Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην παρούσα υπόθεση, το Tribunal de commerce de Bruxelles (Βέλγιο) ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν ορισμένες ευκολίες για την καθυστερημένη καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως, παρεχόμενες σε επιχείρηση από τον επιφορτισμένο με την είσπραξή τους δημόσιο οργανισμό, πρέπει να θεωρούνται κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν οι ευκολίες αυτές συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.
Το ιστορικό
2 Το βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ρυθμίζεται από τον νόμο της 27ης Ιουνίου 1969, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 30ής Μαρτίου 1994, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, ορίζει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα.
3 Η Office national de sιcuritι sociale (Εθνική Υπηρεσία Κοινωνικής Ασφαλίσεως, στο εξής: ONSS) είναι δημόσιος οργανισμός, ο οποίος τελεί υπό την εγγύηση του Βελγικού Δημοσίου. Του έχει ανατεθεί η είσπραξη των κοινωνικών εισφορών των εργοδοτών και των εργαζομένων. Του έχει επίσης ανατεθεί να εξασφαλίζει την εν γένει οικονομική διαχείριση της κοινωνικής ασφαλίσεως καθώς και τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας της (1).
4 Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί τις εισφορές του εργαζομένου από τον μισθό του και να τις διαβιβάζει στην ONSS εντός των καθορισμένων από τον βασιλέα προθεσμιών (2). Οι εργοδότες που δεν καταβάλλουν τις εισφορές εντός των προθεσμιών αυτών υπόκεινται σε ποινικές κυρώσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε αστικές κυρώσεις, υποχρεούμενοι στην καταβολή αυξημένων εισφορών και τόκων υπερημερίας (3). Γίνεται δεκτό ότι η ONSS έχει την εξουσία να παρέχει προθεσμίες χάριτος στους εργοδότες, καίτοι το εθνικό δίκαιο αναγνωρίζει ότι η εξουσία αυτή έχει ορισμένα όρια.
5 Το εθνικό δικαστήριο αναφέρει ότι, αν μια εταιρία καθίσταται αφερέγγυα, η ONSS διαθέτει γενικό προνόμιο επί των κινητών περιουσιακών της στοιχείων για την καταβολή των εισφορών που οφείλονται επί τρία έτη.
6 Το άρθρο 442, παράγραφος 1, του εμπορικού κώδικα ορίζει ότι πτώχευση κηρύσσεται με απόφαση του Tribunal de commerce, είτε κατόπιν δηλώσεως περί παύσεως των πληρωμών του εμπόρου, είτε κατόπιν αιτήσεως ενός ή περισσοτέρων πιστωτών, είτε αυτεπαγγέλτως (4). Κάθε tribunal de commerce διαθέτει υπηρεσία εμπορικών ελέγχων (service d'enquκtes commerciales), η οποία πρέπει να του παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες για να μπορεί να αποφανθεί, έχοντας πλήρη γνώση της υποθέσεως, επί της αφερεγγυότητας μιας επιχειρήσεως. Ο αρμόδιος για τους εμπορικούς ελέγχους δικαστής (juge des enquκtes commerciales) παραπέμπει την υπόθεση σε τμήμα του Tribunal de commerce όταν διαθέτει επαρκή στοιχεία από τα οποία πιθανολογείται ότι η επιχείρηση μπορεί να είναι αφερέγγυα. Το τμήμα αυτό (jude de l'audience) εκδίδει απόφαση διαπιστώνoυσα ότι η αφερεγγυότητα της επιχειρήσεως αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
7 Η Dιmιnagements-Manutention Transport (στο εξής: DMT) είναι επιχείρηση μετακομίσεων της οποίας οι δραστηριότητες είναι εν μέρει διεθνείς. Φαίνεται ότι η κύρια δίκη οφείλεται σε απόφαση του Tribunal de commerce να ελέγξει αυτεπαγγέλτως την χρηματοοικονομική κατάσταση της DMT. Ο αρμόδιος για τους εμπορικούς ελέγχους δικαστής παρέπεμψε την υπόθεση στο τέταρτο τμήμα του Tribunal de commerce. Αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα.
8 Τα πραγματικά περιστατικά και οι αριθμοί στους οποίους οφείλονται οι υποψίες του αρμόδιου για τους εμπορικούς ελέγχους δικαστή σχετικά με την αφερεγγυότητα της DMT δεν προκύπτουν με πλήρη σαφήνεια από τη διάταξη περί παραπομπής. Φαίνεται πάντως ότι το κύριο στοιχείο που οδήγησε το εθνικό δικαστήριο να ζητήσει τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση ότι η ONSS παρέσχε στην DMT ευκολίες για την καθυστερημένη καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως για ορισμένα έτη, αυτό δε ενώ το παθητικό της DMT, που το αποτελούσαν κυρίως κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές, απλήρωτοι τόκοι και πρόστιμα υπερημερίας, υπερέβαινε πολύ το ενεργητικό της.
