Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
A - Εισαγωγή
1 Το Πρωτοδικείο εξέδωσε στις 3 Ιουνίου 1997 (1) απόφαση σχετικά με προσφυγή της Η (2), πρώην υπαλλήλου υπαλλήλου της Επιτροπής, κατά του εν λόγω κοινοτικού οργάνου. Η Η ζήτησε την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής της 27ης Σεπτεμβρίου 1994 (περί αυτεπαγγέλτου συνταξιοδοτήσεώς της) και της 27ης Ιουνίου 1995 (περί απορρίψεως της υποβληθείσας κατά της ως άνω αποφάσεως ενστάσεως), καθώς και την ακύρωση της γνώμης της επιτροπής αναπηρίας, η οποία διαπίστωσε στις 13 Σεπτεμβρίου 1994 την αναπηρία της αναιρεσείουσας.
2 Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη, όσον αφορά την ακύρωση της γνώμης της επιτροπής αναπηρίας και την ακύρωση της αποφάσεως της 27ης Ιουνίου 1995, κατά τα λοιπά δε την απέρριψε ως αβάσιμη.
3 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 5 Αυγούστου 1997, η H άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως.
B - Πραγματικά περιστατικά και ισχυρισμοί των διαδίκων
4 Τα αφορώντα την απόφαση του Πρωτοδικείου πραγματικά περιστατικά είναι τα ακόλουθα. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, για ορισμένο χρονικό διάστημα, είχαν κινηθεί παράλληλα δύο διαδικασίες (αφενός, περί συνταξιοδοτήσεως και, αφετέρου, περί χορηγήσεως αναρρωτικής αδείας)
5 Αρχικά, χορηγήθηκε αυτεπαγγέλτως στην αναιρεσείουσα αναρρωτική άδεια στις 17 Μαρτίου 1993, σύμφωνα με το άρθρο 59, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ).
6 Κατά της εν λόγω αποφάσεως η Η υπέβαλε ένσταση με έγγραφο της 3ης Ιουνίου 1993. Σύμφωνα όμως με όσα η ίδια διατείνεται, το έγγραφο αυτό παρέπεσε στις υπηρεσίες της Επιτροπής. Γι' αυτό και υπέβαλε εκ νέου ένσταση κατά της αποφάσεως της Επιτροπής με έγγραφο της 13ης Ιουνίου 1993.
7 Στο μεταξύ η Η προήχθη στον βαθμό Β 3 με απόφαση της 20ής Απριλίου 1993.
8 Αναφερόμενη στην - όπως προβάλλεται απολεσθείσα - ένσταση της 3ης Ιουνίου 1993, με έγγραφο που απεστάλη στις 17 Ιουνίου 1993 στη διεύθυνση της αναιρεσείουσας στις Βρυξέλλες με απλή ταχυδρομική επιστολή, η Επιτροπή πληροφόρησε την αναιρεσείουσα ότι θα ζητούσε τη γνώμη της επιτροπής αναπηρίας σύμφωνα με το άρθρο 59, παράγραφος 3, του ΚΥΚ. Με το έγγραφο αυτό η H κλήθηκε επί πλέον να ορίσει ιατρό της επιλογής της, για να την αντιπροσωπεύσει στο πλαίσιο της επιτροπής αναπηρίας. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν έδωσε απάντηση, η Επιτροπή επανέλαβε την κλήση αυτή με έγγραφο της 15ης Ιουλίου 1993, που απεστάλη με απλή ταχυδρομική επιστολή. Στο τελευταίο αυτό έγγραφο διαλαμβανόταν ότι, στην περίπτωση που η αναιρεσείουσα εξακολουθήσει να μην απαντά, η Επιτροπή θα ζητούσε τον ορισμό του ως άνω ιατρού από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου.
9 Κατά την αναιρεσείουσα, η Επιτροπή της ανακοίνωσε την απόφασή της σχετικά με την από 13 Ιουνίου 1993 ένσταση με έγγραφο της 3ης Δεκεμβρίου 1993, το οποίο παρέλαβε η ίδια στις 18 Ιανουαρίου 1994. Ωστόσο, αυτή η λεπτομερώς αιτιολογημένη απόφαση δεν έκανε μνεία των εγγράφων της 17ης Ιουνίου και της 15ης Ιουλίου 1993.
10 Στις 14 Ιανουαρίου 1994 η H άσκησε προσφυγή (3) ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της Επιτροπής, με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 17ης Μαρτίου 1993, περί αυτεπάγγελτης χορηγήσεως αναρρωτικής αδείας. Η αναιρεσείουσα απέσυρε την προσφυγή αυτή στις 18 Απριλίου 1995.
