Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το ερώτημα που έχει υποβάλει το Arbeitsgericht Mόnchen έχει ανακύψει και αυτό από την καθιέρωση της λεγόμενης «ήσσονος σημασίας» εργασίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και αφορά το ζήτημα αν συμβιβάζεται με τις κοινοτικές διατάξεις περί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών η ρύθμιση που ισχύει βάσει των εθνικών διατάξεων για το είδος αυτό της εργασίας, η οποία παρέχεται με περιορισμένο εβδομαδιαίο ωράριο έναντι μισθού που δεν μπορεί να υπερβαίνει ορισμένο όριο.
2 Στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-317/93, Nolte (1), και C-444/93, Megner και Scheffel (2), το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί, με γνώμονα την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, επί του αποκλεισμού των ήσσονος σημασίας εργασιών από τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως· με την παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ίδιας αυτής αρχής, η οποία εν προκειμένω εφαρμόζεται στην αμοιβή και στους όρους εργασίας.
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
3 Πριν από τη γέννηση του τέκνου της την άνοιξη του 1995, η A. Krόger, ενάγουσα στην κύρια δίκη, εργαζόταν από πέντε περίπου ετών ως νοσοκόμα με πλήρες ωράριο σε κλινική υπαγόμενη στο Kreiskrankenhaus Ebersberg, δηλαδή στο εναγόμενο της κύριας δίκης. Λόγω της εργασίας της αυτής η ενάγουσα υπαγόταν στο σύστημα που προβλέπει η Bundesangestelltentarifvertrag του 1961 (η εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας των ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημόσιου τομέα στη Γερμανία, στο εξής: BAT).
4 Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογήν του Bundeserziehungsgeldgesetz (γερμανικού νόμου για το επίδομα ανατροφής τέκνων και για την άδεια προς ανατροφή τέκνου, στο εξής: BErzGG) η ενάγουσα έλαβε άδεια ανατροφής τέκνου για τρία περίπου έτη, καθώς και επίδομα ανατροφής, το οποίο χορηγείται, σύμφωνα με το άρθρο 1 του BErzGG, σε όσους δεν παρέχουν εξαρτημένη εργασία με πλήρες ωράριο, υπό την έννοια του εν λόγω νόμου (των οποίων το ωράριο δηλαδή δεν υπερβαίνει τις 19 ώρες εβδομαδιαίως).
5 Η ενάγουσα όμως, λίγο μετά τον τοκετό της, στις 20 Σεπτεμβρίου 1995 άρχισε και πάλι να εργάζεται στην κλινική, παρέχουσα ήσσονος σημασίας εργασία. Για την εργασία αυτή δεν ισχύει η υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, η δε εργασία αυτή χαρακτηρίζεται, κατά το άρθρο 8 του βιβλίου IV του Sozialgesetzbuch (γερμανικού κοινωνικού κώδικα, στο εξής: SGB), από εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας υπολειπόμενο συνήθως των δεκαπέντε ωρών και από αποδοχές μη υπερβαίνουσες συνήθως ένα κλάσμα της μηνιαίας βάσης αναφοράς (3).
6 Μετά από μερικούς μήνες εργασίας υπό το καθεστώς αυτό, η ενάγουσα άσκησε στις 14 Ιουνίου 1996 ενώπιον του Arbeitsgericht Mόnchen αγωγή, με την οποία ζήτησε να της καταβληθεί το ετήσιο έκτακτο επίδομα. Πρόκειται για επίδομα το οποίο καταβάλλεται τα Ξριστούγεννα και ισούται με έναν μηνιαίο μισθό και το οποίο δικαιούνται, κατά την Tarifvertrag όber eine Zuwendung fόr Angestellte (συλλογική σύμβαση περί ετησίου επιδόματος, στο εξής: ZTV) της 12ης Οκτωβρίου 1973, τα πρόσωπα των οποίων η σχέση εργασίας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ΒΑΤ.
7 Το εναγόμενο της κύριας δίκης αρνήθηκε να καταβάλει το επίμαχο επίδομα, με το αιτιολογικό ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3n της ΒΑΤ, οι παρέχοντες ήσσονος σημασίας εργασία, κατά την έννοια του άρθρου 8 του SGB IV, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω συλλογικής συμβάσεως. Το εναγόμενο κατέληξε ότι η ενάγουσα, η οποία παρέχει ήσσονος σημασίας εργασία, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ΒΑΤ και συνεπώς δεν μπορεί να αξιώσει την καταβολή του ετήσιου έκτακτου επιδόματος.
