Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το Arbeitsgericht Gelsenkirchen (Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, του άρθρου 11, σημείο 2, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ (1) και της ρήτρας 2, σημείο 6, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 96/34/ΕΚ (2), η οποία δεν είχε ακόμη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο κατά την ημερομηνία υποβολής της διατάξεως περί παραπομπής.
I- Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
2 Αυτά τα σχετικά με την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς εκκρεμούσας ενώπιον του δικαστηρίου αυτού μεταξύ της S. Lewen, ενάγουσας, και του εργοδότη της, L. Denda, ιδιοκτήτη της επιχειρήσεως Denda Zahntechnik, με έδρα το Gelsenkirchen, εναγομένου. Η εν λόγω μισθωτή εργαζόμενη ζητεί την καταβολή δώρου Ξριστουγέννων για το 1996, ύψους 5 500 γερμανικών μάρκων (DEM), την οποία αρνείται ο εναγόμενος με την αιτιολογία - ως φαίνεται - ότι, κατά τη διάρκεια του έτους αυτού, η S. Lewen έλαβε άδεια μητρότητας και ότι, κατά την ημερομηνία καταβολής του δώρου αυτού, βρισκόταν σε γονική άδεια προκειμένου να ασχοληθεί με την ανατροφή της θυγατέρας της.
3 Η S. Lewen εργάστηκε από την 1η Οκτωβρίου 1990 έως τις 6 Σεπτεμβρίου 1996 ως οδοντοτεχνίτρια στην επιχείρηση του εναγομένου, ο οποίος απασχολεί επίσης άνδρες εργαζομένους· οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν σε 5 500 DEM για εβδομαδιαία εργασία 39,25 ωρών.
Το 1995 η ενάγουσα κατέστη έγκυος. Το 1996 εργάστηκε από την 1η Ιανουαρίου, περίπου, μέχρι τα μέσα Απριλίου. Ακολούθως έλαβε ένα μήνα άδειας. Στις 16 Μαου άρχισε η άδεια μητρότητάς της, η οποία έληξε στις 6 Σεπτεμβρίου. Από τις 7 Σεπτεμβρίου τελεί σε γονική άδεια, η οποία πρόκειται να λήξει όταν η θυγατέρα της, που γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου 1996, συμπληρώσει την ηλικία των τριών ετών· κατά την περίοδο αυτή, η ενάγουσα εισπράττει το «επίδομα ανατροφής» που καταβάλλεται από το κράτος και του οποίου το ύψος αποτελεί συνάρτηση του εισοδήματος (3).
4 Σύμφωνα με τις ενδείξεις που παρέσχε το εθνικό δικαστήριο με τη διάταξή του περί παραπομπής, την 1η Δεκεμβρίου των προγενέστερων ετών, ο εναγόμενος είχε χορηγήσει σε όλους τους μισθωτούς δώρο Ξριστουγέννων ίσο με ένα μηνιαίο μισθό. Προκειμένου να μπορούν να λάβουν το δώρο αυτό, οι μισθωτοί όφειλαν να υπογράψουν μια δήλωση με την οποία δήλωναν ότι δέχονταν τους όρους υπό τους οποίους αυτό καταβαλλόταν. Στη δήλωση αυτή αναφερόταν ότι το δώρο αποτελούσε κοινωνική παροχή, η οποία χορηγούνταν άπαξ και οικειοθελώς και η οποία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να παύσει να χορηγείται, χορηγούνταν δε μόνο για τις εορτές των Ξριστουγέννων του οικείου έτους και η καταβολή της δεν θεμελίωνε καμία μελλοντική αξίωση, ούτε όσον αφορά την κατ' αρχήν χορήγησή της ή το ύψος της αλλά ούτε και όσον αφορά τον τρόπο καταβολής της ή τον τρόπο υπολογισμού της. Το δώρο αυτό χορηγούνταν κάθε έτος υπό τη ρητή επιφύλαξη ότι ο εργαζόμενος δεν θα προέβαινε σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του με την επιχείρηση ούτε θα δημιουργούσε κατάσταση επιτρέπουσα την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την επιχείρηση χωρίς τήρηση προθεσμίας, πριν από την 1η Ιουλίου του επομένου έτους. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις καθώς και σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως, ο εργαζόμενος θα όφειλε να επιστρέψει ολόκληρο το ποσό του δώρου αυτού κατά την αποχώρησή του. Από τη δήλωση αυτή δεν προκύπτει ότι το δώρο έπρεπε να επιστραφεί επίσης σε περίπτωση αναστολής της συμβάσεως εργασίας πριν από την οικεία ημερομηνία, π.χ., στην περίπτωση που ο εργαζόμενος θα είχε αρχίσει να υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία ή θα είχε ζητήσει γονική άδεια.
5 Στηριζόμενος στη δήλωση αυτή, ο εργοδότης αρνήθηκε στην προσφεύγουσα, όπως και σε δύο άλλες εργαζόμενες που βρίσκονταν σε γονική άδεια τον Δεκέμβριο 1996 - των οποίων τα στοιχεία δεν αναφέρονται στον φάκελο και οι οποίες δεν είναι διάδικοι στη διαφορά της κύριας δίκης - την καταβολή του δώρου για το έτος 1996, χωρίς να το έχει αναγγείλει το 1995.
II - Τα προδικαστικά ερωτήματα
6 Προκειμένου να αποφανθεί επί της διαφοράς αυτής, το Arbeitsgericht Gelsenkirchen υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αποτελεί το δώρο Ξριστουγέννων αμοιβή, υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ ή του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο ββ, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ, για την εργασία που παρασχέθηκε κατά το έτος χορηγήσεως του δώρου, ακόμη και στην περίπτωση που ο εργοδότης καταβάλλει το δώρο με κύριο ή αποκλειστικό σκοπό να δώσει κίνητρα για την εργασία που θα παρασχεθεί στο μέλλον και/ή για να τονώσει την πίστη των εργαζομένων στην επιχείρηση; Πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για αμοιβή, τουλάχιστον στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν είχε αναγγείλει, πριν από την έναρξη του έτους χορηγήσεως του δώρου, ότι τα Ξριστούγεννα του επόμενου έτους σκόπευε να το καταβάλει με αποκλειστικό κριτήριο τη μελλοντική παροχή εργασίας, δηλαδή ότι δεν θα το κατέβαλλε στους εργαζομένους των οποίων οι σχέσεις εργασίας θα τελούσαν υπό αναστολή κατά την ημερομηνία της καταβολής του και μετά την ημερομηνία αυτή;
2) Συνιστά παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, του άρθρου 11, σημείο 2, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ και της ρήτρας 2, σημείο 6, του παραρτήματος της οδηγίας 96/34/ΕΚ (που πρέπει να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο) το γεγονός ότι ένας εργοδότης αποκλείει πλήρως από το ευεργέτημα του δώρου αυτού τις γυναίκες που, κατά το χρονικό σημείο της καταβολής του, τελούν σε γονική άδεια, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την εργασία που παρασχέθηκε κατά το έτος χορηγήσεως του δώρου και τις περιόδους προστασίας της μητρότητας (απαγορεύσεως εργασίας);
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
Συνιστά παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο ββ, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ και της ρήτρας 2, σημείο 6, του παραρτήματος της οδηγίας 96/34/ΕΚ το γεγονός ότι ένας εργοδότης λαμβάνει υπόψη, για την αναλογική μείωση του δώρου Ξριστουγέννων που καταβάλλει σε γυναίκα τελούσα σε γονική άδεια,
- τις περιόδους γονικής άδειας
- τις περιόδους προστασίας της μητρότητας (απαγορεύσεως εργασίας);»
III - Η κοινοτική νομοθεσία
7 Το άρθρο 119 της Συνθήκης καθιερώνει την αρχή της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών. Η δεύτερη και η τρίτη παράγραφος του άρθρου αυτού ορίζουν τα εξής:
«Ως αμοιβή νοούνται, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στο εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.
Η ισότης αμοιβής χωρίς διακρίσεις φύλου συνεπάγεται:
α) ότι η αμοιβή, παρεχομένη για όμοια εργασία που πληρώνεται κατ'αποκοπήν καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως·
β) ότι η αμοιβή, η παρεχομένη για εργασία που πληρώνεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας.»
8 Το άρθρο 11 της οδηγίας 92/85 ορίζει, προκειμένου να εξασφαλίσει στις εγκύους, λεχώνες και γαλουχούσες εργαζόμενες την άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα εξής:
«(...)
2) στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 8 [που προβλέπει ότι οι εργαζόμενες δικαιούνται άδεια μητρότητας διάρκειας τουλάχιστον δύο εβδομάδων, εκ των οποίων οι δύο είναι υποχρεωτικές], πρέπει να εξασφαλίζονται:
α) τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2, εκτός από τα δικαιώματα που αναφέρονται στο κατωτέρω στοιχείο ββ·
β) η διατήρηση αμοιβής ή/και το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος (...)».
9 Η συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια κηρύχθηκε εφαρμοστέα στα κράτη μέλη, εξαιρουμένου του Ηνωμένου Βασιλείου, με την οδηγία 96/34, που εκδόθηκε στις 3 Ιουνίου 1996 βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική (4), η οποία επιτρέπει στους κοινωνικούς εταίρους να ζητούν από κοινού τη θέση σε εφαρμογή των συμφωνιών σε κοινοτικό επίπεδο με απόφαση του Συμβουλίου κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής. Η προθεσμία για την ενσωμάτωση του περιεχομένου της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια στο εσωτερικό δίκαιο έληξε στις 3 Ιουνίου 1998. Η ρήτρα 2, σημείο 6, της συμφωνίας-πλαισίου, της οποίας η ερμηνεία ζητείται από το εθνικό δικαστήριο, ορίζει τα εξής:
«Τα κεκτημένα δικαιώματα ή τα δικαιώματα που είναι υπό κτήση από τον εργαζόμενο κατά την ημερομηνία ενάρξεως της γονικής άδειας διατηρούνται ως έχουν μέχρι τέλους της γονικής άδειας. Με τη λήξη της γονικής άδειας, εφαρμόζονται τα δικαιώματα αυτά, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών που προέρχονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την εθνική πρακτική.»
Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε και η ισχύς της επεκτάθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο με την οδηγία 97/75/ΕΚ (5), η οποία τάσσει στο εν λόγω κράτος μέλος προθεσμία για την προσαρμογή του εσωτερικού του δικαίου, η οποία θα λήξει στις 15 Δεκεμβρίου 1999.
IV - Οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
10 Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν, εντός της προθεσμίας που τάσσει προς τούτο το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η ενάγουσα και ο εναγόμενος της κύριας δίκης, η Γερμανική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, που έλαβε χώρα στις 28 Ιανουαρίου 1998, προφορικές παρατηρήσεις υπέβαλαν οι εκπρόσωποι της ενάγουσας και του εναγομένου της κύριας δίκης, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής.
11 Η ενάγουσα φρονεί ότι το δώρο Ξριστουγέννων το οποίο ζητεί εντάσσεται στην αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, ακόμη και αν ο εργοδότης το χορηγεί ως κίνητρο για τη μελλοντική παροχή εργασίας και για να τονώσει την πίστη των εργαζομένων στην επιχείρηση και ότι, συναφώς, είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι χορηγείται βάσει μονομερούς δηλώσεως βουλήσεως του εργοδότη, δεδομένου ότι ο εργοδότης δεν υποχρεούται συναφώς ούτε από τον νόμο ούτε από τη σύμβαση εργασίας. Το αποφασιστικό στοιχείο είναι ότι πρόκειται για χρηματική παροχή που καταβάλλεται στο πλαίσιο της σχέσεως εργασίας.
Κατά την άποψή της, το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν έλαβε υπόψη, για την καταβολή του επίμαχου δώρου, την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας αυτή βρισκόταν σε άδεια μητρότητας συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου· συγχρόνως, η άρνηση του εργοδότη να καταβάλει το δώρο αυτό για το έτος 1996 σε όλες τις μισθωτές εργαζόμενες που βρίσκονταν σε γονική άδεια συνιστά έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, αφού, μολονότι τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες έχουν τη δυνατότητα να λάβουν την άδεια αυτή, οι γυναίκες είναι εκείνες οι οποίες ακόμη και σήμερα ασχολούνται στην πλειονότητά τους με την φύλαξη και την ανατροφή των τέκνων. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, στη Γερμανία, οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν ποσοστό μεγαλύτερο του 90 % των εργαζομένων που λαμβάνουν γονική άδεια. Επιπλέον, η προβλεπόμενη από τη γερμανική νομοθεσία γονική άδεια, η οποία μπορεί να διαρκέσει μέχρις ότου το τέκνο συμπληρώσει την ηλικία των τριών ετών, ομοιάζει με τη γονική άδεια που προβλέπει η οδηγία 96/34, δυνάμει της οποίας τα κεκτημένα δικαιώματα ή τα δικαιώματα που είναι υπό κτήση από τον εργαζόμενο κατά την ημερομηνία ενάρξεως της γονικής άδειας διατηρούνται ως έχουν μέχρι το τέλος της άδειας αυτής. Στην περίπτωση της ενάγουσας, τούτο σημαίνει ότι έχει αποκτήσει αναδρομικώς, από την ημερομηνία καταβολής του δώρου, ένα δικαίωμα που είχε γεννηθεί στις αρχές του 1996 και το οποίο αντιστοιχούσε, εν πάση περιπτώσει, στην περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας τελούσε σε ενεργό σχέση εργασίας.
12 Ο εναγόμενος διατείνεται ότι το επίμαχο δώρο δεν αποτελεί αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης και ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να αναγγείλει ένα έτος πριν από την καταβολή του δώρου ότι δεν θα το κατέβαλλε στους μισθωτούς των οποίων η σύμβαση θα τελούσε σε αναστολή, τούτο δε για διαφόρους λόγους: πρώτον, ούτε η συλλογική σύμβαση που διέπει τον τομέα δραστηριότητάς του ούτε οι ρήτρες των συμβάσεων των μισθωτών αυτών του επιβάλλουν οποιαδήποτε υποχρέωση να τους καταβάλει δώρο Ξριστουγέννων· ο λόγος για τον οποίο κατέβαλε το δώρο αυτό το 1996 στους εν ενεργεία εργαζομένους ήταν ότι σκοπούσε να τους δώσει κίνητρα προκειμένου να παρέχουν και κατά τους επόμενους μήνες εργασία ικανοποιητικού επιπέδου· οι εργαζόμενοι που, κατά την ημερομηνία εκείνη, υπηρετούσαν τη στρατιωτική ή την εναλλακτική θητεία τους δεν εισέπραξαν το δώρο αυτό, όπως δεν το εισέπραξαν και όσοι είχαν λύσει τη σύμβασή τους. Δεύτερον, όταν κατέβαλλε το δώρο αυτό κατά τη διάρκεια των προγενεστέρων ετών, διευκρίνιζε σαφώς και εγγράφως με τη δήλωση την οποία όφειλαν να υπογράψουν οι μισθωτοί ότι επρόκειτο για κοινωνική παροχή χορηγούμενη άπαξ και οικειοθελώς, η οποία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να παύσει να χορηγείται και η οποία χορηγούνταν μόνο για τις εορτές των Ξριστουγέννων του οικείου έτους. Με τη δήλωση αυτή διευκρίνιζε, ομοίως, ότι η καταβολή του δώρου για το οικείο έτος δεν θεμελίωνε κανένα δικαίωμα ούτε όσον αφορά τη μελλοντική είσπραξή του ούτε όσον αφορά το ύψος του. Τέλος, ο εναγόμενος επιφύλασσε στον εαυτό του το δικαίωμα να αποφασίζει ελεύθερα στα τέλη κάθε έτους, σε συνάρτηση προς την κατάσταση της επιχειρήσεως, αν θα καταβάλει δώρο, ανεξαρτήτως του ύψους του και των αποδεκτών του.
13 Η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι το επίμαχο δώρο συνιστά αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης και ότι, ως εκ τούτου, το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν αποφάσισε πριν από την 1η Δεκεμβρίου 1996 ότι θα το κατέβαλλε και υπό ποιες προϋποθέσεις θα το κατέβαλλε είναι άνευ σημασίας.
Ωστόσο, η κυβέρνηση αυτή υποστηρίζει ότι οι εργαζόμενοι των οποίων η σύμβαση τελεί σε αναστολή δεν μπορούν να απαιτήσουν την καταβολή μισθού ως εάν τελούσαν σε ενεργό σχέση εργασίας και ότι ο συλλογισμός αυτός ισχύει επίσης για τις γυναίκες που τελούν σε άδεια μητρότητας. Έτσι, δεδομένου ότι οι εργαζόμενες δεν εργάζονται πλέον κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής ούτε κατά τη διάρκεια της περιόδου της γονικής άδειας, ο εργοδότης δεν υποχρεούται δυνάμει της αρχής της ισότητας των αμοιβών να τους καταβάλει το δώρο των Ξριστουγέννων, αφού το δώρο αυτό δεν αποτελεί μισθολογική αύξηση με αναδρομικό αποτέλεσμα, αλλά πρόσθετη αμοιβή χορηγούμενη για την εργασία που έχει παρασχεθεί μέχρι την ημερομηνία καταβολής και προς τόνωση της μελλοντικής πίστεως στην επιχείρηση. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι πρόκειται για οικειοθελώς χορηγούμενη από τον εργοδότη παροχή, κατά την έναρξη της γονικής άδειάς της, η S. Lewen δεν είχε δικαίωμα για το δώρο αυτό ούτε μπορούσε να ισχυριστεί ότι επρόκειτο για δικαίωμα υπό κτήση. Η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, ελλείψει διατάξεων νόμου ή συλλογικής συμβάσεως ή, έστω, διατάξεων ατομικής συμβάσεως εργασίας, ο εργοδότης είναι ελεύθερος να αποφασίσει αν θα καταβάλει το δώρο και υπό ποιες προϋποθέσεις, χωρίς να μπορεί ένα δικαστήριο να ελέγξει αν η καταβολή ολοκλήρου του ποσού του δώρου σε έναν εργαζόμενο που αρχίζει να παρέχει την εργασία του τον Δεκέμβριο μπορεί να είναι δικαιολογημένη.
