Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η παρούσα υπόθεση αφορά τις δυσχέρειες που αντιμετώπισαν ορισμένοι εξαγωγείς βρετανικού βοείου κρέατος την περίοδο αμέσως πριν και αμέσως μετά την επιβολή απαγορεύσεως εξαγωγής βρετανικού βοείου κρέατος με την απόφαση 96/239/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1996, σχετικά με ορισμένα επείγοντα μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (1) (στο εξής: απαγόρευση εξαγωγής). Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης διατείνονται ότι, δυνάμει ορισμένων γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, απαλλάσσονται από την υποχρέωση να αποδώσουν τις επιστροφές κατά την εξαγωγή τις οποίες έλαβαν προκαταβολικά για ποσότητες βοείου κρέατος που δεν εισήχθησαν στην πραγματικότητα σε καμία τρίτη χώρα.
I - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
2 Το Δικαστήριο εξέτασε το κύρος της απαγορεύσεως εξαγωγής στο πλαίσιο των υποθέσεων C-157/96, National Farmers' Union κ.λπ., και C-180/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (2)· οι σχετικές αποφάσεις παρέχουν πολλά πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με το πραγματικό και το νομικό πλαίσιο της κρίσιμης καταστάσεως που δημιούργησε η ΣΕΒ και τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή κατόπιν της ανακοινώσεως της Spongiform Encephalopathy Advisory Committee (συμβουλευτικής επιτροπής επί της ΣΕΒ, στο εξής: συμβουλευτική επιτροπή) της 20ής Μαρτίου 1996, βάσει της οποίας η ΣΕΒ θεωρείται ως η πλέον πιθανή αιτία μιας μορφής της ασθενείας Creutzfeldt-Jacob.
3 Οι εταιρίες First City Trading Ltd και Meatal Supplies (Wholesale Meats) Ltd (στο εξής: προσφεύγουσες) εξάγουν βόειο κρέας από το Ηνωμένο Βασίλειο. Όταν άρχισε να ισχύει η απαγόρευση εξαγωγής, οι εταιρίες αυτές προχωρούσαν στην εξαγωγή 648 200 χιλιογράμμων βοείου κρέατος, κυρίως προς τη Νότια Αφρική και τον Μαυρίκιο. Το 72 % περίπου της ποσότητας κρεάτων την εξαγωγή των οποίων είχε αναλάβει η First City Trading Ltd (432 921 χιλιόγραμμα) και το σύνολο των 33 000 χιλιογράμμων της ποσότητας κρεάτων της Meatal είχαν ήδη εγκαταλείψει το Ηνωμένο Βασίλειο και βρίσκονταν υπό διαμετακόμιση, ενώ το απομένον 28 % (182 279 χιλιόγραμμα) ουδέποτε εξήχθη από το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι προσφεύγουσες επέστρεψαν στους προμηθευτές τους στο Ηνωμένο Βασίλειο το μεγαλύτερο μέρος των ποσοτήτων βοείου κρέατος και τους επεστράφη το τίμημα ή έλαβαν αντίστοιχες πιστώσεις. Αν τα κρέατα έφθαναν στον προορισμό τους, οι προσφεύγουσες θα εδικαιούντο να λάβουν επιστροφές κατά την εξαγωγή, οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με την τρίτη χώρα προορισμού. Οι προσφεύγουσες είχαν υποβάλει σχετική αίτηση και είχαν λάβει προκαταβολικώς τις επιστροφές κατά την εξαγωγή. Δεδομένου ότι καμία ποσότητα βοείου κρέατος δεν εισήχθη σε τρίτη χώρα, το Intervention Board for Agricultural Produce (στο εξής: καθού) ζήτησε από τις προσφεύγουσες την απόδοση των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Μετά από σχετική άρνησή τους, το καθού έλαβε απόφαση σχετικά με την κατάπτωση των αντιστοίχων ασφαλειών.
4 Στο πλαίσιο «judicial review» (δικαστικού ελέγχου) της αποφάσεως αυτής, το High Court of Justice, Queen's Bench Division, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν εφαρμογή τα άρθρα 23 και 33 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, όπως έχει τροποποιηθεί, σε περίπτωση στην οποία εμπορεύματα αποστελλόμενα προς εξαγωγή σε τρίτες χώρες επανεισάγονται στο κράτος μέλος εξαγωγής λόγω ανωτέρας βίας, ή περιορίζεται η εφαρμογή των ως άνω άρθρων σε περιπτώσεις όπου τα εμπορεύματα εισήχθησαν σε τρίτη χώρα διαφορετική από αυτή την οποία είχε αρχικά δηλώσει στην αρμόδια αρχή ο εξαγωγέας;
2) Στην περίπτωση στην οποία:
α) απαγορεύθηκε με την απόφαση 96/239/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1996, η εξαγωγή βοείου κρέατος από το Ηνωμένο Βασίλειο σε τρίτες χώρες,
β) επιβλήθηκαν επίσης από ορισμένες τρίτες χώρες απαγορεύσεις εισαγωγής βοείου κρέατος απο το Ηνωμένο Βασίλειο,
γ) οι εξαγωγείς βοείου κρέατος είχαν αρχίσει τη μεταφορά των σχετικών εμπορευμάτων σε τρίτες χώρες όταν τέθηκε σε ισχύ η ως άνω απόφαση,
δ) οι εν λόγω εξαγωγείς υποχρεώθηκαν να επανεισαγάγουν τα κρέατα στο Ηνωμένο Βασίλειο,
ε) οι εξαγωγείς έλαβαν προκαταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 565/80 του Συμβουλίου και (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, όπως έχουν τροποποιηθεί, όσον αφορά ορισμένες από τις επίμαχες συναλλαγές και
στ) οι εξαγωγείς υπέστησαν ζημίες επειδή δεν μπόρεσαν να πωλήσουν το βόειο κρέας στις αγορές των χωρών εξαγωγής,
δικαιούνται οι εξαγωγείς να κρατήσουν το σύνολο ή μέρος των επιστροφών κατά την εξαγωγή βάσει των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, ιδίως της ανωτέρας βίας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας ή της επιεικείας;
3) Αν η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι ότι ο εξαγωγέας δικαιούται να κρατήσει καταρχήν μέρος ή το σύνολο των εν λόγω επιστροφών κατά την εξαγωγή, υποχρεούνται οι εξαγωγείς να αναφέρουν προς συνυπολογισμό τυχόν εισοδήματα που προέκυψαν από τη διάθεση του βοείου κρέατος εντός του Ηνωμένου Βασιλείου (για παράδειγμα όταν ο αρχικός πωλητής του κρέατος προς τον εξαγωγέα υποχρεώθηκε να δεχθεί την επιστροφή του κρέατος βάσει σχετικής ρήτρας στην αρχική σύμβαση πωλήσεως και όταν ο πωλητής επέστρεψε το σύνολο ή μέρος της αρχικής τιμής αγοράς);
4) Είναι ανίσχυρη η απόφαση 96/239/ΕΚ ή ο κανονισμός (ΕΚ) 773/96 της Επιτροπής ή και οι δύο καθόσον δεν προβλέπουν υπέρ των εξαγωγέων οι οποίοι ευρίσκονται στις καταστάσεις που περιγράφονται στο δεύτερο ερώτημα τη δυνατότητα να κρατήσουν τις επιστροφές κατά την εξαγωγή, για το σύνολο ή μέρος των σχετικών εξαγωγών;»
II - Οι εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις
5 Δεδομένου ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας έχουν υποστεί επανειλημμένες τροποποιήσεις, χρήσιμο είναι να παρατεθούν λεπτομερώς αυτές που έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (3), προβλέπει, μεταξύ άλλων, ένα σύστημα επιστροφών κατά την εξαγωγή το οποίο, κατά την πέμπτη αιτιολογική του σκέψη, «είναι κατ' αρχήν ικανό να σταθεροποιήσει την κοινοτική αγορά, εμποδίζοντας ιδίως τις διακυμάνσεις των τιμών στη διεθνή αγορά να επηρεάζουν τις τιμές που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητος». Το άρθρο 13 του κανονισμού 805/68 ορίζει, καθόσον αφορά την παρούσα υπόθεση, τα ακόλουθα:
«1. Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η εξαγωγή των προϋόντων του άρθρου 1 (...), η διαφορά ανάμεσα στις τιμές [στην παγκόσμια αγορά] και στις τιμές στην κοινοτική αγορά είναι δυνατό να καλυφθεί με τη χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή.
