Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η παρούσα υπόθεση αφορά ισχυρισμό περί συγχύσεως στα πλαίσια της επισημάνσεως γερμανικών οίνων. Απαγορεύεται η συνεχής χρήση ενός καθιερωμένου σήματος για αφρώδη οίνο (Sekt), ήτοι του σήματος Kessler Hochgewδchs, εξαιτίας της υπάρξεως in abstracto κινδύνου συγχύσεως με την ονομασία Riesling-Hochgewδchs, που χρησιμοποιείται τόσο στο κοινοτικό όσο και στο εθνικό δίκαιο μόνον για τους οίνους που παράγονται αποκλειστικά από σταφύλια της ποικιλίας Riesling;
Ι - Το πραγματικό και νομικό πλαίσιο
Α - Τα πραγματικά περιστατικά
2 Η Sektkellerei G. C. Kessler GmbH & Co. (στο εξής: Kessler) παράγει και διαθέτει στο εμπόριο αφρώδεις οίνους. Επί εξήντα περίπου έτη διαθέτει στο εμπόριο το κορυφαίο προϋόν της με το όνομα Kessler Ηochgewδchs, περιγραφική ένδειξη η οποία προστατεύεται στη Γερμανία ως σήμα (αριθ. 615 242) από τις 7 Ιουνίου 1950.
3 Η ενάγουσα, η Verbraucherschutzverein eV, η οποία είναι ένωση προστασίας των καταναλωτών, έβαλε κατά της χρήσεως της λέξεως Hochgewδchs στην ετικέτα του αφρώδους οίνου (Sekt) Kessler, ισχυριζόμενη ότι είναι ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή, δημιουργώντας του την εντύπωση ότι ο βασικός οίνος που χρησιμοποιήθηκε για τη σύσταση του προϋόντος βάσεως του αφρώδους οίνου (Sekt) ήταν οίνος Riesling-Hochgewδchs, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 8a της γερμανικής Weinverordnung (κανονιστικής αποφάσεως περί οίνου, στο εξής: WeinVO) (1), κατά το οποίο, λευκοί οίνοι ποιότητας μπορούν να περιγράφονται με την ένδειξη Riesling-Hochgewδchs μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, παράγονται αποκλειστικά από σταφύλια της ποικιλίας Riesling. Εφόσον η Kessler δεν χρησιμοποίησε οίνους της ποικιλίας Riesling για το προϋόν βάσεως του αφρώδους οίνου της (Sekt), αλλά μάλλον γαλλικούς ως επί το πλείστον οίνους της ποικιλίας σταφυλιών Chardonnay, υποστηρίχθηκε ότι η χρησιμοποίηση της βαλλόμενης περιγραφής συνιστά παράβαση τόσο του κανονισμού (ΕΟΚ) 2333/92 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1992, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με την περιγραφή και την παρουσίαση αφρωδών οίνων και αεριούχων αφρωδών οίνων (στο εξής: κανονισμός περί αφρωδών οίνων) (2), όσο και του άρθρου 3 του γερμανικού Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb (νόμου περί αθεμίτου ανταγωνισμού). Η ενάγουσα ζήτησε, τέλος, την έκδοση διαταγής απαγορεύουσας στην Kessler να διαθέτει στο εμπόριο τον αφρώδη οίνο της (Sekt) με την περιγραφή Hochgewδchs.
4 Η Kessler ζήτησε την απόρριψη της αγωγής. Υποστήριξε ότι οι καταναλωτές δεν παραπλανώνται εφόσον, πρώτον, δεν χρησιμοποιεί τo ζεύγος των ενδείξεων Riesling-Hochgewδchs και, δεύτερον, οι εμπορικοί κύκλοι δεν συνάγουν από την περιγραφή ενός αφρώδους οίνου (Sekt) συμπεράσματα ως προς τον βασικό οίνο. Επικουρικώς, η Kessler ισχυρίστηκε ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα εκδόσεως διαταγής διότι έχει αποκτήσει δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας όσον αφορά τη χρήση της περιγραφής Kessler Hochgewδchs και ότι η ερμηνεία του κανονισμού περί αφρωδών οίνων δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την προσβολή των εν λόγω δικαιωμάτων.
Β - Η σχετική κοινοτική νομοθεσία
5 Στην παρούσα υπόθεση έχουν εφαρμογή πολλές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας. Θα αναφερθώ κατ' αρχάς στους κανόνες σχετικά με τους οίνους εν ηρεμία. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2392/89 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1989, σχετικά με τη θέσπιση των γενικών κανόνων για την περιγραφή και την παρουσίαση των οίνων και των γλευκών σταφυλιών (στο εξής: κανονισμός του 1989), εκθέτει τις περιγραφικές ενδείξεις τις οποίες πρέπει να περιλαμβάνει η σήμανση με ετικέτα των οίνων ποιότητας που παράγονται σε ορισμένες περιοχές (στο εξής: v.q.p.r.d.) (3). Το άρθρο 11, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, ορίζει ότι η περιγραφή που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, μπορεί να συμπληρώνεται με την ένδειξη «ενός σήματος με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 40». Το άρθρο 40, παράγραφος 2, η διατύπωση του οποίου είναι παρεμφερής προς τη διατύπωση του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού περί αφρωδών οίνων (το οποίο παρατίθεται κατωτέρω στο σημείο 8), ορίζει ότι τα σήματα αυτά δεν πρέπει να είναι ικανά να επιφέρουν σύγχυση ή να παραπλανήσουν τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονται. Το άρθρο 11, παράγραφος 2, στοιχείο κκ, ορίζει ότι είναι επίσης δυνατόν να παρέχονται διευκρινίσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, «τη μέθοδο παραγωγής» του οίνου. Ο κανονισμός του 1989 τέθηκε σε εφαρμογή με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3201/90 της Επιτροπής, της 16ης Οκτωβρίου 1990, περί των λεπτομερειών εφαρμογής για τον χαρακτηρισμό και την παρουσίαση οίνων και γλευκών σταφυλής (4). Το άρθρο 14, παράγραφος 3, στοιχείο αα, του κανονισμού 3201/90 αναγνωρίζει, σε επίπεδο κοινοτικού δικαίου, την περιγραφή Riesling-Hochgewδchs, κατατάσσοντάς την μεταξύ «των μόνων διευκρινίσεων» που δύνανται να χρησιμοποιούνται για τον χαρακτηρισμό ενός γερμανικού οίνου ποιότητας Riesling ο οποίος παράγεται εντός καθορισμένης περιοχής και πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις του γερμανικού δικαίου.
6 Η περιγραφή και η παρουσίαση των αφρωδών οίνων αποτελεί το αντικείμενο ειδικών διατάξεων του κανονισμού περί αφρωδών οίνων. Το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού εκθέτει τις υποχρεωτικές ενδείξεις, ήτοι τις ενδείξεις που πρέπει να περιλαμβάνονται στην επισήμανση των φιαλών των αφρωδών οίνων. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει ότι η περιγραφή στην επισήμανση «μπορεί να συμπληρώνεται με άλλες ενδείξεις» εφόσον «δεν υπάρχει κίνδυνος να δημιουργήσουν σύγχυση στα άτομα στα οποία απευθύνονται οι πληροφορίες αυτές, ιδίως όσον αφορά τις υποχρεωτικές ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 και τις προαιρετικές ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 6», και «τηρούνται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 6». Το άρθρο 6 παρέχει τη δυνατότητα αναγραφής στην ετικέτα διαφόρων κατηγοριών προαιρετικών ενδείξεων. Μεγαλύτερη σημασία για την παρούσα υπόθεση έχουν οι δύο διατάξεις των παραγράφων 8 και 11 του άρθρου 6. Κατά την πρώτη διάταξη, «ένδειξη σχετική με ανώτερη ποιότητα δεν επιτρέπεται παρά μόνο για, μεταξύ άλλων, ένα v.m.q.p.r.d.» ή «έναν αφρώδη οίνο ποιότητας», ενώ η παράγραφος 11 επιτρέπει τη χρήση των ενδείξεων Premium ή Rιserve μόνο για να συμπληρωθεί η ένδειξη «αφρώδης οίνος ποιότητας».
7 Εν πάση περιπτώσει, οι βασικές για την παρούσα υπόθεση διατάξεις του κανονισμού περί αφρωδών οίνων περιλαμβάνονται στο άρθρο 13. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, θεσπίζει τη γενική υποχρέωση ότι «η περιγραφή και η παρουσίαση των [αφρωδών οίνων] καθώς και κάθε διαφημιστική τους προβολή δεν πρέπει να είναι ανακριβείς και φύσεως δυναμένης να προκαλέσει σύγχυση ή να παραπλανήσει τα άτομα στα οποία απευθύνονται (...)».