14 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι ένα δώρο Ξριστουγέννων όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη αποτελεί αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, ακόμη και αν η χορήγησή του είναι αμιγώς οικειοθελής και σκοπεί να δώσει κίνητρα για την εργασία που θα παρασχεθεί στο μέλλον και να τονώσει την πίστη των εργαζομένων στην επιχείρηση. Για την εκτίμηση του αν το δώρο Ξριστουγέννων συνδέεται με την εργασία που παρασχέθηκε κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου στην οποία περιλαμβάνεται η περίοδος της άδειας μητρότητας, η κυβέρνηση αυτή προτείνει δύο λύσεις: αν το δώρο του 1996 καταβλήθηκε ως αμοιβή για την εργασία που παρασχέθηκε κατά τη διάρκεια του έτους αυτού, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου της άδειας μητρότητας, αποτελεί στοιχείο της αμοιβής υπό την έννοια του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο ββ, της οδηγίας 92/85. Αντιθέτως, εάν, όπως φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω, το δώρο δεν καταβλήθηκε με τον σκοπό αυτό, αλλά με σκοπό να δοθούν κίνητρα για τη μελλοντική παροχή εργασίας, δεν αποτελεί μέρος της της προβλεπομένης από τη διάταξη αυτή αμοιβής, την οποία δικαιούνται οι γυναίκες κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί ότι, αν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι το δώρο συνιστά κίνητρο για τη μελλοντική παροχή εργασίας και για την τόνωση της πίστεως των εργαζομένων στην επιχείρηση, η απόφαση να αποκλειστεί ορισμένη ομάδα εργαζομένων από το δικαίωμα λήψεως του δώρου, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για τους εργαζομένους που τελούν σε γονική άδεια ή για εκείνους των οποίων η σύμβαση τελεί σε αναστολή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, μπορεί να συνιστά έμμεση δυσμενή διάκριση, εάν η απόφαση αυτή θίγει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών απ' ό,τι ανδρών. Ωστόσο, ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού, η απόφαση να περιοριστεί η καταβολή του δώρου αυτού σε όσους πράγματι παρέχουν εργασία υπαγορεύεται από θεμιτό σκοπό, ο οποίος δικαιολογείται αντικειμενικά και είναι άσχετος προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου.
Η εν λόγω κυβέρνηση προσθέτει ότι, στο μέτρο που το δώρο δεν χορηγείται με σκοπό να ανταμειφθεί η εργασία που παρασχέθηκε πριν από την έναρξη της γονικής άδειας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά την ημερομηνία αυτή, δεν υπήρχε κανένα κεκτημένο δικαίωμα ούτε δικαίωμα υπό κτήση. Επομένως, δεν μπορούσε να υπάρχει κανένα δικαίωμα που μπορεί να διατηρηθεί δυνάμει της ρήτρας 2, παράγραφος 6, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια.
15 Η Επιτροπή εκθέτει ότι το επίμαχο δώρο εντάσσεται στην έννοια της αμοιβής κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης και το άρθρο 11 της οδηγίας 92/85 και ότι, ως εκ τούτου, εμπίπτει στην απαγόρευση των διακρίσεων, ακόμη και αν αποδειχθεί ότι καταβλήθηκε από τον εργοδότη κυρίως ή αποκλειστικά με σκοπό να δοθούν κίνητρα για τη μελλοντική παροχή εργασίας και να τονωθεί η πίστη των εργαζομένων στην επιχείρηση. Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους ο εργοδότης καταβάλλει το δώρο αυτό αποτελούν πραγματικά ζητήματα που πρέπει να αξιολογούνται από το εθνικό δικαστήριο, ότι σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της, στη γερμανική θεωρία του δικαίου και νομολογία γίνεται, κατ' αρχήν, δεκτό ότι τα δώρα Ξριστουγέννων καταβάλλονται τόσο για την επιβράβευση της ήδη παρασχεθείσας εργασίας όσο και για την παροχή κινήτρων για τη μελλοντική παροχή εργασίας και, τέλος, ότι δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί, αποκλειστικά βάσει της εξηγήσεως που παρέσχε ο εργοδότης κατά τη διάρκεια της δίκης, αν κατέβαλε το δώρο αυτό κυρίως ή αποκλειστικά προκειμένου να δώσει κίνητρα για τη μελλοντική παροχή εργασίας, δεδομένου ότι δεν είχε προβεί σε καμία προγενέστερη δήλωση συναφώς.
Η Επιτροπή διατείνεται ότι το γεγονός ότι η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας μια εργαζόμενη βρίσκεται σε γονική άδεια θεωρείται ως περίοδος κατά την οποία δεν έχει παρασχεθεί εργασία για τους σκοπούς του υπολογισμού του δώρου, με συνέπεια τη μείωση του ύψους του, δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 119 της Συνθήκης. Ωστόσο, τούτο δεν ισχύει όσον αφορά την άρνηση καταβολής ολοκλήρου του ποσού του δώρου με την αιτιολογία ότι η εργαζόμενη βρίσκεται σε γονική άδεια κατά τον χρόνο της καταβολής του, άρνηση η οποία θα μπορούσε να συνιστά απαγορευόμενη από το άρθρο 119 δυσμενή διάκριση, εάν δεν λαμβάνεται υπόψη η εργασία που τα πρόσωπα αυτά έχουν ήδη παράσχει ή την οποία πρόκειται να παράσχουν κατά τη διάρκεια της περιόδου την οποία αφορά το δώρο. Δεδομένου ότι το ποσοστό των γυναικών που λαμβάνουν γονική άδεια για να ασχοληθούν με τα τέκνα τους είναι πολύ υψηλότερο από εκείνο των ανδρών, πρόκειται για έμμεση δυσμενή διάκριση.
V - Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων
Α - Επί του πρώτου ερωτήματος
16 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημά του, το Arbeitsgericht Gelsenkirchen ζητεί να μάθει αν ένα δώρο καταβαλλόμενο από τον εργοδότη επ' ευκαιρία των εορτών των Ξριστουγέννων με κύριο ή αποκλειστικό σκοπό την παροχή κινήτρων για τη μελλοντική παροχή εργασίας και/ή την τόνωση της πίστεως των εργαζομένων στην επιχείρηση μπορεί να συνιστά αμοιβή για την εργασία που παρασχέθηκε κατά τη διάρκεια του έτους χορηγήσεως του δώρου, υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ή του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο ββ, της οδηγίας 92/85. Το δικαστήριο αυτό ζητεί επίσης να διευκρινιστεί αν, συναφώς, έχει σημασία το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν προανήγγειλε εγκαίρως ότι, κατά τις επόμενες εορτές των Ξριστουγέννων, θα καθόριζε το ύψος του δώρου αποκλειστικά σε συνάρτηση προς τη μελλοντική παροχή εργασίας και ότι δεν θα το χορηγούσε στους εργαζομένους των οποίων η σύμβαση θα τελούσε υπό αναστολή κατά την ημερομηνία της καταβολής του.
17 Κατ' αρχάς, θα εξετάσω το ζήτημα αν το επίμαχο δώρο εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης· ακολούθως, θα επιχειρήσω να προσδιορίσω αν αποτελεί αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο ββ, της οδηγίας 92/85.
18 Η αρχή της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 119 της Συνθήκης, περιλαμβάνεται στις βάσεις της Κοινότητας (6). Το άρθρο αυτό ορίζει ευρέως την έννοια της αμοιβής, καθόσον προβλέπει ότι περιλαμβάνει τους «(...) συνήθεις βασικούς ή ελάχιστους μισθούς ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας».
Ο ορισμός αυτός συμπληρώθηκε με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο, από το 1971, συμπεριέλαβε στην έννοια αυτή τα «τωρινά ή μελλοντικά» πλεονεκτήματα (7) και, το 1990, προσέθεσε ότι οι παροχές που καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του τελευταίου εμπίπτουν στην έννοια της αμοιβής, «ανεξαρτήτως του εάν καταβάλλονται δυνάμει συμβάσεως εργασίας, νομοθετικών διατάξεων ή οικειοθελώς» (8).
19 Παραδείγματος χάριν, και χωρίς η απαρίθμηση αυτή να είναι εξαντλητική, το Δικαστήριο θεώρησε, με την πάροδο των ετών, ότι στην έννοια της αμοιβής εμπίπτουν τόσο οι διευκολύνσεις στις συγκοινωνίες που παρέχει μια επιχείρηση σιδηροδρόμων στους υπαλλήλους της μετά τη συνταξιοδότησή τους και οι οποίες ισχύουν επίσης για τα μέλη των οικογενειών τους (9) όσο και η έκπτωση στα εισητήρια των συγκοινωνιών που χορηγεί ένας εργοδότης βάσει της συμβάσεως εργασίας υπέρ του συζύγου ή του ατόμου του αντιθέτου φύλου με το οποίο ο εργαζόμενος διατηρεί σταθερή εξωγαμική σχέση (10), η προσωρινή αποζημίωση που χορηγείται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο σε περίπτωση διακοπής της σχέσεως εργασίας και η οποία καταβάλλεται κατά τον χρόνο διακοπής της σχέσεως εργασίας προκειμένου να διευκολύνει την προσαρμογή του εργαζομένου στις νέες καταστάσεις (11), η αποζημίωση που καταβάλλεται στα μέλη της επιτροπής εργαζομένων επιχειρήσεως υπό τη μορφή αδειών μετ' αποδοχών ή υπερωριακής αμοιβής λόγω της συμμετοχής τους σε εκπαιδευτικά μαθήματα που τους παρέχουν τις αναγκαίες γνώσεις για τη δραστηριότητα των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως, παρά το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια των μαθημάτων αυτών, δεν ασκούν καμία δραστηριότητα προβλεπόμενη από τη σύμβαση εργασίας τους (12), οι αποζημιώσεις που χορηγούνται στον εργαζόμενο σε περίπτωση απολύσεώς του (13), η διατήρηση της αμοιβής του εργαζομένου σε περίπτωση ασθενείας (14), συμπεριλαμβανομένης της περιπτώσεως κατά την οποία η ανικανότητα προς εργασία της εγκύου γυναίκας οφείλεται στην εγκυμοσύνη (15), και η παροχή που καταβάλλει ο εργοδότης, δυνάμει νομοθετικών διατάξεων ή λόγω συλλογικών συμβάσεων, σε γυναίκα εργαζόμενη κατά την άδεια μητρότητας (16).