9 Ο εισαγγελέας, διατυπώνοντας ως amicus curiae τη γνώμη του επί της κύριας δίκης, έκρινε ότι η DMT θα είχε δηλώσει την παύση των πληρωμών της αν η ONSS δεν είχε επιδείξει ανοχή από δεκαετίας και κατέληξε ότι αυτή είχε εκφύγει του ρόλου της ως εισπράκτορα κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών για να αναλάβει ρόλο ομοιάζοντα προς εκείνον του χορηγού πιστώσεων.
10 Το αιτούν δικαστήριο έκρινε, ενόψει των περιστάσεων, ότι οι ευκολίες καταβολής των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως είναι δυνατό να συνιστούν παράνομη κρατική ενίσχυση, αντίθετη προς το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης και, συνεπώς, υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα στο Δικαστήριο:
«1) Πρέπει το άρθρο 92 της Συνθήκης να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα μέτρα υπό τη μορφή ευκολιών πληρωμής παρεχομένων από δημόσιο οργανισμό, όπως η ONSS, που έχουν ως αποτέλεσμα να καθίσταται δυνατό σε μία εμπορική εταιρία να παρακρατεί, τουλάχιστον από 8 ετών, μέρος των ποσών που εισπράχθηκαν από το προσωπικό και να χρησιμοποιεί τα ποσά αυτά για τη στήριξη εμπορικών δραστηριοτήτων, δεδομένου ότι η επιχείρηση δεν είναι σε θέση να επιτύχει χρηματοδότηση υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς ή να αυξήσει το κεφάλαιό της, πρέπει να θεωρούνται κρατικές ενισχύσεις, υπό την έννοια του άρθρου αυτού;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πρέπει το άρθρο 92 της Συνθήκης να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια τέτοια ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά;»
11 H DMT, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση παρέστησαν η Βελγική, η Γαλλική και η Ισπανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.
12 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Βελγική Κυβέρνηση διαφοροποίησε κάπως τα εκτεθέντα με τη διάταξη περί παραπομπής πραγματικά περιστατικά. Ισχυρίστηκε ειδικότερα ότι η κύρια δίκη αφορούσε μόνον καθυστερημένες εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως από τον Ιούνιο 1994 και ότι η παράταση της προθεσμίας έως τον Δεκέμβριο 1996 είχε χορηγηθεί με απόφαση του Tribunal de commerce του Σεπτεμβρίου 1996 και, επομένως, δεν ήταν αποτέλεσμα μόνον της ανοχής της ONSS. Δέχθηκε πάντως ότι η DMT αντιμετώπιζε δυσκολίες στην καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως από το 1986.
13 Παρά την αμφισβήτηση ως προς τα πραγματικά περιστατικά, θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί γενικώς. Βεβαίως, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να βεβαιωθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν επαρκώς ώστε να μπορεί να εφαρμόσει την απόφαση του Δικαστηρίου στην ενώπιόν του δίκη.
Παραδεκτό
14 Δύο σημεία της υποθέσεως φαίνεται να δημιουργούν αμφιβολίες για τη λυσιτέλεια της προδικαστικής παραπομπής: τίθεται το ερώτημα, πρώτον, αν η κύρια διαδικασία έχει δικαστικό χαρακτήρα και, δεύτερον, αν η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι αναγκαία προκειμένου το εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί.
15 Όπως ήδη τόνισα, η ενώπιον του Tribunal de commerce διαδικασία, ως δικαστηρίου αρμοδίου να κρίνει για την αφερεγγυότητα, περιλαμβάνει δύο φάσεις: τον έλεγχο του αρμοδίου για τους εμπορικούς ελέγχους δικαστή και, ενδεχομένως, τη συνέχιση της διαδικασίας ενώπιον του juge de l'audience αν ένα τμήμα έχει επιληφθεί της υποθέσεως. Καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας υπάρχει μόνον ένας διάδικος, η επιχείρηση που υπόκειται στον έλεγχο, αν και ο εισαγγελέας μπορεί να παρέμβει ως amicus curiae.