(...)
3. Η επιστροφή είναι η ίδια για ολόκληρη των Κοινότητα. Επιτρέπεται η διαφοροποίησή της ανάλογα με τον τόπο προορισμού (...).
(...)
9. Η επιστροφή καταβάλλεται εφόσον αποδεικνύεται ότι τα προϋόντα:
(...)
- εξήχθησαν εκτός της Κοινότητας
και
- στην περίπτωση διαφοροποιημένης επιστροφής, έχουν αφιχθεί στον τόπο προορισμού που αναφέρεται στο πιστοποιητικό ή σε άλλο τόπο για τον οποίο έχει καθορισθεί επιστροφή (...).»
6 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (EΟΚ) 565/80 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1980, περί της προπληρωμής των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα (4), ορίζει ότι «κατ' αίτηση του ενδιαφερομένου καταβάλλεται ένα ποσό ίσο προς την επιστροφή κατά την εξαγωγή, μόλις τα προϋόντα ή τα εμπορεύματα τεθούν υπό το τελωνειακό καθεστώς της αποταμιεύσεως ή της ελευθέρας ζώνης για να εξαχθούν εντός καθορισμένης προθεσμίας». Το άρθρο 6 εξαρτά την υπαγωγή στο σύστημα της προκαταβολικής χορηγήσεως των σχετικών ποσών από τη σύσταση ασφαλείας υπερβαίνουσας κατά τι το καταβληθέν ποσό. Η ασφάλεια αυτή «καταπίπτει ολικώς ή μερικώς (...) στις περιπτώσεις που δεν έλαβε χώρα η απόδοση [της επιστροφής] για εξαγωγή που δεν πραγματοποιήθηκε εντός της προβλεπομένης (...) στο άρθρο 5, παράγραφος 1, προθεσμίας», αν και ο κανόνας αυτός ισχύει «με την επιφύλαξη περιπτώσεων ανωτέρας βίας».
7 Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού (EΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα (5), ορίζει ότι «οι γενικοί κανόνες που έχουν εκδοθεί από το Συμβούλιο προβλέπουν ότι η επιστροφή πληρώνεται όταν προσκομισθεί η απόδειξη ότι τα προϋόντα έχουν εξαχθεί από την Κοινότητα». Το άρθρο 5, παράγραφος 3, ορίζει, καθόσον αφορά την παρούσα υπόθεση, τα εξής:
«Όταν το προϋόν, αφού εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, χαθεί κατά τη μεταφορά λόγω ανωτέρας βίας:
- σε περίπτωση διαφοροποιημένης επιστροφής, πληρώνεται το ποσό του μέρους της επιστροφής που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20,
- σε περίπτωση μη διαφοροποιημένης επιστροφής, πληρώνεται το συνολικό ποσό της επιστροφής.»
8 Το δε άρθρο 20 του κανονισμού 3665/87 επιτρέπει τη μερική καταβολή των διαφοροποιημένων επιστροφών, κατόπιν προσκομίσεως της αποδείξεως ότι το προϋόν έχει εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 17, το οποίο επιτάσσει ότι, για μια τέτοια καταβολή, το προϋόν πρέπει να έχει εισαχθεί σε τρίτη χώρα εντός 12 μηνών από της αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής. Αυτό το μέρος της επιστροφής «ισούται με το ποσό της επιστροφής που θα λάμβανε ο εξαγωγέας σε περίπτωση κατά την οποία το προϋόν του θα έφθανε σε προορισμό για τον οποίο έχει καθορισθεί το χαμηλότερο ποσοστό επιστροφής. Σε περίπτωση μη καθορισμού ποσοστού, εφαρμόζεται το χαμηλότερο ποσοστό επιστροφής».
9 Τα άρθρα 22 και 23 του κανονισμού 3665/87 προβλέπουν διατάξεις σχετικά με την προκαταβολή επιστροφών για άμεσες εξαγωγές, ενώ τα άρθρα 24 έως 33 προβλέπουν διατάξεις σχετικά με προκαταβολές των επιστροφών σε περίπτωση μεταποιήσεως ή αποθεματοποιήσεως των προϋόντων πριν από την εξαγωγή. Η ασφάλεια που πρέπει να συστήνεται σε κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές είναι ίση προς το προκαταβαλλόμενο ποσό, πλέον 15 % για την πρώτη από τις ως άνω περιπτώσεις ή 20 % για τη δεύτερη.
10 Ειδικότερα, το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, το οποίο έχει εφαρμογή για τις επιστροφές που αφορούν άμεσες εξαγωγές, ορίζει τα ακόλουθα:
«Όταν το προκαταβαλλόμενο ποσό είναι ανώτερο από το ποσό που οφείλεται πραγματικά για την εξαγωγή ή για ισοδύναμη εξαγωγή, ο εξαγωγέας αποδίδει τη διαφορά μεταξύ αυτών των δύο ποσών προσαυξημένη κατά 15 %.
Ωστόσο, όταν, λόγω ανωτέρας βίας:
- δεν είναι δυνατόν να προσκομιστούν οι αποδείξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ώστε να χορηγηθεί η επιστροφή
ή
- το προϋόν φθάνει σε διαφορετικό προορισμό από εκείνον για τον οποίο έχει υπολογιστεί η προκαταβολή,
η αύξηση κατά 15 % δεν εισπράττεται.»