11 Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν όρισε ιατρό της επιλογής της, η Επιτροπή ζήτησε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, με έγγραφο της 17ης Δεκεμβρίου 1993, τον αυτεπάγγελτο διορισμό ιατρού βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ.
12 Σε απάντηση στο από 3 Δεκεμβρίου 1993 έγγραφο της Επιτροπής, η αναιρεσείουσα πληροφόρησε στις 18 Απριλίου 1994 την Επιτροπή σχετικά με την πρόθεσή της να μεταβεί στην Ιταλία, με σκοπό να αναζητήσει εκεί κάποιον ιατρό προς εκπροσώπησή της στην επιτροπή αναπηρίας. Η αναιρεσείουσα διατείνεται ωστόσο ότι δεν έλαβε επ' αυτού καμία απάντηση της Επιτροπής.
13 Με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 1994 ανακοινώθηκε στην Επιτροπή η απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου σχετικά με τον διορισμό ιατρού για την αναιρεσείουσα. Κατά την Επιτροπή, ο ορισθείς από αυτήν ιατρός πληροφόρησε εγγράφως αυθημερόν την H σχετικά με τη σύσταση και τη συγκρότηση της επιτροπής αναπηρίας. Εντούτοις, η αναιρεσείουσα αρνείται ότι έλαβε το σχετικό έγγραφο.
14 Στις 13 Σεπτεμβρίου 1994 η επιτροπή αναπηρίας, χωρίς προηγούμενη ακρόαση της αναιρεσείουσας - λόγω της εκ μέρους της αρνήσεως να προσέλθει -, κατέληξε στο ότι η αναιρεσείουσα προσβλήθηκε από μόνιμη αναπηρία που θα έπρεπε να θεωρηθεί ως ολική, εξαιτίας της οποίας αδυνατούσε να ασκήσει καθήκοντα αντιστοιχούντα σε θέση της σταδιοδρομίας της και ότι, για τον λόγο αυτό, έπρεπε να παύσει να παρέχει τις υπηρεσίες της στην Επιτροπή.
15 Η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε, τόσο στην ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία όσο και στην αναιρετική, ότι η επιτροπή αναπηρίας κατέληξε στις ιατρικές εκτιμήσεις οι οποίες αποτελούν τη βάση για τη χορήγηση αναρρωτικής αδείας και για την εκτίμηση της αναπηρίας της χωρίς προηγούμενη εξέτασή της και χωρίς να ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματα ιατρικών εξετάσεων που κατείχε. Διατείνεται ότι, αν είχε ειδοποιηθεί δεόντως, θα μπορούσε να επικαλεστεί εκτιμήσεις άλλων ιατρών.
16 Με έγγραφο της 27ης Σεπτεμβρίου 1994 η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) πληροφόρησε την αναιρεσείουσα περί της συνταξιοδοτήσεώς της από 1ης Οκτωβρίου 1994 βάσει του άρθρου 53 του ΚΥΚ, κατόπιν γνώμης της επιτροπής αναπηρίας. Συναφώς, η Επιτροπή εξέθεσε ότι το έγγραφο αυτό, που συνοδευόταν από την προσβαλλόμενη απόφαση και από διοικητική απόδειξη παραλαβής, επρόκειτο να επιδοθεί την ίδια ημέρα στην ιδιωτική διεύθυνση της αναιρεσείουσας από υπαλλήλους της υπηρεσίας ασφαλείας. Δεδομένου όμως ότι η αναιρεσείουσα απουσίαζε, δεν κατέστη δυνατό να υπογραφεί η σχετική απόδειξη από την ίδια.
17 Στις 10 Ιανουαρίου 1995 η αναιρεσείουσα δήλωσε ότι έλαβε την απόφαση της ΑΔΑ, ισχυρίστηκε δε, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου, ότι έλαβε την απόφαση αυτή μόλις την ημέρα εκείνη.
18 Κατ' αυτής της αποφάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1994 υπέβαλε ένσταση στις 6 Απριλίου 1995.
19 Με απόφαση της 27ης Ιουνίου 1995, την οποία η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε μόλις στις 18 Ιουλίου 1995, η Επιτροπή απέρριψε την ένστασή της.
