611, σκέψη 14), και Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 122.
(15) - Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 49/83, Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 2931, σκέψη 30).
(16) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 797/85 του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 1985, για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των γεωργικών διαρθρώσεων (ΕΕ L 93, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1094/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988 (ΕΕ L 106, σ. 28).
(17) - Η τεχνική αυτή, η οποία συνδέεται με την πρώιμη συγκομιδή στις σκαλιστικές καλλιέργειες το φθινόπωρο και την άνοιξη, συνίσταται στη διατήρηση μιας φυτικής καλύψεως, για περιορισμένα χρονικά διαστήματα, και στην εν συνεχεία πραγματοποίηση των συνήθων εργασιών προετοιμασίας των γαιών με θάψιμο της παραχθείσας βλαστήσεως.
(18) - Aπόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8.
(19) - Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8.
(20) - Κανονισμός 79/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1965, περί δημιουργίας δικτύου γεωργικής λογιστικής πληροφορήσεως επί των εισοδημάτων και της νομικής λειτουργίας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην Ευρωπαϋκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 184).
(21) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 177, σ. 4).
(22) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1358/77 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1977, περί καθορισμού γενικών κανόνων αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποιήσεως στον τομέα της ζάχαρης και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 750/68 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 161).
(23) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1998/78 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1978, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του συστήματος αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποιήσεως στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/022, σ. 152).
(24) - Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8.
(25) - Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 116.
(26) - Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 116.
(27) - Απόφαση της 15ης Μαου 1984, 121/83, Zuckerfabrik Franken (Συλλογή 1984, σ. 2039, σκέψη 26).
(28) - Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 118.
(29) - Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 120.
(30) - Κανονισμός 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33)· το άρθρο 11, παράγραφος 1, προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2210/88 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1988 (ΕΕ L 197, σ. 1).
(31) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 3089/78 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί θεσπίσεως γενικών κανόνων που αφορούν την ενίσχυση στην κατανάλωση του ελαιολάδου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 236).
(32) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2677/85 της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 1985, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης για την κατανάλωση ελαιολάδου (ΕΕ L 254, σ. 5), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 571/91 της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 1981 (ΕΕ L 63, σ. 19).
(33) - Πρόκειται για τον περιεχόμενο στο άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85 «κανόνα του 20 %» που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 643/93 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1993 (ΕΕ L 69, σ. 19).
(34) - Πρόκειται για το Ινστιτούτο Repressione Frodi.
(35) - Απόφαση της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 16).
(36) - Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 122.
(37) - Αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-54/95, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-35, σκέψη 28), της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, C-323/96, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1998, σ. Ι-5063, σκέψη 38), και της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-55/91, Iταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-4813, σκέψη 40).
(38) - Βλ. την 44η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για κοινή οργάνωση αγοράς στον αμπελοοινικό τομέα (ΕΕ L 84, σ. 1).
(39) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 3929/87 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1987, σχετικά με τις δηλώσεις εσοδείας παραγωγής και αποθεμάτων προϋόντων του αμπελοοινικού τομέα (ΕΕ L 369, σ. 59).
(40) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 129/93 της Επιτροπής, της 26ης Ιανουαρίου 1993, για το άνοιγμα υποχρεωτικής αποστάξεως που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου και για την παρέκκλιση ορισμένων σχετικών λεπτομερειών εφαρμογής για την περίοδο 1992/93 (ΕΕ L 18, σ. 10).
(41) - Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 122.
(42) - Πρόκειται για τις συνήθεις απώλειες ποσοτήτων λόγω της αποθεματοποιήσεως ή της συνήθους επεξεργασίας.
(43) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 147/91 της Επιτροπής, της 22ας Ιανουαρίου 1991, για τον ορισμό και τον καθορισμό των ορίων ανοχής των ποσοτικών απωλειών του γεωργικών προϋόντων που αποθηκεύονται στη δημόσια παρέμβαση (ΕΕ L 17, σ. 9).
(44) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 859/89 της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1989, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 91, σ. 5).
(45) - Η προσφυγή της Ιταλίας απορρίφθηκε και στο σημείο αυτό ως αβάσιμη. Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 8.
(46) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 3013/89 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1989, για την κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος (EE L 289, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy