Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Με την παρούσα προσφυγή, που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θέτοντας εμπροθέσμως σε εφαρμογή τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 94/80/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, περί λεπτομερών κανόνων άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι κατά τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές από τους πολίτες της Ένωσης που κατοικούν σε κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοοι (1), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
2 Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 8 Β της Συνθήκης ΕΚ,
«Κάθε πολίτης της Ένωσης που κατοικεί σε κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοος έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές στο κράτος μέλος της κατοικίας του, υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του ενλόγω κράτους. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με την επιφύλαξη των λεπτομερέστερων διατάξεων που θα θεσπίσει, πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1994, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα προτάσεις της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο. Οι διατάξεις αυτές μπορούν να προβλέπουν παρεκκλίσεις όταν αυτό δικαιολογείται λόγω ειδικών προβλημάτων σε ένα κράτος μέλος.»
3 Δυνάμει της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως του πρωτογενούς δικαίου εξεδόθη από το Συμβούλιο, στις 19 Δεκεμβρίου 1994, η οδηγία 94/80/ΕΚ (στο εξής: οδηγία).
Το άρθρο 14, πρώτο εδάφιο της οδηγίας ορίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία πριν την 1η Ιανουαρίου 1996. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.»
ΙΙΙ - Η διαδικασία
4 Η Επιτροπή, ελλείψει γνωστοποιήσεως από το Βασίλειο του Βελγίου των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 94/80 στο Βέλγιο και μη διαθέτοντας άλλη πληροφορία από την οποία να συνάγεται ότι το κράτος αυτό είχε συμμορφωθεί προς τις απορρέουσες από αυτό το νομοθετικό κείμενο υποχρεώσεις του, κάλεσε το Βασίλειο του Βελγίου, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 169 της Συνθήκης, να παρουσιάσει εντός προθεσμίας δύο μηνών τις παρατηρήσεις του σχετικά με την πιθανολογούμενη παράβαση. Ελλείψει απαντήσεως, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 27 Νοεμβρίου 1996, αιτιολογημένη γνώμη στο Βασίλειο του Βελγίου με την οποία του κατελόγισε ότι μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα υλοποιήσεως του συνόλου της οδηγίας είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ενλόγω νομοθεσία· κάλεσε περαιτέρω το κράτος αυτό να λάβει εντός δύο μηνών τα απαιτούμενα προς συμμόρφωση μέτρα.
Στις 28 Μαρτίου 1997, με επιστολή του Μονίμου Αντιπροσώπου του Βελγίου, οι βελγικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή ότι η Βελγική Κυβέρνηση αντιμετώπιζε δυσκολίες στη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο λόγω της ανάγκης της προηγουμένης αναθεωρήσεως του άρθρου 8 του βελγικού Συντάγματος.
Ενόψει των ανωτέρω η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου την παρούσα προσφυγή.
IV - Οι θέσεις των διαδίκων
5 Η Επιτροπή τονίζει πως το άρθρο 14 της οδηγίας προβλέπει ρητώς και σαφώς ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν προς την οδηγία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1996, οφείλουν δε να πληροφορήσουν πάραυτα την Επιτροπή για τη λήψη των μέτρων αυτών. Όπως συνάγεται από την απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη, το Βέλγιο αναγνωρίζει ότι δεν έχει λάβει ακόμη τα κατάλληλα μέτρα συμμορφώσεως προς την οδηγία παρά το ότι η προθεσμία παρήλθε ήδη πριν από ενάμισι έτος. Η Επιτροπή δεν θεωρεί κρίσιμη την επίκληση από το Βέλγιο των δυσχερειών που συνεπάγεται η αναθεώρηση του Συντάγματος, η οποία είναι απαραίτητη για την μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο και αναφέρει αφενός μεν ότι οι όποιες δυσχέρειες ήσαν ήδη γνωστές στις βελγικές αρχές από την 31η Δεκεμβρίου 1994, ημέρα δημοσιεύσεως της οδηγίας αν όχι από την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, αφετέρου δε ότι σε κάθε περίπτωση, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος δεν μπορεί να επικαλείται την κατάσταση της εσωτερικής του εννόμου τάξεως για να δικαιολογήσει την μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών, οι οποίες απορρέουν από τις κοινοτικές οδηγίες. Επομένως, η παράβαση της οδηγίας έχει ήδη συντελεσθεί, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι επόμενες κοινοτικές και δημοτικές εκλογές θα διεξαχθούν στο Βέλγιο το φθινόπωρο του 2000.
Από την πλευρά του το Βασίλειο του Βελγίου υπογραμμίζει τις δυσχέρειες μιας αναθεωρήσεως του Συντάγματος και υπενθυμίζει ότι η διαδικασία περί αναθεωρήσεως του άρθρου 8 του βελγικού Συντάγματος έχει ήδη αρχίσει από τον Απρίλιο του 1995· αναφέρει ακόμη πως το νομοθετικό κείμενο με το οποίο θα μεταφερθεί η οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο αναμένεται ότι θα ληφθεί κατά το δεύτερο τρίμηνο του 1998 και θα δημοσιευθεί μαζί με τα σχετικά εκτελεστικά μέτρα κατα το τελευταίο τρίμηνο του 1998. Δηλώνει τέλος ότι σκοπεύει να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα αυτό και δεσμεύεται να πληροφορήσει το Δικαστήριο τη στιγμή που θα ληφθούν τα κρίσιμα μέτρα μεταφοράς.
V - Οι απόψεις μου επί της προσφυγής
6 Ενόψει των ανωτέρω δεν νομίζω ότι μπορεί να αμφισβητηθεί ότι έχει στοιχειοθετηθεί η παράβαση που καταμαρτυρεί η Επιτροπή με την παρούσα προσφυγή στο Βασίλειο του Βελγίου. Πράγματι, παρά την παρέλευση της δεσμευτικής για τα κράτη μέλη προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 14 της οδηγίας και μολονότι, η Επιτροπή κάλεσε το Βασίλειο του Βελγίου τόσο με το έγγραφο οχλήσεως όσο και με την αιτιολογημένη γνώμη της να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την οδηγία αυτή, το ενλόγω κράτος μέλος δεν έχει μέχρι σήμερα λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη την οδηγία.
Στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω πως η παράβαση δεν αίρεται από το γεγονός ότι η συμμόρφωση προς την οδηγία 94/80/ΕΚ παρουσιάζει περισσότερες δυσχέρειες στο Βέλγιο λόγω ακριβώς της ανάγκης να γίνει προηγουμένως αναθεώρηση του Συντάγματος. Αρκεί να επαναλάβω την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται την ακολουθούμενη εντός του εδάφους του πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής του εννόμου τάξεως για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από την κοινοτική νομοθεσία (2).
VI - Πρόταση
7 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:
- Να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θέτοντας εμπροθέσμως σε εφαρμογή τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 94/80/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, περί λεπτομερών κανόνων άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι κατά τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές από τους πολίτες της Ένωσης που κατοικούν σε κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοοι, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή και
- να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 368 της 31ης Δεκεμβρίου 1994, σ. 38.
(2) - Βλ., εντελώς ενδεικτικά, τις αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 1997, υπόθεση C-107/96, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1997, σ. Ι-3193, σκέψη 10) και της 12ης Δεκεμβρίου 1996, υπόθεση C-297/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1996, σ. Ι-6739, σκέψη 9).
Full & Egal Universal Law Academy