11 Το άρθρο 33, που ισχύει για τις επιστροφές στις περιπτώσεις στις οποίες τα προϋόντα μεταποιούνται ή αποθεματοποιούνται πριν από την εξαγωγή, ορίζει τα εξής:
«1. Όταν έχει προσκομισθεί η απόδειξη ως προς το δικαίωμα λήψεως επιστροφής ή/και νομισματικού εξισωτικού ποσού για τα προϋόντα ή εμπορεύματα που γίνονται δεκτά να τύχουν των διατάξεων του παρόντος [κεφαλαίου,] το εν λόγω ποσό αποτελεί αντικείμενο [συμψηφισμού] με το ποσό που προκαταβλήθηκε. Όταν το οφειλόμενο ποσό για την εξαχθείσα ποσότητα είναι μεγαλύτερο από εκείνο που προκαταβλήθηκε, η διαφορά πληρώνεται στον ενδιαφερόμενο.
Όταν το οφειλόμενο ποσό για την εξαχθείσα ποσότητα είναι μικρότερο από εκείνο που προκαταβλήθηκε, ιδίως σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 2, η αρμόδια αρχή κινεί χωρίς καθυστέρηση τη διαδικασία του άρθρου 29 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2220/85 για να συμπληρωθεί από τον εμπορευόμενο η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών ποσών προσαυξημένη κατά 20 %.
(...)
4. Όταν, μετά από περίπτωση ανωτέρας βίας, το οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο από το προκαταβληθέν, δεν εφαρμόζεται η προσαύξηση του 20 %.»
12 Ο κανονισμός (ΕΚ) 773/96 της Επιτροπής, της 26ης Απριλίου 1996, περί ειδικών μέτρων παρέκκλισης από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3665/87, από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3719/88 και από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1964/82 στον τομέα του βοείου κρέατος (6), αποσκοπεί στον περιορισμό των αρνητικών συνεπειών αφενός της απαγορεύσεως εξαγωγής και αφετέρου των μέτρων για την προστασία της υγείας που έλαβαν ορισμένες τρίτες χώρες ύστερα από την ανακοίνωση της συμβουλευτικής επιτροπής της 20ής Μαρτίου 1996, καθιστώντας δυνατή την τακτοποίηση των διαδικασιών εξαγωγής στον τομέα αυτό οι οποίες δεν είχαν ολοκληρωθεί. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει:
«Κατόπιν αιτήσεως του επιχειρηματία και για τα προϋόντα για τα οποία το αργότερο μέχρι τις 31 Μαρτίου 1996:
- έχουν περατωθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής και τα οποία έχουν επανατεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στο Ηνωμένο Βασίλειο εξαιτίας υγειονομικών μέτρων που λήφθηκαν από μία τρίτη χώρα, ο επιχειρηματίας επιστρέφει την επιστροφή η οποία ενδεχομένως έχει καταβληθεί προκαταβολικώς και αποδεσμεύονται οι διάφορες σχετικές εγγυήσεις,
- έχουν περατωθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά ωστόσο δεν έχουν εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, η δήλωση εξαγωγής καθώς και το πιστοποιητικό εξαγωγής ακυρώνονται. Ο επιχειρηματίας επιστρέφει την επιστροφή, η οποία ενδεχομένως έχει καταβληθεί προκαταβολικώς, και αποδεσμεύονται οι διάφορες σχετικές εγγυήσεις».
III - Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
13 Γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις κατέθεσαν το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας και η Επιτροπή. Οι προσφεύγουσες ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
14 Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή συμφωνούν στο ότι, βάσει των ισχυουσών διατάξεων περί των επιστροφών κατά την εξαγωγή, οι προσφεύγουσες δεν δικαιούνται να κρατήσουν τις σχετικές προκαταβολές. Υποστηρίζουν την άποψη ότι, δεδομένου ότι το οφειλόμενο ποσό ήταν μηδενικό, οι προσφεύγουσες πρέπει να αποδώσουν το σύνολο των προκαταβολών, χωρίς όμως προσαύξηση, βάσει του κανονισμού 3665/87 (κατά το Ηνωμένο Βασίλειο) ή βάσει του κανονισμού 773/96 (κατά την Επιτροπή). Και οι δύο απορρίπτουν τη δυνατότητα επικλήσεως των γενικών αρχών του δικαίου, η οποία προβάλλεται ως εναλλακτική βάση για να μπορέσουν οι προσφεύγουσες να κρατήσουν τα σχετικά ποσά, και καταλήγουν επομένως στο συμπέρασμα ότι δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο τρίτο ερώτημα. Επίσης, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή συμφωνούν στο ότι ούτε η απαγόρευση εξαγωγής ούτε ο κανονισμός 773/96 είναι ανίσχυροι λόγω μη προβλέψεως της δυνατότητας των εξαγωγέων να κρατήσουν τις επιστροφές κατά την εξαγωγή, ή μέρος αυτών, σε περιπτώσεις όπως αυτές της παρούσας υποθέσεως, αν και ασφαλώς το Ηνωμένο Βασίλειο έχει αμφισβητήσει την απαγόρευση εξαγωγής επικαλούμενο άλλους λόγους (7).
15 Οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας τον κανονισμό 773/96, αναγνώρισε την ανάγκη λήψεως ειδικών μέτρων προς άμβλυνση ορισμένων από τις συνέπειες της απαγορεύσεως εξαγωγής. Κατά την άποψή τους, τα σχετικά ειδικά μέτρα είναι απρόσφορα, καθόσον δεν ελήφθη υπόψη επαρκώς η θέση των εξαγωγέων όπως οι προσφεύγουσες, οι οποίες αδυνατούν να συμμορφωθούν προς όσα επιτάσσει το σχετικό με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή σύστημα εξαιτίας της απαγορεύσεως εξαγωγής, ο δε κανονισμός έπρεπε να προβλέπει κατάλληλα και εύλογα μεταβατικά μέτρα. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, βάσει των αρχών της δικαιοσύνης και της επιεικείας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας, πρέπει να τους δοθεί η δυνατότητα να κρατήσουν τις προκαταβληθείσες επιστροφές, αφαιρουμένων των τυχόν εσόδων που προσπορίστηκαν από τη διάθεση των κρεάτων εντός του Ηνωμένου Βασιλείου.
IV - Ανάλυση
α) Το πρώτο ερώτημα: η εφαρμογή των άρθρων 23 και 33 του κανονισμού 3665/87
16 Τα άρθρα 23 και 33 του κανονισμού 3665/87 προβλέπουν δύο διαφορετικούς νομικούς κανόνες, ο πρώτος εκ των οποίων επιβάλλει υποχρέωση πληρωμής της διαφοράς μεταξύ της καταβληθείσας επιστροφής κατά την εξαγωγή και του οφειλόμενου ποσού, πλέον της σχετικής προσαυξήσεως, ο δε άλλος επιτρέπει παρέκκλιση σε δύο περιπτώσεις λόγω ανωτέρας βίας. Από την αίτηση προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι δεν ζητήθηκε από τις προσφεύγουσες η καταβολή οιουδήποτε πρόσθετου ποσού. Τα μοναδικά ποσά σχετικά με τα οποία υφίσταται έρις στη διαδικασία της κύριας δίκης είναι οι προκαταβληθείσες επιστροφές κατά την εξαγωγή, ενώ δεν τίθεται το ζήτημα αν οι προσφεύγουσες μπορούν να επικαλεσθούν την παρέκκλιση περί ανωτέρας βίας για να απαλλαγούν από την υποχρέωση καταβολής πρόσθετου ποσού.
