Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τριών προδικαστικών ερωτημάτων που έθεσε το σουηδικό Stockholms Tingsrδtt. Τα ερωτήματα αυτά εγείρουν τρία σημαντικά ζητήματα τα οποία σχετίζονται πρώτον, με τα όρια της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, δεύτερον, με τις δεσμεύσεις που συνεπάγεται η Συμφωνία ΕΟΞ (1) στα κράτη της ΕΖΕΣ και τρίτον, με τη διαχρονική εφαρμογή των κανόνων του κοινοτικού δικαίου.
II - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
2 Η Ulla-Briht Andersson και η Susanne Wεkerεs-Andersson (στο εξής: οι ενάγουσες) ήσαν μισθωτοί της εταιρίας Aktiebolaget Kinna Installationsbyrε (στο εξής: εταιρία) η οποία πτώχευσε στις 17 Νοεμβρίου 1994, δηλαδή σε χρόνο πριν από την ένταξη της Σουηδίας στην Κοινότητα. Ο σύνδικος της πτωχεύσεως απέρριψε αίτημα των εναγουσών για καταβολή εγγυημένου μισθού, με το αιτιολογικό ότι αυτές ήσαν στενοί συγγενείς (σύζυγος και μητέρα) του αποκλειστικού κυρίου του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας· ως εκ τούτου, βάσει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, δεν εδικαιούντο αποζημιώσεως. Οι ενάγουσες άσκησαν αγωγή αποζημιώσεως κατά του σουηδικού δημοσίου προβάλλοντας ότι το τελευταίο υποχρεούται να τους αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστησαν λόγω του ότι αυτό παρέβη την υποχρέωσή του να θέσει σε εφαρμογή την οδηγία 80/987/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (2) (στο εξής: οδηγία), η οποία περιλαμβάνεται στη Συμφωνία ΕΟΞ. Επικαλούνται ειδικότερα τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου που διατύπωσε το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στην απόφασή του επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-6/90 και C-9/90 (3), οι οποίες, κατά τις ενάγουσες, έχουν καταστεί μέρος της Συμφωνίας ΕΟΞ δυνάμει του άρθρου 6 αυτής. Θεωρούν δηλαδή ότι η ενλόγω συμφωνία τους παρέχει το ίδιο δικαίωμα αποζημιώσεως, λόγω ελλιπούς εφαρμογής της οδηγίας για την εγγύηση της καταβολής των μισθών, με το δικαίωμα που θα είχαν αν η Σουηδία ήταν μέλος της Ευρωπαϋκής Ενώσεως κατά το χρόνο της πτωχεύσεως του εργοδότη.
3 Η απόφαση για την πληρωμή των εγγυημένων μισθών εναπόκειται, κατά το σουηδικό δίκαιο, στην κρίση του συνδίκου της πτωχεύσεως. Δυνάμει του άρθρου 7 του lφnegarantilag, επιτρέπεται η πληρωμή αξιώσεων για την καταβολή του μισθού ή άλλης αμοιβής, όπου υπάρχει δικαίωμα προτιμήσεως δυνάμει του άρθρου 12 του fφrmεnsrδttslag. Το άρθρο αυτό - όπως ίσχυε κατά το χρόνο της πτωχεύσεως - ορίζει ότι ο εργαζόμενος, ο οποίος μόνος του ή από κοινού με στενό συγγενή του έχει την κυριότητα τουλάχιστον του 1/5 της επιχειρήσεως κατά χρόνο που απέχει λιγότερο των 6 μηνών από την υποβολή της αιτήσεως για την πτώχευση, δεν διαθέτει δικαίωμα προτιμήσεως. Το ίδιο ισχύει και όταν την κυριότητα του μεριδίου είχε στενός συγγενής του εργαζομένου.
4 Ας σημειωθεί ότι η Συμφωνία ΕΟΞ προβλέπει εξαιρέσεις από ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 80/987, ειδικά για τη Σουηδία. Εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, τόσον ο εργαζόμενος μισθωτός, όσο και οι δικαιούχοι λόγω του θανάτου του μισθωτού, ο οποίος, μόνος του ή μαζί με στενούς συγγενείς του, ήταν κύριος σημαντικού μέρους της επιχειρήσεως ή της εταιρίας του εργοδότη και είχε σημαντική επιρροή στις δραστηριότητές της.
Ωστόσο, όπως παρατηρεί το δικαστήριο της παραπομπής, αν οι σουηδικοί κανόνες περί της εγγυήσεως της καταβολής των μισθών είχαν εναρμονισθεί με την αντίστοιχη κοινοτική οδηγία, καθώς και με τις εξαιρέσεις από την οδηγία αυτή που προβλέπει για τη Σουηδία, θα είχε αναγνωρισθεί στις ενάγουσες το δικαίωμα να λάβουν αποζημίωση για τους μη καταβληθέντες μισθούς. Οι ενάγουσες δεν ανήκαν στην κατηγορία εργαζομένων που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, δεδομένου ότι δεν είχαν την κυριότητα, μόνες τους ή μαζί με στενούς συγγενείς τους, σημαντικού μέρους της επιχειρήσεως του εργοδότη ούτε είχαν σημαντική επιρροή στις δραστηριότητές της. Το γεγονός ότι ένας στενός συγγενής τους ήταν κύριος σημαντικού μέρους της επιχειρήσεως δεν τους απέκλειε de jure το δικαίωμα να λάβουν αποζημίωση βάσει της οδηγίας, έστω και με τους περιορισμούς που επετράπησαν στη Σουηδία. Επομένως, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η άρνηση του συνδίκου να καταβάλει εγγυημένους μισθούς δεν είναι σύμφωνη με τους κανόνες της οδηγίας, όπως αυτή έχει ενσωματωθεί στη Συμφωνία ΕΟΞ. Ποια είναι η συνέπεια της διαπίστωσης αυτής; Οι ενάγουσες μπορούν να αξιώσουν αποζημίωση από το Σουηδικό Κράτος, επικαλούμενες τη μη συμμόρφωσή του προς τις επιταγές της Συμφωνίας ΕΟΞ;
5 Το σουηδικό δημόσιο αρνείται τη βασιμότητα της αγωγής ισχυριζόμενο ότι πριν από την προσχώρηση της Σουηδίας στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση δεν υφίστατο υποχρέωσή του να μεριμνά για τη συμφωνία του εθνικού δικαίου με το αντίστοιχο κοινοτικό, η παραβίαση της οποίας συνεπάγεται αξίωση αποζημιώσεως δυναμένη να επιδιωχθεί ενώπιον σουηδικού δικαστηρίου.
III - Τα προδικαστικά ερωτήματα
6 Το δικαστήριο της παραπομπής υποβάλλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
"1) αΕχει το άρθρο 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ την έννοια ότι οι γενικές αρχές του δικαίου, τις οποίες το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων διατύπωσε, μεταξύ άλλων, με την απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-6/90 και C-9/90, κατέστησαν τμήμα του δικαίου περί ΕΟΞ και, ως εκ τούτου, ένα κράτος μπορεί να έχει ευθύνη προς αποζημίωση έναντι ιδιώτη λόγω του ότι δεν μετέφερε ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (στο εξής: οδηγία για την εγγύηση της καταβολής των μισθών), κατά το χρόνο που το κράτος μετείχε απλώς στη Συμφωνία ΕΟΞ και δεν είχε προσχωρήσει στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: έχει το άρθρο 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ την έννοια ότι η οδηγία για την εγγύηση της καταβολής των μισθών και οι γενικές αρχές του δικαίου, τις οποίες το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων διατύπωσε, μεταξύ άλλων, με την απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-6/90 και C-9/90, υπερτερούν του εθνικού δικαίου, εφόσον το κράτος δεν μετέφερε ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο την προαναφερθείσα οδηγία;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: συνεπάγεται η προσχώρηση ενός κράτους στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση ότι η οδηγία για την εγγύηση της καταβολής των μισθών και οι γενικές αρχές του δικαίου, τις οποίες το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων διατύπωσε με την απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-6/90 και C-9/90, υπερτερούν του εθνικού δικαίου, ακόμη και σε σχέση με πραγματικά περιστατικά τα οποία επήλθαν κατά τον χρόνο που το κράτος μετείχε απλώς στη Συμφωνία ΕΟΞ, αλλά πριν την προσχώρηση στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση, εφόσον το κράτος δεν μετέφερε ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο την προαναφερθείσα οδηγία;"
IV - Οι εφαρμοστέες διατάξεις
7 Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ,
«Με την επιφύλαξη των μελλοντικών εξελίξεων της νομολογίας, εφόσον οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας είναι κατ' ουσίαν ταυτόσημες με τους αντίστοιχους κανόνες της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϋκής Κοινότητας ςΑνθρακα και Ξάλυβα και με τις πράξεις που εγκρίνονται κατ' εφαρμογήν αυτών των δύο Συνθηκών, ερμηνεύονται, κατά τη θέση σε ισχύ και την εφαρμογή τους σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που έχουν εκδοθεί πριν από την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας.»
8 Σύμφωνα με το άρθρο 7 της Συμφωνίας ΕΟΞ,
«Οι πράξεις που αναφέρονται ή που περιέχονται στα παραρτήματα της παρούσας συμφωνίας ή στις αποφάσεις της Μικτής επιτροπής του ΕΟΞ είναι δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη και αποτελούν ή θα αποτελέσουν τμήμα της εσωτερικής τους έννομης τάξης, ως εξής:
α) (...)
β) μια πράξη που αντιστοιχεί σε οδηγία ΕΟΚ παρέχει τη δυνατότητα στις αρχές των συμβαλλομένων μερών να επιλέγουν τον τύπο και τα μέσα εφαρμογής.»
9 Το πρωτόκολλο 34 της Συμφωνίας ΕΟΞ, σχετικά με τη δυνατότητα των δικαστηρίων των κρατών της ΕΖΕΣ να ζητούν από το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων να αποφασίζει όσον αφορά την ερμηνεία των κανόνων του ΕΟΞ που αντιστοιχούν σε κοινοτικούς κανόνες, ορίζει ότι:
«ιΑρθρο 1
οΟταν ανακύπτει θέμα ερμηνείας των διατάξεων της συμφωνίας, οι οποίες είναι κατ' ουσία ταυτόσημες με τις διατάξεις των συνθηκών για την ίδρυση των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν, ή των πράξεων που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογήν τους, σε υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου κράτους της ΕΖΕΣ, το εν λόγω δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, εάν το θεωρεί αναγκαίο, να ζητήσει από το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων να αποφασίσει επί του θέματος.
ςΑρθρο 2
Κράτος της ΕΖΕΣ που προτίθεται να κάνει χρήση του παρόντος πρωτοκόλλου, οφείλει να κοινοποιήσει στον Θεματοφύλακα και στο Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων την έκταση και τον τρόπο εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου στα δικαστήριά του.»
10 Το πρωτόκολλο 35 της Συμφωνίας ΕΟΞ, σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων του ΕΟΞ, αναφέρει ότι:
«ιΑρθρο μόνο
Για τις περιπτώσεις που είναι δυνατόν να συγκρουστούν εφαρμοστέοι κανόνες του ΕΟΞ με άλλες νομοθετικές διατάξεις, τα κράτη της ΕΖΕΣ αναλαμβάνουν την υποχρέωση να θεσπίσουν, εάν χρειαστεί, νομοθετική διάταξη σύμφωνα με την οποία, σ' αυτές τις περιπτώσεις υπερισχύουν οι κανόνες του ΕΟΞ.»
11 Δυνάμει του παραρτήματος XVIII της Συμφωνίας ΕΟΞ, σημείο 24, η οδηγία 80/987 είναι υποχρεωτική για τα κράτη της ΕΖΕΣ. Για τους σκοπούς της Συμφωνίας ΕΟΞ, οι διατάξεις της οδηγίας προσαρμόσθηκαν ειδικώς για τη Σουηδία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας «ο εργαζόμενος μισθωτός ή οι επιζώντες εργαζομένου μισθωτού, ο οποίος, μόνος του ή μαζί με τους στενούς συγγενείς του, ήταν ιδιοκτήτης σημαντικού μέρους της επιχείρησης ή της εταιρίας του εργοδότη και είχε σημαντική επιρροή στις δραστηριότητές της».
V - Επί του παραδεκτού του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
12 Οι εκπρόσωποι της Σουηδίας, με την ιδιότητα του διαδίκου στην κύρια δίκη και του παρεμβαίνοντος στην παρούσα δίκη, οι κυβερνήσεις της Νορβηγίας και της Ισλανδίας, καθώς και η Επιτροπή εγείρουν ζήτημα αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου για την εξέταση του πρώτου και του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος. Πρέπει, καταρχάς, να τονισθεί ότι τα ερωτήματα αυτά δεν αναφέρονται ευθέως στην ερμηνεία του περιεχομένου της οδηγίας 80/987 ή στην επεξήγηση της νομολογίας Francovich, αλλά στις συνέπειες που επιφέρει για ένα κράτος της ΕΖΕΣ, όπως είναι η Σουηδία από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλει η Συμφωνία ΕΟΞ. Μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει ένα τέτοιο ζήτημα και μάλιστα υπό το πρίσμα του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ;
Α - Ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντά σε προδικαστικά ερωτήματα
13 Η εξέταση μιας διάταξης διεθνούς συμφωνίας, όπως είναι το άρθρο 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ, μέσω της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης, είναι καταρχήν νοητή εάν ο απώτερος σκοπός του δικαστικού έργου συνίσταται στην ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξης· στην περίπτωση αυτή, το κείμενο του διεθνούς δικαίου αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξης (4).