8 Το άρθρο 13, παράγραφος 2, περιέχει ειδικούς κανόνες που αφορούν τα σήματα. Ορίζει ότι στην περίπτωση κατά την οποία «η περιγραφή, η παρουσίαση και η διαφήμιση» για τους αφρώδεις οίνους «συμπληρώνονται με σήματα» αυτά «δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνουν λέξεις, τμήματα λέξεων, σύμβολα ή εικόνες» οι οποίες:
«α) είναι ικανές να προκαλέσουν σύγχυση ή να παραπλανήσουν τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονται κατά την έννοια της παράγραφου 1
ή
β) μπορούν να εκληφθούν ως μέρος ή σύνολο της περιγραφής επιτραπέζιου οίνου, οίνου ποιότητας παραγομένου σε καθορισμένη περιοχή, συμπεριλαμβανομένου του v.m.q.p.r.d. (αφρώδους οίνου ποιότητας που παράγεται σε καθορισμένη περιοχή), ή εισαγόμενου οίνου η περιγραφή του οποίου ρυθμίζεται από κοινοτικές διατάξεις, ή να εκληφθούν ως περιγραφή άλλου προϋόντος που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ή να είναι ταυτόσημες με την περιγραφή ενός τοιούτου προϋόντος, χωρίς όμως τα προϋόντα που χρησιμοποιούνται για τη σύσταση του προϋόντος βάσεως του εν λόγω αφρώδους οίνου να δικαιούνται τέτοια περιγραφή ή παρουσίαση.»
Τέλος, το πρώτο εδάφιο του άρθρου 13, παράγραφος 3, ορίζει τα εξής:
«Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2, στοιχείο ββ, ο κάτοχος ευρύτατα γνωστού σήματος που έχει καταχωρηθεί για προϋόν που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, το οποίο περιέχει λέξεις ταυτόσημες με το όνομα καθορισμένης περιοχής ή γεωγραφικής ενότητας περισσότερο περιορισμένης από μια καθορισμένη περιοχή, μπορεί, ακόμη και αν δεν δικαιούται να χρησιμοποιεί το όνομα αυτό δυνάμει της παραγράφου 2, να εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί το σήμα όταν αυτό αντιστοιχεί στην ταυτότητα του αρχικού κατόχου του ή του αρχικού παρόχου του ονόματος, εφόσον η καταχώρηση του σήματος έχει πραγματοποιηθεί τουλάχιστον 25 χρόνια πριν από την επίσημη αναγνώριση του εν λόγω γεωγραφικού ονόματος από το κράτος μέλος παραγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 823/87 (5) όσον αφορά τους v.q.p.r.d. και εφόσον το σήμα έχει πράγματι χρησιμοποιηθεί χωρίς διακοπή.»
9 Οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως αναφέρονται επίσης, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού περί αφρωδών οίνων, στη δεύτερη, όγδοη και δέκατη όγδη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού. Νομίζω ότι σημασία έχει και η τρίτη αιτιολογική σκέψη του ως άνω κανονισμού. Οι τέσσερις αυτές αιτιολογικές σκέψεις ορίζουν, αντιστοίχως, τα εξής:
«ότι κάθε χαρακτηρισμός και παρουσίαση πρέπει να αποσκοπεί στο να παρέχει τις σωστές και ακριβείς πληροφορίες που είναι απαραίτητες, προκειμένου ο τελικός καταναλωτής και οι δημόσιοι οργανισμοί διαχείρισης και ελέγχου του εμπορίου των συγκεκριμένων προϋόντων να δύνανται να εκτιμήσουν τα προϋόντα αυτά· ότι θα πρέπει, κατά συνέπεια, να θεσπιστούν οι κατάλληλοι κανόνες για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός·
ότι, όσον αφορά την περιγραφή, θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των υποχρεωτικών ενδείξεων που είναι απαραίτητες για να χαρακτηρισθεί το προϋόν ως αφρώδης οίνος ή αεριούχος αφρώδης οίνος και των προαιρετικών ενδείξεων που έχουν ως σκοπό να προσδιορίσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός προϋόντος ή να το διακρίνουν από τα άλλα ανάλογα ανταγωνιστικά προϋόντα στην αγορά·
(...)
ότι, για να διευκολυνθεί το εμπόριο των προϋόντων αυτών, θα πρέπει να επιτραπεί στους ενδιαφερόμενους να επιλέγουν τις προαιρετικές ενδείξεις που επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν και να μην καταρτιστεί εξαντλητικός κατάλογός τους· ότι, ωστόσο, αυτή η επιλογή πρέπει να περιοριστεί σε ενδείξεις που δεν είναι ανακριβείς και δεν προκαλούν σύγχυση στον τελικό καταναλωτή ή σε άλλα πρόσωπα στα οποία απευθύνονται·
(...)
ότι για να δημιουργηθούν συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων αφρωδών και αεριούχων αφρωδών οίνων, θα πρέπει να απαγορευθεί η προσθήκη, στην περιγραφή ή την παρουσίαση των οίνων αυτών, στοιχείων που ενδεχομένως δημιουργήσουν σύγχυση ή εσφαλμένες εντυπώσεις στα πρόσωπα που απευθύνονται· ότι θα πρέπει, ιδιαίτερα, να προβλεφθούν παρόμοιες απαγορεύσεις όσον αφορά τα σήματα που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή αφρωδών ή αεριούχων αφρωδών οίνων».
Γ - Η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου
10 Η αγωγή και η έφεση της ενάγουσας απορρίφθηκαν στον πρώτο και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, αντιστοίχως. Το Oberlandesgericht Kφln (εφετείο Κολωνίας, στο εξής: εφετείο) έκρινε ότι, καίτοι η ενάγουσα απέδειξε ότι υφίστατο κίνδυνος παραπλανήσεως, δεν απέδειξε όμως ότι υπήρξε όντως παραπλάνηση. Όσον αφορά το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού περί αφρωδών οίνων, το εφετείο έκρινε ότι έπρεπε να διαπιστωθεί ειδικά ότι ο όρος Hochgewδchs ήταν ικανός να παραπλανήσει τους εμπορικούς κύκλους στους οποίους απευθυνόταν· χωρίς τη διεξαγωγή αποδείξεως δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί ότι η χρήση του όρου μπορούσε να παραπλανήσει υπό την έννοια της πρώτης περιπτώσεως που προβλέπεται διαζευκτικά στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού, ενώ δεν ήταν δυνατό να θεμελιωθεί αξίωση στη δεύτερη περίπτωση που προβλέπεται διαζευκτικά στην εν λόγω διάταξη, διότι η βαλλόμενη περιγραφή Kessler Hochgewδchs ήταν ταυτόσημη με μέρος μόνον της προστατευόμενης περιγραφής Riesling-Hochgewδchs.