8 Το Arbeitsgericht Mόnchen φρονεί ότι «η ρύθμιση του άρθρου 3n της ΒΑΤ συνιστά έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών» (4), διότι η συντριπτική πλειονότητα - το 90 % και πλέον, σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής - των δικαιούχων παροχών βάσει του BErzGG είναι γυναίκες. Παρά την πεποίθησή του αυτή, το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι επιβάλλεται η διασαφήνιση ορισμένων ζητημάτων και ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του εξής ερωτήματος:
«Συμβιβάζεται με την οδηγία 76/207/ΕΟΚ, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, και με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ μια διάταξη του εθνικού δικαίου - στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 3n της BAT, σε συνδυασμό με την Zuwendungs-Tarifvertrag της 12ης Οκτωβρίου 1993 (5) - η οποία προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι οι οποίοι παρέχουν, κατά τη διάρκεια της άδειας για την ανατροφή των τέκνων, εργασία για την οποία δεν είναι υποχρεωτική η υπαγωγή στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως δεν λαμβάνουν, αντίθετα από ό,τι οι εργαζόμενοι που υπέχουν υποχρέωση υπαγωγής στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, το ετήσιο έκτακτο επίδομα που προβλέπει η σχετική συλλογική σύμβαση; Ειδικότερα, συμβιβάζεται με τις ανωτέρω διατάξεις το μέτρο αυτό, αν οι εργαζόμενοι που τελούν σε άδεια για ανατροφή τέκνων, αλλά δεν εργάζονται, λαμβάνουν εντούτοις τον πρώτο χρόνο το έκτακτο επίδομα σύμφωνα με τη συλλογική σύμβαση;»
Οι κοινοτικές διατάξεις των οποίων γίνεται επίκληση
9 Δεδομένου ότι στη διάταξη περί παραπομπής δεν παρατίθενται άλλα συμπληρωματικά στοιχεία, από τη διατύπωση του ερωτήματος μπορεί να συναχθεί ότι, κατά το Arbeitsgericht Mόnchen, οι γυναίκες που τελούν στην κατάσταση της ενάγουσας θα μπορούσαν να διαμαρτυρηθούν για δύο μορφές διακρίσεων που απαγορεύονται από τις κοινοτικές διατάξεις: πρώτον, όσον αφορά τους όρους εργασίας τους και, δεύτερον, όσον αφορά την αμοιβή τους.
10 Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η πρώτη μορφή διακρίσεων απαγορεύεται από την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (6), η οποία, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, αποσκοπεί:
«1. (...) στην εφαρμογή, εντός των κρατών μελών, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής προωθήσεως, την επαγγελματική εκπαίδευση καθώς και τις συνθήκες εργασίας (...).»
11 Εξάλλου, το άρθρο 119 της Συνθήκης επιβάλλει στα κράτη μέλη, όπως είναι γνωστό, την υποχρέωση διασφαλίσεως και διατηρήσεως της εφαρμογής της αρχής της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, αρχής που, όπως έχει επανειλημμένα δεχτεί το Δικαστήριο, «περιλαμβάνεται στα θεμέλια της Κοινότητας» (7).
Η άποψή μου επί της υποθέσεως
12 Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που παρέχει το αιτούν δικαστήριο, δεν νομίζω ότι μια γυναίκα που τελεί στην κατάσταση της ενάγουσας της κύριας δίκης μπορεί να ισχυριστεί βασίμως ότι οι εθνικές διατάξεις παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά τους όρους εργασίας ή την αμοιβή.
13 Πριν εκθέσω λεπτομερώς τον συλλογισμό βάσει του οποίου καταλήγω στο ανωτέρω συμπέρασμα, νομίζω ότι κατ' αρχάς επιβάλλεται μια διευκρίνιση.
14 Το γερμανικό δικαστήριο αναφέρεται, έμμεσα τουλάχιστον με το ερώτημά του και ρητά με το σκεπτικό της διατάξεώς του (8), σε δύο κατηγορίες εθνικών διατάξεων, των οποίων η συνδυασμένη εφαρμογή φρονεί ότι έχει ως αποτέλεσμα την παράβαση των προαναφερθεισών κοινοτικών διατάξεων. Πρόκειται, πρώτον, για το άρθρο 3n της ΒΑΤ - του οποίου η συνδυασμένη εφαρμογή με τις διατάξεις της ZTV οδηγεί κατ' ουσίαν στη μη χορήγηση του επιδόματος Ξριστουγέννων σε όσους παρέχουν ήσσονος σημασίας εργασία - και, δεύτερον, για τον BErzGG, ο οποίος ρυθμίζει το επίδομα και την άδεια ανατροφής που δικαιούνται όσοι δεν παρέχουν εργασία με πλήρες ωράριο, υπό την έννοια του BErzGG.
15 Όπως όμως τονίζουν η ενάγουσα και η Επιτροπή (9), πρόκειται προδήλως για παρανόηση.
16 Ξωρίς καμία προηγούμενη αξιολόγηση της εθνικής νομοθεσίας, η οποία απόκειται στο αιτούν δικαστήριο και μόνο, διαπιστώνεται ότι η συνδυασμένη εφαρμογή του άρθρου 3n της ΒΑΤ και της ZTV αρκεί προφανώς για τη μη υπαγωγή των παρεχόντων ήσσονος σημασίας εργασία στις ευεργετικές διατάξεις περί χορηγήσεως του επίδικου ετήσιου επιδόματος. Οι διατάξεις για την άδεια ανατροφής και το επίδομα ανατροφής που έλαβε εξάλλου η ενάγουσα δεν έχουν καμία απολύτως σημασία στο πλαίσιο αυτό. Επιπλέον, από τα στοιχεία που διαθέτει το Δικαστήριο δεν προκύπτει η ύπαρξη καμιάς σχέσεως μεταξύ του επιδόματος Ξριστουγέννων και του επιδόματος ανατροφής.