14 Τα κρίσιμα προς απάντηση προδικαστικά ερωτήματα δεν εντάσσονται στην ανωτέρω κατηγορία. Αφορούν αμιγώς το ειδικό πλαίσιο των εννόμων σχέσεων που δημιουργεί εκτός κοινοτικής έννομης τάξης μια διεθνής συνθήκη, ήτοι η Συμφωνία ΕΟΞ, η οποία, κατά τον κρίσιμο χρόνο του πραγματικού της κυρίας διαφοράς, δεν συνιστούσε κοινοτικό κανόνα, ειδικώς για τη Σουηδία. Η διαφορά είναι λεπτή αλλά σημαντική. Οι κανονιστικές διατάξεις και οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου τις οποίες επικαλείται ο δικαστής της παραπομπής δεν πρόκειται να εφαρμοσθούν εντός της κοινοτικής έννομης τάξης· θα ενεργοποιηθούν, ενδεχομένως, στο χώρο ενός άλλου δικαιικού μορφώματος, το οποίο έχει δημιουργηθεί με τη Συμφωνία ΕΟΞ, και, σε κάθε περίπτωση, εντός της έννομης τάξης ενός κράτους το οποίο δεν ανήκε κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο στην νΕνωση (5).
15 Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο, στη γνωμοδότηση 1/91 (6), επί του υποβληθέντος ενώπιόν του αρχικού σχεδίου της Συμφωνίας ΕΟΞ, εντοπίζει τις διαφορές μεταξύ του κοινοτικού νομικού φαινομένου και της ενλόγω Συμφωνίας στην ιδιαιτερότητα της κοινοτικής έννομης τάξης, «οι σκοποί της οποίας βαίνουν πέραν του σκοπού της συμφωνίας» (7). Από τη γνωμοδότηση αυτή - την οποία θα αναλύσω ενδελεχώς στη συνέχεια - συνάγεται σαφώς ότι τα κράτη μέλη της ΕΖΕΣ δεν εντάσσονται στην κοινοτική έννομη τάξη μόνον εκ του ότι ανήκουν στον ΕΟΞ.
α. Η νομολογία Dzodzi
16 Ωστόσο, οι ανωτέρω διαπιστώσεις δεν αρκούν από μόνες τους για να θεμελιώσουν την άρνηση του Δικαστηρίου να απαντήσει, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα. Ο κοινοτικός δικαστής δέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να εξετάσει στην ουσία τους ερωτήματα τα οποία αφορούν μεν την ερμηνεία κοινοτικού κανόνα, διατυπώνονται όμως στο πλαίσιο διαφορών που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Θεωρώ απαραίτητο να παραθέσω τα βασικά σημεία της νομολογίας αυτής. Κοινό σημείο των κρισίμων αποφάσεων του Δικαστηρίου είναι ότι αναφέρονται σε υποθέσεις στις οποίες έχουν εφαρμογή αμιγώς εθνικές διατάξεις (8) που παραπέμπουν στο κοινοτικό δίκαιο ή επαναλαμβάνουν το περιεχόμενό του· οι διατάξεις αυτές αντικατοπτρίζουν την επιθυμία του εθνικού νομοθέτη να επιφυλάξει στα υποκείμενα δικαίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των την ίδια μεταχείριση με εκείνη που εξασφαλίζει η κοινοτική έννομη τάξη.
17 Ειδικότερα, στις υποθέσεις Thomasdόnker (9) και Gmurzynska (10) ζητείτο η ερμηνεία διατάξεων του κοινού δασμολογίου στις οποίες είχε παραπέμψει ρητώς ή των οποίων αναπαρήγαγε το περιεχόμενο η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία.
Στην υπόθεση Dzodzi (11), ο εθνικός δικαστής ζήτησε την αρωγή του Δικαστηρίου στο πλαίσιο διαφοράς, στην οποία καλείτο να εφαρμόσει μια ρύθμιση του βελγικού δικαίου σύμφωνα με την οποία, η σύζυγος Bέλγου υπηκόου πρέπει να τυγχάνει της μεταχειρίσεως που θα δικαιούνταν αν ο σύζυγός της ήταν υπήκοος ενός κράτους μέλους της Κοινότητας· διερωτάτο λοιπόν αν μια υπήκοος του Τόγκο, χήρα Βέλγου υπηκόου, θα είχε το δικαίωμα να διαμένει στο Βέλγιο αν ο σύζυγός της ήταν υπήκοος ενός άλλου κράτους μέλους.
Στην υπόθεση Kleinwort Benson (12) αγγλικό δικαστήριο ζήτησε την ερμηνεία διάταξης της Συμβάσεως των Βρυξελλών διότι επρόκειτο να εφαρμόσει εθνικό νόμο ο οποίος είχε συνταχθεί με πρότυπο τη Σύμβαση αυτή, προέβλεπε δε ότι για τον προσδιορισμό της έννοιας ή του αποτελέσματος κάποιας από τις κρίσιμες διατάξεις του «πρέπει να γίνεται αναφορά σε κάθε ασκούσα αρχή που έχει καθιερωθεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων αναφορικά με τον τίτλο ΙΙ της Συμβάσεως (των Βρυξελλών) του 1968 και σε κάθε ασκούσα επιρροή απόφαση του Δικαστηρίου αυτού σχετικά με την έννοια ή το αποτέλεσμα οποιασδήποτε διατάξεως του τίτλου αυτού».
Στην απόφαση Fournier (13) το Δικαστήριο ερμήνευσε τον όρο «συνήθης στάθμευση» μιας κοινοτικής οδηγίας, η οποία δεν επρόκειτο μεν να εφαρμοσθεί στην κύρια διαφορά, διατάξεις της όμως επαναλαμβάνονταν κατά γράμμα σε ιδιωτική συμφωνία μεταξύ κεντρικών γραφείων ασφαλιστικών εταιριών· την ενλόγω συμφωνία καλείτο να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει ο εθνικός δικαστής.
Τέλος, στις υποθέσεις Leur-Bloem (14) και Giloy (15) ζητήθηκε από το Δικαστήριο η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως για την ερμηνεία οδηγιών με φορολογικό και τελωνειακό περιεχόμενο οι οποίες δεν επρόκειτο να εφαρμοσθούν μεν στην κύρια διαφορά, η εφαρμοστέα όμως εθνική νομοθεσία παρέπεμπε σε αυτές.
18 Με εξαίρεση την υπόθεση Kleinwort Benson, στις υπόλοιπες περιπτώσεις το Δικαστήριο εξήτασε τα τεθέντα προδικαστικά ερωτήματα. Ξαρακτηριστικό μάλιστα είναι ότι έλαβε τη θέση αυτή παρά τις αντίθετες προτάσεις των γενικών εισαγγελέων.
Στην υπόθεση Thomasdόnger, ο γενικός εισαγγελέας κ. F. Mancini είχε καταλήξει στην αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου να δώσει απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα για το λόγο ότι θα κατέληγε εμμέσως στην εκτίμηση εσωτερικών κανόνων.
Για τις υποθέσεις Dzodzi και Gmurzynska, ο γενικός εισαγγελέας κ. Darmon στήριξε την αρνητική του θέση στον κίνδυνο υποβιβασμού του έργου του Δικαστηρίου που δημιουργεί η διατύπωση μη δεσμευτικών γνωμών μέσα σε ένα πλαίσιο στο οποίο ο εθνικός δικαστής είναι πάντοτε ελεύθερος να τις παρακάμψει.
Ο γενικός εισαγγελέας κ. G. Tesauro πρότεινε στο πλαίσιο της υποθέσεως Kleinwort Benson, την οριστική εγκατάλειψη της νομολογίας Dzodzi υποστηρίζοντας ότι, παρά τα όσα είχαν γίνει νομολογιακώς δεκτά μέχρις εκείνη τη στιγμή, η διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 177 της Συνθήκης, πρώτον, δεν φαίνεται να εξυπηρετεί την αναγκαιότητα ομοιόμορφης ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου - στην οποία πρωτίστως πρέπει να αποσκοπεί ο μηχανισμός του προδικαστικού ερωτήματος -, δεύτερον, θέτει σε κίνδυνο το δεσμευτικό χαρακτήρα των αποφάσεων του ΔΕΚ και τρίτον, ελέγχεται ευθέως ως προς το κατά πόσον είναι χρήσιμη για τον εθνικό δικαστή. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η νομολογία Dzodzi «προδίδει, από την άποψη της γενικής θεωρίας του δικαίου, τη λογική του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής καταλήγοντας απλώς - γιατί να αποφύγουμε τους χαρακτηρισμούς; - σε καθαρή καταστρατήγηση διαδικασίας» (16).
Από την πλευρά του, ο γενικός εισαγγελέας κ. F. Jacobs, στις προτάσεις του επί των υποθέσεων C-28/95 και C-130/95, ενστερνίζεται τις αντιρρήσεις που είχαν διατυπώσει στο παρελθόν οι προηγούμενοι γενικοί εισαγγελείς. Αμφισβητεί, καταρχάς, τον τρόπο με τον οποίο ο σκοπός της διασφάλισης της ομοιόμορφης εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας σε όλα τα κράτη μέλη εξυπηρετείται στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο αποφαίνεται επί διαφορών με αντικείμενο κοινοτική διάταξη την οποία ένα κράτος μέλος έχει δανεισθεί και μεταφέρει σε μη κοινοτικό πλαίσιο (17)· στις περιπτώσεις αυτές «ο κίνδυνος όσον αφορά την ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στο οικείο κράτος είναι το πολύ πολύ έμμεσος και παροδικός» (18). Αντιθέτως, κατά τον γενικό εισαγγελέα, όταν το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει κοινοτικό κανόνα εκτός του πλαισίου στο οποίο αυτός εντάσσεται, «υπάρχει ο κίνδυνος το Δικαστήριο όχι μόνο να μη λάβει υπόψη όλα τα ασκούντα επιρροή στοιχεία αλλά και να οδηγηθεί σε πλάνη από εξωτερικούς παράγοντες» (19). Εξάλλου, έστω και αν το Δικαστήριο δώσει την ορθή ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, ενόψει μιας διαφοράς μη εντασσόμενης σε κοινοτικό πλαίσιο, «δεν είναι βέβαιο ότι η απόφαση του Δικαστηρίου θα είναι χρήσιμη για την επίλυση της σχετικής διαφοράς» (20). Τέλος, αφού επισημαίνει και άλλες θεωρητικής και πρακτικής φύσεως δυσχέρειες όσον αφορά την κατά τα ανωτέρω διασταλτική εφαρμογή του άρθρου 177, συμπεραίνει «ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφαίνεται μόνο σε υποθέσεις που είναι γνωστό το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η διαφορά και όπου το πλαίσιο αυτό ρυθμίζεται από τον κοινοτικό κανόνα», διότι η άποψη αυτή «είναι η μόνη συνεπής προς τις αρχές του δικαίου και προς τον επιδιωκόμενο από το άρθρο 177 σκοπό» (21).
19 Εκ πρώτης όψεως, το Δικαστήριο δεν φαίνεται να επηρεάσθηκε από το σκεπτικισμό των προτάσεων των γενικών εισαγγελέων. Νομίζω ωστόσο ότι μία βαθύτερη ανάλυση των προμνησθεισών αποφάσεών του αποκαλύπτει, όχι βέβαια την εγκατάλειψη, αλλά τη συρρίκνωση του πεδίου της νομολογίας Dzodzi ή εν πάση περιπτώσει, τη σταδιακή θέσπιση αυστηρότερων προϋποθέσεων εφαρμογής της. Η ερμηνευτική επέμβαση του κοινοτικού δικαστή σε ένα χώρο ο οποίος καταχρηστικά και μόνο μπορεί να θεωρηθεί ότι παρουσιάζει άμεσο ενδιαφέρον για την κοινοτική έννομη τάξη, έχει γίνει δεκτή σε περιπτώσεις όπου ο εθνικός νομοθέτης επεκτείνει σε καθαρά εσωτερικές καταστάσεις, ρητώς, απευθείας και χωρίς όρους, αυτούσιες τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου με σκοπό την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων και την ενίσχυση της ομοιόμορφης εφαρμογής των κανόνων δικαίου, δεσμεύει δε τον εθνικό δικαστή να ακολουθεί την ερμηνεία του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, όταν η παραπομπή στον κοινοτικό κανόνα από τον εθνικό νομοθέτη δεν έχει την ανωτέρω πληρότητα και ένταση ούτε μεταφράζεται σε απόλυτη υποχρέωση του εθνικού δικαστή να ερμηνεύσει την εφαρμοστέα εθνική διάταξη με τον τρόπο που θα του υποδείξει εμμέσως ο κοινοτικός δικαστής, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
20 Εν συνόψει, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αναζητείται, καταρχήν, με βάση τους δύο ακρογωνιαίους λίθους του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής, ήτοι την αρχή της συνεργασίας μεταξύ εθνικού και κοινοτικού δικαστή και την αρχή της αναζήτησης της ορθής και ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου· ωστόσο σε ορισμένες περιπτώσεις, η αρμοδιότητα αυτή φαίνεται να υπερβαίνει το κατά τα ανωτέρω πλαίσιο και να εισέρχεται σε ένα χώρο ο οποίος δεν είναι σαφώς χαρτογραφημένος από τα κείμενα του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, στοχεύοντας στην ανάδειξη μιας άλλης προτεραιότητας, της εν γένει εναρμόνισης του δικαίου.