20 Το Δικαστήριο έχει δεχθεί επίσης ότι, λόγω του επιτακτικού της χαρακτήρα, η απαγόρευση των διακρίσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων που προβλέπει το άρθρο 119 της Συνθήκης επιβάλλεται όχι μόνο στις ενέργειες των δημοσίων αρχών, αλλά επεκτείνεται επίσης σε όλες τις συμβάσεις που έχουν σκοπό να ρυθμίσουν κατά συλλογικό τρόπο την έμμισθη εργασία, όπως και στις συμβάσεις μεταξύ ιδιωτών (17).
21 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο νομικός ορισμός της αμοιβής, όπως έχει ερμηνευθεί και συμπληρωθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου, περιλαμβάνει ένα δώρο που καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο με κύριο ή αποκλειστικό σκοπό να δώσει κίνητρα για τη μελλοντική παροχή εργασίας και/ή να τονώσει την πίστη του στην επιχείρηση, επ' ευκαιρία των εορτών των Ξριστουγέννων;
22 Είμαι πεπεισμένος ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Πράγματι, πρόκειται για μια χρηματική παροχή, που καταβάλλεται απευθείας και οικειοθελώς από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας του τελευταίου.
Όσον αφορά τα ποσά που ο εργοδότης καταβάλλει οικειοθελώς, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση πλεονεκτημάτων που χορηγεί ο εργοδότης στους εργαζομένους χωρίς να υποχρεούται προς τούτο από σύμβαση (18).
23 Ωστόσο, το κοινοτικό δίκαιο, στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του, δεν επιτρέπει να διαπιστωθεί αν το δώρο αποτελεί την αμοιβή της εργασίας που έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια του έτους χορηγήσεώς του ή αν σκοπεί, όπως φαίνεται να διατείνεται ο εναγόμενος της κύριας δίκης, στο να δοθούν κίνητα για τη μελλοντική παροχή εργασίας και να τονωθεί η πίστη των εργαζομένων στην επιχείρηση· τα ζητήματα αυτά πρέπει να κριθούν βάσει του εθνικού δικαίου.
Εν πάση περιπτώσει, οι λόγοι για τους οποίους ο εργοδότης καταβάλλει το δώρο αυτό δεν μπορούν να μεταβάλουν το γεγονός ότι αποτελεί αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, με συνέπεια να πρέπει να χορηγείται, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, στους άνδρες και τις γυναίκες, χωρίς διάκριση λόγω φύλου.
24 Αποτελεί το επίμαχο δώρο επίσης αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο ββ, της οδηγίας 92/85;
25 Κατά την άποψή μου, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Πράγματι, η διάταξη αυτή επιβάλλει να εξασφαλίζονται, τόσο κατά την άδεια μητρότητας της εργαζομένης - της οποίας η διάρκεια καθορίζεται από το άρθρο 8 της ίδιας οδηγίας σε τουλάχιστον δεκατέσσερις συναπτές εβδομάδες, εκ των οποίων οι δύο είναι υποχρεωτικές - τη διατήρηση της αμοιβής ή/και το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος. Με την απόφαση Gillespie κ.λπ. (19), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, δεδομένου ότι στηρίζεται επί της εργασιακής σχέσεως, η παροχή την οποία καταβάλλει ο εργοδότης, δυνάμει νομοθετικών διατάξεων ή λόγω συλλογικών συμβάσεων, σε γυναίκα εργαζόμενη κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας αποτελεί αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης.
Με την απόφαση Boyle κ.λπ. (20), το Δικαστήριο, αποφαινόμενο ευθέως όσον αφορά την έννοια της αμοιβής που χρησιμοποιείται στο άρθρο 11 της οδηγίας 92/85, δέχθηκε ότι η έννοια αυτή καλύπτει, όπως και ο ορισμός που δίδεται με το άρθρο 119 της Συνθήκης, όλα τα οφέλη που καταβάλλονται άμεσα ή έμμεσα από τον εργοδότη κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας λόγω της εργασίας της εργαζομένης και ότι η έννοια του επιδόματος, που επίσης χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή, περιλαμβάνει κάθε ποσό που εισπράττεται από την εργαζόμενη κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας και δεν της καταβάλλεται ευθέως από τον εργοδότη της βάσει της εργασιακής σχέσεως.
Επομένως, είναι αναμφισβήτητο ότι η αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο ββ, της οδηγίας 92/85, του οποίου ο ορισμός συμπίπτει με εκείνον του άρθρου 119 της Συνθήκης, αφορά μόνον την αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στην εργαζόμενη κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας.
Δεδομένου ότι το επίμαχο δώρο δεν σκοπεί να διασφαλίσει ορισμένο επίπεδο εισοδημάτων στην εργαζόμενη κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητάς της, δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να θεωρηθεί ως αμοιβή της οποίας η διατήρηση πρέπει να εξασφαλίζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.
26 Ωστόσο, η ερμηνεία που προτείνω δεν σημαίνει ότι το δικαίωμα για είσπραξη του δώρου αυτού πρέπει να θεωρηθεί ότι εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 92/85, που σκοπεί να προαγάγει τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων.
27 Το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας αυτής απαιτεί να εξασφαλίζονται, κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, εκτός από τη διατήρηση αμοιβής και/ή το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος, τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας. Φρονώ ότι το επίμαχο δώρο περιλαμβάνεται μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών.
28 Ο χαρακτηρισμός του δώρου αυτού συγχρόνως ως αμοιβής υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης και ως δικαιώματος σχετιζομένου με τη σύμβαση εργασίας υπό την έννοια του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85, και όχι ως αμοιβής υπό την έννοια του στοιχείου ββ, είναι απολύτως συνεπής και, επιπλέον, συνάδει προς τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Πράγματι, οι προϋποθέσεις από την τήρηση των οποίων ο εργοδότης εξαρτά την υπαγωγή των υπαλλήλων του σε συνταξιοδοτικό σύστημα επιχειρήσεως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης (21) και οι συντάξεις που καταβάλλονται από τα ιδιωτικά επαγγελματικά συστήματα (22) εμπίπτουν στην έννοια της αμοιβής, αφού πρόκειται για οφέλη που καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας του. Όμως, τούτο δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι η κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος χρηματοδοτουμένου εξ ολοκλήρου από τον εργοδότη ως τμήμα των συναφών προς τη σύμβαση εργασίας δικαιωμάτων των εργαζομένων γυναικών υπό την έννοια του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85 (23), των οποίων η διατήρηση πρέπει να εξασφαλίζεται κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας.
29 Ενόψει των προεκτεθέντων, μπορεί ήδη να συναχθεί, αφενός, ότι το επίμαχο δώρο εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης, και άρα πρέπει να καταβάλλεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις στους άνδρες και τις γυναίκες, χωρίς διάκριση λόγω φύλου, και, αφετέρου, ότι, για την εφαρμογή της οδηγίας 92/85, το δώρο αυτό πρέπει να χαρακτηριστεί ως δικαίωμα σχετιζόμενο προς τη σύμβαση εργασίας, του οποίου η κτήση πρέπει να διασφαλίζεται κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας της εργαζομένης, σύμφωνα με το άρθρο 8 της ίδιας αυτής οδηγίας.
30 Από τον συλλογισμό αυτό απορρέει ότι ο σκοπός που επιδιώκει ο εργοδότης μέσω της καταβολής του δώρου αυτού είναι άνευ σημασίας, όπως συμβαίνει και με το γεγονός ότι δεν προανήγγειλε εγκαίρως ότι, κατά τις επόμενες εορτές των Ξριστουγέννων, θα καθόριζε το ύψος του δώρου αποκλειστικά σε συνάρτηση προς τη μελλοντική παροχή εργασίας και ότι δεν θα το χορηγούσε στους εργαζομένους των οποίων η σχέση εργασίας θα τελούσε υπό αναστολή κατά την ημερομηνία της καταβολής και μεταγενέστερα. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για πραγματικά ζητήματα, τα οποία πρέπει να εκτιμήσει το εθνικό δικαστήριο βοηθούμενο από τις ενδείξεις που του παρέχονται από το Δικαστήριο, αφού πρόκειται για δώρο που δεν διέπεται ούτε από τον νόμο ούτε από τη συλλογική σύμβαση, το οποίο δεν προβλέπεται ούτε από τη σύμβαση εργασίας και στην περίπτωση του οποίου τα δικαστήρια του οικείου κράτους μέλους δεν συμφωνούν όσον αφορά τον σκοπό και τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς του.