17 Όπως υπογράμμισε το Ηνωμένο Βασίλειο, από το πρώτο ερώτημα διαφαίνεται η απόπειρα των προσφευγουσών να διακρίνουν την παρούσα υπόθεση από την Anglo Irish Beef Processors International κ.λπ (8). Στην υπόθεση εκείνη, ένα φορτίο βοείου κρέατος με προορισμό το Ιράκ δεν έφθασε στον προορισμό του λόγω του εμπορικού αποκλεισμού που επέβαλαν τα Ηνωμένα Έθνη (9) όταν η χώρα αυτή εισέβαλε στο Κουβέιτ. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι το πρώτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου έθετε το ζήτημα αν «ο (...) κανονισμός 3665/87 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει στον οργανισμό παρεμβάσεως να παρακρατήσει το μέρος της εγγυήσεως που αντιστοιχεί στο ποσό το οποίο δεν οφειλόταν στον δικαιούχο, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα εμπορεύματα, κατόπιν περιπτώσεως ανωτέρας βίας, είχαν εξαχθεί προς προορισμό διαφορετικό από τον αρχικώς προβλεφθέντα, τούτο δε λόγω του δυσαναλόγου αποτελέσματος που θα είχε η κατάπτωση της εγγυήσεως (...) ή για άλλο λόγο» (10). Το Δικαστήριο συνέχισε τη συλλογιστική του ως ακολούθως:
«Το σύστημα των διαφοροποιημένων επιστροφών λόγω εξαγωγής έχει ως σκοπό να ανοίξει ή να διατηρήσει ανοικτές για τις κοινοτικές εξαγωγές τις αγορές των τρίτων χωρών (...). Εφόσον η πραγματική είσοδος του εμπορεύματος στην αγορά προορισμού εξαρτάται καταρχήν από την εκπλήρωση των διατυπώσεων διαθέσεως στην κατανάλωση στη χώρα προορισμού, το γεγονός ότι το προϋόν δεν έχει φθάσει σ' αυτόν τον προορισμό και έπρεπε να εξαχθεί προς άλλες χώρες λόγω περιπτώσεως ανωτέρας βίας αποκλείει τη δυνατότητα, για τους σκοπούς καταβολής του ποσού της διαφοροποιημένης επιστροφής, χαρακτηρισμού του προϋόντος ως εισαχθέντος κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, του (...) κανονισμού 3665/87.» (11)
18 Στον βαθμό που είναι δυνατός κάποιος παραλληλισμός μεταξύ της υποθέσεως Anglo Irish Beef Processors και της παρούσας, η σχετική σύγκριση αποβαίνει μάλλον κατά παρά υπέρ της απόψεως των προσφευγουσών. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, «η καταβολή της διαφοροποιημένης ή μη διαφοροποιημένης επιστροφής εξαρτάται όχι μόνον από το αν το προϋόν έχει εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, αλλά επίσης (...) από το αν έχει εισαχθεί σε τρίτη χώρα» (12). Έτσι, επετράπη σε εξαγωγέα να κρατήσει τις επιστροφές κατά την εξαγωγή που προβλέπονταν για την τρίτη χώρα του τελικού προορισμού λόγω της αναμφισβήτητης υπάρξεως περιπτώσεως ανωτέρας βίας και κατόπιν αποδείξεως της εξαγωγής στη χώρα αυτή. Στην παρούσα υπόθεση ουδεμία ποσότητα βοείου κρέατος εξήχθη σε τρίτη χώρα, ορισμένες μάλιστα ποσότητες ουδέποτε εξήχθησαν από το κράτος μέλος της προελεύσεώς τους. Δεν υφίσταται καμία νομική βάση για την καταβολή επιστροφών κατά την εξαγωγή (εκτός από την ειδική περίπτωση προϋόντων για τα οποία προβλέπονται μη διαφοροποιημένες επιστροφές και τα οποία καταστρέφονται κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους), αφού δεν υπήρξε εξαγωγή και, κατά συνέπεια, δεν υφίσταται νομική βάση παρέχουσα τη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να κρατήσουν τις επιστροφές σε περίπτωση προκαταβολικής χορηγήσεώς τους. Όπως ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας La Pergola στις προτάσεις του στην ως άνω υπόθεση, η υποχρέωση του εξαγωγέα να αποδώσει την εισπραχθείσα επιστροφή «δεν επιβάλλεται ως κύρωση για κάποια παράνομη συμπεριφορά, αλλ' αποτελεί απλώς την απόδοση ενός ποσού που καταβλήθηκε αχρεωστήτως» (13).
19 Η εκ μέρους της Επιτροπής έκδοση του κανονισμού 773/96 δεν σημαίνει αναγνώριση της ανάγκης αμβλύνσεως των συνεπειών της απαγορεύσεως εξαγωγής σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι προβλέπεται από τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, οι οποίες είναι απόλυτα σύμφωνες με τους ισχύοντες κανόνες. Κατ' αναλογία προς τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας, προβλέπεται απαλλαγή από το στοιχείο εκείνο της καταπτώσεως της εγγυήσεως που φέρει τον χαρακτήρα κυρώσεως - την καταβολή ενός πρόσθετου ποσού -, δεν προβλέπεται όμως καταβολή επιστροφής κατά την εξαγωγή όταν δεν υφίσταται εξαγωγή. Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο κανονισμός 773/96 δεν αναφέρεται στην ανωτέρα βία, αλλά βασίζεται στην εξουσία της Επιτροπής να ελέγχει το ύψος των κυρώσεων.
20 Οι προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν περαιτέρω ότι, αν τους επιτραπεί να κρατήσουν τις επιστροφές κατά την εξαγωγή, θα περιοριστούν απλώς οι ζημίες που υπέστησαν εξαιτίας των σχετικών εμπορικών πράξεων. Ωστόσο, όπως υπογράμμισε το Ηνωμένο Βασίλειο, δεν υφίσταται κατ' ανάγκη σχέση μεταξύ των ζημιών που υπέστησαν επειδή υποχρεώθηκαν να διαθέσουν τα σχετικά προϋόντα σε άλλη αγορά και του ποσού των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Το βασικότερο όμως είναι ότι η κάλυψη των ζημιών των εμπόρων χάρη στις προκαταβληθείσες επιστροφές κατά την εξαγωγή θα ήταν ασυμβίβαστη με τον σκοπό της καταβολής της επιστροφής κατά την εξαγωγή, η οποία, όπως ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας La Pergola στην υπόθεση Anglo Irish Beef Processors, «έχει αποκλειστικά ως σκοπό να συμψηφίσει την ενδεχόμενη διαφορά μεταξύ της κοινοτικής τιμής και της τιμής που ισχύει στις άλλες αγορές» (14).