20 Η αναιρεσείουσα ζήτησε ενώπιον του Πρωτοδικείου την ακύρωση της από 27 Σεπτεμβρίου 1994 αποφάσεως της Επιτροπής, περί αυτεπάγγελτης συνταξιοδοτήσεώς της, της από 27 Ιουνίου 1995 αποφάσεως της Επιτροπής, περί απορρίψεως της ενστάσεώς της κατά της ως άνω αποφάσεως, και της γνώμης της επιτροπής αναπηρίας της 13ης Σεπτεμβρίου 1994.
21 Η προσφυγή απορρίφθηκε για λόγους οι οποίοι συνοψίζονται κατωτέρω στο πλαίσιο της εξετάσεως των λόγων αναιρέσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα.
22 Η H ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να κρίνει την αίτηση αναιρέσεως παραδεκτή και βάσιμη·
2) να αναιρέσει την πρωτόδικη απόφαση·
3) να κρίνει την αρχική προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη.
Γ - Aνάλυση
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
23 Δεδομένου ότι μόνον η Επιτροπή αναφέρθηκε στο παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, θα εξετάσω κατ' αρχάς τους σχετικούς ισχυρισμούς της.
24 Η Επιτροπή διατείνεται κυρίως ότι η Η περιορίζεται, με την αίτηση αναιρέσεως, στο να προσάψει στο Πρωτοδικείο εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Όμως, μια αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή μόνον εφόσον στηρίζεται σε λόγους αφορώντες παράβαση κανόνων δικαίου, αποκλειομένου κάθε λόγου αφορώντος την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Επειδή η αναιρεσείουσα διατείνεται μόνον ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά που εξέθεσαν οι διάδικοι και την αποδεικτική τους αξία, τούτο πρέπει να έχει ως συνέπεια την εκ μέρους του Δικαστηρίου απόρριψη ως απαράδεκτης της αιτήσεως αναιρέσεως.
25 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για να είναι παραδεκτή στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 168 Α της Συνθήκης ΕΚ και για να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου και του άρθρου 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό και να μην περιορίζεται σε επανάληψη ή σε κατά γράμμα αντιγραφή των λόγων και των ισχυρισμών που ήδη προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου, περιλαμβανομένων εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά τους οποίους ρητά απέρριψε το Πρωτοδικείο (4). Μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα απλή αίτηση προς επανεξέταση της ενώπιον του Πρωτοδικείου ασκηθείσας προσφυγής, πράγμα το οποίο δεν είναι δυνατό δυνάμει των άρθρων 49 και 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου (5).
26 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η H επικαλείται προσβολή των δικαιωμάτων της που απορρέουν από το άρθρο 26, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, και το άρθρο 7 του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ.
27 Το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, ορίζει:
«Κάθε ατομική απόφαση που λαμβάνεται κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να κοινοποιείται αμελλητί εγγράφως στον ενδιαφερόμενο. Κάθε απόφαση σε βάρος του υπαλλήλου πρέπει να είναι αιτιολογημένη.»
28 Το άρθρο 26 του ΚΥΚ αφορά το περιεχόμενο του ατομικού φακέλου. Η πρώτη παράγραφος, στοιχείο αα, ορίζει ότι ο ατομικός φάκελος του υπαλλήλου πρέπει να περιέχει όλα τα έγγραφα που αφορούν την υπηρεσιακή του κατάσταση και όλες τις εκθέσεις που αφορούν την ικανότητα, την απόδοση ή τη συμπεριφορά του.
29 Η δεύτερη και η τρίτη παράγραφος του άρθρου αυτού έχουν ως εξής:
«Κάθε έγγραφο πρέπει να καταχωρίζεται, να αριθμείται και να ταξινομείται χωρίς να διακόπτεται η συνέχεια. Το όργανο δεν μπορεί ούτε να αντιτάξει στον υπάλληλο ούτε να επικαλεστεί εναντίον του έγγραφα τα οποία αναφέρονται στην ανωτέρω περίπτωση αν δεν του έχουν κοινοποιηθεί πριν από την ταξινόμησή τους.
Η κοινοποίηση κάθε εγγράφου επιβεβαιώνεται με την υπογραφή του υπαλλήλου ή, ελλείψει υπογραφής, με συστημένη επιστολή.»
30 Όσον αφορά την επιτροπή αναπηρίας, το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος II του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:
«Σε περίπτωση σχετικής παραλείψεως του ενδιαφερομένου υπαλλήλου ορίζεται αυτεπαγγέλτως ιατρός από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων.»
31 Η H επικαλείται την ύπαρξη τυπικών και διαδικαστικών παρατυπιών όσον αφορά τη σύσταση και τη σύνθεση της επιτροπής αναπηρίας. Κατ' αυτήν, η ενώπιον της επιτροπής αναπηρίας διαδικασία έπρεπε να διεξαχθεί, σύμφωνα με τον ΚΥΚ, με τη δυνατότητα της εκατέρωθεν αναπτύξεως των απόψεων των ενδιαφερομένων μερών. Ακόμα και αν θεωρηθεί ως απλή διοικητική πράξη, η απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου περί διορισμού ιατρού προς εκπροσώπηση της αναιρεσείουσας στο πλαίσιο της επιτροπής αναπηρίας, η προ της αποφάσεως αυτής διαδικασία καθώς και η διαδικασία που ακολούθησε έπρεπε να διεξαχθούν στο πλαίσιο της εκατέρωθεν δυνατότητας αναπτύξεως των απόψεων των μερών. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να της κοινοποιήσει τόσο την απευθυνόμενη στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου αίτηση όσο και την απόφαση του τελευταίου όπως προβλέπει το άρθρο 26, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ. Επίσης, η κοινοποίηση του από 20 Ιουνίου 1994 εγγράφου, με το οποίο της ανακοινώθηκε η σύσταση και η σύνθεση της επιτροπής αναπηρίας, έπρεπε να πιστοποιηθεί με την υπογραφή της αναιρεσείουσας ή, ελλείψει αυτής, με την επίδοση συστημένης επιστολής. Διατείνεται ότι εσφαλμένα το Πρωτοδικείο παρέλειψε να διαπιστώσει προσβολή του - υφιστάμενου εν προκειμένω κατά την άποψη της αναιρεσείουσας - ουσιώδους τύπου λόγω των ενεργειών της Επιτροπής.
32 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η H επικαλείται προσβολή των δικαιωμάτων που η ίδια αντλεί από το άρθρο 9 του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου αυτού ορίζει ότι τα συμπεράσματα της επιτροπής αναπηρίας διαβιβάζονται στην ΑΔΑ και στον ενδιαφερόμενο.
33 Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί ότι τα συμπεράσματα της επιτροπής αναπηρίας της ανακοινώθηκαν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Κατ' αυτήν, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα εκτιμώντας την αποδεικτική αξία των πραγματικών περιστατικών που προέβαλε η Επιτροπή χωρίς να εξετάσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις περί επιδόσεως των εγγράφων.
34 Εναπόκειται μεν ασφαλώς στο Πρωτοδικείο να εκτιμά την αξία των ενώπιόν του υποβαλλομένων αποδεικτικών στοιχείων (6), πλην όμως η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή εφόσον με αυτήν προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι αποφάνθηκε κατά παράβαση των νομικών κανόνων τους οποίους όφειλε να ακολουθήσει (7). Ομοίως, προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως μπορούν να προβληθούν λόγοι αφορώντες τη νομική εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και με τους οποίους επιζητείται να αποδειχθεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα (8).
35 Βάσει του άρθρου 26 του ΚΥΚ, η επίδοση κάθε εγγράφου επιβεβαιώνεται με την υπογραφή του υπαλλήλου ή, ελλείψει υπογραφής, με συστημένη επιστολή. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη τη διάταξη αυτή και δεδομένου ότι ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο συνήγαγε από την εκ μέρους της Επιτροπής έκθεση των πραγματικών περιστατικών πληροφοριακά στοιχεία τα οποία δεν μπορούν να στηριχθούν στα ως άνω περιστατικά, προσάπτεται στο Πρωτοδικείο, αφενός, ότι αποφάνθηκε παραβλέποντας τους νομικούς κανόνες που έπρεπε να ακολουθήσει και, αφετέρου, ότι εκτίμησε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά. Κατά συνέπεια, και οι δύο λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται παραδεκτώς.
36 Στα σημεία 39 και 40 της αποφάσεώς του το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η προσφυγή ήταν απαράδεκτη όσον αφορά την από 27 Ιουνίου 1995 απόφαση της Επιτροπής. Κάθε σιωπηρή ή ρητή απόρριψη ενστάσεως επιβεβαιώνει απλώς την πράξη ή την παράλειψη κατά της οποίας βάλλει ο ενιστάμενος και δεν αποτελεί, ως τέτοια, προσβλητή πράξη. Μόνον η απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή η ένσταση, εν μέρει ή στο σύνολό της, μπορεί στην πράξη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής (9). Επομένως, προσφυγή αφορώσα απλή απόρριψη πρέπει να θεωρηθεί ως προσφυγή κατά του βαλλομένου μέτρου, στην προκείμενη περίπτωση κατά της αποφάσεως της ΑΔΑ.