Β - Επί του δευτέρου ερωτήματος
31 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να μάθει εάν μία ή περισσότερες από τις κοινοτικές διατάξεις που παραθέτει, ήτοι το άρθρο 119 της Συνθήκης, το άρθρο 11, σημείο 2, της οδηγίας 92/85 και η ρήτρα 2, σημείο 6, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 96/34, απαγορεύουν να αποκλείει ένας εργοδότης πλήρως από το ευεργέτημα του επίμαχου δώρου μια γυναίκα η οποία, κατά τον χρόνο της καταβολής του δώρου αυτού, τελεί σε γονική άδεια, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την εργασία που παρασχέθηκε κατά το έτος χορηγήσεως του δώρου ούτε την περίοδο της άδειας μητρότητας την οποία έλαβε η εργαζόμενη αυτή.
32 Το άρθρο 119 της Συνθήκης καθιερώνει την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων για όμοια εργασία· όπως διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, το επίμαχο δώρο εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής κατά το άρθρο αυτό. Επομένως, πρέπει να χορηγείται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις στους άνδρες και στις γυναίκες, χωρίς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου.
33 Το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85 επιβάλλει, κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας της εργαζομένης, που προβλέπεται στο άρθρο της 8, να της εξασφαλίζεται η διατήρηση των δικαιωμάτων που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας. Όπως προαναφέρθηκε στο πλαίσιο της απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, θεωρώ ότι το επίμαχο δώρο περιλαμβάνεται μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών.
34 Το εθνικό δικαστήριο ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τη ρήτρα 2, σημείο 6, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 96/34, οι διατάξεις της οποίας δεν είχαν ακόμη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο· τα κράτη μέλη διέθεταν προς τούτο προθεσμία η οποία έληξε στις 3 Ιουνίου 1998. Ωστόσο, διαπιστώνω ότι, στη Γερμανία, ο νομοθέτης προηγήθηκε κατά μερικά έτη του κοινοτικού νομοθέτη, όσον αφορά την πρόβλεψη της χορηγήσεως γονικής άδειας στους εργαζομένους επ' ευκαιρία της γεννήσεως τέκνου, άδεια η οποία μπορεί να διαρκέσει μέχρις ότου το τέκνο συμπληρώσει την ηλικία των τριών ετών. Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να παράσχει ορισμένες χρήσιμες ενδείξεις στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της υποθέσεως της κύριας δίκης, ώστε να μπορέσει αυτό να προβεί σε μια ερμηνεία του εθνικού δικαίου σύμφωνη με το περιεχόμενο και τον σκοπό αυτής της συμφωνίας-πλαισίου.
Η ρήτρα 2, σημείο 6, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 96/34, επιβάλλει να διατηρούνται τα κεκτημένα δικαιώματα ή τα δικαιώματα που είναι υπό κτήση από τον εργαζόμενο κατά την ημερομηνία ενάρξεως της γονικής άδειας ως έχουν μέχρι το τέλος της γονικής άδειας.
Ενόψει της διατυπώσεως της διατάξεως αυτής και του γεγονότος ότι το εθνικό δικαστήριο διερωτάται, με το δεύτερο αυτό ερώτημα, σχετικά με τις συνέπειες του υπολογισμού του ύψους του δώρου ο οποίος έχει πραγματοποιηθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη ούτε η περίοδος παροχής εργασίας ούτε η περίοδος της άδειας μητρότητας, ενώ, στο πλαίσιο του τρίτου ερωτήματος, διερωτάται ευθέως σχετικά με τον υπολογισμό του δώρου που έχει πραγματοποιηθεί χωρίς να ληφθούν υπόψη οι περίοδοι γονικής άδειας, θα ασχοληθώ με την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στη διάταξη αυτή στο πλαίσιο της απαντήσεως του τρίτου ερωτήματος.
35 Μπορεί ένας εργοδότης, υπό το φως του άρθρου 119 της Συνθήκης και του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85, να αποκλείσει πλήρως από το ευεργέτημα του επίμαχου δώρου μια γυναίκα η οποία, κατά τον χρόνο καταβολής του δώρου αυτού, ήτοι την 1η Δεκεμβρίου, τελεί σε γονική άδεια, χωρίς να λάβει υπόψη την περίοδο κατά την οποία η γυναίκα αυτή παρέσχε εργασία κατά το έτος χορηγήσεως του δώρου και την περίοδο της άδειας μητρότητας την οποία έλαβε;
36 Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τους τρόπους κτήσεως του επίμαχου δικαιώματος εκ μέρους των εργαζομένων· όπως όμως υπογράμμισα ήδη ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία πραγματικά στοιχεία για να παράσχει συγκεκριμένη απάντηση, αφού το επίμαχο δώρο δεν προβλέπεται ούτε από τον νόμο ούτε από συλλογική σύμβαση και δεν αναφέρεται ούτε καν στην ατομική σύμβαση εργασίας. Επιπλέον, ούτε οι διάδικοι συμφωνούν όσον αφορά το αν το δώρο αυτό σκοπεί να ανταμείψει την εργασία και την πίστη στην επιχείρηση για το παρελθόν έτος ή να δώσει κίνητρα για την εργασία και την πίστη στην επιχείρηση στο μέλλον, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που φαίνεται να εκτείνεται μέχρι την 1η Ιουλίου του επομένου έτους, ή αν επιδιώκει ένα συνδυασμό των δύο αυτών σκοπών χωρίς όμως να είναι σαφής η σημασία που προσδίδεται σε καθέναν από αυτούς.
37 Ενόψει της καταστάσεως αυτής, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει, αφού εξετάσει τους τρόπους κτήσεως από τους εργαζομένους του δικαιώματος για το δώρο Ξριστουγέννων, αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει να αποκλείει ο εργοδότης από την καταβολή του δώρου αυτού μια γυναίκα ευρισκόμενη σε γονική άδεια, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την εργασία που παρασχέθηκε κατά τη διάρκεια του έτους χορηγήσεως του δώρου και την περίοδο της άδειας μητρότητας. Προς τούτο, θα πρέπει να λάβει υπόψη τις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές:
- Αν γίνει δεκτό ότι η περίοδος αναφοράς είναι το παρελθόν έτος και αποδειχθεί ότι το δώρο σκοπεί αποκλειστικά στην ανταμοιβή της εργασίας και της πίστεως στην επιχείρηση κατά την περίοδο αυτή, το δικαίωμα για την είσπραξη του εν λόγω δώρου αποκτάται προοδευτικώς κατά τη διάρκεια του έτους και δεν είναι δυνατό να επιβληθούν κυρώσεις σε πρόσωπο ευρισκόμενο στην κατάσταση της S. Lewen, που εργάστηκε επί ορισμένο μέρος του έτους αυτού, διά του πλήρους αποκλεισμού του από το ευεργέτημα του δώρου, εκτός αν αποδειχθεί ότι, σε περίπτωση καταγγελίας ή αναστολής της συμβάσεως πριν από την 1η Δεκεμβρίου, ο εργαζόμενος χάνει κάθε δικαίωμα στο ευεργέτημα του αναλογικού μεριδίου που απέκτησε κατά τον χρόνο της καταγγελίας ή της ενάρξεως της αναστολής. Προκειμένου να διαπιστώσει αν αυτός είναι ο σκοπός που επιδιώκει ο εργοδότης διά της καταβολής του δώρου, ο εθνικός δικαστής μπορεί να διευρευνήσει αν ένας εργαζόμενος του οποίου η σχέση εργασίας άρχισε κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς εισπράττει, την 1η Δεκεμβρίου, ολόκληρο το ποσό του δώρου ή το αναλογικό μερίδιο που αντιστοιχεί στους μήνες κατά τους οποίους παρέσχε εργασία.
- Αν γίνει δεκτό ότι η περίοδος αναφοράς είναι το επόμενο έτος και αποδειχθεί ότι το δώρο σκοπεί αποκλειστικά να παράσχει κίνητρα για την εργασία και την πίστη στην επιχείρηση κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, τούτο θα έχει ως συνέπεια ότι ο εργαζόμενος που δεν θα τελεί σε ενεργό σχέση εργασίας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς δεν θα δικαιούται το ευεργέτημα του δώρου. Ωστόσο, μου φαίνεται απίθανο να σκοπεί ένας εργοδότης, επ' ευκαιρία των εορτών των Ξριστουγέννων συγκεκριμένου έτους, αποκλειστικά να παράσχει κίνητρα για την εργασία και την πίστη στην επιχείρηση για το επόμενο έτος. Προκειμένου να διαπιστώσει αν αυτός είναι ο σκοπός που επιδιώκει ο εργοδότης διά της καταβολής του δώρου, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εξετάσει αν ένας εργαζόμενος του οποίου η σχέση εργασίας αρχίζει την 1η Δεκεμβρίου εισπράττει ολόκληρο το δώρο, αποκλειστικά ένα τμήμα του ή αν δεν εισπράττει τίποτε απολύτως και αν ένας εργαζόμενος που από τις αρχές του Ιανουαρίου πρόκειται να τελεί σε γονική άδεια θα εισπράξει το σύνολο ή μέρος μόνο του δώρου, δεδομένου ότι το έγγραφο που όφειλαν να υπογράφουν οι μισθωτοί κατά την καταβολή του δώρου τα προγενέστερα έτη δεν συμπεριελάμβανε την αναστολή της συμβάσεως μεταξύ των λόγων που συνεπάγονταν την υποχρέωση του εργαζομένου να επιστρέψει το δώρο.
