Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Η υπό κρίση αίτηση έχει ως αντικείμενο την αναίρεση της αποφάσεως την οποία εξέδωσε στις 14 Μαου 1997 το Πρωτοδικείο στην υπόθεση T-77/94, VGB και Επιτροπής (1). Με την εν λόγω απόφαση, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής που περιεχόταν στην από 20 Δεκεμβρίου 1993 επιστολή της σχετικά με τις υποθέσεις IV/32.751 - Florimex/Aalsmeer II, IV/32.990 - VGB/Aalsmeer, IV/33.190 - Inkoop Service και M. Verhaar BV/Aalsmeer, IV/32.835 - Cultra και IV/32.624 - Bloemenveilingen Aalsmeer III.
Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή απέρριψε τις καταγγελίες που είχαν υποβάλει οι επιχειρήσεις Vereniging van Groothandelaren in Bloemkwekerijprodukten, Florimex BV, Inkoop Service Aalsmeer BV και M. Verhaar BV (στο εξής, αντιστοίχως, VGB, Florimex, Inkoop Service Aalsmeer και Verhaar), σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (2), σχετικά με τους κανονισμούς της Coφperatieve Vereniging De Verenigde Bloemenveilingen Aalsmeer BA (VBA) (στο εξής: VBA), συνεταιριστική ένωση ολλανδικού δικαίου, που συγκεντρώνει τους καλλιεργητές ανθέων και διακοσμητικών φυτών. Ειδικότερα, οι καταγγέλλουσες θεωρούσαν παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ), το γεγονός ότι οι προμηθευτές μη μέλη της VBA επιβαρύνονταν με προμήθεια για να πωλούν τα προϋόντα τους μέσα στον περίβολο του συνεταιρισμού, καθώς και την οργάνωση του εμπορικού κέντρου Cultra, που ήταν εγκατεστημένο μέσα στον ίδιο περίβολο.
2 Υπενθυμίζω ότι, κατά το άρθρο 42 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 36 ΕΚ), σύμπραξη έχουσα ως αντικείμενο γεωργικά προϋόντα υπάγεται στις περί ανταγωνισμού διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ «μόνο κατά το μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο».
Το δε Συμβούλιο έχει ορίσει, με κανονισμό του της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϋόντων (3), ότι «το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που (...) αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας εθνικής οργανώσεως αγοράς ή είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο 39 της Συνθήκης [νυν άρθρο 33 ΕΚ] στόχων. Δεν εφαρμόζεται ιδίως σε συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές παραγωγών, ενώσεων παραγωγών ή ενώσεων των ενώσεων αυτών ενός μόνο κράτους μέλους κατά το μέτρο που, χωρίς να συνεπάγονται την υποχρέωση εφαρμογής καθορισμένης τιμής, αφορούν την παραγωγή ή την πώληση γεωργικών προϋόντων ή την χρήση κοινών εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως, επεξεργασίας ή μεταποιήσεως γεωργικών προϋόντων, εκτός αν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι κατ' αυτόν τον τρόπο αποκλείεται ο ανταγωνισμός ή ότι διακυβεύονται οι στόχοι του άρθρου 39 της Συνθήκης» (άρθρο 2, παράγραφος 1).
II - Τα πραγματικά περιστατικά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου
3 Τα επίδικα πραγματικά περιστατικά συνοψίζονται στην απόφαση του Πρωτοδικείου, στις σκέψεις 1 έως 44. Ακολούθως, θα υπενθυμίσω μόνον όσα χωρία της αποφάσεως ασκούν επιρροή στην εξέταση της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι μετέχουσες επιχειρήσεις (4)
4 Η VBA εκπροσωπεί πλέον των 3 000 επιχειρήσεων, η μεγάλη πλειονότητα των οποίων είναι ολλανδικές και μια μικρή μειονότητα βελγικές. Η VBA διοργανώνει, μέσα στην εμπορική ζώνη του Aalsmeer, της οποίας έχει την κυριότητα, δημοπρασίες για ανθοκομικά προϋόντα, και ειδικότερα κομμένα χλωρά άνθη, φυτά εσωτερικού χώρου και φυτά κήπου. Οι υποδομές της VBA εξυπηρετούν κυρίως τη διεξαγωγή δημοπρασιών, ένα μέρος όμως του συγκροτήματος προορίζεται αποκλειστικά για την εκμίσθωση εμπορικών χώρων, που εξυπηρετούν την άσκηση της χονδρικής εμπορίας των προϋόντων. Μισθωτές αυτών των χώρων είναι κυρίως χονδρέμποροι κομμένων ανθέων και, σε μικρότερο βαθμό, διανομείς φυτών εσωτερικού χώρου.
5 Η Florimex είναι επιχείρηση εμπορίας ανθέων με έδρα το Aalsmeer. Εισάγει προϋόντα ανθοκομίας προερχόμενα από κράτη μέλη της Κοινότητας και από τρίτες χώρες, με σκοπό να τα μεταπωλεί κατά βάση σε χονδρεμπόρους εγκατεστημένους στις Κάτω Ξώρες.
6 Η VGB είναι ένωση που συγκεντρώνει πολυάριθμους Ολλανδούς χονδρεμπόρους ανθοκομικών προϋόντων, μεταξύ των οποίων και η Florimex. Σκοπό έχει την προαγωγή των συμφερόντων του χονδρικού εμπορίου των ανθοκομικών προϋόντων στις Κάτω Ξώρες και είναι συνομιλήτρια των δημοσίων αρχών και των επιχειρήσεων δημοπρασιών.
7 Η Verhaar είναι επιχείρηση χονδρικού εμπορίου προϋόντων ανθοκομίας εγκατεστημένη μέσα στον περίβολο της VBA. Η Inkoop Service Aalsmeer είναι εταιρία ελεγχόμενη από την Verhaar και εγκατεστημένη στο εμπορικό κέντρο Cultra.
Οι κανονισμοί της VBA (5)
8 Το άρθρο 17 του καταστατικού της VBA υποχρεώνει τα μέλη της να πωλούν τα προϋόντα τους μέσω δημοπρασιών, που διοργανώνονται εντός του περιβόλου του συνεταιρισμού. Για τις υπηρεσίες που τους παρέχει η VBA, τα μέλη χρεώνονται με δικαιώματα ή προμήθεια. Το 1991, η προμήθεια αυτή ανήρχετο σε 5,7 % του προϋόντος της πωλήσεως.
Σχετικά με τον απευθείας εφοδιασμό των διανομέων που δρουν εντός του περιβόλου της VBA, από την απόφαση του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι, μέχρι την 1η Μαου 1988, ο κανονισμός δημοπρασιών της VBA περιείχε διατάξεις δυνάμενες να εμποδίζουν τη χρήση των εγκαταστάσεών της για παραδόσεις, αγορές και πωλήσεις ανθοκομικών προϋόντων έξω από τις δικές της δημοπρασίες. Στην πράξη, η VBA παρείχε μεν άδεια για τη διενέργεια αγοραπωλησιών αυτών των προϋόντων, μόνον όμως στο πλαίσιο ορισμένων στερεοτύπων συμβάσεων, των αποκαλουμένων «εμπορικών συμβάσεων», με τις οποίες παρεχόταν σε ορισμένους διανομείς, κατά τους οριζόμενους από τη VBA όρους, η δυνατότητα να πωλούν ή να παραδίδουν σε αναγνωρισμένους από την ίδια αγοραστές προϋόντα τα οποία είχαν αγοράσει σε άλλες ολλανδικές δημοπρασίες, ή να πωλούν άνθη αλλοδαπής προελεύσεως, έναντι καταβολής προμηθείας 5 % επί της αξίας του εμπορεύματος. Περαιτέρω, η ένωση επέτρεπε στους εγκατεστημένους στον περίβολό της διανομείς να αγοράζουν προϋόντα χωρίς τη μεσολάβησή της, έναντι καταβολής δικαιωμάτων 10 % επί της αξίας του προϋόντος.
Η απόφαση της Επιτροπής του 1988 (6)
9 Το 1982 η Florimex υπέβαλε καταγγελία, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, ζητώντας να διαπιστωθεί ότι η VBA παρέβαινε τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 82 ΕΚ), με τις εσωτερικές της διατάξεις περί εφοδιασμού των εγκατεστημένων μέσα στον περίβολό της διανομέων.
10 Στις 5 Νοεμβρίου 1984, η VBA ζήτησε από την Επιτροπή αρνητική πιστοποίηση βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού 17 ή ευνοϋκή απόφαση κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 26 ή, άλλως, απόφαση περί απαλλαγής δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, αφορώσα ιδίως το καταστατικό της, τον κανονισμό δημοπρασιών, τις εμπορικές συμβάσεις, τους γενικούς όρους μισθώσεως εμπορικών χώρων και τον τιμοκατάλογο των προμηθειών και δικαιωμάτων.