37 Επίσης, η γνώμη της επιτροπής αναπηρίας αποτελεί απλώς προπαρασκευαστική πράξη στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτεπάγγελτης συνταξιοδοτήσεως βάσει του άρθρου 53 του ΚΥΚ και δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής. Η προσφυγή μπορεί να αφορά μόνον την απόφαση που λαμβάνεται μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής, στο πλαίσιο δε της προσφυγής αυτής ο προσφεύγων μπορεί να επικαλεστεί το παράνομο των προ της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως πράξεων οι οποίες συνδέονται στενά με αυτή (10).
Επί της ουσίας
α) Πρώτος λόγος αναιρέσεως
38 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η H επικαλείται τυπικές παρατυπίες κατά την κοινοποίηση εγγράφων σχετικά με τη σύσταση και τη σύνθεση της επιτροπής αναπηρίας. Διατείνεται ότι δεν της κοινοποιήθηκαν νομοτύπως οι ακόλουθες αποφάσεις: ούτε η απόφαση της Επιτροπής να προσφύγει ενώπιον του Προέδρου του Δικαστηρίου, ζητώντας του τον αυτεπάγγελτο διορισμό ιατρού εκπροσωπούντος την αναιρεσείουσα, ούτε η οριστική απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου σχετικά με τον εν λόγω ιατρό δεν έπρεπε να της αποσταλεί με απλή ταχυδρομική επιστολή. Η Η διατείνεται επίσης ότι δεν της κοινοποιήθηκε νομοτύπως η οριστική σύνθεση και η σύγκληση της επιτροπής αναπηρίας. Από την αρχή της δυνατότητας εκατέρωθεν προβολής των απόψεων των μερών ενώπιον της επιτροπής αναπηρίας και από τη σημασία των συμπερασμάτων στα οποία καταλήγει η επιτροπή αυτή προκύπτει ότι η κοινοποίηση των σχετικών εγγράφων έπρεπε να πιστοποιείται με την υπογραφή της αναιρεσείουσας ή με συστημένη επιστολή.
39 Με τη σκέψη 77 της αποφάσεώς του το Πρωτοδικείο έκρινε ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει αναμφιβόλως ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι επρόκειτο να συνέλθει η επιτροπή αναπηρίας, όπως επίσης ότι γνώριζε τη σύνθεση της επιτροπής αυτής. Επ' αυτού το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε κυρίως στα λεγόμενα της Επιτροπής. Έτσι, έγινε δεκτό στη σκέψη 81 της αποφάσεώς του ότι με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 1994 η αναιρεσείουσα πληροφορήθηκε από τον ιατρό που όρισε η Επιτροπή σχετικά με την οριστική σύνθεση της επιτροπής αναπηρίας, έγγραφο το οποίο η Η αρνείται ότι έλαβε.
40 Όσον αφορά τη σύσταση της επιτροπής αναπηρίας, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι ο εκ μέρους του Προέδρου του Δικαστηρίου διορισμός ιατρού προς εκπροσώπηση υπαλλήλου σε επιτροπή αναπηρίας, βάσει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ, ο οποίος αποσκοπεί στη θεραπεία παραλείψεως του υπαλλήλου, δεν αποτελεί δικαιοδοτική αλλά διοικητική πράξη. Επομένως, για την έκδοσή της δεν απαιτείται η δυνατότητα εκατέρωθεν αναπτύξεως των απόψεων των ενδιαφερομένων μερών (11).
41 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σκοπός των διατάξεων περί της επιτροπής αναπηρίας είναι να επιφορτίζονται ειδικοί στον τομέα της ιατρικής με όλα τα ιατρικής φύσεως ζητήματα. Από αυτό συνάγεται ότι ο δικαιοδοτικός έλεγχος δεν μπορεί να αφορά τις ιατρικές εκτιμήσεις, οι οποίες πρέπει να θεωρούνται οριστικές εφόσον τα αρμόδια όργανα καταλήγουν σ' αυτές νομοτύπως. Αντιθέτως, ο δικαιοδοτικός έλεγχος μπορεί να αφορά το νομότυπο της συστάσεως και της λειτουργίας του ως άνω οργάνου, όπως και εκείνο των γνωμών που εκδίδει (12). Το Πρωτοδικείο μπορεί να ελέγχει, στο πλαίσιο αυτό, τις ως άνω γνώμες. Έτσι, όταν υφίστανται παρατυπίες (τυπικές και ουσιαστικές), μια τέτοια γνώμη μπορεί να θεωρηθεί ότι πάσχει στο σύνολό της και, επομένως, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, έστω και αν το ιατρικό μέρος είναι ορθό.