- Υπάρχει μία τρίτη περίπτωση, η οποία συμπίπτει, εν μέρει, με τις προηγούμενες περιπτώσεις και κατά την οποία μπορεί να γίνει δεκτό ότι η περίοδος αναφοράς εκτείνεται από τον Ιούλιο ενός έτους μέχρι τον Ιούνιο του επομένου έτους. Υπέρ του ενδεχομένου αυτού συνηγορεί η απαίτηση επιστροφής του ποσού του δώρου η οποία επιβάλλεται στον εργαζόμενο που εισέπραξε το δώρο και θέτει τέρμα στη σύμβασή του πριν από την 1η Ιουλίου του επομένου έτους. Στην περίπτωση αυτή, ο σκοπός της καταβολής του δώρου θα μπορούσε να συνίσταται, εν μέρει, στην ανταμοιβή της εργασίας και της πίστεως στην επιχείρηση για την περίοδο του παρελθόντος έτους η οποία έχει διανυθεί μέχρι τον χρόνο της καταβολής του (από τον Ιούλιο μέχρι τον Νοέμβριο) και, εν μέρει, στην παροχή κινήτρων για την εργασία και την πίστη στην επιχείρηση μέχρι το τέλος του μηνός Ιουνίου του επομένου έτους. Προκειμένου να διαπιστώσει αν αυτός είναι ο σκοπός που επιδιώκει ο εργοδότης διά της καταβολής του δώρου, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη ενδείξεις όπως είναι το αν ένας εργαζόμενος του οποίου η σχέση εργασίας άρχισε τον Ιανουάριο και ένας άλλος εργαζόμενος του οποίου η σχέση εργασίας άρχισε μετά τον Ιούλιο και πριν από τον Δεκέμβριο εισπράττουν ολόκληρο το δώρο ή αν ο δεύτερος εξ αυτών δικαιούται αποκλειστικά ένα αναλογικό μερίδιο, αν ένας εργαζόμενος που αρχίζει να απασχολείται στην επιχείρηση την 1η Δεκεμβρίου εισπράττει ολόκληρο το δώρο ή ένα αναλογικό μερίδιο, αν ένας εργαζόμενος που προσλαμβάνεται μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου του επομένου έτους εισπράττει το αναλογικό μερίδιο αυτού του δώρου και αν ένας εργαζόμενος του οποίου η σύμβαση πρόκειται να ανασταλεί πριν από τον Ιούλιο του επομένου έτους, είτε επειδή πρέπει να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις είτε επειδή ζήτησε άδεια άνευ αποδοχών είτε επειδή θα λάβει γονική άδεια, θα ειπράξει ολόκληρο το δώρο και, αν ναι, αν θα πρέπει να το επιστρέψει, εν όλω ή εν μέρει.
38 Φρονώ ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ο αποκλεισμός μιας εργαζομένης ευρισκομένης στην ίδια κατάσταση με την S. Lewen από το ευεργέτημα της εισπράξεως ολοκλήρου ή μέρους του επίμαχου δώρου θα ήταν ότι ο εργοδότης εξαρτά την καταβολή του αποκλειστικά από την προϋπόθεση να τελεί ο εργαζόμενος την 1η Δεκεμβρίου σε ενεργό σχέση εργασίας. Δεν είμαι όμως πεπεισμένος, ενόψει των εγγράφων που περιέχονται στον φάκελο, ότι ο εναγόμενος στην υπό κρίση υπόθεση εργοδότης καταβάλλει το ίδιο ποσό στους εργαζομένους που άρχισαν να εργάζονται κατά τη διάρκεια του έτους και που κατά τον χρόνο των Ξριστουγέννων έχουν συμπληρώσει σύντομο χρονικό διάστημα εργασίας και σε εκείνους που έχουν εργαστεί ολόκληρο το έτος ή το μεγαλύτερο τμήμα του· μου φαίνεται απίθανο να καταβάλλει στους τελευταίους αυτούς εργαζομένους το ίδιο ποσό με εκείνο που καταβάλλει σε όσους αρχίζουν να εργάζονται την 1η Δεκεμβρίου.
39 Απομένει να εξεταστεί αν, στην περίπτωση που οι εργαζόμενοι των οποίων η σύμβαση τελεί σε αναστολή κατά την ημερομηνία καταβολής του δώρου και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται εκείνοι που άρχισαν να βρίσκονται σε γονική άδεια αποκλείονται από το ευεργέτημα του δώρου αυτού, συντρέχει άμεση ή έμμεση δυσμενής διάκριση λόγω φύλου.
40 Στο προοίμιο της συμφωνίας-πλαισίου, η γονική άδεια ορίζεται ως ένα σημαντικό μέσο συμβιβασμού του επαγγελματικού και του οικογενειακού βίου καθώς και προαγωγής της ισότητας των ευκαιριών και της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, χορηγείται στους εργαζομένους, άνδρες και γυναίκες, λόγω της γεννήσεως ή της υιοθεσίας τέκνου, ατομικό δικαίωμα για τη λήψη γονικής άδειας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να ασχοληθούν με το τέκνο αυτό επί τρεις τουλάχιστον μήνες και μέχρι ορισμένη ηλικία, η οποία μπορεί να φθάνει τα οκτώ έτη και ορίζεται από τα κράτη μέλη και/ή τους κοινωνικούς εταίρους. Όπως προαναφέρθηκε, μολονότι ο γερμανικός νόμος που προβλέπει τη γονική άδεια είναι προγενέστερος της εκδόσεως της οδηγίας 96/34, από τα έγγραφα του φακέλου συνάγεται ότι ο σκοπός του συμπίπτει, τουλάχιστον εν μέρει, με εκείνον της συμφωνίας-πλαισίου.
41 Τόσο η ενάγουσα της κύριας δίκης όσο και η Επιτροπή φρονούν ότι ο αποκλεισμός μιας εργαζομένης από το δικαίωμα εισπράξεως του δώρου Ξριστουγέννων με την αιτιολογία ότι τελεί σε γονική άδεια επάγεται, κατά το μάλλον ή ήττον, δυσμενή διάκριση. Υποστηρίζουν ότι οι άνδρες εργαζόμενοι, μολονότι έχουν και αυτοί το δικαίωμα να λάβουν γονική άδεια, δεν ασκούν, στην πλειονότητά τους, το δικαίωμά τους αυτό, οπότε, σε τελική ανάλυση, οι γυναίκες είναι εκείνες που προσφεύγουν κυρίως στη δυνατότητα αυτή προκειμένου να ασχοληθούν με τα τέκνα τους.
42 Ανεξαρτήτως των περιπτώσεων στις οποίες η περίοδος αναφοράς περιελάμβανε περιόδους παροχής εργασίας και περιόδους άδειας μητρότητας και σχετικά με τις οποίες έχω ήδη διατυπώσει την άποψή μου, φρονώ ότι ο αποκλεισμός από το ευεργέτημα του δώρου Ξριστουγέννων των εργαζομένων που τελούν σε γονική άδεια δεν επάγεται δυσμενή διάκριση.
43 Πράγματι, όπως επανειλημμένα έχει δεχθεί το Δικαστήριο με τη νομολογία του, η δυσμενής διάκριση συνίσταται στην εφαρμογή διαφορετικών κανόνων σε παρεμφερείς καταστάσεις ή στην εφαρμογή του ίδιου κανόνα σε διαφορετικές καταστάσεις (24). Ο εργαζόμενος που τελεί σε γονική άδεια τελεί σε μια ειδική κατάσταση, που προστατεύεται από το κοινοτικό δίκαιο από της εκδόσεως της οδηγίας 96/34 και στην οποία βρίσκεται λόγω του ότι απέκτησε προσφάτως τέκνο, αλλά η οποία δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς την κατάσταση ενός άνδρα ή μιας γυναίκας που τελεί σε ενεργό σχέση εργασίας, ιδίως εφόσον η καταβολή του δώρου Ξριστουγέννων σκοπεί είτε να ανταμείψει την εργασία και την πίστη στην επιχείρηση για το παρελθόν είτε να παράσχει κίνητρα για την εργασία και για την πίστη στην επιχείρηση για το μέλλον είτε αποβλέπει σε ένα συνδυασμό των δύο αυτών σκοπών, αφού η γονική άδεια χαρακτηρίζεται, ακριβώς, από την αναστολή της συμβάσεως εργασίας και των αντίστοιχων υποχρεώσεων εργασίας και παροχής αμοιβής για την εργασία.
Όπως προκύπτει απ' όσα εκθέτει το εθνικό δικαστήριο, ο εναγόμενος της κύριας δίκης εργοδότης διατείνεται ότι αποκλείει από το ευεργέτημα του δώρου Ξριστουγέννων όλους τους εργαζομένους οι οποίοι, την 1η Δεκεμβρίου, δεν τελούν σε ενεργό σχέση εργασίας και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται εκείνοι των οποίων η σύμβαση εργασίας τελεί υπό αναστολή, έννοια η οποία περιλαμβάνει τόσο τους άνδρες - οι οποίοι τελούν σε γονική άδεια, υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία ή βρίσκονται σε άδεια άνευ αποδοχών - όσο και τις γυναίκες που τελούν σε γονική άδεια ή σε άδεια άνευ αποδοχών. Δεδομένου ότι η προϋπόθεση αυτή ισχύει κατά τον ίδιο τρόπο τόσο για τους άνδρες εργαζόμενους όσο και για τις γυναίκες εργαζόμενες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά δυσμενή διάκριση στηριζόμενη ευθέως στο φύλο (25).
44 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι έμμεση διάκριση υφίσταται όταν η εφαρμογή ενός εθνικού μέτρου, το οποίο έχει εντούτοις ουδέτερη διατύπωση, θέτει στην πράξη σε δυσμενή μοίρα ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών απ' ό,τι ανδρών (26).