11 Η ενάγουσα άσκησε αναίρεση (Revision) ενώπιον του Bundesgerichtshof (στο εξής: εθνικό δικαστήριο). Το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι το σήμα Kessler Hochgewδchs θα μπορούσε να εκληφθεί, υπό την έννοια της πρώτης περιπτώσεως που διατυπώνεται διαζευκτικά στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού περί αφρωδών οίνων, ως η προστατευόμενη περιγραφή Riesling-Hochgewδchs, μόνον εάν, εφόσον δεν διαπιστώθηκε ειδικά σύγχυση, αρκούσε το θεωρητικό ενδεχόμενο συγχύσεως. Το ως άνω δικαστήριο τόνισε ότι η ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, στην οποία προέβη το εφετείο, κατά την οποία απαιτείται να διαπιστωθεί ότι προκλήθηκε σύγχυση στη συγκεκριμένη περίπτωση, καίτοι συνάδει προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση (στο εξής: οδηγία σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση) (6), βαίνει ενδεχομένως πέραν του γράμματος του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού περί αφρωδών οίνων. Συναφώς, το εθνικό δικαστήριο παρατηρεί ότι η εναλλακτική χρήση των όρων «πρόκληση συγχύσεως» και «παραπλάνηση» στο άρθρο 13, παράγραφος 1, και 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, υποδηλώνει ενδεχομένως ότι, εφόσον δεν υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως, «η απαγόρευση προϋποθέτει επιπλέον κίνδυνο παραπλανήσεως» και, επομένως, ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, εξεταζόμενο υπό το πρίσμα της δεύτερης αιτιολογικής σκέψεως του προοιμίου του κανονισμού, θα μπορούσε να σημαίνει ότι «αρκεί το απλό ενδεχόμενο συγχύσεως των αντιπαρατιθέμενων περιγραφών». Κατά συνέπεια, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αρκεί, για την εφαρμογή της απαγορεύσεως του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του προαναφερθέντος κανονισμού, η διαπίστωση ότι μία λέξη του σήματος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή του αφρώδους οίνου (εν προκειμένω: Hochgewδchs) μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με τμήμα της περιγραφής ενός οίνου που δεν χρησιμοποιείται για τη σύσταση του προϋόντος βάσεως του αφρώδους οίνου (εν προκειμένω: Riesling-Hochgewδchs), ακόμη και αν δεν διαπιστώνονται ούτε πεπλανημένες και επηρεάζουσες την αγοραστική συμπεριφορά αντιλήψεις σημαντικού τμήματος των καταναλωτών ως προς τη σύσταση του προϋόντος βάσεως ούτε πρόθεση του κατόχου του σήματος να εξαπατήσει τους καταναλωτές;
2) Στην περίπτωση κατά την οποία θα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, δύναται να προβληθεί κατά της εφαρμογής της απαγορεύσεως της σχετικής με την περιγραφή, την οποία επιβάλλει το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του προαναφερθέντος κανονισμού, ως υπέρτερο και άξιο προστασίας συμφέρον, το δικαίωμα βιομηχανικής ιδιοκτησίας που απέκτησε ο κάτοχος του σήματος βάσει παραδοσιακής και αδιατάρακτης χρήσεως του διακριτικού του γνωρίσματος στην ημεδαπή;»
ΙΙ - Παρατηρήσεις
12 Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η ενάγουσα, η Kessler, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Επιτροπή, οι οποίες, με την εξαίρεση της Γερμανίας, υπέβαλαν και προφορικές παρατηρήσεις.
ΙΙΙ - Ανάλυση
13 Εφόσον είναι σαφές από τη διάταξη περί παραπομπής ότι το εφετείο δεν διαπίστωσε ειδικά την επέλευση συγχύσεως, η αναίρεση της ενάγουσας της κύριας δίκης μπορεί να ευδοκιμήσει μόνον εάν η άποψη που υποστηρίζει όσον αφορά το περιεχόμενο της απαγορεύσεως που περιλαμβάνεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού περί αφρωδών οίνων γίνει δεκτή, οπότε το δεύτερο ερώτημα τίθεται μόνο στην περίπτωση αυτή.
Α - Το πρώτο ερώτημα και η έννοια της συγχύσεως
i) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
14 Καίτοι η υπόθεση αυτή αφορά ομολογουμένως την ειδική απαγόρευση που διατυπώνεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, η οποία αναφέρεται απλώς στα σήματα τα οποία «μπορούν να εκληφθούν» ως κάτι διαφορετικό, συμφωνώ με το εθνικό δικαστήριο ότι η διάταξη αυτή δεν πρέπει να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από το άρθρο 13, παράγραφος 1, ούτε από το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα. Η τελευταία αυτή διάταξη επαναλαμβάνει, όσον αφορά τα σήματα, τη γενική απαγόρευση της πρώτης. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, απαγορεύει, μεταξύ άλλων, τη χρήση «λέξεων» σε σήματα οι οποίες «είναι ικανές να προκαλέσουν σύγχυση ή να παραπλανήσουν τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονται». Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, αφορά ειδικότερα τα στοιχεία των σημάτων τα οποία «μπορούν να εκληφθούν» ως μέρος ή σύνολο της περιγραφής συγκεκριμένων οίνων. Αντικείμενο του πρώτου ερωτήματος είναι η ερμηνεία της διατάξεως αυτής.
15 Τίθεται το ερώτημα αν η χρήση από την Kessler του σήματος Kessler Hochgewδchs για τον αφρώδη οίνο της (Sekt) «μπορεί» να προκαλέσει σύγχυση στους καταναλωτές ώστε να τους δημιουργηθεί η εντύπωση ότι «τα προϋόντα που χρησιμοποιούνται για τη σύσταση του προϋόντος βάσεως του [εν λόγω] αφρώδους οίνου» δικαιούνται την περιγραφή Riesling-Hochgewδchs. Συμφωνώ με το εφετείο ότι το σήμα της εταιρίας Kessler δεν μπορεί να θεωρηθεί «ταυτόσημο» με την προστατευόμενη περιγραφή, εφόσον, στην καλύτερη περίπτωση, υπάρχει μερική μόνον ομοιότητα μεταξύ τους. Κατά συνέπεια, η δεύτερη από τις περιπτώσεις που προβλέπονται διαζευκτικά στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, δεν έχει εν προκειμένω σημασία. Εύλογα τεκμαίρεται κίνδυνος συγχύσεως όταν χρησιμοποιείται όνομα ταυτόσημο με την περιγραφή η οποία επιφυλάσσεται σε ορισμένους οίνους.
ii) Το περιεχόμενο της πρώτης από τις περιπτώσεις που προβλέπονται διαζευκτικά στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ
16 Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί το περιεχόμενο της πρώτης από τις περιπτώσεις που προβλέπονται διαζευκτικά στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού περί αφρωδών οίνων. Η ενάγουσα αντιπαραθέτει την έκφραση «είναι ικανές να προκαλέσουν σύγχυση ή να παραπλανήσουν» του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, στην απλή μνεία του γεγονότος ότι «μπορούν να εκληφθούν» ως κάτι διαφορετικό του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, και συνάγει συναφώς ότι για την εφαρμογή της δεύτερης διατάξεως αρκεί ο απλός κίνδυνος συγχύσεως. Πρόκειται, κατ' ουσίαν, για ένα γραμματικό επιχείρημα, το οποίο περιλαμβάνει όμως δύο στοιχεία. Πρώτον, γίνεται διάκριση μεταξύ «παραπλανήσεως» και «συγχύσεως» και υποστηρίζεται ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, αφορά μόνον τη δεύτερη περίπτωση. Δεύτερον, θεωρείται ότι στο μέτρο που η διάταξη αυτή αφορά τη «σύγχυση» αρκεί για την εφαρμογή της ένας απλός κίνδυνος.
17 Δεν θεωρώ πειστική τη γραμματική ανάλυση που προτείνει η ενάγουσα και προτιμώ, σε γενικές γραμμές, αυτήν που προτείνει η Επιτροπή. Ο σκοπός της διακρίσεως μεταξύ μιας σύνθετης έννοιας παραπλανήσεως και συγχύσεως, αφενός, και της ξεχωριστής έννοιας της συγχύσεως, αφετέρου, είναι δυνατόν να αναχθεί στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί αφρωδών οίνων. Στη σκέψη αυτή εκτίθεται η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ «των υποχρεωτικών ενδείξεων που είναι απαραίτητες για να χαρακτηριστεί το προϋόν ως αφρώδης οίνος ή αεριούχος αφρώδης οίνος και των προαιρετικών ενδείξεων που έχουν ως σκοπό να προσδιορίσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός προϋόντος ή να το διακρίνουν από τα άλλα ανταγωνιστικά προϋόντα στην αγορά». Η διάκριση αυτή αντικατοπτρίζεται, κατ'αρχάς, στο άρθρο 13, παράγραφος 1, το οποίο αφορά την «περιγραφή και παρουσίαση» των οίνων, ειδικότερα δε τις συγκεκριμένες ενδείξεις σχετικά με τον τύπο του οίνου και τις ιδιότητές του όπως τη σύστασή του, τον κατ' όγκο αλκοολικό τίτλο, το έτος τρυγητού, την προέλευσή του και την ταυτότητα των παραγωγών του. Στα πλαίσια των κανόνων που διέπουν τα ζητήματα αυτά, η απαγόρευση είναι αρκούντως ευρεία ώστε να καλύπτει παραπλανητικές ενδείξεις, την περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δίδονται στον καταναλωτή, εκ προθέσεως ή όχι, εσφαλμένες πληροφορίες, αλλά και τη σύγχυση, την περίπτωση δηλαδή κατά την οποία ο όρος αυτός εκφράζει κάτι λιγότερο σαφές από την εξαπάτηση, αλλά αφορά πάντοτε τις ουσιαστικές ενδείξεις που παρέχονται σχετικά με το προϋόν.