16 Το γεγονός ότι η διαδικασία δεν έχει τον χαρακτήρα της κατ' αντιδικίαν δίκης δεν εμποδίζει καθεαυτό να συναχθεί ότι το Tribunal de commerce είναι αρμόδιο για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος (5). Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι τα εθνικά δικαστήρια δύνανται να υποβάλουν σ' αυτό προδικαστικά ερωτήματα «μόνον εφόσον εκκρεμεί ενώπιον αυτών διαφορά και εφόσον καλούνται να αποφανθούν στο πλαίσιο διαδικασίας έχουσας προορισμό να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως δικαιοδοτικού χαρακτήρα» (6). Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη εθνική διαδικασία περιλαμβάνει μία φάση απλού ελέγχου δεν αντιτίθεται στην παραπομπή: το Δικαστήριο έλαβε αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως υποβληθείσα από Ιταλό Pretore (δικαστή) στο πλαίσιο υποθέσεως στην οποία αυτός είχε τον ρόλο τόσον του εισαγγελέα όσο και του ανακριτή, διεξάγων τον προκαταρκτικό έλεγχο ως εισαγγελέας και, οσάκις από τον έλεγχο αυτό δεν προέκυπτε λόγος συνεχίσεως της διαδικασίας, εκδίδων τη σχετική διάταξη αντί του ανακριτή δικαστή (7). Το Δικαστήριο έκρινε ότι έχει αρμοδιότητα να απαντήσει σε αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως εφόσον η αίτηση αυτή προέρχεται από δικαιοδοτικό όργανο που ενεργεί στο γενικό πλαίσιο της αποστολής του να κρίνει, με ανεξαρτησία γνώμης και σύμφωνα με το δίκαιο, τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, έστω και αν ορισμένα από τα καθήκοντα του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου, ασκούμενα στο πλαίσιο της διαδικασίας που έδωσε αφορμή για την προδικαστική παραπομπή, δεν έχουν αυστηρά δικαιοδοτικό χαρακτήρα (8).
17 Εν προκειμένω, το Tribunal de commerce, σύμφωνα με το άρθρο 442, παράγραφος 1, του βελγικού εμπορικού κώδικα, καλείται να αποφασίσει αν η DMT είναι αφερέγγυα. Φαίνεται ότι ο αρμόδιος για τους εμπορικούς ελέγχους δικαστής παρέπεμψε την υπόθεση στο τέταρτο τμήμα του Tribunal de commerce και, επομένως, δεν διαδραματίζει πλέον κάποιο ρόλο στη διαδικασία. Ο juge de l'audience, άπαξ ο αρμόδιος για τους εμπορικούς ελέγχους δικαστής του παραπέμψει την υπόθεση, οφείλει να εκδώσει απόφαση διαπιστώνοντας είτε ότι η επιχείρηση είναι αφερέγγυα, είτε ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για να διαπιστωθεί η αφερεγγυότητα δεν συντρέχουν. Επομένως, το εθνικό δικαστήριο διαδραματίζει ρόλο μάλλον δικαιοδοτικού παρά διοικητικού χαρακτήρα. Είναι επομένως σαφές, κατά τη γνώμη μου, ότι το Tribunal de commerce, ως αρμόδιο να αποφανθεί για την αφερεγγυότητα δικαστήριο, έχει την εξουσία να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ.
18 Η δεύτερη αμφιβολία ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως έχει σχέση με το ερώτημα αν το εθνικό δικαστήριο χρειάζεται, προκειμένου να αποφανθεί, απάντηση στα ερωτήματά του, όπως απαιτεί το άρθρο 177. Λαμβάνοντας υπόψη τον ρόλο του αιτούντος δικαστηρίου στο πλαίσιο της κύριας δίκης, πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι το Tribunal de commerce εκτιμά ότι μια απάντηση του Δικαστηρίου στο ερώτημα σχετικά με το αν οι παρεχόμενες από την ONSS ευκολίες πληρωμής ισοδυναμούν με παράνομη κρατική ενίσχυση θα επηρεάσει την απόφασή του για το αν η DMT είναι αφερέγγυα ή όχι. Αν οι ευκολίες αυτές συνιστούν κρατική ενίσχυση, το αιτούν δικαστήριο πιθανώς θεωρεί ότι η DMT πρέπει να εκπληρώσει αμέσως τις υποχρεώσεις της έναντι της ONSS, πράγμα το οποίο θα την καταστήσει κατ' ανάγκη αφερέγγυα. Πάντως, αυτό δεν προκύπτει σαφώς από τη διάταξη περί παραπομπής. Ούτε είναι σαφές αν η έκβαση της κύριας δίκης αφορά πράγματι το σημείο αυτό, δεδομένου ότι οι διαπιστώσεις του εθνικού δικαστηρίου - αν και αμφισβητήθηκαν από τη Βελγική Κυβέρνηση - οδηγούν στη σκέψη ότι η DMT αδυνατεί σε κάθε περίπτωση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.