45 Με την απόφαση Boyle κ.λπ. (27), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, μολονότι άδειες άνευ αποδοχών λαμβάνουν πολύ περισσότερες γυναίκες απ' ό,τι άνδρες κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, διότι οι γυναίκες λαμβάνουν πρόσθετες άδειες μητρότητας άνευ αποδοχών, που τους χορηγεί ο εργοδότης ως συμπλήρωμα της άδειας μητρότητας την οποία εγγυάται το άρθρο 8 της οδηγίας 92/85, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εφαρμογή μιας συμβατικής ρήτρας δυνάμει της οποίας η κτήση δικαιωμάτων ετήσιας άδειας διακόπτεται κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας αυτού του είδους περιάγει σε μειονεκτική θέση τις γυναίκες που ασκούν το δικαίωμα αυτό σε σχέση με τους άνδρες. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η συχνότερη εφαρμογή της ρήτρας αυτής στις γυναίκες προκύπτει από την άσκηση του δικαιώματος λήψεως της πρόσθετης άδειας μητρότητας άνευ αποδοχών, που συνιστά ένα ειδικό πλεονέκτημα, χορηγούμενο μόνο στις γυναίκες, και δεν μπορεί να συνεπάγεται δυσμενή μεταχείριση των γυναικών.
46 Στην υπό κρίση υπόθεση, μπορεί να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι το ποσοστό των γυναικών που λαμβάνουν γονική άδεια για να ασχοληθούν με το τέκνο τους κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους είναι μεγαλύτερο από εκείνο των ανδρών. Εντεύθεν συνάγεται ότι ο αποκλεισμός από το ευεργέτημα του δώρου Ξριστουγέννων των εργαζομένων των οποίων η σύμβαση εργασίας τελεί σε αναστολή θίγει, στην πραγματικότητα, πολύ περισσότερες γυναίκες απ' ό,τι άνδρες. Όμως, ο συχνότερος αποκλεισμός των γυναικών προκύπτει από την άσκηση του δικαιώματος λήψεως γονικής άδειας, το οποίο δεν εντάσσεται στις συνθήκες εργασίας, αλλά αποτελεί ειδικό πλεονέκτημα του οποίου απολαύουν οι εργαζόμενοι, άνδρες και γυναίκες, σε περίπτωση πρόσφατης αποκτήσεως τέκνων.
Για τον λόγο αυτό, φρονώ ότι η αφαίρεση του δικαιώματος για δώρο Ξριστουγέννων από τους εργαζομένους που κάνουν χρήση της δυνατότητας να λάβουν γονική άδεια, καθ' όλη τη διάρκεια της άδειας αυτής, δεν μπορεί να ενέχει έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου σε βάρος των γυναικών.
47 Δεδομένου ότι ελλείπουν τα αναγκαία πραγματικά στοιχεία για να συναχθεί συγκεκριμένο συμπέρασμα, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς της κύριας δίκης απόκειται να διαπιστώσει, ενόψει των προϋποθέσεων υπό τις οποίες οι εργαζόμενοι αποκτούν το δικαίωμα για το δώρο των Ξριστουγέννων και λαμβανομένων υπόψη των ενδείξεων που περιέχονται στον προεκτεθέντα συλλογισμό, αν το άρθρο 119 της Συνθήκης και το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85 απαγορεύουν να αποκλείσει ένας εργοδότης πλήρως από το ευεργέτημα του επίμαχου δώρου μια εργαζόμενη η οποία παρείχε εργασία μέχρι τις 15 Μαου 1996, έλαβε ακολούθως άδεια μητρότητας μέχρι τις 6 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους και η οποία, αμέσως μετά, έλαβε γονική άδεια, η οποία πρόκειται να λήξει στις 12 Ιουλίου 1999, με την αιτιολογία ότι, κατά τον χρόνο καταβολής του εν λόγω δώρου, βρισκόταν σε γονική άδεια.
Γ - Επί του τρίτου ερωτήματος
48 Με το τρίτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να μάθει εάν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, το άρθρο 119 της Συνθήκης, το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85 και η ρήτρας 2, σημείο 6, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια απαγορεύουν στον εργοδότη να λαμβάνει υπόψη, κατά τον υπολογισμό του δώρου Ξριστουγέννων που καταβάλλει σε γυναίκα εργαζόμενη που τελεί σε γονική άδεια, την περίοδο της άδειας μητρότητας και την περίοδο της γονικής άδειας που έχει ήδη διανυθεί, με αποτέλεσμα την αναλογική μείωση του δώρου αυτού.
49 Όπως έχω ήδη υπογραμμίσει στο πλαίσιο της εξετάσεως του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, η σχεδόν παντελής έλλειψη συγκεκριμένων στοιχείων όσον αφορά την κτήση από τους εργαζόμενους του δικαιώματος για το δώρο των Ξριστουγέννων εμποδίζει το Δικαστήριο να αποφανθεί με βεβαιότητα ως προς το ζήτημα αυτό· υπ' αυτές τις συνθήκες, η απάντηση που προτείνω να δοθεί δεν είναι ούτε καταφατική ούτε αρνητική. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά το τρίτο προδικαστικό ερώτημα. Είμαι εκ νέου αναγκασμένος να παράσχω ορισμένες ενδείξεις τις οποίες το εθνικό δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη όταν θα αποφανθεί επί της ουσίας.
50 Όπως αποδείχθηκε, το επίμαχο δώρο εντάσσεται στην αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, αναφέρθηκε δε ότι, για την εφαρμογή της οδηγίας 92/85, πρέπει να θεωρείται ως δικαίωμα συνδεόμενο με τη σύμβαση εργασίας, του οποίου η κτήση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας αυτής, πρέπει να εξασφαλίζεται κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας της εργαζομένης.
51 Η ρήτρα 2, σημείο 6, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 96/34, απαιτεί να διατηρούνται τα κεκτημένα δικαιώματα ή τα δικαιώματα που είναι υπό κτήση από τον εργαζόμενο κατά την ημερομηνία ενάρξεως της γονικής άδειας, ως έχουν, μέχρι το τέλος της γονικής άδειας.
52 Αν το εθνικό δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η περίοδος αναφοράς που θεμελιώνει το δικαίωμα για το δώρο είναι το ήδη διανυθέν μέρος του έτους και ότι το δώρο σκοπεί, αποκλειστικά, να ανταμείψει την εργασία και την πίστη στην επιχείρηση κατά την περίοδο αυτή, χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι, σε περίπτωση καταγγελίας ή αναστολής της συμβάσεως πριν από την 1η Δεκεμβρίου, ο εργαζόμενος χάνει κάθε δικαίωμα για το αναλογικό μερίδιο που θα είχε αποκτήσει κατά τον χρόνο της καταγγελίας ή της ενάρξεως της αναστολής, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85 απαγορεύει να λαμβάνει υπόψη ο εργοδότης την περίοδο της άδειας μητρότητας για τον υπολογισμό του ύψους του δώρου Ξριστουγέννων, με αποτέλεσμα την αναλογική μείωσή του.
Αν όμως γίνει δεκτό ότι το δικαίωμα για το δώρο Ξριστουγέννων αποτελεί κεκτημένο δικαίωμα ή δικαίωμα υπό κτήση υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 6, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 96/34, γεγονός το οποίο - ειρήσθω εν παρόδω - μου φαίνεται εξαιρετικά αμφίβολο, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η S. Lewen δεν δικαιούται να λάβει το δώρο Ξριστουγέννων για το 1996, έτος για το οποίο απέκτησε δικαιώματα μέχρι τις 6 Σεπτεμβρίου, αλλά ότι, όταν θα αρχίσει εκ νέου να εργάζεται το 1999, θα αρχίσει εκ νέου η κτήση του δικαιώματός της επί του δώρου αυτού, το οποίο θα πρέπει να της καταβληθεί ολόκληρο την 1η Δεκεμβρίου 1999.
Ωστόσο, φρονώ ότι η διάταξη αυτή δεν θεσπίστηκε για την παροχή προστασίας σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη και ότι δεν θα έπρεπε να εφαρμόζεται σε σχέση με την καταβολή μιας περιοδικής παροχής, όπως είναι το δώρο Ξριστουγέννων.
53 Αν, αντιθέτως, το εθνικό δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η περίοδος αναφοράς είναι το επόμενο έτος και ότι το δώρο σκοπεί αποκλειστικά να παράσχει κίνητρα για την εργασία και την πίστη στην επιχείρηση για το έτος που αρχίζει την ημέρα καταβολής του, ο αποκλεισμός από το δικαίωμα για το δώρο μιας εργαζομένης της οποίας η σύμβαση θα ανασταλεί κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, λόγω του ότι τελεί σε γονική άδεια, δεν συνιστά παράβαση ούτε του άρθρου 119 της Συνθήκης ούτε του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85 ούτε της ρήτρας 2, σημείο 6, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 96/34.