21 Η τελευταία αυτή παρατήρηση ενισχύεται σαφώς με την πρόσφατη απόφαση Hermes του Δικαστηρίου (22), η οποία αφορούσε την ερμηνεία της διεθνούς συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου, συμφωνία που έχει υπογραφεί από την Κοινότητα στο πλαίσιο της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου. Το Δικαστήριο έκρινε εαυτό αρμόδιο να ερμηνεύσει διατάξεις της ανωτέρω συμφωνίας, παρά το ότι δεν επρόκειτο να εφαρμοσθούν σε διαφορά του κοινοτικού δικαίου, διακηρύσσοντας ότι «όταν μία διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί τόσο σε καταστάσεις που εμπίπτουν στο εθνικό δίκαιο όσο και σε καταστάσεις που εμπίπτουν στο κοινοτικό δίκαιο, υφίσταται οπωσδήποτε κοινοτικό συμφέρον για ομοιόμορφη ερμηνεία της διατάξεως αυτής, ανεξάρτητα από τις συνθήκες υπό τις οποίες πρόκειται να εφαρμοσθεί, προκειμένου να αποφευχθούν στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις» (23).
β. Η νομολογία Dzodzi και η παρούσα υπόθεση
22 Δεν είναι του παρόντος η συνολική αποτίμηση της ανωτέρω νομολογίας και η διατύπωση γενικών - θετικών ή αρνητικών - κρίσεων επ' αυτής.
Ας σημειωθεί, πάντως, ότι αυτή η διεύρυνση του προδικαστικού έργου του Δικαστηρίου δεν αποτελεί πανάκεια για την προάσπιση και την ανάδειξη του κοινοτικού δικαίου.
Δεν θα ήταν κατά τη γνώμη μου ενδεδειγμένη η συστηματική προσφυγή στη νομολογία αυτή και η μετατροπή του Δικαστηρίου, έστω και προς χάριν της εναρμονίσεως των νομικών κανόνων ή της ίσης μεταχειρίσεως, σε κριτή της ομοιομορφίας εξωκοινοτικών διατάξεων προς το κοινοτικό δίκαιο. Η αναζήτηση της ομοιομορφίας αυτής ενδέχεται να λειτουργήσει σε βάρος του κοινοτικού δικαίου, ιδιαίτερα αν χάριν της εναρμονίσεως δεν εκτιμάται δεόντως η ιδιαιτερότητα και η μοναδικότητα του κοινοτικού νομικού φαινομένου. Ξαρακτηριστικό παράδειγμα του κινδύνου αυτού μας προσφέρει η παρούσα υπόθεση.
23 Σε κάθε περίπτωση, δεν χρειάζεται να επιχειρήσω την ανατροπή της νομολογίας Dzodzi για να θεμελιώσω τη θέση μου περί μη εξετάσεως των κρίσιμων προδικαστικών ερωτημάτων από το Δικαστήριο. Φρονώ ότι τα ερωτήματα αυτά δεν εμπίπτουν στο πεδίο της ενλόγω νομολογίας. Εξάλλου, δεν αναφέρονται ευθέως στην οδηγία 80/987 ή στη νομολογία Francovich αλλά θέτουν θέμα ερμηνείας του άρθρου 6, της Συμφωνίας ΕΟΞ σε συνδυασμό με την οδηγία 80/987 και τη νομολογία Francovich, αναζητώντας τον τρόπο εφαρμογής των ενλόγω γραπτών και νομολογιακών κοινοτικών ρυθμίσεων εκτός του πεδίου της κοινοτικής έννομης τάξης.
24 i) Η πρώτη μου αντίρρηση ως προς το σκόπιμο της απαντήσεως των κρίσιμων προδικαστικών ερωτημάτων, εντοπίζεται στη χρησιμότητα της αιτούμενης απαντήσεως. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σκοπός της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης είναι η παροχή απαντήσεως η οποία είναι χρήσιμη στο δικαστή της παραπομπής για την επίλυση της κύριας διαφοράς. Εξάλλου, ο κοινοτικός δικαστής, ακόμη και στο πλαίσιο της νομολογίας Dzodzi, αρνείται την εξέταση υποβληθέντων ερωτημάτων όταν «είναι πρόδηλο ότι η διάταξη του κοινοτικού δικαίου που καλείται να ερμηνεύσει το Δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμοσθεί» (24). Νομίζω πως η εξαίρεση αυτή συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, στο μέτρο που με τα τεθέντα προδικαστικά ερωτήματα επιχειρείται η μεταφορά των συστατικών στοιχείων της κοινοτικής έννομης τάξης στο δίκαιο κράτους το οποίο δεν έχει προσχωρήσει σε αυτή.
Εντούτοις, αν και ορθά, τα ανωτέρω επιχειρήματα δεν με ικανοποιούν μεθοδολογικά για δύο λόγους: πρώτον, τελικός κριτής της χρησιμότητας ενός προδικαστικού ερωτήματος θα πρέπει να θεωρείται ο εθνικός δικαστής· δεύτερον, η κρίση, σύμφωνα με την οποία οι κοινοτικές διατάξεις και η νομολογία που επικαλείται το σουηδικό δικαστήριο στην υπό εξέταση υπόθεση «είναι πρόδηλο» ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στην κύρια διαφορά, ερείδεται σε μία πρωθύστερη αντιμετώπιση των ζητημάτων του βασίμου ήδη κατά την αντιμετώπιση του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων. Με άλλα λόγια, για να διαπιστωθεί κατά πόσον η νομολογία Frankovich είναι «προδήλως» ανεφάρμοστη στο πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται το δικαστήριο της παραπομπής, είναι απαραίτητο να εξετασθεί η υπόθεση στην ουσία της. Η έγερση των ζητημάτων αυτών στο στάδιο του παραδεκτού, στο μέτρο που προϋποθέτει ολοκληρωμένη έρευνα του βασίμου, δεν δικαιολογείται ούτε για πρακτικούς λόγους.
25 ii) Μία δεύτερη αντίρρηση ως προς το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων εμφανίζει, κατά τη γνώμη μου, σαφώς μεγαλύτερη βαρύτητα. Τα τεθέντα στην υπό κρίση υπόθεση ερωτήματα διαφέρουν ως προς ένα σημαντικό σημείο από εκείνα που έτυχαν εξετάσεως από το Δικαστήριο μέσω της νομολογίας Dzodzi. Στην παρούσα υπόθεση, ο εθνικός δικαστής δεν ενδιαφέρεται για την ερμηνεία ενός κοινοτικού κανόνα, τον οποίο ο ίδιος θα μεταφέρει σε μία διαφορά γεννηθείσα εκτός της κοινοτικής έννομης τάξης, ακολουθώντας τις υποδείξεις και τα όρια που προβλέπει ο εφαρμοστέος στη διαφορά εκείνη εξωκοινοτικός κανόνας· μας ερωτά ευθέως για τον τρόπο, την έκταση και την ένταση με την οποία θα πρέπει να εφαρμόσει τους κοινοτικούς κανόνες εκτός της κοινοτικής έννομης τάξης. Το ζήτημα όμως αυτό δεν εμπίπτει στο πεδίο της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. υΟπως αναφέρεται ρητώς στην απόφαση Dzodzi, «η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται πάντως στην εξέταση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί, με την απάντησή του στο εθνικό δικαστήριο, να λάβει υπόψη τη γενική οικονομία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, οι οποίες, παραπέμποντας στο κοινοτικό δίκαιο, προσδιορίζουν και την έκταση της παραπομπής αυτής. Ο σεβασμός των ορίων που προέβλεψε ο εθνικός νομοθέτης όσον αφορά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε καθαρά εσωτερικές καταστάσεις, στις οποίες το κοινοτικό δίκαιο εφαρμόζεται μέσω του εθνικού νόμου, εμπίπτει στο εσωτερικό δίκαιο και, κατά συνέπεια, στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους μέλους» (25).
26 Από τη μεταφορά της ανωτέρω νομολογίας στην υπό κρίση υπόθεση συνάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα. Τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα δεν αφορούν την ερμηνεία της οδηγίας 80/987 ή την επεξήγηση της νομολογίας Francovich· εγείρουν το ζήτημα κατά πόσον μπορεί να εφαρμοσθεί η νομολογία Frankovich στην κύρια διαφορά, μέσα από την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ. Το άρθρο αυτό, όπως και όλη η Συμφωνία εξάλλου, έχουν διφυή χαρακτήρα, τόσο κοινοτικό, όσο και εξωκοινοτικό. Στο πλαίσιο που ενδιαφέρει τα ενλόγω προδικαστικά ερωτήματα, το κρίσιμο άρθρο δεν έχει κοινοτική φύση αλλά αποτελεί κανόνα διεθνούς συμφωνίας ο οποίος έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη της Σουηδίας με την ιδιότητά της ως κράτους της ΕΖΕΣ και όχι ως μέλους της ςΕνωσης, σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού και του δημοσίου διεθνούς δικαίου. Μόνος αρμόδιος να λάβει υπόψη του τη γενική οικονομία των διατάξεων του σουηδικού και του δημοσίου διεθνούς δικαίου ώστε να προσδιορίσει την έκταση και την ένταση με την οποία το άρθρο 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ - πάντοτε ως μη κοινοτικός κανόνας - αφομοιώνει το κοινοτικό δίκαιο (και ιδιαίτερα τις διατάξεις της οδηγίας 80/987 και της νομολογίας Francovich), είναι ο δικαστής της παραπομπής. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στο ζήτημα αυτό ούτε καν μέσω της νομολογίας Dzodzi.
27 Θα μπορούσε να αντικρούσει κανείς στην ανωτέρω συλλογιστική ότι υποτιμά την ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας του άρθρου 6, της Συμφωνίας ΕΟΞ, τη στιγμή μάλιστα που το άρθρο αυτό αποβλέπει ευθέως στη διαφύλαξη της ενιαίας ερμηνείας των κοινοτικών κανόνων. Πράγματι, διακηρύσσεται ρητώς στις προμνησθείσες αποφάσεις Leur-Bloem και Hermes ότι «όταν μία διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε καταστάσεις που εμπίπτουν στο εθνικό δίκαιο όσο και καταστάσεις που εμπίπτουν στο κοινοτικό δίκαιο», έχουν δηλαδή διφυή χαρακτήρα όπως ακριβώς το άρθρο 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ, «υφίσταται οπωσδήποτε κοινοτικό συμφέρον για ομοιόμορφη ερμηνεία της διατάξεως αυτής, ανεξάρτητα από τις συνθήκες υπό τις οποίες πρόκειται να εφαρμοσθεί, προκειμένου να αποφευχθούν στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις» (26). Επομένως, η κατά τα ανωτέρω προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία, η απάντηση στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, στο μέτρο που εκφεύγει από την κοινοτική έννομη τάξη και είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τη γενική οικονομία του δικαίου των κρατών της ΕΖΕΣ και του δημοσίου διεθνούς δικαίου, εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ασυμβίβαστη με τη φιλοσοφία που ενέπνευσε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Leur-Bloem και Hermes. Στις υποθέσεις εκείνες, η ανάγκη για ομοιόμορφη ερμηνεία αποτέλεσε επαρκή λόγο για τη θεμελίωση της ερμηνευτικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στην περίπτωση διφυούς (κοινοτικού και εξωκοινοτικού) κανόνα, παρά τις αναπόφευκτες αποκλίσεις στο επίπεδο της εφαρμογής του ερμηνευόμενου κανόνα.