42 Για τη νομότυπη σύσταση της επιτροπής αναπηρίας απαιτείται επίσης η τήρηση των οικείων τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων. Ενόψει των (επιζημίων) συνεπειών που μπορούν να προκύψουν από τις γνώμες μιας επιτροπής αναπηρίας και δεδομένου ότι η ΑΔΑ δεν έχει αρμοδιότητα να μεταβάλλει ή να αντικαθιστά τις γνώμες αυτές με βάση τις δικές της εκτιμήσεις, τόσο η σύσταση όσο και η σύνθεση της επιτροπής αναπηρίας έπρεπε να ανακοινωθούν στην αναιρεσείουσα σύμφωνα με το άρθρο 26, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ, διότι οι πράξεις αυτές μπορούν να έχουν επιζήμιες συνέπειες για τον υπάλληλο.
43 Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 25, δεύτερο εδάφιο, και 26, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ, δεν προκύπτει με σαφήνεια ποια έγγραφα πρέπει να τυγχάνουν ειδικής κοινοποιήσεως. Όμως, η απόφαση περί συστάσεως επιτροπής αναπηρίας, η γνώμη που εκδίδει η επιτροπή αυτή και, τέλος, η απόφαση της ΑΔΑ περί αυτεπάγγελτης συνταξιοδοτήσεως υπαλλήλου έχουν ένα τόσο σοβαρό περιεχόμενο ώστε - ενόψει και της υποχρεώσεως αρωγής που υπέχουν τα κοινοτικά όργανα - πρέπει να ισχύουν συναφώς οι πλέον αυστηρές τυπικές και ουσιαστικές διατάξεις. Από το γράμμα των άρθρων 25 και 26 του ΚΥΚ δεν προκύπτει με σαφήνεια για ποιες αποφάσεις ή για ποια έγγραφα πρέπει να ισχύουν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 26, τρίτο εδάφιο, διατάξεις περί κοινοποιήσεως. Ειδικότερα, από το άρθρο 26, πρώτο εδάφιο, δεν προκύπει ποια έγγραφα περιλαμβάνονται στον ατομικό φάκελο. Θα ήταν ευκταίο να περιλαμβάνει ο ΚΥΚ, επ' αυτού, πιο συγκεκριμένες διατάξεις, ώστε να εξασφαλίζεται η κανονική εξέλιξη της διαδικασίας. Ακόμη και αν οι αποφάσεις της ΑΔΑ αποτελούν τυπικά απλώς διοικητική πράξη, δεν πρέπει να παραβλέπονται οι ενδεχόμενες δυσμενείς συνέπειες που μπορεί να έχουν οι πράξεις αυτές. Οι αποφάσεις που έχουν ως αποτέλεσμα την αυτεπάγγελτη συνταξιοδότηση αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση υπαλλήλου και απαιτούν, απλώς και μόνο λόγω των σοβαρών συνεπειών που αυτές έχουν, κοινοποίηση με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 26, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ τύπο. Η συλλογιστική αυτή πρέπει να ισχύσει στην παρούσα υπόθεση, δεδομένης της παράλληλης εξελίξεως, αρχικά, δύο διαφορετικών διαδικασιών μεταξύ της αναιρεσείουσας και της Επιτροπής. Δεν αποκλείεται η αναιρεσείουσα να θεώρησε ότι έγγραφα που της απεστάλησαν στο πλαίσιο της διαδικασίας περί της συστάσεως και της συνθέσεως της επιτροπής αναπηρίας υπάγονταν στη διαδικασία της χορηγήσεως αναρρωτικής αδείας. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποφευχθεί με νομότυπη κοινοποίηση, βάσει του άρθρου 26, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ, στη δεύτερη διαδικασία.
44 Ανεξάρτητα από τον τρόπο της κοινοποιήσεως, το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι παρασχέθηκαν στην αναιρεσείουσα όλες οι αναγκαίες πληροφορίες, οπότε αυτή ήταν σε θέση να μετάσχει στη σχετική διαδικασία. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε το ζήτημα αν οι αναγκαίες κοινοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τον απαιτούμενο τύπο. Το γεγονός ότι η Επιτροπή απέστειλε τα σχετικά έγγραφα στη διεύθυνση της αναιρεσείουσας με απλή ταχυδρομική επιστολή ή μέσω υπαλλήλων της υπηρεσίας ασφαλείας δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι υπήρξε νομότυπη κοινοποίηση.