19 Πάντως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου να εκδώσει την απόφασή του (9). Το Δικαστήριο τόνισε ότι πρέπει να γίνεται αποδεκτή η εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου, ακόμη και αν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πώς οι ζητούμενες από το δικαστήριο απαντήσεις μπορούν να έχουν επίπτωση στη λύση των διαφορών της κύριας δίκης (10), αρκεί τα ερωτήματα να μην είναι προδήλως άσχετα προς αυτές (11), και το Δικαστήριο να μην καλείται να απαντήσει απλώς σε γενικά ή υποθετικά ερωτήματα (12). Εν προκειμένω, δεν θεωρώ ότι ενδείκνυται να απορρίψει το Δικαστήριο την εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου σχετικά με τη λυσιτέλεια των υποβληθέντων ερωτημάτων για τη λύση της ενώπιόν του υποθέσεως.
Το πλαίσιο της Συνθήκης
20 Πρέπει να διευκρινιστεί εκ προοιμίου η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων, της Επιτροπής και του Δικαστηρίου στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων (13).
21 Το άρθρο 92, παράγραφος 1, έχει ως εξής:
«Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό με την ευνοϋκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο.»
22 Κατά το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, η Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη αυτά. Το άρθρο 93, παράγραφος 2, καθορίζει τη διαδικασία που η Επιτροπή οφείλει να ακολουθήσει αν διαπιστώσει ότι ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά ή ότι η ενίσχυση αυτή εφαρμόζεται καταχρηστικώς. Το άρθρο 93, παράγραφος 3, ορίζει τα εξής:
«Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει, ότι σχέδιο ενισχύσεως δε συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κατά το άρθρο 92, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δε δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση.»
23 Η θέση σε εφαρμογή του συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, θεσπισθέντος από το άρθρο 93, απόκειται στην Επιτροπή και στα εθνικά δικαστήρια (14). Το Δικαστήριο διευκρίνισε τους αντιστοίχους ρόλους της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων με την απόφαση Steinike & Weinlig (15).
24 Το Δικαστήριο διαπίστωσε, πρώτον, ότι, προβλέποντας με το άρθρο 93 τη διαρκή εξέταση και τον έλεγχο των ενισχύσεων εκ μέρους της Επιτροπής, η πρόθεση των συντακτών της Συνθήκης ήταν η αναγνώριση του ενδεχομένου ασυμβάτου μιας ενισχύσεως προς την κοινή αγορά να προκύπτει, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, μέσω κατάλληλης διαδικασίας, για την εφαρμογή της οποίας υπεύθυνη είναι η Επιτροπή. Τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν, επικαλούμενα μόνον το άρθρο 92, να αποφαίνονται επί του συμβατού της ενισχύσεως (16).
25 Πάντως, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να επιληφθούν υποθέσεων στο πλαίσιο των οποίων τους ζητείται να ερμηνεύσουν και να εφαρμόσουν την έννοια της ενισχύσεως του άρθρου 92 προκειμένου να κριθεί αν ενίσχυση, θεσπισθείσα κατά παράβαση της διαδικασίας προηγουμένου ελέγχου του άρθρου 93, παράγραφος 3, έπρεπε να είχε υποβληθεί στη διαδικασία αυτή (17). Ένα εθνικό δικαστήριο έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη γνώμη της Επιτροπής για να ερμηνεύσει το άρθρο 92 (18)· επιπλέον, ένα εθνικό δικαστήριο δύναται ή υποχρεούται να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 177, όπως έπραξε εν προκειμένω το Tribunal de commerce de Bruxelles. Τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εγγυώνται στους διοικουμένους ότι θα επέλθουν όλες οι κατά το εθνικό δίκαιο συνέπειες της παραβάσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος, όσον αφορά τόσον το κύρος των πράξεων εφαρμογής όσον και την επιστροφή των χρηματικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της διατάξεως αυτής (19).
26 Επομένως, ούτε το Δικαστήριο ούτε το αιτούν δικαστήριο είναι αρμόδια να αποφανθούν επί του συμβατού της ενισχύσεως προς την κοινή αγορά. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου και οι παρούσες προτάσεις θα περιοριστούν, επομένως, στην ερμηνεία την εννοίας της κατά το άρθρο 92 ενισχύσεως.
Πρώτο ερώτημα
27 Προκειμένου να καθοριστεί αν μία πρακτική, όπως αυτή την οποία η ONSS φέρεται εν προκειμένω ότι ακολουθεί, συνιστά ενίσχυση για τους σκοπούς του άρθρου 92, είναι σκόπιμο να εξετασθούν τα διάφορα συστατικά στοιχεία του ορισμού στο άρθρο 92, παράγραφος 1.