11 Στις 26 Ιουλίου 1988, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 88/491/ΕΟΚ, σχετικά με μια διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/31.379 - Bloemenveilingen Aalsmeer) (7) (στο εξής: απόφαση του 1988). Στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή διαπίστωνε ότι:
«1. Οι συμφωνίες που συνήψε η VBA και κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή, βάσει των οποίων οι έμποροι που είναι εγκατεστημένοι στους χώρους της VBA και οι προμηθευτές τους ήταν, τουλάχιστον μέχρι την 1η Μαου 1988, όσον αφορά τα προϋόντα ανθοκομίας που δεν αγοράσθηκαν μέσω της VBA, υποχρεωμένοι:
α) να διαπραγματεύονται ή/και να προμηθεύονται τα εν λόγω προϋόντα στους χώρους της VBA μόνο με εξουσιοδότηση της VBA και με τους όρους που καθορίζει η ίδια·
β) να αποθηκεύουν στους χώρους της VBA προϋόντα ανθοκομίας, μόνο με καταβολή ενός τέλους που καθορίζει η VBA,
αποτελούν παραβάσεις του άρθρου 85 παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Τα τέλη που προορίζονται να παρεμποδίσουν την καταχρηστική χρήση των εγκαταστάσεων της VBA (τέλη 10 % και 0,25 HFL) που επιβάλλει η VBA στους διανομείς που είναι εγκατεστημένοι στους χώρους της, καθώς και οι εμπορικές συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ της VBA και των διανομέων της, αποτελούν επίσης, υπό τη μορφή που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή, τέτοιου είδους παραβάσεις.
2. Η αίτηση για τη χορήγηση απαλλαγής βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ για τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 συμφωνίες απορρίπτεται.»
Οι τροποποιήσεις των εσωτερικών κανονισμών που επήλθαν μετά την απόφαση του 1988 (8)
12 Από την 1η Μαου 1988, η VBA κατάργησε επίσημα τις εσωτερικές της διατάξεις σχετικά με τις υποχρεώσεις αγοράς και τους περιορισμούς του ελεύθερου εφοδιασμού εμπορευμάτων, καθώς και το καθεστώς των προμηθειών, καθιερώνοντας αντ' αυτών τα «δικαιώματα χρήσεως». Το καθεστώς αυτό - που τροποποιήθηκε επανειλημμένα σύμφωνα με τις υποδείξεις της Επιτροπής - εφαρμόζεται στον απευθείας εφοδιασμό των διανομέων που είναι εγκατεστημένοι μέσα στον περίβολο της VBA και στις πράξεις εκποιήσεως που συντελούνται χωρίς τη μεσολάβηση των συνεταιρισμών.
Τα δικαιώματα χρήσεως εισπράττονται βάσει του αριθμού των προμηθευομένων μίσχων (κομμένων ανθέων) ή φυτών, επί των παραδόσεων που πραγματοποιούν τρίτοι στους εγκατεστημένους μέσα στον περίβολο της VBA διανομείς. Το ύψος των δικαιωμάτων καθορίζει η VBA βάσει της μέσης ετησίας τιμής που επιτεύχθηκε κατά το προηγούμενο έτος για καθένα από τα διάφορα ανθοκομικά προϋόντα. Κατά τη VBA, εφαρμόζεται ένας συντελεστής 4,3 % περίπου της μέσης ετήσιας τιμής της οικείας κατηγορίας. Αντί να εισπράττεται προμήθεια ανά μίσχο ή ανά φυτό, ο προμηθευτής δύναται να επιλέξει να καταβάλλει προμήθεια 5 %.
13 Περαιτέρω, στις 29 Απριλίου 1988, η VBA κατάργησε, από 1ης Μαου 1988, τους περιορισμούς τους οποίους προέβλεπε μέχρι τότε στις εμπορικές συμβάσεις, και ιδίως όσους αφορούσαν τις πηγές εφοδιασμού. Έκτοτε υφίστανται τρεις τύποι εμπορικών συμβάσεων, που καταλαμβάνουν ελαφρώς διαφορετικές καταστάσεις (αναλόγως του αν ο προμηθευτής μισθώνει ή όχι από τη VBA εμπορικό χώρο ή αναλόγως του αν ήταν ή όχι ήδη δικαιούχος προϋφισταμένης εμπορικής συμβάσεως). Για όλες αυτές οι συμβάσεις προβλέπεται η καταβολή προμήθειας 3 % επί της ακαθάριστης αξίας των προϋόντων που προμηθεύονται στους πελάτες μέσα στον περίβολο της VBA. Οι συμβάσεις αφορούσαν προϋόντα που κατά κανόνα δεν καλλιεργούνταν στις Κάτω Ξώρες και, επομένως, διαφορετικά από εκείνα που συνήθως δημοπρατούνται από τα μέλη του συνεταιρισμού.
Η επανέναρξη της διοικητικής διαδικασίας (9)
14 Με επιστολές της 18ης Μαου, της 11ης Οκτωβρίου και της 29ης Νοεμβρίου 1988, η Florimex κατέθεσε στην Επιτροπή καταγγελία, που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό IV/32.751, ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι τα δικαιώματα χρήσεως είχαν τον ίδιο σκοπό ή το ίδιο αποτέλεσμα με το καθεστώς του 10 %, το οποίο η Επιτροπή είχε απαγορεύσει με την απόφαση του 1988, και ότι, για ορισμένα μάλιστα προϋόντα, ο συντελεστής των δικαιωμάτων χρήσεως ήταν υψηλότερος. Παρόμοια καταγγελία υπέβαλε και η VGB, με επιστολή της 15ης Οκτωβρίου 1988.
15 Στις 19 Ιουλίου 1988, η VBA κοινοποίησε στην Επιτροπή τις τροποποιήσεις που επέφερε στον κανονισμό της, και ειδικότερα τα νέα δικαιώματα χρήσεως, τα οποία καθιέρωσε από 1ης Μαου 1988, χωρίς όμως να μνημονεύσει τις νέες εμπορικές συμβάσεις. Στις 15 Αυγούστου 1988, κοινοποίησε περαιτέρω τροποποιήσεις της ρυθμίσεώς της.
16 Με επιστολές της 21ης Δεκεμβρίου 1988, η Επιτροπή γνωστοποίησε στη Florimex και τη VGB ότι είχε κινήσει διαδικασίες κατά της VBA και διατύπωσε την άποψη ότι τα δικαιώματα χρήσεως δεν συνιστούσαν δυσμενή διάκριση έναντι των προμηθειών τις οποίες όφειλαν τα μέλη της VBA και οι λοιποί προμηθευτές που μετείχαν στις δημοπρασίες του συνεταιρισμού.
17 Στις 4 Απριλίου 1989, η Επιτροπή δημοσίευσε την ανακοίνωση 89/C 83/03, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 και το άρθρο 2 του κανονισμού 26, γνωστοποιώντας την πρόθεσή της να εκδώσει ευνοϋκή για τη VBA απόφαση, όσον αφορά ειδικότερα τους κανόνες περί του εφοδιασμού των μελών της VBA και άλλων προμηθευτών με σκοπό τη δημοπράτηση και τους όρους αυτών των πωλήσεων, άρα και τα δικαιώματα χρήσεως που επιβαρύνουν τους προμηθευτές σε περίπτωση απευθείας εφοδιασμού των εγκατεστημένων μέσα στον περίβολο της VBA διανομέων.
18 Με επιστολές της 3ης Μαου 1989, η Florimex και η VGB υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους εις απάντηση της ανακοινώσεως της 4ης Απριλίου 1989. Στις 7 Φεβρουαρίου 1990, η VBA κοινοποίησε στην Επιτροπή τον συμπληρωματικό της κανονισμό «περί του τρόπου υπολογισμού των δικαιωμάτων χρήσεως», που παρείχε σε ένα προμηθευτή τη δυνατότητα να εξοφλεί τα δικαιώματα χρήσεως καταβάλλοντας ένα πάγιο 5 % επί της αξίας των προϋόντων. Αυθημερόν, η VBA κοινοποίησε στην Επιτροπή τις νέες εμπορικές συμβάσεις.
19 Με επιστολή της 24ης Οκτωβρίου 1990, η Επιτροπή γνωστοποίησε στις προσφεύγουσες επιχειρήσεις την πρόθεσή της να εκδώσει ευνοϋκή για τη VBA απόφαση. Οι προσφεύγουσες επανέλαβαν τα επιχειρήματά τους με επιστολές της 26ης Νοεμβρίου και της 17ης Δεκεμβρίου 1990, καθώς και κατά τη διάρκεια συναντήσεώς τους με υπαλλήλους της Επιτροπής, που πραγματοποιήθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1990.
20 Με επιστολή της 4ης Μαρτίου 1991, η Επιτροπή γνωστοποίησε στις καταγγέλλουσες, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου (10), ότι τα συγκεντρωθέντα στοιχεία δεν επέτρεπαν στην Επιτροπή να δικαιώσει τις καταγγελίες τους σχετικά με τα δικαιώματα χρήσεως τα οποία απαιτούσε η VBA. Στην επιστολή αυτή η Επιτροπή συνήψε ένα έγγραφο, με το οποίο εξέθετε αναλυτικά τους λόγους που την είχαν οδηγήσει σ' αυτό το συμπέρασμα.