18 Πάντως, το άρθρο 13, παράγραφος 2, αφορά τη χρήση σημάτων και την ικανότητά τους να παραπλανήσουν ή να προκαλέσουν σύγχυση, μεταξύ άλλων, καίτοι όχι αποκλειστικά, με προϋόντα ανταγωνιστών παραγωγών. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, χρησιμοποιεί και τους δύο όρους, αλλά παραπέμπει στο άρθρο 13, παράγραφος 1, πράγμα το οποίο καταδεικνύει, κατ' εμέ, ότι και η διάταξη αυτή αφορά τις εσφαλμένες ή παραπλανητικές ενδείξεις. Το ενδεχόμενο θύμα της συγχύσεως είναι εν προκειμένω, όπως και στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, πρωτίστως ο καταναλωτής (7). Το μέσον είναι σε κάθε περίπτωση η χρήση του σήματος. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, αφορά τη σύγχυση που προκαλεί η χρήση ενός σήματος με συγκεκριμένες περιγραφικές ενδείξεις που επιφυλάσσονται για ορισμένο προϋόν - στην προκειμένη περίπτωση Riesling-Hochgewδchs. Τίποτε από τα ανωτέρω δεν λύνει το πρόβλημα του ορισμού της συγχύσεως, της εκτάσεως της απαιτουμένης αποδείξεως ή, ειδικότερα, το ζήτημα κατά πόσον αρκεί ένας αμιγώς in abstracto κίνδυνος, σε αντιδιαστολή προς την πιθανότητα συγχύσεως. Καίτοι οι εκφράσεις «παραπλάνηση» και «πρόκληση συγχύσεως» συμπίπτουν ως ένα βαθμό, έχουν διαφορετική έννοια. Η σύγχυση αποτελεί τον κατάλληλο όρο όταν εξετάζεται, σε σχέση με το άρθρο 13, παράγραφος 2, η επίδραση του φερομένου παρεμφερούς σήματος στους καταναλωτές. Το ζήτημα είναι πάντοτε πώς να αποδειχθεί επαρκώς ότι μπορεί να προκληθεί κίνδυνος συγχύσεως ενός σήματος με ένα διαφορετικό σήμα.
iii) Ο βαθμός της απαιτουμένης συγχύσεως
19 Η ενάγουσα, υποστηριζομένη από τη Γαλλική Δημοκρατία, ισχυρίζεται κατ' ουσίαν ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ερμηνεύσει αυτοτελώς την έννοια της «συγχύσεως» κατά το άρθρο 13 του κανονισμού περί αφρωδών οίνων. Φρονεί ότι δεν θα πρέπει να επηρεαστεί από το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας σχετικά με παραπλανητική διαφήμιση, η οποία, καθόσον ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο ως προϋποθέτουσα την παραπλάνηση ευλόγως ενημερωμένου καταναλωτή, καθιερώνει ένα αδικαιολόγητα χαμηλό επίπεδο προστασίας για τον καταναλωτή (8). Επιπλέον, σύμφωνα με την ενάγουσα, η απαίτηση αυτή μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τον σκοπό εναρμονίσεως από τον οποίο διαπνέεται ο κανονισμός περί αφρωδών οίνων, εφόσον η εφαρμογή του θα εξηρτάτο στην περίπτωση αυτή από τις απόψεις συγκεκριμένων τμημάτων του πληθυσμού στα διάφορα κράτη μέλη.
20 Η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ο σκοπός του κανονισμού περί αφρωδών οίνων έγκειται στην εξασφάλιση της παροχής επαρκών ενδείξεων στους καταναλωτές όσον αφορά τους οίνους τους οποίους αγοράζουν. Επιτρέπονται μόνον οι υποχρεωτικές ή προαιρετικές ενδείξεις τις οποίες προβλέπει ο κανονισμός. Κατά συνέπεια, κατά τη Γαλλική Δημοκρατία, οι δυνάμει παραπλανητικές ενδείξεις στα σήματα δεν πρέπει να επιτρέπονται, έστω και εάν παρέχονται χωρίς πρόθεση.
21 Κατ' εμέ, τα επιχειρήματα αυτά δεν ευσταθούν. Η απάντηση στην ανωτέρω επιχειρηματολογία ανευρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, πρώτον, στον τρόπο με τον οποίο η κοινοτική νομοθεσία αντιμετωπίζει, σιωπηρώς και ρητώς, τη λειτουργία των σημάτων στα πλαίσια της επισημάνσεως των οίνων και, δεύτερον, στη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά ειδικότερα την ερμηνεία των εκδοθέντων κανονισμών περί οίνου.
22 Κατ' αρχάς, είναι, νομίζω, σαφές ότι, όπως εξέθεσαν η Επιτροπή και η Γερμανία, ο κανονισμός περί αφρωδών οίνων δεν απαγορεύει τη χρήση σημάτων. Όπως ο κανονισμός του 1989, και ο κανονισμός περί αφρωδών οίνων προβλέπει σαφώς ότι εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται στην επισήμανση των οίνων. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι, με τη θέσπιση του άρθρου 13 του κανονισμού περί αφρωδών οίνων, ο κοινοτικός νομοθέτης προέβη σε στάθμιση μεταξύ της επιδιώξεως του στόχου της προστασίας των καταναλωτών και του στόχου του ανόθευτου ανταγωνισμού, αφενός, και της ανάγκης σεβασμού των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επί των σημάτων, αφετέρου. Προς στήριξη της απόψεως αυτής, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τη Γερμανία, αναφέρεται στην όγδοη και στη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού περί αφρωδών οίνων (προπαρατεθείσες στην παράγραφο 9 ανωτέρω). Οι εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις εκφράζουν τη μέριμνα σταθμίσεως των υποχρεώσεων παροχής ενδείξεων για τις βασικές ιδιότητες των προϋόντων και για τα στοιχεία που τα διακρίνουν από ανταγωνιστικά προϋόντα, καθώς και των υποχρεώσεων που ανάγονται στην εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας της διαθέσεώς τους στο εμπόριο και του ανταγωνισμού και στην αποφυγή συγχύσεως. Όπως ορθώς εξέθεσε η Επιτροπή, η στάθμιση που επιδιώκεται με το άρθρο 13, θα υπονομευόταν σοβαρά εάν ένας in abstracto και μόνον κίνδυνος συγχύσεως αρκούσε για να εμποδίσει τη χρήση ονομασίας προστατευομένης ως σήμα.
23 Το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού περί αφρωδών οίνων (προπαρατεθέν στην παράγραφο 8), καίτοι, όπως εκθέτει η Γαλλική Δημοκρατία, δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, αποτελεί σοβαρή ένδειξη της σημασίας που προσδίδεται στη λειτουργία των σημάτων. Το επίδικο εν προκειμένω σήμα δεν είναι ταυτόσημο με την προστατευόμενη περιγραφή Riesling-Hochgewδchs. Δεν αντιλαμβάνομαι πάντως, ούτε σε επίπεδο λογικής ούτε σε επίπεδο αρχών, γιατί η κοινοτική νομοθεσία θα πρέπει να επιτρέπει, υπό τις συνθήκες που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 3, την εξακολούθηση της χρήσεως ενός τέτοιου σήματος στην περίπτωση κατά την οποία το σήμα ταυτίζεται με την προστατευόμενη περιγραφή, ενώ απαγορεύει τη χρήση των σημάτων οι οποίες εν μέρει μόνον αντιστοιχούν σε προστατευόμενες περιγραφές, οσάκις ανακύπτει in abstracto κίνδυνος συγχύσεως.