Οι κρατικοί πόροι
28 Η διάταξη αυτή προϋποθέτει, πρώτον, ότι η ενίσχυση χορηγείται από κράτος μέλος ή με κρατικούς πόρους. Η διάκριση μεταξύ ενισχύσεως χορηγουμένης από το κράτος και ενισχύσεως από κρατικούς πόρους αποβλέπει στο να περιλάβει στην έννοια της ενισχύσεως όχι μόνον τις ενισχύσεις που χορηγούνται απευθείας από το κράτος, αλλά και εκείνες που χορηγούνται από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, τους οποίους ορίζει ή ιδρύει το κράτος (20). Δεδομένου ότι η ONSS είναι δημόσιος οργανισμός υπό την εγγύηση του Δημοσίου και υπεύθυνος έναντι αυτού για την είσπραξη εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως, είναι σαφές ότι εμπίπτει στον ορισμό αυτό. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει πει ότι, στο μέτρο που τα κεφάλαια κοινωνικής ασφαλίσεως χρηματοδοτούνται από τις υποχρεωτικές εισφορές που επιβάλλει η νομοθεσία του κράτους, και των οποίων η διαχείριση και η κατανομή γίνεται σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή, πρέπει να θεωρηθούν ως κρατικοί πόροι κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, ακόμη και αν τις διαχειρίζονται όργανα ξένα προς τις δημόσιες αρχές (21).
Η έννοια του πλεονεκτήματος
29 Δεύτερον, η παρέμβαση του κράτους πρέπει να ευνοεί τον αποδέκτη της.
30 Η Συνθήκη αφορά κάθε ενίσχυση «υπό οποιαδήποτε μορφή». Το Δικαστήριο πολύ ενωρίς έκρινε ότι η έννοια της ενισχύσεως κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, είναι ευρύτερη από την έννοια της επιδοτήσεως, διότι δεν περιλαμβάνει μόνο θετικές παροχές όπως είναι οι ίδιες οι επιδοτήσεις, αλλά και παρεμβάσεις οι οποίες, υπό διάφορες μορφές, μειώνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικά βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως και που, για τον λόγο αυτό, χωρίς να είναι επιδοτήσεις υπό τη στενή έννοια της λέξεως, είναι της αυτής φύσεως και έχουν το ίδιο αποτέλεσμα (22).
31 Επομένως, το κρίσιμο σημείο είναι αν η ενδιαφερομένη επιχείρηση λαμβάνει ένα πλεονέκτημα που δεν θα ελάμβανε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στην ιδιωτική αγορά. Στο πλαίσιο μέτρων σχετικών με τις εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής (23), ότι προτιμησιακή μείωση των εισφορών αυτών συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, εφόσον κατέστησε δυνατό σε μια επιχείρηση «να αποφύγει να επωμιστεί τις δαπάνες που κανονικά έπρεπε να πραγματοποιηθούν από τους οικονομικούς πόρους της (...) και εμπόδισαν, κατ' αυτόν τον τρόπο, την επέλευση των φυσιολογικών συνεπειών των υφισταμένων στην αγορά δυνάμεων» (24).
32 Εντούτοις, εν προκειμένω δεν υπήρξε απλή μείωση του ποσού των καταβλητέων από την DMT εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως. Πράγματι, σ' αυτήν επιτράπηκε να πληρώσει πέραν της κανονικής προθεσμίας και υποχρεώθηκε στην καταβολή τόκου και προσαυξήσεων για τις καθυστερημένες αυτές καταβολές. Υπό τις συνθήκες αυτές, η DMT υποστηρίζει ότι δεν είχε κάποιο όφελος που να ισοδυναμεί με ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Η Βελγική, η Γαλλική και η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι, αν παρέχονται ευκολίες πληρωμής οι οποίες όμως αντισταθμίζονται από τους όρους υπό τους οποίους παρέχονται, όπως είναι ο τόκος, οι ασφάλειες και οι προσαυξήσεις, η οικεία επιχείρηση δεν έχει κανένα όφελος που να ισοδυναμεί με ενίσχυση. Η Επιτροπή υποστηρίζει αντιθέτως ότι η DMT έτυχε ουσιώδους οφέλους για τον λόγο και μόνον ότι απαλλάχθηκε από την υποχρέωση που συνήθως υπέχουν οι επιχειρήσεις να καταβάλλουν τις εισφορές τους κοινωνικής ασφαλίσεως εντός των κανονικών προθεσμιών: Οι ευκολίες πληρωμής επέτρεψαν στην DMT να παρακρατήσει τις εισπραχθείσες εισφορές από τους εργαζομένους σ' αυτήν μισθωτούς και να τις επενδύσει στις εμπορικές δραστηριότητές της αντί να τις καταβάλει στην ONSS.