21 Στις 17 Απριλίου 1991, οι καταγγέλλουσες απάντησαν στην Επιτροπή δηλώνοντας ότι ενέμεναν στα αιτήματά τους· ισχυρίστηκαν ειδικότερα ότι η Επιτροπή δεν ελάμβανε θέση εφ' όλων των αιτιάσεων που είχαν διατυπώσει με τις καταγγελίες τους και ότι, επομένως, η επιστολή της 4ης Μαρτίου 1991 δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως γνωστοποίηση βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63.
22 Στις 2 Ιουλίου 1992, η Επιτροπή απέστειλε στον δικηγόρο των καταγγελλουσών συστημένη επιστολή, με την οποία γνωστοποιούσε την οριστική απόρριψη των καταγγελιών τους σχετικά με τα δικαιώματα χρήσεως. Με την επιστολή αυτή (στο εξής: απόφαση), η Επιτροπή διευκρίνιζε ότι η αιτιολογία την οποία περιείχε αποτελούσε προσθήκη και αποσαφήνιση της αιτιολογίας που περιεχόταν στη βάσει του άρθρου 6 επιστολή, στην οποία και παρέπεμπε.
23 Στις 21 Σεπτεμβρίου 1992, η Florimex και η VGB άσκησαν ενώπιον του Πρωτοδικείου τις προσφυγές στις υποθέσεις T-70/92 και T-71/92, κατά της από 2 Ιουλίου 1992 αποφάσεως της Επιτροπής.
Η προσβληθείσα ενώπιον του Πρωτοδικείου επιστολή της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 1993 (11)
24 Με γνωστοποίηση της 5ης Αυγούστου 1992, επιγραφόμενη «IV/32.751 - Florimex/Aalsmeer II, IV/32.990 - VGB/Aalsmeer, IV/33.190 - Inkoop Service και M.Verhaar BV/Aalsmeer, IV/32.835 - Cultra, και IV/32.624 - Bloemenveilingen Aalsmeer III», η Επιτροπή γνωστοποίησε στις προσφεύγουσες ότι, βάσει των στοιχείων που είχαν προσκομίσει οι καταγγέλλουσες και βάσει όσων είχε συγκεντρώσει η ίδια η Επιτροπή, δεν έκρινε ότι ήταν υποχρεωμένη να διενεργήσει διοικητική εξέταση όσον αφορά τις "στερεότυπες συμβάσεις I, II και III" και τις "συμφωνίες Cultra"».
Σχετικά με τις εμπορικές συμβάσεις, εξέθεσε τα εξής:
«Οι εμπορικές συμβάσεις στηρίζονται στην εκτίμηση της VBA ότι είναι αναγκαίο να εκδηλώνεται, μέσα στον περίβολό της, συμπληρωματική προσφορά. Για να εξασφαλίζει αυτή τη συμπληρωματική προσφορά, η VBA συνάπτει τις συμβάσεις αυτές με εμπόρους που διατίθενται να δεσμευθούν ότι θα προσφέρουν ορισμένη ποσότητα προϋόντων.
Για τα κατονομαζόμενα στη σύμβαση προϋόντα, οι έμποροι που συνάπτουν τέτοιες εμπορικές συμβάσεις δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν δικαιώματα χρήσεως. Πληρώνουν προμήθεια εισπράξεως 3 %. Για τα άλλα προϋόντα τα οποία προσφέρουν προς πώληση, οφείλουν να καταβάλλουν δικαιώματα χρήσεως.
Άπαξ καταβάλλουν δικαιώματα χρήσεως, όλοι οι εγκατεστημένοι μέσα στον περίβολο της VBA έμποροι δύνανται να προσφέρουν προς πώληση προϋόντα τα οποία προσφέρουν και οι δικαιούχοι εμπορικών συμβάσεων.
Μια σύγκριση μεταξύ των οικονομικών επιβαρύνσεων τις οποίες επιβάλλει η VBA στους εμπόρους αντισυμβαλλομένους των εμπορικών συμβάσεων και στους εμπόρους που δεν έχουν συνάψει τέτοιες συμφωνίες άγει στο συμπέρασμα ότι οι δικαιούχοι εμπορικών συμβάσεων πλεονεκτούν. Εις αντάλλαγμα, συνάπτουν έναντι της VBA υποχρεώσεις όσον αφορά την προσφορά ορισμένων προϋόντων.
Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η VBA εφαρμόζει, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, ανίσους όρους επί ισοδυνάμων παροχών, κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, της Συνθήκης ΕΟΚ. Περαιτέρω, ο φάκελος δεν περιέχει αποχρώσες αποδείξεις περί του ότι το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο θα μπορούσε να επηρεαστεί αισθητά, έστω και αν υπήρχε περιορισμός του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1.»
Επί των συμφωνιών Cultra, διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
«Η VBA και οι εγκατεστημένοι στο κέντρο Cultra έμποροι συνδέονται με συμβάσεις που έχουν ως σκοπό και ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού, και τούτο όσον αφορά τόσο τον περιορισμό των επαγγελματικών δραστηριοτήτων αυτών των εμπόρων όσο και τον περιορισμό των πηγών εφοδιασμού τους (αυτό δεν ισχύει για τον έμπορο φυτών υδροκαλλιέργειας). Ο φάκελος δεν περιέχει όμως αποχρώσες αποδείξεις περί του ότι επηρεάζεται εξ αυτού αισθητά το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο. Η ασθενής οικονομική επίπτωση επί των οικείων αγορών το αποκλείει. Δεδομένου ότι οι πληροφορίες τις οποίες μπόρεσε να συγκεντρώσει σχετικώς η Επιτροπή καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, δεν είναι δυνατό να σας επιτραπεί να λάβετε γνώση αυτών».
Η Επιτροπή περάτωνε την επιστολή ως εξής:
«Βάσει των σκέψεων αυτών και εξ όσων δύνανται να κριθούν ήδη, η συνέχεια της διαδικασία θα καταλήξει κατά πάσα πιθανότητα σε ρητή απόρριψη των καταγγελιών.
Επομένως, βάσει αυτής της - προσωρινής ακόμη - εκτιμήσεως της αιτήσεώς σας, έχω την πρόθεση να μη συνεχίσω τη διαδικασία μέχρι την τυπική της περάτωση και να κλείσω την υπόθεση. Θα λάβω τα αναγκαία προς τούτο μέτρα, εκτός εάν μου γνωστοποιήσετε, μέσα σε τέσσερις εβδομάδες, ότι εμμένετε στην καταγγελία σας, με σκοπό τη συνέχιση της διαδικασίας, και εκθέσετε τα επιχειρήματα που επικαλείσθε προς τούτο.»
25 Στις 22 Δεκεμβρίου 1992, ο δικηγόρος των προσφευγουσών απάντησε, εξ ονόματος των τεσσάρων καταγγελλουσών, στις οποίες απευθυνόταν η επιστολή της 5ης Αυγούστου 1992, διευκρινίζοντας ότι οι περιστάσεις τον είχαν εμποδίσει να απαντήσει νωρίτερα. Τόνιζε ότι οι προσφεύγουσες ενέμεναν στις καταγγελίες τους και εξέφραζαν την ευχή να παρατείνει η Επιτροπή την προθεσμία υποβολής παρατηρήσεων και να κλείσει τους φακέλους με ρητή απόφαση επί της ουσίας των καταγγελιών. Ως προς τις εμπορικές συμβάσεις, ο δικηγόρος των προσφευγουσών ισχυρίστηκε ιδίως αφενός μεν ότι οι διαφορές μεταξύ του συντελεστή των δικαιωμάτων χρήσεως και του συντελεστή της προμήθειας που προβλέπονταν στις εμπορικές συμβάσεις δεν εδικαιολογούντο αντικειμενικά, αφετέρου δε ότι η θέση της Επιτροπής περί της θίξεως του μεταξύ κρατών μελών εμπόριου αντέφασκε προς την απόφαση του 1988, με την οποία οι εμπορικές συμβάσεις είχαν θεωρηθεί ως αποτελούσες αναπόσπαστο τμήμα της ρυθμίσεως της VBA. Ως προς τις συμφωνίες Cultra, ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η επίδραση επί του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών έπρεπε να εκτιμηθεί στο πλαίσιο της όλης ρυθμίσεως της VBA και ότι ο κύκλος εργασιών των εμπλεκομένων επιχειρήσεων υπερέβαινε το κατώφλι το οποίο προέβλεπε η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας.
26 Η από 22 Δεκεμβρίου 1992 επιστολή των προσφευγουσών δεν έλαβε καμμία απάντηση εκ μέρους της Επιτροπής. Επειδή η κατάσταση της υγείας του δικηγόρου των προσφευγουσών είχε υποστεί σοβαρή επιδείνωση, οι προσφεύγουσες όρισαν νέο νόμιμο αντιπρόσωπο στις 3 Νοεμβρίου 1993. Αυτός, με επιστολή της 9ης Δεκεμβρίου 1993, ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει θέση επί της εν λόγω επιστολής της 22ας Δεκεμβρίου 1992.