24 Ένας περαιτέρω λόγος για να θεωρηθεί ότι δεν αρκεί το αμιγώς θεωρητικό ενδεχόμενο κινδύνου συνάγεται από τα επιχειρήματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, υποστηριζομένης από την Kessler, ότι στην περίπτωση αυτή θα προέκυπτε αντίφαση μεταξύ, αφενός, της χρήσεως σημάτων στις ετικέτες και, αφετέρου, «των ενδείξεων σχετικά με ανώτερη ποιότητα». Εφόσον το άρθρο 6, παράγραφος 8, του κανονισμού περί αφρωδών οίνων επιτρέπει ρητώς τη χρησιμοποίηση ενδείξεων σχετικά με την ποιότητα, οι παραγωγοί αφρωδών οίνων μπορούν να χρησιμοποιούν όρους όπως Hochgewδchs στις ετικέτες τους, αντί για τους όρους Premium ή Rιserve που αναγνωρίζει το άρθρο 6, παράγραφος 11, για τη συμπλήρωση ενδείξεως σχετικά με την ανώτερη ποιότητα του προϋόντος του. Καίτοι θεωρητικώς, η ένδειξη αυτή είναι ενδεχομένως ικανή να παραπλανήσει ορισμένους καταναλωτές δημιουργώντας τους την εντύπωση ότι ο εν λόγω αφρώδης οίνος παρήχθη από βασικό προϋόν το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις της περιγραφής Riesling-Hochgewδchs, η χρήση της, εφόσον δεν αποτελεί στην περίπτωση αυτή τμήμα ενός σήματος, θα διέπεται όχι από το άρθρο 13, παράγραφος 2, αλλά, αντ' αυτού, από τις γενικές διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, και 13, παράγραφος 1. Συμφωνώ με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι η μεμονωμένη χρήση των εν λόγω ενδείξεων σχετικά με την ποιότητα στις ετικέτες αφρωδών οίνων δεν μπορεί να διέπεται από διαφορετικά νομικά κριτήρια από εκείνα τα οποία ισχύουν για τη χρήση τους ως τμημάτων ενός σήματος. Πράγματι, μπορεί να υποστηριχθεί, όπως ισχυρίζεται η Γερμανία, ότι όταν οι ενδείξεις αυτές χρησιμοποιούνται σαφώς στα πλαίσια σήματος, σε αντιδιαστολή προς την περίπτωση κατά την οποία εμφανίζονται μεμονωμένες σε ετικέτες, ο κίνδυνος συγχύσεως περιορίζεται, διότι οι καταναλωτές μπορούν να αντιληφθούν ότι η ένδειξη αποτελεί τμήμα του σήματος και, κατά συνέπεια, δεν θεωρείται κατ' ανάγκη ως ένδειξη σχετική με το προϋόν. Νομίζω ότι ουδόλως συνάγεται από τον κανονισμό ότι οι συντάκτες του είχαν την πρόθεση να απαγορεύσουν τη χρήση ενδείξεων σχετικά με την ποιότητα των αφρωδών οίνων, τις οποίες ρητώς επέτρεψαν στο άρθρο 6, παράγραφοι 8 και 11, εάν αυτές ήσαν θεωρητικώς μόνον ικανές να προκαλέσουν σύγχυση ως προς τα χαρακτηριστικά του βασικού οίνου που χρησιμοποιήθηκε για το προϋόν βάσεως. Η χρήση των ενδείξεων αυτών στα πλαίσια σημάτων δεν πρέπει να υπόκειται σε περαιτέρω επαχθείς προϋποθέσεις, λαμβανομένων ειδικότερα υπόψη των εμπλεκομένων δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Βάσει του γράμματος των διατάξεων αυτών και, ειδικότερα, της σημαντικής λειτουργίας που επιφυλάσσεται στα σήματα, νομίζω ότι ο αμιγώς in abstracto κίνδυνος συγχύσεως δεν αρκεί για την εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού περί αφρωδών οίνων.
25 Δεύτερον, θα εξετάσω ορισμένες αποφάσεις της νομολογίας του Δικαστηρίου που αφορούν παρεμφερείς απαγορεύσεις προβλεπόμενες σε άλλα κοινοτικά νομοθετήματα και, ειδικότερα, στον κανονισμό του 1989, ο οποίος έχει σε γενικές γραμμμές το αυτό περιεχόμενο με τον κανονισμό περί αφρωδών οίνων. Στο πλαίσιο της υποθέσεως Langguth (9) το Δικαστήριο ασχολήθηκε με τη χρήση των ενδείξεων Kabinett, Spδtlese, Auslese και Weissherbst ως συστατικών σημάτων οίνων ποιότητας παραγομένων εντός καθορισμένης περιοχής. Οι ενδείξεις αυτές (εκτός από την ένδειξη Weissherbst, η χρήση της οποίας είναι προαιρετική) είναι υποχρεωτικές για την περιγραφή των γερμανικών οίνων ποιότητας (Qualitδtswein mit Prδdikat), αλλά εμφανίστηκαν στα επίδικα σήματα με προσελκύοντες την προσοχή τυπογραφικούς χαρακτήρες οι οποίοι ήσαν τρεις περίπου φορές μεγαλύτεροι από τους χαρακτήρες που χρησιμοποιούνται για τις εν λόγω ενδείξεις. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 40 του κανονισμού του 1989, εφόσον οι επίδικες ενδείξεις περιλαμβάνονταν σε σήματα. Η διατύπωση του άρθρου 40, παράγραφος 2, είναι, όπως μνημονεύθηκε ανωτέρω, σχεδόν ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 13, παράγραφος 2 (10). Το Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της Επιτροπής και της ενάγουσας ότι η προσθήκη των επιδίκων ενδείξεων κατά τόσο εμφανή τρόπο στα σήματα μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση ή να παραπλανήσει τους καταναλωτές, ιδίως εκείνους που κατοικούν εκτός Γερμανίας. Τονίζοντας ότι ο κανονισμός του 1989 δεν ρύθμιζε το επιτρεπόμενο σε σήμα μέγεθος των τυπογραφικών χαρακτήρων, έκρινε τα εξής:
«Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ένα σήμα, λόγω του ότι εμφανίζεται κατά τρόπο επιτήδειο, μπορεί να επιφέρει σύγχυση ή να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται, τούτο δε ακόμη και αν περιέχει μια λέξη η οποία χαρακτηρίζεται από την εν λόγω κανονιστική ρύθμιση ως ένδειξη δυναμένη να χρησιμοποιείται στην ονομασία ενός v.q.p.r.d.» (11)
Το Δικαστήριο έκρινε, στη συνέχεια, ότι το γράμμα του άρθρου 40 του κανονισμού του 1989 «εμφαίνει ότι ο σκοπός της διατάξεως αυτής έγκειται κυρίως στην απαγόρευση της απατηλής χρησιμοποιήσεως των σημάτων (...)» (12). Η ενάγουσα προσπάθησε να διακρίνει την απόφαση επί της υποθέσεως Langguth από την παρούσα υπόθεση, αναφερόμενη στο γεγονός ότι οι οίνοι της υποθέσεως εκείνης μπορούσαν να φέρουν τις ονομασίες στις οποίες αναφέρονταν οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν στα επίδικα σήματα. Νομίζω ότι η διάκριση αυτή δεν είναι πειστική. Υποδηλώνει ότι η Kessler, στην παρούσα υπόθεση, δεν έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τον όρο Hochgewδchs στο σήμα της, ενώ με την απόφαση επί της υποθέσεως Langguth το Δικαστήριο τόνισε ότι το άρθρο 40 του κανονισμού του 1989 δεν προέβλεπε κανέναν περιορισμό όσον αφορά τους τυπογραφικούς χαρακτήρες ούτε τις διαστάσεις του σήματος.
26 Είναι αναμφισβήτητο ότι η Kessler χρησιμοποίησε το επίδικο σήμα επί εξήντα περίπου έτη. Νομίζω ότι, ενόψει τόσο του άρθρου 222 της Συνθήκης όσο και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου oι οποίες εξασφαλίζουν «τόσο το δικαίωμα ιδιοκτησίας όσο και την ελεύθερη άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας» (13), το αποφασιστικής σημασίας ζήτημα που τίθεται είναι μάλλον κατά πόσον περιορίστηκε η εκ μέρους της Kessler άσκηση των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος συγχύσεως που προκαλεί το επίδικο σήμα. Υπό το πρίσμα αυτό, φρονώ ότι το ορθότερο συμπέρασμα που αρμόζει να συναχθεί από την απόφαση επί της υποθέσεως Langguth, για την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού περί αφρωδών οίνων, είναι ότι, πριν θεωρηθεί ότι η καλόπιστη χρήση του σήματος «είναι ικανή να προκαλέσει σύγχυση ή να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται» (η έμφαση είναι δική μου), το αρμόδιο να αποφανθεί επί των πραγματικών περιστατικών δικαστήριο πρέπει να πεισθεί ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος συγχύσεως (14).
27 Περαιτέρω, ο γενικός εισαγγελέας Lιger, στις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση Langguth, επισήμανε, ειδικότερα, ότι ο κανονισμός του 1989 δεν πραγματοποίησε την πλήρη εναρμόνιση της περιγραφής και της παρουσιάσεως των οίνων και των γλευκών σταφυλιών. Θεώρησε προσέτι ότι οι κανόνες που διέπουν τη χρήση των ονομασιών προελεύσεως δεν αφορούν τη χρήση τους ως σημάτων και επίσης, ορθώς κατ' εμέ, τόνισε ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει αν ένας όρος είναι ικανός να παραπλανήσει τους καταναλωτές ή να τους προκαλέσει σύγχυση.