54 Εάν, τέλος, το εθνικό δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η περίοδος αναφοράς εκτείνεται από τον Ιούλιο ενός έτους μέχρι τον Ιούνιο του επομένου έτους και ότι ο σκοπός καταβολής του δώρου έγκειται, εν μέρει, στην ανταμοιβή της εργασίας και της πίστεως στην επιχείρηση για το μέρος του έτους που έχει παρέλθει κατά τον χρόνο της καταβολής του και, εν μέρει, στην παροχή κινήτρων για την εργασία και την πίστη στην επιχείρηση μέχρι τον Ιούνιο του επομένου έτους, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85 απαγορεύει στον εργοδότη να λαμβάνει υπόψη, κατά τον υπολογισμό του δώρου Ξριστουγέννων, την περίοδο της άδειας μητρότητας την οποία έλαβε η εργαζόμενη, με αποτέλεσμα την αναλογική μείωση της παροχής. Όσον αφορά τις περιόδους γονικής άδειας, το κοινοτικό δίκαιο, στο παρόν στάδιο της εξελίξεώς του, δεν προστατεύει το δικαίωμα του εργαζομένου να θεωρούνται οι περίοδοι αυτές ως περίοδοι παροχής εργασίας σε σχέση με την κτήση δικαιωμάτων για την είσπραξη ενός δώρου που έχει τα περιγραφέντα χαρακτηριστικά.
VI - Πρόταση
55 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Arbeitsgericht Gelsenkirchen τις ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Ένα δώρο όπως το επίμαχο εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ και πρέπει να θεωρείται ως δικαίωμα συνδεόμενο με τη σύμβαση εργασίας υπό την έννοια του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ). Συναφώς, δεν έχεί σημασία ούτε ο σκοπός που επιδιώκει ο εργοδότης μέσω της καταβολής του δώρου αυτού ούτε το γεγονός ότι δεν προανήγγειλε εγκαίρως ότι, κατά τις επόμενες εορτές των Ξριστουγέννων, θα καθόριζε το ύψος του δώρου σε συνάρτηση προς τη μελλοντική παροχή εργασίας και ότι δεν θα το χορηγούσε στους εργαζομένους των οποίων η σχέση εργασίας θα τελούσε υπό αναστολή.
2) Στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς της κύριας δίκης απόκειται να διαπιστώσει, ενόψει των προϋποθέσεων υπό τις οποίες αποκτάται το δικαίωμα για το επίμαχο δώρο και λαμβανομένων υπόψη των ενδείξεων που περιέχονται στα σημεία 37 και 38 των παρουσών προτάσεων, αν το άρθρο 119 της Συνθήκης και το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85 απαγορεύουν να αποκλείσει ένας εργοδότης πλήρως από το ευεργέτημα του δώρου αυτού μια εργαζόμενη η οποία παρείχε εργασία μέχρι τις 15 Μαου 1996, έλαβε ακολούθως άδεια μητρότητας μέχρι τις 6 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους και η οποία, αμέσως μετά, έλαβε γονική άδεια, η οποία πρόκειται να λήξει στις 12 Ιουλίου 1999, με την αιτιολογία ότι, κατά τον χρόνο καταβολής του εν λόγω δώρου, τελεί σε γονική άδεια.
3) Στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς της κύριας δίκης απόκειται να διαπιστώσει, ενόψει των προϋποθέσεων υπό τις οποίες αποκτάται το δικαίωμα για το επίμαχο δώρο και λαμβανομένων υπόψη των ενδείξεων που περιέχονται στα σημεία 52 έως 54 των παρουσών προτάσεων, αν το άρθρο 119 της Συνθήκης, το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο αα, της οδηγίας 92/85 και η ρήτρα 2, σημείο 6, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CES, απαγορεύουν στον εργοδότη να λαμβάνει υπόψη, κατά τον υπολογισμό του δώρου που οφείλεται σε γυναίκα ευρισκόμενη σε γονική άδεια, την περίοδο της άδειας μητρότητας, με αποτέλεσμα την αναλογική μείωση της παροχής. Το κοινοτικό δίκαιο, στο παρόν στάδιο της εξελίξεώς του, δεν προστατεύει το δικαίωμα του εργαζομένου να θεωρούνται οι περίοδοι γονικής άδειας ως περίοδοι παροχής εργασίας σε σχέση με την κτήση δικαιωμάτων για την είσπραξη ενός δώρου που έχει τα περιγραφέντα χαρακτηριστικά.»
(1) - Οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 348, σ. 1).
(2) - Οδηγία 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CES (ΕΕ L 145, σ. 4).
(3) - Αυτή η γερμανική παροχή έχει χαρακτηριστεί από το Δικαστήριο ως «οικογενειακή παροχή» υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηη, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), και ως «κοινωνικό πλεονέκτημα» υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33). Βλ. τις αποφάσεις της 10ης Οκτωβρίου 1996, C-245/94 και C-312/94, Hoever και Zachow (Συλλογή 1996, σ. I-4895), και της 12ης Μαου 1998, C-85/96, Martνnez Sala (Συλλογή 1998, σ. I-2691).
(4) - Συμφωνία για την κοινωνική πολιτική, συναφθείσα μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϋκής Κοινότητας πλην του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, η οποία προσαρτήθηκε στο πρωτόκολλο 14, που ενσωματώθηκε στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή Ένωση, που υπογράφηκε στο Μάαστριχτ στις 7 Φεβρουαρίου 1992. Το κείμενο των διατάξεων της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική ενσωματώθηκε στα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (τα οποία θα αποτελέσουν στο μέλλον τα άρθρα 136 έως 143) με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, που υπογράφηκε στις 2 Οκτωβρίου 1997 και δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ.
(5) - Οδηγία του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 1997, για την τροποποίηση και την επέκταση, στο Ηνωμένο Βασίλειο, της οδηγίας 96/34 σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια που συνήφθη από τη UNICE, τη CEEP και τη CES (ΕΕ 1998, L 10, σ. 24).
(6) - Απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψη 12).
(7) - Απόφαση της 25ης Μαου 1971, 80/70, Defrenne (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 815, σκέψη 6).
(8) - Απόφαση της 17ης Μαου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. I-1889, σκέψη 20). Στην υπόθεση αυτή, ο εργοδότης είχε καταβάλει οικειοθελώς στον εργαζόμενο κατά τον χρόνο της απολύσεώς του, εκτός από την αποζημίωση που αντιστοιχούσε στις χρηματικές παροχές που προβλέπονταν σύμφωνα με τους όρους απολύσεως και ένα ποσό ίσο με τη νόμιμη αποζημίωση λόγω απολύσεως, ένα πρόσθετο αφορολόγητο ποσό, ίσο με το ήμισυ του ακαθάριστου ποσού της αποζημιώσεως.
(9) - Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 12/81, Garland (Συλλογή 1982, σ. 359, σκέψη 9).
(10) - Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1998, C-249/96, Grant (Συλλογή 1998, σ. I-621, σκέψη 14).
(11) - Απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska (Συλλογή 1990, σ. I-2591, σκέψη 11).
(12) - Αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 1992, C-360/90, Bφtel (Συλλογή 1992, σ. I-3589, σκέψεις 14 και 15), και της 6ης Φεβρουαρίου 1996, C-457/93, Lewark (Συλλογή 1996, σ. I-243, σκέψη 23).
(13) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση Barber, σκέψη 14.
(14) - Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88, Rinner-Kόhn (Συλλογή 1989, σ. 2743, σκέψη 7).
(15) - Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1998, C-66/96, Hψj Pedersen κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-7327, σκέψη 35).
(16) - Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C-342/93, Gillespie κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-475, σκέψη 14).
(17) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, Defrenne, σκέψη 39.
(18) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση Barber, σκέψη 19.
(19) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 14.
(20) - Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-411/96 (Συλλογή 1998, σ. I-6401, σκέψη 31).
(21) - Απόφαση της 13ης Μαου 1986, 170/84, Bilka (Συλλογή 1986, σ. 1607). Στην υπόθεση αυτή, οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι δεν δικαιούνταν το ευεργέτημα του συνταξιοδοτικού συστήματος της επιχειρήσεως παρά μόνον εάν είχαν εργαστεί με πλήρες ωράριο επί δεκαπέντε τουλάχιστον έτη επί συνόλου είκοσι ετών. Βλ., επίσης, αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-57/93, Vroege (Συλλογή 1994, σ. I-4541), και C-128/93, Fisscher (Συλλογή 1994, σ. I-4583), και της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-435/93, Dietz (Συλλογή 1996, σ. I-5223).
(22) - Βλ., εκτός από την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση Barber και τις προαναφερθείσες στην υποσημείωση 21 αποφάσεις Vroege, Fisscher και Dietz, τις αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-109/91, Ten Oever (Συλλογή 1993, σ. I-4879)· της 14ης Δεκεμβρίου 1993, C-110/91, Moroni (Συλλογή 1993, σ. I-6591)· της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-200/91, Coloroll Pension Trustees (Συλλογή 1994, σ. I-4389), και C-7/93, Beune (Συλλογή 1994, σ. I-4471), και της 17ης Απριλίου 1997, C-147/95, Εβρενόπουλος (Συλλογή 1997, σ. I-2057).
(23) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Boyle κ.λπ., σκέψη 82.
(24) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Gillespie κ.λπ., σκέψη 16, και απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1995, C-279/93, Schumacker (Συλλογή 1995, σ. I-225, σκέψη 30).
(25) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10 απόφαση Grant, σκέψη 28.
(26) - Αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 1997, C-1/95, Gerster (Συλλογή 1997, σ. I-5253, σκέψη 30), και C-100/95, Kording (Συλλογή 1997, σ. I-5289, σκέψη 16), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Boyle κ.λπ., σκέψη 76.
(27) - Όπ.π., σκέψεις 77 έως 79.
Full & Egal Universal Law Academy