27 Η Επιτροπή απάντησε με επιστολή της 20ής Δεκεμβρίου 1993, με την οποία παραπέμπει στο περιεχόμενο του τελευταίου εδαφίου της από 5 Αυγούστου 1992 γνωστοποιήσεώς της και διευκρινίζει περαιτέρω τα εξής:
«Όταν ελήφθη η από 22 Δεκεμβρίου 1992 επιστολή, η προθεσμία τεσσάρων εβδομάδων που είχε χορηγηθεί στην πελάτιδά σας για να υποβάλει παρατηρήσεις επί του περιεχομένου της από 5 Αυγούστου 1992 συστημένης επιστολής είχε παρέλθει ήδη προ μηνών.
Η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής έλαβε αυτεπαγγέλτως υπόψη τα στοιχεία τα οποία είχαν προσκομιστεί με την από 22 Δεκεμβρίου 1992 επιστολή σας. Κατόπιν, όμως, προσωρινής εξετάσεως την οποία διενήργησε τότε, δεν έκρινε αναγκαίο να ενεργήσει βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 1, ή του άρθρου 86 της Συνθήκης.»
III - Η απόφαση του Πρωτοδικείου
28 Οι επιχειρήσεις VGB, Florimex, Inkoop Service Aalsmeer και Verhaar προσέφυγαν κατά της θέσεως την οποία έλαβε η Επιτροπή με την από 20 Δεκεμβρίου 1993 επιστολή της.
Η καθής προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν είχε τον χαρακτήρα αποφάσεως. Με διάταξη της 14ης Ιουλίου 1994, αποφασίστηκε να συνεξετασθεί η ένσταση αυτή με την ουσία της διαφοράς.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο έκρινε την προσφυγή παραδεκτή και τη δέχτηκε μερικώς επί της ουσίας, ακυρώνοντας την απόφαση της Επιτροπής «κατά το μέτρο που απορρίπτει τις καταγγελίες των προσφευγουσών ότι οι [συναπτόμενες από τη VBA] εμπορικές συμβάσεις I, II και III (...) συνιστούν παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης».
IV - Επί της ουσίας
Επί της κύριας αναιρέσεως
29 Η αναιρεσείουσα προβάλλει πέντε λόγους αναιρέσεως: με τον πρώτο λόγο, παραπονείται ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου την οποία είχε προβάλει κατά της προσφυγής ακυρώσεως η VBA, με τον δεύτερο, επικαλείται παράβαση και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, με τον τρίτο και τον πέμπτο, επικαλείται προσβολή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, τέλος, με τον τέταρτο, επικαλείται παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 253 ΕΚ).
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως: απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως
30 Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου την οποία είχε προβάλει η VBA κατά της προσφυγής ακυρώσεως την οποία είχε ασκήσει η VGB. Ειδικότερα, αμφισβητεί τα όσα προκύπτουν από τις σκέψεις 76 έως 88 της αποφάσεως, καθ' όσον το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να θεωρήσει την καταγγελία της VGB ανακληθείσα για τον λόγο ότι αυτή δεν απάντησε εντός της προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων που της έτασσε ρητώς με τη βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63 γνωστοποίησή της. Κατά την αναιρεσείουσα, η προθεσμία αυτή έπρεπε να θεωρηθεί αποκλειστική και, επομένως, - αντιθέτως προς ό,τι έκρινε ο δικαστής της ουσίας - η μη τήρησή της είχε ως αποτέλεσμα την οριστική θέση της καταγγελίας στο αρχείο. Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό - όπως έκρινε το Πρωτοδικείο - ότι η θέση στο αρχείο προσέβαλε, εν προκειμένω, τα δικαιώματα άμυνας των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, καθ' όσον τα δικαιώματα αυτά διασφαλίζονται ακριβώς από τον καθορισμό προθεσμιών που εγγυώνται την εύρυθμη εξέλιξη της διοικητικής διαδικασίας.
Συναφώς, οι αναιρεσίβλητες επιχειρήσεις ισχυρίζονται ότι το άρθρο 6 και οι λοιπές σχετικές διατάξεις δεν προβλέπουν καμμία υποχρέωση του καταγγέλλοντος να υποβάλει παρατηρήσεις, επί γνωστοποιήσεως όπως η επίδικη, εντός της τασσομένης από την Επιτροπή προθεσμίας, επί ποινή θέσεως της καταγγελίας στο αρχείο. Η εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι, όταν η ενδιαφερόμενη επιχείρηση δεν υποβάλλει εμπροθέσμως παρατηρήσεις, η Επιτροπή έχει την εξουσία να θέσει καταγγελία στο αρχείο δεν νομιμοποιεί την άρνηση της Επιτροπής να λάβει υπόψη μεταγενέστερες πληροφορίες, εάν αυτές προσκομίστηκαν μετά την πάροδο της ταχθείσας από τη διοίκηση προθεσμίας. Τούτο δε ασχέτως του αν η φερόμενη καθυστέρηση δικαιολογείται ή όχι αντικειμενικώς.
31 Παρατηρώ προεισαγωγικώς ότι, πρωτοδίκως, η Επιτροπή προέβαλε κατά της προσφυγής της VGB ένσταση απαραδέκτου, ισχυριζόμενη ότι η πράξη δεν είχε αφ' εαυτής χαρακτήρα αποφάσεως, αλλά έπρεπε να θεωρηθεί είτε ως προπαρασκευαστική πράξη - που, ως τοιαύτη, δεν περάτωνε τη διοικητική διαδικασία - είτε ως βεβαιωτική απλώς πράξη της αποφάσεως περί θέσεως στο αρχείο, που περιεχόταν στην γνωστοποίηση της 5ης Αυγούστου 1992.
Το Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση, δεχόμενο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιείχε οριστική απόρριψη των καταγγελιών της VGB και των λοιπών ενδιαφερομένων επιχειρήσεων. Καθ' όσον ενδιαφέρει, ειδικότερα, την παρούσα υπόθεση, το Πρωτοδικείο έκρινε αβάσιμο το επιχείρημα της Επιτροπής ότι «οι προσφεύγουσες είχαν ήδη χάσει την ιδιότητα των καταγγελλουσών [και άρα προσώπων που έχουν έννομο συμφέρον να διαπιστώσει η Επιτροπή την παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού την οποία καταγγέλλουν] πριν από τις 22 Δεκεμβρίου 1992», διότι δεν είχαν υποβάλει, εντός της τασσομένης με αυτήν προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων, παρατηρήσεις επί του περιεχομένου της γνωστοποιήσεως της 5ης Αυγούστου 1992.
Επ' αυτού, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι, «ναι μεν η Επιτροπή δικαιούται, κατ' αρχήν, να αντλήσει τα συμπεράσματά της από το γεγονός ότι η καταγγέλλουσα δεν απαντά σε επιστολή βάσει του άρθρου 6 εντός της προθεσμίας που της έχει τάξει σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 99/63, αρκεί η προθεσμία αυτή να είναι εύλογη, το Πρωτοδικείο όμως θεωρεί ότι το γεγονός και μόνον της παρόδου αυτής της προθεσμίας δεν συνιστά αμάχητο τεκμήριο περί του ότι η καταγγέλλουσα συναινεί να τεθεί η καταγγελία της στο αρχείο. Ειδικότερα, η δυνατότητα της Επιτροπής να θέσει την καταγγελία στο αρχείο δεν συμβιβάζεται με την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων του αμυνομένου, αν η υπέρβαση της ταχθείσας από την ίδια την Επιτροπή προθεσμίας μπορεί ευλόγως να εξηγηθεί από ειδικές περιστάσεις».
Περαιτέρω, κατά το Πρωτοδικείο, το δικαίωμα, στην προκειμένη περίπτωση, διατυπώσεως παρατηρήσεων και μετά την πάροδο της ταχθείσας από την Επιτροπή προθεσμίας δικαιολογείται και για τους εξής επί πλέον λόγους: α) ότι η ορισθείσα με τη γνωστοποίηση περίοδος τεσσάρων εβδομάδων συνέπιπτε με περίοδο διακοπών, β) ότι οι επιχειρήσεις είχαν δηλώσει επανειλημμένα ότι είχαν συμφέρον να αποφανθεί η Επιτροπή επί της νομιμότητας της καταγγελλομένης συμπράξεως και, τέλος, γ) ότι αντικειμενικές περιστάσεις δικαιολογούσαν την καθυστέρηση της υποβολής των παρατηρήσεων.
Το Πρωτοδικείο κατέληξε, επομένως, ότι «αβασίμως η Επιτροπή εθεώρησε, βάσει και μόνον της υπερβάσεως της προθεσμίας την οποία έτασσε με την από 5 Αυγούστου 1992 επιστολή και χωρίς να έλθει σχετικώς σε επαφή με τις προσφεύγουσες, ότι οι καταγγελίες τους έπρεπε να θεωρηθούν ως τεθείσες στο αρχείο πριν από τις 22 Δεκεμβρίου 1992».