28 Η υπόθεση Voisine (15) αφορούσε επίσης τον κανονισμό του 1989, ειδικότερα δε κατά πόσο διακοσμήσεις επί των φιαλών οίνου (και αφρώδους οίνου) οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τον οίνο καλύπτονται από τον ορισμό της σημάνσεως με ετικέτα του άρθρου 38 του κανονισμού αυτού. Στο πλαίσιο ποινικής διώξεως βάσει του γαλλικού νόμου περί απάτης και νοθειών όσον αφορά τα προϋόντα, υποστηρίχθηκε ότι η διάθεση στο εμπόριο εντός ορισμένων πόλεων «φιαλών επί των οποίων απεικονίζονταν φωτογραφίες των πόλεων όπου πωλούνταν οι φιάλες και επεξηγηματικό κείμενο σχετικό με την ιστορία της οικείας πόλεως» μπορούσε να παραπλανήσει τους καταναλωτές (16). Οι ετικέτες αυτές θεωρήθηκαν ικανές να παραπλανήσουν τους αγοραστές ως προς την προέλευση του οίνου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διακόσμηση αυτή περιλαμβανόταν στην έννοια της σημάνσεως με ετικέτα διότι μπορούσε να εξαπατήσει τους καταναλωτές έστω και αν ουδεμία σχέση είχε με τον ίδιο τον οίνο. Αναφερόμενο επίσης στις προϋποθέσεις που διατυπώνονται στο άρθρο 40, παράγραφος 2, του κανονισμού του 1989 όσον αφορά τη χρήση σημάτων για τη συμπλήρωση της περιγραφής που περιέχει η σήμανση με ετικέτα, το Δικαστήριο έκρινε ότι διακοσμήσεις όπως αυτές που χρησιμοποίησε η M. Voisine υπόκεινται στις προϋποθέσεις αυτές. Κατ' ουσίαν, το Δικαστήριο έκρινε απλώς ότι η σήμανση με ετικέτα της εν λόγω κατηγορίας εμπίπτει στον ορισμό της σημάνσεως για τον λόγο, μεταξύ άλλων, ότι μπορούσε να παραπλανήσει τους καταναλωτές ως προς την προέλευση του οίνου. Η εφαρμογή των ανωτέρω στη συγκεκριμένη περίπτωση επαφέθηκε στο εθνικό δικαστήριο και το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε, στην υπόθεση εκείνη, να εξετάσει το ζήτημα της συγχύσεως που προκλήθηκε από τη χρήση των σημάτων (17).
29 Η προσέγγιση αυτή είναι συνεπής προς τη νομολογία του Δικαστηρίου σε άλλους τομείς, όπως οι σχετικοί με την οδηγία για την παραπλανητική διαφήμιση (18). Στην υπόθεση Ποινική Δίκη κατά Ξ, το Δικαστήριο ασχολήθηκε κατ' ουσίαν με το κατά πόσον ένα αυτοκίνητο το οποίο ταξινομήθηκε προηγουμένως στο Βέλγιο αλλά δεν κυκλοφόρησε ποτέ εκεί και στη συνέχεια εισήχθη στη Γαλλία μπορούσε να θεωρηθεί ακόμη ως «καινουργές» (19). Το Δικαστήριο συμφώνησε με την Επιτροπή ότι ένα καινουργές αυτοκίνητο χάνει την ιδιότητά του ως καινουργούς οχήματος εφόσον κυκλοφορήσει σε δημόσια οδό, αλλά έκρινε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει «ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, αν, λαμβάνοντας υπόψη τους καταναλωτές προς τους οποίους απευθύνεται, η διαφήμιση ενδέχεται να έχει παραπλανητικό χαρακτήρα στον βαθμό που, αφενός μεν, αποσκοπεί στο να αποκρύψει ότι τα διακηρυσσόμενα οχήματα έχουν ταξινομηθεί πριν από την εισαγωγή, αφετέρου δε, το γεγονός αυτό θα ήταν ικανό να αποτρέψει σημαντικό αριθμό καταναλωτών από την απόφασή τους να προβούν στην αγορά» (20).
30 Ομοίως, στις υποθέσεις στις οποίες προβλήθηκαν λόγοι προστασίας του καταναλωτή για να δικαιολογήσουν περιορισμούς στην πώληση ή την εμπορία εισαγομένων προϋόντων οι οποίοι άλλως θα συνιστούσαν παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην έννοια των «εχόντων φυσιολογική ενημέρωση καταναλωτών» (21). Παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο γνωρίζει ότι οι οίνοι που χρησιμοποιoύσε η Kessler στο προϋόν βάσεως εισάγονταν ως επί το πλείστον από τη Γαλλία, δεν προβλήθηκε το ενδεχόμενο εφαρμογής του άρθρου 30 στην παρούσα υπόθεση, η οποία αφορά την πώληση στη Γερμανία αφρωδών οίνων που παράγονται στη Γερμανία. Νομίζω πάντως ότι η αναφορά στους «έχοντες φυσιολογική ενημέρωση καταναλωτές» υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο διστάζει γενικώς να προβεί σε αδικαιολόγητα ευρεία ερμηνεία της έννοιας της συγχύσεως υπό το πρίσμα της δυνατότητάς της να λειτουργήσει ως εμπόδιο στο εμπόριο. Έτσι, όσον αφορά τα σήματα, το Δικαστήριο, με την απόφαση επί της υποθέσεως IHT Internationale Heiztechnik και Danziger (22), υπενθυμίζοντας την προηγούμενη διαπίστωσή του στην απόφαση επί της υποθέσεως Deutsche Renault (23) ότι «το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει κριτήριο στενής ερμηνείας του κινδύνου συγχύσεως», έκρινε ότι θα εισήγετο αυθαίρετος περιορισμός στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών «στην περίπτωση που ένα εθνικό δικαστήριο θα προέβαινε σε αυθαίρετη εκτίμηση σχετικά με την ομοιότητα των προϋόντων» (24).
31 Εντούτοις, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η απαίτηση συγκεκριμένης αποδείξεως της συγχύσεως θα ήταν αδικαιολόγητα επαχθής και δεν θα έπρεπε να ισχύει για την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού περί αφρωδών οίνων. Εξεταζόμενο συνολικά και υπό το πρίσμα της δεκάτης ογδόης αιτιολογικής σκέψεως του προοιμίου του κανονισμού, το άρθρο 13, παράγραφος 2, αποσκοπεί κατά τη γνώμη μου στην απομάκρυνση από την περιγραφή ή την παρουσίαση αφρωδών οίνων κάθε στοιχείου το οποίο είναι ικανό να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται η ετικέτα ή να τους προκαλέσει σύγχυση. Το συμπέρασμα ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μπορεί να συναχθεί από τη σύγκριση των ετικετών στην οποία προβαίνει το εθνικό δικαστήριο, βασιζόμενο στη δική του εκτίμηση όσον αφορά το ζήτημα της ομοιότητάς τους. Τούτο μπορεί να συμπληρώνεται ή όχι με αποδείξεις υπό τη μορφή μελετών της αγοράς ή των καταναλωτών ή παρεμφερείς. Δεν θεωρώ ότι η εν λόγω ρεαλιστική προσέγγιση - η οποία είναι, κατ' ουσίαν, αυτή που υιοθέτησαν τα γερμανικά δικαστήρια στην παρούσα υπόθεση - συνιστά αδικαιολόγητο βάρος.
32 Η ορθότητα της προσεγγίσεως αυτής επιρρωννύεται επίσης από την ερμηνεία της οδηγίας περί σημάτων στην οποία προέβη το Δικαστήριο (25). Με την απόφαση επί της υποθέσεως SABEL (26), καίτοι το Δικαστήριο εξέτασε τη σύγχυση ως προς διάφορα σήματα, σημασία έχει ότι έκρινε ότι «ο κίνδυνος συγχύσεως» πρέπει «να εκτιμάται συνολικά, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση» (27). Αναφερόμενο στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας, το οποίο χρησιμοποιεί τη διατύπωση «(...) υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως του κοινού», το Δικαστήριο έκρινε ότι απ' αυτό προκύπτει «ότι ο τρόπος με τον οποίο ο μέσος καταναλωτής του επίμαχου είδους προϋόντος ή υπηρεσίας προσλαμβάνει τα σήματα έχει καθοριστική σημασία για τη συνολική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως» (28). Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο καταναλωτής αυτός «προσλαμβάνει συνήθως ένα σήμα ως μια ολότητα και δεν επιδίδεται σε εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του» (29).