28 Κατά τη γνώμη μου όμως, οι θέσεις του Δικαστηρίου στις ανωτέρω αποφάσεις δεν είναι ασυμβίβαστες με την προτεινόμενη για την παρούσα υπόθεση λύση. Ας υπομνησθεί, καταρχάς, ότι ο στόχος της επιτεύξεως ομοιόμορφης ερμηνείας δεν είναι απόλυτος. Ο κοινοτικός δικαστής κατανοεί πλήρως τα όρια της προσπάθειας για ερμηνευτική εναρμόνιση και για το λόγο αυτό αρνείται να υπεισέλθει στην εξέταση του τρόπου και των ορίων εφαρμογής των κανόνων που καλείται να ερμηνεύσει σε πεδίο εκτός της κοινοτικής έννομης τάξης. Περαιτέρω, είναι απαραίτητο να τονισθεί η ιδιαιτερότητα της παρούσας υπόθεσης: τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα δεν αφορούν μόνο την ερμηνευτική απόδοση μιας διατάξεως με διφυή (κοινοτικό και εξωκοινοτικό) χαρακτήρα, δηλαδή του άρθρου 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ· θέτουν ευθέως το ζήτημα του τρόπου και των συνεπειών εφαρμογής της ενλόγω διάταξης σε μία έννομη τάξη εκτός της κοινοτικής. Η διαπλοκή αυτή μεταξύ ερμηνείας και εφαρμογής αρκεί για να θεμελιώσει την αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
Με άλλα λόγια, ο κοινοτικός δικαστής έχει μεν δεχθεί σε οριακές περιπτώσεις να ερμηνεύσει διατάξεις των οποίων η εφαρμογή εκτός της κοινοτικής έννομης τάξης ενδέχεται να μην είναι η ίδια με εκείνη εντός αυτής· δεν μπορεί όμως να ασκήσει το ερμηνευτικό του έργο μέσα από τη διαδικαστική οδό του άρθρου 177 της Συνθήκης σε περιπτώσεις όπου το τιθέμενο ερμηνευτικό ζήτημα ταυτίζεται στην πραγματικότητα με τον προσδιορισμό του τρόπου εφαρμογής ενός ή περισσότερων κοινοτικών κανόνων σε χώρο εκτός του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Για τον λόγο αυτό, ειδικώς στο πλαίσιο της επίδικης διαφοράς, δεν πρέπει να εξετασθεί ερμηνευτικά το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΟΞ υπό την οπτική γωνία υπό την οποία ζητείται η ερμηνεία του με τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα.
29 iii) Η ανωτέρω συλλογιστική παρουσιάζει το χαρακτηριστικό ότι εμποδίζει μεν την εξέταση των δύο πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων στην παρούσα υπόθεση, δεν αποκλείει όμως στο μέλλον την ενεργοποίηση της νομολογίας Dzodzi για την ερμηνευτική επεξεργασία μιας διάταξης της Συμφωνίας ΕΟΞ από το Δικαστήριο ακόμη και όταν η διάταξη αυτή πρόκειται να εφαρμοσθεί εκτός της κοινοτικής έννομης τάξης· προϋπόθεση βεβαίως είναι ότι ερμηνεία και εφαρμογή της κρίσιμης διάταξης δεν διαπλέκονται με τρόπο όπως στην παρούσα υπόθεση. Επικουρικώς, αν το Δικαστήριο θεωρήσει ως νομικώς ορθότερο να αποκλείσει με ριζικότερο τρόπο την εξέταση προδικαστικών ερωτημάτων που τίθενται από δικαστήριο κράτους μέλους το οποίο ανήκε προηγούμενα στην ΕΖΕΣ και είχε υπογράψει τη Συμφωνία ΕΟΞ, σε σχέση με την ερμηνεία της τελευταίας, μπορούν ακόμη να προβληθούν τα ακόλουθα επιχειρήματα.
30 Πρώτον, η νομολογία Dzodzi, στο σύνολό της, αφορά υποθέσεις όπου το ερμηνευτικό ζήτημα εγείρεται στο εσωτερικό δίκαιο κράτους μέλους. Στις περιπτώσεις αυτές τονίζεται ιδιαιτέρως η ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας μιας διατάξεως που τυγχάνει εφαρμογής τόσο στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου όσο και εντός της εσωτερικής έννομης τάξης ενός κράτους μέλους. Ειδικότερα, επιχειρείται με τη νομολογία αυτή να αντιμετωπισθεί το ανεπιθύμητο φαινόμενο, στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους, τα υποκείμενα δικαίου να τυγχάνουν διαφορετικής νομικής μεταχειρίσεως ανάλογα με το αν η περίπτωσή τους εμπίπτει ή όχι στο κοινοτικό δίκαιο και παρά το ότι εφαρμόζονται σε αυτά παραπλήσιοι αν όχι πανομοιότυποι κανόνες δικαίου. Η ιδέα της εναρμόνισης των νομοθεσιών - η οποία περιλαμβάνει βεβαίως και την ερμηνευτική τους απόδοση - αποτελεί σημαντικό μέλημα της Συνθήκης και βασικό μέσον προώθησης της ευρωπαϋκής ολοκλήρωσης. Η ιδέα όμως αυτή δεν έχει μία γενική και αόριστη εφαρμογή αλλά εντοπίζεται ειδικώς στο επίπεδο της σύγκλισης του εθνικού δικαίου των κρατών μελών με εκείνο της Κοινότητας. Η ανάγκη της ομοιόμορφης ερμηνείας δεν εμφανίζεται με την ίδια ένταση όταν το ζητούμενο της εναρμόνισης δεν είναι η ίση μεταχείριση των υποκειμένων δικαίου εντός του «πλαισίου» της Κοινότητας (στο «πλαίσιο» αυτό περιλαμβάνονται τα υποκείμενα δικαίου που διέπονται τόσο από το κοινοτικό δίκαιο όσο και από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών) αλλά εκτός από αυτό.
Επομένως, για να επανέλθω στην επίδικη υπόθεση, η ανάγκη της ομοιόμορφης ερμηνείας των κοινοτικών κανόνων που απαρτίζουν το «δίκαιο ΕΟΞ», όσο σημαντική και αν εμφανίζεται μέσα από τις διατάξεις της Συμφωνίας ΕΟΞ και ιδιαίτερα από το άρθρο 6 αυτής, είναι λιγότερο έντονη από εκείνη της ομοιόμορφης ερμηνείας κανόνων οι οποίοι πρόκειται να εφαρμοσθούν στο εσωτερικό των κρατών μελών της Κοινότητας. Για το λόγο αυτό, θεωρώ ότι η νομολογία Dzodzi δεν έχει θέση και εφαρμογή σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση ή τουλάχιστον, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διεύρυνση του προδικαστικού έργου του Δικαστηρίου με τον ίδιο τρόπο που τη δικαιολόγησε μέχρι σήμερα σε υποθέσεις όπου τίθετο ζήτημα εφαρμογής διατάξεων με κοινοτικό ενδιαφέρον εντός του δικαίου των κρατών μελών.
31 Δεύτερον, αναφέρθηκε προηγούμενα ότι η ερμηνεία σε προδικαστικό επίπεδο διατάξεων του κοινοτικού δικαίου οι οποίες δεν πρόκειται να εφαρμοσθούν ευθέως για την επίλυση της κυρίας διαφοράς είναι νοητή όταν ένας εξωκοινοτικός κανόνας παραπέμπει σε αυτές ρητώς, απευθείας και χωρίς όρους, στοχεύοντας στην ομοιόμορφη ρύθμιση ορισμένων νομικών καταστάσεων και όταν ο δικαστής που έχει θέσει το ερώτημα οφείλει να ακολουθήσει την ερμηνεία του Δικαστηρίου. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Στην επίδικη υπόθεση, και αν ακόμη γίνει δεκτό - μετά από την εξέταση του βασίμου των κρίσιμων προδικαστικών ερωτημάτων - ότι συντρέχει η πρώτη προϋπόθεση, δεν είναι βέβαιο ότι συντρέχει η δεύτερη. Ειδικότερα, δεν συνάγεται από κάποιο κανόνα του σουηδικού δικαίου ή από την ίδια τη Συμφωνία ΕΟΞ (27) ότι η απάντηση που ενδεχομένως θα δώσει το Δικαστήριο στα κρίσιμα ερωτήματα και η οποία εντοπίζεται εκτός του πλαισίου της κοινοτικής έννομης τάξης δεσμεύει το δικαστήριο της παραπομπής (28). Επίσης, το γεγονός ότι το άρθρο 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ κάνει λόγο για σεβασμό της νομολογίας του Δικαστηρίου - τουλάχιστον εκείνης που έχει διαμορφωθεί μέχρι τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας - σαφώς δεν ισοδυναμεί με την εισαγωγή τέτοιας υποχρέωσης σε βάρος του δικαστή της παραπομπής, σε σχέση με την απάντηση που καλείται να δώσει το Δικαστήριο στα δύο πρώτα υπό κρίση προδικαστικά ερωτήματα.
32 Επομένως, από τη μέχρι στιγμής ανάλυση, συνάγεται ότι τα νομικά ζητήματα που εγείρονται με τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα δεν είναι από εκείνα που είναι δυνατόν να αχθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με τη διαδικασία του άρθρου 177 της Συνθήκης.
Β - Η Συμφωνία ΕΟΞ, ως πιθανή νομική βάση για την αναγνώριση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εξετάσει τα κρίσιμα προδικαστικά ερωτήματα
33 Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να αναζητηθεί ούτε στην ίδια τη Συμφωνία ΕΟΞ. ΞΟπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση του περιεχομένου και της δομής της ενλόγω Συμφωνίας ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί αρμόδιο σε υποθέσεις όπως η υπό κρίση. Ειδικότερα, η ερμηνεία του άρθρου 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ, η οποία είναι χρήσιμη για την απάντηση των δύο πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων, φαίνεται να ανατίθεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ιδρυθέντος δικαστηρίου της ΕΖΕΣ, τουλάχιστον όταν η ερμηνεία αυτή σχετίζεται με εφαρμογή της Συμφωνίας από ένα κράτος της ΕΖΕΣ. Το άρθρο 34 του συμφώνου των κρατών της ΕΖΕΣ σχετικά με την σύσταση της εποπτεύουσας αρχής και του δικαστηρίου της ΕΖΕΣ προβλέπει ότι το τελευταίο είναι αρμόδιο να παρέχει γνώμες για την ερμηνεία της Συμφωνίας ΕΟΞ, δηλαδή να εκτιμά κατά πόσον η Συμφωνία αυτή μεταφέρθηκε ορθώς στις εθνικές έννομες τάξεις των κρατών της ΕΖΕΣ.
34 Εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 107 της Συμφωνίας ΕΟΞ και το πρωτόκολλο 34 της Συμφωνίας αυτής, τα εθνικά δικαστήρια των κρατών της ΕΖΕΣ είναι δυνατόν να ζητήσουν από το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων την αρωγή του όσον αφορά την ερμηνεία των κανόνων της Συμφωνίας ΕΟΞ που αντιστοιχούν σε κοινοτικούς κανόνες (29), αν συντρέχουν δύο προϋποθέσεις, μια ουσιαστική και μια τυπική. Αφενός η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων περιορίζεται σε διατάξεις της Συμφωνίας ΕΟΞ «οι οποίες είναι κατ' ουσίαν ταυτόσημες με τις διατάξεις των συνθηκών για την ίδρυση των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν, ή των πράξεων που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή τους»· αφετέρου, ένα κράτος της ΕΖΕΣ που προτίθεται να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, οφείλει να κοινοποιήσει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων «την έκταση και τον τρόπο εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου στα δικαστήριά του». Ανεξάρτητα από το κατά πόσον συντρέχει η πρώτη προϋπόθεση, διαπιστώνεται ότι η τυπική προϋπόθεση της κοινοποίησης δεν έχει πληρωθεί· η Σουηδία δεν ενεργοποίησε ποτέ τη δυνατότητα που παρέχει το πρωτόκολλο 34, μέσα από την οποία θα μπορούσε να αναγνωρισθεί η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων προς απάντηση του πρώτου και του δευτέρου από τα υπό εξέταση προδικαστικά ερωτήματα.
35 Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς για την τύχη των ερμηνευτικών ζητημάτων που αναφέρονται στη Συμφωνία ΕΟΞ όταν ένα κράτος της ΕΖΕΣ, όπως η Σουηδία, προσχωρεί στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση. Το πρόβλημα αντιμετωπίσθηκε σε ειδικό σύμφωνο, σχετικά με τα μεταβατικά μέτρα κατά την περίοδο που ακολουθεί την προσχώρηση ορισμένων κρατών της ΕΖΕΣ στην Ευρωπαϋκή Κοινότητα, το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 28 Σεπτεμβρίου 1994. Δυνάμει των διατάξεων αυτού, το δικαστήριο της ΕΖΕΣ συνεχίζει να είναι αρμόδιο να απαντά σε προδικαστικά ερωτήματα επί υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών της ΕΖΕΣ, όταν το πραγματικό της εκκρεμούσης διαφοράς τοποθετείται χρονικά πριν από την προσχώρηση του συγκεκριμένου κράτους στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση. Η παράταση της αρμοδιότητας του δικαστηρίου της ΕΖΕΣ προβλέφθηκε μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα και είχε ήδη λήξει το χρόνο που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων τα κρίσιμα προδικαστικά ερωτήματα. Το γεγονός όμως ότι το δικαστήριο της ΕΖΕΣ εμφανίζεται, τουλάχιστον με βάση τα όσα προβλέπει η συμφωνία της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, αναρμόδιο ratione temporis να εξετάσει τα τεθέντα ενώπιον ημών προδικαστικά ερωτήματα, δεν θα μπορούσε να εκτιμηθεί προς την κατεύθυνση ότι συνηγορεί υπέρ της αναγνώρισης αντίστοιχης αρμοδιότητας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων. Το τελευταίο παραμένει, σε κάθε περίπτωση, αναρμόδιο ratione materiae (30). Εξάλλου, ακόμη και αν η Σουηδία επιθυμούσε να ενεργοποιήσει το πρωτόκολλο 34 έστω και σε αυτή την μεταγενέστερη φάση, ώστε να καταστήσει το Δικαστήριο αρμόδιο για την ερμηνεία κανόνων της Συμφωνίας ΕΟΞ, αυτό δεν είναι δυνατόν διότι, απλούστατα, η Σουηδία δεν είναι πλέον μέλος της ΕΖΕΣ (31).