Επομένως, η οριστική απόρριψη της καταγγελίας πρέπει, κατά τον δικαστή της ουσίας, να αποδοθεί αποκλειστικά στην προσβαλλόμενη απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 1993. Προς στήριξη του συμπεράσματος αυτού, το Πρωτοδικείο διατυπώνει της ακόλουθες σκέψεις: «Με την από 22 Δεκεμβρίου 1992 επιστολή τους, οι προσφεύγουσες απάντησαν λεπτομερώς στην από 5 Αυγούστου 1992 επιστολή, τονίζοντας ότι ενέμεναν στις καταγγελίες τους, προκειμένου να συνεχιστεί η διαδικασία. Ζήτησαν άλλωστε ρητώς από την Επιτροπή να εκδώσει ρητή απόφαση επί των καταγγελιών τους, όπως το είχε υποσχεθεί κατά τη διοικητική διαδικασία. Με την από 9 Δεκεμβρίου 1993 επιστολή, ο νέος δικηγόρος των προσφευγουσών ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει θέση επί της από 22 Δεκεμβρίου 1992 επιστολής. Όπως προκύπτει από την από 20 Δεκεμβρίου 1993 επιστολή της Επιτροπής, εις απάντηση του αιτήματος αυτού, αυτή εξέτασε την από 22 Δεκεμβρίου 1992 επιστολή, βάσει δε των παρατηρήσεων τις οποίες περιείχε "δεν έκρινε αναγκαίο να ενεργήσει βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 1, ή του άρθρου 86 της Συνθήκης"».
Με την αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, η VBA προβάλλει, ουσιαστικά, εκ νέου ορισμένα επιχειρήματα που είχε προβάλει προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου η Επιτροπή. Η VBA δεν αμφισβητεί ότι υπήρξε οριστική απόρριψη των καταγγελιών, αλλ' υποστηρίζει ότι η θέση στο αρχείο έπρεπε να αποδοθεί στη γνωστοποίηση της 5ης Αυγούστου 1992 και όχι στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αποτελεί βεβαιωτική απλώς πράξη. Έτσι, εφόσον οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δεν αντέδρασαν στη γνωστοποίηση της 5ης Αυγούστου 1992 εντός της προθεσμίας που είχε τάξει η Επιτροπή, η θέση στο αρχείο έπρεπε να θεωρηθεί οριστική και οι επιχειρήσεις είχαν, ως εκ τούτου, χάσει το δικαίωμα να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της καταγγελίας τους.
32 Τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να αποκρουσθούν, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία των κανόνων περί της διοικητικής διαδικασίας διαπιστώσεως των παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού και σε εσφαλμένη παράσταση των πραγματικών περιστατικών.
Συναφώς, πρέπει, κατ' αρχάς, να γίνει αναφορά στις - κρίσιμες για την παρούσα υπόθεση - διατάξεις περί της διοικητικής διαδικασίας εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού. Αφού υποβληθεί καταγγελία περί παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, η Επιτροπή συγκεντρώνει πληροφορίες με σειρά προκαταρκτικών επαφών με τον καταγγέλλοντα· ακολούθως, και εφόσον κρίνει ότι οι πληροφορίες αυτές δεν στοιχειοθετούν την ύπαρξη παραβάσεως, η Επιτροπή απευθύνει στους καταγγέλλοντες γνωστοποίηση κατά το άρθρο 6 του κανονισμού 99/63. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι, αν τα προσκομισθέντα από τα μέρη στοιχεία δεν δικαιολογούν την κίνηση διαδικασίας παραβάσεως, η Επιτροπή απορρίπτει την καταγγελία, «πληροφορεί σχετικά τους [αιτούντες] και τους καθορίζει προθεσμία για να υποβάλουν γραπτώς τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους». Αφού λάβει τις παρατηρήσεις αυτές, η Επιτροπή εκδίδει την τελική απόφαση περί θέσεως στο αρχείο.
Η μοναδική πράξη της διαδικασίας αυτής που μπορεί να προσβληθεί ενδίκως είναι η τελική, η οποία συνεπάγεται την οριστική περάτωση της διαδικασίας. Πράγματι, η γνωστοποίηση βάσει του άρθρου 6, στην οποία διατυπώνεται προσωρινή θέση της διοικήσεως επί της ουσίας της καταγγελίας, είναι προπαρασκευαστική πράξη ανεπίδεκτη ένδικης προσφυγής (12).
33 Στην παρούσα υπόθεση τίθεται το ζήτημα να προσδιοριστεί ποια είναι η πράξη που περάτωσε την υπό κρίση διοικητική διαδικασία. Για την εξέταση του ζητήματος αυτού, είναι σκόπιμο να ανατρέξουμε στα διάφορα στάδια της διαδικασίας. Οι καταγγελίες επί των επιδίκων παραβάσεων υποβλήθηκαν μεταξύ Μαου και Νοεμβρίου 1988. Μετά από σειρά επαφών μεταξύ της διοικήσεως και των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, η Επιτροπή εξέδωσε στις 5 Αυγούστου 1992, την γνωστοποίηση που αφορούσε ιδίως τις «εμπορικές συμβάσεις» και τις «συμφωνίες Cultra», γνωστοποίηση που κατέληγε ως εξής: «Επομένως, βάσει αυτής της - προσωρινής ακόμη - εκτιμήσεως της αιτήσεώς σας, έχω την πρόθεση να μη συνεχίσω τη διαδικασία μέχρι την τυπική της περάτωση και να κλείσω την υπόθεση. Θα λάβω τα αναγκαία προς τούτο μέτρα, εκτός εάν μου γνωστοποιήσετε, μέσα σε τέσσερις εβδομάδες, ότι εμμένετε στην καταγγελία σας, με σκοπό τη συνέχιση της διαδικασίας, και εκθέσετε τα επιχειρήματα που επικαλείσθε προς τούτο».
Από το γράμμα της επιστολής προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή γνωστοποιεί μια θέση την οποία λαμβάνει προσωρινώς επί του υποστατού της καταγγελλομένης παραβάσεως, ως προς την οποία διατυπώνει απλώς την πρόθεση να μη δώσει συνέχεια στην καταγγελία. Η Επιτροπή καλεί άλλωστε τα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός τεσσάρων εβδομάδων, προσθέτοντας ότι, αν δεν υποβληθούν παρατηρήσεις, θα λάβει τα μέτρα για να θέσει οριστικώς την καταγγελία στο αρχείο. Το Πρωτοδικείο ορθώς - και χωρίς να επικριθεί ως προς αυτό από την αναιρεσείουσα - χαρακτηρίζει την ανακοίνωση αυτή ως επιστολή βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63, όσον αφορά τις καταγγελίες που αφορούν τις εμπορικές συμβάσεις τις οποίες συνήψε η VBA και την οργάνωση του εμπορικού κέντρου Cultra.
Οι καταγγέλλουσες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους μόλις στις 22 Δεκεμβρίου 1992, μετά δηλαδή την πάροδο της προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων που τους είχε ταχθεί. Η Επιτροπή αντέδρασε, κατόπιν οχλήσεώς τους, εκδίδοντας, τον Δεκέμβριο 1993, την προσβαλλόμενη πράξη, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Όταν ελήφθη η από 22 Δεκεμβρίου 1992 επιστολή, η προθεσμία τεσσάρων εβδομάδων που είχε χορηγηθεί στην πελάτιδά σας για να υποβάλει παρατηρήσεις επί του περιεχομένου της από 5 Αυγούστου 1992 συστημένης επιστολής είχε παρέλθει ήδη προ μηνών.
Η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής έλαβε αυτεπαγγέλτως υπόψη τα στοιχεία τα οποία είχαν προσκομιστεί με την από 22 Δεκεμβρίου 1992 επιστολή σας. Κατόπιν, όμως, προσωρινής εξετάσεως την οποία διενήργησε τότε, δεν έκρινε αναγκαίο να ενεργήσει βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 1, ή του άρθρου 86 της Συνθήκης».
Με την επιστολή αυτή, που είναι διατυπωμένη κατά τρόπο αόριστο και σκοτεινό, η Επιτροπή φαίνεται να δηλώνει απλώς ότι, επειδή δεν υπήρξε εμπρόθεσμη αντίδραση εκ μέρους των επιχειρήσεων, είχε θέσει σε εφαρμογή εκείνο το οποίο προέβλεπε με τη βάσει του άρθρου 6 επιστολή της, δηλαδή είχε προβεί στην οριστική θέση των καταγγελιών στο αρχείο.
34 Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν η εκπρόθεσμη έναντι της προθεσμίας που είχε τάξει η διοίκηση υποβολή των παρατηρήσεων μετέβαλε - όπως υποστηρίζουν η Επιτροπή και η αναιρεσείουσα - τη φύση της μεν γνωστοποιήσεως της 5ης Αυγούστου 1992 ως προπαρασκευαστικής πράξεως, της δε προσβαλλομένης αποφάσεως της 20ής Δεκεμβρίου 1993 ως οριστικής πράξεως.