33 Η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Gut Springenheide και Tusky, η οποία αφορούσε φερόμενη παραπλανητική ένδειξη περιλαμβανόμενη τόσο σε σήμα όσο και σε ένα σημείωμα που τοποθετείται μέσα στη συσκευασία των αβγών, επιβεβαιώνει την τάση του Δικαστηρίου να αντιμετωπίζει κατά τον ίδιο τρόπο τις παραπλανητικές ενδείξεις που αφορούν τόσο τα γεωργικά όσο και τα βιομηχανικά προϋόντα, είτε βάσει της Συνθήκης είτε βάσει του παραγώγου δικαίου (30).
34 Η ένδειξη που κρίθηκε παραπλανητική στην υπόθεση Gut Springenheide αφορούσε τη διατροφή των ορνίθων και αποσκοπούσε στην προώθηση της πωλήσεως των αβγών τους. Επιβλήθηκε συναφώς πρόστιμο από την αρμόδια γερμανική υπηρεσία ελέγχου τροφίμων. Η προσφυγή που άσκησε ο προσφεύγων κατά της αποφάσεως επιβολής προστίμου απορρίφθηκε τόσο στον πρώτο βαθμό όσο και κατ' έφεση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ένδειξη μπορούσε να παραπλανήσει ένα όχι αμελητέο τμήμα των καταναλωτών. Στο πλαίσιο της ασκήσεως αναιρέσεως (Revision), το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι η επίμαχη απαγόρευση (31), ήτοι των παραπλανητικών ενδείξεων επί της συσκευασίας που αποβλέπουν στην προώθηση των πωλήσεων, μπορούσε να ερμηνευθεί κατά δύο τρόπους (32):
«Είτε ο παραπλανητικός χαρακτήρας των επίμαχων ενδείξεων πρέπει να καθοριστεί σε σχέση με την πραγματική προσδοκία των καταναλωτών, οπότε η προσδοκία αυτή θα έπρεπε ενδεχομένως να καθοριστεί βάσει δημοσκοπήσεως αντιπροσωπευτικού δείγματος καταναλωτών ή βάσει πραγματογνωμοσύνης, είτε η επίμαχη διάταξη στηρίζεται σε μια αντικειμενική έννοια του αγοραστή, η οποία επιδέχεται μόνο νομική ερμηνεία, ανεξάρτητη από τη συγκεκριμένη προσδοκία των καταναλωτών.»
Αφού διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι η επίμαχη απαγόρευση ήταν ανάλογη προς αυτήν που θέσπισε ο κανονισμός του 1989, το Δικαστήριο έκρινε ότι, «για να προσδιορίσει αν η ονομασία, το σήμα ή η διαφημιστική ένδειξη που είχαν τεθεί στην κρίση του δημιουργούσαν ή όχι κίνδυνο παραπλανήσεως του αγοραστή», θα έπρεπε, εφόσον ήταν σε θέση διότι διέθετε επαρκείς αποδείξεις και στοιχεία και η λύση φαινόταν σαφής, «να λάβει υπόψη την τεκμαιρόμενη προσδοκία του μέσου καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, χωρίς να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή δημοσκοπήσεως» (33). Στις περιπτώσεις, αντιθέτως, κατά τις οποίες τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία δεν οδηγούν σε σαφή λύση, το Δικαστήριο θα πρέπει να παραπέμψει το ζήτημα στο εθνικό δικαστήριο, προκειμένου αυτό να αποφανθεί αν η περιγραφή ή το σήμα έχουν παραπλανητικό χαρακτήρα.
35 Δεν διακρίνω κανένα λόγο που να αποκλείει την ίδια προσέγγιση στην παρούσα υπόθεση. Το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο πρέπει να εκτιμήσει αν, παρά τον in abstracto κίνδυνο συγχύσεως που προκαλεί η αδιάλειπτη χρήση του επίδικου σήματος, τα πρόσωπα στα οποία αυτό απευθύνεται μπορούν πράγματι, όταν καταβάλλουν την ευλόγως αναμενόμενη προσοχή, να εκλάβουν το εν λόγω σήμα Kessler Hochgewδchs ως την προστατευόμενη περιγραφή Riesling-Hochgewδchs. Το εθνικό δικαστήριο θα μπορέσει να εκτιμήσει, ειδικότερα, την επίδραση του σήματος στους Γερμανούς καταναλωτές. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση επί της υποθέσεως Graffione κατά (34), έκρινε, ακολουθώντας τις σκέψεις που διατύπωσε στο σημείο 10 των προτάσεών του επί της εν λόγω υποθέσεως ο γενικός εισαγγελέας Jacobs, ότι «ενδέχεται, λόγω γλωσσικών, πολιτισμικών και κοινωνικών διαφορών μεταξύ των κρατών μελών, ένα σήμα, μη δυνάμενο να παραπλανήσει τον καταναλωτή εντός κράτους μέλους, να δύναται να τον παραπλανήσει εντός άλλου» (35).
36 Στην παρούσα υπόθεση, είναι αξιοσημείωτο, όπως εξέθεσε ο δικηγόρος της Kessler κατά την προφορική διαδικασία, ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, τα δικαστήρια μπορούν να αποφασίσουν ότι δεν είναι ανάγκη να προσκομισθούν αποδείξεις περί συγχύσεως εάν οι δικαστές μπορούν να καθορίσουν κατά πόσον υφίσταται πραγματικός κίνδυνος συγχύσεως ή πλάνης. Τούτο θα συνέβαινε, ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία οι δικαστές περιλαμβάνονται οι ίδιοι μεταξύ των δυνάμει καταναλωτών στους οποίους απευθύνονται οι φερόμενες παραπλανητικές ή προκαλούσες σύγχυση ενδείξεις. Από τα στοιχεία τα οποία διαθέτει το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση προκύπτει εντούτοις ότι, εκτός των εμπορικών κύκλων, η γνώση της σημασίας της περιγραφής της Riesling-Hochgewδchs είναι περιορισμένη. Υπό τις συνθήκες αυτές, ουδόλως προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εφετείο στην κύρια δίκη δεν δέχθηκαν, βάσει νομικών και μόνον ισχυρισμών, ότι αποδείχθηκε κάτι περισσότερο από ένας in abstracto κίνδυνο συγχύσεως. Για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να περιορίσει την καλόπιστη και παραδοσιακή χρήση αναγνωρισμένης ονομασίας, ιδίως εφόσον αυτή προστατεύεται ως εμπορικό σήμα. Κατά συνέπεια, εάν μια οργάνωση προστασίας των καταναλωτών όπως η ενάγουσα επιθυμεί την απαγόρευση της εν λόγω ορθής χρήσεως ενός σήματος, πρέπει να προσκομίσει αποδείξεις, είτε καλώντας εμπειρογνώμονες είτε διεξάγοντας κατάλληλες αναλύσεις της αγοράς είτε κατ' άλλο τρόπο, περί του ότι το σήμα μπορεί πράγματι να προκαλέσει σύγχυση στα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται.
37 Κατά συνέπεια, νομίζω ότι ο κίνδυνος συγχύσεως που προκαλεί in abstracto η χρήση ενός σήματος επί φιαλών αφρωδών οίνων δεν αρκεί, αφεαυτού, για να θεμελιώσει τη δυνατότητα εφαρμογής της απαγορεύσεως του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού περί αφρωδών οίνων.
Β - Το δεύτερο ερώτημα
38 Ενόψει της απαντήσεως την οποία πρότεινα στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου ερωτήματος.
IV - Πρόταση
39 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Bundesgerichtshof την ακόλουθη απάντηση:
«Δεν αρκεί για την εφαρμογή της απαγορεύσεως του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2333/92, της 13ης Ιουλίου 1992, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με την περιγραφή και την παρουσίαση των αφρωδών οίνων και αεριούχων αφρωδών οίνων, το ότι μια λέξη που αποτελεί μέρος σήματος το οποίο χρησιμοποιείται για την περιγραφή αφρώδους οίνου (στην υπό κρίση περίπτωση Hochgewδchs) μπορεί, in abstracto, να εκληφθεί ως μέρος της περιγραφής οίνου (εν προκειμένω Riesling-Hochgewδchs), ο οποίος δεν χρησιμοποιήθηκε για τη σύσταση του βασικού προϋόντος του εν λόγω αφρώδους οίνου.»