33 Είναι σαφές ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, το γεγονός της διαρκούς και γενναιόδωρης ανοχής της καθυστερημένης καταβολής των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως μπορεί να παρέχει στην ωφελουμένη επιχείρηση αξιόλογο εμπορικό όφελος και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να ισοδυναμεί με απαλλαγή από την καταβολή εισφορών (25). Επομένως, αναμφίβολα, η δυνατότητα καθυστερημένης καταβολής συνιστά, σε μια τέτοια περίπτωση, κρατική ενίσχυση (26).
34 Κατά τη γνώμη μου, η προτεινομένη από τη Γαλλική Κυβέρνηση μέθοδος είναι αυτή που καθιστά δυνατή κατά τον καλύτερο τρόπο την απάντηση στο ερώτημα αν οι ευκολίες καταβολής των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Κατά την κυβέρνηση αυτή, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχονται οι ευκολίες αυτές πρέπει να συγκρίνονται προς εκείνες που ο ιδιώτης πιστωτής θα παρείχε σε παρόμοια περίπτωση. Παρόμοιες ευκολίες συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, μόνον αν παρέχονται υπό προϋποθέσεις προδήλως πιο γενναιόδωρες από εκείνες που θα είχε παράσχει ο ιδιώτης πιστωτής.
35 Συμφωνώ με τη Γαλλική και τη Βελγική Κυβέρνηση ότι το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, το οποίο συχνά χρησιμοποιήθηκε για να καθοριστεί αν η χορήγηση κεφαλαίων από το κράτος σε επιχείρηση αποτελεί ενίσχυση (27), δεν είναι εν προκειμένω το κατάλληλο. Πάντως, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ο ιδιώτης επενδυτής και ο ιδιώτης πιστωτής είναι αυτοί που αποτελούν, κυρίως, την ιδιωτική αγορά. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να γίνεται η πλέον περιορισμένη σύγκριση, δηλαδή, εν προκειμένω, η σύγκριση με ιδιώτη πιστωτή και τους όρους που ο πιστωτής αυτός θα είχε προτείνει σε πελάτη/οφειλέτη ευρισκόμενο σε δυσχερή οικονομική κατάσταση (28).
36 Κατά τη σύγκριση, ο υποθετικός πιστωτής πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να ομοιάζει ως προς όλα τα σημαντικά σημεία προς τον οικείο κρατικό οργανισμό. Επομένως, εν προκειμένω, ο υποθετικός πιστωτής θα πρέπει να έχει παρόμοια ικανότητα παροχής ευκολιών πληρωμής και να διαθέτει ανάλογα πλεονεκτήματα, όπως προνόμιο επί των περιουσιακών στοιχείων της οφειλέτιδας επιχειρήσεως. Πάντως, συμφωνώ με την άποψη της Επιτροπής ότι δεν ενδείκνυται να θεωρηθεί ότι ο υποθετικός ιδιώτης πιστωτής έχει συμφέρον να μην τεθεί η επιχείρηση υπό εκκαθάριση. Ο ιδιώτης πιστωτής πρέπει να θεωρηθεί ότι ενεργεί προς ίδιον εμπορικό συμφέρον. Επομένως, αν το πλέον αποτελεσματικό μέσο για την ανάκτηση του χρέους της είναι να επιτραπεί η εκκαθάριση της επιχειρήσεως, τότε πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι ο ιδιώτης πιστωτής δεν θα προσπαθήσει να αποτρέψει αυτή την έκβαση.
37 Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να αποφασίσει, βασιζόμενο στη δική του εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, αν, λαμβάνοντας υπόψη τις προϋποθέσεις της παροχής τους, οι ευκολίες καταβολής των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως είναι προδήλως πιο γενναιόδωρες από εκείνες που θα είχε παράσχει ιδιώτης πιστωτής, προστατεύοντας τα εμπορικά συμφέροντά του, σε παρόμοια κατάσταση στην ιδιωτική αγορά. Αν αυτό συμβαίνει, οι ευκολίες αυτές συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Παρατηρείται ότι το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο φαίνεται να προϋποθέτει ότι η οικεία επιχείρηση αδυνατεί να εξεύρει κεφάλαια υπό τις κανονικές συνθήκες της αγοράς.
38 Το κριτήριο του ιδιώτη πιστωτή θα καθορίσει επίσης από ποιο χρονικό σημείο καθίσταται η παροχή ευκολιών πληρωμής κρατική ενίσχυση. Μπορεί η παροχή αυτή, για μια εύλογη περίοδο, να είναι σύμφωνη προς την πιθανή συμπεριφορά του ιδιώτη πιστωτή, αλλά, από ορισμένο χρόνο και μετά, ο πιστωτής αυτός μπορεί να παύσει να παρέχει τις ευκολίες και να επιδιώξει την καταβολή του χρέους. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να αποφασίσει ποιο είναι το χρονικό σημείο που αυτό θα συνέβαινε.