17 Με άλλα λόγια, η άρνηση χορηγήσεως στην ενάγουσα του επίδικου επιδόματος δεν οφειλόταν στην άδεια ανατροφής που δικαιούνταν, αλλά στο γεγονός ότι παρέχει ήσσονος σημασίας εργασία, για την οποία δεν προβλέπεται υποχρέωση υπαγωγής σε ασφαλιστικό φορέα.
18 Για λόγους πληρότητας πάντως, θα ήθελα να αναφέρω με συντομία ότι η αναφορά του αιτούντος δικαστηρίου στην εθνική νομοθεσία περί επιδόματος και άδειας ανατροφής θα μπορούσε οπωσδήποτε να έχει την έννοια της επισημάνσεως μιας διαφορετικής μεταχειρίσεως που θα μπορούσε να συνιστά διάκριση.
19 Κατά τη νομοθεσία αυτή, η μεταχείριση των προσώπων που τελούν σε άδεια ανατροφής (σύμφωνα με τα παρεχόμενα στοιχεία, πρόκειται κυρίως για γυναίκες) διαφέρει ανάλογα με το αν παρέχουν ήσσονος σημασίας εργασία ή όχι. Για παράδειγμα, όσες επιλέγουν, αφού προηγουμένως εργάζονταν με πλήρες ωράριο, να μην εργάζονται κατά τη διάρκεια της άδειάς τους αυτής λαμβάνουν, κατ' εφαρμογήν των συνδυασμένων διατάξεων της ZTV και της ΒΑΤ, το επίδικο έκτακτο επίδομα κατά το πρώτο έτος της άδειάς τους. Αντίθετα, η παροχή ήσσονος σημασίας εργασίας κατά τη διάρκεια της άδειας αυτής έχει ως αποτέλεσμα, κατ' εφαρμογήν των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 3n της ΒΑΤ και της ZTV, την απώλεια του δικαιώματος επί του επιδόματος αυτού.
20 Εντούτοις, δεν είναι εκ πρώτης όψεως δυνατό να γίνει διάκριση ανάλογα με το φύλο, εντός αυτής της κατηγορίας των προσώπων που τελούν σε άδεια ανατροφής και που είναι στην πλειονότητά τους γυναίκες, μεταξύ των γυναικών που παρέχουν ήσσονος σημασίας εργασία και των λοιπών. Εκ πρώτης όψεως επομένως, οι ανωτέρω περιγραφείσες περιπτώσεις αφορούν διαφορά στη μεταχείριση γυναικών και όχι διαφορές στη μεταχείριση αφενός ανδρών και αφετέρου γυναικών, οι οποίες είναι οι μόνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών διατάξεων. Επομένως, ακόμη και αν γίνει δεκτό, όπως επισημαίνει το εθνικό δικαστήριο, ότι «δυσχεραίνεται η πρόσβαση των γυναικών στις θέσεις εργασίας ή δυσχεραίνονται οι συνθήκες εργασίας τους, οσάκις θέλουν να συμβιβάσουν την εργασία τους με την ανατροφή των τέκνων τους» (10), η «διάκριση» αυτή δεν απαγορεύεται πάντως από το κοινοτικό δίκαιο. Ως προς αυτή την πλευρά της υποθέσεως πρέπει επομένως να αποφανθεί το αιτούν δικαστήριο, ενδεχομένως βάσει της εθνικής νομοθεσίας του και μόνο.
21 Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν, με το προδικαστικό ερώτημά του, κατά πόσον οι διατάξεις του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας 76/207 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι όσοι παρέχουν μισθωτή εργασία - που χαρακτηρίζεται ως «ήσσονος σημασίας» - της οποίας τα χαρακτηριστικά είναι ο περιορισμένος αριθμός ωρών εργασίας και η χαμηλή αμοιβή, καθώς και η απαλλαγή από την υποχρέωση κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν λαμβάνουν το ετήσιο έκτακτο επίδομα που προβλέπει η εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει με όσους παρέχουν εξαρτημένη εργασία για την οποία καταβάλλονται υποχρεωτικά ασφαλιστικές εισφορές, συνιστά διάκριση λόγω φύλου για τον λόγο ότι οι διατάξεις αυτές πλήττουν πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ' ό,τι ανδρών.
22 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ερωτήματος χωρίς να εξετάσει τη διάκριση την οποία κάνει το αιτούν δικαστήριο μεταξύ αφενός όσων παρέχουν ήσσονος σημασίας εργασία ενόσω τελούν σε άδεια ανατροφής και αφετέρου αυτών που δεν ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της άδειας ανατροφής.
23 Κατόπιν της ανωτέρω διευκρινίσεως και προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει κατ' αρχάς να εξακριβωθεί ότι η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο της καθ' ύλην εφαρμογής των σχετικών κοινοτικών διατάξεων, αν ληφθεί υπόψη ότι κατόπιν της εκδόσεως των προπαρατεθεισών αποφάσεων Nolte καθώς και Megner και Scheffel (11) δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι οι παρέχοντες εργασία ήσσονος σημασίας εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής των εν λόγω κοινοτικών διατάξεων.