45 Επομένως, προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τα δικαιώματα που η αναιρεσείουσα αντλεί από το άρθρο 26, τρίτο εδάφιο, και ότι κατέληξε σε εσφαλμένα συμπεράσματα από τα πληροφοριακά στοιχεία που είχε στη διάθεσή του ή ότι προσέδωσε στα στοιχεία αυτά αποδεικτική αξία που δεν δικαιολογείται βάσει των διατάξεων του άρθρου 26, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ.
46 Επί του ζητήματος αυτού, επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη.
β) Δεύτερος λόγος αναιρέσεως
47 Με τον δεύτερο λόγο η αναιρεσείουσα επικαλείται προσβολή των δικαιωμάτων τα οποία αυτή αντλεί από το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ.
48 Κατ' ουσίαν, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει επιχειρηματολογία παρόμοια προς αυτή του πρώτου λόγου. Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα δεχόμενο ότι η Επιτροπή κοινοποίησε νομοτύπως στην αναιρεσείουσα την απόφαση σχετικά με τη σύσταση και με τη σύνθεση της επιτροπής αναπηρίας.
49 Η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι, κατά το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ, ο υπάλληλος δικαιούται να υποβάλλει στην επιτροπή αναπηρίας κάθε έκθεση ή πιστοποιητικό του θεράποντος ιατρού του ή των ιατρών τους οποίους ενδεχομένως συμβουλεύθηκε. Ωστόσο, για να εξασφαλιστεί ότι ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος θα μπορέσει πράγματι να κάνει χρήση του δικαιώματος αυτού και δεδομένου ότι οι γνώμες της επιτροπής αναπηρίας μπορούν να έχουν σοβαρές συνέπειες για τον υπάλληλο, απαιτείται επίσης, κατά την αναιρεσείουσα, να αποστέλλονται τα σχετικά έγγραφα με συστημένη επιστολή ή να πιστοποιείται η κοινοποίησή τους με την υπογραφή του ενδιαφερομένου.
50 Σχετικά με το ζήτημα αυτό το Πρωτοδικείο έκρινε ότι αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είχε ενημερωθεί επαρκώς σχετικά με τη σύσταση και τη σύνθεση της επιτροπής αναπηρίας. Κατά το Πρωτοδικείο, τούτο προκύπτει από τα έγγραφα των αποτελούντων την ως άνω επιτροπή ιατρών και από το από 20 Ιουνίου 1994 έγγραφο, με το οποίο ο ορισθείς από την Επιτροπή ιατρός πληροφόρησε την αναιρεσείουσα σχετικά με τη σύσταση και τη σύνθεση της επιτροπής αναπηρίας, πράγμα το οποίο ωστόσο η αναιρεσείουσα αρνείται.
51 Και επί του ζητήματος αυτού το Πρωτοδικείο παρέλειψε να εξετάσει το νομότυπο των ενεργειών της Επιτροπής. Ιδίως, δεν διερωτήθηκε αν η κοινοποίηση μπορούσε να γίνει με άλλο τρόπο πέραν της αποστολής απλής ταχυδρομικής επιστολής.
52 Όταν το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος II του ΚΥΚ ορίζει ότι ο υπάλληλος μπορεί να υποβάλλει στην επιτροπή αναπηρίας κάθε έκθεση ή πιστοποιητικό του θεράποντος ιατρού του, τούτο σημαίνει ότι ο εν λόγω υπάλληλος πρέπει επίσης να είναι σε θέση να ασκήσει τα δικαιώματά του. Τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο όταν η γνώμη της επιτροπής αναπηρίας είναι δεσμευτική για την ΑΔΑ, όσον αφορά το ιατρικής φύσεως περιεχόμενό της, η δε ΑΔΑ βασίζει την απόφασή της στην ως άνω γνώμη. Επ' αυτού πρέπει να σημειωθεί επίσης - όπως αναφέρεται ανωτέρω στο σημείο 43 - ότι εν προκειμένω βρίσκονταν παράλληλα σε εξέλιξη δύο διαδικασίες. Έτσι, το Πρωτοδικείο όφειλε να εξετάσει αν η κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις εφαρμοστέες τυπικής και διαδικαστικής φύσεως σχετικές διατάξεις. Δεδομένου όμως ότι το Πρωτοδικείο δεν προέβη σε μια τέτοια εξέταση στην υπό κρίση υπόθεση, θεώρησε ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής είχαν αποδεικτική αξία. Αν και πολλά στοιχεία συνηγορούν, στην πράξη, υπέρ της απόψεως της Επιτροπής και της εκ μέρους του Πρωτοδικείου ερμηνείας, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα είχε λάβει γνώση των σχετικών εγγράφων, η τυπική πλημμέλεια ωστόσο όσον αφορά την κοινοποίηση αποτελεί προσβολή των δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας.