Εύνοια παρεχομένη σε ορισμένες επιχειρήσεις
39 Τρίτον, μια ενίσχυση εμπίπτει στο άρθρο 92, παράγραφος 1, μόνον εφόσον δεν αποτελεί γενικό μέτρο αλλά μάλλον ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις. Η Βελγική, η Γαλλική και η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι, οσάκις παρέχονται ευκολίες καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως υπό τις ίδιες προϋποθέσεις σε όλες τις τελούσες σε μία αντικειμενικά καθοριζόμενη κατάσταση επιχειρήσεις, οι ευκολίες αυτές δεν συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 εφόσον, έχοντας γενικό χαρακτήρα, δεν ευνοούν ορισμένες επιχειρήσεις.
40 Είναι αληθές ότι μέτρα γενικού χαρακτήρα δεν εμπίπτουν στο άρθρο 92. Πάντως, όπως τονίζει η Επιτροπή, το Δικαστήριο έχει πει ότι, οσάκις ο οργανισμός που παρέχει χρηματοοικονομικές ευκολίες προφανώς γενικού χαρακτήρα διαθέτει σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά το ποιος πρέπει να ευνοηθεί και τις προϋποθέσεις των χορηγουμένων μέτρων, η ευνοουμένη επιχείρηση θα βρεθεί σε καλύτερη κατάσταση από άλλες επιχειρήσεις και, επομένως, το μέτρο δεν μπορεί να θεωρηθεί μέτρο γενικού χαρακτήρα (29). Φαίνεται εν προκειμένω ότι η ONSS έχει διακριτική ευχέρεια ως προς την παροχή ευκολιών πληρωμής σε οποιαδήποτε επιχείρηση και, έως ένα ορισμένο σημείο, υπό τους όρους που θεωρεί ενδεδειγμένους: αν αυτό συμβαίνει, τα οικεία μέτρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν γενικό χαρακτήρα.
Ο ανταγωνισμός και οι εμπορικές συναλλαγές
41 Τέλος, το άρθρο 92, παράγραφος 1, ορίζει ότι είναι παράνομες οι ενισχύσεις «που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό (...) κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές».
42 Όπως η Επιτροπή εκθέτει, φαίνεται σαφές ότι, εν προκειμένω, αν αποδειχθεί ότι τα μέτρα συνιστούν ενίσχυση, μπορούν να νοθεύσουν ή να απειλήσουν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό ευνοώντας ορισμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Ο ανταγωνισμός μπορεί να νοθευθεί ακόμη και όταν το ποσό της χορηγηθείσας ενισχύσεως είναι σχετικά χαμηλό (30). Τα μέτρα μπορούν επίσης να επηρεάσουν το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο. Οσάκις μια κρατική χρηματοοικονομική ενίσχυση ενισχύει τη θέση επιχειρήσεως σε σχέση με άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι τελευταίες επηρεάζονται από την ενίσχυση αυτή (31). Εν προκειμένω, η υποτιθεμένη ενίσχυση μπορεί να ενισχύσει τη θέση της DMT στην αγορά των μετακομίσεων, σε βάρος των ανταγωνιστών της.
43 Επομένως, απαντώντας στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα που έχουν τη μορφή ευκολιών καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως και θάλπουν τις διακρίσεις συνιστούν χορήγηση κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, αν οι ευκολίες αυτές, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχονται, είναι προδήλως πιο γενναιόδωρες από αυτές που ο ιδιώτης πιστωτής θα παρείχε υπό παρόμοιες περιστάσεις.
Δεύτερο ερώτημα
44 Όπως εξήγησα πιο πάνω, απόκειται αποκλειστικά στην Επιτροπή να αποφασίσει, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου του Δικαστηρίου, αν μια ενίσχυση είναι συμβατή προς την κοινή αγορά. Επομένως, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
Πρόταση
45 Συνεπώς, θεωρώ ότι παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το Tribunal de commerce de Bruxelles και ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
«Μέτρα υπό τη μορφή της κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις παροχής ευκολιών για την καθυστερημένη καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως συνιστούν χορήγηση κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, αν οι ευκολίες αυτές, λαμβάνοντας υπόψη τους όρους υπό τους οποίους παρέχονται, είναι προδήλως πιο γενναιόδωρες από εκείνες που ο ιδιώτης πιστωτής θα παρείχε υπό παρόμοιες περιστάσεις.»
(1) - Άρθρα 5 και 9.
(2) - Άρθρο 23.
(3) - Άρθρο 28.