36 Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο είναι, κατά τη γνώμη μου, αναρμόδιο να απαντήσει στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα.
VI - Επί του βασίμου του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
37 ςΟλως επικουρικώς, παραθέτω τις παρατηρήσεις μου επί του βασίμου των ερωτημάτων αυτών. Καταρχάς, ας περιχαρακωθεί το πεδίο του τεθέντος νομικού προβλήματος. Το ζητούμενο είναι αν τα πορίσματα της νομολογίας Francovich του Δικαστηρίου, σχετικά με την αστική ευθύνη ενός κράτους λόγω μη ορθής μεταφοράς κοινοτικής οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, έχουν καταστεί και τμήμα του «δικαίου ΕΟΞ», δυνάμει του άρθρου 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ και αν υπερτερούν του εθνικού δικαίου ενός κράτους της ΕΖΕΣ που έχει υπογράψει την ενλόγω Συμφωνία.
Α - Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
38 Στην αρχή πρέπει να παρατηρηθεί ότι μια ενδεχόμενη θετική απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα δεν στερείται ίσως νομικής βάσης. Πράγματι, το άρθρο 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ ορίζει ρητώς ότι εφόσον μια διάταξη της Συμφωνίας αυτής είναι «κατ' ουσίαν ταυτόσημη» με αντίστοιχο κοινοτικό κανόνα του πρωτογενούς ή του παραγώγου κοινοτικού δικαίου, «ερμηνεύεται, κατά τη θέση σε ισχύ και την εφαρμογή της, κατ' ακολουθία προς τις σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων που έχουν εκδοθεί πριν από την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας». Περαιτέρω, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οι διατάξεις περί εγγυήσεως των μισθών οι οποίες περιέχονται στην κοινοτική οδηγία 80/987 είναι ταυτόσημες με εκείνες που περιέχονται στο παράρτημα XVIII της Συμφωνίας ΕΟΞ· εξάλλου, το παράρτημα αυτό αναφέρεται ευθέως στην οδηγία 80/987. Επίσης, η νομολογία Francovich, η οποία διαμορφώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Νοεμβρίου 1991 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-6/90 και C-9/90 (32), προϋπάρχει της υπογραφής της Συμφωνίας ΕΟΞ, όπως ακριβώς το απαιτεί το άρθρο 6 της τελευταίας. Τέλος, η απόφαση Francovich αφορούσε μη ορθή μεταφορά της οδηγίας 80/987 στο εσωτερικό δίκαιο ενός κράτους μέλους, παραπλήσιο δηλαδή νομικό και πραγματικό ζήτημα με εκείνο που τίθεται στην εκκρεμούσα ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής κυρία διαφορά (33).
39 Με αυτά τα δεδομένα (εφόσον βεβαίως το Δικαστήριο υπερκεράσει το ζήτημα της αναρμοδιότητας) θα πρέπει να αναζητηθεί η ορθότερη ερμηνεία του άρθρου 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ. Υπέρ μιας διασταλτικής ερμηνείας, μέσω της οποίας θα γινόταν δεκτό ότι τα θεμελιακά στοιχεία της κοινοτικής έννομης τάξης, όπως αποκρυσταλλώνονται στις αρχές της υπέρτερης τυπικής ισχύος του κοινοτικού δικαίου, της αμέσου εφαρμογής του, στην έννοια του κοινοτικού κεκτημένου και - σε ό,τι αφορά ιδιαιτέρως την παρούσα υπόθεση - στην νομολογία Francovich, έχουν υπεισέλθει, μέσω του άρθρου 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ, στις έννομες σχέσεις που η Συμφωνία αυτή δημιουργεί, φαίνεται να συνηγορούν τα ακόλουθα επιχειρήματα:
40 Καταρχάς, θα μπορούσε να γίνει δεκτό (34) ότι το ενλόγω άρθρο 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ αλλά και οι κανόνες της οδηγίας 80/987, στο μέτρο που παρατίθενται στα οικεία παραρτήματα της ίδιας Συμφωνίας, ως μέρη διεθνούς κανονιστικού κειμένου που έχει υπογράψει η Κοινότητα με τρίτες χώρες, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξης (35). Ως εκ τούτου, τα συστατικά στοιχεία της έννομης αυτής τάξης, με άλλα λόγια η υπεροχή, η άμεση ισχύς, και γενικότερα, η νομολογία του Δικαστηρίου που περιέχεται στο λεγόμενο «κοινοτικό κεκτημένο», μπορούν να έχουν θέση σε ένα σώμα κανόνων όπως είναι η Συμφωνία ΕΟΞ, τη στιγμή μάλιστα που η λύση αυτή φαίνεται εφικτή δυνάμει ειδικής διατάξεως της κρίσιμης διεθνούς συμφωνίας (άρθρο 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ).
41 Την ανωτέρω προσέγγιση ενισχύει και η παρατήρηση ότι βασικός στόχος του άρθρου 6 αλλά και κύριο μέλημα των συμβαλλομένων μερών, όπως συνάγεται από πλειάδα διατάξεων της Συμφωνίας ΕΟΞ, είναι η διατήρηση της ομοιόμορφης εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων που ενσωματώθηκαν στη Συμφωνία αυτή. Για να μπορεί, συνεπώς, ένας ειδικός κανόνας δικαίου κοινοτικής προέλευσης - στην υπόθεση που μας αφορά, εκείνος που αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη τους - να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο, το Δικαστήριο, με την ιδιότητά του ως εγγυητή της ομοιόμορφης ερμηνείας του κοινοτικού κανόνα, θα ήταν σκόπιμο να επιλέξει τη λύση εκείνη που συνεπάγεται τις λιγότερες ερμηνευτικές αποκλίσεις, ανεξαρτήτως του πεδίου εφαρμογής του κανόνα αυτού, τη στιγμή μάλιστα που για χάρη της ομοιομορφίας αυτής έχει δεχθεί να κάνει σημαντικές υπερβάσεις στο ζήτημα του παραδεκτού της εξέτασης των προδικαστικών ερωτημάτων (36). Είναι προφανές ότι η ελκυστικότερη, από απόψεως ερμηνευτικής ομοιομορφίας, είναι η λύση εκείνη σύμφωνα με την οποία το κοινοτικό κεκτημένο, τουλάχιστον όπως είχε διαμορφωθεί νομολογιακά μέχρι την ημέρα της υπογραφής της Συμφωνίας ΕΟΞ, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της Συμφωνίας αυτής και επομένως λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των επιμέρους κανόνων της.
42 Εντούτοις, οι γενικές αυτές παρατηρήσεις δεν αρκούν για να θεμελιώσουν την απάντηση στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα. Πέρα από τη φαινομενική συγγένεια ή συμβατότητα των κρισίμων διατάξεων της Συμφωνίας ΕΟΞ με ορισμένα στοιχεία της κοινοτικής έννομης τάξης, είναι απαραίτητο να διερευνηθεί και το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, σύμφωνα πάντοτε με τα κριτήρια που έχει θέσει το Δικαστήριο για την ερμηνεία των διεθνών συνθηκών.
Β - Τα ερμηνευτικά κριτήρια που ακολουθεί η νομολογία
43 Στο σημείο αυτό, χρήσιμο είναι να γίνει αναφορά στη στάση του Δικαστηρίου όταν αυτό καλείται να εξετάσει διατάξεις διεθνούς συμφωνίας που έχει συναφθεί από την Κοινότητα με τρίτες χώρες. Παρατηρείται ότι, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ο κοινοτικός δικαστής θεωρεί ότι η ερμηνεία μιας κοινοτικής διατάξεως πρέπει να επεκταθεί σε όμοια ή ανάλογη διάταξη διεθνούς συμφωνίας (37), σε άλλες περιπτώσεις κρίνει ότι παρόμοια επέκταση δεν είναι δυνατή ή ενδεδειγμένη (38). Από τη νομολογία αυτή συνάγεται ότι η επέκταση της ερμηνείας μιας κοινοτικής διατάξεως σε διάταξη με αντίστοιχη, όμοια ή ακόμα και πανομοιότυπη διατύπωση η οποία περιλαμβάνεται σε συμφωνία που συνήψε η Κοινότητα με τρίτη χώρα, εξαρτάται ιδίως από το σκοπό που επιδιώκει η κάθε μία από τις διατάξεις αυτές, στο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται· αποκτά συνεπώς ιδιαίτερη σημασία η σύγκριση των στόχων και του γενικότερου πλαισίου αφενός της διεθνούς συμφωνίας και αφετέρου της Συνθήκης.
44 Η νομολογιακή αυτή θέση ακολουθείται και στη γνωμοδότηση 1/91 του Δικαστηρίου, η οποία αναφέρεται ad hoc στη Συμφωνία ΕΟΞ και την οποία επικαλούμαι στη συνέχεια. Η ενλόγω γνωμοδότηση παραπέμπει εξάλλου στο άρθρο 31 της Συμβάσεως της Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών, της 23ης Μαου 1969, σύμφωνα με το οποίο τα κείμενα αυτά πρέπει να ερμηνεύονται «λαμβανομένων υπόψη των συμφραζομένων και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού τους» (39).
45 Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι για την αναζήτηση του περιεχομένου και των εννόμων αποτελεσμάτων των διατάξεων του άρθρου 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ και της οδηγίας 80/987 - όταν αυτή εφαρμόζεται αποκλειστικώς στο πλαίσιο της Συμφωνίας ΕΟΞ - κρίσιμο είναι να επιχειρηθεί μια συνολική εκτίμηση της ενλόγω Συμφωνίας. Από την συνολική αυτή εκτίμηση και τη σύγκριση της Συμφωνίας ΕΟΞ με το κοινοτικό δίκαιο και την κοινοτική έννομη τάξη γενικότερα θα συναχθούν τα κριτήρια με βάση τα οποία θα αναζητηθεί η ερμηνευτική απόδοση του άρθρου 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ και οι έννομες συνέπειες που επισύρει, για ένα κράτος της ΕΖΕΣ, το γεγονός ότι δεν συμμορφώθηκε προς όσα επιβάλλει η οδηγία 80/987, ως αναπόσπαστο τμήμα της Συμφωνίας ΕΟΞ.
Γ - Συμφωνία ΕΟΞ και κοινοτικό δίκαιο· συγκριτική προσέγγιση
46 Η Γαλλική Κυβέρνηση και οι ενάγουσες στην κύρια δίκη υποστηρίζουν με τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους ότι η Συμφωνία ΕΟΞ συνδέει τα κράτη της ΕΖΕΣ που την υπέγραψαν τόσο στενά με την Ευρωπαϋκή Κοινότητα ώστε οδηγεί σε οιονεί αφομοίωσή τους από την κοινοτική έννομη τάξη. Ως εκ τούτου, η Συμφωνία ΕΟΞ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένα σύνηθες κείμενο του διεθνούς δικαίου αλλά έχει μια αυτόνομη θέση και ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο, όσο ιδιαίτερη είναι η θέση και η σχέση των συμβληθέντων κρατών της ΕΖΕΣ με την Κοινότητα. Το άρθρο 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ, αναφέρουν η Γαλλική Κυβέρνηση και οι ενάγουσες στην κυρία δίκη, εντάσσει ρητώς και χωρίς καμία επιφύλαξη το σύνολο του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου μέχρι την υπογραφή της Συμφωνίας, στη νομική κατασκευή που θα μπορούσε να αποδοθεί ως «δίκαιο ΕΟΞ». Το δίκαιο αυτό φαίνεται να συνιστά προέκταση του πεδίου εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων σε κράτη τα οποία δεν είναι μέλη της Κοινότητας, με το περιεχόμενο που οι κανόνες αυτοί έχουν στην κοινοτική έννομη τάξη. Οι ανωτέρω επικαλούνται ακόμη το άρθρο 7 της Συμφωνίας ΕΟΞ, σχετικά με την υποχρέωση μεταφοράς ορισμένων κοινοτικών οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών της ΕΖΕΣ· από τη διάταξη αυτή συνάγουν την ύπαρξη υποχρέωσης των κρατών αυτών να εντάξουν το κοινοτικό κεκτημένο στην εσωτερική τους έννομη τάξη με τρόπο αποτελεσματικό και πλήρη. Η υποχρέωση αυτή περιορίζεται ως προς την έκτασή της στους ειδικούς τομείς στους οποίους αναφέρεται η Συμφωνία ΕΟΞ· είναι όμως απεριόριστη ως προς την έντασή της, περιλαμβάνει δηλαδή το σύνολο του νομολογιακού έργου του Δικαστηρίου για τους τομείς αυτούς. Συμπεραίνουν, τέλος, ότι οι αρχές της υπέρτερης τυπικής ισχύος και του αμέσου αποτελέσματος, όπως υπάρχουν στην κοινοτική έννομη τάξη, επεκτείνονται και στη Συμφωνία ΕΟΞ λόγω του ιδιαίτερου σκοπού της συμφωνίας αυτής και των χαρακτηριστικών του δικαιικού μηχανισμού σύγκλισης με το κοινοτικό δίκαιο που η συμφωνία αυτή θέτει σε λειτουργία.