Κατά την άποψή μου, ο περιεχόμενος στις σκέψεις 85 έως 87 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου χαρακτηρισμός της προσβαλλομένης πράξεως ως αποφάσεως δεν πάσχει πλάνη εκτιμήσεως. Πράγματι, η επιστολή αυτή - όπως επισημάνθηκε προηγουμένως - απεστάλη σε προχωρημένο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, και συγκεκριμένα μετά τη γνωστοποίηση βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63 και μετά την υποβολή των παρατηρήσεων των μερών. Περαιτέρω, και καθ' όσον αφορά το περιεχόμενό της, η επιστολή αυτή αποτελεί την πρώτη και τη μοναδική πράξη με την οποία γνωστοποιείται στις καταγγέλλουσες η οριστική απόρριψη των καταγγελιών τους. Η απόρριψη αυτή, πράγματι, δεν μπορεί να αποδοθεί στη βάσει του άρθρου 6 γνωστοποίηση, με την οποία η Επιτροπή είχε δηλώσει ρητώς την πρόθεσή της, αν δεν υπάρξουν παρατηρήσεις, να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να προβεί στη θέση στο αρχείο. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, επομένως, η Επιτροπή γνωστοποιεί την οριστική θέση την οποία λαμβάνει επί των καταγγελθέντων πραγματικών περιστατικών. Η πρόθεση να προσδώσει οριστικό χαρακτήρα στην πράξη προκύπτει άλλωστε από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν τάσσει στις επιχειρήσεις καμμία προθεσμία για την υποβολή ενδεχομένων περαιτέρω παρατηρήσεων. Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι, στον τομέα του ανταγωνισμού πάντα, με την απόφαση SFEI κ.λπ. κατά Επιτροπής του 1994 (13), το Δικαστήριο αναίρεσε τη διάταξη του Πρωτοδικείου που είχε κρίνει απαράδεκτη προσφυγή ακυρώσεως πράξεως της Επιτροπής, που, κατά τον δικαστή της ουσίας, περιείχε προσωρινή εκτίμηση των καταγγελλομένων πραγματικών περιστατικών και, επομένως, είχε προσωρινό χαρακτήρα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι μια επιστολή που αποστέλλεται κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας, με την οποία η Επιτροπή ανακοινώνει ότι περατώνει την έρευνα χωρίς να παράσχει στα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις, συνιστά οριστική πράξη, που είναι, επομένως, δεκτική προσφυγής. Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι «ένα έγγραφο περί θέσεως της καταγγελίας στο αρχείο μπορεί να θεωρηθεί ως προκαταρκτική ή προπαρασκευαστική λήψη θέσεως μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή έχει καταστήσει σαφές ότι το συμπέρασμά της (...) ισχύει (...) μόνο υπό την επιφύλαξη των συμπληρωματικών παρατηρήσεων των μερών».
Από την άλλη πλευρά, αν η υπό κρίση απόφαση της Επιτροπής εθεωρείτο ως βεβαιωτική πράξη της προηγουμένης γνωστοποιήσεως, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι, όταν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους επί γνωστοποιήσεως βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63 χωρίς να τηρήσουν την ταχθείσα προθεσμία, η Επιτροπή δεν υποχρεούται πλέον να εκδώσει απόφαση περατώσεως της διαδικασίας: υποχρέωση που αναγνωρίζεται ρητά στην απόφασή σας Guιrin του 1997 (14). Τούτο δε ακόμη και σε μια περίπτωση όπως η επίδικη, όπου δηλώνει ρητώς, με τη γνωστοποίηση βάσει του άρθρου 6, ότι, αν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δεν αντιδράσουν, προτίθεται να εκδώσει ρητή απορριπτική απόφαση, ακόμη και αν οι επιχειρήσεις εκδηλώνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο ενδιαφέρον να λάβει η διοίκηση οριστική θέση επί των καταγγελλομένων παραβάσεων.
Κατά την άποψή μου, η καθυστέρηση υποβολής των παρατηρήσεων των επιχειρήσεων μπορεί, το πολύ, να απαλλάξει την Επιτροπή της υποχρεώσεως να εξετάσει νέα αμυντικά «επιχειρήματα», χωρίς όμως να την απαλλάσσει της υποχρεώσεως να εξετάσει νέα πραγματικά στοιχεία που ενδεχομένως προσκομίζουν οι ενδιαφερόμενοι μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας. Συγκεκριμένα, από την επιστολή βάσει του άρθρου 6 δεν προκύπτει ότι, αν οι επιχειρήσεις προσκομίσουν στοιχεία μετά την πάροδο της προθεσμίας υποβολής, η Επιτροπή δεν είναι καν υποχρεωμένη να τα λάβει υπόψη. Πράγματι, ο εκ μέρους της Επιτροπής αποκλεισμός της υποχρεώσεως αυτής θα έπληττε την άσκηση του δικαιώματος των ιδιωτών να προσκομίσουν νέα στοιχεία επί παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού, που έχουν αποτελέσει αντικείμενο προηγουμένων καταγγελιών, τις οποίες η Επιτροπή έχει θέσει στο αρχείο, και θα έθιγε, επομένως, το ίδιο το δικαίωμα, το οποίο το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 αναγνωρίζει σε όλους τους ενδιαφερομένους, να καταγγέλλουν παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού (15).
Το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραπέμπει απλώς, προς αιτιολόγησή της, σε προηγούμενη πράξη, φαινομενικά μη οριστικού χαρακτήρα, δεν την καθιστά, αυτό καθαυτό, βεβαιωτική. Είναι, πράγματι, γνωστό ότι η αιτιολογία μιας πράξεως μπορεί να συγκροτηθεί βάσει στοιχείων που προκύπτουν από το γενικότερο πλαίσιο, όπως ακριβώς εκείνα που απορρέουν από το περιεχόμενο των προπαρακευαστικών πράξεων. Σ' αυτή την κατεύθυνση έχει αποφανθεί προσφάτως το Δικαστήριο με την πρόσφατη απόφαση Ufex, που αφορά απόφαση που απέρριπτε καταγγελία παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού. Το Δικαστήριο, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοδικείου στην ίδια υπόθεση, δέχτηκε ότι η Επιτροπή δύναται, με την απόφαση περί οριστικής απορρίψεως καταγγελίας, να παραπέμπει ρητώς στη γνωστοποίηση βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63, διότι «η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξεως μπορεί να παραπέμπει σε άλλες πράξεις και, ειδικότερα, να αναφέρει το περιεχόμενο προγενέστερης πράξεως, ιδίως εάν είναι συναφής» (16). Επισημαίνω όμως ότι, ενώ στην απόφαση την οποία προσέβαλλε η Ufex, η Επιτροπή παραθέτει το περιεχόμενο της βάσει του άρθρου 6 επιστολής, στην παρούσα υπόθεση η ίδια παραπέμπει απλώς στην προηγούμενη πράξη χωρίς να παραθέτει το περιεχόμενό της, ούτε καν περιληπτικά. Κατά την άποψή μου, πάντως, ουδέν κωλύει την Επιτροπή να αιτιολογεί πράξη της παραπέμποντας στο περιεχόμενο άλλης πράξεως, την οποία έχει εκδώσει κατά τη διάρκεια της ίδιας δικαδικασίας, ιδίως αν αυτή είχε προπαρασκευαστικό χαρακτήρα.
35 Βάσει των προηγουμένων σκέψεων, θεωρώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι αστήρικτος.
Επί του δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου λόγου αναιρέσεως: δυσμενής μεταχείριση των εκτός συνεταιρισμού προμηθευτών
36 Με τον δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η VBA προσάπτει κατ' ουσίαν στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, κρίνοντας ότι οι μη ανήκουσες στον συνεταιρισμό επιχειρήσεις, που θέλουν να πωλούν τα προϋόντα τους εντός του περιβόλου της VBA, υφίσταντο δυσμενή διάκριση. Η δυσμενής αυτή διάκριση - την οποία το Πρωτοδικείο αποδίδει στη διαφορά μεταξύ των συντελεστών των προμηθειών τις οποίες επιβάλλει ο συνεταιρισμός για να επιτρέψει την πρόσβαση στις υποδομές και τις υπηρεσίες του - δεν υφίσταται, διότι η διαφορά μεταχειρίσεως αφορά επιχειρήσεις που παρέχουν διαφορετικές υπηρεσίες και στις οποίες, επομένως, η VBA δεν υποχρεούται να εξασφαλίζει όμοια μεταχείριση. Συγεκριμένα, αφενός μεν υφίστανται προμηθευτές που εφοδιάζουν απευθείας τις εγκατεστημένες μέσα στον περίβολο του συνεταιρισμού επιχειρήσεις, αφετέρου δε προμηθευτές με τους οποίους αυτός συνάπτει «εμπορικές συμβάσεις». Το Πρωτοδικείο εσφαλμένως εθεώρησε ότι η VBA δεν απέδειξε ότι οι συμβατικές σχέσεις με τις εξωτερικές επιχειρήσεις είχαν διαφορετικό περιεχόμενο και ότι, επομένως, οι επιχειρήσεις που μίσθωναν εγκαταστάσεις της VBA ετύγχαναν προνομιακής μεταχειρίσεως. Αντιθέτως, πρωτοδίκως, η VBA προσκόμισε υποδείγματα «εμπορικών συμβάσεων», από τα οποία προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις που συνήπταν τέτοιες συμβάσεις υπεχρεούντο να μισθώνουν τους χώρους της VBA - και, άρα, να πληρώνουν στον συνεταιρισμό μίσθωμα - και υπεχρεούντο επί πλέον να εφοδιάζουν τη VBA με ορισμένα είδη προϋόντων. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, εκκινώντας από αυτή την εσφαλμένη παράσταση των πραγματικών περιστατικών, το Πρωτοδικείο παρέβη τις περί ανταγωνισμού διατάξεις και ειδικότερα το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, καθ' όσον έκρινε τις συναπτόμενες από τη VBA συμβάσεις ως απαγορευόμενες συμπράξεις. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο παρέβη την ίδια την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, καθ' όσον εφάρμοσε το κριτήριο της ίσης μεταχειρίσεως επί συμβάσεων διαφορετικού περιεχομένου, ενώ είναι γνωστό ότι η αρχή αυτή απαγορεύει τη διαφορετική μεταχείριση ίσων παροχών. Τέλος, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο, διότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας επί της ανακρίβειας της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών στην οποία είχε προβεί η Επιτροπή, παρέπεμψε στις σκέψεις 192 και 193 της αποφάσεως επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Τ-70/92 και Τ-71/92, την οποία εξέδωσε αυθημερόν το Πρωτοδικείο, όπου το ίδιο δεν διαπίστωσε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, αλλά πλημμελή αιτιολόγηση.