24 Στο σημείο αυτό συμφωνώ με την Επιτροπή (12) ότι η αναφορά στην οδηγία 76/207 δεν ασκεί καμία επιρροή επί της παρούσας υποθέσεως.
25 Θα ήθελα κατ' αρχάς να υπενθυμίσω ότι η οδηγία αυτή αποσκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 1, «στην εφαρμογή, εντός των κρατών μελών, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής προωθήσεως, την επαγγελματική εκπαίδευση καθώς και τις συνθήκες εργασίας (...)». Επομένως, διαπιστώνεται ευθύς εξαρχής ότι δύσκολα θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η επίδικη διάταξη έχει σχέση με κάποιο από τα στοιχεία αυτά (13).
26 Θα ήθελα να επισημάνω επίσης ότι, εν πάση περιπτώσει, εφόσον μια περίπτωση στην οποία ενδέχεται να συντρέχει διάκριση εμπίπτει στις διατάξεις περί αμοιβών, δεν μπορεί συγχρόνως να εξεταστεί με γνώμονα την οδηγία 76/207, διότι «από τη δεύτερη ιδίως αιτιολογική σκέψη της προκύπτει ότι η οδηγία δεν αφορά την αμοιβή υπό την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων» (14).
27 Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι το επίδικο επίδομα Ξριστουγέννων, του οποίου τη χορήγηση αξιώνει η ενάγουσα, συνιστά «αμοιβή» υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου (15), η οποία «διευκρινίζει» την αρχή που διακηρύσσεται στη Συνθήκη (16).
28 Ως αμοιβή νοούνται, στο πλαίσιο των διατάξεων αυτών και σύμφωνα με τη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 119, «οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας».
29 Ο αρχικός αυτός ορισμός έχει συμπληρωθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου, με την οποία δίδεται ευρύτερη ερμηνεία στην εν λόγω έννοια. Για παράδειγμα, η προέλευση των «οφελών» αυτών δεν έχει καμία σημασία: τα οφέλη αυτά περιλαμβάνονται στην αμοιβή «είτε καταβάλλονται βάσει συμβάσεως εργασίας είτε δυνάμει νομοθετικών διατάξεων είτε οικειοθελώς» (17). Ομοίως, η φύση των οφελών αυτών δεν έχει καμία σημασία για την εφαρμογή του άρθρου 119, «εφόσον τα οφέλη αυτά παρέχονται λόγω της εργασίας» (18).
30 Κατά συνέπεια, το ετήσιο έκτακτο επίδομα, το οποίο στηρίζεται στη σχέση εργασίας και καταβάλλεται από τον εργοδότη κατ' εφαρμογήν της συλλογικής συμβάσεως που ισχύει για τους εργαζόμενους των οποίων η εργασική σχέση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ΒΑΤ, αποτελεί αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας 75/117.
31 Από τα ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η τήρηση της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει εν προκειμένω να εξεταστεί με γνώμονα την αμοιβή και μόνο.
32 Στο παρόν στάδιο της εξετάσεως θα πρέπει κατ' αρχάς να τονιστεί ότι η συνδυασμένη εφαρμογή των επίδικων διατάξεων, δηλαδή του άρθρου 3n της ΒΑΤ και της ZTV, δεν συνιστά απαγορευόμενη άμεση διάκριση: το φύλο δεν αποτελεί το κριτήριο βάσει του οποίου προβάλλεται η άρνηση εφαρμογής της συλλογικής συμβάσεως που παρέχει το δικαίωμα επί του επιδόματος Ξριστουγέννων.
33 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια αν συντρέχει, παρά ταύτα, έμμεση διάκριση, η οποία συνίσταται συνήθως, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σε «εθνικό μέτρο το οποίο, καίτοι έχει ουδέτερη διατύπωση, θέτει στην πράξη σε δυσμενή μοίρα ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών, εκτός αν το μέτρο αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες άσχετους προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου» (19).
34 Η διάκριση αυτή μπορεί, όπως είναι γνωστό, να οφείλεται είτε σε νομοθετική διάταξη είτε, όπως εν προκειμένω, σε συλλογική σύμβαση (20).
35 Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί δεδομένο ότι, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που θέτει η νομολογία του Δικαστηρίου, οι επίδικες διατάξεις αφορούν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό εκπροσώπων του ενός φύλου απ' ό,τι του άλλου και συγκεκριμένα «πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών» (21), αφού το 90 % των προσώπων τα οποία αφορούν οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 3n της ΒΑΤ και της ZTV είναι γυναίκες.
36 Η εξακρίβωση αυτού του πραγματικού στοιχείου δεν είναι έργο του γενικού εισαγγελέα ούτε άλλωστε του Δικαστηρίου, οπότε θα θεωρήσω το στοιχείο αυτό ως αποδεδειγμένο (22).