47 Φρονώ ότι ορθότερη είναι η εκ διαμέτρου αντίθετη προσέγγιση, την οποία φαίνεται να ακολουθεί το Δικαστήριο και στην προμνησθείσα γνωμοδότηση 1/91 (40). Στη γνωμοδότηση εκείνη το Δικαστήριο έκρινε απαραίτητο, πριν απαντήσει στα ειδικά ερωτήματα που του είχαν τεθεί, να αντιπαραβάλει τους σκοπούς και το όλο περιεχόμενο της Συμφωνίας ΕΟΞ προς τους σκοπούς και το περιεχόμενο του κοινοτικού δικαίου. Διαπίστωσε ότι η Συμφωνία ΕΟΞ «αποσκοπεί στην εφαρμογή καθεστώτος ελευθέρων συναλλαγών και ανταγωνισμού στις οικονομικές και εμπορικές σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών» ενώ «αντιθέτως, όσον αφορά την Κοινότητα, το καθεστώς ελευθέρων συναλλαγών και ανταγωνισμού (...) έχει αναπτυχθεί και ενσωματωθεί στην κοινοτική έννομη τάξη, οι σκοποί της οποίας βαίνουν πέραν του σκοπού της συμφωνίας» (41). Από τελεολογική σκοπιά, επομένως, υπάρχει απόσταση μεταξύ της Συμφωνίας ΕΟΞ και της Κοινότητας· ενώ η ελεύθερη κυκλοφορία και ο ανόθευτος ανταγωνισμός αποτελούν αυτοσκοπό της Συμφωνίας ΕΟΞ, για την Κοινότητα αποτελούν απλώς τα μέσα για την προσέγγιση απώτερων στόχων όπως είναι η εγκαθίδρυση μιας εσωτερικής αγοράς, η εδραίωση μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης και η ουσιαστική πρόοδος της Ευρωπαϋκής ςΕνωσης.
48 Αλλά και το εν γένει πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ο σκοπός της Συμφωνίας ΕΟΞ διαφέρει από εκείνο εντός του οποίου επιδιώκεται η υλοποίηση των κοινοτικών σκοπών. Σύμφωνα με όσα παρατηρεί το Δικαστήριο στη γνωμοδότηση 1/91, «ο ΕΟΞ πρόκειται να υλοποιηθεί βάσει μιας διεθνούς συνθήκης η οποία δημιουργεί στην ουσία, δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και δεν προβλέπει καμία μεταβίβαση κυριαρχικών δικαιωμάτων στα διακυβερνητικά όργανα των οποίων τη σύσταση προβλέπει. Αντιθέτως, η Συνθήκη ΕΟΚ, καίτοι συνήφθη υπό μορφή διεθνούς συμφωνίας, αποτελεί εντούτοις το συνταγματικό χάρτη μιας κοινότητας δικαίου. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ, οι κοινοτικές συνθήκες ίδρυσαν μια νέα νομική τάξη, υπέρ της οποίας τα κράτη μέλη περιορίζουν, σε όλο και ευρύτερους τομείς, τα κυριαρχικά δικαιώματά τους και της οποίας υποκείμενα είναι όχι μόνο τα κράτη μέλη αλλά και οι πολίτες τους (...). Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννομης αυτής τάξης είναι, ειδικότερα, η υπεροχή της έναντι των δικαίων των κρατών μελών καθώς και το άμεσο αποτέλεσμα μιας σειράς διατάξεων οι οποίες εφαρμόζονται τόσο στα ίδια τα κράτη μέλη όσο και στους πολίτες τους» (42).
49 ςΕτσι, συνάγεται ότι η κατ' ουσίαν ταύτιση του ΕΟΞ με την κοινοτική έννομη τάξη, την οποία επιχειρεί η Γαλλική Κυβέρνηση και υπονοούν οι ενάγουσες στην κυρία δίκη, δεν είναι ορθή, στο μέτρο που προσκρούει σε θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των δύο νομικών συστημάτων, ήτοι της Συμφωνίας ΕΟΞ αφενός και της Κοινότητας αφετέρου. Εξάλλου, από το προπαρατεθέν χωρίο της κρίσιμης γνωμοδότησης αντλείται a contrario το συμπέρασμα ότι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της κοινοτικής έννομης τάξης, δηλαδή η υπεροχή και το άμεσο αποτέλεσμα, αποτελούν αποκλειστικότητα του κοινοτικού φαινομένου η οποία δεν εκτείνεται και στο νομικό μόρφωμα που δημιούργησε η Συμφωνία ΕΟΞ. Ως εκ τούτου, και η νομολογία Francovich, η οποία είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τις ανωτέρω θεμελιώδεις αρχές, δεν μπορεί να μεταφερθεί στο χώρο της Συμφωνίας ΕΟΞ παρά τα όσα ορίζει το άρθρο 6 αυτής.
50 Κατά τη γνώμη μου, τα ανωτέρω πορίσματα της γνωμοδότησης 1/91 - τα οποία, σημειωτέον, δεν ανατράπηκαν με τη γνωμοδότηση 1/92 (43) - αρκούν για να στηρίξουν την αρνητική απάντηση στο πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα (44). Συμπληρωματικώς, πάντως, μπορούν να παρατηρηθούν τα ακόλουθα:
51 Η Συμφωνία ΕΟΞ περιέχει διατάξεις οι οποίες επιβάλλουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις στα κράτη της ΕΖΕΣ για την τήρηση των κανόνων κοινοτικής προέλευσης που έχουν ενταχθεί στη Συμφωνία αυτή. Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές δεν δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη με την ίδια ένταση και πληρότητα όπως οι αντίστοιχοι κανόνες του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου τα κράτη μέλη της Κοινότητας. Ξαρακτηριστικό παράδειγμα το άρθρο 7 της Συμφωνίας ΕΟΞ το οποίο κατέχει τη θέση που αντίστοιχα καταλαμβάνει το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ. Εντούτοις, το άρθρο 7 της Συμφωνίας ΕΟΞ δεν προβλέπει ότι οι κανονισμοί που περιέχονται στα παραρτήματά της «ισχύουν άμεσα» στα κράτη της ΕΖΕΣ, όπως προβλέπει το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι η αρχή της άμεσης εφαρμογής ορισμένων κανόνων δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη, αρχή η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια του κοινοτικού δικαίου, είναι απούσα από το νομικό σύστημα της Συμφωνίας ΕΟΞ.
52 Εξάλλου, το πρωτόκολλο 35 της Συμφωνίας ΕΟΞ, προκειμένου να αποφεύγεται η σύγκρουση των κανόνων του ΕΟΞ με άλλες νομοθετικές πράξεις, προβλέπει ότι τα κράτη της ΕΖΕΣ «αναλαμβάνουν την υποχρέωση να θεσπίσουν, εάν χρειασθεί νομοθετική διάταξη σύμφωνα με την οποία, σε αυτές τις περιπτώσεις, υπερισχύουν οι κανόνες του ΕΟΞ». Συνάγεται, επομένως, a contrario ότι η υπεροχή των κανόνων του ΕΟΞ δεν είναι αυτονόητη στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών της ΕΖΕΣ, αλλά συνιστά υποχρέωσή τους απορρέουσα από διεθνή σύμβαση, για την υλοποίηση της οποίας απαιτείται ενδεχομένως η λήψη ειδικών εσωτερικών μέτρων.
53 Με άλλα λόγια, η Συμφωνία ΕΟΞ εμφανίζεται ως ένα κείμενο του διεθνούς δικαίου που δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών στο χώρο αυτό (του διεθνούς δικαίου) και σύμφωνα με μια «διιστική» νομική λογική· δεν παρουσιάζει, επομένως, την απαραίτητη υπερεθνική διάσταση που χαρακτηρίζει το κοινοτικό νομικό σύστημα. Δεν υπάρχει, δηλαδή, αφομοίωση ή έστω διαπλοκή του «δικαίου ΕΟΞ» με το εσωτερικό δίκαιο, αντίστοιχη με εκείνη που παρατηρείται στο κοινοτικό στερέωμα. Η Συμφωνία αυτή δεν οδηγεί σε εγκατάλειψη κυριαρχικών δικαιωμάτων από τα συμβαλλόμενα κράτη ούτε σε ανατροπή της κρατούσας στα κράτη αυτά «διιστικής» προσέγγισης του δικαίου, η οποία είναι σύμφωνη με τις κλασικές θεωρητικές αναφορές του διεθνούς δικαίου.
54 Εν συνόψει, η μη συμμόρφωση ενός κράτους της ΕΖΕΣ, όπως στην προκειμένη περίπτωση της Σουηδίας, με κάποιο κανόνα της Συμφωνίας ΕΟΞ, γεννά ενδεχομένως διεθνή συμβατική ευθύνη του κράτους αυτού δυνάμει των κανόνων του δημοσίου διεθνούς δικαίου όχι όμως και αξίωση των ιδιωτών που θίγονται από την παράβαση αυτή να απαιτήσουν αποζημίωση από το κράτος που επικαλούνται την εξωσυμβατική ευθύνη του δυνάμει των όσων έχει δεχθεί το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, ειδικώς για το χώρο της κοινοτικής έννομης τάξης, με την απόφασή του επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-6/90 και C-9/90 (45).
VII - Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
55 Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα δεν γεννά ζήτημα παραδεκτού, στο μέτρο που εντοπίζεται σαφώς εντός του πλαισίου του κοινοτικού δικαίου. Με το ερώτημα αυτό ζητείται ο προσδιορισμός του χρονικού πεδίου εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων. Ειδικότερα τίθεται το ζήτημα κατά πόσον η οδηγία 80/987 και οι γενικές αρχές του δικαίου που διατυπώθηκαν με την απόφαση Francovich του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-6/90 και C-9/90 παράγουν τα αποτελέσματά τους και επί πραγματικών περιστατικών τα οποία επήλθαν κατά το χρόνο που το ενδιαφερόμενο κράτος δεν είχε προσχωρήσει ακόμα στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση.
56 ηΟπως συνάγεται από το άρθρο 166 της Πράξης σχετικά με τις προϋποθέσεις προσχώρησης της Νορβηγίας, της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας (46), οι κοινοτικές οδηγίες δεσμεύουν τα κράτη αυτά από την ημερομηνία της προσχωρήσεώς τους στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι δεν έχει τεθεί άλλη ειδική προθεσμία μεταφοράς τους στο εθνικό δίκαιο. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η Πράξη προσχώρησης δεν προσδίδει στις οδηγίες ή στους υπόλοιπους κοινοτικούς κανόνες αναδρομική ισχύ.
57 Στο σημείο αυτό θεωρώ απαραίτητο να προβώ σε ορισμένες γενικές διευκρινίσεις σε σχέση με την εφαρμογή ενός κανόνα μέσα στο χρόνο (47). Πρώτον, δεν θα πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ της αναδρομικής και της αμέσου ισχύος του κανόνα. Για τη διάκρισή τους έχει σημασία η χρονική διάσταση των καταστάσεων που διέπει ο κανόνας (48). Η αναδρομική ισχύς συνίσταται στην εφαρμογή του σε καταστάσεις οι οποίες είχαν παγιωθεί πριν από την έναρξη ισχύος του (49). Η άμεση ισχύς, η οποία και εφαρμόζεται, καταρχήν, σύμφωνα με την αρχή tempus regit actum, συνίσταται στην εφαρμογή του κανόνα σε τρέχουσες συνεχείς καταστάσεις (50)· τούτο σημαίνει δε ότι το χρονικό πεδίο ενός κανόνα καλύπτει και τα μελλοντικά αποτελέσματα συνεχών καταστάσεων που δημιουργήθηκαν μεν αλλά δεν είχαν παγιωθεί πριν από τη θέση του κανόνα σε ισχύ.
58 Δεύτερον, κρίσιμο είναι κάθε φορά να αναζητείται το χρονικό σημείο κατά το οποίο παγιούται μια νομική κατάσταση, διότι αυτό είναι το κριτήριο με βάση το οποίο θα επιλεγεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου. Και ως προς το ζήτημα αυτό, δεν είναι χωρίς σημασία η διερεύνηση της χρονικής διάστασης των νομικών καταστάσεων και, ειδικότερα, η διάκριση μεταξύ στιγμιαίων και συνεχών καταστάσεων (51). Στην πρώτη περίπτωση η δημιουργία και η παγίωση της κατάστασης συμπίπτουν, οπότε είναι ευκολότερος ο προσδιορισμός του εφαρμοστέου κανόνα. Στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει χρονική απόσταση μεταξύ δημιουργίας και παγίωσης της κατάστασης· στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα είναι πιθανόν να έχουν εισαχθεί μεταβολές στο θετικό δίκαιο, κάτι το οποίο ενδέχεται να παρασύρει σε εσφαλμένη επιλογή νομικής βάσης. Σε κάθε περίπτωση, κρίσιμο είναι, όπως προαναφέρθηκε, να αναζητηθεί ο κανόνας που ισχύει τη στιγμή της παγίωσης της νομικής κατάστασης.