21 Επομένως, μπορεί να δοθεί σύντομη και καταφατική απάντηση στο ερώτημα αν, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 33 του κανονισμού 3665/87, ο εξαγωγέας είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την προκαταβληθείσα επιστροφή κατά την εξαγωγή σε περίπτωση που το ευρισκόμενο στο στάδιο της μεταφοράς βόειο κρέας επιστρέφει στο κράτος μέλος εξαγωγής. Από το άρθρο 13 του κανονισμού 805/68 προκύπτει σαφώς ότι το δικαίωμα του εξαγωγέα να λάβει επιστροφή υφίσταται μόνο για τα προϋόντα τα οποία πράγματι εξήχθησαν από την Κοινότητα. Όπως υπογράμμισαν τόσο η Επιτροπή όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο, το «πράγματι οφειλόμενο ποσό» για τα προϋόντα που αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης είναι, βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 1, μηδενικό, οπότε η διαφορά μεταξύ του ποσού αυτού και του προκαταβληθέντος ισούται προς το σύνολο της επιστροφής. Όσον αφορά το άρθρο 33, παράγραφος 1, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι υφίσταται δικαίωμα επί της επιστροφής, το δε ποσό που πρέπει να αποδώσουν οι εξαγωγείς ισούται και πάλι προς το σύνολο της προκαταβληθείσας επιστροφής.
β) Το δεύτερο ερώτημα: το δικαίωμα των εξαγωγέων να κρατήσουν το σύνολο ή μέρος των επιστροφών κατά την εξαγωγή βάσει των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου
22 Δεδομένου ότι με την απάντηση στο πρώτο ερώτημα γίνεται δεκτό ότι, υπό τις συνθήκες της παρούσας υποθέσεως, η επιστροφή πρέπει να αποδοθεί σύμφωνα με τον κανονισμό 3665/87, με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται αν οι προσφεύγουσες έχουν δικαίωμα να κρατήσουν το σύνολο ή μέρος των προκαταβληθέντων ποσών «βάσει των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, ιδίως της ανωτέρας βίας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας ή της επιεικείας».
23 Οι ισχυρισμοί των προσφευγουσών διατυπώθηκαν ως εξής στη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου:
«Οι προσφεύγουσες διατείνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ότι αποτέλεσμα της κρίσιμης καταστάσεως που δημιούργησε η ΣΕΒ και της κοινοτικής απαγορεύσεως των εξαγωγών ήταν ο de facto και de jure αποκλεισμός όλων των τρίτων κρατών ως αγορών διοχετεύσεως των σχετικών ποσοτήτων κρεάτων, λόγω του οποίου υπέστησαν σημαντικές ζημίες, οι οποίες θα επιδεινωθούν αν υποχρεωθούν σε απόδοση των επιστροφών κατά την εξαγωγή, και ότι μπορούσαν δικαιολογημένα να προσδοκούν ότι η Κοινότητα δεν θα λάμβανε μέτρα που να εμποδίζουν την πραγματοποίηση των σχετικών εξαγωγών, χωρίς τουλάχιστον να προβλέψει πρόσφορα μεταβατικά ή άλλα μέτρα που να παρέχουν στους εξαγωγείς τη δυνατότητα είτε να κρατήσουν τις αμφισβητούμενες επιστροφές είτε τουλάχιστον να αποφύγουν τις ζημίες από τις σχετικές συναλλαγές. Συναφώς, οι προσφεύγουσες εκθέτουν: ότι η κοινοτική απαγόρευση εξαγωγών πλήττει εμπορεύματα που βρίσκονται στο στάδιο της μεταφοράς· ότι η εκ μέρους τρίτων κρατών απαγόρευση εξαγωγών είχε άμεση σχέση με την αντίστοιχη κοινοτική απαγόρευση και οφειλόταν σε αυτήν, καθώς και ότι το αποτέλεσμα της απαγορεύσεως είναι αποκλειστικά η πλήρης αδυναμία των εξαγωγέων να προωθήσουν προς εξαγωγή τα προϋόντα τους σε οποιαδήποτε τρίτη χώρα. Γι' αυτό, οι προσφεύγουσες βρίσκονται στην κατάσταση δικαιούχου που έλαβε μη διαφοροποιημένες επιστροφές κατά την εξαγωγή ο οποίος, σε περίπτωση ανωτέρας βίας, δικαιούται να κρατήσει τις προκαταβληθείσες επιστροφές.»
24 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι προσφεύγουσες προσέθεσαν ότι, υπό τις συνθήκες της παρούσας υποθέσεως, δεν υφίστατο κανένας κίνδυνος καταχρήσεως, όπως π.χ. επανεξαγωγής σε άλλο κράτος της Κοινότητας, επειδή καμία τρίτη χώρα δεν θα δεχόταν την εισαγωγή των σχετικών κρεάτων, ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον τα έσοδα από τη διάθεση του βοείου κρέατος εντός του Ηνωμένου Βασιλείου θα συνυπολογίζονταν προς μείωση του ποσού των επιστροφών κατά την εξαγωγή.
25 Θεωρώ ως εντελώς αβάσιμη τη σύγκριση την οποία οι προσφεύγουσες προσπαθούν να κάνουν μεταξύ της καταστάσεώς τους και εκείνης των δικαιούχων μη διαφοροποιημένων επιστροφών. Πράγματι, είναι απολύτως εσφαλμένος ο προβαλλόμενος με τη μορφή γενικής αρχής ισχυρισμός ότι οι εξαγωγείς μπορούν να κρατούν τις επιστροφές σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας (15), αφού κάτι τέτοιο είναι δυνατό μόνο στις περιπτώσεις τις οποίες προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87, δηλαδή όταν τα εμπορεύματα απωλέσθηκαν κατά τη μεταφορά λόγω ανωτέρας βίας, πράγμα το οποίο δεν συνέβη στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, η κατάσταση των προσφευγουσών μπορεί να συγκριθεί το πολύ με εκείνη των δικαιούχων μη διαφοροποιημένων επιστροφών κατά την εξαγωγή, τα εμπορεύματα των οποίων δεν απωλέσθηκαν μεν, αλλά δεν μπόρεσαν να φθάσουν στον προβλεπόμενο από τη σχετική σύμβαση προορισμό λόγω απαγορεύσεως εισαγωγής επιβληθείσας από τρίτες χώρες. Σε καμία από τις δύο αυτές περιπτώσεις δεν δικαιούνται οι εξαγωγείς να ζητήσουν την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87, οπότε εξακολουθεί να ισχύει πλήρως ο γενικός κανόνας ότι το δικαίωμα λήψεως επιστροφής κατά την εξαγωγή συναρτάται προς την εισαγωγή των προϋόντων σε τρίτη χώρα.