(4) - Από την 1η Ιανουαρίου 1998, το tribunal de commerce δεν μπορεί πλέον να κινήσει με δική του πρωτοβουλίου διαδικασία αφερεγγυότητας: νόμος της 8ης Αυγούστου 1997 περί πτωχεύσεως, Moniteur belge της 28ης Οκτωβρίου 1997, σ. 28587.
(5) - Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1974, 162/73, Birra Dreher (Συλλογή τόμος 1974, σ. 111).
(6) - Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-111/94, Job Centre (Συλλογή 1995, σ. I-3361, σκέψη 9).
(7) - Απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, 14/86, Pretore di Salς (Συλλογή 1987, σ. 2545).
(8) - Σκέψη 7 της αποφάσεως.
(9) - Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1978, 3/78, Redmond (Συλλογή τόμος 1978, σ. 739), και μεταγενέστερες υποθέσεις.
(10) - Απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 98/85, 162/85 και 258/85, Bertini κ.λπ. (Συλλογή 1986, σ. 1885, σκέψη 8).
(11) - Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-343/90, Lourenηo Dias (Συλλογή 1992, σ. I-4673), και διάταξη της 16ης Μαου 1994, C-428/93, Monin Automobiles (Συλλογή 1994, σ. I-1707).
(12) - Αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Foglia (Συλλογή τόμος 1981, σ. 3045)· της 3ης Φεβρουαρίου 1983, 149/82, Robards (Συλλογή 1983, σ. 171), και της 16ης Ιουλίου, 1992, C-83/91, Meilicke (Συλλογή 1992, σ. I-4871).
(13) - Βλ., γενικώς, τις αποφάσεις της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Fιdιration nationale du commerce extιrieur des produits alimentaires και Syndicat national des nιgociants et transformateurs de saumon (Συλλογή 1991, σ. I-5505), και της 11ης Ιουλίου 1996, C-39/94, SFEI κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-3547).
(14) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση Fιdιration nationale du commerce extιrieur des produits alimentaires και Syndicat national des nιgociants et transformateurs de saumon, σκέψη 8.
(15) - Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, 78/76 (Συλλογή τόμος 1977, σ. 171).
(16) - Σκέψεις 9 και 10 της αποφάσεως.
(17) - Σκέψη 14 της αποφάσεως.
(18) - Βλ. την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων (ΕΕ 1995, C 312, σ. 8).
(19) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση SFEI κ.λπ., σκέψη 40.
(20) - Απόφαση της 17ης Μαρτίου 1993, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-72/91 και C-73/91, Sloman Neptune (Συλλογή 1993, σ. I-887, σκέψη 19).
(21) - Απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 351, σκέψη 34).
(22) - Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΞ (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 547). Το Δικαστήριο εξέταζε την έννοια των «χορηγουμένων από τα κράτη ενισχύσεων» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, αλλά η μεταγενέστερη νομολογία δέχθηκε ότι ο ορισμός αυτός ίσχυε κατά τον ίδιο τρόπο για την έννοια των «χορηγουμένων από τα κράτη ενισχύσεων» του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΚ.
(23) - Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87 (Συλλογή 1990, σ. I-307).
(24) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23 απόφαση, σκέψη 41. Βλ., επίσης, την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21 απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής· την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 203/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1983, σ. 2525), και την απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1983, 52/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1983, σ. 3707).
(25) - Βλ., επίσης, το σημείο 9 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα La Pergola, της 9ης Ιουλίου 1998, στο πλαίσιο της υποθέσεως C-342/96, Ισπανία κατά Επιτροπής (απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή), η οποία αφορούσε επίσης τη διακριτική παράταση των προθεσμιών πληρωμής των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως.
(26) - Υπό την επιφύλαξη της ενδεχομένης εφαρμογής του κανόνα de minimis: βλ. το κοινοτικό πλαίσιο των ενισχύσεων προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που υιοθέτησε η Επιτροπή στις 20 Μαου 1992 (ΕΕ 1992, C 213, σ. 2), όπως τροποποιήθηκε με τη note της Επιτροπής σχετικά με τις ενισχύσεις de minimis (ΕΕ 1996, C 68, σ. 9), περί απαλλαγής σε ορισμένες περιπτώσεις της ενισχύσεως ενός ελαχίστου επιπέδου από προηγούμενη κοινοποίηση στην Επιτροπή.
(27) - Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2263).
(28) - Βλ., επίσης, την παράγραφο 11 των προτάσεων στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25 υπόθεση Ισπανία κατά Επιτροπής.
(29) - Απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-241/94, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-4551). Βλ., επίσης, τις προτάσεις στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25 απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, σημείο 8.
(30) - Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, C-278/92, C-279/92 και C-280/92, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-4103, σκέψη 42).
(31) - Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79, Philip Morris Holland κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 13, σκέψη 11).
Full & Egal Universal Law Academy