Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Tην 1η Αυγούστου 1997 η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για την μεταφορά της οδηγίας 93/40/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, που τροποποιεί τις οδηγίες 81/851/ΕΟΚ και 81/852/ΕΟΚ περί της προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα κτηνιατρικά φάρμακα (1) (στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την εν λόγω οδηγία.
2 Σύμφωνα με το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν προς τις διατάξεις της οδηγίας αυτής, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1995, με εξαίρεση το άρθρο 1, σημείο 7. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
3 Στις 2 Αυγούστου 1995 η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει από την Γαλλική Κυβέρνηση καμία πληροφορία σχετικά με τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη και μη διαθέτοντας άλλα πληροφοριακά στοιχεία βάσει των οποίων να μπορεί να συναγάγει ότι η Γαλλική Δημοκρατία συμμορφώθηκε προς τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας, όχλησε το κράτος αυτό, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης, και το κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας δύο μηνών.
4 Με έγγραφο της 25ης Οκτωβρίου 1995 της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Γαλλίας στην Ευρωπαϋκή Ένωση, οι γαλλικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι, για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, απαιτούνται τροποποιήσεις του κώδικα δημόσιας υγείας και παρατήρησαν ότι είχε ήδη καταρτισθεί προσχέδιο νόμου το οποίο και θα προσετίθετο σε επόμενο νομοσχέδιο.
5 Η Επιτροπή, επειδή δεν έλαβε μεταγενέστερες πληροφορίες σχετικά με τη θέσπιση των μέτρων αυτών, με έγγραφο της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, απηύθυνε στη Γαλλική Κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη με την οποία έκρινε ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, η Επιτροπή κάλεσε εξάλλου τη Γαλλική Δημοκρατία να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη αυτή γνώμη, εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης αυτής γνώμης.
6 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, εφόσον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνεται μια οδηγία έχουν την υποχρέωση να προσαρμόζουν τη νομοθεσία τους προς τις διατάξεις της οδηγίας αυτής εντός της ταχθείσας από αυτήν προθεσμίας, χωρίς να μπορούν να επικαλούνται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής τους έννομης τάξης για να δικαιολογούν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών των κοινοτικών οδηγιών, το καθού κράτος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία για τον λόγο ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας από την οδηγία προθεσμίας, δεν είχε θεσπίσει κανένα από τα μέτρα που συνεπάγεται η μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη.
7 Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, Γαλλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι δεν θέσπισε τις σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο αναγκαίες για τη μεταφορά αυτή διατάξεις, υπενθυμίζει όμως μόνον ότι η θέση σε εφαρμογή της οδηγίας απαιτεί την έκδοση νόμου ή διατάγματος που να τροποποιεί τον κώδικα δημόσιας υγείας, έχει δε σχεδόν αποπερατωθεί η προετοιμασία των κειμένων αυτών.
8 Βάσει των παρασχεθέντων από τους διαδίκους στοιχείων, κρίνω ότι η ασκηθείσα από την Επιτροπή προσφυγή είναι βάσιμη. Πράγματι, η Γαλλική Δημοκρατία δεν μετέφερε στην εσωτερική έννομη τάξη τις διατάξεις της οδηγίας, εντός της ταχθείσας από το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής προθεσμίας.
Εξάλλου, παρατηρείται ότι η ενδεχομένως εκκρεμής μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, όπως ισχυρίζεται η καθής κυβέρνηση, δεν μπορεί, κατά πάγια νομολογία, να έχει ως αποτέλεσμα να καταστήσει την προσφυγή αβάσιμη ή άνευ αντικειμένου, εφόσον «η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ενώ οι μεταβολές που επήλθαν εν συνεχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη» (2).
9 Υπό το φως των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο:
«1) να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμφωθεί προς την οδηγία 93/40/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, για την τροποποίηση των οδηγιών 81/851/ΕΟΚ και 81/852/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα κτηνιατρικά φαρμακευτικά προϋόντα (φάρμακα), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία·
2) να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - ΕΕ L 214, σ. 31.
(2) - Βλ., προσφάτως, απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουνίου 1998, C-232/95 και C-233/95, Επιτροπή κατά Ελλάδας (που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 38).
Full & Egal Universal Law Academy