26 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση οι προσφεύγουσες ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους περί ανωτέρας βίας ως ακολούθως: «αν, ενόψει των συγκεκριμένων περιστατικών μιας υποθέσεως, οι αυστηρής εφαρμογής κανόνες έχουν ένα σαφώς άδικο αποτέλεσμα, τότε αυτό μπορεί να αμβλυνθεί βάσει της αρχής της επιεικείας ή της δικαιοσύνης ή της απορρέουσας από αυτήν αρχής της ανωτέρας βίας. Από τις αποφάσεις Huygen κ.λπ (16) και Bonapharma (17) προκύπτει σαφώς ότι η γενική αυτή αρχή υπερέχει της αυστηρής εφαρμογής των κανόνων δικαίου και μπορεί να καλύπτει τα κενά τους (...). Η Κοινότητα έχει δεχθεί ότι η τήρηση των αυστηρής εφαρμογής κανόνων του συστήματος επιστροφών κατά την εξαγωγή μπορεί να είναι άδικη».
27 Ανεξάρτητα από τον αν οι προαναφερθείσες υποθέσεις δικαιολογούν αυτό τον ευρύ ορισμό της έννοιας της ανωτέρας βίας και των αποτελεσμάτων της, από την απόφαση Huygen κ.λπ. προκύπτει σαφώς ότι η έννοια αυτή «δεν έχει το ίδιο περιεχόμενο στα διάφορα πεδία εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (και ότι) η σημασία της πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου προορίζεται να παράγει τα αποτελέσματά της» (18). Επομένως, το ζήτημα της υπάρξεως ανωτέρας βίας πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο του όλου συστήματος των επιστροφών κατά την εξαγωγή.
28 Δεν πιστεύω ότι η εκ μέρους της Επιτροπής αναγνώριση του γεγονότος ότι τα αποτελέσματα των σχετικών με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή κανόνων έπρεπε να αμβλυνθούν μερικώς εν όψει των ειδικών περιστάσεων της κρίσιμης καταστάσεως που δημιούργησε η ΣΕΒ μπορεί να δικαιολογήσει το συμπέρασμα των προσφευγουσών ότι η απόδοση των επιστροφών των οποίων η χορήγηση δεν προβλέπεται βάσει των ισχυόντων κανόνων είναι «άδικη». Πράγματι, η Επιτροπή απλώς αναγνώρισε ότι οι εξαγωγείς που βρίσκονταν σε αδυναμία να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις εξαιτίας των μέτρων που έλαβαν ορισμένες τρίτες χώρες κατόπιν της ανακοινώσεως της συμβουλευτικής επιτροπής της 20ής Μαρτίου 1996 δεν θα υποχρεωθούν σε πρόσθετη καταβολή, ανεξάρτητα από το αν υπήρχε ή όχι ανωτέρα βία. Αναλογία υφίσταται στην πραγματικότητα με τις περιπτώσεις τις οποίες προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, όπου, λόγω ανωτέρας βίας, είτε δεν μπορεί να προσκομισθεί η απαιτούμενη απόδειξη είτε τα προϋόντα κατέληξαν σε προορισμό διαφορετικό από τον προβλεπόμενο. Στις περιπτώσεις αυτές οι ενδιαφερόμενοι απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής πρόσθετου ποσού. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή, εφαρμόζοντας το αποτέλεσμα αυτό στην παρούσα υπόθεση, αναγνώρισε κάποια ευρύτερη αρχή της δικαιοσύνης ή της επιεικείας ούτε, ασφαλώς, μια αρχή βάσει της οποίας θα παρεχόταν η δυνατότητα στους εξαγωγείς να κρατήσουν τις επιστροφές σε περιπτώσεις στις οποίες δεν υπήρξε εξαγωγή.
29 Δεν πιστεύω επίσης ότι η επιβολή στις προσφεύγουσες της υποχρεώσεως να αποδώσουν τις επιστροφές που έλαβαν θα μπορούσε να είναι εν πάση περιπτώσει άδικη. Πράγματι, όπως υπογράμμισε το Ηνωμένο Βασίλειο, αν παρεχόταν στις προσφεύγουσες η δυνατότητα να κρατήσουν το σύνολο ή μέρος των προκαταβληθεισών επιστροφών στην παρούσα υπόθεση, θα αποκόμιζαν ένα ανεπίτρεπτο όφελος, το οποίο δεν δικαιούνται οι άλλοι εξαγωγείς οι οποίοι, για οποιοδήποτε λόγο, δεν έλαβαν προκαταβολικά τα σχετικά ποσά για τις εξαγωγές τους σε τρίτες χώρες. Το Δικαστήριο δέχθηκε πρόσφατα ότι οι σχετικοί με τα δημητριακά κανόνες περί επιστροφών κατά την εξαγωγή δεν παρέχουν στους εξαγωγείς, τα προϋόντα των οποίων καταστράφηκαν κατά τη μεταφορά λόγω ανωτέρας βίας, το δικαίωμα να λάβουν διαφοροποιημένη επιστροφή κατά την εξαγωγή (19). Εφόσον δεν είναι δυνατό να συναχθεί από τις αποφάσεις αυτές η γενική αρχή ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν υποχρεούνται να αποδίδουν τις επιστροφές κατά την εξαγωγή ακόμα και όταν τα εμπορεύματα καταστρέφονται κατά τη μεταφορά λόγω ανωτέρας βίας, είναι ακόμη σαφέστερο ότι τούτο ισχύει και στην παρούσα υπόθεση, στην οποία τα εμπορεύματα όχι μόνο δεν καταστράφηκαν αλλά και επανήλθαν στη χώρα εξαγωγής και πωλήθηκαν εκ νέου.
30 Ο ισχυρισμός των προσφευγουσών σχετικά με τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους στηρίζεται ρητά στην αντίληψη ότι η επιβολή της κοινοτικής απαγορεύσεως εξαγωγής τις εμπόδισε να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις σχετικά με την εξαγωγή των σχετικών προϋόντων. Συναφώς, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των βοείων κρεάτων που βρίσκονταν στο στάδιο της μεταφοράς, όταν τέθηκε σε ισχύ η απαγόρευση εξαγωγής, και των κρεάτων που ουδέποτε εξήλθαν από το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου. Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, η απόφαση 96/239 δεν αφορά το βόειο κρέας που βρισκόταν στο στάδιο της μεταφοράς, οπότε, όσον αφορά αυτή την κατηγορία κρεάτων, ο ισχυρισμός των προσφευγουσών σχετικά με τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους είναι αβάσιμος. Ομοίως, κατά την άποψή μου, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να ισχυρίζονται ούτε ότι η επιβληθείσα από τις τρίτες χώρες προορισμού απαγόρευση εισαγωγής, ανεξάρτητα από το αν αυτή επιβλήθηκε πριν ή μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως, ήταν αποτέλεσμα της κοινοτικής απαγορεύσεως εξαγωγής. Ούτως ή άλλως, η Κοινότητα δεν έχει την εξουσία να διατάξει κάποια τρίτη χώρα να απαγορεύσει τις εισαγωγές στο έδαφός της. Εν πάση περιπτώσει, το πιθανότερο είναι ότι η εκ μέρους των τρίτων χωρών απαγόρευση εισαγωγής επιβλήθηκε ως αποτέλεσμα της προαναφερθείσας ανακοινώσεως της συμβουλευτικής επιτροπής της 20ής Μαρτίου 1996 (20), οι δε προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν αποδείξεις περί του αντιθέτου. Εντούτοις, τούτο αποτελεί πραγματικό ζήτημα, το οποίο θα εκτιμήσει το εθνικό δικαστήριο.