37 Περιέρχονται σε μειονεκτική θέση οι παρέχοντες ήσσονος σημασίας εργασία, οι οποίοι είναι στην πλειονότητά τους γυναίκες, αφού αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της συλλογικής συμβάσεως που παρέχει το δικαίωμα επί του επιδόματος Ξριστουγέννων;
38 Το στοιχείο αυτό δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να δημιουργεί αμφισβητήσεις, αν ληφθούν υπόψη απλώς τα στοιχεία που διαθέτουμε. Οι εργαζόμενοι που παρέχουν την ίδια εργασία και υπόκεινται στην ίδια ρύθμιση λαμβάνουν το ειδικό επίδομα Ξριστουγέννων, το οποίο ισούται με ένα μηνιαίο μισθό, ανάλογα με το αν ο αριθμός των ωρών εργασίας τους υπερβαίνει ορισμένο όριο ή υπολείπεται του ορίου αυτού. Αν δεν υπάρχει κανένα άλλο σύστημα που να παράγει υπέρ των παρεχόντων ήσσονος σημασίας εργασία ισοδύναμα αποτελέσματα - πράγμα που δεν φαίνεται να συμβαίνει, αν ληφθεί υπόψη ο φάκελος της υποθέσεως - οι εθνικές διατάξεις που προβλέπουν τη χορήγηση του επιδόματος αυτού σε ορισμένους μόνον εργαζομένους δημιουργούν διάκριση σε βάρος των λοιπών.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές, η επίμαχη εθνική ρύθμιση δημιουργεί διακρίσεις λόγω φύλου, κατά παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας 75/117, διότι περιάγει σε μειονεκτική κατάσταση αισθητά μεγαλύτερο ποσοστό εργαζόμενων γυναικών απ' ό,τι εργαζόμενων ανδρών.
40 Η ορθότητα του ανωτέρω συμπεράσματος θα αναιρούνταν μόνον εφόσον αυτή η κατά τεκμήριο διάκριση μπορούσε να δικαιολογηθεί αντικειμενικά.
41 Συναφώς, το εναγόμενο της κύριας δίκης επικαλείται την προπαρατεθείσα απόφαση Megner και Scheffel, στην οποία το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: «(...) μια εθνική ρύθμιση, η οποία εξαιρεί από την υποχρέωση ασφαλίσεως στο πλαίσιο των προβλεπομένων από τον νόμο συστημάτων ασφαλίσεως τις μισθωτές δραστηριότητες που συνεπάγονται κατά κανόνα ωράριο κατώτερο των δεκαπέντε ωρών την εβδομάδα και αμοιβή κατά κανόνα μη υπερβαίνουσα το ένα έβδομο του μηνιαίου ποσού αναφοράς (...) δεν συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, ακόμη και αν οι διατάξεις αυτές πλήττουν σαφώς περισσότερες γυναίκες απ' ό,τι άνδρες, εφόσον ο εθνικός νομοθέτης μπορούσε εύλογα να θεωρήσει ότι η επίμαχη νομοθεσία ήταν αναγκαία για την επίτευξη σκοπού της κοινωνικής πολιτικής, άσχετου προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου» (23).
42 Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι στην ανωτέρω υπόθεση είχε υποστηριχθεί ότι ήταν αναγκαία η διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ αφενός των εισφορών που καταβάλλονταν από τους ασφαλισμένους και τους εργοδότες και αφετέρου της καταβολής των παροχών σε περίπτωση επελεύσεως ενός από τους κινδύνους που καλύπτονταν από το υπάρχον σύστημα, το οποίο βασιζόταν στην καταβολή εισφορών και του οποίου η διάρθρωση δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί, αν καταργούνταν οι επίμαχες στην υπόθεση εκείνη διατάξεις (24). Επιπλέον, η επίμαχη στην υπόθεση εκείνη διάταξη μπορούσε να δικαιολογηθεί ενόψει ορισμένου σκοπού που επιδιωκόταν με την πολιτική απασχολήσεως (25). Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω.
43 Το εναγόμενο της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι ο αποκλεισμός των παρεχόντων ήσσονος σημασίας εργασία από το εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, ο οποίος επομένως δεν δημιουργεί διακρίσεις, αποτελεί το νόμιμο έρεισμα για τη μη χορήγηση, βάσει του άρθρου 3n της ΒΑΤ, του επίδικου επιδόματος στα πρόσωπα αυτά: κατά το εναγόμενο δηλαδή, η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών συνιστά θεμιτό κριτήριο για τον αποκλεισμό των παρεχόντων ήσσονος σημασίας εργασία από το πεδίο εφαρμογής της συλλογικής συμβάσεως.
44 Αντίθετα, η υπαγωγή των παρεχόντων ήσσονος σημασίας εργασία στο πεδίο εφαρμογής της ΒΑΤ, με αποτέλεσμα να τους παρέχονται τα σχετικά οφέλη όπως ακριβώς και στα πρόσωπα που είναι υποχρεωμένα να αφαιρούν από τις μικτές αποδοχές τους τις εισφορές που οφείλουν να καταβάλλουν στο βασιζόμενο στην καταβολή εισφορών ασφαλιστικό σύστημα, θα είχε ως αποτέλεσμα, κατά το εναγόμενο πάντοτε, να καταβάλλεται στους παρέχοντες ήσσονος σημασίας εργασία, χωρίς να υπάρχει κανείς αντικειμενικός λόγος, καθαρή ωριαία αμοιβή υπερβαίνουσα κατά πολύ την αμοιβή των προσώπων που υποχρεούνται σε καταβολή εισφορών.