(1) - Η διάταξη αυτή περιελήφθη αρχικά στην WeinVO στις 29 Ιουλίου 1986 και κατέστη το άρθρο 34 μετά την έκδοση της νέας WeinVO της 9ης Μαου 1995 (BGBl. Ι, σ. 630).
(2) - ΕΕ L 231, σ. 9.
(3) - ΕΕ L 232, σ. 13.
(4) - ΕΕ L 309, σ. 1.
(5) - Κανονισμός (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για τις ειδικές διατάξεις που αφορούν τους οίνους ποιότητας που παράγονται σε καθορισμένες περιοχές (ΕΕ L 84, σ. 59).
(6) - ΕΕ L 250, σ. 17.
(7) - Η μνεία των «προσώπων στα οποία απευθύνονται [η περιγραφή και η παρουσίαση]» σημαίνει ότι το άρθρο 13 δεν περιορίζεται στους καταναλωτές. Πράγματι, σε ορισμένες περιστάσεις, η φερόμενη σύγχυση μπορεί, για παράδειγμα, να αφορά επιχειρηματίες, αλλά θεωρώ απίθανο ότι η χρήση ενός σήματος μπορεί να προκαλέσει στα πρόσωπα αυτά σύγχυση σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει με τους τελικούς καταναλωτές.
(8) - Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής ορίζει την παραπλανητική διαφήμιση ως εξής: «κάθε διαφήμιση που με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της παρουσίασής της, παραπλανά ή ενδέχεται να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ή στων οποίων τη γνώση περιέρχεται και που, εξαιτίας του απατηλού χαρακτήρα της, είναι ικανή να επηρεάσει την οικονομική τους συμπεριφορά ή που, για τους λόγους αυτούς, βλάπτει ή ενδέχεται να βλάψει έναν ανταγωνιστή».
(9) - Απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995, C-456/93 (Συλλογή 1995, σ. Ι-1737).
(10) - Με την απόφαση της 5ης Ιουλίου 1995, C-46/94, Voisine (Συλλογή 1995, σ. Ι-1859), το Δικαστήριο έκρινε (σκέψη 28) ότι «οι όροι του άρθρου 40, παράγραφος 2, του [κανονισμού του 1989] (...) είναι κατ' ουσίαν παρόμοιοι προς τους προβλεπομένους στα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 13 του κανονισμού 3309/85, για τους v.m.q.p.r.d.» [κανονισμός (ΕΟΚ) 3309/85 του Συμβουλίου, της 18ης Νοεμβρίου 1985, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με την περιγραφή και την παρουσίαση αφρωδών οίνων και αεριούχων αφρωδών οίνων (ΕΕ L 320, σ. 9)], ο οποίος κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό περί αφρωδών οίνων ο οποίος έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.
(11) - Aπόφαση επί της υποθέσεως Langguth, προπαρατεθείσα, σκέψη 28.
(12) - Σκέψη 29.
(13) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-4973, σκέψη 78).
(14) - Δεν νομίζω επίσης ότι η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1981, 56/80, Weigand (Συλλογή 1981, σ. 583), επιρρωννύει την άποψη της ενάγουσας. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο έπρεπε να καθορίσει αν μπορούσε να προκληθεί σύγχυση, ενόψει του κανονισμού (ΕΟΚ) 355/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, ο οποίος θεσπίζει τους γενικούς κανόνες για την περιγραφή και την παρουσίαση οίνων και γλευκών σταφυλής (OJ 1979, L 54, σ. 99), και καταργήθηκε με τον κανονισμό 1989, στην περίπτωση κατά την οποία ένας έμπορος οίνων χρησιμοποιούσε ως περιγραφές στις ετικέτες και στη διαφήμιση δύο από τους οίνους του σήματα τα οποία υποδήλωναν ότι οι επίμαχοι οίνοι προέρχονταν από ορισμένες οινοπαραγωγικές περιοχές της Γερμανίας οι οποίες, στην πραγματικότητα, δεν υφίσταντο. Ενόψει των συνθηκών της υποθέσεως εκείνης, η Weigand υποστήριξε ότι τα σήματα δεν προκαλούσαν σύγχυση. Πάντως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια της συγχύσεως δεν κάλυπτε μόνον τη σύγχυση «υπό τη στενή έννοια του όρου αλλά ακόμη και τη χρήση κάθε είδους παραπλανητικών ενδείξεων»· σκέψη 19. Αντιθέτως, η παρούσα υπόθεση δεν αφορά το περιεχόμενο της έννοιας της συγχύσεως αλλά τον βαθμό συγχύσεως που πρέπει να αποδειχθεί.
(15) - Υπόθεση C-46/94, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10.
(16) - Σημείο 2 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Elmer.
(17) - Ο γενικός εισαγγελέας Elmer υιοθέτησε επίσης την άποψη ότι οι σχετικές διακοσμήσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 38, παράγραφος 1, του κανονισμού του 1989· βλ. σημείο 12 των προτάσεών του. Περαιτέρω, εξέτασε αν η εν λόγω σήμανση μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση υπό την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 2, του κανονισμού εκείνου. Ενώ δέχθηκε ότι η ένδειξη που περιελάμβανε η σήμανση μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση, θεώρησε ότι «είναι εξαιρετικά δυσχερές να συναχθούν γενικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις ενδείξεις που είναι ικανές να παραπλανήσουν ή να δημιουργήσουν σύγχυση, κατ' αντιδιαστολή προς αυτές που δεν είναι» και, κατά συνέπεια, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση «εξαρτάται τελικά από τη συγκεκριμένη εκτίμηση της εκάστοτε περιπτώσεως»· σημείο 14.
(18) - Ο ορισμός της παραπλανητικής διαφημίσεως που διατυπώνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής παρατίθεται στην υποσημείωση 8 ανωτέρω.
(19) - Απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 1992, C-373/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-131).
(20) - Ibidem, σκέψη 15.
(21) - Βλ. απόφαση της 6ης Ιουλίου 1995, C-470/93, Mars (Συλλογή 1995, σ. Ι-1923, σκέψη 24). Το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα κατά πόσο συνάδει προς το άρθρο 30 η απαγόρευση της διαθέσεως στο εμπόριο εισαγομένων πλακών σοκολάτας με παγωτό, μεταξύ άλλων, λόγω της δυνάμει παραπλανητικής παρουσιάσεως στη συσκευασία της αυξήσεως του μεγέθους των πλακών κατά τη διάρκεια διαφημιστικής εκστρατείας· το χρωματισμένο με διαφορετικό χρώμα τμήμα της συσκευασίας που φέρει την ένδειξη +10 % ήταν πολύ μεγαλύτερο του 10 % της συνολικής επιφάνειας της συσκευασίας. Ξωρίς ιδιαίτερη δυσκολία απέρριψε τον ισχυρισμό ότι «μη αμελητέος αριθμός καταναλωτών» θα οδηγούνταν να «πιστεύσει με τη συσκευασία αυτή ότι η αύξηση είναι σημαντικότερη απ' ό,τι προβάλλεται» (σκέψη 22) και, συνακολούθως, έκρινε ότι: «θεωρείται ότι οι έχοντες φυσιολογική ενημέρωση καταναλωτές γνωρίζουν ότι δεν υφίσταται οπωσδήποτε σύνδεσμος μεταξύ του μεγέθους των σχετικών με την αύξηση της ποσότητας του προϋόντος διαφημιστικών ενδείξεων και της σημασίας της αυξήσεως αυτής».
(22) - Απόφαση της 22ας Ιουνίου 1994, C-9/93 (Συλλογή 1994, σ. Ι-2789).
(23) - Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1993, C-317/91 (Συλλογή 1993, σ. Ι-6227, σκέψη 32).
(24) - Ibidem, σκέψη 19.
(25) - Πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1).
(26) - Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1997, C-251/95 (Συλλογή 1997, σ. Ι-6191).
(27) - Ibidem, σκέψη 22.
(28) - Σκέψη 23.
(29) - Ibidem.
(30) - Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, C-210/96, Gut Springenheide κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. Ι-4657).
(31) - Βλ. άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο εε, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1907/90 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με ορισμένες προδιαγραφές εμπορίας για τα αβγά (ΕΕ L 173, σ. 5).
(32) - Απόφαση επί της υποθέσεως Gut Springenheide και Tusky, σκέψη 14.
(33) - Ibidem, σκέψη 31.
(34) - Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1996, C-313/94 (Συλλογή 1996, σ. Ι-6039).
(35) - Ibidem, σκέψη 22.
Full & Egal Universal Law Academy