59 Τα ανωτέρω κριτήρια ακολουθούνται και από τη νομολογία του Δικαστηρίου από την οποία έχω επιλέξει τα ακόλουθα τέσσερα παραδείγματα.
60 Στην υπόθεση Suffritti (52) οι ενάγοντες στην κύρια δίκη ήσαν πρώην εργαζόμενοι οι οποίοι παραιτήθηκαν λόγω μη καταβολής των αποδοχών τους από ιταλικές εταιρίες οι οποίες κηρύχθησαν στη συνέχεια σε πτώχευση. Αν και τα πραγματικά αυτά περιστατικά είχαν λάβει χώρα πριν λήξει η προθεσμία που είχε θέσει η οδηγία 80/987 στα κράτη μέλη για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο, οι ενάγοντες επικαλούνταν την οδηγία αυτή για να επιτύχουν την καταβολή αποζημίωσης από κρατικό φορέα κοινωνικής πρόνοιας. Το Δικαστήριο αφού δέχθηκε «ότι η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας 80/987 έληξε στις 23 Οκτωβρίου 1983, ενώ τόσο η αναγνώριση της αφερεγγυότητας όσο και η λύση των σχέσεων εργασίας στις υποθέσεις της κύριας δίκης πραγματοποιήθηκαν πριν από την εκπνοή της ενλόγω προθεσμίας» έκρινε ότι «υπό τις συνθήκες αυτές, οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να επικαλούνται διατάξεις της οδηγίας ζητώντας τη μη εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του εθνικού νόμου» (53).
Αντίστοιχα, στην απόφαση Vaneetveld (54), η αιτούσα στην κύρια δίκη είχε πέσει θύμα τροχαίου ατυχήματος στις 2 Μαου 1988 και επικαλείτο την οδηγία 84/5/ΕΟΚ (55) για να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη. Το Δικαστήριο αφού υπενθύμισε ότι «οι ιδιώτες δεν μπορούν να επικαλεσθούν μια οδηγία ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, παρά μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας που τίθεται για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο» (56), έκρινε ότι τα κράτη μέλη δεν ήσαν υποχρεωμένα να εφαρμόσουν τις κρίσιμες διατάξεις της οδηγίας «παρά μόνο προς ασφαλιστική κάλυψη των δυστυχημάτων που θα συνέβαιναν από τις 31 Δεκεμβρίου 1988 και εφεξής» (57), ημέρα κατά την οποία έληγε η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας 84/5.
Η υπόθεση Saldanha και MTS (58) αφορούσε εθνικό κανόνα της αυστριακής πολιτικής δικονομίας που υποχρέωνε υπήκοο άλλου κράτους μέλους όταν αυτός δεν είχε κατοικία στην Αυστρία, να προβαίνει σε εγγυοδοσία για τα δικαστικά έξοδα (cautio judicatum solvi) οσάκις ασκεί αγωγή. Tο Δικαστήριο, ερειδόμενο στην άμεση εφαρμογή του άρθρου 6 της Συνθήκης, δέχθηκε ότι η διάταξη αυτή «δεσμεύει τη Δημοκρατία της Αυστρίας από την ημερομηνία προσχωρήσεώς της, ώστε εφαρμόζεται στα μελλοντικά αποτελέσματα των καταστάσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την προσχώρηση του ενλόγω νέου κράτους μέλους της Κοινότητας. Επομένως από την ημερομηνία προσχωρήσεως δεν μπορεί πλέον να αντιτάσσεται στους υπηκόους άλλου κράτους μέλους δικονομικός κανόνας που δημιουργεί δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας, εφόσον ο κανόνας αυτός εμπίπτει στο καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚ» (59). Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο προέβη σε αυτή τη διακήρυξη παρά το ότι, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της κυρίας δίκης, ο θιγόμενος από τον αυστριακό νόμο διάδικος είχε ασκήσει το ένδικο βοήθημά του πριν από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες και είχε ήδη επιβληθεί σε αυτόν υποχρέωση εγγυοδοσίας.
Πρόσφατα στην απόφαση Kuusijδrvi (60) το τεθέν προδικαστικό ερώτημα αφορούσε το ζήτημα αν ο κανονισμός 1408/71 (61) εφαρμόζεται σε πρόσωπο το οποίο, κατά την έννοια της ισχύος του ενλόγω κανονισμού στη Σουηδία, διέμενε στο κράτος αυτό ως άνεργος, αφού είχε προηγουμένως ασκήσει εκεί επάγγελμα σε περίοδο κατά την οποία η Σουηδία δεν ήταν μέλος της Ευρωπαϋκής ςΕνωσης. Το Δικαστήριο έκρινε πως «το γεγονός ότι το άτομο αυτό τελούσε ήδη σε ανεργία κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1408/71 εντός του ενλόγω κράτους μέλους και ελάμβανε επίδομα ανεργίας βάσει εργασίας που είχε παράσχει εκεί πριν από το χρόνο αυτό δεν είναι ικανό να το αποκλείσει από το σουηδικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού» (62). Επικαλέσθηκε δε προς τούτο, το άρθρο 94 του κανονισμού, το οποίο προβλέπει ρητώς ότι δικαίωμα γεννάται, δυνάμει του κανονισμού αυτού, ακόμη και αν αναφέρεται σε γεγονός προγενέστερο της ημερομηνίας εφαρμογής του στο έδαφος του ενδιαφερομένου κράτους μέλους και ότι κάθε περίοδος ασφαλίσεως καθώς και κάθε περίοδος απασχολήσεως ή κατοικίας, η οποία συμπληρώθηκε από τη νομοθεσία κράτους μέλους προ της ημερομηνίας εφαρμογής του κανονισμού στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού, λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού.
61 Θα μπορούσε να παρασυρθεί κανείς και να θεωρήσει ότι το Δικαστήριο δέχεται με ιδιαίτερη ευκολία την εφαρμογή του κοινοτικού κανόνα σε περιπτώσεις νέων κρατών μελών για πραγματικά περιστατικά που είχαν λάβει χώρα πριν από την προσχώρησή τους στην Κοινότητα. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν σαφώς εσφαλμένη. Και οι τέσσερις προαναφερθείσες αποφάσεις ακολουθούν την ίδια ακριβώς λογική: ο κοινοτικός κανόνας εφαρμόζεται, καταρχήν, ex nunc και είναι κρίσιμο κάθε φορά να ερευνάται αν η νομική κατάσταση στην οποία αναφέρεται η κύρια διαφορά είχε παγιωθεί ή όχι κατά το χρόνο της έναρξης της ισχύος του κοινοτικού κανόνα.
Στην υπόθεση Suffritti, η νομική κατάσταση στην οποία αναφέρεται ο κοινοτικός κανόνας, ήτοι η αφερεγγυότητα του εργοδότη, είχε ολοκληρωθεί κατά το χρόνο της επελεύσεως της αφερεγγυότητας αυτής, η οποία εντοπίσθηκε σε χρόνο προγενέστερο της λήξης της προθεσμίας μεταφοράς της κρίσιμης οδηγίας.
Στην υπόθεση Vaneetveld, οι νομικές καταστάσεις στις οποίες αναφέρεται η κρίσιμη οδηγία είναι τα τροχαία ατυχήματα· ως εκ τούτου, ορθώς κρίθηκε ότι κρίσιμος χρόνος για την επιλογή του εφαρμοστέου κανόνα ήταν ο χρόνος που έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις επρόκειτο στην πραγματικότητα για στιγμιαίες νομικές καταστάσεις οι οποίες δεν παρουσίαζαν δυσκολία ως προς τον εντοπισμό του χρόνου παγίωσής τους.
Αντιθέτως, στην υπόθεση Saldanha, η άσκηση της αγωγής ή ακόμη και η απόφαση του δικαστηρίου περί επιβολής εγγυοδοσίας δεν δημιουργούν, από οικονομική σκοπιά, παγιωμένη νομική κατάσταση. Η εισαγωγή του ενδίκου βοηθήματος δημιουργεί μια κατάσταση η οποία συνεχίζεται καθόλη τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και δεν παγιούται παρά μόνον μετά το πέρας αυτής. Ορθώς, επομένως, το Δικαστήριο δικαίωσε το διάδικο ο οποίος εστρέφετο κατά της υποβληθείσας εγγυοδοσίας, έστω και κατά χρόνο προγενέστερο της προσχώρησης της Αυστρίας στην Κοινότητα. Αν, βεβαίως, η κύρια δίκη είχε περατωθεί και η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής επί της κυρίας διαφοράς είχε καταστεί τελεσίδικη πριν από την ένταξη της Αυστρίας στην Κοινότητα, η απάντηση του Δικαστηρίου θα πρέπει να ήταν διαφορετική.
Τέλος, σε ό,τι αφορά την απόφαση Kuusijδrvi, η στάση του κοινοτικού δικαστή που, εξάλλου, ερείδεται στη ρητή βούληση του συντάκτη του κανονισμού 1408/71, είναι καθόλα δικαιολογημένη. Η νομική κατάσταση που αρχίζει να δημιουργείται με την υπαγωγή στην ασφάλιση, την απασχόληση ή την κατοικία ενός ατόμου, από την άποψη των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλισης που δημιουργεί περατούται και τον χρόνο της συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για την κατοχύρωση του ενλόγω δικαιώματος ή ενδεχομένως, κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως από τον ενδιαφερόμενο. Το γεγονός, επομένως, ότι τα δικαιώματα που επικαλείτο η αιτούσα δυνάμει του κανονισμού 1408/71, με αίτησή της που υποβλήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού αυτού στη Σουηδία, αναφερόταν σε περιόδους κατοικίας ή απασχόλησης που είχαν συμπληρωθεί πριν από την ένταξη του κράτους αυτού στην Κοινότητα δεν καθιστούσε ανεφάρμοστο τον κανονισμό αυτό στην περίπτωσή της· ούτε θα ήταν ορθό να θεωρηθεί ότι με την απάντησή του στην υπόθεση εκείνη ο κοινοτικός δικαστής προσέδωσε αναδρομική ισχύ ή αναγνώρισε την αναδρομική ισχύ των διατάξεων του κανονισμού 1408/71.
62 ύΕρχομαι τώρα να υπαγάγω τα πραγματικά και νομικά στοιχεία της εκκρεμούσης ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής κυρίας διαφοράς στα πορίσματα της ανωτέρω νομολογίας. Θεωρώ ότι η ενδεδειγμένη οδός είναι δυνατόν να χαραχθεί με ασφάλεια αν ληφθεί υπόψη ότι ο σκοπός της οδηγίας 80/987 συνίσταται στην εξασφάλιση των μισθολογικών αξιώσεων των εργαζομένων κατά το χρόνο της επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη. Κρίσιμο γεγονός για την εφαρμογή της οδηγίας είναι, όπως ακριβώς στην υπόθεση Suffitti, η επέλευση της αφερεγγυότητας. Στην υπόθεση που μας ενδιαφέρει, η νομική αυτή κατάσταση δημιουργήθηκε, ολοκληρώθηκε και παγιώθηκε, το αργότερο, κατά το χρόνο της πτώχευσης της εργοδότριας εταιρίας, στις 17 Νοεμβρίου 1994, δηλαδή σε χρόνο πριν από την ένταξη της Σουηδίας στην Κοινότητα. Κατά το χρονικό όμως εκείνο σημείο δεν ήταν εφαρμοστέα η οδηγία 80/987, τουλάχιστον δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, στο μέτρο που η οδηγία αυτή δεν άρχισε να παράγει τα αποτελέσματά της στη Σουηδία (δυνάμει, επαναλαμβάνω, του κοινοτικού δικαίου) παρά μόνον μετά την 1η Ιανουαρίου 1995, ημερομηνία κατά την οποία η Σουηδία προσχώρησε στην Κοινότητα. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
VIII - Πρόταση
63 Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα τεθέντα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα.
2) Πραγματικές καταστάσεις οι οποίες παγιώθηκαν πριν από την ένταξη ενός κράτους στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση δεν υπάγονται, καταρχήν, στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων του κοινοτικού δικαίου. Ειδικώς, η οδηγία 80/987/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, δεν εφαρμόζεται σε πραγματικές καταστάσεις οι οποίες είχαν παγιωθεί πριν από την προσχώρηση της Σουηδίας στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση· αντιστοίχως, οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από ενδεχόμενη μη ορθή μεταφορά της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη δεν εφαρμόζονται σε πραγματικές καταστάσεις που είχαν ήδη παγιωθεί πριν από την προσχώρηση της Σουηδίας στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση.»
(1) - Συμφωνία σχετική με τον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο· ΕΕ L 1 της 3ης Σεπτεμβρίου 1994, σ. 1.
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35.
(3) - Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, Francovich και Bonifaci (Συλλογή 1991, σ. Ι-5357).
(4) - Απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, υπόθεση 181/73, Haegeman (Συλλογή τόμος 1974, σ. 449).