31 Η νομική κατάσταση των εναπομενουσών ποσοτήτων βοείου κρέατος που ουδέποτε εξήλθαν από το Ηνωμένο Βασίλειο είναι, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, κάπως διαφορετική. Η απόφαση 96/239 της Επιτροπής θα μπορούσε στην περίπτωση αυτή να θεωρηθεί ως άμεσο εμπόδιο στις εξαγωγές, ανεξάρτητα από το αν κάποια τρίτη χώρα είχε την πρόθεση να επιτρέψει την εισαγωγή στο έδαφός της των εν λόγω κρεάτων. Ασφαλώς, αυτό δεν σημαίνει ότι οι προσφεύγουσες είχαν οποιαδήποτε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά είτε το ότι η Κοινότητα δεν θα επέβαλλε την απαγόρευση εξαγωγής είτε το ότι θα μπορούσαν να κρατήσουν τις προκαταβληθείσες επιστροφές εν όλω ή εν μέρει, ώστε να καλύψουν κάθε ζημία που θα υφίσταντο ενδεχομένως στο πλαίσιο των σχετικών εμπορικών πράξεων.
32 Κατά την άποψή μου, προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι οι εμπορευόμενοι γεωργικά προϋόντα δεν μπορούν να έχουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά το ότι τα κοινοτικά όργανα θα παραλείψουν να λάβουν μέτρα προστασίας της ανθρώπινης υγείας κατά τη ρύθμιση της διαθέσεως στην αγορά των προϋόντων αυτών. Αντιθέτως, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι επιχειρηματίες αυτοί ασκούν, κατόπιν δικής τους επιλογής, τις δραστηριότητές τους σ' έναν τομέα «υψηλού κινδύνου». Το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί ότι «η ελεύθερη άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων δεν αποτελεί απόλυτη προνομία, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία της εντός της κοινωνίας» (21). Η επιβολή περιορισμών είναι πάντοτε δυνατή, εφόσον τα αποτελέσματά τους δεν είναι δυσανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η απαγόρευση εξαγωγής, στον βαθμό που έχει, στην παρούσα υπόθεση, μεγαλύτερη κρισιμότητα απ' ό,τι οι περιορισμοί που επέβαλαν οι τρίτες χώρες, κρίθηκε ότι δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας (22).
33 Στον ειδικό τομέα της υγείας των ανθρώπων και των ζώων, ορισμένες νομοθετικές διατάξεις της Κοινότητας παρέχουν τη δυνατότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα που μπορούν να επηρεάσουν τις συνήθεις δραστηριότητες των εμπορευομένων γεωργικά προϋόντα. Έτσι, για παράδειγμα, το άρθρο 10 της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϋόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (23), επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος την υποχρέωση να ανακοινώνει στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή «την εμφάνιση στην επικράτειά [του] (...) οποιασδήποτε ζωονόσου, ασθενείας ή αιτίας που ενδέχεται να συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή την υγεία των ανθρώπων (...) (και να) θέτει αμέσως σε εφαρμογή τα μέτρα καταπολέμησης ή πρόληψης που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία, και ιδίως τον καθορισμό των ζωνών προστασίας που προβλέπονται σε αυτήν ή (να) θεσπίζει οποιοδήποτε άλλο μέτρο κρίνει κατάλληλο». Η Επιτροπή έχει επίσης την εξουσία, δυνάμει του άρθρου αυτού, να λαμβάνει προσωρινά μέτρα προστασίας. Κατά την άποψή μου, από αυτή την διάταξη, καθώς και από άλλες παρόμοιες διατάξεις στον τομέα της υγείας των ανθρώπων και των ζώων (24), προκύπτει ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη την οποία μπορούσαν να έχουν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο της εξαγωγής βοείου κρέατος εξηρτάτο, εν πάση περιπτώσει, από την υποχρέωση των κοινοτικών οργάνων και των κρατών μελών να προστατεύουν την υγεία των ανθρώπων και των ζώων και ότι η εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής δεν προσβάλλει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των προσφευγουσών.
34 Οι ισχυρισμοί τους οποίους προέβαλαν οι προσφεύγουσες κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση όσον αφορά το δυσανάλογο της απαιτήσεως αποδώσεως των επιστροφών που δεν δικαιούνταν ισοδυναμούν ουσιαστικά με τον ισχυρισμό ότι, στην παρούσα υπόθεση, «οι σκοποί του σχετικού συστήματος δεν θα διακυβεύονταν, αν παρεχόταν η δυνατότητα στους εξαγωγείς να κρατήσουν τις επιστροφές» και ότι, εφόσον καμία τρίτη χώρα δεν θα δεχόταν το βόειο κρέας, δεν υφίστατο κανένας κίνδυνος καταχρήσεων, για παράδειγμα, με την επανεξαγωγή των κρεάτων από την τρίτη χώρα του αρχικού προορισμού.
35 Ανεξάρτητα από το αν τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν την ύπαρξη αναλογίας ή άλλης σχέσεως μεταξύ της απαιτήσεως αποδόσεως των επιστροφών στην παρούσα υπόθεση και του επιδιωκόμενου σκοπού, δεν βρίσκω πειστικούς τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών. Όπως προαναφέρθηκε, ο κύριος σκοπός του συστήματος διαφοροποιημένων επιστροφών κατά την εξαγωγή είναι η ενθάρρυνση των εξαγωγών βοείου κρέατος προς ορισμένες τρίτες χώρες. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς θα μπορούσε να διευκολυνθεί η επίτευξη των σκοπών αυτών, αν στους επιχειρηματίες που βρίσκονται στη θέση των προσφευγουσών παρεχόταν η δυνατότητα να κρατήσουν το σύνολο ή μέρος των επιστροφών που τους έχουν προκαταβληθεί.
36 Από τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες βάλλουν άμεσα κατά της ελλείψεως αντισταθμίσεως των ζημιών που υπέστησαν εξαιτίας της επιβολής της απαγορεύσεως εξαγωγής. Οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν πώς η έλλειψη αυτή θα μπορούσε να επηρεάσει είτε την ερμηνεία των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων είτε το κύρος τους. Επομένως, πιστεύω ότι, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στο δεύτερο ερώτημα, οι εξαγωγείς δεν δικαιούνται να κρατήσουν το σύνολο ή μέρος των προκαταβληθεισών επιστροφών.