45 Ο ανωτέρω προτεινόμενος συλλογισμός νομίζω όμως ότι ενέχει στοιχεία καταστρατηγήσεως.
46 Πρώτον, δεν αντιλαμβάνομαι πλήρως πώς είναι δυνατόν η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών να δικαιολογεί - ή έστω να έχει οποιαδήποτε σχέση με - τη μη χορήγηση οφέλους που συνίσταται σε αμοιβή η οποία προβλέπεται από ειδική συλλογική σύμβαση. Πρόκειται για δύο τομείς - τον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και τον τομέα των αμοιβών - των οποίων η διαπλοκή δεν είναι ούτε συστηματική ούτε βέβαια προφανής.
47 Αντίθετα, με την προπαρατεθείσα π.χ. απόφαση Megner και Scheffel, τονίστηκε η αλληλεξάρτηση η οποία ενδέχεται να υπάρχει, στο πλαίσιο ενός βασιζόμενου στην καταβολή εισφορών ασφαλιστικού συστήματος, μεταξύ της καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών και της χορηγήσεως κοινωνικών παροχών. Ορισμένες κυβερνήσεις υποστήριξαν - και το Δικαστήριο δεν τις διέψευσε επ' αυτού - ότι η βιωσιμότητα του συστήματος, χάρη στη διατήρηση πλήρους ισορροπίας μεταξύ εισφορών και παροχών, δικαιολογεί τον αποκλεισμό των παρεχόντων ήσσονος σημασίας εργασία από τα κατά νόμο συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως (26).
48 Επιπλέον, ο φόβος που εξέφρασε το εναγόμενο, δηλαδή ότι θα υπήρχε το ενδεχόμενο να λαμβάνουν οι παρέχοντες ήσσονος σημασίας εργασία καθαρή αμοιβή που να υπερβαίνει την αμοιβή των λοιπών εργαζομένων που εμπίπτουν στην ίδια συλλογική σύμβαση, δεν μου φαίνεται δικαιολογημένος.
49 Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, αν στους παρέχοντος ήσσονος σημασίας εργασία χορηγούνταν, όπως ακριβώς και στους λοιπούς εργαζόμενους, το επίδομα Ξριστουγέννων, οι πρώτοι θα περιέρχονταν κατά κάποιο τρόπο σε πλεονεκτικότερη θέση, αφού πράγματι θα λάμβαναν αμοιβή που θα υπερέβαινε, σε απόλυτη αξία, την αμοιβή των εργαζόμενων που εμπίπτουν στην ΒΑΤ, δεδομένου ότι απαλλάσσονται, βάσει άλλων διατάξεων, από την υποχρέωση καταβολής εισφορών στο κατά νόμο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
50 Δεν πρέπει όμως να λησμονείται, όπως ορθά τόνισε η Επιτροπή (27), ότι αυτό το πλεονέκτημα ως προς την αμοιβή δεν είναι ικανό να εξαφανίσει τα μειονεκτήματα που συνεπάγεται, μεταξύ άλλων στο τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, αυτό το είδος εργασίας. Για παράδειγμα, η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών δεν αποτελεί στις περισσότερες περιπτώσεις ιδιαίτερο προνόμιο (28). Αυτό άλλωστε είναι το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από τις αποφάσεις Nolte καθώς και Megner και Scheffel, αφού το Δικαστήριο, προβαίνοντας στην άμεση εξέταση των προβληθέντων δικαιολογητικών λόγων, έκρινε σιωπηρώς, αλλά κατά τρόπο που δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας, ότι η απαλλαγή αυτή συνιστούσε μειονέκτημα.
51 Αν και το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί επομένως να αποτελέσει αντικειμενικό δικαιολογητικό λόγο, φρονώ αντίθετα ότι, παρά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής (29), το ενδεχόμενα αποτρεπτικό αποτέλεσμα επί της προσλήψεως προσώπων για την παροχή ήσσονος σημασίας εργασία, το οποίο θα είχε πιθανώς η επιβολή της υποχρεώσεως καταβολής του ετήσιου επιδόματος, πρέπει να εξεταστεί ενδελεχέστερα.
52 Με τις προτάσεις που ανέπτυξα στις προπαρατεθείσες υποθέσεις Nolte καθώς και Megner και Scheffel (30) διατύπωσα την άποψη ότι ο θεσμός της ήσσονος σημασίας εργασίας, παρά τις ατέλειές του, έχει το πλεονέκτημα ότι εντάσσει στον ενεργό πληθυσμό ορισμένο μέρος του πληθυσμού το οποίο, διαφορετικά, είναι πιθανόν ότι θα αποκλειόταν από τον ενεργό πληθυσμό. Στο πλαίσιο της πολιτικής της καταπολεμήσεως της ανεργίας και της μαύρης αγοράς εργασίας, είναι απόλυτα λογικό να καταβάλλονται προσπάθειες να καθίσταται ελκυστική για τους εργοδότες η πρόσληψη εργαζομένων της κατηγορίας αυτής και να προβλέπεται συναφώς π.χ. η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών ή η μη χορήγηση κάποιου ειδικού επιδόματος. Με το ίδιο πνεύμα υπενθύμισα επίσης ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι αποτελεί αντικειμενικό δικαιολογητικό λόγο, ξένο προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου, η πολιτική ελαφρύνσεως των υποχρεώσεων που βαρύνουν τις μικρές επιχειρήσεις, «οι οποίες διαδραματίζουν ουσιώδη λόγο στην οικονομική ανάπτυξη και στη δημιουργία θέσεων απασχολήσεως εντός της Κοινότητας» (31).