(5) - Η παρατήρηση αυτή δύναται να έχει καίρια σημασία. Μέχρι σήμερα, οι περιπτώσεις διεθνών συμφωνιών της Κοινότητας με τρίτες χώρες οι οποίες εξετάσθηκαν από το Δικαστήριο στο πλαίσιο απαντήσεως προδικαστικών ερωτημάτων διότι κρίθηκαν ως αναπόσπαστα στοιχεία της κοινοτικής έννομης τάξης, αφορούσαν υποθέσεις που είχαν σχέση με την εφαρμογή από τα κράτη μέλη, των συμφωνιών αυτών στο εσωτερικό της Κοινότητας. Με άλλα λόγια, η κυρία διαφορά παρουσίαζε τα απαραίτητα στοιχεία «κοινοτικότητας», που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ένα προδικαστικό ερώτημα ως ερώτημα επί κοινοτικού κανόνα. Βλ. αποφάσεις της 29ης Απριλίου 1982, υπόθεση 17/81, Pabst & Richarz KG (Συλλογή 1982, σ. 1331), συμβατότητα του φόρου εισαγωγής οινοπνευματωδών στη Γερμανία, με τη συμφωνία σύνδεσης ΕΟΚ-Ελλάδας, της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 270/80, Polydor (Συλλογή 1982, σ. 329), συμβατότητα ενός περιορισμού στην εισαγωγή δίσκων φωνογράφου στο Ηνωμένο Βασίλειο, με τη συμφωνία σύνδεσης ΕΟΚ-Πορτογαλίας, της 26ης Οκτωβρίου 1982, 104/81, Kupferberg (Συλλογή 1982, σ. 3641), συμβατότητα δασμολογικής μεταχείρισης ενός προϋόντος που εισάγεται στη Γερμανία με τη συμφωνία σύνδεσης ΕΟΚ-Πορτογαλίας, και της 16ης Ιουλίου 1992, C-163/90, Legros (Συλλογή 1992, σ. Ι-4625), συμβατότητα δασμολογικής μεταχείρισης αυτοκινήτων που εισάγονται στη Γαλλία, με τη συμφωνία σύνδεσης ΕΟΚ-Σουηδίας).
(6) - Γνωμοδότηση της 14ης Δεκεμβρίου 1991 (Συλλογή 1991, σ. Ι-6084).
(7) - Σκέψη 16 της προμνησθείσας, στην υποσημείωση 6, γνωμοδότησης.
(8) - Βλ. όμως και την υπόθεση Hermes όπ. κατωτέρω, σημείο 21.
(9) - Απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1985, υπόθεση 166/84 (Συλλογή 1985, σ. 3001).
(10) - Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-231/89 (Συλλογή 1990, σ. Ι-4003).
(11) - Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-297/88 και C-179/89 (Συλλογή 1990, σ. Ι-3763).
(12) - Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1995, C-346/93 (Συλλογή 1995, σ. Ι-615).
(13) - Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1992, C-73/89 (Συλλογή 1992, σ. Ι-5621).
(14) - Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-28/95 (Συλλογή 1997, σ. Ι-4161).
(15) - Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-130/95 (Συλλογή 1997, σ. Ι-4291).
(16) - Σημείο 27 των προτάσεων.
(17) - Σημείο 47 των προτάσεων.
(18) - Σημείο 49 των προτάσεων.
(19) - Σημείο 52 των προτάσεων.
(20) - Σημείο 56 των προτάσεων.
(21) - Σημείο 75 των προτάσεων.
(22) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουνίου 1998, C-53/96, Hermes (Συλλογή 1998, σ. Ι-3603).
(23) - Σκέψη 32.
(24) - Σκέψη 40 της προμνησθείσας, στην υποσημείωση 11, αποφάσεως Dzodzi.
(25) - Σκέψη 42 της προμνησθείσας, στην υποσημείωση 11, αποφάσεως Dzodzi.
(26) - Σκέψη 32 της προμνησθείσας, στην υποσημείωση 22, αποφάσεως Hermes και σκέψη 34 της προμνησθείσας, στην υποσημείωση 14, αποφάσεως Leur-Bloem.
(27) - Για το ζήτημα αυτό, βλ. κατωτέρω σημεία 33 επ.
(28) - Κατά την προσχώρησή της στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση, η Σουηδία ανέλαβε την υποχρέωση να σέβεται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξης και όχι έξω από αυτήν.
(29) - Η θέσπιση ειδικής νομικής βάσεως για τη θεμελίωση της δυνατότητας προσφυγής των εθνικών δικαστηρίων των κρατών της ΕΖΕΣ στο Δικαστήριο σημαίνει a contrario ότι παρόμοια δυνατότητα δεν υφίσταται ευθέως από το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ. Εξάλλου, το άρθρο 177 αναφέρεται μόνο σε «δικαστήρια κράτους μέλους», στην έννοια των οποίων δεν μπορούν να υπαχθούν τα δικαστήρια των κρατών της ΕΖΕΣ.
(30) - Ούτε θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η διπλή αυτή αναρμοδιότητα συνιστά μορφή αρνησιδικίας. Δικαστής για να αποδώσει δικαιοσύνη υφίσταται ούτως ή άλλως και είναι ο εθνικός δικαστής. Ο τελευταίος, ενόψει της αναρμοδιότητας του ΔΕΚ και του δικαστηρίου της ΕΖΕΣ είναι ο μόνος αρμόδιος για να απαντήσει στα νομικά ζητήματα που διατύπωσε με τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα.
(31) - Δεν είναι χωρίς σημασία το ότι η πράξη προσχώρησης επέβαλε στη Σουηδία να αποχωρήσει από την ΕΖΕΣ τη στιγμή της ένταξής της στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση.
(32) - Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 3.
(33) - Πάντως, το τελευταίο στοιχείο δεν είναι κρίσιμο· το αν θα πρέπει να ακολουθήσει τη νομολογία Francovich σε περιπτώσεις ορθής εφαρμογής μιας διάταξης του «δικαίου ΕΟΞ» ταυτόσημης με κανόνα κοινοτικής οδηγίας θα μπορούσε να είχε εγερθεί και για κάθε οδηγία που μνημονεύεται στα παραρτήματα της Συμφωνίας ΕΟΞ.
(34) - Με την επιφύλαξη, βεβαίως, ότι δεν θα γίνει δεκτή η θέση του ανέπτυξα προηγουμένως· ότι δηλαδή η κρίσιμη Συμφωνία ΕΟΞ, όπως απασχολεί το δικαστήριο της παραπομπής και με βάση τα πραγματικά και νομικά δεδομένα της κυρίας διαφοράς, δεν συνιστά κοινοτικό κανόνα ούτε στοιχείο της κοινοτικής έννομης τάξης.
(35) - Βλ. την προμνησθείσα, στην υποσημείωση 4, απόφαση Haegeman.
(36) - Βλ. την ανωτέρω ανάλυση, σημεία 16 επ.
(37) - Βλ. τις προμνησθείσες, στην υποσημείωση 5, αποφάσεις Pabst & Richarz KG και Legros.
(38) - Βλ. τις προμνησθείσες, στην υποσημείωση 5, αποφάσεις Polydor και Kupferberg.
(39) - Βλ. απόφαση της 1ης Ιουλίου 1993, C-312/91, Metalsa (Συλλογή 1993, σ. Ι-3751).
(40) - Προμνησθείσα στην υποσημείωση 6.
(41) - Σκέψεις 15 και 16 της προμνησθείσας, στην υποσημείωση 6, γνωμοδότησης 1/91.
(42) - Σκέψεις 20 και 21 της προμνησθείσας, στην υποσημείωση 6, γνωμοδότησης 1/91.
(43) - Γνωμοδότηση του Δικαστηρίου της 10ης Απριλίου 1992 (Συλλογή 1992, σ. Ι-2825) η οποία αφορούσε σχέδιο Συμφωνίας ΕΟΞ όπως τροποποιήθηκε μετά την πρώτη γνωμοδότηση του Δικαστηρίου.
(44) - Στο σημείο αυτό, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στη θέση που έλαβε το Πρωτοδικείο στην απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1997, υπόθεση T-115/94, Opel Austria (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-39), σύμφωνα με την οποία, όταν το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της γνωμοδότησης 1/91 «διαπίστωσε ότι ο στόχος της ομοιογένειας στην ερμηνεία και την εφαρμογή του δικαίου εντός του ΕΟΞ προσκρούει στις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των επί μέρους στόχων και του πλαισίου της συμφωνίας, αφενός, και αυτών του κοινοτικού δικαίου, αφετέρου, η διαπίστωση αυτή έγινε στο πλαίσιο της εξετάσεως του δικαστικού συστήματος που προέβλεπε η Συμφωνία ΕΟΞ, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν το σύστημα αυτό ήταν ικανό να θίξει την αυτοτέλεια της κοινοτικής έννομης τάξης (...)» (σκέψη 109). Αν με τη φράση αυτή υπονοείται ότι τα πορίσματα της γνωμοδότησης 1/91 περιορίζονται αποκλειστικά στο ειδικό πλαίσιο του δικαστικού μηχανισμού που προέβλεπε το σχέδιο Συμφωνίας ΕΟΞ, τότε είμαι υποχρεωμένος να διατυπώσω τις αντιρρήσεις μου. Θεωρώ ότι η συλλογιστική που ανέπτυξε το Δικαστήριο στη γνωμοδότηση 1/91 σε σχέση με τις ουσιώδεις διαφορές που διακρίνουν το νομικό μόρφωμα του ΕΟΞ από το κοινοτικό φαινόμενο έχει γενική εφαρμογή.
Περαιτέρω το Πρωτοδικείο διακηρύσσει στην ίδια υπόθεση ότι «η συμφωνία ΕΟΞ συνεπάγεται μία προωθημένη ολοκλήρωση, οι στόχοι της οποίας υπερβαίνουν τους στόχους μιας απλής συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών» και ότι «σκοπός της συμφωνίας ΕΟΞ είναι επίσης να επεκτείνει στον ΕΟΞ το κοινοτικό δίκαιο που θα προκύψει στους τομείς τους οποίους καλύπτει η συμφωνία, με το ρυθμό που αυτό θεσπίζεται, αναπτύσσεται ή τροποποιείται (...)» (σκέψη 107).
Φρονώ ότι η ερμηνεία αυτή είναι καθόλα ορθή, δεν μπορεί όμως να συνεπάγεται πάντοτε την πλήρη και πανομοιότυπη εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στο χώρο του «δικαίου ΕΟΞ»· η ρυθμιστική και ερμηνευτική ομοιογένεια στην οποία αποσκοπεί η Συμφωνία ΕΟΞ οριοθετείται από τις διαφορές που χωρίζουν την κοινοτική έννομη τάξη από τη Συμφωνία ΕΟΞ. Σε κάθε περίπτωση, η προμνησθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου θα πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα του ειδικού νομικού πλαισίου της υποθέσεως εκείνης. Το Πρωτοδικείο είχε κληθεί να διαπιστώσει αν το άρθρο 10 της Συμφωνίας ΕΟΞ είναι κατ' ουσίαν ταυτόσημο με τα άρθρα 12, 13, 16 και 17 της Συνθήκης ΕΚ, τα οποία απαγορεύουν τους τελωνειακούς δασμούς επί των εισαγωγών και των εξαγωγών καθώς και κάθε φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος. Στο πλαίσιο εκείνο ορθώς κρίθηκε από το Πρωτοδικείο ότι ο στόχος της ερμηνευτικής και ρυθμιστικής ομοιογένειας μπορούσε να επιτευχθεί πλήρως και ότι, βάσει του άρθρου 6 της Συμφωνίας ΕΟΞ, το άρθρο 10 της ίδιας Συμφωνίας έπρεπε να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου που είχε διαμορφωθεί πριν από την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας ΕΟΞ επί των άρθρων 12, 13, 16 και 17 της Συνθήκης ΕΚ.
(45) - Βλ. την προμνησθείσα, στην υποσημείωση 3, απόφαση Francovich.
(46) - ΕΕ 1994, C 241, σ. 21.
(47) - Βλ., σχετικά, C. Yannakopoulos, la notion de droits acquis en droit administratif franηais, Paris, LGDJ [Coll. Bibliothθque de droit public, tome no 188], 1997, με τις κατωτέρω εξειδικεύσεις.
(48) - Ibidem, παραγράφους 348 επ.
(49) - Ibidem, παραγράφους 354 επ. και παραγράφους 765 επ.
(50) - Ibidem, παραγράφους 356 και 865 επ.
(51) - Ibidem, παραγράφους 635 επ.
(52) - Aπόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1992, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-140/91, C-141/91, C-278/91 και C-279/91 (Συλλογή 1992, σ. Ι-6337).
(53) - Σκέψεις 11 και 12 της προμνησθείσας, στην υποσημείωση 22, αποφάσεως Suffritti.
(54) - Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1994, C-316/93 (Συλλογή 1994, σ. Ι-763).
(55) - Του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων· ΕΕ L 8 της 11ης Ιανουαρίου 1984, σ. 17.
(56) - Σκέψη 16.
(57) - Σκέψη 18.
(58) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 1997, C-122/96 (Συλλογή 1997, σ. Ι-5327).
(59) - Σκέψη 14.
(60) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουνίου 1998, C-275/96 (Συλλογή 1998, σ. Ι-3419).
(61) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971.
(62) - Σκέψη 23.
Full & Egal Universal Law Academy