γ) Το τρίτο ερώτημα: υποχρέωση συνυπολογισμού των εισοδημάτων που προέκυψαν από τη διάθεση του βοείου κρέατος εντός του Ηνωμένου Βασιλείου
37 Λαμβανομένης υπόψη της αρνητικής απαντήσεως που δόθηκε στο δεύτερο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
δ) Το τέταρτο ερώτημα: το κύρος της αποφάσεως 96/239 της Επιτροπής και του κανονισμού 773/96
38 Με τις αποφάσεις National Farmers' Union κ.λπ. και Hνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (25) το Δικαστήριο έχει εξετάσει αρκετά λεπτομερώς την απόφαση 96/239 της Επιτροπής, περιλαμβανομένου του ειδικού ζητήματος αν η Επιτροπή είχε την εξουσία να επιβάλει απαγόρευση εξαγωγών βοείου κρέατος από το Ηνωμένο Βασίλειο σε τρίτες χώρες· με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο επιβεβαίωσε το κύρος της αμφισβητούμενης αποφάσεως. Οι προσφεύγουσες στην παρούσα διαδικασία, οι οποίες είχαν ασκήσει και οι δύο παρέμβαση στην κύρια δίκη στην πρώτη από τις προαναφερθείσες υποθέσεις, δεν προέβαλαν κανένα λόγο που να μπορεί να κλονίσει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο στην ως άνω υπόθεση.
39 Ο κανονισμός 773/96 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού 805/68, ο οποίος παρέχει την εξουσία στην Επιτροπή να καλύπτει, με χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή, τη διαφορά μεταξύ των τιμών στην παγκόσμια αγορά και εκείνων που ισχύουν στην Κοινότητα, όμως μόνο «κατά το μέτρο που απαιτείται για να καταστεί δυνατή η εξαγωγή των προϋόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1». Η παροχή στους εξαγωγείς της δυνατότητας να κρατήσουν το σύνολο ή μέρος των επιστροφών προς κάλυψη ενδεχόμενων ζημιών δεν καλύπτει τη διαφορά μεταξύ των τιμών αυτών και, επομένως, δεν διευκολύνει την πραγματοποίηση των σκοπών του κανονισμού 805/68, ακόμα και αν η Επιτροπή μπορούσε να βασίσει στο άρθρο 13 του κανονισμού 805/68 την εξουσία αντισταθμίσεως των εμπορικών ζημιών. Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγουσες δεν προέβαλαν κανέναν άλλο λόγο ανισχύρου του κανονισμού 773/96 εκτός από αυτούς οι οποίοι εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν ανωτέρω στο μέρος IV, στοιχείο ββ.
V - Πρόταση
40 Ενόψει των προαναφερθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα του High Court of Justice:
«1) Τα άρθρα 23 και 33 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα, έχουν την έννοια ότι εφαρμόζονται στην περίπτωση που εμπορεύματα μεταφερόμενα με προορισμό τρίτες χώρες επιστρέφουν στο κράτος μέλος εξαγωγής τους.
2) Υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στο δεύτερο ερώτημα, βάσει των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου οι εξαγωγείς δεν δικαιούνται να κρατήσουν το σύνολο ή μέρος των επιστροφών κατά την εξαγωγή που τους έχουν προκαταβληθεί.
3) Κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο δεύτερο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο.
4) Από την εξέταση, υπό το πρίσμα των εκτιθεμένων στη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου λόγων, της αποφάσεως 96/239/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1996, σχετικά με ορισμένα επείγοντα μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών, και του κανονισμού (ΕΚ) 773/96 της Επιτροπής, της 26ης Απριλίου 1996, περί ειδικών μέτρων παρέκκλισης από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3665/87, από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3719/88 και από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1964/82 στον τομέα του βοείου κρέατος, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος τους.»
(1) - ΕΕ L 78, σ. 47· στο εξής θα χρησιμοποιώ τη συντομογραφία «ΣΕΒ» για τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών.
(2) - Αποφάσεις της 5ης Μαου 1998 (μη δημοσιευθείσες ακόμη στη Συλλογή).
(3) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72, όπως τροποποιήθηκε πρόσφατα πριν την επιβολή την απαγορεύσεως εξαγωγής με τον κανονισμό (ΕΚ) 2417/95 της Επιτροπής (ΕΕ 1995, L 248, σ. 39).
(4) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 50, όπως τροποποιήθηκε τελευταία πριν από την επιβολή της απαγορεύσεως εξαγωγής με τον κανονισμό (EΟΚ) 2026/83 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1983 (ΕΕ L 199, σ. 12).
(5) - ΕΕ L 351, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε επανειλημμένα· όσον αφορά την πλέον πρόσφατη τροποποίηση πριν από τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην παρούσα διαδικασία, βλ. τον κανονισμό (ΕΚ) 1384/95 της Επιτροπής, της 19ης Ιουνίου 1995, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 όσον αφορά τις αναγκαίες προσαρμογές για τη θέση σε εφαρμογή της γεωργικής συμφωνίας του Γύρου της Ουρουγουάης (ΕΕ L 134, σ. 14).
(6) - EE L 104, σ. 19.
(7) - Απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2.
(8) - Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1996, C-299/94 (Συλλογή 1996, σ. Ι-1925, στο εξής: απόφαση Anglo Irish Beef Processors).
(9) - Μολονότι ο ως άνω εμπορικός αποκλεισμός αποτέλεσε το αντικείμενο πράξεως του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο δέχθηκε ρητά ότι το κοινοτικό μέτρο δεν είχε σχέση με το γεγονός ότι το βόειο κρέας δεν μπορούσε να φθάσει στο Ιράκ (όπ.π., σκέψη 35).
(10) - Όπ.π., σκέψη 13.
(11) - Σκέψεις 21 και 23.
(12) - Όπ.π., σκέψη 16.
(13) - Σημείο 6.
(14) - Σημείο 5 των προτάσεων.
(15) - Αυτή η εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 3665/87 επαναλήφθηκε ρητά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
(16) - Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1993, C-12/92 (Συλλογή 1993, σ. I-6381).
(17) - Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1995, C-334/93 (Συλλογή 1995, σ. I-319).
(18) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 30.
(19) - Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1997, C-109/95, Αστήρ (Συλλογή 1997, σ. I-1385). Βλ. επίσης την απόφαση της 25ης Μαου 1993, C-321/91, Tara Meat Packers (Συλλογή 1993, σ. I-2811).
(20) - Σημείο 2 των προτάσεών μου.
(21) - Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-183/95, Affish (Συλλογή 1997, σ. I-4315, σκέψη 42).
(22) - Απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 106.
(23) - ΕΕ L 224, σ. 29, όπως τροποποιήθηκε ιδίως με την οδηγία 92/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1992 (ΕΕ 1993, L 62, σ. 49).
(24) - Το νομικό πλαίσιο των μέτρων προστασίας κατά τη ΣΕΒ εκτίθεται στο εισαγωγικό τμήμα των αποφάσεων National Farmers' Union κ.λπ. και Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, που προαναφέρθηκαν στην υποσημείωση 2.
(25) - Προαναφερθείσες στην υποσημείωση 2.
Full & Egal Universal Law Academy