53 Πρόκειται για επιχείρημα στο οποίο το Δικαστήριο έτεινε επίσης ευήκοον ους στις υποθέσεις Nolte και Megner και Scheffel. Μολονότι αυτό που συνήθως παρατίθεται από τη νομολογία αυτή είναι η αποδοχή του επιχειρήματος σχετικά με την κοινωνική πολιτική (32), εντούτοις το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης ότι οι σκοποί που ανάγονται στην πολιτική για την απασχόληση είναι αντικειμενικά ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου και επομένως μπορούν να δικαιολογούν τις απαγορευόμενες διαφορές στη μεταχείριση.
54 Δεν νομίζω όμως ότι η μεθοδολογία αυτή ενδείκνυται εν προκειμένω.
55 Συγκεκριμένα, θεωρώ απόλυτα φυσικό ότι, στο πλαίσιο διαμορφώσεως μιας πολιτικής αυξήσεως των θέσεων εργασίας ή μιας πολιτικής ευρύτερης ενισχύσεως της απασχολήσεως, οι κοινωνικοί εταίροι που υπέγραψαν τη συλλογική σύμβαση συμφώνησαν ενδεχομένως να επιφυλάξουν ιδιαίτερη μεταχείριση στους παρέχοντος εργασία ήσσονος σημασίας. Η μεταχείριση αυτή κρίθηκε νόμιμη από το Δικαστήριο, με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις, σε σχέση με την ασφαλιστική τους κάλυψη. Τίποτε δεν εμποδίζει την εφαρμογή του ίδιου συλλογισμού ως προς τις αμοιβές.
56 Για τον λόγο αυτό φρονώ ότι ένας σκοπός που ανάγεται στην πολιτική για την απασχόληση μπορεί να δικαιολογήσει αντικειμενικά, χωρίς να εφαρμόζεται κανένα κριτήριο βασιζόμενο στο φύλο, τον αποκλεισμό των παρεχόντων ήσσονος σημασίας εργασία από το πεδίο εφαρμογής της ΒΑΤ και, συνεπώς, τη μη χορήγηση του επίδικου ετήσιου επιδόματος στα πρόσωπα αυτά.
57 Θα ήθελα να προσθέσω ότι, όπως άλλωστε έγινε δεκτό κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η υπαγωγή των παρεχόντων ήσσονος σημασίας εργασία στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των συλλογικών συμβάσεων που προβλέπουν τη χορήγηση του επιδόματος Ξριστουγέννων θα άλλαζε ριζικά την ίδια τη φύση αυτού του είδους εργασίας. Συγκεκριμένα, αν στον παρέχοντα ήσσονος σημασίας εργασία καταβαλλόταν στο τέλος του έτους το ισόποσο ενός επιπλέον μηνιαίου μισθού, η αμοιβή του θα υπερέβαινε το όριο μέχρι το οποίο ισχύει η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής εισφορών στο γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που βασίζεται στην καταβολή εισφορών. Επομένως, θα ετίθετο υπό αμφισβήτηση ο ίδιος ο θεσμός της ήσσονος σημασίας εργασίας - ένα από τα συστατικά στοιχεία του οποίου είναι ακριβώς η απαλλαγή από την υποχρέωση ασφαλίσεως. Η σκοπιμότητα όμως της αναθεωρήσεως του εν λόγω θεσμού απόκειται στη Γερμανική Κυβέρνηση και μόνο, κατά την άσκηση της πολιτικής της για την απασχόληση.
Πρόταση
58 Για τους ανωτέρω εκτιθέμενους λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο ερώτημα του Arbeitsgericht Mόnchen:
«Το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ και η οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την εξής έννοια: οι συνδυασμένες διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων βάσει των οποίων στους παρέχοντες μισθωτή εργασία - που χαρακτηρίζεται ως εργασία "ήσσονος σημασίας" - για την οποία προβλέπεται απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών ωρών, εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας υπολειπόμενο συνήθως των δεκαπέντε ωρών και αποδοχές μη υπερβαίνουσες συνήθως ένα κλάσμα της μηνιαίας βάσης αναφοράς, δεν χορηγείται ένα ετήσιο έκτακτο επίδομα που δικαιούνται οι λοιποί εργαζόμενοι που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των συλλογικών αυτών συμβάσεων δεν συνιστούν διάκριση λόγω φύλου. Τούτο ισχύει ακόμη και αν οι διατάξεις αυτές πλήττουν σαφώς περισσότερες γυναίκες απ' ό,τι άνδρες, εφόσον οι κοινωνικοί εταίροι βασίμως θεώρησαν ότι οι εν λόγω συλλογικές συμβάσεις ήταν αναγκαίες για την επίτευξη ενός σκοπού αναγόμενου στην πολιτική για την απασχόληση και ξένου προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου.»