53 Επομένως, και ως προς το σημείο αυτό η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη.
54 Δεδομένου ότι οι λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι, πρέπει να αναιρεθεί η επίμαχη απόφαση του Πρωτοδικείου, καθώς και να ακυρωθεί η από 27 Σεπτεμβρίου 1994 απόφαση της Επιτροπής (περί αυτεπάγγελτης συνταξιοδοτήσεως).
Δικαστικά έξοδα
55 Βάσει του άρθρου 122 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο οφείλει να αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη και όταν το ίδιο αποφαίνεται οριστικά επί της διαφοράς. Βάσει του άρθρου 69, παράγραφος 2, το οποίο, δυνάμει του άρθρου 118, έχει εφαρμογή στη διαδικασία αναιρέσεως, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί, πέραν των δικών της δικαστικών εξόδων, σε όλα τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η αναιρεσείουσα στην ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
Δ - Πρόταση
56 Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Ιουνίου 1997 στην υπόθεση T-196/95.
2) Ακυρώνει την από 27 Σεπτεμβρίου 1994 απόφαση της Επιτροπής περί αυτεπάγγελτης συνταξιοδοτήσεως της αναιρεσείουσας.
3) Καταδικάζει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων των δύο διαδικασιών.»
(1) - Απόφαση στην υπόθεση T-196/95, H κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. II-403).
(2) - Έχει γίνει αλλαγή του ονόματος για τη διασφάλιση της ανωνυμίας της αναιρεσείουσας.
(3) - Υπόθεση T-8/94, H κατά Επιτροπής (που διεγράφη με διάταξη της 10ης Μαου 1995, ΕΕ C 159, σ. 29).
(4) - Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 29ης Μαου 1997, C-153/96 P, De Rijk κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-2901), και της 19ης Ιουνίου 1992, C-18/91 P, V. κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1992, σ. I-3997), καθώς και τις διατάξεις του Δικαστηρίου της 7ης Μαρτίου 1994, C-338/93 P, De Hoe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-819), και της 26ης Σεπτεμβρίου 1994, C-26/94 P, X κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-4379).
(5) - Διάταξη του Δικαστηρίου της 26ης Απριλίου 1993, C-244/92 P, Kupka-Floridi κατά ΟΚΕ (Συλλογή 1993, σ. I-2041).
(6) - Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, C-362/95 P, Blackspur DIY κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-4775), και της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-1981).
(7) - Διατάξεις του Δικαστηρίου της 28ης Νοεμβρίου 1996, C-293/95 P, Οδηγήτρια κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-6129), και της 11ης Ιουλίου 1996, C-325/94 P, An Taisce και WWF UK κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-3727).
(8) - Διάταξη του Δικαστηρίου της 30ής Απριλίου 1997, C-89/97 P(R), Moccia Irme κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-2327), και απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιανουαρίου 1997, C-143/95 P, Επιτροπή κατά Socurte κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-1).
(9) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Μαου 1980, 33/79 και 75/79, Kuhner κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 221), και διάταξη του Δικαστηρίου της 16ης Ιουνίου 1988, 371/87, Προγούλης κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 3081).
(10) - Διάταξη του Δικαστηρίου της 24ης Μαου 1988, 78/87 και 220/87, Santarelli κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 2699), και απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Μαρτίου 1995, T-586/93, Κοτζώνης κατά ΟΚΕ (Συλλογή 1995, σ. II-665).
(11) - Απόφαση H κατά Επιτροπής, προαφερθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 80.
(12) - Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-185/90 P, Επιτροπή κατά Gill (Συλλογή 1991, σ. I-4779), και της 19ης Ιανουαρίου 1988, 2/87, Biedermann κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1988, σ. 143), και του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 1992, T-165/89, Plug κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. II-367, σκέψη 75).
Full & Egal Universal Law Academy