Προς στήριξη της υπάρξεως δυσμενούς μεταχειρίσεως, οι αναιρεσιβαλλόμενες διατυπώνουν δύο, κατ' ουσίαν, παρατηρήσεις. Πρώτον, ότι εν προκειμένω δεν πρόκειται - όπως ισχυρίζεται η VBA - περί διακρίσεως μεταξύ δύο κατηγοριών συμβάσεων, αλλά μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών επιχειρήσεων. Με άλλα λόγια, οι κανονισμοί της VBA πλήττουν τις επιχειρήσεις που προβαίνουν σε απευθείας εφοδιασμό μη ελεγχόμενο από τον συνεταιρισμό, επιβάλλοντάς τους προμήθεια ίση προς 10 % του συνολικού ύψους των εισπράξεων από την πώληση των προϋόντων, προμήθεια κατά πολύ υψηλότερη εκείνης που επιβαρύνει τους προμηθευτές που έχουν μισθώσει ακίνητα εντός του περιβόλου της VBA και συνάπτουν με αυτήν ειδικές συμβάσεις εφοδιασμού. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση ενέχει περιορισμό της προσβάσεως στην ολλανδική ανθοκομική αγορά για τις επιχειρήσεις που προτίθενται ακριβώς να διανέμουν προϋόντα διαφορετικά από εκείνα που πωλούνται εντός του περιβόλου της VBA και, κυρίως, προϋόντα προελεύσεως εκτός Κάτω Ξωρών. Δεύτερον, οι αναιρεσιβαλλόμενες τονίζουν ότι το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη όλα τα χαρακτηριστικά των δύο τύπων συμβάσεων, τα οποία διαλαμβάνονται ως πραγματικά στοιχεία στην απόφαση της ουσίας και δεν μπορούν να εξετασθούν κατ' αναίρεση, διότι το Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει μόνον περιπτώσεις σφαλμάτων που διαπράχθηκαν κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των κανόνων δικαίου.
37 Κατά την άποψή μου, οι λόγοι αναιρέσεως κατά της επί της ουσίας αποφάσεως του Πρωτοδικείου στηρίζονται σε μία μόνον αιτίαση, που αφορά τη φερόμενη εσφαλμένη εκτίμηση του δικαστή της ουσίας σχετικά με την άσκηση διακρίσεων μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων προμηθευτών που δεν ανήκουν στη VBA. Υπ' αυτό το πρίσμα, η VBA επικαλείται παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, παράβαση και εσφαλμένη εφαρμογή της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, τέλος, παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης.
Η αιτίαση όμως αυτή αφορά προφανώς την παράσταση των πραγματικών περιστατικών, όπως αυτή προκύπτει από τα χωρία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Πρωτοδικείο, παραβάλλοντας τις καταστάσεις των εξωτερικών προμηθευτών, καταλήγει να αρνηθεί ότι οι διάφορες επιχειρήσεις κατέχουν παρόμοια θέση έναντι του συνεταιρισμού και καταλήγει, βάσει των πραγματικών στοιχείων τα οποία συγκέντρωσε, ότι η διαφορά των συντελεστών που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις αυτές είναι αδικαιολόγητη και, άρα, συνιστά δυσμενή διάκριση. Η δυσμενής διάκριση έγκειται στη διαφορά μεταξύ της προμηθείας την οποία καταβάλλουν οι προμηθευτές που παραδίδουν απευθείας τα προϋόντα τους εντός του περιβόλου της VBA - προμηθείας που, κατά τις αναιρεσιβαλλόμενες, ανέρχεται σε 10 % περίπου της ακαθάριστης τιμής των προϋόντων - και της προμηθείας, ίσης προς 3 % της τιμής των προϋόντων, που αντιθέτως επιβάρυνε τους προμηθευτές που συνήπταν τις προμνησθείσες «εμπορικές συμβάσεις». Το Πρωτοδικείο επισημαίνει συναφώς ότι η Επιτροπή, με τη γνωστοποίηση του 1992, καίτοι δηλώνει ρητώς ότι, «αφού συνέκρινε τις οικονομικές επιβαρύνσεις που επέβαλλε η VBA στους συνδεομένους με εμπορικές συμβάσεις εμπόρους και στους εμπόρους που δεν είχαν συνάψει τέτοιες συμφωνίες, κατέληξε ότι οι πρώτοι τυγχάνουν προνομιακής μεταχειρίσεως». Προσθέτει δε ότι οι δικαιούχοι εμπορικών συμβάσεων δεν ανελάμβαναν «έναντι της VBA υποχρεώσεις δυνάμενες να δικαιολογήσουν τη διαφορά μεταξύ του καθεστώτος του 3 % και του συντελεστή των δικαιωμάτων χρήσεως». Βάσει αυτού, το Πρωτοδικείο δέχεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση «πάσχει πλάνη περί τα πράγματα ή πλάνη εκτιμήσεως, καθ' όσον διαπιστώνει ότι η διαφορά συντελεστή μεταξύ των δικαιωμάτων χρήσεως και των εφαρμοζομένων στις εμπορικές συμβάσεις δικαιωμάτων του 3 % δικαιολογείται από την ύπαρξη τέτοιων υποχρεώσεων» (σκέψεις 116 έως 119).
Επομένως, η αιτίαση δεν αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης συμπράξεως, ούτε επομένως το εφαρμοστέον στην παρούσα περίπτωση του άρθρου 85, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, αλλ' αφορά κατ' ουσίαν το πώς το Πρωτοδικείο ερεύνησε τη δυνατότητα, βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση, να θεωρηθούν οι παρεχόμενες από τις διάφορες επιχειρήσεις παροχές ισοδύναμες. Η εκτίμηση όμως αυτή ανάγεται στην παράσταση των πραγματικών περιστατικών, όπως αυτή προκύπτει από την απόφαση του δικαστή της ουσίας, και επομένως δεν ελέγχεται κατ' αναίρεση. Η VBA φαίνεται να ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, όταν υποστηρίζει ότι από τα έντυπα υποδείγματα συμβάσεως, που προσκομίστηκαν κατά την πρωτόδικη διαδικασία, προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις που συνήπταν τέτοιες συμβάσεις αναλάμβαναν σειρά δεσμεύσεων, που δικαιολογούσαν ακριβώς το διαφορετικό ύψος των επιδίκων προμηθειών. Όπως, όμως, προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη τα στοιχεία αυτά - ο δικαστής της ουσίας αναφέρει ρητά, στη σκέψη 116, το μίσθωμα το οποίο καταβάλλουν οι προμηθευτές που συνάπτουν εμπορικές συμβάσεις - και στήριξε την κρίση του, περί άνισης μεταχειρίσεως μεταξύ των προμηθευτών της VBA, σε γενική και αναλυτική εξέταση των σχέσεων που αναπτύσσονταν μεταξύ των διαφόρων εξωτερικών επιχειρήσεων και του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού.
Είναι αβάσιμη επίσης η αιτίαση της VBA ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο παραπέμποντας ρητά, για ν' αποδείξει ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πλάνη εκτιμήσεως, σε όσα έκρινε το ίδιο στις σκέψεις 192 και 193 των συνεκδικασθεισών υποθέσεων T-70/92 και T-71/92. Όπως παρατήρησα ήδη με τις προτάσεις τις οποίες ανέπτυξα στην υπόθεση C-265/97 P, το Πρωτοδικείο, με την απόφαση Florimex, και ειδικότερα στις προαναφερόμενες σκέψεις 192 και 193, εξέτασε από κοινού την πλάνη περί το δίκαιο και την έλλειψη αιτιολογίας, τις οποίες είχε επικαλεστεί αμφότερες η Florimex με την προσφυγή της κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 2ας Ιουλίου 1992.