(1) - Συλλογή 1995, σ. Ι-4625.
(2) - Συλλογή 1995, σ. Ι-4741.
(3) - Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου διευκρινίστηκε ότι το κλάσμα αυτό αντιστοιχεί στο ένα έβδομο του μηνιαίου βασικού μισθού, δηλαδή σε 620 γερμανικά μάρκα (DEM).
(4) - Σημείο 1 του σκεπτικού της διατάξεως περί παραπομπής.
(5) - Πρόκειται για λάθος εκ παραδρομής, αφού το ορθό είναι «1973».
(6) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70.
(7) - Πάγια νομολογία από την έκδοση της αποφάσεως της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne II (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψη 12). Βλ. π.χ. την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1998, C-243/95, Hill και Stapleton (Συλλογή 1998, σ. Ι-3739, σκέψη 18).
(8) - Βλ. το χωρίο της διατάξεως περί παραπομπής το οποίο παρατίθεται στο σημείο 8 των παρουσών προτάσεων.
(9) - Σημείο 2 των παρατηρήσεων της ενάγουσας και σημείο 22 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
(10) - Τελευταία παράγραφος της διατάξεως περί παραπομπής.
(11) - Βλ. τις σκέψεις 19 και 21 της πρώτης και τις σκέψεις 18 και 20 της δεύτερης.
(12) - Σημείο 35 των παρατηρήσεών της.
(13) - Στην πραγματικότητα, από τη διάταξη περί παραπομπής φαίνεται να προκύπτει ότι η αναφορά στην οδηγία 76/207 παραπέμπει στην εξέταση του BErzGG, την οποία προηγουμένως απέκλεισα.
(14) - Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C-342/93, Gillespie κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-475, σκέψη 24).
(15) - Οδηγία της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42).
(16) - Βλ. π.χ. τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Gillespie κ.λπ., σκέψη 11, και Hill και Stapleton, σκέψη 19.
(17) - Απόφαση της 17ης Μαου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889, σκέψη 20).
(18) - Προπαρατεθείσα απόφαση Gillespie κ.λπ., σκέψη 12.
(19) - Προπαρατεθείσα απόφαση Hill και Stapleton, σκέψη 24. Βλ. επίσης, μεταξύ των πρόσφατων αποφάσεων, την προπαρατεθείσα απόφαση Megner και Scheffel, σκέψη 24, και τις αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 1997, C-1/95, Gerster (Συλλογή 1997, σ. Ι-5253, σκέψη 30), και C-100/95, Kording (Συλλογή 1997, σ. Ι-5289, σκέψη 16).
(20) - Βλ. π.χ. τις αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska (Συλλογή 1990, σ. Ι-2591, σκέψη 16), και της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-184/89, Nimz (Συλλογή 1991, σ. Ι-297, σκέψη 15).
(21) - Προπαρατεθείσες αποφάσεις Gerster, σκέψη 30, και Kording, σκέψη 16.
(22) - Θα ήθελα πάντως να σημειώσω, χάριν ακρίβειας, ότι το ποσοστό αυτό, στο οποίο αναφέρεται το Arbeitsgericht Mόnchen, αφορά, σύμφωνα με τη διατύπωση της διατάξεως περί παραπομπής, τα πρόσωπα που λαμβάνουν παροχές βάσει του BErzGG (βλ., ανωτέρω, το σημείο 8 των προτάσεών μου). Εν πάση περιπτώσει, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει την ορθότητα του ποσοστού αυτού, όσον αφορά τα πρόσωπα στα οποία δεν χορηγείται το επίδομα λόγω του ότι παρέχουν εργασία ήσσονος σημασίας.
(23) - Σκέψη 32 (η υπογράμμιση δική μου).
(24) - Όπ.π., σκέψη 26.
(25) - Όπ.π., και συγκεκριμένα σκέψεις 27, 28 και 30.
(26) - Όπ.π., σκέψη 26.
(27) - Σημεία 55 επ. των παρατηρήσεών της.
(28) - Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα με τις προτάσεις που ανέπτυξα στις προπαρατεθείσες υποθέσεις Nolte καθώς και Megner και Scheffel (σημεία 44 έως 51, ιδίως δε σημείο 47).
(29) - Σημείο 51 των παρατηρήσεών της.
(30) - Βλ., ιδίως, σημείο 74 των προτάσεων.
(31) - Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1993, C-189/91, Kirsammer-Hack (Συλλογή 1993, σ. Ι-6185, σκέψη 33).
(32) - Ο λόγος είναι αναμφίβολα ότι στο διατακτικό των αποφάσεων, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει στο σκεπτικό τους, ως δικαιολογητικός λόγος της καθ' υπόθεση διακρίσεως αναφέρεται μόνον ο αναγόμενος στην κοινωνική πολιτική σκοπός, ενώ δεν αναφέρεται ο σκοπός που ανάγεται στην πολιτική για την απασχόληση, για τον οποίο εντούτοις γίνεται λόγος στη σκέψη 30 της αποφάσεως Megner και Scheffel και στη σκέψη 34 της αποφάσεως Nolte.
Full & Egal Universal Law Academy