38 Βάσει όλων αυτών των παρατηρήσεων, θεωρώ ότι οι τέσσερις λόγοι αναιρέσεως τους οποίους προέβαλε η VBA πρέπει να απορριφθούν.
Επί της αιτήσεως ανταναιρέσεως
39 Οι αναιρεσίβλητες επιχειρήσεις ασκούν ανταναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, κατά το μέρος που απέρριψε το αίτημά τους περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με την εκτίμηση της νομιμότητας των «συμφωνιών Cultra». Υποστηρίζουν ότι η απόρριψη του αιτήματός τους στηρίχθηκε σε εσφαλμένη εκτίμηση των εν λόγω συμβάσεων, καθ' όσον το Πρωτοδικείο έκρινε τα αποτελέσματα αυτών των συμπράξεων, ανεξάρτητα από τα λοιπά στοιχεία των εσωτερικών κανονισμών του συνεταιρισμού, με αποτέλεσμα να επικυρώσει την εκτίμηση της Επιτροπής ότι οι συμβάσεις αυτές δεν ασκούν επιρροή στην κοινή αγορά και επομένως δεν εφαρμόζεται επ' αυτών το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι στο εμπορικό κέντρο πραγματοποιούνται συναλλαγές όχι μόνο των μικρών λιανοπωλητών, αλλά και μεγάλων επιχειρήσεων, και ότι συνάπτονται εκεί αγοραπωλησίες προϋόντων που προορίζονται προς εξαγωγή.
Κατά την άποψή μου, οι αιτιάσεις αυτές αφορούν την παράσταση και όχι την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, διότι τα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων αφορούν την επιρροή την οποία ασκούν στην αγορά οι διενεργούμενες εντός του κέντρου Cultra συναλλαγές και τις καθαρά οικονομικού χαρακτήρα σχέσεις μεταξύ των συναλλαγών αυτών και εκείνων που γενικά διεξάγονται εντός του περιβόλου του συνεταιρισμού. Θεωρώ, επομένως, ότι αυτή η αίτηση ανταναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, διότι ακριβώς στηρίζεται σε λόγους που δεν μπορούν να προβληθούν αναιρετικώς.
Επί των δικαστικών εξόδων
40 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην κατ' αναίρεση διαδικασία βάσει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Εν προκειμένω, εφόσον υπάρχει σχετικό ρητό αίτημα των αναιρεσιβλήτων, προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των επιχειρήσεων αυτών, πλην των εξόδων με τα οποία επιβαρύνθηκαν για την άσκηση ανταναιρέσεως. Περαιτέρω, προτείνω τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, να επιβαρύνουν την ίδια.
Πρόταση
41 Βάσει των παραπάνω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να απορρίψει την αίτηση ανταναιρέσεως την οποία άσκησαν οι Vereniging van Groothandelaren in Bloemkwekerijprodukten, Florimex BV, Inkoop Service Aalsmeer BV και M. Verhaar BV·
3) να καταδικάσει την Coφperatieve Vereniging De Verenigde Bloemenveilingen Aalsmeer BA (VBA) στα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας, υπέρ της Vereniging van Groothandelaren in Bloemkwekerijprodukten, της Florimex BV, της Inkoop Service Aalsmeer BV και της M. Verhaar BV, πλην των εξόδων με τα οποία επιβαρύνθηκαν για την άσκηση ανταναιρέσεως.
(1) - Συλλογή 1997, σ. II-759.
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25.
(3) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 35.
(4) - Σκέψεις 1 έως 4 της αποφάσεως.
(5) - Σκέψεις 5 έως 10 της αποφάσεως.
(6) - Σκέψεις 11 έως 14 της αποφάσεως.
(7) - ΕΕ 1988, L 262, σ. 27.
(8) - Σκέψεις 15 έως 20 της αποφάσεως.
(9) - Σκέψεις 21 έως 39 της αποφάσεως.
(10) - ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37.
(11) - Σκέψεις 40 έως 44 της αποφάσεως.
(12) - Είναι γνωστό ότι, με την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1990, T-64/89, Automec κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. II-367), το Πρωτοδικείο περιέγραψε τα τρία στάδια της διοικητικής διαδικασίας διαπιστώσεως των ενδεχομένων παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού. Η διαδικασία αυτή κινείται με την υποβολή καταγγελίας κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, και περατώνεται με απόφαση περί θέσεώς της στο αρχείο. Όλες οι πράξεις της Επιτροπής που προηγούνται της τελικής αποφάσεως πρέπει να θεωρηθούν προπαρασκευαστικές και, επομένως, ανεπίδεκτες προσβολής ενώπιον της δικαστικής αρχής. Έτσι, όποτε ο κοινοτικός δικαστής αποφαίνεται επί γνωστοποιήσεως βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63, στην πραγματικότητα αποφαίνεται «επί ζητημάτων για τα οποία η Επιτροπή δεν είχε ακόμη τη δυνατότητα να αποφανθεί». Κρίνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο, το Πρωτοδικείο στηρίχτηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639), όπου κρίθηκε απαράδεκτη μια προσφυγή κατά ανακοινώσεως αιτιάσεων, για τον λόγο ότι η πράξη αυτή είναι προπαρασκευαστική της τελικής αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι, «αν αυτό ισχύει για την κοινοποίηση των αιτιάσεων, η νομική αξία της οποίας είναι μεγαλύτερη από την κατά το άρθρο 6 του κανονισμού 99/63/ΕΟΚ κοινοποίηση, [ούτε αυτή] η τελευταία (...) μπορεί να θεωρηθεί (...) ως απόφαση» (βλ. σκέψεις 45 έως 47). Την απόφαση Automec I ακολούθησε πάγια νομολογία περί απαραδέκτου των προσφυγών κατά γνωστοποιήσεων βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63 ή άλλων πράξεων που προηγούνται της τελικής αποφάσεως επί της καταγγελίας.
(13) - Aπόφαση της 16ης Ιουνίου 1994, C-93/93 P (Συλλογή 1994, σ. I-2681, ειδικότερα σκέψεις 27 έως 30).
(14) - Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την ύπαρξη της υποχρεώσεως αυτής της Επιτροπής με την απόφαση της 18ης Μαρτίου 1997, C-282/95 Ρ, Guιrin automobiles κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-1503, σκέψεις 33 έως 39). Το Δικαστήριο αναγνώρισε στις καταγγέλλουσες το δικαίωμα να ασκήσουν προσφυγή λόγω παραλείψεως, κατά το άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 232 ΕΚ), στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή, αφού απευθύνει γνωστοποίηση βάσει του άρθρου 6 και αφού λάβει τις παρατηρήσεις, παραλείπει να προχωρήσει τη διαδικασία ή να εκδώσει οριστική απόφαση εντός εύλογης προθεσμίας. Το Δικαστήριο έτσι έδωσε απάντηση σε ένα ερώτημα το οποίο είχε αφήσει ανεπίλυτο στην απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1979, 125/78, GEMA κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/II, σ. 537, ειδικότερα σκέψεις 17 και 18), όπου είχε δεχθεί ότι η γνωστοποίηση βάσει του άρθρου 6 «σημαίνει ότι η υπόθεση τίθεται στο αρχείο» και συνεπάγεται, επομένως, ότι εκλείπει η κατάσταση αδρανείας που ελέγχεται κατόπιν προσφυγής του άρθρου 175 της Συνθήκης ΕΚ. Με την απόφαση Guιrin, το Δικαστήριο έκρινε ότι, μετά την αποστολή της γνωστοποιήσεως, η οποία περιέχει προσωρινή λήψη θέσεως, οι καταγγέλλοντες δικαιούνται, σε περίπτωση μη εκδόσεως οριστικής πράξεως απορρίψεως ή επίσημης ενάρξεως της διοικητικής διαδικασίας, να ασκήσουν νέα προσφυγή λόγω παραλείψεως, για να διαπιστωθεί ενδεχομένως η παράνομη αδράνεια της Επιτροπής.
(15) - Συναφώς, βλ. προαναφερθείσα απόφαση GEMA, σκέψεις 17 και 18. Περαιτέρω, επί της δυνατότητας επανενάρξεως της διοικητικής διαδικασίας σε περίπτωση που έχουν μεσολαβήσει νέα πραγματικά περιστατικά δυνάμενα να επηρεάσουν τη θέση την οποία λαμβάνει η Επιτροπή επί της ενδεχομένης συνδρομής της καταγγελλομένης παραβάσεως και να επιφέρουν ανάκληση η μεταρρύθμιση αποφάσεως της Επιτροπής, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 17, βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 28ης Οκτωβρίου 1993, T-83/92, Zunis Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. II-1169), και της 8ης Ιουνίου 1995, T-7/93, Langnese-Iglo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II-1533), την οποία επικύρωσε η απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-279/95 Ρ, Langnese-Iglo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-5609).
(16) - Aπόφαση της 4ης Μαρτίου 1999, C-119/97 P, Ufex κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-1341, ειδικότερα σκέψεις 55 έως 58).
Full & Egal Universal Law Academy